Κυριακή, 21 Μαΐου 2017 14:53

Η Βραζιλία μετά τη γενική απεργία της 28ης Απριλίου

Κατηγορία Κόσμος

Roberto Véras de Oliveira

Η Βραζιλία μετά τη γενική απεργία της 28ης Απριλίου

Στις 28 Απριλίου, στη Βραζιλία πραγματοποιήθηκε μία από τις πιο εντυπωσιακές γενικές απεργίες που έγιναν ποτέ. Τι άλλαξε όμως μετά την απεργία; Πώς θα συνεχιστεί η αντίσταση στην κυβέρνηση Τέμερ;

Η γενική απεργία της 28ης Απριλίου 2017 στη Βραζιλία έγινε 11 χρόνια μετά την τελευταία και 100 χρόνια μετά την πρώτη. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο συνδικαλισμός συμμετείχε ενεργά στην ιστορία της χώρας. Μετά τις δύο δεκαετίες της δικτατορίας (1964-1985) κατά τη διάρκεια της οποίας υπέστη διώξεις, το συνδικαλιστικό κίνημα διαδραμάτισε βασικό ρόλο στη διαδικασία εκδημοκρατισμού και στην επιτυχή διαχείριση της ένταξης των κοινωνικών βελτιώσεων στο Σύνταγμα του 1988. Μεταξύ του 1983 και του 1996, τα βραζιλιάνικα συνδικάτα πραγματοποίησαν έξι γενικές απεργίες. Από την αρχή, αποκρυσταλώθηκαν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις: η μία εκπροσωπούμενη από το Ενιαίο Κέντρο Εργατών (Central Única dos Trabalhadores - CUT), που δημιουργήθηκε το 1983, κληρονόμο του λεγόμενου «νέου συνδικαλισμού» που συμμάχησε με το Εργατικό Κόμμα (PT). Η άλλη εκπροσωπούμενη από την Εθνική Διάσκεψη Εργατών (Conferência Nacional da Classe Trabalhadora - CONCLAT), δημιούργηθηκε την ίδια χρονιά με τη στήριξη τομέων που συνδέονται με επίσημες ομοσπονδίες και συνομοσπονδίες και μετονομάστηκε το 1986 σε Γενική Συνομοσπονδία Εργατών (Confederação Geral dos Trabalhadores - CGT). Λίγα χρόνια αργότερα, το 1991, ένα τμήμα διαφωνούντων της CGT δημιούργησε την Συνδικαλιστική Δύναμη (Força Sindical - FS), η οποία υποστηρίζει ένα πραγματιστικό όραμα που σχετίζεται με τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη.

Στη δεκαετία του 1990, οι κυβερνήσεις των Φερνάντο Κολόρ ντε Μέλο [1990-1992] και Φερνάντο Ενρίκε Καρντόζο [1995-2003] προώθησαν μια νεοφιλελεύθερη ατζέντα με μακροοικονομικές πολιτικές αποσυνδεδεμένες από τη δημιουργία θέσεων εργασίας: ιδιωτικοποιήσεις, εκποίηση δημόσιας υπηρεσίας, χαλαρότερες εργατικές νομοθεσίες, αντι-συνδικαλιστικές θέσεις κ.ο.κ. Αντιμέτωπα με τις συνέπειες (την αύξηση της ανεργίας, την άτυπη αγορά εργασία και τις περικοπές στους μισθούς και στις παροχές), τα σωματεία αναγκάστηκαν να αμυνθούν. Σε μεγάλο βαθμό κατάφεραν να παραμείνουν η εμπροσθοφυλακή των διεκδικήσεων των εργαζομένων, αλλά δεν κατάφεραν να αναδειχθούν στην πολιτική ηγεσία που τα χαρακτήριζε στο παρελθόν.

Κάτω από τις προεδρίες του Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα και της Ντίλμα Ρούσεφ, η χώρα ξαναμπήκε σε μια πορεία οικονομικής ανάπτυξης και βελτίωσης της κατανομής του εισοδήματος. Οι καλύτερες επίσημες συνθήκες στο χώρο εργασίας και ένα πιο ευνοϊκό πολιτικό κλίμα ωφέλησαν τις επιδόσεις των συνδικάτων στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και σε διάφορες περιπτώσεις πολιτικής δράσης. Αλλά αυτό δεν είχε ως αποτέλεσμα την ανάκαμψη του πολιτικού ρόλου που έπαιζαν τα συνδικάτα στη δεκαετία του 1980. Η επικρατούσα θέση στο πλαίσιο της CUT ήταν να υποστηρίζεται η ανάθεση της πρωτοβουλίας για την κοινωνική και εργασιακή ατζέντα στην κυβέρνηση, και αυτό οδήγησε σε εσωτερική διαφωνία. Ακολούθησε η εμφάνιση του Συνδικαλιστικού και Λαϊκού Κέντρου Conlutas (Central Sindical e Popular/Conlutas - CSP/Conlutas), επηρεασμένο από δύο κόμματα στα αριστερά του PT: το Κόμμα για τον Σοσιαλισμό και την Ελευθερία (Partido Socialismo e Liberdade - PSOL) και το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Εργατών (Partido Socialista dos Trabalhadores Unificado - PSTU)· του Εργατικού Κέντρου Βραζιλίας Βραζιλίας (Central dos Trabalhadores e Trabalhadoras do Brasil – CTB) που συνδέθηκε με το Κομμουνιστικό Κόμμα Βραζιλίας (PCdoB)· και της Διασυνδικαλιστικής (Intersindical).

Η δεύτερη θητεία της Ρούσεφ άρχισε το 2015, στο πλαίσιο της έναρξης της οικονομικής κρίσης και της προέλασης των συντηρητικών δυνάμεων, με τη βοήθεια των mainstream μέσων ενημέρωσης και υποστηριζόμενων από την επιτυχή συντονισμένη δεξιά δράση και στα δύο Σώματα, καθώς και από τη μετατόπιση του δικαστικού σώματος προς τα δεξιά αλλά και την κινητοποίηση τομέων της μεσαίας τάξης κάτω από το σύνθημα της «καταπολέμησης της διαφθοράς». Η πολιορκία της κεντροαριστερής κυβέρνησης συνέχισε να στενεύει και αυτό οδήγησε στην αποπομπή της Προέδρου με μη συνταγματικά μέσα. Το κοινοβουλευτικό, δικαστικό και μιντιακό πραξικόπημα διενεργήθηκε από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 2016. Με την Ρούσεφ παραγκωνισμένη, ο Αντιπρόεδρος Μισέλ Τέμερ επενέβη και ανέλαβε καθήκοντα αρχηγού του συνασπισμού με επικεφαλής το Βραζιλιάνικο Κόμμα Δημοκρατικού Κινήματος (PMDB - Partido do Movimento Democrático Brasileiro) και το κόμμα του Καρντόζο, το Βραζιλιάνικο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (Partido da Social Democracia Brasileira - PSDB), το οποίο είχε ηττηθεί από το PT στις τέσσερις προηγούμενες εκλογές. Έκτοτε, καθώς η οικονομική κρίση βαθαίνει και η ανεργία φθάνει το 13,7% (αφού έφτασε στο ελάχιστο όριο της, 4,8% το 2014), η σημερινή κυβέρνηση εφαρμόζει μια κοινωνικά και πολιτικά οπισθοδρομική ατζέντα. Παρά τα πολύ χαμηλά ποσοστά αποδοχής της και τις κατηγορίες για διαφθορά στην οποία εμπλέκονται τα κύρια στελέχη της -συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Προέδρου-, εξακολουθεί να βασίζεται στην ευρεία υποστήριξη από το Κογκρέσο και τα μέσα ενημέρωσης, γεγονός που της επιτρέπει να συνεχίσει το πολιτικό και κοινωνικό της πρόγραμμα.

Η κυβέρνηση έχει τρεις κύριες προτεραιότητες. Πρώτον, τη δημοσιονομική προσαρμογή, η οποία αποσκοπεί κυρίως στη μείωση των δημοσίων δαπανών (η τροπολογία συνταγματικού περιεχομένου που θέτει ανώτατα όρια στον προϋπολογισμό για τα επόμενα 20 χρόνια, έχει εγκριθεί, με μόνη εξαίρεση τις πιστώσεις του προϋπολογισμού για τις πληρωμές τόκων). Δεύτερον, τη συρρίκνωση των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων (έχει ήδη εγκριθεί ένας νόμος που επεκτείνει σε μεγάλο βαθμό την ανάθεση σε εξωτερικούς συνεργάτες, ακόμη και στο πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης, ενώ στο Κογκρέσο εξετάζονται επί του παρόντος πολλά νομοσχέδια για τη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας και των συντάξεων). Τρίτον, την εντατικοποίηση των ιδιωτικοποιήσεων και η μεταφορά δημόσιων επιχειρήσεων στον ιδιωτικό τομέα (το έμβλημα εδώ είναι τα περιουσιακά στοιχεία της Petrobras και οι περιοχές εξόρυξης ορυκτών).

Αυτό που έχει βάλλει στο στόχαστρο δεν είναι μόνο οι κοινωνικές πολιτικές των κυβερνήσεων Λούλα και Ντίλμα, αλλά και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το Σύνταγμα του 1988, ακόμα και οι εγγυήσεις που περιλαμβάνονται στην Ενοποίηση των Εργατικών Νόμων (Consolidação das Leis do Trabalho - CLT) της δεκαετίας του 1940. Μέχρι στιγμής, οι διαμαρτυρίες εναντίον αυτής της τροποποίησης έχουν κατασταλεί βίαια και ποινικοποιήθηκαν με την υποστήριξη των mainstream μέσων ενημέρωσης. Το νέο σενάριο τοποθετεί έτσι τεράστια ευθύνη στους ώμους των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των λαϊκών κινημάτων για να αντιστραφεί αυτή η οπισθοδρομική ατζέντα.

Αυτό ήταν το πλαίσιο στο οποίο οι συνδικαλιστικές οργανώσεις (CUT, CTB, Διασυνδικαλιστική, CSP-Conlutas, UGT, Συνδικαλιστική Δύναμη [Força Sindical], Νέα Κεντρική, CSB και CGTB) και τα λαϊκά κινήματα - το Κίνημα Ακτημόνων Εργατών Γης (Movimento dos Trabalhadores Rurais sem Terra - MST), το Κίνημα των Αστέγων Εργατών (Movimento dos Trabalhadores Sem Teto - MTST) και το Κέντρο Λαϊκών Κινημάτων (Central dos Movimentos Populares - CMP), μεταξύ άλλων - οργανωμένων και συγκροτημένων σε μπλοκ - όπως το Λαϊκό Μέτωπο Χωρίς Φόβο (Frente Povo Sem Medo) ή το Λαϊκό Μέτωπο της Βραζιλίας (Frente Brasil Popular) - κάλεσαν σε γενική απεργία στις 28 Απριλίου. Η στιγμή μιας ενότητας των διαφορετικών συνδικάτων και λαϊκών δυνάμεων. Πρέπει να σημειωθεί, για παράδειγμα, ότι η Συνδικαλιστική Δύναμη, παρά τη συμμετοχή της στην κυβέρνηση Λούλα, υποστήριξε ωστόσο την άσκηση δίωξης εναντίον της Ρούσεφ.

Η γενική απεργία έγινε σε μια καθοριστική στιγμή. Την προηγούμενη Τετάρτη, τα μέλη του Κογκρέσου ενέκριναν το νομοσχέδιο για την εργασιακή μεταρρύθμιση που υπέβαλε η κυβέρνηση, το οποίο πρέπει τώρα να περάσει από τη διαδικασία της Γερουσίας. Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος εξετάζεται επί του παρόντος και πρόκειται σύντομα να εγκριθεί από το Κογκρέσο. Υποστηριζόμενη από την έντονη δραστηριότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η διαμαρτυρία είχε την αρχική υποστήριξη ορισμένων βασικών συνδικάτων όπως οι εργαζόμενοι στον τραπεζικό, μεταλλουργικό, πετρελαϊκό και πετροχημικό κλάδο, οι δάσκαλοι του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, οι εργαζόμενοι στις δημόσιες μεταφορές και στα δίκυκλα, στα ταχυδρομεία, το εμπόριο, την υγειονομική περίθαλψη και τα σωματεία αστικών υπηρεσιών. Η κυβέρνηση επέμεινε στους πολιτικούς της σχεδιασμούς και αγνόησε το κίνημα το οποίο αποκτούσε βάσεις. Τα κυριότερα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν προσεκτικά αποφεύγοντας οποιασδήποτε πληροφορία θα διέδιδε το κάλεσμα για απεργία, το οποίο βασικά έγινε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η υποστήριξη των Καθολικών ιερέων και επισκόπων σε ολόκληρη τη χώρα ερμηνεύτηκε ως μια πολύ θετική εξέλιξη για την απεργία - μια αλλαγή στάσης που ενισχύθηκε από την άρνηση του Πάπα Φραγκίσκου να δεχτεί την πρόσκληση του Τέμερ στις εορταστικές εκδηλώσεις για την 300η επέτειο της Παναγίας Απαρεκίδα, προστάτιδας της Βραζιλίας. Εκτός από την άρνησή του να παραστεί, ο Πάπας πρόσθεσε ορισμένα επικριτικά σχόλια σχετικά με τα κυβερνητικά μέτρα που επιδεινώνουν την κατάσταση των φτωχότερων τμημάτων του πληθυσμού.

Η απεργία στις 28 Απριλίου προκάλεσε πάγωμα δραστηριοτήτων σε όλη τη χώρα, που συνοδεύτηκε από πορείες, συγκεντρώσεις, αποκλεισμούς δρόμων και διαμαρτυρίες. Οι επαρχιακές κυβερνήσεις που συνεργάστηκαν με τον Τέμερ έδωσαν το πράσινο φως για την καταστολή και το Ρίο ντε Τζανέιρο ήταν ένα παράδειγμα: η αστυνομία εμπόδισε τους διαδηλωτές να συγκεντρωθούν στην συνοικία Cinelandia της πόλης χρησιμοποιώντας δακρυγόνα και ξυλοδαρμούς εναντίον των διαδηλωτών. Στο Goiás, ένας νεαρός φοιτητής που είχε χτυπηθεί από έναν αστυνομικό βρίσκεται σήμερα σε κώμα. Στο Σάο Πάολο, τρεις ηγέτες του MTST συνελήφθησαν και βρίσκονται τώρα στη φυλακή, κατηγορημένοι για εμπρησμό και υποκίνηση βίας. Με τις δηλώσεις τους, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι υποβάθμισαν και ποινικοποίησαν τη διαμαρτυρία: για τον Υπουργό Γεωργίας, η απεργία ήταν «ασήμαντη». Για τον Τέμερ, ήταν μόνο «μικρές ομάδες που μπλοκάρουν τους δρόμους και τους τερματικούς σταθμούς», επειδή απορρίπτουν τον «εκσυγχρονισμό των εθνικών νόμων». Όσο για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, προσπάθησαν αρχικά να αγνοήσουν αυτό που συνέβαινε, αλλά τελικά τους ήταν αδύνατο να συγκαλύψουν τα γεγονότα και έκαναν την επιλογή να αναφέρουν τις συγκρούσεις και τις υλικές καταστροφές στους δρόμους.

Οι διοργανωτές υποστηρίζουν ότι περίπου 35 εκατομμύρια εργαζόμενοι στήριξαν την απεργία, γεγονός που την καθιστά μία από τις μεγαλύτερες γενικές απεργίες στην ιστορία της χώρας. Η δράση τους συνεχίστηκε με τις διαδηλώσεις της 1ης Μαΐου, πιέζοντας τους βουλευτές και τους γερουσιαστές που θα ψηφίσουν υπέρ ή κατά του νομοσχεδίου για τις μεταρρυθμίσεις στα εργασιακά και στο συνταξιοδοτικό και προετοιμάζοντας μια μεγάλη ενοποιημένη πορεία στη Βραζίλια - σε μια ημερομηνία που δεν έχει καθοριστεί. Για τις δυνάμεις που αντιτίθενται στη συντηρητική επίθεση, η 28η Απριλίου αρχίζει ήδη να θεωρείται ιστορική ημέρα κατά την οποία η πορεία της χώρας στράφηκε υπέρ της αντίστασης.

Μετάφραση: e la libertà

Roberto Véras de Oliveira, «Brazil after the April 28 general strike», Open Democracy, 10 Μαΐου 2017 και International Viewpoint, 16 Μαΐου 2017. 

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 21 Μαΐου 2017 14:59
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.