Τρίτη, 26 Ιούλιος 2016 00:27

Τουρκία: η άρχουσα τάξη σε αδιέξοδο - η αριστερά σε σταυροδρόμι

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Κώστας Κούσιαντας

Στην παγκόσμια ιστορία υπάρχουν πολλά πραξικοπήματα. Λίγα όμως από αυτά παρέμειναν απόπειρες πραξικοπήματος επειδή λαϊκές μάζες κατέβηκαν στους δρόμους και εμπόδισαν τους πραξικοπηματίες να καταλάβουν την εξουσία. Το βράδυ της 15ης Ιουλίου χιλιάδες άνθρωποι στην Τουρκία εμπόδισαν με τα σώματά τους τα στρατιωτικά οχήματα να ανοίξουν το δρόμο σε μία δικτατορία, που θα ήταν η πέμπτη στην ιστορία της χώρας.

Γιατί έγινε το πραξικόπημα; Ποια είναι τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει σήμερα η τούρκικη άρχουσα τάξη; Τι είδους κόμμα είναι το AKP που κυβερνά την Τουρκία 14 χρόνια τώρα; Αυτά είναι μια σειρά κρίσιμα ερωτήματα των οποίων η απάντηση είναι απαραίτητη για να γίνει κατανοητή η σύνθετη πολιτική κατάσταση στην Τουρκία.

Τι είδους κόμμα είναι το ΑΚΡ;

Το ΑΚΡ (Adalet ve Kalkınma Partisi / Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης), το κόμμα του Ερντογάν κατέλαβε την εξουσία το 2002, σε μία εκλογική αναμέτρηση στην οποία όλα τα παλιά κόμματα, οι βασικοί διαχειριστές της εξουσίας για χρόνια, συνετρίβησαν. Είχε προηγηθεί μια περίοδος δέκα περίπου χρόνων κατά την οποία το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας βρέθηκε σε παρατεταμένη πολιτική κρίση και αντιμετώπισε μια οικονομική κρίση, η οποία οδήγησε την τουρκική οικονομία στον έλεγχο του ΔΝΤ.

Το 1997, ο στρατός με ένα πραξικόπημα (με την μορφή διαγγέλματος), είχε ανατρέψει την κυβέρνηση του ισλαμιστικού Κόμματος Ευημερίας (Refah Partisi) του Ερμπακάν, χωρίς όμως να καταφέρει να διαμορφώσει συνθήκες πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας.

Το ΑΚΡ δημιουργήθηκε αυτή την περίοδο, από το διαλυμένο Refah Partisi, με ηγέτη τον πρώην δήμαρχο της Ισταμπούλ, Ερντογάν, στον οποίο είχε επιβληθεί ποινή στέρησης των πολιτικών του δικαιωμάτων (και έτσι δεν μπορούσε να συμμετέχει στις εκλογές).

Στις εκλογές του 2002 ήταν το πρώτο κόμμα με ποσοστό 34,28% και ένα από τα δύο μόνο κόμματα που κατάφεραν να μπουν στη βουλή ξεπερνώντας το όριο του 10% του τουρκικού εκλογικού νόμου. Το δεύτερο κόμμα ήταν το CHP (Cumhuriyet Halk Partisi / Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, με 19,39%), μια επανένωση των διαφόρων διασπάσεων του παραδοσιακού CHP το οποίο είχε απαγορευτεί μετά το πραξικόπημα του 1980.

Στις επόμενες εκλογές του 2007 τα ποσοστά του ΑΚΡ αυξήθηκαν στο 46,58%.

Στις εκλογές του 2011 πήρε 49,83%.

Έπεσε στο 40.87% στις εκλογές του Ιουνίου του 2015, στις οποίες για πρώτη φορά ένα αριστερό κόμμα κατάφερε να υπερβεί το εκλογικό όριο και να μπει στη βουλή (το HDP [Halkların Demokratik Partisi / Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών] με 13,12%) και στις τελευταίες εκλογές του Νοεμβρίου του 2015 το ΑΚΡ αύξησε και πάλι τα ποσοστά του, στο 49,50% (ενώ το HDP έπεσε στο 10,76%).

Ποιες είναι οι αιτίες αυτών των συνεχών σχεδόν εκλογικών επιτυχιών αυτού του τουρκικού ισλαμιστικού κόμματος;

Η μία εξήγηση βρίσκεται στην πλήρη ανικανότητα ή και στην άρνηση, όλων των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων να επιλύσουν το πρόβλημα της παρέμβασης του στρατιωτικού κατεστημένου στην πολιτική ζωή της χώρας. Ο στρατός, ήδη από την ίδρυση της τουρκικής δημοκρατίας, είχε εξασφαλίσει ένα πολύ σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση της πολιτικής στην Τουρκία, τον οποίο ενίσχυσε με μια σειρά πραξικοπημάτων, το σημαντικότερο του 1980. Κανένα πολιτικό κόμμα δεν προσπάθησε όλο αυτό το χρονικό διάστημα να αμφισβητήσει σοβαρά αυτή την κατάσταση και να συγκρουστεί με το στρατιωτικό κατεστημένο. Το ΑΚΡ, διάδοχος ενός ισλαμιστικού κόμματος (του Refah Partisi του Ερμπακάν), την κυβέρνηση του οποίου ανέτρεψε ο στρατός το 1997, ήρθε σε σύγκρουση με τον στρατό και κατάφερε μέσα στη δεκαετία του 2000 να αφαιρέσει από τους στρατιωτικούς την ικανότητά τους να παρεμβαίνουν και να καθορίζουν την πολιτική.

Όμως, δεν θα μπορούσε να συγκρουστεί με τον στρατό εάν δεν είχε λαϊκή υποστήριξη.

Το ΑΚΡ, τουρκική εκδοχή των Αδερφών Μουσουλμάνων, αναπτύχθηκε συσπειρώνοντας την πλειοψηφία τριών κοινωνικών στρωμάτων. Τους φτωχούς των πόλεων και των αγροτικών περιοχών, τους ανθρώπους των φτωχογειτονιών (κατώτερα και ανοργάνωτα τμήματα της εργατικής τάξης, που αποτελούν και την πλειοψηφία της τουρκικής εργατικής τάξης, περιστασιακούς εργάτες, εξαθλιωμένους μικροαστούς, φτωχούς αγρότες), τους οποίους ενέταξε σε οργανωτικές δομές γύρω από τα ισλαμιστικά δίκτυα αλληλεγγύης, που υποκαθιστούσαν το ανύπαρκτο κράτος πρόνοιας. Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι, ότι τα στρώματα αυτά, τα οποία ήταν αποκλεισμένα από την πολιτική και αποτελούσαν το παθητικό υπόστρωμα της εκλογικής δύναμης των παραδοσιακών δεξιών κομμάτων, μέσα από την ένταξή τους στα ισλαμιστικά δίκτυα αποκτούσαν την δυνατότητα πολιτικής κινητοποίησης.

Το άλλο κοινωνικό στρώμα το οποίο συσπειρώθηκε γύρω από το ΑΚΡ ήταν τα τμήματα της μικροαστικής τάξης, της παλιάς και της νέας: μικροέμποροι και μικροϊδιοκτήτες των λαϊκών αγορών, οι οποίοι ερμήνευαν τον καπιταλιστικό εκσυγχρονισμό (προσανατολισμένο προς τη δύση) που τους συνέθλιβε ή τους πετούσε εκτός αγοράς, ως επίθεση στις θρησκευτικές παραδόσεις του σουνιτικού ισλάμ, γιατί και η τουρκική αστική τάξη απ' την μεριά της προσέδωσε στην πολιτιστική της ηγεμονία έναν αντιθρησκευτικό χαρακτήρα· πτυχιούχοι πανεπιστημίων οι οποίοι δεν μπορούσαν να απορροφηθούν σε αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας στην χτυπημένη από την κρίση τουρκική οικονομία, και οι οποίοι έβλεπαν στο Ισλάμ, ως πολιτική ιδεολογία, μια προστατευτική ασπίδα για τους κινδύνους που εγκυμονούσε ο δυτικός προσανατολισμός της χώρας.

Και τέλος μια μικρή και μεσαία, ισλαμική, αστική τάξη (η «ευσεβής αστική τάξη») οι δυνατότητες της οποίας δεν μπορούσαν να υπερβούν την εθνική αγορά, όπου όμως κι εκεί δεχόταν τα πλήγματα του διεθνούς ανταγωνισμού, είτε από το μεγάλο κεφάλαιο της Τουρκίας, είτε από την εισροή δυτικών κεφαλαίων.

Γι' αυτά τα κοινωνικά στρώματα το πολιτικό Ισλάμ του ΑΚΡ αποτελούσε μια υπόσχεση δημιουργίας νέων οικονομικών δυνατοτήτων στα πρότυπα του «ισλαμικού» καπιταλιστικού συστήματος της Σαουδικής Αραβίας («ισλαμικές» τράπεζες που δάνειζαν χωρίς τόκο, «μουσουλμανική εργοδοτική ένωση» σε αντιπαράθεση με την κοσμική αστική τάξη, μια «μουσουλμανική κοινή αγορά» προσανατολισμένη προς την αραβική χερσόνησο, κτλ).

Το ΑΚΡ λοιπόν κατάφερε μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την ίδρυσή του να επανασυγκροτήση τις κοινωνικές συμμαχίες τού προκατόχου του (του Κόμματος Ευημερίας), μαζικοποιώντας κυρίως την βάση του, δηλαδή την πρώτη κατηγορία που αναφέρθηκε, τα φτωχά λαϊκά στρώματα, αυξάνοντας τις δομές ισλαμικής αλληλεγγύης, που χρηματοδοτούνταν από τα εύπορα μέλη αυτής της συμμαχίας. Όλα αυτά τα κοινωνικά στρώματα είδαν το ΑΚΡ ως τον ικανότερο αντίπαλο του στρατού, που θα μπορούσε να περιορίσει τη δυνατότητα του τελευταίου να ελέγχει την πολιτική κατάσταση της χώρας.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των κοινωνικών στρωμάτων αποτέλεσαν, από τη δεκαετία του 50 και μετά την εκλογική βάση των δεξιών κομμάτων, τα οποία στις αντιπαραθέσεις τους με το στρατιωτικό κατεστημένο, υποχρεώνονταν να υιοθετούν ένα φιλελεύθερο δημοκρατικό πολιτικό λόγο. Η ανικανότητα αυτών των κομμάτων να αμφισβητήσουν την μεταχουντική πολιτική τάξη και τον ασφυκτικό έλεγχο της πολιτικής ζωής απ' τον στρατό, μέσα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης οικονομικής αστάθειας, οδήγησε στη διάλυσή τους και στη συνεχή διεύρυνση της εκλογικής βάσης του ΑΚΡ, καθώς συγκρούονταν με επιτυχία με τη στρατιωτική ηγεσία.

25 2

Οι στοχεύσεις του τουρκικού καπιταλισμού

Ο στρατηγικός στόχος του τουρκικού καπιταλισμού, ύστερα από την πρώτη φάση της συγκρότησής του σε κρατικά πλαίσια μετά την ίδρυση του εθνικού τουρκικού κράτους, ήταν η ένταξή του στις ευρωατλαντικές οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές συμμαχίες (προσπάθειες που χρονολογούνται από την ίδια περίοδο με αυτές του ελληνικού καπιταλισμού, όπως και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός, από τις αρχές της δεκαετίας του '50). Ενώ και οι δύο χώρες μπήκαν ταυτόχρονα στο ΝΑΤΟ, η Τουρκία δεν κατάφερε να μπει στην ΕΟΚ, στην οποία η Ελλάδα μπήκε το 1979/81. Αυτό το προβάδισμα του ελληνικού καπιταλισμού, του έδωσε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τις επιδιώξεις της Τουρκίας ως μέσο πίεσης για να επιλύσει, υπέρ των δικών του συμφερόντων, τα ζητήματα που προέκυπταν από τον ανταγωνισμό των δύο αστικών τάξεων, μπλοκάροντας τις διαδικασίες ένταξης της Τουρκίας. Αυτή η πολιτική της Ελλάδας άλλαξε προς στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990, όταν ο ρόλος του ελληνικού καπιταλισμού άρχισε να αναβαθμίζεται στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής, μέσα από τα δίκτυα και τους μηχανισμούς της ΕΕ και επεδίωκε να αποτελέσει τον βασικό παράγοντα της ιμπεριαλιστικής σταθερότητας (στα πλαίσια τόσο του ΝΑΤΟ όσο και της ΕΕ): άρα έπρεπε να επιλύσει τις διαφορές του με την Τουρκία, υποχρεώνοντάς την σε παραχωρήσεις, προκειμένου να μην ασκήσει βέτο στις διαδικασίες ένταξής της στην ΕΕ.

Η υποστήριξη όμως της Ελλάδας στο αίτημα της Τουρκίας συνέπεσε με την εμφάνιση αντιρρήσεων από άλλα κράτη της ΕΕ. Η αλλαγή της στάσης της ΕΕ απέναντι στην Τουρκία σχετιζόταν με τους εξής παράγοντες: την ένταση στα σύνορα της Τουρκίας που πυροδοτούσε η εισβολή των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στο Ιράκ και η ανάληψη της εξουσίας από ένα ισλαμιστικό κόμμα. Θα πρέπει να αναφερθεί εδώ, ότι ένας από τους λόγους της ανατροπής της κυβέρνησης του Ερμπακάν, ήταν ακριβώς αυτός: μια ισλαμιστική κυβέρνηση δυσκόλευε τις διαδικασίες ένταξης.

Έτσι, οι πόρτες προς την ΕΕ άρχισαν να κλείνουν για μια απροσδιόριστη χρονική διάρκεια. Ταυτόχρονα άρχισε να υπάρχει πρόβλημα στις διεθνείς σχέσεις της Τουρκίας και από μια άλλη πλευρά. Το πολιτικό σχέδιο που συνόδευε την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ προέβλεπε την αυτονομία του ιρακινού Κουρδιστάν, και άρα, προοπτικά, θα μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος, που θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ακεραιότητα του τουρκικού κράτους. Η Τουρκία του Ερντογάν αρνήθηκε να συμπαραταχθεί με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό σε μια από τις πιο σημαντικές πολεμικές εξορμήσεις του της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, κάτι που δεν είχε ξαναγίνει ποτέ.

Παράλληλα η εισβολή στο Ιράκ άρχισε πολύ γρήγορα να εξελίσσεται σε χρεοκοπία της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής στρατηγικής για σταθεροποίηση της περιοχής υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, αλλά και οι αντίπαλοι, άρχισαν να επιδιώκουν την αναδιοργάνωση αυτής της στρατηγικής διεκδικώντας ο καθένας να αναβαθμίσει την θέση του στην περιοχή.

Άρα λοιπόν, οι δύο παραπάνω παράγοντες, υποχρέωναν τον τουρκικό καπιταλισμό σε έναν αναπροσανατολισμό των οικονομικών και πολιτικών του συμμαχιών, αμφισβητώντας τους ευρωπαϊκούς και αμερικανικούς σχεδιασμούς, αλλά φυσικά χωρίς να έρθει σε ρήξη μαζί τους, επιδιώκοντας μάλλον να αποκτήσει μια δυναμική ως περιφερειακή ιμπεριαλιστική δύναμη, που θα υποχρέωνε την ΕΕ και τις ΗΠΑ να αναπροσαρμόσουν τα σχέδιά τους για την περιοχή, εντάσσοντας σε αυτά και τα τουρκικά συμφέροντα.

Η απόρριψη ένταξης στην ΕΕ έκανε την κυβέρνηση του ΑΚΡ να στραφεί στην κατεύθυνση της ενίσχυσης των οικονομικών σχέσεων της Τουρκίας με τις χώρες της Μέσης Ανατολής, αλλά και με τις νέες χώρες της κεντρικής Ασίας που είχαν προκύψει μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και οι οποίες ήταν μουσουλμανικές και κάποιες και τουρκόφωνες.

Η κρίση της αμερικανικής ιμπεριαλιστικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή επέβαλλε ή έδινε την ευκαιρία στην Τουρκία να επιδιώξει να αναβαθμίσει τη σχέση της με τις αραβικές κυρίως κυβερνήσεις και να παίξει έναν ηγεμονικό ρόλο στην περιοχή, ως εγγυητής των συμφερόντων των αρχουσών τους τάξεων. Αυτός ο ρόλος οδηγούσε, σχεδόν υποχρεωτικά, σε αντιπαράθεση με το Ισραήλ, η οποία όταν ξέσπασε πήρε την μορφή οξείας πολιτικής σύγκρουσης. Δεν ήταν όμως μόνο το Ισραήλ και η ανοιχτή υποστήριξη της κυβέρνησης του ΑΚΡ στη Χαμάς. Ο Ερντογάν κατά τη δεκαετία του 2000 προσπάθησε να βελτιώσει τις σχέσεις τού τουρκικού καπιταλισμού με «παραδοσιακούς» εχθρούς τόσο των ΗΠΑ, όσο και της Τουρκίας, δηλαδή με το Ιράν και με τη Συρία. Προσπάθησε να μεσολαβήσει ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν για το ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας και ανάμεσα στη Συρία και το Ισραήλ, για την επιστροφή των Υψιπέδων του Γκολάν στη Συρία.

Όλες αυτές οι κινήσεις μπορεί να καθιστούσαν την Τουρκία έναν ασταθή σύμμαχο για τις ΗΠΑ, για τον τουρκικό καπιταλισμό όμως μεταφράζονταν σε τεράστια κέρδη. Τα ανοίγματα στον μουσουλμανικό κόσμο (Μέση Ανατολή και Κεντρική Ασία) σήμαιναν εξαγωγές και επενδύσεις. Τεράστια κέρδη υπήρχαν και από την επιθετική εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού, που σε συνδυασμό με μια πολιτική ενίσχυσης τομέων του καπιταλισμού, όπως για παράδειγμα του κατασκευαστικού, οδήγησαν την Τουρκία όχι μόνο σε έξοδο από το ΔΝΤ αλλά και σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης -για περισσότερο από μια δεκαετία- οι οποίοι έφτασαν στο 9,2% το 2008, τη χρονιά δηλαδή της οικονομικής κρίσης.

Και πραγματικά, για πολλά χρόνια η Τουρκία ήταν ένα υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης για πολλές χώρες, και σίγουρα ήταν για τους οικονομικούς αναλυτές στην Ελλάδα, οι οποίοι καλούσαν τις ελληνικές κυβερνήσεις να εφαρμόσουν το τουρκικό μοντέλο εξόδου από την κρίση.

Αλλά οι επιτυχίες της κυβέρνησης Ερντογάν δεν περιορίστηκαν στο οικονομικό πεδίο. Παρά τους φόβους για τις συνέπειες από την ανεξαρτητοποίηση του ιρακινού Κουρδιστάν (ίσως εξαιτίας αυτών), ο Ερντογάν κατάφερε να προχωρήσει σε ένα διακανονισμό με τους Κούρδους της Τουρκίας (με έμμεσες συνεννοήσεις με το ΡΚΚ [Partiya Karkerên Kurdistan / Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν]), αναγνωρίζοντάς τους ως εθνότητα με πολιτιστικά δικαιώματα και υποσχόμενος κάτι περισσότερο, κατοχυρωμένο σε ένα νέο σύνταγμα το οποίο θα δεσμεύονταν ότι θα στηρίξουν σε δημοψήφισμα.

Ταυτόχρονα εκμεταλλεύτηκε την εχθρότητα ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα των Κούρδων της Τουρκίας και των Κούρδων του Ιράκ, καθώς και την ανάγκη του Ιρακινού Κουρδιστάν για συμμάχους σε μία περιοχή με εχθρικές αραβοσουνιτικές και σιιτικές κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα μια στενή πολιτική και οικονομική συνεργασία.

Η κορύφωση αυτής της συνεργασίας ήταν οι δηλώσεις με τις οποίες ο Ερντογάν υποστήριξε το καλοκαίρι του 2014 (όταν επέλαυνε η ISIS), το αίτημα του Μπαρζανί (του προέδρου του ιρακινού Κουρδιστάν), να προχωρήσει σε δημοψήφισμα ανεξαρτησίας.

Το ΑΚΡ μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2010 είχε καταφέρει να πετύχει κάτι που καμιά κυβέρνηση και κανένα κόμμα δεν είχε καταφέρει από το 1950: μια ολόκληρη δεκαετία πολιτικής σταθερότητας, αλματώδους οικονομικής ανάπτυξης, αναβάθμισης του ρόλου της Τουρκίας στην περιοχή. Η αστική τάξη, έχοντας γίνει πολύ πιο δυνατή αυτή την περίοδο, φαινόταν να έχει αρχίσει να περιβάλει με την εμπιστοσύνη της μια κυβέρνηση την οποία οι μηχανισμοί της είχαν προσπαθήσει να ανατρέψουν πραξικοπηματικά στην πρώτη της περίοδο.

Βέβαια, ο Ερντογάν είχε αφαιρέσει σημαντικό κομμάτι της δύναμης του στρατού, ο οποίος αποτελούσε για την τουρκική αστική τάξη, το ανώτερο πολιτικό εργαλείο με το οποίο μπορούσε να μπλοκάρει τις αποφάσεις του κοινοβουλίου που θα μπορούσαν να προέλθουν από την λαϊκή πίεση προς τους βουλευτές.

Σε όλες σχεδόν τις αστικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, υπάρχει πάνω από τη βουλή, ένα ανώτερο όργανο το οποίο εάν χρειαστεί, μπορεί να ακυρώσει τις αποφάσεις της: ο πρόεδρος της δημοκρατίας στις προεδρικές δημοκρατίες (πχ στη Γαλλία), η Γερουσία ή η Επάνω Βουλή... Στην Τουρκία τον ρόλο αυτό έπαιζε με επιτυχία ο στρατός. Η σύγκρουση του Ερντογάν με τον στρατό δημιούργησε ένα επικίνδυνο κενό στις ανώτερες βαθμίδες της αστικής κοινοβουλευτικής εξουσίας, το οποίο έπρεπε γρήγορα να καλυφθεί. Ο Ερντογάν ήταν έτοιμος να καλύψει αυτό το κενό με ένα νέο σύνταγμα, το οποίο θα μετέτρεπε την τουρκική δημοκρατία σε προεδρική (όπως η Γαλλία), τοποθετώντας μάλιστα τον εαυτό του στη θέση του Προέδρου. Η αστική τάξη δεν θα μπορούσε να έχει πρόβλημα με αυτό.

55 turkey GettyImages 576523394 740x450

Το τέλος των επιτυχιών

Οι επιτυχίες όμως της κυβέρνησης του ΑΚΡ δεν συνεχίστηκαν.

Η οικονομική κρίση άρχισε να χτυπάει και την οικονομία της Τουρκίας, όμως πριν γίνουν εμφανείς οι συνέπειές της η Τουρκία βρέθηκε στη δίνη της κρίσης της Μέσης Ανατολής που συντάραξε την κοινωνία της και ξαναέφερε στο πολιτικό προσκήνιο το φάντασμα της πολιτικής κρίσης.

Η κυβέρνηση του ΑΚΡ προσπάθησε αρχικά να αντιμετωπίσει την Αραβική Άνοιξη ως μια ακόμα ευκαιρία επέκτασης της επιρροής της τουρκικής πολιτικής στην Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Η ορατή πιθανότητα να έρθουν στην εξουσία τα ισλαμιστικά κόμματα των Αδερφών Μουσουλμάνων σε μια σειρά από χώρες ύστερα από την ανατροπή των αυταρχικών κυβερνήσεων, ωθούσε τον Ερντογάν να εμφανίζεται και να αναλαμβάνει το ρόλο του υποστηρικτή των εξεγέρσεων στον αραβικό κόσμο, επιχειρώντας μάλιστα να επικοινωνήσει απευθείας με τους λαούς τους, χρησιμοποιώντας τον λόγο του πολιτικού Ισλάμ και το όραμα μιας πολιτικής προοπτικής ανάλογης με αυτήν την Τουρκίας.

Φυσικά το γεγονός ότι επρόκειτο για μια κυνική και υποκριτική τακτική αποκαλύπτονταν από τη στάση που κρατούσε η κυβέρνηση του ΑΚΡ απέναντι στις εξεγέρσεις εκείνων των χωρών στις οποίες σιιτικές λαϊκές μάζες επιχειρούσαν να ανατρέψουν σουνιτικές αυταρχικές ηγεσίες (Μπαχρέιν, Υεμένη). Η Τουρκία υποστήριξε ή και βοήθησε στην καταστολή τους.

Η προσπάθεια όμως της κυβέρνησης του ΑΚΡ και του ίδιου του Ερντογάν, να πηδήξει πάνω στο άρμα των «σουνιτικών» εξεγέρσεων, γκρέμισε τελικά την Τουρκία στη φωτιά της κρίσης της Μέσης Ανατολής, και οδήγησε στη χρεοκοπία όλων σχεδόν των προηγούμενων επιτυχιών. Στην Αίγυπτο, ο Μόρσι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, τον οποίο ανοιχτά είχε υποστηρίξει ο Ερντογάν, ανατράπηκε, λίγο αφού κέρδισε τις εκλογές, από ένα στρατιωτικό πραξικόπημα. Η στρατιωτική χούντα που επιβλήθηκε στην μεγαλύτερη αραβική χώρα εξασφαλίζοντας την υποστήριξη των ΗΠΑ και της ΕΕ, έγινε ο μεγαλύτερος εχθρός της Τουρκίας.

Ακόμα χειρότερα ήταν τα πράγματα με τη Συρία. Στην πρώτη φάση της συριακής επανάστασης, η ανατροπή της δικτατορίας του Άσαντ («αδερφού» μέχρι πριν λίγο του Ερντογάν) φαινόταν να είναι η πιθανότερη εξέλιξη. Τα συμφέροντα της τουρκικής αστικής τάξης επέβαλαν στον Ερντογάν να παρέμβει και να αποκτήσει σχέσεις με την συριακή αντιπολίτευση και ο κοντινότερος πολιτικός σύμμαχος που μπορούσε να βρει ήταν η συριακή Μουσουλμανική Αδερφότητα, η οποία μάλιστα φαινόταν αρχικά ότι θα μπορούσε να αναδειχτεί στον ρυθμιστή της πολιτικής στη Συρία μετά την ανατροπή του Άσαντ. Όμως η υποστήριξη του Ιράν και της Ρωσίας προς τον Άσαντ διέσωσαν τη συριακή δικτατορία φέρνοντας αυτές τις δύο χώρες σε αντιπαράθεση με την Τουρκία. Η μετατροπή της εξέγερσης σε εμφύλιο πόλεμο μετέτρεψε τη Συρία σε ένα πεδίο πολιτικού και πολεμικού ανταγωνισμού μεταξύ των περιφερειακών και των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, οι οποίες προσπάθησαν να παρέμβουν υποστηρίζοντας η κάθε μία διαφορετικές στρατιωτικές ομάδες του εμφυλίου: το Ιράν και η Ρωσία τις πολιτοφυλακές του καθεστώτος του Άσαντ, της Χεζμπολλάχ και τις ιρακινές σιιτικές πολιτοφυλακές· η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία υποστήριζαν τον συνασπισμό του Στρατού της Κατάκτησης (Τζάις αλ-Φάταχ), στον οποίο κυριαρχούσαν η Τζάμπχατ αν-Νούσρα και ο Αχράρ ασ-Σαμ.

Ο συριακός εμφύλιος όμως οδήγησε στην κατάρρευση της πολιτικής τακτικής του ΑΚΡ στο κουρδικό. Στη Συρία δημιουργήθηκε μια αυτονομημένη κουρδική περιοχή, η Ροτζάβα, η οποία πέρασε κάτω απ' τον έλεγχο του PYD (Partiya Yekîtiya Demokrat‎ / Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης), του συριακού αδερφού κόμματος του ΡΚΚ, περιθωριοποιώντας το κουρδικό κόμμα PDK (Partiya Demokrat a Kurdistanê / Δημοκρατικό Κομμα του Κουρδιστάν), το οποίο είχε σχέσεις με το αντίστοιχο κόμμα που έχει την εξουσία στο ιρακινό Κουρδιστάν. Εμφανιζόταν λοιπόν και πάλι το φάντασμα της δημιουργίας ενός νέου αυτόνομου ή και ανεξάρτητου Κουρδιστάν, το οποίο δεν θα ελεγχόταν από τον σύμμαχο της Τουρκίας (τον Μπαρζανί, πρόεδρο του ιρακινού Κουρδιστάν), αλλά από το ΡΚΚ, τον «εσωτερικό εχθρό» της Τουρκίας, τον οποίο ο Ερντογάν τα προηγούμενα χρόνια είχε προσπαθήσει να αποδυναμώσει κάνοντας κάποιες παραχωρήσεις και δίνοντας κάποιες υποσχέσεις για το κουρδικό. Απέναντι σ' αυτόν τον κίνδυνο η αρχική αντιμετώπιση του Ερντογάν ήταν να στηρίξει το αίτημα του Μπαρζανί για ανεξαρτησία του ιρακινού Κουρδιστάν (που θα αποδυνάμωνε το PYD), μια λύση όμως την οποία δεν προωθούσαν οι ΗΠΑ, οι οποίες δεν ήθελαν να τριχοτομηθεί το Ιράκ και να δημιουργηθεί ένα σιιτικό κράτος το οποίο θα βρισκόταν κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του Ιράν. Γι' αυτό και πολύ γρήγορα η Τουρκία άρχισε να βλέπει ότι η μοναδική λύση για να αποτραπεί η δημιουργία ενός συριακού Κουρδιστάν ήταν να ενισχυθεί η προώθηση της ISIS.

Θα πρέπει να επιμείνουμε στο εξής σημείο: το πολιτικό κόμμα που υποστήριζε κατά βάση ο Ερντογάν για να παίξει ρυθμιστικό ρόλο στη Συρία μετά την ανατροπή του Άσαντ, ήταν οι Αδερφοί Μουσουλμάνοι της Συρίας. Οι στρατιωτικές ομάδες που υποστήριζε στον συριακό εμφύλιο ήταν ο Στρατός της Κατάκτησης. Η βοήθεια της Τουρκίας προς την ISIS αφορούσε μόνο στην αναχαίτιση της δημιουργίας συριακού Κουρδιστάν υπό τον έλεγχο του PYD και όχι στην κατάληψη της εξουσίας στη Συρία.

Όμως αυτοί οι «ελιγμοί» (τα αδιέξοδα στην πραγματικότητα της πολιτικής του Ερντογάν στο συριακό) έφερναν την Τουρκία σε ευθεία αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους, για τους οποίους ο σημαντικότερος κίνδυνος ήταν (και είναι) η επέκταση του Ισλαμικού Χαλιφάτου που αποσταθεροποιούσε ολόκληρη την περιοχή και θα οδηγούσε πιθανόν στην ανατροπή των μοναρχιών του Κόλπου και της Σαουδικής Αραβίας.

Απέναντι σ' αυτόν τον κίνδυνο οι ΗΠΑ άρχισαν να παρέχουν όλο και μεγαλύτερη βοήθεια προς τη συμμαχία στην οποία κυριαρχεί το PYD (τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις / SDF), υποστηρίζοντας ακόμα και την δημιουργία ενός αυτόνομου συριακού Κουρδιστάν. Η ρωσική επέμβαση έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα των ισορροπιών υπέρ του άξονα Ρωσίας-Άσαντ-Χεζμπολλάχ, την ενίσχυση του οποίου αποδέχτηκε και η συμμαχία των ΗΠΑ, για να αναχαιτιστεί η επέκταση του Ισλαμικού Χαλιφάτου. Αυτή η σύγκλιση στόχων των δύο ιμπεριαλιστικών συμμαχιών οδήγησε στην συντριβή της συριακής αντιπολίτευσης (και των πολιτικών και στρατιωτικών δυνάμεων που υποστήριζε η Τουρκία) και στην περιθωριοποίησή της Τουρκίας ως ιμπεριαλιστικής περιφερειακής δύναμης.

Ταυτόχρονα όμως, η αντοχή του Ισλαμικού Χαλιφάτου, το οποίο η κυβέρνηση του ΑΚΡ δεν μπορούσε πια να βοηθάει, καθώς ερχόταν αντιμέτωπη όχι μόνο με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, αλλά και με όλο και αυξανόμενα τμήματα του τουρκικού πολιτικού και στρατιωτικού συστήματος, οδήγησε στην μετατροπή της Τουρκίας σε πεδίο άσκησης πιέσεων του ίδιου του Ισλαμικού Χαλιφάτου. Οι πολύνεκρες βομβιστικές επιθέσεις της ISIS στην Τουρκία αποσκοπούσαν στο να την εξαναγκάσουν να μπει με πιο ενεργό τρόπο στην συριακή κρίση, για να αποσταθεροποιήσει με την ανάμειξή της την ισορροπία που είχε διαμορφωθεί από τη σύγκλιση στόχων μεταξύ των δύο ιμπεριαλιστικών συμμαχιών.

Όμως δεν ήταν στο «γεωστρατηγικό» πεδίο εκεί που εκδηλώθηκε η μεγαλύτερη κρίση της κυριαρχίας της τουρκικής αστικής τάξης, αλλά στο εσωτερικό, κοινωνικό πεδίο.

AFP D9217

Η Αραβική Άνοιξη εισβάλει στην τουρκική κοινωνία - η πολιτική κρίση

Η Αραβική Άνοιξη, την οποία αρχικά ο Ερντογάν πίστεψε ότι θα μπορούσε να αξιοποιήσει, μετέφερε τον κοινωνικό αναβρασμό μέσα στην ίδια την Τουρκία, στην οποία εκδηλώθηκε η μεγαλύτερη και μαζικότερη εξέγερση που έγινε ποτέ από την ίδρυση του τουρκικού κράτους. Η εξέγερση του Γκεζί ήταν η έκφραση μιας ριζοσπαστικοποίησης, η οποία είχε αναπτυχθεί αφενός μέσα από τα ρήγματα που είχαν δημιουργηθεί από την αντιπαράθεση του ΑΚΡ με τον στρατό, και αφετέρου από την δυσαρέσκεια για τον κλιμακούμενο αυταρχικό συντηρητισμό της κυβέρνησης του ΑΚΡ, με τον οποίο ο Ερντογάν προσπαθούσε να καλύψει το κενό που δημιουργούνταν στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας από τον περιορισμό της πολιτικής δύναμης του στρατού.

Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση του Ερντογάν κατάφερε να επιβιώσει, η εξέγερση του Γκεζί ριζοσπαστικοποίησε ολόκληρη την τουρκική κοινωνία. Ένα χρόνο αργότερα, αυτός ο ριζοσπαστισμός εκδηλώθηκε με μια νέα εξέγερση, της κουρδικής νεολαίας αυτή τη φορά, την οποία το 2013 το ΡΚΚ είχε καταφέρει να κρατήσει σε απόσταση από την εξέγερση του Γκεζί, επειδή ακόμα συνεχίζονταν οι άτυπες επαφές με την κυβέρνηση του ΑΚΡ.

Απ' τον Σεπτέμβριο όμως του 2014 η άμυνα των Κούρδων στο Κομπάνι απέναντι στην επέκταση της ISIS και η στάση της τουρκικής κυβέρνησης (βοήθεια προς την ISIS για να μην δημιουργηθεί αυτόνομο συριακό Κουρδιστάν), σε συνδυασμό με την πολιτική αίγλη που ασκούσε η αυτοοργάνωση -με αριστερά χαρακτηριστικά- των Κούρδων στο Κομπάνι/Ροτζάβα, οδήγησαν σε μια εκρηκτική κατάσταση στο τουρκικό Κουρδιστάν.

Ένα χρόνο αργότερα η κατάσταση αυτή εξελίχτηκε σε εξέγερση της κουρδικής νεολαίας απέναντι στην επίθεση που εξαπέλυσε ο τουρκικός στρατός για να διαλύσει τελείως τις δυνάμεις του ΡΚΚ.

Ο Ερντογάν προσπάθησε να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση με αύξηση του αυταρχισμού και της καταστολής. Όμως η ριζοσπαστικοποίηση της τουρκικής κοινωνίας είχε σαν πολιτικό αποτέλεσμα την δημιουργία ενός αριστερού κόμματος, του HDP (Halkların Demokratik Partisi / Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών), το οποίο κατάφερε στις εκλογές του Ιουνίου του 2015 να ξεπεράσει το εκλογικό όριο του 10% που είχε βάλει η χούντα του 1980, και για πρώτη φορά στην τουρκική κοινοβουλευτική ιστορία η αριστερά μπήκε στη βουλή.

Το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας έμπαινε σε πολιτική κρίση. Η είσοδος στη βουλή μιας αριστεράς υποστηριζόμενης σε μεγάλο βαθμό από τους Κούρδους, μέσα σε ένα κλίμα κοινωνικού αναβρασμού και εξεγέρσεων, κατά την έναρξη μιας οικονομικής κρίσης και εν μέσω μιας κρίσης στρατηγικής του τουρκικού ιμπεριαλισμού, συνιστούσε μια τεράστια απειλή για την τουρκική αστική τάξη.

Το ποσοστό 13,12% του HDP αποδείκνυε ότι ο χουντικός εκλογικός νόμος που είχαν διατηρήσει όλα τα κόμματα, γι' αυτόν ακριβώς τον «κίνδυνο» (εκλογικής εκπροσώπησης αριστερών και κουρδικών κομμάτων), ήταν πια ανεπαρκής. Ταυτόχρονα, αυτό το ποσοστό της αριστεράς οδηγούσε στην αδυναμία σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης στην Τουρκία, και για πρώτη φορά ύστερα από δώδεκα χρόνια, το φάντασμα της αποσταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος έκανε ξανά την εμφάνισή του. Το ΑΚΡ, για πρώτη φορά από το 2002, δεν μπορούσε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Οι αγεφύρωτες πολιτικές διαφορές με τα άλλα δύο κόμματα, εκφραστές μια κεμαλικής πολιτικής παράδοσης, «κοσμικής» και φυλοδυτικής (CHP) ή εθνικιστικής (ΜΗΡ [Milliyetçi Hareket Partisi / Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος, γνωστό ως «Γκρίζοι Λύκοι»]) δεν άφηναν πολλές δυνατότητες συνεργασιών, τουλάχιστον τέτοιες που να μην οδηγούν στην πλήρη πολιτική εξασθένιση του ΑΚΡ.

Ο Ερντογάν αποφάσισε να βγει απ' αυτό το αδιέξοδο εξαπολύοντας έναν πραγματικό εμφύλιο πόλεμο εναντίον της αριστεράς, των κινημάτων και των Κούρδων. Ο στόχος αυτού του εμφυλίου ανάμεσα στις εκλογές του Ιουνίου και του Νοεμβρίου του 2015, δεν ήταν μόνο η συντριβή και η τρομοκράτηση του αντιπάλου, αλλά και η δημιουργία σε πανεθνικό επίπεδο, ενός κλίματος τρόμου απέναντι σε δύο πολύ πραγματικά ενδεχόμενα που μπορούσαν να προκύψουν σαν συνέπεια αυτού του εμφυλίου. Το ένα ήταν η εμπλοκή της Τουρκίας σε έναν πόλεμο στην περιοχή και το άλλο ήταν ο κίνδυνος στρατιωτικού πραξικοπήματος. Απέναντι και στους δύο κινδύνους και για διαφορετικούς λόγους, ένα κρίσιμο ποσοστό των ψηφοφόρων του αριστερού HDP και του ακροδεξιού ΜΗΡ μετακινήθηκαν (ξανά) προς το ΑΚΡ και προς τη λύση μιας ισχυρής, αυτοδύναμης κυβέρνησης.

Η νίκη του κόμματος του Ερντογάν στις εκλογές του Νοεμβρίου του 2015 του έδωσε τη δυνατότητα να εντείνει τις επιθέσεις εναντίον των κινημάτων και κυρίως να συνεχίσει τον εμφύλιο πόλεμο, πνίγοντας στο αίμα την εξέγερση της κουρδικής νεολαίας και ισοπεδώνοντας τις κουρδικές πόλεις.

Αυτές όμως οι επιτυχίες είχαν σαν βασική προϋπόθεση και συνέπεια την ενίσχυση του ρόλου των κατασταλτικών μηχανισμών του στρατού και της αστυνομίας και την προσπάθεια συμβιβασμού με το στρατιωτικό κατεστημένο (η οποία είχε ξεκινήσει με την αποφυλάκιση κάποιων από τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση Εργκένεκον). Ο πόλεμος στο τουρκικό Κουρδιστάν όχι μόνο κατέστησε τους στρατηγούς απόλυτους κυρίαρχους στη Νοτιοανατολική Τουρκία, αλλά τους έδωσε επίσης και τον απόλυτο έλεγχο στην διαχείριση της πολεμικής κατάστασης που είχε δημιουργηθεί σε ολόκληρη τη χώρα.

Η καταστολή, ο εμφύλιος και η κρίση στη Μέση Ανατολή ανάγκασαν τον Ερντογάν να αποδεχτεί την ενίσχυση της δύναμης του στρατού, την οποία ο ίδιος είχε προσπαθήσει και καταφέρει παλιότερα να περιορίσει. Όμως το τουρκικό στρατιωτικό κατεστημένο ήταν πάντα αντίθετο στην πολιτική που ακολουθούσε ο Ερντογάν στη Μέση Ανατολή, η οποία είχε φέρει την Τουρκία σε σύγκρουση με τους παραδοσιακούς της συμμάχους (τις ΗΠΑ, το Ισραήλ, την Αίγυπτο των στρατιωτικών) και είχε περιθωριοποιήσει τον ρόλο του τουρκικού ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή. Η δύναμη που απέκτησαν οι στρατιωτικοί ανάγκασε τον Ερντογάν να υποχωρήσει στις απαιτήσεις τους και να προβεί σε ταπεινωτικές για τον ίδιο προτάσεις συμβιβασμού προς το Ισραήλ και τη Ρωσία (συμφώνησε με το Ισραήλ να κλείσει την υπόθεση του «Μαβί Μαρμαρά»1 και ζήτησε συγνώμη από τη Ρωσία για την κατάρριψη του ρωσικού στρατιωτικού αεροπλάνου).

b20160716001273675568 original

Ανάλογα εκρηκτικά αδιέξοδα και συγκρούσεις εκδηλώθηκαν και στο πεδίο της διαχείρισης των ανταγωνισμών μεταξύ των Τούρκων καπιταλιστών.

Ο ξέφρενος νεοφιλελευθερισμός που εφάρμοσε η κυβέρνηση του ΑΚΡ και η ταυτόχρονη ανάγκη ενίσχυσης τομέων του τουρκικού καπιταλισμού για να λειτουργήσουν σαν ατμομηχανή της οικονομίας, είχαν σαν συνέπεια την οικονομική διαφθορά, στην οποία εμπλέκονταν μέλη της κυβέρνησης, ακόμα και της οικογένειας του Ερντογάν. Τα φαινόμενα αυτά πήραν εκρηκτικές διαστάσεις, προκαλώντας παρεμβάσεις εισαγγελέων, όταν άρχισε να αυξάνεται ο ανταγωνισμός μέσα στην αστική τάξη εξαιτίας των προβλημάτων που εμφανίζονταν στην οικονομία μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης, αλλά κυρίως εξαιτίας των συνεπειών τής όλο και μεγαλύτερης εμπλοκής της Τουρκίας στη συριακή κρίση. Παράλληλα, τα ίδια αυτά προβλήματα άρχισαν να αυξάνουν την δυσαρέσκεια και εκείνων των τμημάτων της λεγόμενης «ευσεβούς» αστικής, τα οποία στήριζαν την κυβέρνηση του ΑΚΡ μέχρι τότε. Η υποστήριξή τους συνδέονταν με τα ανοίγματα της κυβέρνησης του ΑΚΡ στην Μέση Ανατολή, τα οποία τους έδιναν την δυνατότητα να συνδεθούν με την παγκόσμια αγορά ως γέφυρα ανάμεσα στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Η κλονισμός της εμπιστοσύνης αυτής της ισλαμικής αστικής τάξης απέναντι στον Ερντογάν εκφράστηκε με την μορφή της πολιτικής κρίσης των σχέσεων του Ερντογάν και των ηγετών του ΑΚΡ που βρισκόταν γύρω του, με την ομάδα του ισλαμιστή ιμάμη, μεγαλοκαπιταλιστή Φετουλάχ Γκιουλέν, αλλά στη συνέχεια και με ανώτερα τμήματα της ηγεσίας του ΑΚΡ, γύρω από τον Νταβούτογλου και τον Γκιουλ.

Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες που άρχισαν να διαμορφώνονται από τις αρχές του 2011, το ζήτημα της αλλαγής του συντάγματος για να γίνει η τουρκική δημοκρατία προεδρική, αποκτούσε όλο και περισσότερο τον χαρακτήρα της προσπάθειας ενίσχυσης των εξουσιών του ίδιου του Ερντογάν, ο οποίος είχε γίνει πρόεδρος της δημοκρατίας.

Αλλά θα πρέπει να επισημανθεί ότι αυτό που συνήθως παρουσιάζεται ως προσωπική φιλοδοξία του Ερντογάν (νέος Σουλτάνος κτλ), είναι στην πραγματικότητα η έκφραση ενός βαθύτερου προβλήματος ηγεσίας της τουρκικής άρχουσας τάξης. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ανάγκη ενίσχυσης των εξουσιών του προέδρου προέκυπτε κατά βάση από τον περιορισμό του πολιτικού ρόλου του στρατού, που οδηγούσε σε αύξηση των πολιτικών εξουσιών του κοινοβουλίου (Εθνοσυνέλευσης). Η αύξηση των πολιτικών εξουσιών του προέδρου θα περιόριζε τα όρια των εξουσιών του κοινοβουλίου και άρα και τις πιθανότητες πολιτικής κρίσης, που θα μπορούσε να προκύψει από την αδυναμία συνεργασίας των κομμάτων και κυρίως, από την κινητοποίηση και την πίεση του λαϊκού παράγοντα. Όμως μέσα στις συνθήκες που περιγράφτηκαν, το ζήτημα των εξουσιών του προέδρου δεν είχε να κάνει πια (μόνο) με την αναδιάταξη των ιεραρχιών στην δομή του πολιτεύματος, αλλά με την ανακατανομή της πραγματικής εξουσίας, ανάμεσα στα τμήματα της άρχουσας τάξης και ανάμεσα στο σύνολο των μηχανισμών του αστικού κράτους. Η κοινωνική κρίση στην Τουρκία επέβαλε την συγκέντρωση της εξουσίας στον πρόεδρο της δημοκρατίας, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να χαράσσονται μακροπρόθεσμες αστικές στρατηγικές, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα συμφέροντα των διαφόρων μερίδων της αστικής τάξης και οι ενδοαστικοί ανταγωνισμοί. Τα πολιτικά κόμματα, ως πεδία οργάνωσης εναλλακτικών ή και αντικρουόμενων αστικών συμφερόντων, θα έπαιζαν έτσι ένα δευτερεύοντα ρόλο (ακόμα και το κόμμα του προέδρου).

Το πολιτειακό πλαίσιο μέσα στο οποίο επιτυγχάνεται αυτή η αναδιάταξη θα εξακολουθεί να είναι αστικοδημοκρατικό/κοινοβουλευτικό, γιατί οι εκλογές αποτελούν τον βασικό τρόπο νομιμοποίησης της προεδρικής εξουσίας. Σε αυτήν όμως την «άμεση» σχέση του προέδρου με τις μάζες, τα πολιτικά κόμματα παρεμβάλλονται μόνο ως ιμάντες μεταβίβασης της πολιτικής του προέδρου, με περιορισμένες δυνατότητες να επηρεάσουν στην διαμόρφωσή της.

Η αύξηση λοιπόν των εξουσιών του Ερντογάν ως προέδρου της δημοκρατίας, αποσκοπούσε στο να καταστήσει το τουρκικό πολιτικό σύστημα μια «ελεγχόμενη δημοκρατία», όπως αυτή την οποία βλέπουμε στην πιο «εξελιγμένη» της μορφή στη Ρωσία του Πούτιν (αλλά και ισχυρές τάσεις προς αυτήν μπορούμε να δούμε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες).

Οι στρατιωτικοί προσπάθησαν να απαντήσουν με μια δοκιμασμένη για τον τουρκικό στρατό μέθοδο: το στρατιωτικό πραξικόπημα, το οποίο δεν είχε πια τη μορφή διαγγέλματος, αλλά κανονικής στρατιωτικής επέμβασης και με το οποίο θα ξαναέδιναν στον στρατό το δικαίωμα να θέτει εκτός νόμου πολιτικά κόμματα και δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις.

Ο στρατός, και όχι τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αναδείχτηκε ως η βασική δύναμη ενάντια στην κυβέρνηση του ΑΚΡ, όχι τόσο επειδή η κοινοβουλευτική δύναμη του ισλαμιστικού κόμματος είναι συντριπτική μέσα στο κοινοβούλιο, όσο επειδή κανένα από τα δύο κεμαλικά κόμματα της αντιπολίτευσης, κυρίως το CHP ως κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν μπορούσαν να σχεδιάσουν μια αποτελεσματική αντιπολίτευση, η οποία να μην περιλαμβάνει την ανάμειξη του στρατού στην πολιτική. Οι οπαδοί της κοσμικότητας που είχαν κινητοποιηθεί από το CHP το 2007 στις διαδηλώσεις υπεράσπισης του κοσμικού χαρακτήρα του τουρκικού κράτους, το πιο ριζοσπαστικό σύνθημα που φώναζαν, καλούσε τον «στρατό να κάνει το καθήκον του».

Ο στρατός λοιπόν ήταν αυτός ο μηχανισμός ο οποίος μπορούσε να αναλάβει το καθήκον να δώσει συγκεκριμένη πολιτική έκφραση στην γενικευμένη δυσαρέσκεια που έχει προκαλέσει η εσωτερική και εξωτερική πολιτική του Ερντογάν σε ολόκληρη την αστική τάξη. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πραξικόπημα οργανώθηκε από την αστική τάξη, ούτε καν ότι η αστική τάξη ήθελε ένα πραξικόπημα. Ο Ερντογάν είχε οδηγήσει τον τουρκικό καπιταλισμό σε αδιέξοδο, η αστική τάξη ανησυχούσε και άρχισε να εμπιστεύεται όλο και λιγότερο τον Ερντογάν. Ο στρατός έρχεται λοιπόν να δώσει την δική του λύση σ' αυτή την αντιπαράθεση. Αυτή είναι μάλλον η εξίσωση της σχέσης του πραξικοπήματος με τον στρατό, την αστική τάξη και την κυβέρνηση του Ερντογάν. Από την εξίσωση αυτή λείπει όμως ένας πολύ σημαντικός παράγοντας, ο σημαντικότερος μάλλον για την εκδήλωση πραξικοπημάτων: ο λαϊκός παράγοντας.

Η τουρκική κοινωνία από το 2011 μπήκε σε μία κατάσταση κρίσης, της οποίας οι δύο βασικές παράμετροι είναι από τη μία πλευρά οι εξεγερσιακές καταστάσεις και η ανάπτυξη της αριστεράς και από την άλλη η κρίση μέσα στους μηχανισμούς της αστικής εξουσίας. Τα χαρακτηριστικά αυτής της κρίσης ήταν η ανικανότητα του ΑΚΡ να διαμορφώσει κοινωνικές συναινέσεις ή να επιβάλει κοινωνική ειρήνη, η αδυναμία του κοινοβουλευτισμού, που επιδεινώνεται από την είσοδο στη βουλή της αριστεράς, οι συγκρούσεις στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος και η διάλυση των πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών του, καθώς και η συγκέντρωση των εξουσιών σε δύο ανταγωνιστικούς πόλους, τον πρόεδρο της δημοκρατίας και τον στρατό.

Η κρίση στους μηχανισμούς εξουσίας αναπαράγει τις συνθήκες που συντηρούν ένα υποφώσκον εξεγερσιακό κλίμα, αλλά ο λαϊκός παράγοντας δεν έχει βρει μια ενιαία πολιτική προοπτική για να προχωρήσει: ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός του Γκεζί δεν βρίσκει τρόπους να εκδηλωθεί, η εξέγερση της κουρδικής νεολαίας δεν εξελίχθηκε σε ένα ριζοσπαστικό δημοκρατικό κίνημα σε ολόκληρη την Τουρκία, έτσι ώστε να θέσει σε κίνηση τις βασικές ταξικές δυνάμεις της κούρδικης και τούρκικης εργατικής τάξης, η εκλογική επιτυχία της αριστεράς το καλοκαίρι του 2015 δεν μετατράπηκε σε μαζικό κίνημα ενάντια στις επιθέσεις της κυβέρνησης...

Όμως η κυβέρνηση, αλλά και ολόκληρο το κοινοβουλευτικό σύστημα της Τουρκίας, δεν μπορεί να επιβάλει συνθήκες κοινωνικής ομαλότητας (με συναίνεση ή με καταστολή) και τα φαινόμενα παράλυσής του οδηγούν στην αναζήτηση αυταρχικών μεθόδων διακυβέρνησης, οι οποίες όμως δεν είναι εύκολο να επιβληθούν μέσα στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού συστήματος. Ο στρατός, ένας πόλος εξουσίας που χαίρει εκτίμησης από ένα τεράστιο κομμάτι της αστικής τάξης (αν όχι από το σύνολό της) ως αντίβαρο στις εκλεγμένες κυβερνήσεις, αλλά και από μεγάλα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων καθώς και από πολλά κοινοβουλευτικά κόμματα, ενισχυμένος από τον πόλεμο στο Κουρδιστάν, αποφασίζει να κινηθεί για να επιλύσει τα αδιέξοδα του κοινοβουλευτισμού και να αναλάβει άμεσα ο ίδιος την επιβολή της ομαλότητας.

bfc59ec046c4410ca27b7372a781c17b 18

Το πραξικόπημα ως καθήκον του στρατού

Η γλώσσα του διαγγέλματος με το οποίο οι αξιωματικοί ανακοίνωσαν την ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης του ΑΚΡ, ήταν η γνήσια γλώσσα όλων των προηγούμενων πραξικοπημάτων των κεμαλικών: υπεράσπιση του κοσμικού χαρακτήρα της τουρκικής δημοκρατίας. Αυτό δείχνει, ότι παρά τους ισχυρισμούς της τουρκικής κυβέρνησης ότι το πραξικόπημα οργανώθηκε από τους οπαδούς του ισλαμιστή Γκιουλέν, στην πραγματικότητα ο πολιτικός λόγος των πραξικοπηματιών δεν ήταν η γλώσσα του Γκιουλέν και των οπαδών του. Οι οπαδοί του Γκιουλέν, η συμμετοχή των οποίων στο πραξικόπημα μάλλον δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, στην πραγματικότητα είχαν δευτερεύοντα ρόλο, τόσο πιθανόν στην οργάνωση και στον σχεδιασμό του πραξικοπήματος όσο και στον σχεδιασμό της επόμενης μέρας. Η επόμενη μέρα δεν θα έπρεπε να έχει τίποτα το ισλαμικό. Απ' ο,τι φαίνεται λοιπόν, κεντρικό ρόλο στο πραξικόπημα έπαιζαν οι οπαδοί των κεμαλικών παραδόσεων.

Όμως πρέπει να γίνει σαφές, ότι το πραξικόπημα δεν θα μπορούσε να αποφασιστεί χωρίς τη συμμετοχή των «γκιουλενιστών», οι οποίοι (στο βαθμό που μπορεί να θεωρηθούν ως κάτι το σχετικά ενιαίο) αποτελούν ένα εκτεταμένο δίκτυο (cemaat) που απλώνεται σε όλους τους κρατικούς μηχανισμούς και στις οργανώσεις της «κοινωνίας των πολιτών» (αστικούς μηχανισμούς όχι άμεσα υπαγόμενους στο αστικό κράτος).

Στο πραξικόπημα συμμετείχαν οι αξιωματικοί των δύο τρίτων περίπου του στρατού ξηράς, καθώς και μεγάλα τμήματα αξιωματικών των άλλων σωμάτων. Αλλά ακόμα και οι αξιωματικοί που δεν συμμετείχαν, δεν προσπάθησαν να το εμποδίσουν, κρατώντας μια στάση αναμονής, ευνοϊκής για τους πραξικοπηματίες. Είναι πολύ μικρό το ποσοστό των αξιωματικών που τάχθηκαν με το μέρος της κυβέρνησης και ο ρόλος τους στην αποτροπή του πραξικοπήματος είναι στην πραγματικότητα ασήμαντος.

Είναι σαφές ότι οι πραξικοπηματίες κινήθηκαν έχοντας επίγνωση ότι η λύση που θα επέβαλαν θα είχε την έγκριση των παραδοσιακών συμμάχων της τουρκικής αστικής τάξης: των ΗΠΑ και της ΕΕ. Οι ανακοινώσεις καταδίκης του πραξικοπήματος και από τις δυο πλευρές ήρθαν αφού πια το πραξικόπημα είχε αποτραπεί. Η στάση των συμμάχων της δείχνει τις πραγματικές διαθέσεις της τουρκικής αστικής τάξης: ένα πραξικόπημα που θα έβγαζε από τη μέση την κυβέρνηση του ΑΚΡ, θα ξανάφερνε τις σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ σε μια κατάσταση όπως πριν από το 2002 και θα έδινε νέα πνοή στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ. Όπως ακριβώς έγινε και μετά το πραξικόπημα που ανέτρεψε την κυβέρνηση στην οποία κυριαρχούσε το ισλαμιστικό Ρεφάχ Παρτισί του Ερμπακάν το 1997.

Στις αναλύσεις που γίνονται επαναλαμβάνεται συχνά, ότι το πραξικόπημα, που σχεδιαζόταν εδώ και πολύ καιρό, απέτυχε επειδή ήταν πρόωρο.

Συνήθως ο χαρακτηρισμός «πρόωρο» έχει να κάνει με μερικές ώρες ή μερικές μέρες διαφορά πριν από μια υποτίθεται πιο κατάλληλη χρονική στιγμή για την εκδήλωσή του. Όμως το πραξικόπημα ήταν πραγματικά πρόωρο από μια διαφορετική άποψη. Εκδηλώθηκε για να προλάβει εκκαθαρίσεις ενός τμήματος των επίδοξων πραξικοπηματιών που ετοιμαζόταν να κάνει ο Ερντογάν σε λίγες μέρες, δεν είχαν όμως διαμορφωθεί οι κατάλληλοι κοινωνικοί όροι για την εκδήλωσή του. Η κυβέρνηση του Ερντογάν δεν είχε φτάσει ως το σημείο να έρθει σε αντιπαράθεση με τις λαϊκές μάζες που την ψήφισαν, ή τουλάχιστον να προκληθούν κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα που να αδρανοποιήσουν αυτές τις μάζες. Επίσης, και κυρίως, δεν είχαν διαμορφωθεί οι κοινωνικοί όροι που να καθιστούν το σύνολο των λαϊκών μαζών αδιάφορο για την τύχη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Οι πραξικοπηματίες είχαν επίγνωση αυτών των αδυναμιών και γι' αυτό η απόπειρα πραξικοπήματος διέφερε από τα παλιότερα πραξικοπήματα της Τουρκίας. Το βράδυ της 15ης Ιούλη οι πραξικοπηματίες είχαν προετοιμαστεί να εξαπολύσουν μια μαζική σφαγή για να επικρατήσουν.

Από μια ορισμένη άποψη, το πραξικόπημα επικράτησε για μερικές ώρες. Το κοινοβούλιο βομβαρδίστηκε και φυσικά δεν λειτούργησε ως κέντρο οργάνωσης της αντίστασης στο πραξικόπημα. Το ίδιο έγινε και με την κυβέρνηση, της οποίας οι ηγέτες ήταν εξαφανισμένοι και δεν μπορούσαν να εκδώσουν ούτε μια ανακοίνωση. Ο ανώτατος αρχηγός, ο πρόεδρος, ήταν αποκλεισμένος σε μια παραθαλάσσια περιοχή, κυνηγημένος από τους πραξικοπηματίες και μάλλον έψαχνε τρόπου διαφυγής στη δύση. Η κρατική τηλεόραση που καταλήφθηκε από τους πραξικοπηματίες (αν και μάλλον όχι ολοκληρωτικά, καθώς οι εργαζόμενοι αντιστέκονταν) μετέδωσε την ανακοίνωση της ανατροπής της κυβέρνησης. Μέχρι εκείνη τη στιγμή καμιά στρατιωτική μονάδα δεν κινήθηκε για να σταματήσει τους πραξικοπηματίες.

Ο παράγοντας που άλλαξε την κατάσταση ήταν η κινητοποίηση του κόσμου. Όταν έγινε σαφές ότι πρόκειται για πραξικόπημα, πολλές χιλιάδες άνθρωποι άρχισαν να βγαίνουν στους δρόμους, πολλοί απ' αυτούς κινητοποιημένοι από τα ισλαμιστικά δίκτυα, αλλά επίσης πολλοί, με δικιά τους πρωτοβουλία. Ο κόσμος αυτός αποφάσισε να μην αφήσει να εξελιχθεί το πραξικόπημα και μπήκε μπροστά στα τανκς για να τα σταματήσει, ενώ ταυτόχρονα εισέβαλε στο αεροδρόμιο της Ισταμπουλ που το είχαν καταλάβει οι πραξικοπηματίες.

Η αντίδραση του κόσμου παρέλυσε τη θέληση των κατώτατων αξιωματικών και των στρατιωτών (οι τελευταίοι μάλλον δεν γνώριζαν ότι παίρνουν μέρος σε πραξικόπημα). Αυτοί οι οποίοι υλοποιούσαν τις διαταγές των πραξικοπηματιών -τα γρανάζια του πραξικοπηματικού μηχανισμού που ήρθαν σε άμεση επαφή με τις λαϊκές μάζες- αισθάνθηκαν ότι έχουν απέναντί τους μια συνολική λαϊκή αντίθεση, ενώ αυτοί οι οποίοι προσπάθησαν να σταματήσουν τα τανκς με τα χέρια τους αισθάνονταν ότι έχουν τη συμπαράσταση της πλειοψηφίας της κοινωνίας. Αυτός ο συσχετισμός ψυχολογικής δύναμης και βούλησης είναι εξίσου σημαντικός με τους αριθμούς των δυνάμεων που αντιπαρατίθενται. Από την άποψη της πολεμικής τεχνολογίας, όσο μεγάλο κι αν ήταν το πλήθος που κατέβηκε άοπλο για να σταματήσει τα τανκς, αυτά θα μπορούσαν να προχωρήσουν περνώντας απλώς πάνω από σώματα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων. Αλλά η αποφασιστικότητα του κόσμου, ο οποίος δεν υποχώρησε, ακόμα κι όταν άρχισαν να τον πυροβολούν και να τον εξοντώνουν στους κεντρικούς δρόμους, ήταν ένας καθοριστικός παράγοντας. Έτσι, οι πραξικοπηματίες δεν μπόρεσαν να καταλάβουν την Ισταμπούλ.

Η ανακατάληψη του αεροδρομίου από το πλήθος έδωσε τη δυνατότητα στον Ερντογάν να μπορέσει να επιστρέψει στην Ισταμπούλ και να ξαναγίνει αρχηγός του κράτους. Το πραξικόπημα είχε καταρρεύσει.

cb8faaafda4d8da560afdd0a6ff2c0000

Ποιοι κατέβηκαν τελικά να σταματήσουν το πραξικόπημα;

Αλλά ποιοι κατέβηκαν τελικά να σταματήσουν το πραξικόπημα; Τα σοβινιστικά ΜΜΕ της Ελλάδας, αναφέρονται σ' αυτόν τον κόσμο με τους χαρακτηρισμούς: «οπαδοί του Ερντογάν» ή «ισλαμιστές» (που συγκρούστηκαν με τους «αντιπάλους» του Ερντογάν), «τουρκικός όχλος», «μουσουλμανικός όχλος».

Δεν έχει υπάρξει μέχρι στιγμής καμιά σοβαρή προσπάθεια ανάλυσης των χαρακτηριστικών του πλήθους που αντιστάθηκε στα τανκς. Αλλά το πρώτο που θα πρέπει να επισημανθεί, είναι ότι το ΑΚΡ όχι μόνο ψηφίζεται από τους μισούς πολίτες της Τουρκίας, αλλά και, το κυριότερο, από τα πιο φτωχά κομμάτια της κοινωνίας και βέβαια από την συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Άρα λοιπόν αν πιστέψει κανείς τα ΜΜΕ (και όχι μόνο αυτά), ότι αυτοί που αντιστάθηκαν ήταν υποστηρικτές της κυβέρνησης, αυτό από μόνο του είναι ένα στοιχείο για την ταξική σύνθεση αυτού του κόσμου.

Όμως στις πλατείες και τους κεντρικούς δρόμους της Ισταμπούλ συνέρρευσε ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων που δεν ήταν μόνο ψηφοφόροι/οπαδοί της κυβέρνησης. Πολλοί/πολλές απ' αυτούς κι αυτές συμμετείχαν στις συγκρούσεις με τον στρατό. Συμμετείχαν ακόμα και πρόσφυγες από τις αραβικές χώρες (τη Συρία και την Αίγυπτο), οι οποίοι είδαν την αντίσταση στο πραξικόπημα μέσα από τις εμπειρίες της Αραβικής Άνοιξης και οι οποίοι φοβούνταν ότι αν πετύχαινε το πραξικόπημα θα διώχνονταν απ' την Τουρκία. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι το σύνολο των λαϊκών μαζών της Τουρκίας ήθελε να καταρρεύσει το πραξικόπημα, κι αυτό ισχύει ακόμα και για τη λαϊκή βάση των άλλων δύο αστικών κομμάτων, όχι μόνο του CHP, αλλά και του ακροδεξιού ΜΗΡ.

Το μόνο κόμμα που κάλεσε σε αντίσταση ήταν το ΑΚΡ και ως εκ τούτου, μόνο τα δίκτυα του ΑΚΡ μπορούσαν να προσφέρουν ένα στοιχειώδη συντονισμό στην αντιπραξικοπηματική δράση. Έτσι, τα μέλη/ψηφοφόροι των άλλων κομμάτων, από τα οποία κανένα δεν κάλεσε τον λαό και τους ψηφοφόρους τους να αντισταθούν, δεν μπορούσαν να έχουν μια οργανωμένη παρουσία.

Οι ανακοινώσεις που εξέδωσαν τα περισσότερα κόμματα της αριστεράς (από το HDP μέχρι το PKK και το Κομουνιστικό Κόμμα) την επόμενη μέρα του πραξικοπήματος επαναλαμβάνουν στα βασικά τους σημεία μία κοινή προσέγγιση: πρόκειται για μια σύγκρουση αντιδραστικών, αστικών δυνάμεων στην οποία η αριστερά δεν πρέπει να υποστηρίξει την μια ή την άλλη πλευρά. Η άποψη αυτή ουσιαστικά αποδέχεται ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα να κινητοποιηθεί η αριστερά εναντίον του πραξικοπήματος, χωρίς να υποστηρίξει την κυβέρνηση του ΑΚΡ.

Στη ρίζα αυτής της τοποθέτησης βρίσκονται δύο σοβαρές πολιτικές αδυναμίες: μια ανάλυση που θεωρεί το πολιτικό Ισλάμ ως κάτι ολοκληρωτικά αντιδραστικό (που εξισώνεται με τον φασισμό) και τις λαϊκές μάζες που ακολουθούν τους ισλαμιστές ως δυνάμεις της αντίδρασης με τις οποίες η αριστερά δεν μπορεί να κινητοποιηθεί· και ταυτόχρονα, μια ανάλυση η οποία αναγνωρίζει στον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους προοδευτικές αξίες που πρέπει να υποστηριχθούν στην αντιπαράθεση με τους ισλαμιστές.

civils6

Η αριστερά, ο κεμαλισμός και το πολιτικό Ισλάμ

Οι απόψεις αυτές έχουν τις ρίζες τους στις πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε η τούρκικη αριστερά, τη δεκαετία του 60. Το 1960 ο τουρκικός στρατός ανέτρεψε την κυβέρνηση του δεξιού Δημοκρατικού Κόμματος (Demokrat Partisi) του Μεντερές (τον οποίο και εκτέλεσε μαζί με την κυβέρνησή του). Στη συνέχεια υπό την εξουσία του στρατού εκπονήθηκε ένα σύνταγμα το οποίο παραχωρούσε πολιτικές ελευθερίες που επέτρεψαν να δημιουργηθούν εργατικά συνδικάτα και αριστερές οργανώσεις. Η αντίφαση αυτή εξηγείται από τις προσπάθειες του στρατού και της τουρκικής αστικής τάξης να επισπεύσουν τις διαδικασίες εκσυγχρονισμού του τουρκικού καπιταλισμού, διαμορφώνοντας τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν στις ευρωπαϊκές χώρες. Στην Τουρκία, μια χώρα στην οποία η εργατική τάξη ήταν ακόμα ένα μικρό τμήμα του πληθυσμού, το συνδικαλιστικό και φοιτητικό κίνημα ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, ο στρατός θεωρούσε ότι μπορούσε να κάνει αυτά τα δημοκρατικά ανοίγματα, χωρίς να απειληθεί άμεσα η αστική τάξη.

Αυτό το «προοδευτικό πραξικόπημα», όπως θεωρήθηκε από πολλούς (βέβαια ένας απ΄ τους ηγέτες του πραξικοπήματος αυτού ήταν ο στρατηγός που λίγο αργότερα ίδρυσε το ακροδεξιό κόμμα ΜΗΡ), τροφοδότησε μια αριστερή ανάλυση την οποία υιοθέτησε το σύνολο σχεδόν της αριστεράς που γεννήθηκε μέσα σ' αυτές τις συνθήκες. Σύμφωνα μ' αυτή την ανάλυση ο στρατός ή τμήματά του, αποτελούν μια βασική κοινωνικοπολιτική δύναμη για τον ριζικό εκδημοκρατισμό της τουρκικής κοινωνίας, βασικότερο ακόμα και από την εργατική τάξη. Η θεωρία αυτή επιβίωσε και μετά το πραξικόπημα του 1971, το οποίο στρεφόταν άμεσα εναντίον του εργατικού κινήματος και της αριστεράς και μ' αυτές τις απόψεις «ανατράφηκε» και διογκώθηκε και η αριστερά της δεκαετίας του '70.

Το πραξικόπημα του 1980 διέλυσε με αιματηρό τρόπο αυτές τις αυταπάτες, συνέχισε όμως να υπάρχει μέσα στην αριστερά η άποψη ότι το κοσμικό κράτος, θεματοφύλακας του οποίου είναι ο στρατός έχει προοδευτικά χαρακτηριστικά σε σχέση με το πολιτικό Ισλάμ που το αμφισβητεί.

Το λάθος που υπάρχει σ' αυτή την ανάλυση είναι η αδυναμία να κατανοηθεί ότι η κοσμικότητα του τουρκικού αστικού κράτους αποτέλεσε ένα από τα βασικά στοιχεία με τα οποία συγκροτήθηκε η κυριαρχία της τουρκικής αστικής τάξης. Αρχικά ενάντια στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις της οθωμανικής περιόδου, οι οποίες έπρεπε να εξαλειφθούν. Στη συνέχεια ενάντια στις λαϊκές μάζες της Τουρκίας, η πειθάρχηση των οποίων, παίρνει την ιδεολογική μορφή του αναγκαστικού εκσυγχρονισμού τους. Ως τέτοια, η κοσμικότητα συνεχίζει να παραμένει βασικό στοιχείο της πολιτιστικής ηγεμονίας της αστικής τάξης επάνω στην τουρκική κοινωνία, έχοντας ταυτόχρονα και έναν κομβικό πολιτικό ρόλο, καθώς λειτουργεί ως το συνδετικό στοιχείο μεταξύ της τουρκικής αστικής τάξης, του κράτους και του στρατού: ο στρατός εγγυάται τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους μιας κοσμικής αστικής τάξης. Έτσι, αυτά τα κοσμικά χαρακτηριστικά του αστικού κράτους, τα οποία αντιπαραβάλλονται στην «καθυστέρηση» και στον «σκοταδισμό» των λαϊκών μαζών, δίνουν την δυνατότητα σε μεγάλα τμήματα των κοσμικών μεσαίων στρωμάτων, να κατοχυρώνουν μια θέση ανωτερότητας απέναντι στις λαϊκές μάζες, αλλά και απέναντι στην ισλαμική μεσαία τάξη.

Η κοσμικότητα διαμορφώνει λοιπόν τον άξονα γύρω από τον οποίο συγκροτούνται τα ιδεολογικά σχήματα της κοινωνικής ανωτερότητας και κατωτερότητας, του πολιτισμένου και του απολίτιστου, του «λευκού» Τούρκου (Ευρωπαίου) και του «μαύρου» Τούρκου (Ασιάτη).

Θα πρέπει επιπλέον να αναφερθεί, ότι η κοσμικότητα αποτελεί επίσης βασικό στοιχείο της τουρκικής εθνικότητας, δηλαδή μιας εθνικής ταυτότητας η οποία επιβάλλεται για να εξαλείψει τις άλλες εθνικές ταυτότητες που υπάρχουν εντός των ορίων του τουρκικού κράτους, κυρίως της κουρδικής εθνικής ταυτότητας.

Έτσι, στη σύγκρουση κεμαλιστών (υπερασπιστών της κοσμικότητας) και πολιτικού Ισλάμ συμπυκνώνονται όλες οι παραπάνω αντιθέσεις, τις οποίες η κάθε πλευρά επιχειρεί να επιλύσει προβάλλοντας το δικό της ιδεολογικό μοντέλο με το οποίο καλύπτει ταυτόχρονα τις κοινωνικές αιτίες που βρίσκονται στη ρίζα αυτών των αντιθέσεων.

Για παράδειγμα, η προβολή μιας θρησκευτικής ταυτότητας έναντι της εθνικής, αποτελούσε για το ΑΚΡ, εκτός των άλλων, και ένα ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούσε να επιχειρηθεί μια μερική επίλυση του κουρδικού: η εθνική ταυτότητα των Κούρδων μπορούσε να αναγνωριστεί και να ενσωματωθεί δίπλα στην τουρκική, μέσα σε μία νέα ισλαμική εθνική ταυτότητα.

eg15

Μετά το πραξικόπημα... ο Ερντογάν κυρίαρχος;

Σ' αυτή τη σύγκρουση, η οποία μετά τις 15 Ιούλη παίρνει την μορφή ανοιχτού πολέμου, ο Ερντογάν φαίνεται να έχει βγει νικητής και να έχει ενισχύσει τις δυνάμεις του. Είναι όμως έτσι;

Ο Ερντογάν έφτασε πολύ κοντά στην ανατροπή του (ή ακόμα και ανατράπηκε για λίγες ώρες) αλλά κατάφερε να επιβιώσει μόνο εξαιτίας της κινητοποίησης λαϊκών μαζών. Τις επόμενες μέρες μετά το πραξικόπημα παρέμεινε στην Ισταμπούλ, επειδή δεν θεωρούσε την Άγκυρα ασφαλή, και ζητούσε από τον κόσμο να συνεχίζει να κατεβαίνει στους δρόμους. Στην πραγματικότητα, όσο θα διαρκεί η εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού από τους υποστηρικτές του πραξικοπήματος (αυτού που έγινε ή ενός που θα μπορεί να εκδηλωθεί στο μέλλον), ο Ερντογάν θα συνεχίζει να έχει ανάγκη τις λαϊκές μάζες. Όμως μια αστική εξουσία που για να επιβιώσει χρειάζεται την κινητοποίηση των λαϊκών μαζών, είναι μια εξαιρετικά ασταθής και αδύναμη εξουσία.

Όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, οι παράγοντες που οδήγησαν στο πραξικόπημα ήταν τα ρήγματα στην εμπιστοσύνη της άρχουσας τάξης (ακόμα και της «ισλαμικής» αστικής τάξης) απέναντι στην κυβέρνηση του Ερντογάν. Οι αιτίες όμως αυτής της δυσαρέσκειας της αστικής τάξης συνεχίζουν να παραμένουν και να οξύνονται από τα τελευταία γεγονότα. Ο Ερντογάν για να επιβιώσει μετά το πραξικόπημα θα πρέπει να συγκρουστεί (και συγκρούεται) με τεράστια τμήματα των μηχανισμών του αστικού κράτους, οι οποίοι αποτελούν βασικούς εκφραστές αστικών συμφερόντων. Η αστική τάξη όμως έδειξε ότι δεν είναι διατεθειμένη να αναγνωρίσει τον Ερντογάν και το ΑΚΡ ως τους μοναδικούς διαχειριστές των οικονομικών και πολιτικών της υποθέσων.

Από την άλλη, οι εκκαθαρίσεις μέσα στον στρατό, οι οποίες μέχρι στιγμής φαίνεται να στρέφονται κυρίως εναντίον των «γκιουλενιστών» και δευτερευόντως εναντίον των κεμαλιστών, θα μεγαλώσουν ακόμα περισσότερο την εχθρότητα του στρατού προς το ΑΚΡ και προς τον Ερντογάν.

Τα χτυπήματα που επιφέρει αυτή τη στιγμή ο Ερντογάν εναντίον των μηχανισμών του αστικού κράτους, προσθέτουν περισσότερους λόγους για την αστική τάξη και τον στρατό να θέλουν να απαλλαγούν απ' αυτόν. Ένα νέο πραξικόπημα δεν θα πρέπει να θεωρείται πια απίθανο για το μέλλον.

Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια η κινητοποίηση των λαϊκών μαζών συμβάλλει στην πολιτική αποσταθεροποίηση και αυξάνει τις δυσκολίες του Ερντογάν να αποκαταστήσει άμεσα την εμπιστοσύνη της αστικής τάξης. Όμως από την άλλη, δεν είναι δεδομένο ότι οι λαϊκές κινητοποιήσεις δεν θα αρχίσουν να αποσταθεροποιούν και την ίδια τη δύναμη του Ερντογάν. Η τουρκική κοινωνία συνταράχτηκε από δύο εξεγέρσεις (του Γκεζί και της κουρδικής νεολαίας), οι οποίες στρέφονταν εναντίον του αυταρχισμού της κυβέρνησης του ΑΚΡ, αλλά και από έναν αιματηρό εμφύλιο που εξαπέλυσε ο Ερντογάν εναντίον των Κούρδων. Οι λαϊκές μάζες που πήραν μέρος σ' αυτές τις εξεγέρσεις δεν μπορούν να αποδεχτούν την κυβέρνηση του ΑΚΡ, όσο κι αν είναι διατεθειμένες να παλέψουν ενάντια σε ένα πραξικόπημα. Κι από την άλλη, οι λαϊκές μάζες που αυτή τη στιγμή κινητοποιούνται και στηρίζουν το ΑΚΡ, κυρίως επειδή το θεωρούν ως το καταλληλότερο πολιτικό εργαλείο εναντίον των στρατιωτικών, είναι πολύ πιθανό ότι θα αρχίσουν να θέτουν διεκδικήσεις οι οποίες να αφορούν σε βελτιώσεις των συνθηκών ζωής τους και σε διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Η απόφαση του ΑΚΡ να θέσει τη χώρα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης (η οποία μάλλον θα επεκταθεί στους έξι μήνες), μπορεί να φέρει το ΑΚΡ σε αντιπαράθεση, ακόμα και με τις κινητοποιήσεις των λαϊκών μαζών που αυτή τη στιγμή το υποστηρίζουν.

Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες η παρέμβαση της αριστεράς θα έχει κρίσιμη σημασία. Μια αποφασιστική κινητοποίηση της αριστεράς εναντίον των στρατιωτικών πραξικοπημάτων, μαζί με τις λαϊκές μάζες που υποστηρίζουν το ΑΚΡ και οι οποίες είναι διατεθειμένες να κινητοποιηθούν για να σταματήσουν τα τανκς, αλλά και ταυτόχρονα, η πάλη ενάντια στον νόμο εκτάκτου ανάγκης του Ερντογάν, στην οποία η αριστερά θα καλέσει να συμμετέχουν και οι λαϊκές μάζες που υποστηρίζουν το ΑΚΡ.

Μια τέτοια παρέμβαση της αριστεράς, θα μπορούσε πιθανόν να αποτελέσει την έναρξη ενός μαζικού κινήματος που θα εξάλειφε κάθε κίνδυνο πραξικοπήματος, θα έθετε ως κεντρικό αίτημα τα δικαιώματα των Κούρδων και θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή της κυβέρνησης του Ερντογάν μέσα από την κινητοποίηση των λαϊκών μαζών που αυτή τη στιγμή τον στηρίζουν ενάντια στους στρατηγούς.

Εάν η αριστερά δεν διεκδικήσει και δεν καταφέρει να παίξει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο μέσα στις μάζες που κινητοποιούνται, υπάρχει ο κίνδυνος, να επιχειρήσει ο Ερντογάν να στρέψει τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών που υποστηρίζουν το ΑΚΡ, εναντίον της αριστεράς. Να επιχειρήσει δηλαδή να διοχετεύσει τον ριζοσπαστισμό που θα αναπτύσσεται όσο κινητοποιούνται, σε μία σύγκρουση με ο,τιδήποτε κοσμικό, για να μη στραφεί σε κοινωνικές και οικονομικές διεκδικήσεις.

Μπορούμε να δούμε στοιχεία αυτών των δυναμικών να αναπτύσσονται αυτή τη στιγμή ταυτόχρονα. Οι κινητοποιήσεις του HDP εναντίον του πραξικοπήματος, αλλά και εναντίον της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης και υπέρ της λύσης του Κουρδικού, δείχνουν ότι η αριστερά στην Τουρκία αισθάνεται την ανάγκη να βγει στο δρόμο και να διεκδικήσει να δώσει την δικιά της πολιτική έκφραση στην κινητοποίηση των λαϊκών μαζών. Η απόφαση του CHP να καλέσει κι αυτό συγκέντρωση ενάντια στο πραξικόπημα, δείχνει ότι η κοινωνική του βάση (κυρίως η συνδικαλισμένη εργατική τάξη και η νεολαία) θέλει να συμμετάσχει στο κίνημα ενάντια στο πραξικόπημα, για να έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που κήρυξε ο Ερντογάν.

Από την άλλη όμως πλευρά, η όξυνση των σχέσεων της Τουρκίας με την ΕΕ και τις ΗΠΑ, καθώς όλο και περισσότερο τείνει να πάρει τα χαρακτηριστικά μιας σύγκρουσης γύρω από ζητήματα με συμβολική σημασία (η κατάργηση της θανατικής ποινής ως σύμβολο των ευρωπαϊκών αξιών), μπορεί να εκτρέψει τις κινητοποιήσεις των λαϊκών μαζών στην υπεράσπιση «ισλαμικών» αξιών, εναντίον αυτών που τις αμφισβητούν στο εξωτερικό και στο εσωτερικό.

Τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν στην Τουρκία θα είναι τεράστιας σημασίας και θα έχουν διεθνείς επιπτώσεις. Σε κάθε περίπτωση, το δικό μας καθήκον είναι πάντοτε η αλληλεγγύη μας προς τον τουρκικό λαό και η συμπαράστασή μας στους αγωνιστές και τις αγωνίστριες των κινημάτων της Τουρκίας. Ακόμα και, ή κυρίως, όταν η «δικιά μας» άρχουσα τάξη μας καλεί να στραφούμε εναντίον του τουρκικού λαού.

epaselect turkey coup attempt

Σημειώσεις

1 Στις 31 Μαΐου 2010 οι ισραηλινές στρατιωτικές δυνάμεις επιτέθηκαν στο πλήρωμα του τουρκικού πλοίου Mavi Marmaraτο οποίο μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα, στα πλαίσια της διεθνούς καμπάνιας Free Gaza. Οι Ισραηλινοί δολοφόνησαν 8 Τούρκους ακτιβιστές και οι σχέσεις μεταξύ των δύο χώρες, Τουρκίας και Ισραήλ, οδηγήθηκαν σε κρίση.

Γράφτηκε από 
Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 28 Νοέμβριος 2016 14:56
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.