Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016 18:03

Brexit: ενδοαστικές συγκρούσεις και εισβολή των μαζών στο πολιτικό προσκήνιο

Κατηγορία Κόσμος

 

e la libertà

 

Η ψήφος του βρετανικού λαού υπέρ της εξόδου από την Ε.Ε. στο δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου αποτελεί μια σοβαρή πολιτική εξέλιξη. Μια πολιτική εξέλιξη με ιστορικές διαστάσεις και όχι μια απλή στροφή στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία. Με έντονη την σφραγίδα της εργατικής ανυπακοής, και μάλιστα της ανυπακοής των ανέργων των περιστασιακά απασχολούμενων των πιο καταπιεσμένων προλεταριακών στρωμάτων, απέναντι στις «συμβουλές» της πλειοψηφίας των αφεντικών των πολιτικών ηγετών και των διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών, η απόφαση για έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ) από την Ε.Ε. θα έχει επιπτώσεις στην εξέλιξη της παγκόσμιας καπιταλιστής κρίσης. Επιπτώσεις και στο οικονομικό αλλά και στο πολιτικό επίπεδο καθώς και στο διεθνή συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Διάρρηξη της «σταθερότητας» και η αποκάλυψη των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Για πρώτη φορά υπάρχει αποχώρηση κράτους μέλους από την έναρξη του σχεδίου της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης, από την εποχή ακόμα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα το 1951. Βασική πεποίθηση της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας μέχρι σήμερα ήταν πως η Ε.Ε. είναι μια διαδικασία που κινείται πάνω στις σιδερένιες ράγες της ιστορίας. Μια διαδικασία που κάθε κρίση υποτίθεται ότι την κάνει ισχυρότερη, οδηγώντας σε μια ακόμα πιο στενή σχέση τους καπιταλισμούς οι οποίοι συμμετέχουν σε αυτή. Ότι ουσιαστικά πρόκειται για μια διαδικασία δημιουργίας ενός υβριδικού πολιτικού σχηματισμού στα πλαίσια όλης της ηπείρου που δεν αντιστρέφεται. Φυσικά, η αποχώρηση της Βρετανίας δεν σηματοδοτεί αναγκαστικά την αρχή της διάλυσης της Ε.Ε. Αποτελεί όμως μια στροφή της ιστορικής πορείας, που δείχνει πως δεν είναι δεδομένο ότι η Ε.Ε. θα συνεχίσει αναγκαστικά να υπάρχει, και σε κάθε περίπτωση δεν είναι δεδομένο ότι θα συνεχίσει με την σημερινή της σύνθεση και μορφή. Ταυτόχρονα, όλοι όσοι θεωρούν την Ε.Ε. σαν μια πηγή δημοκρατίας και συνεργασίας που πρόσκαιρα έχει μολυνθεί από τον νεοφιλελευθερισμό θα δουν την βαθύτερη ιμπεριαλιστική ουσία της –πέρα από νεοφιλελεύθερα ή κεϋνσιανά πολιτικά μείγματα.

Η σχέση του Η.Β. με την Ε.Ε. θα αποτελέσει το θέατρο ενός σκληρού και μοχθηρού ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού ανάμεσα στον Βρετανικό ιμπεριαλισμό την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ που θα αποκαλύψει την αγριότητα που κρύβεται κάτω από το ιλουστρασιόν περιτύλιγμα του ευρωπαϊκού δημοκρατικού και κοινωνικού κεκτημένου με το οποίο αυτοϊκανοποιούνται οι θλιβερές πολιτικές φιγούρες της σοσιαλδημοκρατίας και του κόμματος ευρωπαϊκής αριστεράς. Αυτή η σύγκρουση θα αποτελέσει μια δύσκολη άσκηση ενδοϊμπεριαλιστικής ανταγωνιστικής ισορροπίας για όλους τους παίκτες. Η βρετανική άρχουσα τάξη θα πρέπει να ξαναβρεί την εσωτερική της ισορροπία και να διαπραγματευτεί μια νέα εταιρική σχέση με την Ε.Ε. Η ίδια η Ε.Ε. και ιδίως η Γερμανία και η Γαλλία θα πρέπει να «τιμωρήσουν» την Βρετανία για να αποτρέψουν επανάληψη της εξόδου από κάποιο άλλο κράτος μέλος ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να αποφύγουν την ενθάρρυνση διαλυτικών φαινομένων για τον βρετανικό καπιταλισμό, όπως η ανεξαρτησία της Σκωτίας και ίσως της Βόρειας Ιρλανδίας. Τέτοια διαλυτικά φαινόμενα εξάλλου δεν θα επιτρέψουν οι ΗΠΑ που επιθυμούν διακαώς την παραμονή του Η.Β. στην Ε.Ε. παρά το δημοψήφισμα, δεν μπορούν όμως να αποδεχθούν μια ταπεινωτική εξέλιξη για τον σημαντικότερο ευρωπαίο σύμμαχο τους.

Το Brexit και οι λαϊκές μάζες.

Αυτό που πρέπει να πάρει υπόψη της εκείνη η αριστερά που θέλει να οικοδομήσει κίνημα ανατροπής, τόσο των κυρίαρχων νεοφιλελεύθερων επιλογών, όσο και του ίδιου του καπιταλισμού, είναι ότι αποδεικνύεται μέσα από το βρετανικό δημοψήφισμα πως ο τρόπος που αντιδρούν οι λαϊκές μάζες μετά από δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού και 8 χρόνια κρίσης δεν είναι ελέγξιμος από την άρχουσα τάξη. Στην πορεία προς το δημοψήφισμα όλα τα ιμπεριαλιστικά κέντρα, οι ΗΠΑ , οι Ε.Ε., τα μεγάλα πολιτικά κόμματα της Βρετανίας συμπεριλαμβανομένου και του Εργατικού Κόμματος, η πλειοψηφία των αφεντικών των μεγάλων επιχειρήσεων, η πλειοψηφία των ΜΜΕ, οικονομολόγοι, επιστήμονες, μουσικοί, τραγουδιστές, ζωγράφοι, σκηνοθέτες, όλο δηλαδή το πλέγμα που συμμετέχει στην διαδικασία ελέγχου και διαμόρφωσης της συνείδησης των λαϊκών μαζών τοποθετήθηκαν υπέρ της παραμονής. Και παρόλα αυτά οι λαϊκές μάζες ψήφισαν αποχώρηση. Και είναι η πολλοστή φορά που ένα δημοψήφισμα σχετικά με την Ε.Ε. εξελίσσεται σε ήττα της κεντρικής επιλογής των αρχουσών τάξεων.

Η απειθαρχία των λαϊκών μαζών, αυτήν την φορά στο εσωτερικό μιας μεγάλης ιμπεριαλιστικής δύναμης, αυξάνει κατακόρυφα την πολιτική αστάθεια του παγκόσμιου καπιταλισμού, την ώρα που αυτός επιδίδεται σε δύσκολες ασκήσεις ισορροπίας. Με την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει αριστερά που θέλει πραγματικά να εκφράσει τον θυμό την αγωνία και την διάθεση για μαζική απειθαρχία της εργατικής τάξης, αριστερά που είναι πραγματικά ανεξάρτητη από κάθε ιδεολογικό και πολιτικό δεσμό με την άρχουσα τάξη και τον ιμπεριαλισμό –στην περίπτωση μας ιδιαιτέρα από τον ευρωενωσιακό ιμπεριαλισμό- αυτή η έλλειψη ελέγχου πάνω στις λαϊκές μάζες μπορεί να μετατραπεί σε θανατηφόρο ηλεκτρικό ρεύμα για το σύστημα. Αρκεί μόνο να υπάρξει επιτέλους αριστερά που δεν θα αφήνει το πεδίο της σύγκρουσης με την Ε.Ε. στο ασύδοτο μονοπώλιο της άκρας δεξιάς. Αρκεί να υπάρξει μια αριστερά και ένα εργατικό κίνημα που θα δώσει διαστάσεις μαζικής κινητοποίησης σε μια «αριστερή έξοδο» ένα Lexit, όπως ακριβώς έκαναν οι μικρές δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στην Βρετανία, σηκώνοντας ταυτόχρονα το γάντι της σύγκρουσης και με την άκρα δεξιά.

Αυτά τα δύο στοιχεία της σημαντικής ιστορικής καμπής που διανύουμε εκφράζονται με ιδιαίτερο τρόπο στην περίπτωση της Βρετανίας. Για να κατανοήσουμε αυτόν τον ιδικό βρετανικό τρόπο πρέπει να ασχοληθούμε με το τι σημαίνει για το βρετανικό καπιταλισμό η ιστορία της ΕΕ.

Η ίδια η Ε.Ε. είναι ένα πρότζεκτ που είναι δεμένο με την ίδια την εξέλιξη του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού.

Πάει χέρι χέρι με τη δημιουργία του ΝΑΤΟ, καθώς οι ΗΠΑ προώθησαν την δημιουργία της Ε.Ε. προκειμένου να διαμορφώσουν μια ενιαία αγορά και μια ευρωπαϊκή πολιτική ενότητα υπό την δική τους πολιτική και στρατιωτική αιγίδα. Η ίδια η Γερμανία αποδέχτηκε αυτήν την διαδικασία γιατί ήταν ό μόνος τρόπος να επανενταχθεί στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα και να ανακάμψει σαν οικονομική δύναμη μετά τον Β. Παγκόσμιο Πόλεμο. Και η Γαλλία συμμετείχε προκειμένου να ελέγξει την Γερμάνια, να συγκεντρώσει υπό την αιγίδα της τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής ηπείρου και να μπορέσει να ασκήσει διεθνή πολιτική μετά την απώλεια της δικής της αυτοκρατορίας. Η Βρετανία έμεινε οικειοθελώς έξω από αυτό το σχεδιασμό στο ξεκίνημα. Η άρχουσα τάξη της θεωρούσε ότι μέσα από την Βρετανική Κοινοπολιτεία δηλαδή τις βρετανικές αποικίες και την μετέπειτα πολιτική σχέση που απέκτησε μαζί τους, μπορούσε να εγκαταστήσει ένα αυτόνομο κέντρο περιφερειακής συσσώρευσης που δεν θα εξαρτάται από τις ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η αποτυχίες της βρετανικής διεθνούς πολιτικής όμως –ιδίως η αποτυχία να ανατραπεί ο Νάσερ το 1956- υπόσκαψαν σταδιακά την βρετανική αποικιακή δύναμη και υποχρέωσαν το Η.Β. να προσχωρήσει στην Ε.Ε., έστω καθυστερημένα, το 1973, κατόπιν επιμονής και των ΗΠΑ, οι οποίες ήθελαν έναν βασικό τους σύμμαχο μέσα στα κέντρα λήψης αποφάσεων της Ε.Ε.

Ο βρετανικός καπιταλισμός και η ΕΕ

Ο βρετανικός καπιταλισμός διατήρησε όμως μια ιδιαίτερη αυτόνομη σχέση με την Ε.Ε. Συμμετείχε σε όλες τις διαδικασίας της ενιαίας αγοράς, δηλαδή στην ελευθερία κίνησης κεφαλαίων και προϊόντων, αλλά παρέμεινε έξω από το ευρώ, έξω από την ζώνη Σένγκεν, έξω από τις διαδικασίες οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης. Ο Βρετανός Πρωθυπουργός Κάμερον ανακοίνωσε ότι θα προχωρήσει σε δημοψήφισμα για την παραμονή ή την έξοδο από την Ε.Ε. το καλοκαίρι του 2015 αμέσως μετά την επανεκλογή του, χρησιμοποιώντας το σαν διαπραγματευτικό χαρτί με δύο στόχους. Ο ένας ήταν να κατευνάσει τις εσωτερικές αντιθέσεις που υπάρχουν μέσα στην βρετανική άρχουσα τάξη σε σχέση με την συμμετοχή στην Ε.Ε. Ο δεύτερος ήταν για να εκβιάσει την Γερμανία και την Γαλλία ώστε να πάρει μια συνολική εξαίρεση, από τις νέες διαδικασίες οι οποίες μπήκαν σε εξέλιξη λόγω της κρίσης.

Ο Κάμερον, μέσα από αυτή τη διαδικασία, πήρε το Φθινόπωρο του 2015 μια νέα συμφωνία με την Ε.Ε. που προέβλεπε: Εξαίρεση από το ενιαίο τραπεζικό σύστημα. Εξαίρεση από τη γενική εποπτεία του ενιαίου τραπεζικού συστήματος από την ΕΚΤ. Εξαίρεση από την κοινή ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική και πολιτική ασύλου. Εξαίρεση από την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας. Εξαίρεση από την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική άμυνας. Και όσον αφορά τους ευρωπαίους εργαζόμενους που πηγαίνουν να δουλέψουν στη Βρετανία, ναι μεν δεν μπήκαν περιορισμοί εισόδου, αλλά κατοχυρώθηκε εξαίρεση για τα πρώτα 7 χρόνια της εγκατάστασής τους από το δικαιώματα στη σύνταξη, την περίθαλψη, την παιδεία, την υγεία, εξαίρεση δηλαδή για το κράτος πρόνοιας.

Για τα τμήματα της άρχουσας τάξης που τάχθηκαν υπέρ της Παραμονής ή υπέρ της Εξόδου, το πολιτικό ερώτημα, ήταν εάν η Βρετανία χρειάζεται τον μηχανισμό της ΕΕ και τις σχέσεις με την ΕΕ για να διαμορφώσει συνθήκες μεγαλύτερης συσσώρευσης (προωθώντας τον νεοφιλελευθερισμό) ή εάν η βρετανική αστική τάξη έχει τη δυνατότητα να το κάνει αυτό μόνο με τους δικούς της μηχανισμούς, αυτούς τους οποίους ήδη διαθέτει ή αυτούς τους οποίους θα συγκροτήσει γι’ αυτό το σκοπό βγαίνοντας από την ΕΕ.

Από την πλειοψηφία της βρετανικής άρχουσας τάξης αυτή η συμφωνία που έφερε ο Κάμερον θεωρήθηκε επαρκής. Το βρετανικό κεφάλαιο θεώρησε ότι οι εξαιρέσεις αυτές, σε συνδυασμό με την συμμαχία των ΗΠΑ, μπορούν να διασφαλίσουν μια ηγετική θέση στο Η.Β. στα πλαίσια της Ε.Ε. που θα αντισταθμίσει την γερμανική ηγεμονία η οποία ενισχύεται υπέρμετρα από την γερμανική διαχείριση της κρίσης. Παρόλα αυτά μια μειοψηφία της άρχουσας τάξης δεν έμεινε ικανοποιημένη. Θεώρησε ότι ανεξάρτητος ο βρετανικός καπιταλισμός είναι σε θέση να πετύχει καλύτερες συμφωνίες τόσο με τον αγγλοσαξονικό κόσμο (ΗΠΑ Καναδάς Αυστραλία) όσο και με τις χώρες της Κοινοπολιτείας και τα BRICS, απ’ ότι κάτω από τον έλεγχο της Ε.Ε. και επέμεινε ότι η Βρετανία θα πρέπει να προχωρήσει σε πλήρη ρήξη. Αυτό το πράγμα μετέτρεψε τη διαδικασία του δημοψηφίσματος, από ένα θριαμβευτικό περίπατο όπως περίμενε ο Κάμερον, σε μια σκληρή ενδοαστική σύγκρουση.

Η σύγκρουση αυτή δημιούργησε ένα ρήγμα στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό μέσα από το οποίο αναδείχτηκε η λαϊκή δυσαρέσκεια. Είναι δεδομένο ότι η πλειοψηφία των πιο καταπιεσμένων και των πιο χτυπημένων εργατικών στρωμάτων ψήφισε μαζικά υπέρ της εξόδου δίνοντας στην αντι-Ε.Ε. ψήφο αυτήν την μεγάλη δυναμική. Πρόκειται για τα εργατικά στρώματα που βρέθηκαν έξω από τα συνδικάτα. Για τα στρώματα που εγκαταλειφθήκαν από το Εργατικό Κόμμα λόγω της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που άσκησε τόσο σαν κυβέρνηση όσο και σαν δημοτική αρχή στους τοπικούς δήμους όπου προώθησε επίσης το νεοφιλελευθερισμό. Αυτή η εργατική τάξη, οι άνεργοι και το «πρεκαριάτο» έδωσε μια ψήφος κατεξοχήν κατά του κατεστημένου, μια ψήφος κατά των ελίτ που κυβερνάνε τη Βρετανία. Όμως αυτή την ψήφος καπηλεύτηκε στην κεντρική πολιτική σκηνή η δεξιά των Συντηρητικών και το ξενοφοβικό και ρατσιστικό UKIP. Η ρεφορμιστική αριστερά (και όχι μόνο) απουσίαζε από την αντι-Ε.Ε. πάλη. Και για αυτό δεν ήταν σε θέση να εκφράσει τον θυμό και την αγανάκτηση των εργαζομένων.

Η ρεφορμιστική αριστερά, στη Βρετανία

Η ρεφορμιστική αριστερά στη Βρετανία, είναι το Εργατικό Κόμμα και πιο συγκεκριμένα η αριστερή του πτέρυγα (το βρετανικό αντίστοιχο του ΣΥΡΙΖΑ) η οποία πήρε και την ηγεσία του κόμματος το περασμένο φθινόπωρο με τον Τζέρεμι Κόρμπιν.Αυτή η αριστερά, αναδείχτηκε σε βασικό υποστηρικτή της ψήφου υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε. Η ίδια η κυβέρνηση Κάμερον υπολόγιζε πως η στήριξη του κόμματος των Εργατικών στην «Παραμονή» θα διασφάλιζε την νίκη της καμπάνιας υπέρ του «remain». Με την τοποθέτηση της όμως υπέρ της «παραμονής» η ηγεσία της αριστεράς στάθηκε στο πλευρό της κυβέρνησης των Συντηρητικών, της κυβέρνησης που μισεί η εργατική τάξη, της κυβέρνησης που έχει υλοποιήσει όλες τις νεοφιλελεύθερες και ρατσιστικές επιθέσεις μέσα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Στο κέντρο της στάσης της βρετανικής αριστεράς βρίσκεται η αντίληψη που λέει ότι το βρετανικό εργατικό κίνημα δεν έχει την δυνατότητα να νικήσει τη δικιά του άρχουσα τάξη, αφού ηττήθηκε από τη Θάτσερ τη δεκαετία του '80. Η αντίληψη αυτή ισχυρίζεται ότι, μόνο μέσα από την συμμετοχή στην Ε.Ε. –η οποία είναι η μόνη που μπορεί να φέρει σε συμμαχία το βρετανικό προλεταριάτο με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές εργατικές τάξεις- μπορεί το εργατικό κίνημα στην Βρετανία να τα βγάλει πέρα με τον Κάμερον, τους Συντηρητικούς, τις μεγάλες επιχειρήσεις και το κεφάλαιο.

Είναι προφανές ότι αυτή η επιχειρηματολογία δεν έπεισε το σύνολο της εργατικής τάξης. Μεγάλα τμήματα των εργατικών μαζών της Βρετανίας δεν πείστηκαν ότι η Ε.Ε. αποτελεί το απαραίτητο υπόβαθρο για την ανάπτυξη των διεθνιστικών δεσμών με τις εργατικές τάξεις των χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης. Αντίθετα τους είναι φανερό ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί ενισχύουν τις βρετανικές κυβερνήσεις και το βρετανικό κεφάλαιο στην επιβολή του νεοφιλελευθερισμού. Αυτή η πίστη βρίσκεται στη ρίζα, στο βαθύ συναίσθημα, στις βαθιές δυνάμεις που διαμορφώνουν την εργατική ψήφο. Και η καμπάνια των Εργατικών υπέρ της Ε.Ε. βρέθηκε σε ρήξη με αυτό το βαθύ συναίσθημα.

Αντίθετα, η διάθεση για μαζική ανυπακοή πλατιών εργατικών στρωμάτων, συνάντησε στην κεντρική πολιτική σκηνή την δεξιά και την ακροδεξιά, που εκπροσωπούσε τις πολιτικές επιλογές του τμήματος εκείνου της άρχουσας τάξης που στήριξε την έξοδο από την Ε.Ε. Χρησιμοποιώντας τον ρατσισμό και την ξενοφοβία σαν βασικό πολιτικό πλαίσιο, η αντι-ΕΕ δεξιά και άκρα δεξιά επιχείρησε να καταστήσει αόρατη την ταξική βάση της εργατικής αντι-ΕΕ ψήφου.

Όμως, και η καμπάνια υπέρ της Παραμονής δεν στερούνταν ρατσιστικού περιεχομένου. Πρώτα απ’ όλα γιατί η ίδια η συμφωνία του Κάμερον με την ΕΕ έχει ρατσιστικό περιεχόμενο. Τόσο στο ζήτημα των μεταναστών εκτός Ε.Ε., όσο και στους περιορισμούς στα δικαιώματα των εργαζομένων που προέρχονται από τις χώρες της Ε.Ε. χρησιμοποιήθηκε αρκετές φορές στην προεκλογική εκστρατεία υπέρ της «Παραμονής» που έγινε από την πλευρά των Συντηρητικών αλλά και ενός μέρους των Εργατικών.

Οι ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στις δύο αστικές καμπάνιες δεν είχαν σχέση με τα δικαιώματα των μεταναστών, καθώς και οι δύο αντιμετώπιζαν το ζήτημα των προσφύγων ως απειλή που πρέπει να αντιμετωπιστεί κατασταλτικά. Για την καμπάνια υπέρ της Παραμονής, οι υπάρχοντες ευρωπαϊκοί νόμοι για την μετανάστευση, αλλά και οι ιδιαίτεροι νόμοι που έχει ήδη ψηφίσει ή που μπορεί να ψηφίσει η Βρετανία εντός της ΕΕ και, κυρίως, ο ίδιος ο μηχανισμός της ΕΕ, αποτελεί ένα επαρκές πλαίσιο προστασίας απέναντι στον «κίνδυνο» της μετανάστευσης. Για την καμπάνια υπέρ της Εξόδου που διεξήγαγαν οι Φάρατζ και Τζόνσον, όχι μόνο το νομικό πλαίσιο της ΕΕ (και αυτό που μπορεί να υιοθετήσει η Βρετανία εντός της ΕΕ) δεν αποτελούν «επαρκή προστασία», αλλά και επιπλέον, οι σχέσεις με την ΕΕ καθιστούν τη Βρετανία «ευάλωτη» απέναντι στην μετανάστευση από χώρες της ΕΕ.

Έτσι, η τοποθέτηση του «μεταναστευτικού» στο κέντρο της αντιπαράθεσης βοήθησε και τις δύο πλευρές της αστικής τάξης να αποκρύψουν το πραγματικό δίλημμα που τις διασπούσε και να μην επιτρέψουν να αναδειχθεί η τρίτη προσέγγιση η οποία έθεσε το ζήτημα του δημοψηφίσματος από την άποψη της οργάνωσης των συμφερόντων της εργατικής τάξης, ως ριζικά αντίθετων απέναντι και στις δυο μερίδες της αστικής τάξης. Μιας θέσης η οποία επιδίωκε να χρησιμοποιήσει την ψήφο υπέρ της Εξόδου ενάντια στις προσπάθειες της δεξιάς και της ακροδεξιάς να συγκροτήσουν εκτός ΕΕ έναν εθνικό μηχανισμό καταπίεσης και εκμετάλλευσης των εργατικών μαζών.

Τι γίνεται με την αριστερά και το εργατικό κίνημα;

Οι Εργατικοί επέτρεψαν να παρουσιαστεί ως εκπρόσωπος των λαϊκών μαζών που υποστήριξαν την Έξοδο (μεταξύ των οποίων και το 37% της εκλογικής τους βάσης) η ρατσιστική ακροδεξιά και να νοηματοδοτηθεί από το σύνολο του αστικού τύπου (υπέρ ή κατά της Εξόδου) η ψήφος τους ως ρατσιστική ψήφος. Και ακόμα χειρότερα, η πολιτική θέση του Εργατικού Κόμματος επέτρεψε να επικρατήσει στο κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό η ταύτιση της πιο σημαντικής μαζικής λαϊκής πολιτικής ανυπακοής με την ακροδεξιά.

Εδώ βρίσκονται οι αιτίες της κρίσης στην οποία μπαίνει η αριστερή ηγεσία του Εργατικού Κόμματος μετά το δημοψήφισμα: έσπρωξε ένα τμήμα των εργατικών μαζών που την στηρίζει προς τα δεξιά στην υποστήριξη της ΕΕ και «χάρισε» στην ακροδεξιά εκείνο το τμήμα το οποίο κινήθηκε προς τα αριστερά, ψηφίζοντας Έξοδο.

Η αριστερή ηγεσία του Εργατικού Κόμματος φέρνει έτσι την ευθύνη για το γεγονός ότι η Έξοδος της Βρετανίας από την ΕΕ γίνεται στα πλαίσια ενός ακροδεξιού εναλλακτικού σχεδίου επαναδιαπραγμάτευσης των σχέσεων μεταξύ των διαφόρων εθνικών καπιταλιστικών δυνάμεων της Ευρώπης.

Η ευθύνη της ανάδειξης της ακροδεξιάς, όμως, επιμερίζεται και διαχέεται σε όλα τα κόμματα της ευρωπαϊκής αριστεράς, τα οποία συνεχίζουν να υπερασπίζονται την ΕΕ ως μοντέλο δημοκρατίας και δικαιωμάτων.

Στη ρίζα του προβλήματος και της ανικανότητας της αριστεράς, είναι το γεγονός ότι για περισσότερο από 30 χρόνια, από τη δεκαετία του ’80 και μετά, συνολικά τα κόμματα τα οποία εκπροσωπούν την εργατική τάξη και τα μεγάλα συνδικάτα, δηλαδή η Σοσιαλδημοκρατία και ο Ευρωκομουνισμός με όλες του τις μορφές, (έχοντας πάρει διαζύγιο από τον σοσιαλισμό και την σοσιαλιστική επανάσταση) αντιμετώπισε το ζήτημα της ΕΕ ως μια αντικειμενική προοδευτική διαδικασία. Μέσα στα πλαίσια της ρεφορμιστικής αντίληψης που αποδεχόταν ότι το όριο των διεκδικήσεων του εργατικού κινήματος είναι η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, ότι η ΕΕ αποτελεί την επέκταση της αστικής δημοκρατίας πανευρωπαϊκά και επιπλέον, αντιπροσωπεύει το ξεπέρασμα του έθνους-κράτους, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίστηκε ως αντικειμενικά προοδευτική εξέλιξη.

Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σκληρή.

Η ΕΕ δεν αποτελεί κλιμάκωση κι ένα ανώτερο επίπεδο της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αποτελεί μια άρνησή της σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως πιστοποίησαν οι τελευταίες εξελίξεις. Δεν είναι μια εθελοντική ένωση λαών, αλλά μια εθελοντική ένωση κρατών για ιμπεριαλιστικούς σκοπούς. Άρα περιέχει όλες τις συγκρούσεις, και όλες τις εσωτερικές αντιφάσεις, οι οποίες ακυρώνουν την ίδια της την πορεία στην κατεύθυνση της ολοκλήρωσης.

Η ΕΕ αποκαλύπτεται σε μεγάλα τμήματα των ευρωπαϊκών λαϊκών μαζών ως ο βασικός οργανωτής της νεοφιλελεύθερης επίθεσης, της συρρίκνωσης των δημοκρατικών δικαιωμάτων, καθώς και της ρατσιστικής και ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας. Η «αριστερή» υπεράσπιση ενός τέτοιου μηχανισμού μπορεί να φέρει τα αντίθετα ακριβώς αποτελέσματα από αυτά τα οποία διατείνεται ότι επιδιώκει η φιλοΕΕ αριστερά.

Εάν οι ανταρσίες των λαϊκών μαζών ενάντια στις άρχουσες τάξεις τους και στις πολιτικές τους που οργανώνονται από την ΕΕ δεν στηριχτούν και δεν εκφραστούν πολιτικά από την αριστερά, διαμορφώνεται ένα ολόκληρο πολιτικό πεδίο επάνω στο οποίο θα επιχειρήσουν να οικοδομήσουν τις πολιτικές τους παρεμβάσεις οι ακροδεξιές δυνάμεις, για να προβάλουν ένα εναλλακτικό σχέδιο για τα δυσαρεστημένα κομμάτια των αρχουσών τάξεων που επιδιώκουν νέους διακανονισμούς και νέα αναβάθμιση της θέσης τους, είτε εντός της ΕΕ, είτε (όπως βλέπουμε στην περίπτωση της Βρετανίας), και εκτός αυτής αν είναι αναγκαίο.

Ο Λένιν και οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

Ο Λένιν ήδη από το 1915, είχε υποστηρίξει ότι η ενότητα της Ευρώπης και των ευρωπαϊκών λαών στην εποχή του ιμπεριαλισμού ταυτίζεται με τη σοσιαλιστική επανάσταση και την επέκταση της εργατικής δημοκρατίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο (Λένιν, «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» ). Κάθε άλλη διαδικασία η οποία γίνεται υπό την αιγίδα της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού είναι αντιδραστική, διότι είτε θα έχει ως στόχο την ένωση των δυνάμεων των ευρωπαϊκών αρχουσών τάξεων για να καταπιέσουν τις ευρωπαϊκές εργατικές τάξεις και να γίνουν πιο ανταγωνιστικές –τότε απέναντι στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ, σήμερα απέναντι στη Ρωσία, την Κίνα, την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ.

Άρα, κατέληγε ο Λένιν, μια ενότητα των ευρωπαϊκών λαών στο έδαφος του ιμπεριαλισμού είτε είναι αδύνατη, καθώς θα αυτοακυρωθεί με εσωτερικές συγκρούσεις, είτε αν επιτευχθεί, θα είναι αντιδραστική και θα αποτελέσει ένα εργαλείο καταπίεσης των ευρωπαϊκών εργατικών τάξεων και ένα πόλο μεγαλύτερης ιμπεριαλιστικής έντασης σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι εξελίξεις από το 2010 και μετά, επιβεβαιώνουν αυτή τη θέση.

Πώς μπορούμε να τοποθετηθούμε από την πλευρά της Επαναστατικής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς

Για να απαντήσουμε θα πρέπει πρώτα να τοποθετηθούμε από θέση αρχής.

Τι θεωρούμε ότι είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Θεωρούμε ότι είναι ένα ιμπεριαλιστικός μηχανισμός ο οποίος προωθεί τον νεοφιλελευθερισμό, ενώνει τη δύναμη των αρχουσών τάξεων της Ευρώπης σε βάρος των εργατικών τάξεων και άρα πρέπει να διαλυθεί; Ή θεωρούμε ότι πρόκειται για μια αντικειμενικά προοδευτικά διαδικασία η οποία πρέπει να στηριχτεί;

Η επαναστατική θέση είναι ότι πρόκειται για ένα ιμπεριαλιστικό μηχανισμό, ο οποίος πρέπει να διαλυθεί. Και επειδή η Ε.Ε. δεν είναι ενιαίο κράτος αλλά ένωση κρατών, ο τρόπος που διαλύεται μια ένωση είναι με την αποχώρηση των μελών της.

Ξεκινώντας όμως από αυτή τη θέση είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να υπάρχει λαϊκό μέτωπο με τις αστικές δυνάμεις και την άκρα δεξιά γύρω από το ζήτημα της εξόδου. Δηλαδή δεν μπορούμε σε συμμαχία με τις αστικές δυνάμεις και την άκρα δεξιά να δώσουμε αυτή την μάχη. Δεν μπορούμε να αποδεχτούμε να την νοηματοδοτούν με τον δικό τους τρόπο πιστεύοντας ότι αυτό που έχει σημασία είναι κατ’ αρχήν να γίνει Έξοδος και μετά βλέπουμε.

Έχουμε μια τελείως διαφορετική θέση σε σχέση με το πώς νοηματοδοτείται η Έξοδος. Για την εργατική τάξη αυτή οφείλει να είναι αντιιμπεριαλιστική, αντινεοφιλελεύθερη, για τη διάλυση της ΕΕ, για το τέλος των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Οφείλει να είναι αντιεθνικιστική - γιατί το ζήτημα δεν είναι η Ευρώπη των εθνών αλλά είναι μια άλλη ενότητα, εθελοντική, των ευρωπαϊκών λαών, στη βάση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Οφείλει να είναι αντιρατσιστική - γιατί το ζήτημα δεν είναι να πάρουμε τον έλεγχο των συνόρων μας, είναι να καταργήσουμε την Ευρώπη-Φρούριο. Με βάση αυτά τα σημεία είμαστε σε ολοκληροτική σύγκρουση με τη δεξιά και την ακροδεξιά που υποστηρίζουν την Έξοδο και θέλουμε να πάρουμε την ηγεμονία από αυτές τις αντιλήψεις. Δεν έχουμε λοιπόν την αντίληψη ότι μπορούμε από κοινού, στο όνομα της εξόδου, να δώσουμε αυτήν την μάχη. Αντίθετα, πρέπει να δίνουμε μια ανυποχώρητη πάλη απέναντί τους για να νοηματοδοτήσουμε και να έχουμε εμείς την ηγεμονία.

Σύγκρουση λοιπόν με την ΕΕ και έξοδος αλλά, καμιά «λαϊκομετωπική» συμμαχία με την άρχουσα τάξη ή τμήματά της, καμιά συμμαχία με δυνάμεις του εθνοπατριωτικού τόξου ακόμα κι όταν αυτές υποστηρίζουν την έξοδο.

Γι' αυτό και έχει τεράστια σημασία η πρωτοβουλία των πολιτικών δυνάμεων που συγκρότησαν την καμπάνια για την αριστερή Έξοδο- Lexit. Η δυναμική τους ήταν πολύ περιορισμένη. Όμως αυτό που κατάφεραν μέσα σε αυτές τις συνθήκες δεν είναι λίγο: διαμόρφωσαν μια πολιτική τοποθέτηση η οποία αναδείκνυε την δυνατότητα συγκρότησης μιας ταξικής απάντησης στο δίλημμα του δημοψηφίσματος: Έξοδος από την ΕΕ και για την οργάνωση της ταξικής αντίστασης ενάντια στην ακροδεξιά του Φάρατζ και τους Συντηρητικούς, ανοιχτά σύνορα για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, εξέγερση ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα. Δεν διασώθηκε απλώς η τιμή της αριστεράς στην Βρετανία. Πολύ περισσότερο κι απ' αυτό, με την καμπάνια του Lexit τέθηκαν οι βασικές προϋποθέσεις για την μετατροπή της ψήφου Εξόδου σε μαζικό κίνημα ενάντια σε όλες τις μερίδες της αστικής τάξης και τους πολιτικούς της εκπροσώπους.

Η αντικαπιταλιστική αριστερά και το λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα οφείλουν να δώσουν τα συγχαρητήρια τους στους συντρόφους της Βρετανίας για το θάρρος τους και την ταξική τους συνέπεια.

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016 18:09
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.