Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016 12:44

Τι πρέπει να κάνουμε με το Ισλάμ; Η περίπτωση της Τουρκίας

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι το άρθρο του Ron Margulies γράφτηκε και εκδόθηκε στο International Socialism και ανέβηκε στο site του περιοδικού (22 Ιουνίου) ένα μήνα περίπου πριν από την απόπειρα παρξικοπήματος στην Τουρκία (στις 15 Ιουλίου).

Ο Ron Margulies είναι δημοσιογράφος και μέλος του Επαναστατικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (DSIP) στην Ιστανμπούλ, Τουρκία. Στο e la libertà έχει μεταφραστεί και δημοσιευτεί επίσης και ένα παλιότερο άρθρο, το οποίο ο R. Margulies έγραψε μαζί με τον E. Yildizoğlu (βλ., Ronnie Margulies και Ergin Yildizoğlu, «Συνδικάτα και εργατική τάξη της Τουρκίας», e la libertà, 16 Αυγούστου 2016 [1984]).

Ron Margulies

Τι πρέπει να κάνουμε με το Ισλάμ; Η περίπτωση της Τουρκίας

Το ζήτημα της σχέσης μεταξύ των σοσιαλιστών από τη μία πλευρά και των μουσουλμάνων και των ισλαμικών οργανώσεων από την άλλη είναι φλέγον τόσο στη Δύση όσο και, ακόμη περισσότερο, στις χώρες της Μέσης Ανατολής.

Στη Δυτική Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες το θέμα είναι καθαρό. Η επίσημη ιδεολογία δαιμονοποιεί το Ισλάμ και τους μουσουλμάνους. Οι μουσουλμάνοι στη Δύση, με ασήμαντες εξαιρέσεις, είναι φτωχοί και μέλη της εργατικής τάξης. Η καταπολέμηση της ισλαμοφοβίας είναι συνεπώς ένα σημαντικό στοιχείο του αγώνα τόσο κατά του ρατσισμού όσο και για την ενότητα της εργατικής τάξης. Οι οργανώσεις που κάνουν παραχωρήσεις στην ισλαμοφοβία, στο όνομα του κοσμικού κράτους, της νεωτερικότητας, του πολιτισμού ή της ελευθερίας του λόγου ή της έκφρασης (ή οτιδήποτε άλλο), θα βρεθούν από την πλευρά του κράτους απέναντι σε ένα ιδιαίτερα φτωχό τμήμα της εργατικής τάξης και από την πλευρά των ρατσιστών, εναντίον ενός γενικά ανυπεράσπιστου και ανοργάνωτου τμήματος του πληθυσμού το οποίο είναι μετανάστες. Μία τέτοια οργάνωση δεν μπορεί να ελπίζει να οικοδομήσει οποιαδήποτε ενιαία εργατική ταξική πάλη.

Όλα αυτά θα έπρεπε να είναι αυτονόητα, αλλά, δυστυχώς, δεν είναι. Το επιχείρημα από τμήματα της γαλλικής αριστεράς, ότι το κράτος είχε δίκιο να απαγορεύσει τη θρησκευτική ενδυμασία στα σχολεία, απέτυχε απολύτως να αναγνωρίσει ότι αυτό που ήταν υπό συζήτηση, σε γενικές γραμμές δεν ήταν η θρησκεία, αλλά το Ισλάμ, δεν ήταν τα θρησκευτικά σύμβολα, αλλά η ισλαμική ενδυμασία, δεν ήταν τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν τα παιδιά των Γάλλων, αλλά τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν τα μέλη μιας συγκεκριμένης μειονότητας. Δε ήταν ένα ζήτημα κοσμικότητας, αλλά ένα ζήτημα ρατσισμού. Αυτό είναι τόσο καθαρό, ώστε θα έπρεπε να έχει κάνει κάθε συζήτηση του θέματος περιττή, αλλά, φυσικά, αυτό δεν έγινε. Το ζήτημα παραμένει ανοιχτό και όχι μόνο στη Γαλλία.

Παρ' όλα αυτά, η ανησυχία μου εδώ δεν έχει να κάνει με τη Δύση, όπου το θέμα έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών αντιπαραθέσεων και συζητήσεων,1 αλλά με τη Μέση Ανατολή. Τα λάθη στη Δύση μπορεί να έχουν αρκετά σοβαρά αποτελέσματα, όπως, για παράδειγμα, την αποξένωση των μουσουλμανικών κοινοτήτων των μεταναστών από την αριστερά και από την οργανωμένη πολιτική στη Γαλλία. Τα λάθη στη Μέση Ανατολή μπορεί να κοστίσουν χιλιάδες ζωές, όπως έγινε με την καταστροφή της ιρανικής αριστεράς μετά την επανάσταση του 1979, ή την τρέχουσα κατάσταση στην Αίγυπτο, ή ό,τι θα είχε συμβεί αν ο τουρκικός στρατός κατάφερνε να ανατρέψει Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 2000. Θα επικεντρωθώ εδώ στην Τουρκία, την οποία γνωρίζω καλύτερα και με την οποία σχετίζομαι ενεργά, αλλά οι παραλληλισμοί, ιδιαίτερα με την Αίγυπτο, ελπίζω να είναι σαφείς.

Ο εκσυγχρονισμός και ο αποκλεισμός του Ισλάμ

Σχεδόν όλοι οι πολίτες της Τουρκίας είναι μουσουλμάνοι. Υπάρχουν περίπου 60.000 Αρμένιοι, 20.000 Εβραίοι, λιγότεροι από 2.000 Έλληνες, και ακόμη μικρότεροι αριθμοί Ασσυρίων και άλλων σε ένα συνολικό πληθυσμό περίπου 75 εκατομμυρίων. Θα μπορούσε, επομένως, να θεωρηθεί ότι όσον αφορά τη θρησκεία, το τουρκικό κράτος δεν έχει κανένα πρόβλημα με τους Μουσουλμάνους και οι Μουσουλμάνοι δεν έχουν κανένα με το κράτος. Αυτό θα ήταν λάθος.

Ένα πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Τουρκίας δεν ταίριαζε στην ιδέα των ιδρυτών [στμ-του Τουρκικού κράτους] για τον ιδανικό Τούρκο πολίτη, όταν ιδρύθηκε η δημοκρατία το 1923. Η νέα Τουρκία προοριζόταν να είναι ένα έθνος-κράτος, μοντέρνο, κοσμικό και Δυτικό (οι τρεις όροι ήταν σχεδόν συνώνυμοι για τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ και τους συντρόφους του), και προοριζόταν να είναι το έθνος-κράτος των Τούρκων Σουνιτών Μουσουλμάνων. Δεδομένου ότι η χώρα ιδρύθηκε πάνω στα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και κατοικούνταν από ένα πολυεθνικό, πολύγλωσσο, πολυθρησκευτικό πληθυσμό, για ένα μεγάλο μέρος του οποίου η θρησκεία ήταν καθοριστικής σημασίας, καμία ομάδα πολιτών δεν ήταν της αρεσκείας των Κεμαλιστών ηγετών, οι οποίοι αναμφίβολα θα προτιμούσαν η χώρα να κατοικείται από ανθρώπους που έμοιαζαν και ζούσαν όπως οι Γάλλοι, τους οποίους η Κεμαλική ηγεσία (συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Κεμάλ) γνώριζε πολύ καλά και είχε μάθει πολλά από αυτούς. Έτσι, η πολύ μεγάλη κουρδική μειονότητα, όντας μη-τουρκική δεν ταίριαζε, η μεγάλη Αλεβίτικη μειονότητα, όντας μη-σουνίτικη δεν ταίριαζε, και οι μικρότερες χριστιανικές και εβραϊκές μειονότητες που δεν είναι ούτε τουρκικές ούτε μουσουλμανικές, σίγουρα δεν ταίριαζαν. Αλλά τι έγινε με τη σουνιτική μουσουλμανική τουρκική πλειοψηφία;

Κάποτε έκανα μια ομιλία με θέμα «Ζώντας σε ειρηνική συνύπαρξη» σε μια συγκέντρωση αντιπροσώπων από 350 ισλαμικές ΜΚΟ στο Ικόνιο, μια επαρχία στην κεντρική Τουρκία. Αφού μίλησα για τις δυστυχίες που βρήκαν τους Κούρδους, τους Αλεβίτες και τις μη μουσουλμανικές μειονότητες από το κεμαλικό κράτος, μια γυναίκα μου έστειλε ένα γραπτό ερώτημα: «Ξέρω πολύ λίγα για το τι έγινε με τις μειονότητες στη χώρα αυτή και έχω πολλά να μάθω. Αλλά δεν είπατε τίποτα για το τι έγινε σε μας τους σουνίτες μουσουλμάνους.» Πρέπει να ομολογήσω τη μεγάλη έκπληξή μου. Δεν είχα σκεφτεί καθόλου το θέμα αυτό. Κανένας κάτοικος πόλης, δυτικοποιημένος, άθεος άνθρωπος, που έχει περάσει από το κεμαλικό εκπαιδευτικό σύστημα, όπως όλοι οι άλλοι, δεν το έκανε ή δεν το κάνει σήμερα. Στην πραγματικότητα, η σουνιτική μουσουλμανική πλειονότητα, επίσης, απέτυχε να περάσει το τεστ του κεμαλικού κράτους της «νεωτερικότητας» και του «ευνοούμενου πολίτη». Θεωρήθηκε ότι είναι πολύ θρησκευτική, πάρα πολύ «Ανατολίτικη», πάρα πολύ «οπισθοδρομική», αναλφάβητη και άσχημα ντυμένη, και ζει σε ισλαμικό σκοτάδι και άγνοια.

Με τον Ατατούρκ ως αποτελεσματικό δικτάτορα, ένα μονοκομματικό κράτος προχώρησε να βάλει σε καλούπια τον πληθυσμό με βάση τα δικά του πρότυπα. Οι Κούρδοι έπρεπε να αφομοιωθούν (και αργότερα, όταν αυτό απέτυχε, θεωρήθηκαν ανύπαρκτοι), οι Αλεβίτες αγνοήθηκαν (και πολλοί σφαγιάστηκαν το 1938), και οι μη-Μουσουλμάνοι εκδιώχτηκαν από τη χώρα. Η σουνιτική πλειοψηφία, από την πλευρά της, αναγκάστηκε να αλλάξει τον τρόπο ζωής της μέσα από ένα ριζικό πρόγραμμα «μεταρρυθμίσεων». Νόμοι ψηφίστηκαν για την απαγόρευση του παραδοσιακού καλύμματος κεφαλής (το φέσι), την αλλαγή του αλφαβήτου (από την αραβική στην Λατινική) και το ημερολόγιο (από το Ισλαμικό στο Γρηγοριανό). Κρατική Συμφωνική Ορχήστρα, κρατική Φιλαρμονική Ορχήστρα και Κρατική Όπερα και Μπαλέτο ιδρύθηκαν και στέλνονταν σε τακτικές περιοδείες στη χώρα, ενώ το παραδοσιακό τουρκικό μουσικό όργανο (το σάζι), είχε απαγορευτεί για μια περίοδο στο κρατικό ραδιόφωνο. Τμήματα διδασκαλίας των παραδοσιακών ισλαμικών / Οθωμανικών τεχνών (καλλιγραφία, εικονογράφηση, το καλαμένιο φλάουτο ney) έκλεισαν στη Σχολή Καλών Τεχνών και στο Πανεπιστήμιο της Ιστανμπούλ. Υπήρξε μια συντονισμένη προσπάθεια «καθαρισμού» της γλώσσας, αναζωογόνησης των Κεντρο-Ασιατικών και «πραγματικά τουρκικών» ριζών της, και εξυγίανσης της από αραβικές και περσικές λέξεις, η χρήση των οποίων εξισώθηκε με την καθυστέρηση και την αντίδραση. Ο επίσημος κεμαλικός λόγος, παρουσίασε την προσχώρηση των Τούρκων στο Ισλάμ τον 10ο αιώνα ως μια ατυχία, και τα 600 χρόνια της Οθωμανικής ιστορίας ως μια περίοδο ισλαμικού σκοταδισμού και στασιμότητας.

Καμιά αντιπολίτευση δεν ήταν ανεκτή σε οποιοδήποτε μέρος αυτού του προγράμματος εξαναγκαστικής Δυτικοποίησης. Πιο σημαντικό από οποιαδήποτε συγκεκριμένη πολιτική, όμως, ήταν το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία ενός κυρίως αγροτικού και βαθιά θρησκευόμενου Σουνιτικού πληθυσμού είχε αποκλειστεί από την πολιτική και τη δημόσια ζωή. Αντιμετωπίζονταν αφ’ υψηλού και πατερναλιστικά από μια αστική ελίτ γύρω από την Κεμαλική γραφειοκρατία. Σε καμία γυναίκα που φορούσε μαντίλα και σε κανένα άνδρα με γενειάδα τυπικού πιστού ή με αγροτικά ρούχα δεν ήταν επιτρεπτό να βρεθεί κοντά τους μοχλούς εξουσίας. Παρότι αυτό ήταν πάντα ένας άγραφος κανόνας, υπήρχαν και φορές που αυτό κατοχυρώθηκε με νόμο -η μαντίλα ήταν απαγορευμένη στο δημόσιο τομέα, και οι γυναίκες που τη φορούσαν δεν μπορούσαν να εργαστούν στο δημόσιο ή να πηγαίνουν στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο μέχρι πρόσφατα. Και αυτό σε μια χώρα όπου περίπου τα τρία τέταρτα του συνόλου των γυναικών έχουν πάντα καλυμμένα τα κεφάλια τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Η αριστερά στην Τουρκία παρέμενε σε μακάρια άγνοια για όλα αυτά. Και αν τα γνώριζε, και αν είχε ενδιαφερθεί, θα τα είχε εγκρίνει. Ήδη από το 1925 Şefik Hüsnü, ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος, έγραψε: «Η Τουρκία αντιμετωπίζει δύο προβλήματα:. Το Κουρδικό πρόβλημα και το πρόβλημα της θρησκευτικής αντίδρασης». Η Αριστερά δεν ήταν υπολογίσιμη δύναμη μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960, και έγινε σημαντική δύναμη στη συνέχεια, όμως τα δύο προβλήματα του Hüsnü παρέμειναν αμετάβλητα δόγματα. Είχαν τις πολιτικές τους ρίζες στον Κεμαλισμό, από τη μια, και στο σταλινισμό από την άλλη. Το Κουρδικό πρόβλημα θεωρήθηκε απειλή για την ακεραιότητα του έθνους-κράτους, και το πρόβλημα του Ισλάμ για την «προοδευτική» νεωτερικότητα του.

Για πολλές δεκαετίες, καθώς το Κεμαλικό κράτος κατέστειλε βίαια και με επιτυχία οποιαδήποτε πολιτική εκδήλωση των Κουρδικών εθνικών προσδοκιών και της ισλαμικής αντίστασης στην Δυτικοποίηση, η αριστερά μπορούσε να συμπεριφέρεται σαν να ήταν σε μια χώρα όπου δεν υπάρχουν Κούρδοι και κανείς δεν ήταν μουσουλμάνος. Τίποτα δεν χρειάζεται να πει κανείς για το εθνικό ζήτημα και τίποτα για τη θρησκευτική ελευθερία, καθώς χάρη στο Κεμαλικό κράτος, κανένας Κούρδος και κανένας πιστός μουσουλμάνος δεν μπορούσε να καταγράψει τη διαμαρτυρία του.

Στη γενιά μου, και σε αυτή που προηγήθηκε, όλοι μας στην αριστερά διαβάζαμε την εθνικής εμβέλειας ημερήσια εφημερίδα Cumhuriyet (Δημοκρατία), τη μόνη εφημερίδα με ειδήσεις για τους εργαζόμενους και τα συνδικάτα, την εφημερίδα που ήταν υπέρ της «φωτισμένης» κοσμικής δημοκρατίας και κατά του θρησκευτικού σκοταδισμού, και, κάθε φορά όταν η κατάσταση γινόταν δύσκολη, καλούσε τις ένοπλες δυνάμεις να υπερασπιστούν την κληρονομιά του Κεμάλ. Αυτό, όπως πιστεύαμε και ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς το πιστεύει ακόμα, σήμαινε να είσαι στην αριστερά. Μερικοί από εμάς μπορεί να είχαν την αίσθηση ότι η Cumhuriyet ήταν λίγο-πολύ ερωτευμένη με τον στρατό, αλλά ήταν πάντα η εφημερίδα της αριστεράς.

Το Ισλάμ εισέρχεται στην πολιτική σκηνή

Οι ρίζες του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ταγίπ Ερντογάν (AKP) πάνε πίσω στον Νετζμετίν Ερμπακάν και το Κίνημα Εθνικής Προοπτικής [Millî Görüs] στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Ο Ερμπακάν, ένας μηχανικός με γερμανική εκπαίδευση, διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Επιμελητηρίων Βιομηχανίας και Εμπορίου (που εκπροσωπούν το μικρό και μεσαίο κεφάλαιο της Ανατολίας, σε αντίθεση με τις μεγάλες επιχειρήσεις της Ιστανμπούλ), υποστήριξε τη γρήγορη κρατικά καθοδηγούμενη εκβιομηχάνισης, μίλησε για τους φτωχούς και τους ανέργους, υποστήριξε τις ηθικές / εθνικές / ισλαμικές αξίες, και χρησιμοποίησε ισχυρή εθνικιστική, αντι-ιμπεριαλιστική και αντι-σημιτική γλώσσα. Μπήκε το Κοινοβούλιο το 1969 ως μέλος του κυβερνώντος συντηρητικού κόμματος, από το οποίο έφυγε το επόμενο έτος για να δημιουργήσει το Κόμμα Εθνικής Τάξης [Millî Nizam Partisi - MNP].

Μέσα σε ένα χρόνο το κόμμα είχε διωχθεί για «δραστηριότητες κατά παράβαση του κοσμικού κράτους» και απαγορεύτηκε από το Συνταγματικό Δικαστήριο για «παραβίαση των αρχών του κοσμικού κράτους και των μεταρρυθμίσεων του Ατατούρκ». Καθώς κάθε ένα από τα κόμματά του απαγορευόταν για παρόμοιους λόγους, ο Ερμπακάν ίδρυσε άλλα τέσσερα κόμματα τα επόμενα 30 χρόνια. Ο ίδιος και τα κόμματα του εκνεύριζαν το Κεμαλικό κράτος και τους υπερασπιστές του με κάθε δυνατό τρόπο. Ακόμα και τα ονόματα των κομμάτων -Selamet (Σωτηρία), Refah (Ευημερία), Fazilet (Αρετή) και Saadet (Ευδαιμονία)– που δεν είναι ειδικά Ισλαμικά, αλλά Αραβικής καταγωγής και κάπως αρχαϊκά, ακούγονταν αντιδραστικά στα αυτιά των Κεμαλιστών.

Τα κόμματα του Ερμπακάν συγκέντρωναν το 5 με 10 τοις εκατό των ψήφων και παρέμειναν μικρά, αλλά περιστασιακά, όταν η κοινοβουλευτική αριθμητική τα ευνοούσε, έγιναν βασικοί παίκτες μέχρι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990. Στη συνέχεια, στις δημοτικές εκλογές του 1994, το Refah κέρδισε τους μητροπολιτικούς δήμους της Ιστανμπούλ και της Άγκυρας, και με τις γενικές εκλογές του Δεκεμβρίου 1995, στις οποίες έγινε πρωθυπουργός ο Ερμπακάν, το Ισλάμ, τελικά, εισήλθε στην πολιτική σκηνή. Αυτό χτύπησε έντονα τον κώδωνα του κινδύνου σε όλες τις σκοτεινές αίθουσες της κρατικής μηχανής και ο στρατός άρχισε, από την πρώτη μέρα, να συνωμοτεί για τη διάλυση της κυβέρνησης.

Στην πραγματικότητα η Ιστανμπούλ είχε κερδηθεί (από τον Ερντογάν) με 25,2 τοις εκατό των ψήφων, η Άγκυρα με 31 τοις εκατό, και στις γενικές εκλογές μόνο με 21,4 τοις εκατό. Αυτό δεν ήταν ισλαμική φονταμενταλιστική χιονοστιβάδα. Ήταν ο κατακερματισμός στην κεντροδεξιά και στην κεντροαριστερά που επέτρεψε στο Refah να επικρατήσει. Το πρόγραμμα του κόμματος δεν είχε τίποτα να πει για τον Αλλάχ ή τους αγγέλους του, ενώ ασχολείτο εκτεταμένα με την οικονομική ανισότητα, την ανεργία και τη φτώχεια. Η κυβέρνηση Ερμπακάν ήταν ένας συνασπισμός με ένα συμβατικό νεοφιλελεύθερο συντηρητικό κόμμα με επικεφαλής μια απόλυτα Δυτικής κουλτούρας γυναίκα, την Τανσού Τσιλέρ, καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, η οποία έγινε αναπληρώτρια πρωθυπουργός. Η συμφωνία του συνασπισμού απαιτούσε οι θέσεις των δύο ηγετών να αντιστραφούν μετά από δύο χρόνια.

Εν ολίγοις, δεν υπήρχαν και πολλά που θα μπορούσε να κάνει ο Ερμπακάν για να μετατρέψει την Τουρκία σε μια ισλαμική δημοκρατία, δεν είχε την απαραίτητη κοινωνική βάση, δεν έλεγχε την κυβέρνηση και σίγουρα δεν έλεγχε το κράτος. Έλεγε πολλά λόγια, έκανε ισχυρές συμβολικές χειρονομίες, μιλούσε για μεγαλεπήβολα και μη ρεαλιστικά έργα, όπως ένας Ισλαμικός Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, μια Ισλαμική Κοινή Αγορά και ένα Ισλαμικό νόμισμα, αλλά ποτέ δεν έκανε τίποτα στην πράξη. Υπέγραψε ακόμη και μια συμφωνία αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας με το Ισραήλ, ενώ ποτέ δεν έπαψε να εκφράζει την οργή του εναντίον του Σιωνισμού, που αποδεικνύει, αν χρειάζεται απόδειξη, ότι η ρητορική είναι ένα πράγμα, τα θέματα του κράτους ένα άλλο.

Η πρώτη επίσημη επίσκεψή του στο εξωτερικό ως πρωθυπουργού ήταν στο Ιράν, το Πακιστάν, τη Μαλαισία και την Ινδονησία, που δεν σήμαινε τίποτα, αλλά, όπως και οτιδήποτε άλλο έκανε, προκάλεσε μια απόλυτη αναταραχή στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα σαλόνια της μεσαίας τάξης και στα γραφεία των στρατιωτικών ηγεσιών. Ομοίως, έγινε πανικός όταν ο Ερμπακάν κάλεσε τους ηγέτες των θρησκευτικών ταγμάτων και των αδελφοτήτων για να δειπνήσουν μαζί του μετά τη νηστεία του Ραμαζανιού στην πρωθυπουργική κατοικία. Το θέαμα αυτών των ανδρών με τις γενιάδες τους και τις φαρδιές ρόμπες τους θα ερέθιζε το στρατηγό και τον γραφειοκράτη, ακόμη και στο δρόμο. Βλέποντας τους να δειπνούν με τον πρωθυπουργό στην επίσημη κατοικία του ήταν χειρότερο από εφιάλτη και θεωρήθηκε ότι ήταν ένα ηθελημένο χαστούκι στο πρόσωπο της κοσμικής δημοκρατίας.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν μια «Βραδιά για την Ιερουσαλήμ» που διοργανώθηκε το Φεβρουάριο του 1997 από το Δήμο του Σιντζάν, μια απομακρυσμένη συνοικία της Άγκυρας. Ήταν μια βραδιά αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη και διαμαρτυρίας για την ισραηλινή κατοχή της Ιερουσαλήμ. Εκφωνήθηκαν πύρινοι λόγοι, ανέβηκε ένα θεατρικό έργο από μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα και μεταξύ των προσκεκλημένων ήταν και ο Ιρανός πρέσβης. Δεδομένου του βαθμού υποστήριξης που υπάρχει στην Τουρκία για την παλαιστινιακή υπόθεση, αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν φυσιολογικό. Αλλά όχι. Τέσσερις ημέρες αργότερα, 20 άρματα μάχης και 15 τεθωρακισμένα οχήματα παρέλασαν στους δρόμους του Σιντζάν χωρίς κανέναν προφανή λόγο, παρόλο που, έχοντας υποστεί τρία στρατιωτικά πραξικοπήματα στις προηγούμενες τέσσερις δεκαετίες, κανείς στη χώρα δεν είχε καμία αμφιβολία για την έννοια των τανκς στους δρόμους.

Τρεις εβδομάδες αργότερα, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας πραγματοποίησε μια μακρά συνεδρίαση εννέα ωρών, στο τέλος της οποίας επανέλαβε ότι ήταν ο εγγυητής της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, και παρέδωσε στην κυβέρνηση ένα μνημόνιο απαιτώντας να εφαρμοστούν οι νόμοι για την εκκοσμίκευση, οι θρησκευτικές αδελφότητες να τεθούν εκτός νόμου, τα μαθήματα Κορανίου να ελέγχονται πιο αυστηρά, οι αντι-Ατατούρκ πράξεις να τιμωρούνται, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να ελέγχονται για να σταματήσουν να απεικονίζουν τις ένοπλες δυνάμεις ως αντι-θρησκευτικές και να σταματήσουν την υπεράσπιση αξιωματικών που εκδιώχθηκαν από τον στρατό ως «αντιδραστικοί», και πολλά άλλα.

Η κυβέρνηση Ερμπακάν επέζησε μέχρι τον Ιούνιο, αλλά πλήρως αδρανής. Οι επικεφαλείς του Γενικού Επιτελείου Στρατού έδιναν στα γραφεία τους ενημερώσεις στους δημοσιογράφους, στο δικαστικό σώμα και στους ακαδημαϊκούς, και οργανώθηκε μια συστηματική εκστρατεία σπίλωσης εναντίον της κυβέρνησης και θρησκευτικών προσωπικοτήτων. Κανείς δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία ότι εάν η κυβέρνηση αρνιόταν να φύγει, ένα πραξικόπημα θα την ανέτρεπε.

Η κυβέρνηση επέλεξε να φύγει, και η ημερομηνία του «πραξικοπήματος του μνημονίου», η 28η Φεβρουαρίου, έγινε κομμάτι της καθομιλουμένης, όπως και εκείνες των προηγούμενων στρατιωτικών πραξικοπημάτων: 27η Μαΐου (1960) 12η Μαρτίου (1971) και 12η Σεπτεμβρίου (1980). Η ημερομηνία αυτή, ήταν τραυματικά χαραγμένη στη συνείδηση των πολιτικά συνειδητών μουσουλμάνων οι οποίοι, είτε είχαν ψηφίσει τον Ερμπακάν είτε όχι, ήξεραν ότι οι κατεστημένες δυνάμεις για άλλη μια φορά τους κράτησαν έξω από την πολιτική ζωή της χώρας.

Η άνοδος και η ανατροπή του Ερμπακάν ανάγκασε την αριστερά, για πρώτη φορά, να πάρει θέση για το Ισλάμ. Έχοντας δει την εκλογική του επιτυχία ως νίκη της «αντίδρασης», οι περισσότερες οργανώσεις της αριστεράς (και όλες οι κεμαλικές οργανώσεις γενικά θεωρούνταν ως αριστερά) δεν μπορούσαν να κρύψουν την ευχαρίστηση τους για την απομάκρυνσή του από τον στρατό. Το δημοφιλές σύνθημα της εποχής, «Ούτε με την κυβέρνηση ούτε με τον στρατό», μπορεί να ακούγεται ωραία, αλλά όταν η πρώτη μόλις έχει αναγκαστεί να παραιτηθεί από μια ομάδα μη εκλεγμένων ένοπλων, είναι καθαρή σοφιστεία.

Η κυβέρνηση του ΑΚΡ και οι ψηφοφόροι της

Η επιτυχία του στρατού στην υπεράσπιση της κληρονομιάς του Κεμάλ επρόκειτο να είναι βραχύβια. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και οι φίλοι του διασπάστηκαν από το Refah για να δημιουργήσουν το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και, μέσα σε λίγους μήνες από τον σχηματισμό του κόμματος το 2002, ήρθε στην εξουσία με 34 τοις εκατό των ψήφων (και, χάρη στις ιδιομορφίες του εκλογικού συστήματος, με το 66 τοις εκατό των βουλευτών).

Αυτή ήταν και παραμένει μια κυβέρνηση που θα ήταν πολύ δύσκολο να περιγραφεί ως Ισλαμιστική, παρά μόνο με την έννοια ότι προήλθε από μια ισλαμική παράδοση. Απέφευγε προσεκτικά ακόμα και τις συμβολικές παραστάσεις του Ισλαμισμού, που ήταν τόσο αγαπητές στον Ερμπακάν και περίμενε πολλά χρόνια πριν ασχοληθεί ακόμη και με βασικά ζητήματα όπως η απαγόρευση στις γυναίκες να φορούν μαντίλα στα πανεπιστήμια. Παρ' όλα αυτά, αυτό που ακολούθησε την εκλογή του ΑΚΡ ήταν αρκετά εντυπωσιακό. Ο μηχανισμός του κεμαλικού κράτους, από το Γενικού Επιτελείου Στρατού μέχρι τις παρακρατικές οργανώσεις του «βαθιού κράτους», άρχισαν να δραστηριοποιούνται, εκπονώντας λεπτομερή σχέδια για ένα στρατιωτικό πραξικόπημα από τη μία πλευρά, και κινητοποιώντας την δυτικοποιημένη, μορφωμένη κοσμική μεσαία τάξη κατά της κυβέρνησης δημιουργώντας έτσι εμφανή λαϊκή βάση για ένα πραξικόπημα από την άλλη.

Πραγματικός συναγερμός εξαπλώθηκε στις πλουσιότερες συνοικίες των μεγάλων πόλεων και στις παράκτιες περιοχές καθώς μια καλά ενορχηστρωμένη εκστρατεία ούρλιαζε για την επικείμενη καταστροφή, την εισαγωγή του νόμου της Σαρίας, την υποχρεωτική μαντήλα για τις γυναίκες και την επιστροφή στις «σκοτεινές εποχές». Ο τίτλος της Cumhuriyet του 2006, «Είστε ενήμεροι για τον κίνδυνο;» με μια γραμματοσειρά που να μοιάζει με αραβική γραφή, συνόψισε την εκστρατεία επάνω, καθώς επίσης συνέβαλε σε αυτήν.

Ενώ το κράτος και η μεσαία τάξη των «λευκών Τούρκων» αλληλομαστιγωνόταν σε ένα αμοιβαίο παροξυσμό ισλαμοφοβικού φόβου και δράσης, ποιοί ήταν αυτοί που ψήφισαν το AKP; Χωρίς να υπεισέλθουμε σε γεωγραφικές λεπτομέρειες που δεν θα σήμαιναν πολλά για να τους μη Τούρκους αναγνώστες, οι ψήφοι του ΑΚΡ προήλθαν, και συνεχίζουν να προέρχονται, από κυρίως αστικές και κυρίως φτωχές περιοχές σε όλη τη χώρα (ακόμα και στις Κουρδικές επαρχίες, όπου η ψήφος υπέρ της κυβέρνησης είναι γενικά χαμηλότερη) . Αυτό είναι ξεκάθαρο στην Ιστανμπούλ και στην Άγκυρα, όπου οι δήμοι των πλουσιότερων και ανώτερων τάξεων διοικούνται όλοι από το λεγόμενο σοσιαλδημοκρατικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (Cumhuriyet Halk Partisi - CHP), και όλοι οι άλλοι από το AKP (με τις υψηλότερες ψήφους στις φτωχότερες περιφέρειες). Οι εκλογικές περιφέρειες της βιομηχανικής εργατικής τάξης παντού ήταν, και παραμένουν, οχυρά του ΑΚΡ.

Καθώς η εκστρατεία για να αποσταθεροποιηθεί και να δυσφημιστεί η κυβέρνηση συνεχιζόταν με εντατικούς ρυθμούς, διέρρεαν σχέδια για αρκετά πραξικοπήματα. Πιο αποκαλυπτικά, ημερολόγια που τηρούνταν από τον αρχηγό του Ναυτικού, που διέρρευσαν, δημοσιεύονταν και διατίθενταν ελεύθερα στο διαδίκτυο, έδειξαν ότι οι κορυφαίοι στρατηγοί δεν συζητούσαν τίποτε άλλο εκτός από το πώς να ανατρέψουν την εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας. Αυτό που τους συγκρατούσε ήταν η δυσκολία να νομιμοποιηθεί, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, η ανατροπή μιας δημοφιλούς κυβέρνησης που δεν είχε κάνει τίποτα παράνομο ή αντισυνταγματικό. Ως εκ τούτου, έκαναν σχέδια για να φανεί σαν να είχε κάνει. Ένα τέτοιο σχέδιο, με την κωδική ονομασία «Βαριοπούλα», προέβλεπε μεταξύ άλλων, τη δολοφονία δημοσίων προσώπων που δεν ήταν Μουσουλμάνοι, ώστε το φταίξιμο να μπορεί να βαρύνει την «ισλαμική» κυβέρνηση. Επίσης, εξασφάλιζε ότι θα οργανώνονταν μαζικές συγκεντρώσεις «για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας», όπου θα απευθυνόταν ανοιχτά εκκλήσεις προς το στρατό να «κάνει το καθήκον του».

Όλα αυτά δεν έφεραν την παραμικρή μείωση στη λαϊκή υποστήριξη του ΑΚΡ. Μάλλον το αντίθετο. Ξεκινώντας από 34,3 τοις εκατό το 2002, το ποσοστό του ανέβηκε στο 46,6 τοις εκατό και στη συνέχεια και πάλι σε 49,8 τοις εκατό στις γενικές εκλογές του 2007 και του 2011, έπεσε στο 40,9 τοις εκατό τον Ιούνιο του 2015 και ανέκαμψε για να φτάσει 49,5 τοις εκατό το Νοέμβριο. Όλο αυτό το διάστημα το ποσοστό του CHP παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο, γύρω στο 25 τοις εκατό. Σαφώς, κανένας από τους ψηφοφόρους του ΑΚΡ δεν είχε «επίγνωση του κινδύνου»!

Η ιστορία της εξέλιξης του ΑΚΡ από ένα είδος μεταρρυθμιστικού κόμματος, αν και με απρόθυμο και πολύ περιορισμένο τρόπο, σε ένα όλο και πιο αυταρχικό, με επικεφαλής έναν άνθρωπο με μια αυξανόμενη τάση για δικτατορική διακυβέρνηση, δεν είναι στις προθέσεις αυτού του άρθρου. Αρκεί να πούμε ότι αυτό συνέβη και ότι, ενώ πολλοί είχαν μεγάλες αυταπάτες για το κόμμα, δεν υπήρχε στην πραγματικότητα τίποτα που να προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη γι’ αυτό. Στο κάτω κάτω, αυτό είναι ένα κόμμα από μια παράδοση που δεν είναι μόνο ισλαμιστική, αλλά και κοινωνικά και οικονομικά βαθιά συντηρητική, έντονα εθνικιστική και όχι ιδιαίτερα δημοκρατική. Υπάρχουν λίγα πράγματα στην πολιτική τροχιά του ΑΚΡ που απαιτούν ερμηνεία.

Αυτό που με απασχολεί εδώ είναι το εξής: Όταν ένα κόμμα έχει παραμείνει στην εξουσία για 14 χρόνια ψηφιζόμενο από το 40 έως και το 50 τοις εκατό των ψηφοφόρων σε τέσσερις διαδοχικές γενικές εκλογές και το έχει πετύχει, ενώ υλοποιεί το τελευταίο τρίτο της περιόδου του στην εξουσία μια σειρά πολιτικών που δεν μπορούν να θεωρηθούν ως οτιδήποτε άλλο εκτός από απαράδεκτες, η εκλογική του επιτυχία απαιτεί σίγουρα μια εξήγηση. Η εξήγηση αυτή μπορεί να είναι μια ενδιαφέρουσα άσκηση για τον πολιτικό επιστήμονα, αλλά είναι μια απόλυτη αναγκαιότητα για όσους από εμάς θέλουν να αντιταχθούν στην κυβέρνηση. Χωρίς αυτό καμία σοσιαλιστική πολιτική δεν είναι δυνατή στην Τουρκία.

Μια σειρά από εύκολες εξηγήσεις έχουν γίνει δημοφιλείς στην αριστερά, χρησιμοποιώντας τον όρο «αριστερά» με την ευρύτερη έννοια για να καλύψει το φάσμα από το αυθεντικά κεμαλικό CHP που θεωρεί τον εαυτό του σοσιαλδημοκρατικό, μέχρι και την άκρα αριστερά. Η πιο ανούσια από αυτές είναι ότι το AKP δωροδοκεί τους ανθρώπους μοιράζοντας δωρεάν τρόφιμα ή / και κάρβουνο για οικιακή θέρμανση ή / και πλυντήρια ρούχων σε καιρούς εκλογών. Μια παρόμοια βολική εξήγηση είναι ότι το ΑΚΡ κάνει νοθεία στις εκλογές, εξαφανίζει ψηφοδέλτια, βάζει τα μέλη του να ψηφίσουν περισσότερο από μία φορά, κ.λπ. Ορισμένα από αυτά τα πράγματα ίσως και να συμβαίνουν εδώ και εκεί, αλλά μπορεί αυτό να εξηγήσει 23.000.000 ψήφους; Είναι οι άνθρωποι τόσο ηλίθιοι και ανόητοι;

Μια άλλη εξήγηση, ιδιαίτερα δημοφιλής ανάμεσα στα μέλη του CHP, είναι ακριβώς ότι οι ψηφοφόροι του ΑΚΡ είναι ηλίθιοι, παραπλανημένοι και χαμηλής μόρφωσης, ότι δεν μπορούν να δουν τι είναι καλό γι αυτούς και αδυνατούν να εκτιμήσουν τι πρόσφερε ο Κεμάλ Ατατούρκ στη χώρα. Αυτός ο κραυγαλέος ελιτισμός, κατά το πρότυπο του «αυτοί οι άνθρωποι έχουν την κυβέρνηση που τους αξίζει», είναι ένα σαφές παράδειγμα της περιφρόνησης των μεσαίων τάξεων για τους φτωχούς και τους εργαζομένους, και μερικές φορές εκφράζεται απερίφραστα από τους λιγότερο ευφυείς πολιτικούς και δημοσιογράφους του CHP.

Υπάρχουν, στην πραγματικότητα, δύο βασικές εξηγήσεις για την αξιοσημείωτη δημοτικότητα του ΑΚΡ. Η μία έχει ευθέως να κάνει με την οικονομία. Κατά τα πρώτα πέντε χρόνια της κυβέρνησης του ΑΚΡ, την περίοδο 2003-2007, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ ήταν 5,3%, 9,4%, 8,4%, 6,9% και 4,7%, σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας. Μετά από δύο χρόνια, όταν η παγκόσμια κρίση έπληξε την οικονομία, η ανάκαμψη ήταν άμεση και εντυπωσιακή, με ρυθμούς ανάπτυξης 9,2%, 8,8%, 2,1%, 4,2% και 2,9% το 2010 - 2014. Υπάρχουν πολλά που μπορούν να ειπωθούν για τα στοιχεία αυτά, κυρίως για την επιβράδυνση από το 2012. Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι κατά την περίοδο 2003-2014, το δεύτερο μισό της οποίας ο παγκόσμιος καπιταλισμός βρίσκεται σε βαθιά και παρατεταμένη κρίση, η τουρκική οικονομία αναπτύχθηκε με μέσο ποσοστό 4,7% ετησίως. Τι ποσοστό αυτών των επιδόσεων οφείλεται στην διαχείριση της οικονομίας από την κυβέρνηση και τι ποσοστό στην καλή τύχη και σε εξωτερικούς παράγοντες, είναι ανοικτή συζήτηση, αλλά το γεγονός ότι οι άνθρωποι αισθάνονταν ότι τα πράγματα πήγαιναν καλά, είναι δεδομένο.

Υπήρχε επίσης μια πραγματική και διαδεδομένη αίσθηση γενικής ευημερίας στη χώρα, που είχε παραχθεί όχι μόνο από την κατάσταση της οικονομίας αλλά και από την περίοδο της πολιτικής σταθερότητας που ακολούθησε μετά το 2002. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Τουρκία κυβερνήθηκε από ασταθείς και συχνά βραχύβιες κυβερνήσεις συνασπισμού (ή από το στρατό) για σχεδόν όλα τα προηγούμενα 30 χρόνια. Αντίθετα, η κυβέρνηση του ΑΚΡ εμφανίστηκε, σίγουρα το πρώτο της μισό, σταθερή, στέρεη και χωρίς πολιτικές διαμάχες, όχι μόνο για τους απλούς ανθρώπους, αλλά και για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Η κυβέρνηση έπαιξε τα χαρτιά της καλά, κινούμενη με προσοχή, αποφεύγοντας την αντιπαράθεση με τους αντιπάλους της και υποχωρώντας όταν κάτι που προσπαθούσε να κάνει φαινόταν να πυροδοτεί πολύ μεγάλη αντίδραση.

Ο δεύτερος και ίσως πιο βασικός λόγος για τη διαρκή δημοτικότητα του ΑΚΡ είναι ότι οι ψηφοφόροι του, περίπου το μισό του πληθυσμού, πιστοί μουσουλμάνοι οι οποίοι πήραν μια ανάσα ανακούφισης μετά από 80 χρόνια κεμαλισμού, θυμούνται καλά το παρελθόν και δεν επιθυμούν να επιστρέψουν σε αυτό. Η ανατροπή της κυβέρνησης Ερμπακάν στις 28 Φεβρουαρίου 1997 και η αντίδραση εναντίον των Μουσουλμάνων στη δημόσια ζωή που προηγήθηκε και ακολούθησε, είναι νωπά στη μνήμη των ανθρώπων. Η μεγαλύτερη ιστορία αποκλεισμού, ταπείνωσης, δυσφήμησης και καταστολής είναι χαραγμένη στη μουσουλμανική συλλογική μνήμη. Οτιδήποτε μπορεί να αισθάνονται για τη μια ή την άλλη συγκεκριμένη πολιτική του ΑΚΡ η συντριπτική αίσθηση τους από το 2002 είναι ότι η πίεση πάνω τους έχει αρθεί και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις τους δεν είναι πλέον κάτι που καλύτερα να είναι κρυμμένο στο σκοτάδι. Δεν αισθάνονται παρίες σπρωγμένοι στη θέση των παθητικών θεατών του πεπρωμένου της χώρας. Νιώθουν ενδυναμωμένοι βλέποντας ανθρώπους σαν τους ίδιους που σκέφτονται και μιλούν όπως αυτοί, να βρίσκονται στην κυβέρνηση.

Η αντιπολίτευση στο ΑΚΡ

Η αριστερά έχει αποτύχει εντελώς να κατανοήσει όλα αυτά. Ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια, η αριστερή αντιπολίτευση στην κυβέρνηση δεν πήρε τη μορφή μιας κριτικής των συντηρητικών κοινωνικών πολιτικών της και του νεοφιλελεύθερου οικονομικού της προγράμματος, αλλά της αντίστασης σε αυτό που αντιλαμβανόταν σαν «ισλαμιστική», «ενάντια στον διαφωτισμό», «αντι-δημοκρατική», «μη-μοντέρνα», «αντιδραστική» της φύση. Όλα αυτά τα επίθετα είχαν κατανοηθεί πολύ καλά από τους μουσουλμάνους ψηφοφόρους ως τα βασικά στοιχεία της εικόνας που είχε γι' αυτούς το κεμαλικό κράτος. Τα σύμβολα της αντιπολίτευσης του CHP, γύρω από τα οποία συσπειρώθηκε η μεσαία τάξη, ήταν τα πορτρέτα του Κεμάλ Ατατούρκ και η τουρκική σημαία, συμβολίζοντας, για άλλη μια φορά, το κοσμικό κράτος και την επίσημη ιδεολογία.

Ενώ η άκρα αριστερά δεν χρησιμοποιούσε αυτά τα σύμβολα τόσο συγκεκριμένα, δύο από τις πιο ορατές δημοσίως οργανώσεις της αριστεράς, το Κομμουνιστικό Κόμμα και το πρώην μαοϊκό Εργατικό Κόμμα (το οποίο πρόσφατα και πολύ ταιριαστά άλλαξε το όνομά του σε Πατριωτικό Κόμμα [από İşçi Partisi σε Vatan Partisi]), σίγουρα στάθηκε σταθερά στην πλευρά του Κεμάλ Ατατούρκ και της τουρκικής δημοκρατίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα (Türkiye Komünist Partisi - TKP) υποστήριξε ότι ήταν σημαντικό να «υπερασπιστούμε τα κέρδη της δημοκρατίας», ενώ το Πατριωτικό Κόμμα καλούσε σε εφαρμογή των «νόμων του Κεμάλ», το οποίο σήμαινε ότι οι ισλαμιστές ηγέτες θα έπρεπε να κρεμαστούν.

Ξεκινώντας από το 2007, όταν η κυβέρνηση έδωσε το πράσινο φως στο δικαστικό σώμα για να κυνηγήσει αξιωματικούς και πολίτες που συμμετείχαν στο σχεδιαζόμενο στρατιωτικό πραξικόπημα και δεκάδες στρατηγοί και πολίτες φυλακίστηκαν, όλη η αριστερά υποστήριξε ότι οι κατηγορίες κατά των συνωμοτών ήταν ψευδείς. Το CHP και το Πατριωτικό Κόμμα οργάνωσαν διαδηλώσεις, γεμάτες με τουρκικές σημαίες, έξω από τη φυλακή όπου κρατούνταν οι στρατηγοί. Ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς υποστήριξε ότι το όλο θέμα ήταν μια σκευωρία του ΑΚΡ, είτε από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, είτε από το AKP που ενήργησε ως εργαλείο των ιμπεριαλιστών, με σκοπό να αποδυναμώσει το τουρκικό κράτος ευνουχίζοντας τους στρατιωτικούς φρουρούς του. Δεν τους φαινόταν παράξενο να απεικονίζουν τον τουρκικό στρατό ως αντι-ιμπεριαλιστική δύναμη!

Όλα όσα έχουν ειπωθεί και γίνει από αυτή την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση του AKP ήταν οικεία στους ψηφοφόρους του, θυμίζοντάς τους γιατί είχαν ψηφίσει εξ αρχής γι' αυτήν την κυβέρνηση και θεωρήθηκε από αυτούς ως απειλή και υπενθύμιση τού τι μπορεί να συμβεί εάν έπεφτε. Αυτό που έγινε ήταν να αυξήσει τις ψήφους του ΑΚΡ και συνεχίζει να τις κρατά σε υψηλό επίπεδο. Έχει, επίσης, διασφαλίσει ότι το ποσοστό των ψήφων του CHP δεν υπερβαίνει το 25%, ακόμη και όταν η κυβέρνηση αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα και ότι η αριστερά περιθωριοποιείται όλο και περισσότερο, με πολλές από τις οργανώσεις της να υποφέρουν από επαναλαμβανόμενες διασπάσεις.

Η αδυναμία μεγάλου μέρους της αριστεράς να καταλάβει γιατί ο εργαζόμενος λαός ψηφίζει το ΑΚΡ και η πεποίθηση ότι το κάνουν επειδή είναι ηλίθιοι και αντιδραστικοί, απλά έχει σαν αποτέλεσμα να γίνει η αριστερά πολιτικά άνευ σημασίας και χωρίς νόημα στα μάτια των ανθρώπων που αποτελούν τη φυσική εκλογική βάση της. Αν μου επιτρέπεται να δηλώσω το προφανές, αλλά συχνά ξεχασμένο, οι μουσουλμάνοι δεν είναι μόνο μουσουλμάνοι. Είναι ανθρώπινα όντα που ζουν στον πραγματικό κόσμο με υλικούς στόχους, ανησυχίες και συμφέροντα. Είναι πλούσιοι ή φτωχοί, μέλη μιας παρασιτικής βασιλικής οικογένειας ή εργαζόμενοι, εμπλεκόμενοι σε κερδοφόρες επιχειρήσεις με δυτικές εταιρείες ή φοβισμένοι κάτω από Δυτικά αεροσκάφη που τους βομβαρδίζουν. Γιατί ακριβώς οι άνθρωποι που πιστεύουν σε ένα συγκεκριμένο θεό και μια συγκεκριμένη θρησκεία και επιθυμούν να το πράττουν χωρίς να διώκονται γι' αυτό θα πρέπει να θεωρούνται ότι είναι κατ' ανάγκην αντιδραστικοί ή συντηρητικοί και όχι ότι προσβλέπουν σε ένα καλύτερο κόσμο, είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό, παρά μόνο υπό το φως του κεμαλικού και του σταλινικού δόγματος.

Δεν υπάρχει τίποτα στη μαρξιστική θεωρία που μπορεί να οδηγήσει κάποιον να πιστέψει κάτι τέτοιο. Ακριβώς το αντίθετο. Ο Φρίντριχ Ένγκελς, για παράδειγμα, γράφει:

«Ο Χριστιανισμός ήταν αρχικά ένα κίνημα των καταπιεσμένων λαών: εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως θρησκεία των σκλάβων και των απελευθερωμένων δούλων, των φτωχών ανθρώπων που στερούνταν όλα τα δικαιώματα, των λαών που υπέταξε ή διέλυσε η Ρώμη. Τόσο ο χριστιανισμός όσο και ο σοσιαλισμός των εργατών, κηρύττουν την επικείμενη σωτηρία από τη σκλαβιά και τη δυστυχία. Ο Χριστιανισμός τοποθετεί αυτή η σωτηρία σε μια ζωή μετά το θάνατο, στους ουρανούς. Ο σοσιαλισμός την τοποθετεί σε αυτόν τον κόσμο, με έναν μετασχηματισμό της κοινωνίας.»2

Ο Καρλ Μαρξ αναφέρεται στη θρησκεία όχι μόνο ως «το όπιο του λαού», αλλά και ως «τον αναστεναγμό των καταπιεσμένων πλασμάτων, την καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, και την ψυχή των άψυχων καταστάσεων.»3

Αν, όπως επίσης λέει ο Μαρξ, η απελευθέρωση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι η πράξη των ίδιων των εργαζομένων, τότε για τους σοσιαλιστές, δεν υπάρχει η πολυτέλεια να θεωρούν την εργατική τάξη ότι είναι πολύ θρησκευόμενη, όχι σύγχρονη και όχι αρκετά ανοιχτόμυαλη. Η απόρριψη της τάξης και η αντικατάστασή της με κάτι πιο κοντά στις προτιμήσεις της αριστεράς δεν είναι μια ρεαλιστική επιλογή. Το καθήκον για τους σοσιαλιστές στην Τουρκία είναι να βρούμε τρόπους για να βάλουμε σφήνα μεταξύ της «ισλαμικής» κυβέρνησης (ή σε μεγάλο μέρος του υπόλοιπου της Μέσης Ανατολής, στις ηγεσίες των ισλαμικών οργανώσεων) και της εργατικής τάξης που την υποστηρίζει.

Αυτό δεν είναι ένα δύσκολο έργο. Οι Ισλαμιστικές κυβερνήσεις δεν είναι μόνο ισλαμιστικές. Σε περίπτωση που δεν είναι σκληρές δικτατορίες, είναι χωρίς εξαίρεση, συντηρητικές, νεοφιλελεύθερες, και περισσότερο ή λιγότερο καταπιεστικές κυβερνήσεις που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και δεν έχουν τη δυνατότητα (ή την επιθυμία) να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και τις προσδοκίες της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού. Όντας ισλαμιστές μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην Τουρκία, να τους δοθεί προνομιακή μεταχείριση από τον πληθυσμό, αλλά μόνο μέχρις ενός ορισμένου σημείου.

Η κυβέρνηση του AKP πάσχει από την ίδια εγγενή αντίφαση που αντιμετώπισε η κυβέρνηση του Μοχάμεντ Μόρσι στην Αίγυπτο. Είναι μια κυβέρνηση αφοσιωμένη στα συμφέροντα του τούρκικου καπιταλισμού και τις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού που απαιτεί, ενώ υποστηρίζεται από την εργατική τάξη και τους φτωχούς των πόλεων των οποίων τα συμφέροντα απαιτούν διαφορετικά πράγματα. Η αντιπολίτευση στην κυβέρνηση στη βάση του «ισλαμισμού» της χρησιμεύει μόνο για κάλυψη των αντιφάσεων μεταξύ της κυβέρνησης και της φτωχής εργατικής της βάσης και τη συσπειρώνει ακόμα πιο στενά. Η αντίφαση στη συνέχεια φαίνεται να είναι μεταξύ ισλαμιστών και κοσμικών, και οι ταξικές διαφορές ωθούνται στο περιθώριο.

Τα τελευταία τρία χρόνια ήταν εξαιρετικά δύσκολα για την κυβέρνηση του ΑΚΡ. Αντιμέτωπη με κατηγορίες για διαφθορά, για τις οποίες ήταν γενική η πεποίθηση ότι είναι αλήθεια, ακόμη και στους υποστηρικτές της, είχε σπείρει τον όλεθρο στη δικαιοσύνη και το δικαστικό σώμα, μετέτρεψε την ελευθερία της έκφρασης σε παρωδία, χρησιμοποίησε την αστυνομία εναντίον κάθε ίχνους αντιπολίτευσης, «ανέστειλε» ένα αριθμό μεγάλων απεργιών, κυρίως στο μέταλλο, είδε την πολιτική της στη Μέση Ανατολή να γίνεται κουρέλια, και ξανάρχισε τον πόλεμο κατά του κουρδικού κινήματος. Η αίσθηση της εθνικής σταθερότητας και της ευημερίας που χαρακτήριζε τα πρώτα της χρόνια δεν είναι παρά μια μακρινή ανάμνηση. Ως αποτέλεσμα, το ΑΚΡ έχασε το ένα πέμπτο των ψηφοφόρων του στις ενδιάμεσες γενικές εκλογές τον Ιούνιο του περασμένου έτους, με το ποσοστό του να κατεβαίνει από σχεδόν 50% το 2011 σε περίπου 40%. Στις δεύτερες γενικές εκλογές το Νοέμβριο το ΑΚΡ ανέκτησε τις χαμένες ψήφους του, αλλά δεν ήταν σαφές γιατί οι ψηφοφόροι που το είχαν εγκαταλείψει τον Ιούνιο ξαφνικά επέστρεψαν στο κόμμα και πάλι. Στην εκστρατεία του το ΑΚΡ πριν το Νοέμβριο, παρουσίαζε τον εαυτό του ως το κόμμα της ειρήνης και της σταθερότητας τονίζοντας την ανάγκη της χώρας να αποφευχθεί μια αναποτελεσματική κυβέρνηση συνεργασίας. Αυτό σαφώς λειτούργησε, καθώς οι άνθρωποι ήταν πεπεισμένοι για την ανάγκη για μια ισχυρή και σταθερή κυβέρνηση σε μια εποχή κατά την οποία η ιμπεριαλιστική επέμβαση μετέτρεπε τη Μέση Ανατολή σε πυριτιδαποθήκη και ο πόλεμος στο τουρκικό Κουρδιστάν είχε αναθερμανθεί.

Όποιος ψήφισε το ΑΚΡ αναζητώντας ειρήνη και σταθερότητα, θα είναι τώρα ακόμα πιο ανήσυχος και δυσαρεστημένος με τις πολιτικές της κυβέρνησης. Ο πόλεμος στο Κουρδιστάν έχει στοιχίσει περίπου 6.000 ζωές, οι σχέσεις με τη Ρωσία πλησίασαν σε κάποια φάση στο χείλος του πολέμου, εμφανίστηκε η προοπτική για άμεση εμπλοκή στον πόλεμο στη Συρία, σε κάποια άλλη φάση, η τουριστική βιομηχανία έχει πεθάνει με αιφνίδιο θάνατο, και ο Πρόεδρος Ερντογάν εμφανίζεται με προθέσεις σύγκρουσης στο εσωτερικό και διεθνώς. Αυτό δεν είναι κάτι για το οποίο ψήφισε κανένας. Εκείνοι που είχαν εγκαταλείψει το ΑΚΡ τον Ιούνιο και επέστρεψαν σε αυτό τον Οκτώβριο θα είναι δυσαρεστημένοι, αλλά ακόμη και εκείνοι που στήριξαν την κυβέρνηση τον Ιούνιο, δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένοι. Μπορούν να κερδηθούν, αλλά όχι σε κάποιο κόμμα που τους κοιτάζει αφ' υψηλού και βλέπει τη θρησκευτική πίστη τους ως πρόβλημα.

Κανένας από αυτούς που εγκατέλειψαν την κυβέρνηση τον περασμένο Ιούνιο δεν ψήφισε το CHP. Και δεν θα το κάνουν ακόμη και σήμερα. Εξακολουθούν να περιμένουν μια εναλλακτική λύση που δεν θα τους βλέπει σαν μια αδιαφοροποίητη μάζα από αντιδραστικούς ισλαμιστές, αλλά θα αντιμετωπίζει τα πραγματικά προβλήματα, τις ανησυχίες και τις προσδοκίες τους.

Μετάφραση: e la libertà

Ron Margulies, «What are we to do with Islam? The case of Turkey», International Socialism, τεύχος 151, Καλοκαίρι 2016. 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Davison Kate, «Atheism, Secularism and Religious Freedom: Debates within the German Left», International Socialism, τεύχος 150, Άνοιξη 2016. 

Engels Friedrich, «On the History of Early Christianity», 1957 [1894], Marxists Internet Archive [Ένγκελς Φρειδερίκος, «Σχετικά με την ιστορία του πρώτου Χριστιανισμού», στο: Μαρξ Καρλ, Κριτική της φιλοσφοφίας του Δικαίου, Αναγνωστίδης, χ.χ.έ.].

Marx Karl, Early Writings, Penguin, 1975 [Καρλ Μαρξ, Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας, του Κράτους και του Δικαίου, Παπαζήσης, Αθήνα 1978].

Mahamdallie Hassan, «Islamophobia: The Othering of Europe’s Muslims», International Socialism, τεύχος 146, Άνοιξη 2015. 

Wolfreys Jim, «After the Paris Attacks: An Islamophobic Spiral», International Socialism, 146, Άνοιξη 2015. 

Σημειώσεις

1 Έχουν εκδοθεί στο International Socialism, βλ., Davison, 2016, Wolfreys, 2015, και Mahamdallie, 2015.

2 Engels, 1957 [Φ. Ένγκελς, σελ. 25].

3 Marx, 1975, [Μαρξ, 1978, σελ. 17].

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016 14:52
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.