Παρασκευή, 05 Αύγουστος 2016 10:49

Η λάθος απάντηση (για την απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία)

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Djene Bajalan

Σε ένα πρόσφατο άρθρο στην Huffington Post[1] ο Τουρκο-Αμερικανός δημοσιογράφος Hasan Piker εξήγησε στους Αμερικανούς αναγνώστες το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου στην Τουρκία. Ο Piker παρουσιάζει μια αρκετά αμφισβητούμενη αιτιολόγηση των γεγονότων, αλλά η ανάλυσή του για το ρόλο του τουρκικού στρατού στην ιστορία της χώρας ήταν εντυπωσιακή:

«Πριν αναφέρουμε τους λόγους για τους οποίους έγινε το πραξικόπημα, επιτρέψτε μου να σας πω λίγο για τη στρατιωτική κουλτούρα της Τουρκίας. Η Τουρκία έχει μια μοναδική στρατιωτική παράδοση που χρονολογείται από αιώνες, όταν στην περιοχή κυριάρχησαν τα τουρκικά νομαδικά φύλα της Κεντρικής Ασίας. Ο στρατός είναι μια πηγή μεγάλης εθνικής υπερηφάνειας, και όλοι οι αρτιμελείς άνδρες άνω των 18 ετών είναι υποχρεωτικό να υπηρετήσουν.

Οι στρατιωτικοί παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην διακυβέρνηση του έθνους, παρέχοντας ένα επιπλέον επίπεδο ελέγχων και ισορροπιών. Κατά τα τελευταία 40 χρόνια ο στρατός έχει οργανώσει τέσσερα επιτυχημένα πραξικοπήματα, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την άμεση επιστροφή της εξουσίας σε εκλεγμένες μη στρατιωτικές κυβερνήσεις. Εξαιτίας αυτού, τα πραξικοπήματα στην Τουρκία είναι διαφορετικά από τα πραξικοπήματα σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, με την έννοια ότι συνήθως είναι αποδεκτά από τον λαό. Ο στρατός προστατεύει τους πολίτες από την καταπίεση, και έχει επανειλημμένα παρέμβει για τη διατήρηση των κοσμικών αξιών του ιδρυτή του έθνους, του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.»

Η ανάλυση καταλήγει στον ισχυρισμό ότι «οι Τούρκοι στρατιωτικοί είναι εδώ και πολλά χρόνια ένα προπύργιο του κοσμικού κράτους και μια πηγή εθνικής υπερηφάνειας - και δικαίως.»

Η ανάλυση αυτή, αν και ασύμμετρη, είναι κοινή μεταξύ των δυτικών ακαδημαϊκών, δημοσιογράφων και σχολιαστών. Ο Cenk Ugyur, προϊστάμενος του Piker στο δίκτυο The Young Turks, έχει εκφράσει το θαυμασμό του για τον τουρκικό στρατό,[2] και η Janine Zacharia σε άρθρο της στην Washington Post το 2010 περιγράφει τις ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας ως «αδιαμφισβήτητο φύλακα της κοσμικής δημοκρατίας, που παρεμβαίνει όταν το κρίνει απαραίτητο για να κρατήσει τη θρησκεία έξω από την πολιτική σε αυτό το σχεδόν αποκλειστικά μουσουλμανικό έθνος.»[3]

Αλλά η άποψη ότι οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις αποτελούν μια προοδευτική δύναμη στη χώρα είναι μια τελείως εσφαλμένη ανάγνωση της ιστορίας. Μια πιο προσεκτική ματιά στην εμπλοκή του στρατού στις τουρκικές υποθέσεις - και στις δράσεις του απέναντι τους ισλαμιστές, τους Κούρδους και τους αριστερούς - αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε μια προοδευτική δύναμη για τη δημοκρατία ούτε προστάτης της «εκκοσμίκευσης».

Τα προηγούμενα πραξικοπήματα

Ο ισχυρισμός Piker ότι οι Τούρκοι έχουν κάποιο είδος μοναδικής «στρατιωτικής κουλτούρας» που χρονολογείται από αιώνες είναι τελείως εξωφρενικός. Μια τέτοια ουσιοκρατική αναφορά φέρνει στο νου έναν φανταστικό χαρακτήρα του Ίαν Φλέμινγκ στο Από τη Ρωσία με Αγάπη, ο οποίος επισημαίνει ότι για τους σύγχρονους Τούρκους «όλα τα πρόσχημα της δημοκρατίας είναι για να σκοτώνουν» και ότι θέλουν μόνο «κάποιους σουλτάνους και πολέμους και βιασμούς και διασκέδαση.»

Είναι βεβαίως αλήθεια ότι ιστορικά οι Τούρκοι, καθώς και άλλοι κυρίως φυλετικά οργανωμένοι λαοί στη Μέση Ανατολή, όπως οι Βεδουίνοι Άραβες, οι Κούρδοι, και οι Βέρβεροι είχαν κάποτε μια κουλτούρα που επιβράβευε την ατομική πολεμική ανδρεία. Αλλά αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό φαινόμενο από τον σύγχρονο μιλιταρισμό.

Κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα, οι ολοένα και περισσότερο πολιορκούμενοι ηγεμόνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήλπιζαν να αναζωογονήσουν τις τύχες τους με την αναμόρφωση των ενόπλων τους δυνάμεων σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αυτό σήμαινε την εφαρμογή ενός προγράμματος μαζικής επιστράτευσης, μια καινοτομία στη Μέση Ανατολή.

Το πρόγραμμα υποχρεωτικής επιστράτευσης ήταν ένα βαθύ σοκ για την αγροτική κοινωνία στα εδάφη που απαρτίζουν σήμερα τη σύγχρονη Τουρκία. Για τα μέλη των φυλών και τους χωρικούς σε ολόκληρη την περιοχή, η υποχρεωτική υπαγωγή των γιων τους στη στρατιωτική θητεία δεν ήταν καθόλου ευπρόσδεκτη. Δεν ήταν δύσκολο μόνο για την οικογένεια και τους φίλους των νέων τους οποίους έπαιρναν, αλλά, γενικότερα, η στρατολόγηση αφαιρούσε μια σημαντική πηγή οικονομικής ζωής από το χωριό ή τη φυλή. Ως αποτέλεσμα, η αναγκαστική στρατιωτική θητεία συνάντησε πλατιά αντίσταση στην ύπαιθρο, που τη φοβόταν και τη μισούσε περισσότερο ακόμη και από τη φορολογία.

Έτσι ο ισχυρισμός ότι ο στρατός είναι μια πηγή «μεγάλης εθνικής υπερηφάνειας», ως εάν η υπερηφάνεια να προκύπτει από κάποια αρχαία παρόρμηση της τουρκικής «κουλτούρας» και όχι από πολιτικούς στόχους του σύγχρονου τουρκικού έθνους-κράτους (ή του οθωμανικού προδρόμου του), αποτελεί απόδειξη είτε μιας βαθιά παρανόησης είτε μιας πρόθεσης να ξαναγραφτεί η ιστορία της Τουρκίας.

Αυτό ισχύει και για τους χαρακτηρισμούς του Piker, «προοδευτικά» και «δημοκρατικά», για τα τέσσερα πραξικοπήματα[4] που έχει πραγματοποιήσει ο στρατός μετά την καθιέρωση των πολυκομματικών εκλογών το 1945.

Το πρώτο από αυτά τα πραξικοπήματα συνέβη το 1960, και ανέτρεψε την κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Adnan Menderes.[5] Υπήρξαν διάφορες αιτίες, μεταξύ των οποίων η στασιμότητα της οικονομίας, καθώς και ο αυξανόμενος αυταρχισμός του Μεντερές και οι φόβοι ότι βρισκόταν πολύ κοντά στην προσπάθεια να αναπροσανατολίσει την παραδοσιακά φιλοδυτική Τουρκία προς τη Μόσχα.

Ωστόσο, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, το πραξικόπημα του 1960 ήταν μια σύγκρουση μεταξύ των ελίτ, ανάμεσα στο Δημοκρατικό Κόμμα (DP - Demokrat Parti) του Μεντερές (το οποίο κέρδισε την υποστήριξη των γαιοκτημονικών τάξεων της Τουρκίας) και των γραφειοκρατικών και στρατιωτικών ελίτ που αισθάνθηκαν ότι η οικονομική και στρατιωτική τους δύναμη ήταν υπό απειλή.

Ενώ είναι βεβαίως αλήθεια ότι ο στρατός επέστρεψε την εξουσία σε μια πολιτική κυβέρνηση (μετά την εκτέλεση του Μεντερές), αυτή η μετάβαση υποκινήθηκε περισσότερο από τους φόβους μεταξύ των υψηλόβαθμων αξιωματικών του στρατού, ότι το στρατιωτικό καθεστώς θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για κάθε προοδευτική ώθηση στη δομή της διοίκησης. Άλλωστε, το πραξικόπημα ξεκίνησε εκτός των διοικητικών δομών, από τον συνταγματάρχη Alparslan Türkeş (τον ιδρυτή του νεοφασιστικού Εθνικιστικού Κόμματος Δράσης της Τουρκίας / Milliyetçi Hareket Partisi - MHP), και αμέσως μετά το πραξικόπημα ο Τουρκές και οι σύμμαχοί του, βρέθηκαν διορισμένοι σε θέσεις πρεσβευτών μακριά από την Άγκυρα.

Είναι επίσης αλήθεια ότι το πραξικόπημα του 1960 είχε ως αποτέλεσμα τη διακήρυξη του συντάγματος του 1961, το οποίο ήταν σημαντικά πιο δημοκρατικό από το προηγούμενο· αλλά αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό τυχαίο καθώς ο στρατός μεταβίβασε την αρμοδιότητα της συγγραφής ενός νέου συντάγματος σε μια ομάδα ακαδημαϊκών, στην οποία συμμετείχαν ο ιστορικός Tarık Zafer Tunaya και ο καθηγητής νομικής Mumtaz Soysal, οι οποίοι είχαν αριστερο-φιλελεύθερες πολιτικές τάσεις.

Παρ' όλ' αυτά, η στρατιωτική παρέμβαση του 1971 αναίρεσε σύντομα τις δημοκρατικές ελευθερίες. Το πραξικόπημα του 1971 ξεκίνησε σε μεγάλο βαθμό ως απάντηση στην αυξανόμενη επιρροή της Αριστεράς, η οποία, χάρη στις σχετικά δημοκρατικές διατάξεις του συντάγματος του 1961, κέρδιζε σιγά-σιγά έδαφος στο τουρκικό κοινοβούλιο, με τη μορφή του Εργατικού Κόμματος της Τουρκίας (TIP - Türkiye İşçi Partisi) - ενός προοδευτικού πολιτικού κόμματος που προσπάθησε να φέρει την κοινωνική δημοκρατία στην Τουρκία με συνταγματιστικά μέσα.

Το 1971 πραγματοποιήθηκε ένα κύμα συλλήψεων αριστερών και Κούρδων. Το TIP τέθηκε εκτός νόμου και φιλοκουρδικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, όπως οι Επαναστατικές Ανατολικές Πολιτιστικές Οργανώσεις (DDKO - Devrimci Doğu Kültür Ocakları) κατεστάλησαν.

Το πραξικόπημα του 1980 έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Οι Κούρδοι και οι αριστεροί συνελλήφθησαν μαζικά για άλλη μια φορά και χιλιάδες βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν. Μάλιστα, η απάνθρωπη μεταχείριση των Κούρδων στην διαβόητη στρατιωτική φυλακή του Ντιγιαρμπακίρ ενίσχυσε την υποστήριξη στο Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK - Partiya Karkerên Kurdistan)[6] περισσότερο από οποιοδήποτε προπαγανδιστικού φυλλαδίου που έγραψε ο ιδρυτής της ομάδας, Αμπντουλάχ Οτσαλάν.

Επιπλέον, ανασυγκροτώντας την τουρκική κοινωνία, η χούντα του 1980 απομακρύνθηκε από τις πολιτικές της εκβιομηχάνισης για την αντικατάσταση των εισαγωγών και τον κρατικό έλεγχο των «ανώτερων επιπέδων» της οικονομίας που ακολουθήθηκε από τις τουρκικές κυβερνήσεις από τη δεκαετία του 1930, για να εγκαθιδρύσει μια νεοφιλελεύθερη οικονομική τάξη (υπό το αιγίδα του Τουργκούτ Οζάλ, πρώην υπαλλήλου της Παγκόσμιας Τράπεζας), μια οικονομικής τάξη που διαμόρφωσε το οικονομικό υπόβαθρο του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ - Adalet ve Kalkınma Partisi) του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.[7]

Κι ο ισχυρισμός ότι ο τουρκικός στρατός ήταν ο θεματοφύλακας του κοσμικού κράτους; Κι αυτό δεν είναι είναι αληθινό και εύκολα διαψεύδεται από μια βιαστική εξέταση της τουρκικής ιστορίας. Ο Ατατούρκ ποτέ δεν «εκκοσμίκευσε» την Τουρκίας, με την έννοια του διαχωρισμού του τζαμιού από το κράτος· απλώς το απομάκρυνε από τη σφαίρα του πολιτικού και νομικού λόγου και επιδίωξε να το εκτουρκίσει.

Τα θρησκευτικά ιδρύματα συνέχισαν να επιβλέπονται από ένα κρατικό ίδρυμα, το Diyanet, το οποίο ήταν υπεύθυνο για τη διατήρηση και την οικοδόμηση των θρησκευτικών ιδρυμάτων, καθώς και για τη διανομή των μισθών στους Τούρκους κληρικούς.

Ο βασικός στόχος του τουρκικού στρατού, και γενικότερα της κεμαλικής ελίτ, ήταν να ελέγξει τη θρησκεία και να την θέτει σε κίνηση ως μέρος της διαδικασίας οικοδόμησης του τουρκικού έθνους και όχι να την εξορίσει στην ιδιωτική σφαίρα. Αυτό γίνεται πιο καθαρό στις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν από την χούντα που κατέλαβε την εξουσία το 1980. Σε μια κίνηση που αποσκοπούσε στην ανοσοποίηση της τουρκικής νεολαίας από τους «κινδύνους» του αριστερισμού, η στρατιωτική κυβέρνηση ενέκρινε την επέκταση του τουρκικού συστήματος των θρησκευτικών σχολείων, καθώς και τη συμπερίληψη του μαθήματος των «θρησκευτικών» στα κανονικά τουρκικά λύκεια.

Πράγματι, οι πολιτικές της στρατιωτικής χούντας του 1980 θα μπορούσαν κάλλιστα να θεωρηθούν ως κεντρικής σημασίας για τη σταδιακή ισλαμοποίηση της τουρκικής κοινωνίας. Ενώ ο στρατός είχε συχνά περιορίσει τις δράσεις των ισλαμιστών ομάδων που δεν ενέκρινε, δεν ήταν εναντίον της πολιτικής χρήσης του Ισλάμ καθ' ευατό.

Μη αποδεκτό

Τελικά, οι άνθρωποι στην Τουρκία όχι μόνο αποδέχτηκαν, αλλά εξέφρασαν και την ικανοποίησή τους για τα πραξικοπήματα, ως παρατηρητές, όπως ισχυρίζεται ο Piker;

Από τη μία πλευρά, ο θαυμασμός για τον στρατό ήταν κάτι συνηθισμένο μεταξύ των στενών γραφειοκρατικών και στρατιωτικών ελίτ που κυριαρχούσαν στην τουρκική πολιτική έως ότου νικήθηκαν από τον τωρινό πρόεδρο Ερντογάν και τους συμμάχους του, στα τέλη της δεκαετίας του 2000 και στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Και ο κεμαλικός εθνικισμός, με τα «κοσμικά» και «φιλοστρατιωτικά» μοτίβα του, ασκούσε επίσης μια μεγάλη έλξη στην ανώτερη μεσαία τάξη των αξιωματούχων της Τουρκίας και των επαγγελματιών, ιδίως στις μεγάλες πόλεις της Θράκης και της Δυτικής Ανατολίας.

Ακόμη και οι παρατάξεις με επιρροή μέσα στην τουρκική αριστερά είδαν κατά καιρούς τον ιδρυτή της δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ και τους στρατιωτικούς, στην εξουσία των οποίων βασίστηκε, ως δυνάμεις για την πρόοδο και τη δημοκρατική ανάπτυξη.

Αλλά πέρα από τα στενά τμήματα των γραφειοκρατικών και στρατιωτικών ελίτ της Τουρκίας, τα αποδεικτικά στοιχεία, ιδίως όσον αφορά το βίαιο στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980, φαίνεται να υποδηλώνουν ευρεία αποδοκιμασία των στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Το πραξικόπημα του 1980 επιζεί στη λαϊκή μνήμη ως ένα τρομακτικό γεγονός. Πράγματι, οι τραγωδίες του πραξικοπήματος έχουν αποτελέσει θέμα των μέινστριμ λαϊκών ταινιών, όπως η ταινία του Çağan Irmak του 2005, Babam ve Oğlum (Ο πατέρας μου και ο γιος μου).

Η ιστορία της συμμετοχής των Τούρκων στρατιωτικών στην καταστολή των προοδευτικών δυνάμεων στην Τουρκία και ο ρόλος τους στην (ακούσια) καλλιέργεια των σπόρων του αυξανόμενου ισλαμικού ριζοσπαστισμού είναι κάτι το κτηνώδες. Στην πραγματικότητα, με μια τέτοια ιστορία, δεν πρέπει να απορεί κανείς για το ότι όχι μόνο οι υποστηρικτές του ΑΚΡ, αλλά και τα προοδευτικά κόμματα,[8] όπως το φιλοκουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP - Halkların Demokratik Partisi) και ακόμη και το κοσμικό-εθνικιστικό Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (CHP - Cumhuriyet Halk Partisi) καταδίκασαν τις προσπάθειες των παρατάξεων στο εσωτερικό του στρατού να καταλάβουν την εξουσία το βράδυ της 15ης Ιουλίου. Πολλοί Τούρκοι εξιδανικεύουν τους στρατιωτικούς, αλλά δεν υπάρχει μεγάλη επιθυμία για στρατιωτικό καθεστώς.

Ενώ οι προοδευτικοί δικαίως φοβούνται τις επιπτώσεις της Ιουλιανής απόπειρας πραξικοπήματος,[9] καθώς ο Ερντογάν χρησιμοποιεί την ευκαιρία να νομιμοποιήσει εκ των πραγμάτων τη θέση του ως σουλτάνος της Τουρκίας μέσα από μια εκκαθάριση του δημόσιου τομέα, κανείς δεν θα πρέπει να χύσει ούτε ένα δάκρυ για τους στρατηγούς που ενορχήστρωσαν την αποτυχημένη απόπειρα. Στην πραγματικότητα, η προσπάθειά τους να καταλάβουν την εξουσία έχει κάνει τα πράγματα χειρότερα στην Τουρκία, όπως ακριβώς έχει συμβεί επανειλημμένα με τις στρατιωτικές επεμβάσεις.

Το ερώτημα για όσους αντιτίθενται στην κυριαρχία του Ερντογάν δεν είναι μόνο η ανατροπή ενός αυταρχικού ηγέτη, αλλά πώς ανατρέπεται αυτός ο ηγέτης. Η τουρκική ιστορία δείχνει ότι μια στρατιωτική χούντα δεν είναι καλύτερη από τη συνταγματική μονοκρατορία του Ερντογάν.

Μετάφραση: e la libertà

Πηγή: Djene Bajalan, «The Wrong Answer», Jacobin, 18 Ιουλίου 2016.

Ο Djene Bajalan είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Μιζούρι. Οι έρευνές του επικεντρώνονται σε ζητήματα της Μέσης Ανατολής και έχει ήδη διδάξει στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Τουρκία και το ιρακινό Κουρδιστάν.

 

Σημειώσεις

[1] Hasan Piker, A Comprehensive Guide to the Failed Turkish Coup D’etat: The How, The Why, And What’s Next», Huffington Post, 17 Ιουλίου 2016.

[2] Cenk Uygur, «‘‘If I Had To Guess, We Are On The Side Of The Coup’’, Turkish President Erdogan Irony», In Quisitr, 16 Ιουλίου 2016.

[3] Janine Zacharia, «In Turkey, military's power over secular democracy slips», Washington Post, 11 Απριλίου 2010.

[4] «Timeline: A history of Turkish coups», Al Jazeera, 16 Ιουλίου 2016.

[5] «Adnan Menderes. Prime minister of Turkey», Encyclopædia Britannica.

[6] Alex de Jong, «The New-Old PKK», Jacobin, 18 Μαρτίου 2016.

[7] Emre Ongün, «Turkey’s Authoritarian Turn», Jacobin, 24 Μαΐου 2016.

[8] Guney Işıkara, Alp Kayserilioğlu και Max Zirngast, «Erdoğan’s Victory by Violence», Jacobin, 2 Νοεμβρίου 2015.

[9] Guney Işıkara, Alp Kayserilioğlu και Max Zirngast, «What Happened in Turkey?», Jacobin, 31 Ιουλίου 2016.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 28 Νοέμβριος 2016 14:54
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.