Τετάρτη, 01 Νοέμβριος 2017 09:24

Τάξη, ηγεμονία και ανεξαρτησία

Κατηγορία Κόσμος

Brais Fernandez

Marc Casanovas

Τάξη, ηγεμονία και ανεξαρτησία

Το κείμενο αυτό προορίζεται να συμβάλει σε μια στρατηγική συζήτηση που ξεκίνησε στην αριστερά γύρω από το καταλανικό δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου 2017, αλλά που πιστεύουμε ότι προχωράει πιο πέρα. Δεν θα ασχοληθούμε με την ιστορία της διαμόρφωσης της διαδικασίας της ανεξαρτησίας της Καταλονίας. Θα περιορίσουμε τη συζήτηση στο να προτείνουμε ένα χαρακτηρισμό της λεγόμενης «διαδικασίας» και να προσπαθήσουμε να παράσχουμε επιχειρήματα σχετικά με το γιατί οι αριστεροί που δεν είναι υπέρ της ανεξαρτησίας θα πρέπει να υποστηρίζουν ενεργά την 1η Οκτωβρίου σαν μια στιγμή ρήξης.

Ένα από τα τυπικά επιχειρήματα της «κοινής λογικής» της παραδοσιακής αριστεράς που δεν υποστηρίζει το καταλανικό δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου είναι ότι η διαδικασία καθοδηγείται από την αστική τάξη. Αυτό είναι κατάφωρα ψευδές και μπορεί να βασίζεται μόνο σε δύο παρεξηγήσεις, μία κακόβουλη και μια άλλη, η οποία είναι είτε προϊόν άγνοιας είτε μετατόπιση κοινωνικών κατηγοριών τόσο παράλογη που αυτοακυρώνεται. Το ψεύδος αυτού του επιχειρήματος είναι εμπειρικά επαληθεύσιμο. Η καταλανική μεγάλη μπουρζουαζία διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα εναντίον της «διαδικασίας» ως ανεύθυνης και ως παράγοντα αστάθειας για τις επιχειρήσεις, όπως ο καθένας μπορεί να δει αν ψάξει στο google τις δηλώσεις των Καταλανών εργοδοτών Foment del Treball. Η άγνοια προέρχεται από τον προσδιορισμό της αστικής τάξης, ως έννοιας που η ισπανική αριστερά χρησιμοποίησε μόνο τα τελευταία 40 χρόνια για να αναφερθεί στην Καταλονία ή, στην περίπτωση του PCE [Partido Comunista de España / Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας], για να δικαιολογήσει την πολιτική συμμαχιών του με την προοδευτική και εθνική αστική τάξη (sic) εκπροσωπούμενη από τον Σουαρέζ το 1978.

Η «μπουρζουαζία» είναι μια έννοια της κλασικής οικονομίας που οικιοποιήθηκε ο μαρξισμός, ο οποίος ορίζει την άρχουσα τάξη σε σχέση με την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Όπως έχουμε ήδη παρατηρήσει, οι ελίτ αυτού του κοινωνικού τομέα είναι αντίθετες με τη διαδικασία: το Foro Puente Aéreo, η Foment del Treball, το ελιτίστικο Circulo Ecuestre, το Circulo de Economía ή το διεθνές Trilateral Commission έχουν επανειλημμένα εκφράσει την αντίθεσή τους στην ανεξαρτησία, όπως και ο José Manuel Lara (Planeta), ο Isidre Fainé (CaixaBank), ο Josep Lluis Bonet (Freixenet) και ο Josep Oliu (Banco Sabadell), αν και ορισμένοι τομείς της Foment del Treball, δεδομένων των γεγονότων, υποστήριξαν τη διαδικασία με την ελπίδα βελτίωσης της θέσης τους και προνομίων σε σχέση με την αστική τάξη του υπόλοιπου ισπανικού κράτους και διεθνώς. Επίσης, λόγω της δυναμικής της λαϊκής κινητοποίησης, η διαδικασία υποστηρίχτηκε από τις περισσότερες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, που είναι οργανωμένες σε φορείς όπως η PIMEC, η Cecot ή το Εμπορικό Επιμελητήριο.

Αλλά σε καμία περίπτωση αυτοί οι φορείς δεν καθοδήγησαν τη διαδικασία - πιστοί στον παροιμιώδη πραγματισμό τους, έχουν επαναπροσδιορίσει τα ενδιαφέροντά τους καθώς η διαδικασία έχει προχωρήσει. Όπως αναγνώρισε ο ίδιος ο Άρθουρ Μάς με Λαμπεντούζια μελαγχολία1 μπροστά στο Κογκρέσο των Οικονομικών της Καταλονίας πριν από την 9η Νοέμβρη: «Οι ελίτ της χώρας δεν πρέπει να προσπαθήσουν να αλλάξουν την πορεία της ιστορίας, αλλά πρέπει να καναλιζάρουν αυτό το βασικό κίνημα. Δεν πρόκειται για φρενάρισμα ή σταμάτημα, αλλά για να το κάνουν να πάει καλά.»

Το να κάνει τα πράγματα να μην «πάνε καλά» για αυτούς τους τομείς της άρχουσας τάξης, να επιδράσει στις αντιφάσεις τους και να προσπαθήσει να διασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει «καναλιζάρισμα» της κρίσης του καθεστώτος, που θα τελειώσει με μια νέα συμφωνία και ανακατανομή της πίτας μεταξύ των ελίτ, είναι το πρώτο καθήκον κάθε οργάνωσης ή χώρου που αγωνίζεται για την πολιτική και κοινωνική αλλαγή.

Παρατηρώντας από το περιθώριο, περιμένοντας για να συντριβεί το μεγαλύτερο μαζικό κίνημα στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή, με την δικαιολογία ότι τομείς της καταλανικής αστικής τάξης σκοπεύουν να το «κατευθύνουν» προς το δικό τους συμφέρον, δεν είναι επιλογή. Αντιθέτως, ακριβώς γι 'αυτό το λόγο πρέπει να υποστηριχθεί το κίνημα και να αμφισβητηθεί η πολιτική του ηγεσία ενεργοποιώντας και συντονίζοντας τους πιο λαϊκούς τομείς του. Στο πλαίσιο του «de facto 155» στην Καταλονία και της υποχώρησης της δημοκρατίας σε ολόκληρο το κράτος, η αποτυχία να καταλάβουμε ότι αν η διαδικασία ανεξαρτησίας συντριβεί, όλες οι συγκρούσεις μας έχουν το ερμηνευτικό τους αξίωμα: να μην αφήσουμε την πραγματικότητα να χαλάσει μια ευχάριστη ιστορία.

Ποιος καθοδηγεί λοιπόν; Ή, μάλλον, ποιος «σερφάρει» πάνω στο καταλανικό κίνημα ανεξαρτησίας; Είναι σαφές ότι ένας τομέας της καταλανικής πολιτικής τάξης (αναμφίβολα γεμάτος ανεπιθύμητα στοιχεία και ελάχιστα διατεθειμένος για μια ριζική μεταμόρφωση της κοινωνίας) έπαψε να αντιπροσωπεύει τα πολιτικά συμφέροντα της καταλανικής αστικής τάξης (αν και συνεχίζει να υπερασπίζεται το οικονομικό της πρόγραμμα) και διατηρεί την φιλοδοξία να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο μέσω του ελέγχου του σε ένα τμήμα του κρατικού μηχανισμού και της ικανότητάς του να προσαρμόζεται σε μια διαδικασία ανεξαρτησίας.

Εδώ και πάλι, το ζήτημα είναι να μην αφήσουμε τη διαδικασία κοινωνικής κινητοποίησης που λαμβάνει χώρα να χρησιμεύει ως ηρωικός απολογισμός για να δικαιολογήσει το κοινωνικό και οικονομικό σχέδιο της λιτότητας. Η πρόκληση εδώ δεν είναι ποιος είναι σε θέση να περιγράψει πιο έντονα έναν ηγετικό τομέα της διαδικασίας, αλλά πώς μπορούμε να διατυπώσουμε ένα κοινό έδαφος μεταξύ της αριστεράς που είναι υπέρ της καταλανικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας και της αριστεράς του υπόλοιπου κράτους που θα επιτρέπει μια νέα ηγεμονία: μια Καταλανική Δημοκρατία και συνταγματικές διαδικασίες είναι μια προοπτική που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει η 1η Οκτωβρίου αν υπήρχε επαρκής πολιτική βούληση.

Αντιμέτωποι με την τάση να θεωρείται η διαδικασία της ανεξαρτησίας της Καταλανίας ως κάτι ομοιογενές, είναι ενδιαφέρον να διερευνήσουμε τις εσωτερικές της αντιφάσεις και να την δούμε ως πεδίο αγώνων και με απροσδιόριστη κατάληξη. Σε μια εθνική-λαϊκή διαδικασία, η ομοιογένεια είναι μια μυθοπλασία προγενέστερη του πραγματικού αγώνα ή κατακτάται μέσα από το μονοπώλιο του κράτους: δηλαδή, το «εθνικό» τείνει να ξεπεράσει όλες τις ταξικές αντιφάσεις που υπάρχουν στο «λαϊκό». Ωστόσο, όταν αυτή η εθνική-λαϊκή διαδικασία τεθεί σε κίνηση και έρθει σε σύγκρουση με τους μηχανισμούς κρατικής κυριαρχίας, εμφανίζονται οι πρώτες ρωγμές, μορφές αγώνων που υπερβαίνουν εκείνες των ηγετικών ελίτ της εθνικής-λαϊκής διαδικασίας.

Αυτό μας οδηγεί στο ζήτημα του να προσπαθήσουμε να καθορίσουμε την κοινωνική βάση της διαδικασίας. Υποθέτουμε ότι κανείς δεν θα ισχυριστεί ότι υπάρχουν περισσότερα από δύο εκατομμύρια αστοί ή πολιτικοί στην Καταλονία. Είναι αλήθεια ότι η κυρίαρχη μήτρα είναι οι λεγόμενες «μεσαίες τάξεις» (μια έννοια η οποία, με τον δικό της ορισμό, τονίζει περισσότερο την ετερογένεια των συνιστωσών της και της σχέση τους με ορισμένες ταξικές προσδοκίες παρά με έναν αυστηρά μαρξιστικό ορισμό, την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής) και ότι η «εργατική τάξη» με την κλασική έννοια απουσιάζει. Δηλαδή, έχουμε να κάνουμε με ένα πολυταξικό κίνημα, στο οποίο υπάρχουν εργάτες, μικροί ιδιοκτήτες, κυβερνητικοί υπάλληλοι, πολιτικοί, επαγγελματίες, ιδιοκτήτες μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων κ.ο.κ. αλλά η σχέση τους με το κίνημα ανεξαρτησίας δεν καθορίζεται από την οικονομική σχέση που καταλαμβάνουν, αλλά μάλλον από την εθνική-λαϊκή προσκόλληση στο σχέδιο μιας ανεξάρτητης Καταλονίας.

Αυτό σημαίνει ένα πρόγραμμα γεμάτο αντιφάσεις: ένας τομέας της διαδικασίας φαίνεται να έχει ως πρότυπο ανεξάρτητης Καταλονίας ένα είδος νότιας Ελβετίας. Για το μεγαλύτερο μέρος της λαϊκής βάσης, το παράδειγμα είναι μια Μεσογειακή Σουηδία, όπου η αγορά ελέγχεται από ένα αποτελεσματικό και συνετό κράτος (ένα όνειρο που μοιράζεται, παρεμπιπτόντως, με το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνικής βάσης του ισπανικού προοδευτισμού). Ένα μειοψηφικό αλλά σημαντικό τμήμα (πιο σημαντικό τουλάχιστον από ό,τι στην υπόλοιπη Ισπανία και αλλού στην υπόλοιπη Ευρώπη) υποστηρίζει μια σαφώς αντικαπιταλιστική κατάληξη της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, η συγκολλητική ουσία της προοπτικής μιας ανεξάρτητης Καταλονίας κρύβει διαφορετικά σχέδια. Είναι τόσο περίεργο; Δεν έχουν τα μαζικά πολιτικά και κοινωνικά κινήματα που προέκυψαν μετά από την ήττα του εργατικού κινήματος από τον νεοφιλελευθερισμό παρόμοιες αδυναμίες; Δεν είναι η απουσία μιας «σχηματισμένης» εργατικής τάξης με ένα ηγεμονικό μετασχηματιστικό πρόγραμμα η κύρια απουσία που σηματοδοτεί τα όρια της εποχής μας; Αναμφισβήτητα, αυτοί οι προφανείς περιορισμοί μας εμποδίζουν να μιλάμε για το κίνημα ανεξαρτησίας ως ένα κοινωνικά επαναστατικό κίνημα επειδή δεν αμφισβητεί τα ουσιαστικά θεμέλια του καπιταλισμού: την υποταγή του συλλογικού συμφέροντος στην ιδιωτική ιδιοκτησία και τις σχέσεις παραγωγής και αναπαραγωγής.

Αλλά έκανε αυτό το 15Μ2; Ήταν η εργατική τάξη και τα συμφέροντά της οι κεντρικοί πρωταγωνιστές, που καταλάμβαναν τους χώρους εργασίας και εξέπεμπαν από την καρδιά της πρωτεύουσας ένα σχέδιο μιας εναλλακτικής κοινωνίας; Είναι αλήθεια ότι το 15Μ έφερε ένα κοινωνικά πιο προηγμένο πρόγραμμα, αλλά αυτό εμφανίστηκε αργότερα για εκείνο το τμήμα της αριστεράς που σήμερα βλέπει με καχυποψία στην Καταλονία και που εκείνη την εποχή έβλεπε με καχυποψία το κίνημα 15Μ, επειδή δεν αυτοπροσδιοριζόταν ως αριστερό και λόγω της απουσίας της «εργατικής τάξης». Αυτή η αντίληψη του ρόλου της εργατικής τάξης θυμίζει τη σωστή κριτική του Laclau για τον Κάουτσκι και τη Δεύτερη Διεθνή στο Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική:

«Η υποτιθέμενη ριζοσπαστική του θέση, βασισμένη στην απόρριψη οποιουδήποτε συμβιβασμού ή συμμαχίας, ήταν το κεντρικό στοιχείο μιας θεμελιωδώς συντηρητικής στρατηγικής. Δεδομένου ότι ο ριζοσπαστισμός του βασίστηκε σε μια διαδικασία που δεν απαιτούσε πολιτικές πρωτοβουλίες, θα μπορούσε να οδηγήσει μόνο σε εφησυχασμό και αναμονή. Η προπαγάνδα και η οργάνωση ήταν τα δύο βασικά - και μάλιστα τα μοναδικά - καθήκοντα του κόμματος. Η προπαγάνδα προσανατολίστηκε στη δημιουργία μιας ευρύτερης «λαϊκής θέλησης», μέσω της προσέλκυσης νέων τομέων στο σοσιαλιστικό σκοπό, αλλά πρωτίστως στην ενίσχυση της ταυτότητας της εργατικής τάξης. Όσον αφορά την οργάνωση, η επέκτασή της δεν συνεπαγόταν μεγαλύτερη πολιτική συμμετοχή σε πολλά μέτωπα, αλλά την κατασκευή ενός γκέτο όπου η εργατική τάξη καθοδηγούσε μια αυτόκεντρη και διακριτή ύπαρξη. Αυτή η προοδευτική ιδρυματοποίηση του κινήματος ήταν κατάλληλη για μια προοπτική, στην οποία η τελική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος θα προερχόταν από τις διεργασίες της ίδιας της μπουρζουαζίας, ενώ η εργατική τάξη απλώς προετοίμαζε την παρέμβασή της την κατάλληλη στιγμή. Από το 1881 ο Κάουτσκυ είχε δηλώσει: “Το καθήκον μας δεν είναι να οργανώσουμε την επανάσταση αλλά να οργανωθούμε για την επανάσταση. Να μην κάνουνμε την επανάσταση αλλά να επωφεληθούμε απ’ αυτήν”.»3

Είναι αλήθεια ότι η απουσία μιας εργατικής τάξης ως κεντρικού φορέα στη διαδικασία ανεξαρτησίας είναι ένα προφανές όριο. Το να το αρνηθούμε θα ήταν σαν να γινόμασταν απολογητές της λαϊκιστικής πολυταξικότητας που σήμερα είναι το θεμελιώδες πράγμα που κρατά τη διαδικασία μαζί. Αλλά αν θέλουμε να οδηγήσουμε τη συζήτηση σε στρατηγικό επίπεδο, αντί να επικαλούμαστε αξιωματικά ένα «σοσιαλισμό πέρα απ’ τον χρόνο» και κενά συνθήματα, πρέπει να αλλάξουμε τη συζήτηση και να αρχίσουμε να πιστεύουμε ότι η πολιτική αποτελείται όχι μόνο από δομικούς παράγοντες αλλά και από πολιτικούς παράγοντες.

Η στάση ενός σημαντικού τμήματος της αριστεράς για το κίνημα ανεξαρτησίας είναι, θα λέγαμε, προ-ηγεμονική με δύο έννοιες. Από τη μια πλευρά, η πλειοψηφία της καταλανικής αριστεράς, ή τουλάχιστον του σημαντικότερου μέρους της με ηγετικές λειτουργίες, η ομάδα της Ada Colau και οι Comunes, βλέπουν το κίνημα ως κάτι στατικό, ανίκανο για διαφορετικές και ανοιχτές εξελίξεις, μεταλλάξεις μέσω εσωτερικών συγκρούσεων. Η αριστερά στην Καταλονία που παραμένει σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή έξω από το κίνημα ανεξαρτησίας (παρά το γεγονός ότι αποτελεί μέρος αυτού) υιοθετεί μια παθητική θέση που ούτε αγωνίζεται για την ηγεσία του ίδιου του κινήματος ούτε ενσωματώνει νέους κοινωνικούς τομείς που δημιουργούν μια ταξική οριοθέτηση μέσα στην ίδια τη διαδικασία. Διατηρεί μια διφορούμενη στάση αναμονής, ελπίζοντας ότι η επιλογή της ανεξαρτησίας θα χάσει τη δύναμή της και την ώθηση της, με μια στρατηγική που θα βασίζεται στη συγκέντρωση των υπολειμμάτων ως μοχλού για μια περισσότερο από πιθανή νεοσυνταγματική διαπραγμάτευση με τις ελίτ που κυβερνούν το ισπανικό κράτος.

Βεβαίως, στην παθητικότητα της αριστεράς των Comunes στην Καταλονία πρέπει να προστεθούν οι περιορισμοί της CUP [Candidatura de Unidad Popular / Υποψηφιότητα Λαϊκής Ενότητας], η οποία, παρά τον ειλικρινή της ριζοσπαστισμό, δεν προσπάθησε να διαδραματίσει έναν ρόλο συνδέσμου μεταξύ της αριστεράς και του κινήματος της ανεξαρτησίας, προτιμώντας, σε βασικούς χώρους όπως το Δημοτικό Συμβούλιο της Βαρκελώνης, να υιοθετήσει μια σεχταριστική στάση που θα εξασφάλιζε την εδραίωση του χώρου της σε μια επικίνδυνη πολιτική συμμαχιών που θα έσυρε τις Comunes σε έναν κοινό αγώνα ενάντια στη συγκλίνουσα-ρεπουμπλικανική ηγεσία της διαδικασίας ανεξαρτησίας.

Από την πλευρά της ισπανικής αριστεράς υπάρχει μια τάση να θεωρείται το κίνημα κυριαρχίας ως «φάρσα», σαν να μην ήταν κάτι σοβαρό, αλλά ένα απλό παιχνίδι μεταξύ των ελίτ, το οποίο αποκαλύπτει μια πλήρη παρεξήγηση αυτής της παλιάς πολύ-αναφερόμενης ιδέας του Λένιν (που στην πραγματικότητα είναι παρούσα σε οποιαδήποτε «πολιτική σύγκρουσης»), ότι ο διαχωρισμός από τις κυρίαρχες τάξεις αποτελεί προϋπόθεση για κάθε κοινωνικό μετασχηματισμό. Μια «προϋπόθεση» σημαίνει ότι δεν είναι αρκετή από μόνη της, αλλά ότι είναι ένα απαραίτητο ενδεχόμενο, το οποίο ανοίγει ένα ρήγμα απ’ το οποίο μπορούν να αναδυθούν οι χειραφετικές πολιτικές, οι εξεγερμένες υποκειμενικότητες και τα ταξικά συμφέροντα. Είναι αλήθεια ότι το κίνημα ανεξαρτησίας θα μπορούσε να τελειώσει σε Λαμπεντούζια φάρσα, αλλά θα μπορούσε να συμβεί και οτιδήποτε άλλο. Τίποτα δεν γεννιέται ως αλήθεια, γίνεται αλήθεια στον ενεργό αγώνα και τη σύγκρουση. Είναι η παθητικότητα που δημιουργεί τα ψέματα, την ψευδή και αιώνια ετυμηγορία των συντελεσμένων γεγονότων: αυτοί που βρίσκονται στην κορυφή θα κερδίζουν πάντα. Παρόλο που, σε σχέση με αυτό, μια ενεργή θέση δεν εγγυάται την αλήθεια, είναι και πάλι η προϋπόθεση για οποιαδήποτε πολιτική απελευθέρωσης.

Εκείνοι που βρίσκονται από κάτω πάντοτε κινούνται σε ιστορικά συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, όπου τα χαρτιά σημαδεύονται πάντα από τους από πάνω και όπου οι βαθμοί συνείδησης είναι ποικίλοι και αντιφατικοί. Όποιος αναζητά έναν καθαρό κοινωνικό αγώνα, από πολιτικές, πολιτιστικές ή εθνικές αντιφάσεις, αναζητά ένα πεδίο αγώνα που δεν είναι αυτού του κόσμου, το οποίο υπάρχει μόνο στη εικονική φαντασία των χειρότερων εφιάλτων του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Η επιθυμητή και απούσα εργατική τάξη θα διαμορφωθεί μόνο σε πολιτικό αγώνα, μέσα και έξω από το χώρο εργασίας, σε επαφή με άλλες τάξεις, καθορίζοντας τα συμφέροντά της σε πραγματικές διαδικασίες πολιτικής πάλης και αναδεικνύοντας από εκεί την ηγεμονία των συμφερόντων της ως την καλύτερη γενική λύση σε μια κοινωνία σε κρίση. Επειδή η εργατική τάξη ως πολιτικό υποκείμενο δεν υπάρχει ως τέτοιο, σχηματίζεται: αυτό που υπάρχει είναι μια πολυμορφική μάζα που ονομάζουμε εργατική δύναμη και η οποία είναι παρούσα σε ολόκληρη την κοινωνία, αν και δεν συνειδητοποιεί τον εαυτό της ως δύναμη για χειραφετητικές πολιτικές.

Είναι αλήθεια ότι η στάση ορισμένων τομέων της IU [Izquierda Unida / Ενωμένη Αριστερά], όπως ο Garzón, και των Podemos είναι διαφορετική: πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι Podemos έχουν υποστηρίξει ένα δημοψήφισμα στις ομιλίες τους ενώ η IU δεν μπόρεσε να προτείνει κάτι άλλο πέρα από ένα αφηρημένο «Ομοσπονδιακό Κράτος». Ωστόσο, η καταλανική διευθέτηση που προτείνουν οι Podemos βασίζεται σε μια προϋπόθεση που δεν έχει ακόμη εκπληρωθεί: ότι οι Podemos κερδίζουν τις εκλογές με απόλυτη πλειοψηφία, εφόσον η συγκυβέρνηση με το PSOE [Partido Socialista Obrero Español / Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα], που είναι το ρεαλιστικό, θα συνδέεται πλήρως με την άρνηση αυτού του δημοψηφίσματος.

Δεν είναι αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο κάποια στιγμή, αλλά είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι αυτό το σενάριο θα συμβεί βραχυπρόθεσμα. Γιατί αυτή είναι η μεγάλη τραγωδία των «σταδιακών» στρατηγικών: να σκεφτόμαστε τον πολιτικό χρόνο με έναν γραμμικό και μονότονο τρόπο, χωρίς ασυμφωνίες, σαν να ήταν η καταλανική διαδικασία και η 1η Οκτωβρίου ενοχλητικές παρενθέσεις μέσα σε μια παθητική στρατηγική συσσώρευσης εκλογικών δυνάμεων, αντί να διατυπώσουμε τις διαφορετικές χρονικές στιγμές που διαρθρώνουν το πολιτικό πεδίο του κράτους και να θεωρήσουμε την 1η Οκτωβρίου ως καταλύτη που θα μπορούσε να προκαλέσει την πτώση της κυβέρνησης του ΡΡ [Partido Popular / Λαϊκό Κόμμα] και να ανοίξει μια επιτάχυνση του πολιτικού χρόνου που θα διευκόλυνε ένα άλμα προς τα εμπρός των συνταγματικών διαδικασιών σε όλη την επικράτεια του ισπανικού κράτους που τελικά θα θάψει το καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε το 1978 κάτω από τα ερείπια της κοιλάδας των πεσόντων4.

Κάθε κρίση είναι συγκυριακή: η κρίση του καθεστώτος που προκάλεσε η καταλανική κατάσταση δεν θα διαρκέσει για πάντα και το κίνημα ανεξαρτησίας, αν δεν φτάσει μέχρι το τέλος αυτή την στιγμή της μέγιστης ευκαιρίας, μπορεί να μην έχει άλλη ευκαιρία σε λίγο καιρό. Φαίνεται μάλλον απίθανο ότι με την σημερινή ηγεσία της διαδικασίας θα φτάσει μέχρι το τέλος: μια επαναστατική ανυπακοή συνεπάγεται ένα βαθμό συνοχής και αποφασιστικότητας που η καταλανική πολιτική τάξη δεν φαίνεται να μπορεί να αναλάβει, ενώ η καταλανική και η ισπανική αριστερά είναι απρόθυμες να επωφεληθούν από τη διαδικασία από τη σκοπιά της συντακτικής δημοκρατίας.

Ίσως η τραγωδία είναι ότι η υποθετική «αποτυχία» της διαδικασίας ανεξαρτησίας είναι δυνητικά λειτουργική τόσο για την αριστερά που αντιπροσωπεύει η Ada Colau στην Καταλονία όσο και για εκείνη που εκπροσωπείται στην Ισπανία. Σύμφωνα με τα λόγια του Josep María Antentas, το σενάριο που θα διαδεχθεί την διαδικασία της καταλανικής ανεξαρτησίας δεν προμηνύει μια κατάσταση δημοκρατικής ριζοσπαστικοποίησης, διότι η παθητικότητα «πριν από την πρόκληση του κινήματος ανεξαρτησίας υποδεικνύει μια οργάνωση που ενσωματώνεται περισσότερο στη συμβατική κυβερνητικότητα και στην θεσμική ομαλοποίηση περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Παρέχει μια εικόνα μιας πολιτικής δύναμης πιο ευνοϊκής για την έξοδο από την θεσμική κρίση από τα πάνω, με τη μορφή ενός θετικού αλλά περιορισμένου μετασχηματισμού του παραδοσιακού κομματικού συστήματος, υπέρ ενός νέου συστήματος όπου η μετανεοφιλελεύθερη αριστερά θα έχει μεγαλύτερο βάρος απ' ό,τι στην προηγούμενη φάση.»5

Υπάρχουν ακόμα μερικές καθοριστικές στιγμές όπου μπορούν να συμβούν πράγματα. Ίσως η καταστολή από το ΡΡ και τους μετα-φρανκικούς κρατικούς μηχανισμούς να αφυπνίσει την πλειοψηφία από τη παθητικότητά της. Επειδή οι ευκαιρίες συμβαίνουν και έπειτα το μόνο πράγμα που απομένει είναι η αυτοεκπληρούμενη προφητεία του «δεν μπορούμε».

Τις τελευταίες εβδομάδες υπήρξε ένα ποιοτικό άλμα στο επίπεδο της σύγκρουσης με το κράτος και στην μαζική και αυθόρμητη αντίδραση του πληθυσμού, με στοιχεία αυτοοργάνωσης και μεθόδους αγώνα που υπερβαίνουν το συνηθισμένο για την θεσμοθετημένη κοινωνία των πολιτών στην διαδικασία: η είσοδος του εργατικού κινήματος με την έκκληση για γενική και κοινωνική απεργία στις 3 Οκτωβρίου, η απόφαση των λιμενεργατών να αρνηθούν την παροχή βοήθειας στα πλοία των στρατιωτικών δυνάμεων που αγκυροβόλησαν στο λιμάνι, το φοιτητικό κίνημα που εμποδίζει την κυκλοφορία και καταλαμβάνει πανεπιστημιακά κτίρια, διαφορετικές πλατφόρμες που προωθούν πράξεις αλληλεγγύης σε ολόκληρο το κράτος και ένα χάρτη κοινωνικών δικαιωμάτων στην Καταλονία ο οποίος κορυφώνεται σε μια συνέλευση των καταλανικών κοινωνικών κινημάτων, σημάδια αλληλεγγύης και διαδηλώσεων σε όλο το ισπανικό κράτος.

Στο βαθμό που αυτό συμβαίνει, στο βαθμό που η υπεράσπιση του δικαιώματος του καταλανικού λαού να αποφασίζει τοποθετείται στον κόσμο της εργασίας και των κοινωνικών κινημάτων, η κοινωνική ατζέντα των κινήσεων αυτών και τα πλατιά τμήματα του πληθυσμού που απουσιάζουν μέχρι τώρα θα αρχίσουν να έχουν «συνταγματική» δύναμη. Αυτό είναι θεμελιώδες για να αρχίσει να κατασκευάζεται και να γίνεται ορατή μια νέα ισορροπία δυνάμεων, ένα νέο πολιτικό στρατόπεδο στρατηγικών συμμαχιών, το οποίο αμφισβητεί αφενός το νεοφιλελεύθερο «συντακτικό» πρόγραμμα της Junts Pel Sí και αναγκάζει την αριστερά σε επίπεδο κράτους να στηρίζει τις ενέργειες που εξαπέλυσε η διαδικασία ανεξαρτησίας ως αποσταθεροποιτηικές για το καθεστώς του 1978. Το πρόβλημα της Ισπανίας και του καταλανικού ζητήματος θα επιλυθεί μόνο αν οι εργαζόμενες και οι λαϊκές τάξεις προσφέρουν λύσεις και είναι οι πρωταγωνιστές σ’ αυτό που ο Gramsci ονομάζει «μεγάλη πολιτική», δηλαδή στα γεγονότα που επηρεάζουν την «διαμόρφωση των κρατών», τα θέματα που ιστορικά είναι ανεπίλυτα από τις άρχουσες τάξεις.

Μετάφραση: e la libertà

Brais Fernandez, Marc Casanovas, «Clase, hegemonía e independentismo catalán», Viento Sur, 28 Σεπτεμβρίου 2017. «Class, hegemony and independence», International Viewpoint, 27 Οκτωβρίου 2017

Ο Μπράις Φερνάντες είναι ακτιβιστής των Anticapitalistas στους Podemos της Μαδρίτης

Ο Μαρκ Καζανόβας είναι ακτιβιστής των Anticapitalistas στην Βαρκελώνη

Σημειώσεις

1 [Σ.τ.Μ] Με τον όρο Λαμπεντούζια μελαγχολία οι συγγραφείς αναφέρονται στο μυθιστόρημα του Giuseppe Tomasi di Lampedusa, Il Gattopardo (στο οποίο βασίστηκε και η ταινία του Βισκόντι, Ο γατόπαρδος), και ιδιαίτερα στην παροιμιώδη φράση: «Αν θέλουμε να μείνουν όλα όπως είναι, τότε πρέπει όλα ν’ αλλάξουν».

2 [Σ.τ.Μ.] «Movimiento 15-M» (15 de mayo) ή «movimiento de los indignados», το κίνημα καταλήψεων των πλατειών στην Ισπανία που ξεκίνησε με τη διαδήλωση στις 15 Μαΐου 2011.

3 Ernesto Laclau, Chantal Mouffe Hegemony and Socialist Strategy, σελ. 22.

4 [Σ.τ.Μ.] Η «Κοιλάδα των Πεσόντων» («Valle de los Caídos») είναι καθολικό, εθνικιστικό μνημείο που ανεγέρθηκε από τον Φράνκο προς τιμήν των φασιστών που σκοτώθηκαν στον εμφύλιο. Ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού που δούλεψε για την κατασκευή του ήταν πολιτικοί κατάδικοι του καθεστώτος.

5 Βλ. Josep Maria Antentas, «The dilemma of Catalunya en Comú», International Viewpoint, 25 Σεπτεμβρίου 2017. 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 08 Νοέμβριος 2017 19:02
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.