Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015 23:30

Η ακροδεξιά ως ένα αντι-ηγεμονικό μπλοκ απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό; Η περίπτωση του Jobbik (I)

Κατηγορία Κόσμος

Μεταφράζουμε το πρώτο μέρος του άρθρου του Αντάμ Φάμπρι για το ουγγρικό φασιστικό κόμμα Γιόμπικ. Η αγγλική μετάφραση του πρώτου μέρους του άρθρου δημοσιεύτηκε στο LeftEast, (χωρίς τις υποσημειώσεις). Ολόκληρο το άρθρο, στα ουγγρικά, βρίσκεται στην ιστοσελίδα, Eszmélet 105.

Ο Ádám Fábry είναι πολιτικός οικονομολόγος και ακτιβιστής. Βρίσκεται στην Κόρδοβα (Αργεντινή), όπου ασχολείται με την έρευνα της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας του νεοφιλελευθερισμού στη Λατινική Αμερική και την Ανατολική Ευρώπη και την ιστορία και την πολιτική της άκρας δεξιάς στην Ουγγαρία και αλλού. Στις δημοσιεύσεις του περιλαμβάνονται: «The Far-right in Hungary» (στο: The Far-right in Europe, πρώτη έκδοση Fred Leplat και επανέκδοση, Resistance Books και Merlin Press) και «From poster boy of neoliberal transformation to basket case: Hungary and the global economic crisis» (στο: First the Transition then the Crash: Eastern Europe in the 2000s, σε επιμέλεια Gareth Dale, εκδόσεις Pluto Press, 2011). Είναι, επίσης συντάκτης του From the Vanguard to the Margins: Workers in Hungary, 1939 to the Present (Brill, 2014) και συνεκδότης (μαζί με τους Richard Saull, Alexander Anievas και Neil Davidson) του The Long Durée of the Far-Right: An International Historical Sociology (Routledge, 2014).

e la libertà

 

Fábry Ádám

 

ΜΕΡΟΣ Ι:

Από κίνημα της δεξιάς σε τρίτη δύναμη στην ουγγρική πολιτική: η άνοδος του Jobbik 1999 - 2010

 

Τα τελευταία χρόνια, η Ουγγαρία έχει γίνει σύμβολο μιας ευρύτερης προς τα δεξιά μετατόπισης στην Ευρώπη. Μια πληθώρα παραστρατιωτικών οργανώσεων, πολλές από τις οποίες αντλώντας ρητά από το συμβολισμό του διαβόητου Σταυρωτού Βέλους*, των Ούγγρων Ναζί που ευθύνονται για τη δολοφονία δεκάδων χιλιάδων Εβραίων στην περικυκλωμένη Βουδαπέστη το 1944-1945, παρελαύνουν στους δρόμους σε όλη τη χώρα, απειλώντας τις μειονότητες. Εν τω μεταξύ, σε λιγότερο από δέκα χρόνια, το φασιστικό κόμμα Jobbik έχει πάψει να είναι ένα μικρό, σχετικά άγνωστο φοιτητικό κίνημα, και έχει γίνει το δεύτερο πιο δημοφιλές κόμμα στις δημοσκοπήσεις και με μια σοβαρή επίδραση στις αυταρχικές πολιτικές που ακολουθούνται από τη νεοσυντηρητική κυβέρνηση του FIDESZ του Βίκτορ Ορμπάν από τότε που ήρθε στην εξουσία το 2010.

Η θεαματική ανάπτυξη του Jobbik τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει σε έναν αυξανόμενο αριθμό αναλύσεων, κυρίως μελετητών από τον χώρο της κυρίαρχης πολιτικής επιστήμης, που προσπαθούν να αναλύσουν και να εξηγήσουν αυτό το φαινόμενο1. Οι περισσότεροι έχουν την τάση να συνδέουν την άνοδο του κόμματος με την αύξηση των αισθημάτων εναντίον των Ρομά στον απόηχο μιας σειράς τραγικών δολοφονιών, που διαπράχθηκαν από άτομα με προέλευση Ρομά, τον χειμώνα του 20062. Επίσης, τείνουν να συμφωνήσουν ότι η ίδρυση της Ουγγρικής Φρουράς (Magyar Gárda) - μιας παραστρατιωτικής οργάνωσης με στενούς δεσμούς με το Jobbik - ήταν ζωτικής σημασίας για την επιτυχία του κόμματος, καθώς έστρεψε την προσοχή των μέσων ενημέρωσης στην υποτιθέμενη «εγκληματικότητα των Τσιγγάνων» και επέτρεψε στο κόμμα να παρουσιάσει τον εαυτό του ως μια νόμιμη δύναμη του «νόμου και της τάξης»3. Εν τω μεταξύ, άλλοι, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι ο αντι-Ρομά ρατσισμός του και η Ουγγρική Φρουρά ήταν σημαντικοί παράγοντες πίσω από την αρχική επιτυχία του Jobbik, υποστηρίζουν ότι η ικανότητα του κόμματος όχι μόνο να διατηρήσει, αλλά και να αυξήσει την υποστήριξή του  μετά τις εκλογές του 2009 για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξαρτιόταν από μια σειρά από άλλους παράγοντες, όπως: 1) η επιδείνωση της κρίσης του σοσιαλ-φιλελεύθερου συνασπισμού MSZP-SZDSZ από το 2006 και μετά, και μια ευρύτερη έλλειψη εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς, 2) οι αρνητικές επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στην ουγγρική κοινωνία, 3) η εσωτερική αναδιοργάνωση του Jobbik μετά την εκλογή του νέου και πανούργου Βόνα Γκάμπορ ως αρχηγού του κόμματος το 2006, ή/και 4) η ικανότητα του Jobbik να προσφέρει ένα συνεκτικό πολιτικό πρόγραμμα που υπόσχεται να απαλύνει το βάθεμα των οικονομικών προβλημάτων της Ουγγαρίας τα οποία προκαλούνται από την «νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση»4.

Ενώ οι παραπάνω εξηγήσεις έδωσαν ενδιαφέρουσες ιδέες για την προέλευση του πολιτικού λόγου του Jobbik και την κοινωνική σύνθεση των υποστηρικτών του, ισχυρίζομαι ότι παραμένουν εμπειρικά και θεωρητικά προβληματικές, καθώς και περιορισμένης ερμηνευτικής δύναμης5. Στηριζόμενος στο έργο του Ιταλού μαρξιστή Αντόνιο Γκράμσι, σε συνδυασμό με την προσεκτική ανάλυση των βασικών κομματικών κειμένων και των πολιτικών πρακτικών6, θα προτείνω μια εναλλακτική εξήγηση εντοπίζοντας τους βασικούς παράγοντες πίσω από την υπεροχή του Jobbik στους ευρύτερους κοινωνικο-οικονομικούς και πολιτικο-ιδεολογικούς μετασχηματισμούς της ουγγρικής κοινωνίας μετά την επίσημη μετάβαση σε μια (ελεύθερη) οικονομία της αγοράς και στην φιλελεύθερη δημοκρατία το 1989-90. Το κύριο επιχείρημα είναι ότι το μυστικό πίσω από την επιτυχία του κόμματος προέρχεται, σε μεγάλο βαθμό, από την ικανότητά του να κατασκευάζει ένα «αντι-ηγεμονικό μπλοκ» ενάντια στην αδικία που προκλήθηκε από τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Μέσω των ψευδο-επαναστατικών αιτημάτων (π.χ. αντίθεση στις πολυεθνικές εταιρείες και στην πολιτική διαφθορά, εθνικοποίηση του τραπεζικού τομέα, κ.λπ.) και της προκλητικής συμπεριφοράς απέναντι στους θεσμούς του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού (βλέπε το κάψιμο της σημαίας της ΕΕ σε μια διαδήλωση στη Βουδαπέστη το 2012), το κόμμα ήταν σε θέση να προβληγθεί ως «αντι-συστημική» πολιτική δύναμη, φθάνοντας πέρα από τους παραδοσιακούς ακροδεξιούς ψηφοφόρους και κάνοντας σημαντικά ανοίγματα μεταξύ των νέων, σχετικά μορφωμένων ανθρώπων, απογοητευμένων από τις «αποτυχίες» της αλλαγής του καθεστώτος και με τον φόβο του κοινωνικού ξεπεσμού.

A_szélsőjobboldal_mint_a_neoliberalizmussal_szembeniuj-magyar-garda-vademeles2.jpg

 

Η γένεση του Jobbik

Παρά το γεγονός ότι η Ουγγαρία έχει μια μακρά και βίαιη ιστορία ακροδεξιάς, που χρονολογείται από τις αρχές του 20ου αιώνα, οι ρίζες του Jobbik χρονολογούνται από το 1999, όταν μια ομάδα εθνικιστών συντηρητικών φοιτητών με έδρα το Πανεπιστήμιο Eötvös Loránd στη Βουδαπέστη σχημάτισαν τη δεξιά πτέρυγα της Κοινότητας Νέων (Jobboldali Ifjúsági Közösség, JIK). Εκείνη την εποχή, πολλές από ηγετικές προσωπικότητες του συλλόγου δραστηριοποιούνταν πολιτικά στο Ουγγρικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ζωής(Magyar Igazság és Élet Pártja, MIÉP) του Ιστβάν Τσούρκα, που ήταν το μεγαλύτερο ακροδεξιό κόμμα εκείνη την εποχή με 14 έδρες στο Κοινοβούλιο της Ουγγαρίας. Άλλοι, μεταξύ των οποίων και ο σημερινός αρχηγός του κόμματος, ο Βόνα Γκάμπορ, είχαν πιο «μετριοπαθείς» απόψεις και συμπορεύονταν με το FIDESZ, το μεγαλύτερο κόμμα του εθνικού-συντηρητικού συνασπισμού στην εξουσία μεταξύ 1998-2002.

Ωστόσο, τα μέλη της JIK σύντομα θα απογοητεύονταν και από τα δύο κόμματα. Αισθάνθηκαν ότι το MIÉP υπό τον αυταρχικό έλεγχο του Τσούρκα, του οποίου οι απλοϊκές θεωρίες συνωμοσίας των «Εβραιο-Μπολσεβίκων» εναντίον της Ουγγαρίας και οι ξεπερασμένες πολιτικές πρακτικές δεν ήταν σε θέση να προσελκύσουν νέους ψηφοφόρους με εθνικιστικές συμπάθειες, ή τους ανθρώπους στην ύπαιθρο, και, επομένως, δεν πρόσφεραν καμία προοπτική για το μέλλον. Είχαν επίσης εντυπωσιαστεί από την προσπάθεια του Βίκτορ Ορμπάν, να ανανεώσει και να ενώσει τη Δεξιά κάτω από μία σημαία (με επικεφαλής το FIDESZ) μέσω της δημιουργίας ενός πανεθνικού εθνικο-συντηρητικού κινήματος, επικεντρωμένου στους «αστικούς κύκλους» (Polgári körök)7. Όπως αναφέρει ο Βόνα εκείνη την εποχή, «Για το Jobbik, το όραμα [της ίδρυσης] μιας αστικής Ουγγαρίας [που απασχολούσε εκείνη την περίοδο το FIDESZ] δεν είναι αρκετό... Θέλουμε ένα εθνικό όραμα, ένα εθνικό πρόγραμμα, και, πάνω απ' όλα, θέλουμε δράσεις.»8 Προσπαθώντας να μετατρέψει αυτές τις ιδέες σε πραγματικότητα, το Jobbik ιδρύθηκε επίσημα ως πολιτικό κόμμα τον Οκτώβριο του 2003 με 1.200 αυτοαποκαλούμενα μέλη.9

Σύμφωνα με την ιδρυτική διακήρυξή του, το κόμμα αυτοχαρακτηρίστηκε ως «συντηρητικό, ριζοσπαστικό, εθνικό-χριστιανικό κόμμα», στόχος του οποίου ήταν, «η ολοκλήρωση» της αλλαγής του καθεστώτος του 1989 και «η δημιουργία μιας καλύτερης και πιο δίκαιης κοινωνίας».10 Αρχικά, το κόμμα προσπάθησε να κερδίσει την προσοχή του κοινού μέσα από μια σειρά από προκλητικές καμπάνιες, που αμφισβητούσαν ανοιχτά τις φιλελεύθερες αξίες επί των οποίων η ουγγρική δημοκρατία είχε συγκροτηθεί μετά το 1989. Αυτές περιλάμβαναν την ανέγερση χριστιανικών σταυρών στις κεντρικές πλατείες σε όλη την Ουγγαρία κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων του 2003 («προκειμένου να επιστήσουν την προσοχή στο αρχικό χριστιανικό μήνυμα της γιορτής»), τη προσβολή των πινακίδων που είχαν τοποθετηθεί στη μνήμη του αντιφασίστα μάρτυρα Έντρε Σαγκβάρι** στις αρχές του 2006, και την έναρξη μιας εκστρατείας, αργότερα το ίδιο έτος, με στόχο την «αποκατάσταση» της σημαίας των Άρπαντ, του θυρεού των μεσαιωνικών βασιλιάδων Άρπαντ***, που χρησιμοποιήθηκε από το ναζιστικό Σταυρωτό Βέλος κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, η οποία επανεμφανίστηκε με αυξανόμενη συχνότητα σε αντικυβερνητικές διαδηλώσεις κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου του 2006. Αφού αρνήθηκε να συμμετάσχει στις ευρωεκλογές του 2004 (σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την «πρόωρη ένταξη στην ΕΕ» της Ουγγαρίας), το Jobbik αποφάσισε να σχηματίσει μια εκλογική συμμαχία με το MIÉP στις εθνικές εκλογές του 2006. Ωστόσο, ο συνασπισμός πήρε μόνο το 2,2% των ψήφων και απέτυχε να μπει στο κοινοβούλιο. Η συμμαχία έσπασε λίγο αργότερα μετά από εσωτερικές διαφωνίες. Παρά το γεγονός ότι τα νεαρά του μέλη κυρίως συμμετείχαν σε δράσεις οι οποίες προσέλκυαν μια σειρά μέσων μαζικής ενημέρωσης, το Jobbik παρέμεινε περιθωριακή δύναμη στην ουγγρική πολιτική το 2006.

A_szélsőjobboldal_mint_a_neoliberalizmussal_szembenijobbik.jpg

Η «οργανική κρίση» του Ουγγρικού καπιταλισμού και η ανάπτυξη του Jobbik

Η πρώτη μεγάλη εκτίναξη των ποσοστών του Jobbik έγινε στις ευρωεκλογές του 2009, στις οποίες το κόμμα έφτασε στην τρίτη θέση, με 427.773 ψήφους (14,77%), που του επέτρεψε να στείλει 3 αντιπροσώπους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ταρακούνησε το ουγγρικό πολιτικό κατεστημένο. Δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός (μια αφύσικη διαταραχή της «κανονικότητας» της αστικής πολιτικής) αλλά ένα σημάδι μιας ευρύτερης μετατόπισης προς τα δεξιά της ουγγρική πολιτική στον απόηχο της συνεχιζόμενης οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης, όπου η άνοδος του Jobbik είχε γίνει ο πόλος έλξης για τους ακροδεξιούς ψηφοφόρους που είχαν απογοητευτεί από το status quo της mainstream πολιτικής. Στις γενικές εκλογές του 2010, το κόμμα διπλασίασε την εκλογική του δύναμη (855.436 ψήφοι), με ποσοστό 16,67% και 47 έδρες στο κοινοβούλιο.

Πώς εξηγείται λοιπόν, η θεαματική άνοδος της δημοτικότητας του Jobbik μεταξύ 2006-2010; Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο σε μεμονωμένους παράγοντες (π.χ. την εξάπλωση του αντι-Ρομά ρατσισμού στην ευρύτερη κοινωνία ή την ενασχόληση με αυτό που ο Mireanu περιγράφει ως μια «λογική του θεάματος», μέσω της δημιουργίας της Ουγγρικής Φρουράς, προκειμένου να νομιμοποιήσει τις πολιτικές του «νόμου και της τάξης»). Θα πρέπει να κατανοηθεί στο πλαίσιο των βαθιών οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών μετασχηματισμών που συγκλόνισαν την Ουγγαρία μετά την αλλαγή του καθεστώτος το 1989-90. Υπό την έννοια αυτή, η άνοδος του Jobbik, δεν είναι βέβαιο ότι αποτελεί εξαίρεση σε εξελίξεις που συμβαίνουν αλλού, αλλά μάλλον σύμπτωμα μιας ευρύτερης πολιτικής στροφής προς τα δεξιά στην Ευρώπη (και αλλού), η οποία έχει γίνει ιδιαίτερα ορατή στη συνεχιζόμενη παγκόσμια οικονομική κρίση.11

Αντί για το καπιταλιστικό παραμύθι ότι θα φτάσουν με γρήγορους ρυθμούς τις «προηγμένες» καπιταλιστικές χώρες της Δυτικής Ευρώπης και την υπόσχεση για άνοδο του βιοτικού επιπέδου και σταθερή δημοκρατική πολιτική ζωή**** η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση των οικονομιών του πρώην σοβιετικού μπλοκ κατέληξε να είναι ένας εφιάλτης για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων στην περιοχή.12 Ενώ η αναδιάρθρωση είχε ως αποτέλεσμα μερικές ατομικές επιτυχίες, μεταξύ των οποίων την μετατροπή της πρώην νομενκλατούρας σε επιχειρηματίες που έκαναν περιουσίες αγοράζοντας και πουλώντας δυτικά αυτοκίνητα και καταναλωτικά αγαθά, ή ξεπουλώντας τις πρώην κρατικές επιχειρήσεις σε υπερεθνικές επιχειρήσεις, οι ταξικές και οι περιφερειακές ανισότητες βάθυναν και οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί ενισχύθηκαν, τόσο εντός όσο και μεταξύ των κρατών. Η άφιξη του διεθνούς κεφαλαίου, οι νέες τεχνολογίες, και η σταδιακή μετάβαση προς μια μεταφορντική οικονομία, η οποία βασίζεται στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στις υπηρεσίες, κατέστησαν απαρχαιωμένες τις υπάρχουσες δεξιότητες και τις υποδομές και έτσι πολλοί ανειδίκευτοι εργάτες απολύθηκαν13. Στην Ουγγαρία, περισσότεροι από 1,3 εκατομμύρια θέσεις εργασίας (σχεδόν το 1/3 του συνόλου του εργατικού δυναμικού!) εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια των πρώτων πέντε ετών της μεταβατικής περιόδου, ενώ τα μέτρα διαρθρωτικής προσαρμογής που εισήχθησαν μεταξύ 1988-1995 κατέστρεψαν περισσότερα οικονομικά περιουσιακά στοιχεία από ό,τι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος.14

Σύμφωνα***** με την κοινωνιολόγο Zsuzsa Ferge «στην Ουγγαρία οι μεγαλύτεροι χαμένοι ήταν αυτοί οι οποίοι υπέφεραν από την έλλειψη κάθε είδους κεφαλαίου: οικονομικού, πολιτιστικού, κοινωνικού και ψυχολογικού. Ποτέ δεν ήταν μεταξύ των εύπορων, αλλά στο προηγούμενο σύστημα οι περισσότεροι από αυτούς είχαν αποκτήσει υπαρξιακή ασφάλεια και κάποιου είδους, ίσως συμβολική, αυτοεκτίμηση. (...) Πιο συγκεκριμένα, μεταξύ των χαμένων βρίσκουμε άνεργους, (...) πολλούς ανειδίκευτους ή ημι-ειδικευόμενους, (...) κατοίκους χωριών (αγρότες), οικογένειες με παιδιά, που έχασαν τις οικογενειακές παροχές και τις υπηρεσίες φύλαξης παιδιών, και, σαν αποτέλεσμα, ορισμένες γυναίκες.»15

Η μονιμοποίηση της μαζικής ανεργίας οδήγησε σε μείωση του βιοτικού επιπέδου και στο σχηματισμό μιας νέας «κατώτερης τάξης», που αποτελείται από μόνιμα ανέργους οι οποίοι δεν διαθέτουν επαρκή πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, στην εκπαίδευση και στην κοινωνική ασφάλιση.16 Ως εκ τούτου, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 η ταξική σύνθεση της Ουγγαρίας άρχισε να θυμίζει την εποχή του Χόρτυ στον μεσοπόλεμο, όταν μια μικρή άρχουσα τάξη των αριστοκρατών, των μεγάλων γαιοκτημόνων, και του καλού κόσμου κυριαρχούσε στην κοινωνία, ενώ «τρία εκατομμύρια ζητιάνοι» ζούσαν στην εξαθλίωση στον πυθμένα της κοινωνίας.17 Εκτός από την αύξηση των ταξικών και των περιφερειακών ανισοτήτων, οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις ενίσχυσαν τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς. Οι Ρομά, οι οποίοι αποτελούν τη μεγαλύτερη εθνική μειονότητα της Ουγγαρίας (3,2% του πληθυσμού σύμφωνα με την απογραφή του 2011), επλήγησαν δυσανάλογα σκληρά από την αύξηση της επισφάλειας, με τα ποσοστά της ανεργίας και της φτώχειας να φτάνουν στα ύψη στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ενώ η επιβίωση της νέας κατώτερης τάξης ήταν όλο και περισσότερο εξαρτημένη από τα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας, οι κρατικές δαπάνες για την κοινωνική πρόνοια και την κοινωνική προστασία περικόπηκαν από τις διαδοχικές κυβερνήσεις της Βουδαπέστης ολόκληρου του πολιτικού φάσματος. Αυτό συνοδεύτηκε από έναν όλο και πιο απροκάλυπτο και επίσημο στιγματισμό των φτωχών και τη δαιμονοποιίησή τους στο δημόσιο λόγο ως «τεμπέληδες» και «ανάξιους». Η νέα, ηγεμονική κοσμοθεωρία της νέας άρχουσας τάξης της Ουγγαρίας συνοψίστηκε ξεκάθαρα το 2011 από τον ισχυρό πολιτικό του FIDESZ, τον Γιάνος Λαζάρ, με τον εξής τρόπο: «αυτός που δεν έχει τίποτα, αξίζει τίποτα».18

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι υλικές βάσεις διατήρησης αυτού που οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι χαρακτήρισαν χλευαστικά ως ουγγρικό «πρόωρο κράτος πρόνοιας»19, άρχισαν γρήγορα να στερεύουν. Από τη μία πλευρά, τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις άρχισαν να μειώνονται ραγδαία, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της ουγγρικής μεταποίησης και του τομέα υπηρεσιών είχαν ήδη πωληθεί σε υπερεθνικές εταιρείες. Από την άλλη πλευρά, η προσέλκυση ξένων πρόσθετων επενδύσεων γινόταν όλο και πιο δύσκολη λόγω του αυξανόμενου διακρατικού ανταγωνισμού, εντός της περιοχής και σε παγκόσμιο επίπεδο, μετά την ραγδαία άνοδο της Κίνας ως το νέο «εργαστήριο του κόσμου».20 Αντιμέτωπη με την αύξηση των πιέσεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, η σοσιαλ-φιλελεύθερη κυβέρνηση εγκατέλειψε την υπόσχεσή της για μια «αλλαγή του καθεστώτος πρόνοιας»  (jóléti rendszerváltás)και αντικατέστησε τον άχρωμο, μη-κομματικό πρωθυπουργό Μεντγκιέσι με τον Φέρενς Γκιουρτσάνι, ένα νεαρό πολυεκατομμυριούχο και φιλόδοξο υπέρ-μεταρρυθμιστή. Αντλώντας έμπνευση από τον «τρίτο δρόμο» του Άντονι Γκίντενς και του Τόνι Μπλερ, προσπάθησε να μετασχηματίσει το MSZP από ένα «ξεπερασμένο», «ρεφορμιστικό κομμουνιστικό» κόμμα σε ένα «σύγχρονο», «σοσιαλδημοκρατικό» κόμμα, προωθώντας οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις «από τα πάνω», διατηρώντας ευαισθησίες για «κοινωνική δικαιοσύνη» και «ίσες ευκαιρίες». Αρχικά, η προσέγγιση του Γκιουρτσάνι φάνηκε να είναι επιτυχής, καθώς η σοσιαλ-φιλελεύθερη συμμαχία κέρδισε τις γενικές εκλογές του 2006, και έγινε έτσι η πρώτη «μετα-κομμουνιστική» κυβέρνηση στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, που κατάφερε να επανεκλεγεί. Ωστόσο, αυτή η νίκη αποδείχθηκε πύρρειος.

Έχοντας κερδίσει τις εκλογές με το σύνθημα «μεταρρύθμιση χωρίς λιτότητα», ο Γκιουρτσάνι αναγκάστηκε γρήγορα να εισαγάγει ριζικά μέτρα λιτότητας, προκειμένου να παραμείνει στα στενά όρια των κριτηρίων του Μάαστριχτ. Ως αποτέλεσμα, η δημοτικότητα της σοσιαλ-φιλελεύθερης κυβέρνησης έπεσε γρήγορα κατακόρυφα. Τα πράγματα στη συνέχεια έγιναν χειρότερα: μετά από τις αποκαλύψεις μιας μυστικής ομιλίας στην κοινοβουλευτική ομάδα του MSZP, στην οποία ο Γκιουρτσάνι, χρησιμοποιώντας μια ιδιαίτερα αισχρή γλώσσα, παραδέχθηκε ότι η κυβέρνησή του έλεγε «ψέματα πρωί, μεσημέρι και βράδυ», προκειμένου να κερδίσει τις εκλογές στις αρχές του έτους, ξέσπασαν αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στη Βουδαπέστη, σε μια κλίμακα που δεν είχε προηγούμενο στην σύντομη ιστορία της νεαρής ουγγρικής δημοκρατίας. Καθώς οι μεγάλης κλίμακας αντικυβερνητικές διαδηλώσεις συνεχίστηκαν στη Βουδαπέστη και σε άλλες μεγάλες πόλεις μέχρι το τέλος του 2006, η κοινή γνώμη πολώθηκε και μετατοπίστηκε προς τα δεξιά. Έχοντας διαδραματίσει ενεργό ρόλο στις διαδηλώσεις, το Jobbik μετασχημάτισε σταδιακά την εικόνα του κόμματος από ένα περιθωριακό, ακροδεξιό κόμμα σε μια ριζοσπαστική εθνικιστική δύναμη, που υποστηρίζει τα «πνευματικά και υλικά συμφέροντά του ουγγρικού έθνους» ενάντια στον «παράνομη» και «εθνοκαταστροφικό» (nemzetromboló) σοσιαλ-φιλελεύθερο συνασπισμό.21

Καθώς οικονομική δυσφορία στη χώρας κλιμακώθηκε μετά την εμφάνιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η δημόσια απογοήτευση και ο τεράστιος θυμός για τη φιλελεύθερη δημοκρατία εντάθηκαν, οδηγώντας σε ταχεία μείωση της υποστήριξης προς τα κόμματα της «κεντροαριστεράς» και σε σταθερή άνοδο της Δεξιάς.22 Μια συγκριτική έρευνα το 2009 παρέχει μια εντυπωσιακή ένδειξη του επιπέδου της δημόσιας δυσαρέσκειας για την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων: Ένα εντυπωσιακό 94% των Ούγγρων ερωτηθέντων θεωρούσε την οικονομική κατάσταση στη χώρα ως «κακή», ενώ το 72% δήλωσε ότι ήταν «χειρότερα τώρα από ό,τι την περίοδο του κομμουνισμού». Επιπλέον, περισσότερο από τα 3/4 (77%) είχαν «απογοητευτεί» με τον τρόπο που λειτουργούσε η δημοκρατία στη χώρα τους, σε σύγκριση με το 49% των ερωτηθέντων στην Τσεχική Δημοκρατία, το 46% στη Σλοβακία, και μόνο το 39% στην Πολωνία. Η μελέτη έδειξε επίσης μια αυξανόμενη αντίθεση στην ένταξη στην ΕΕ. Το 28% απάντησε ότι ήταν «κάτι κακό».23 Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες η οικονομική κρίση στην Ουγγαρία η οποία αναμφισβήτητα ξεπερνάει τα όρια μιας «κυκλικής κρίσης» (δηλαδή μιας κανονικής κάμψης του καπιταλιστικού οικονομικού κύκλου), γίνεται αυτό το οποίο ο Γκράμσι περιγράφει ως «οργανική κρίση», κατά την οποία διακυβεύεται η ηγεμονία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.24

Αντιμέτωπη με τη διπλή πίεση της οικονομικής κρίσης και της κρίσης της δικής της νομιμοποίησης η σοσιαλ-φιλελεύθερη κυβέρνηση προσπάθησε να απαλλαγεί από τις αντιπροσωπευτικές δομές και τους κανόνες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (μια διαδικασία που περιγράφεται από τον Γκράμσι ως «Καισαρισμός» ή «Βοναπαρτισμός», κατά την οποία «μια μεγάλη προσωπικότητα, επιφορτίζεται με το καθήκον της “διαιτησίας” πάνω σε μια ιστορικοπολιτική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από μια ισορροπία των δυνάμεων που οδεύει προς την καταστροφή»25). Ωστόσο, ελλείψει ενός δικού του Καίσαρα ή ενός δικού του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, το MSZP επέλεξε να αντικαταστήσει τον ευρέως αντιπαθή (αν και εκλεγμένο απ' τον λαό) Γκιουρτσάνι με μια ημι-τεχνοκρατική κυβέρνηση με επικεφαλής τον νεαρό, αλλά μη χαρισματικό Γκόρντον Μπαϊνάι. Εκτός από την εισαγωγή ενός νέου γύρου μέτρων λιτότητας, η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε μια διαδικασία αποδέσμευσης από την κοινωνία των πολιτών και τα συνδικάτα, και ταυτόχρονα ενίσχυσης του λόγου του «νόμου και της τάξης» και εισήγαγε ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης ανέργων. Αν και τα μέτρα της κυβέρνησης Μπαϊνάι κατάφεραν να οδηγήσουν την ουγγρική οικονομία μακριά από τον κίνδυνο της χρεοκοπίας η σοσιαλ-φιλελεύθερη συμμαχία κατατροπώθηκε στις εθνικές εκλογές του 2010.

Η ανάπτυξη του Jobbik είναι λοιπόν συνυφασμένη με ευρύτερες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές μεταμορφώσεις στην ουγγρική κοινωνία. Το Jobbik αντιπροσωπεύει τον τελευταίο και πιο οπισθοδρομικό σχηματισμό μιας ευρύτερης αντιδραστικής, σπασμωδικής απάντησης που προκλήθηκε από τις νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις από το 1989 στην ουγγρική κοινωνία.

 

Μετάφραση: e la libertà

 

Διαβάστε επίσης:

Η ακροδεξιά ως ένα αντι-ηγεμονικό μπλοκ απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό; Η περίπτωση του Jobbik. ΜΕΡΟΣ ΙΙ: «Εθνική ανανέωση» και «κοινωνική δικαιοσύνη»: η ιδεολογία και οι πρακτικές του Jobbik

 

Fábry Ádám, «The far-right as a counter-hegemonic bloc to neoliberalism? The case of Jobbik», LeftEast, 10 Αυγούστου 2015.

Fábry Ádám, «A szélsőjobboldal mint a neoliberalizmussal szembeni ellen-hegemónikus blokk? A Jobbik sikerének titka», Eszmélet 105, 20 Απριλίου 2015.

 

Σημειώσεις

* [Σ.τ.μ.:] Ο Σταυρός-Βέλος ή Σταυρωτά Βέλη (Nyilaskeresztes) του Φέρεντς Σάλασι ήταν ένα από τα μεγαλύτερα φασιστικά κόμματα την περίοδο πριν και κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τον Οκτώβρη του 1944 ο Χίτλερ ανάγκασε τον ακροδεξιό δικτάτορα Χόρτι να παραιτηθεί (ο οποίος αν και σύμμαχος είχε αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους σοβιετικούς) και ανέβασε στην εξουσία τον Σάλασι. Καθώς η Βουδαπέστη πολιορκούνταν και βομβαρδιζόταν από τα σοβιετικά στρατεύματα, τα μέλη του Σταυρού Βέλους ξεκίνησαν μια μαζική σφαγή εναντίον όσων Εβραίων δεν είχαν μεταφερθεί στο Άουσβιτς. Για το κόμμα Σταυρός-Βέλος βλ: Στάνλεϊ Πέιν, Η ιστορία του φασισμού, Φιλίστωρ, Αθήνα 2000, σσ. 377-389 και 578-585.

1 Mammone Andrea, Emmanuel Godin and Brian Jenkins (επιμ.), Mapping the Extreme Right in Contemporary Europe: From Local to Transnational, Routledge, Λονδίνο, Νέα Υόρκη 2012 - Mudde Cas. Populist Radical Right Parties in Europe, Cambridge University Press, Κέμπριτζ, Νέα Υόρκη 2007 - Saull Richard, Alexander Anievas, Neil Davidson and Adam Fabry (επιμ.), The Longue Durée of the Far-Right: An International Historical Sociology, Routledge, Νέα Υόρκη 2014 - Wodak, Ruth, Majid KhosraviNik and Brigitte Mral, Right-wing populism in Europe: politics and discourse, 2013.

2 Bartlett Jamie, Jonathan Birdwell, Péter Krékó, Jack Benfield και Gabor Gyori, Populism in Europe: Hungary, Demos, Λονδίνο 2012. http://cadmus.eui.eu/handle/1814/26214. - Vidra Zsuzsanna, and Jon Fox, «The Rise of the Extreme Right in Hungary and the Roma Question: The Radicalisation of the Media Discourse», Policy Brief of the Robert Schuman Centre for Advanced Studies, European University, Florence, Tolerance, Pluralism and Social Cohesion: Responding to the Challenges of the 21st Century in Europe, no. 9 (2012).

3 Bartlett..., ό.π. - Karácsony Gábor, and Dániel Róna. «The Secret of Jobbik. Reasons behind the Rise of the Hungarian Radical Right’. Journal of East European and Asian Studies 2, no. 1 (2011): 61–92 - Nagy András Biró, Tamás Boros, and Áron Varga. Radical Right-Wing Extremism in Hungary. International Policy Analysis, Βερολίνο, Δεκέμβριος 2012 - Varró Szilvia. «A Jobbik mint harmadik erő – 1 rész – Egy sörözőben összejöttek», Magyar Narancs, 5 Φεβρουαρίου 2009.

4 Kovács András. «The Post-Communist Extreme Right: The Jobbik Party in Hungary», στο: Ruth Wodak Majid (επιμ.), Right-Wing Populism in Europe: Politics and Discourse. - Tóth András and István Grajczjár, «Válság, Radikalizálódás És Az Újjászületés Igérete: A Jobbik Útja a Parlamentbe», στο: Új Képlet. Választások Magyarországon, 2010, Demokrácia Kutatások Magyar Központja Alapitvány, Βουδαπέστη 2010, σσ. 57–92 - Varga Mihai, «Hungary’s “anti-Capitalist” Far-Right: Jobbik and the Hungarian Guard», Nationalities Papers 42, νο. 5, 3 Σεπτεμβρίου 2014, σσ. 791–807.

5 Varga Mihai, ό.π., σσ. 793–794

6 Συμφωνώ με τον Robert O. Paxton, ο οποίος υποστηρίζει ότι η μελέτη του φασισμού δεν πρέπει να περιορίζεται στη μελέτη της σκέψης των φασιστικών κομμάτων, αλλά θα πρέπει να εξετάζει και τις πολιτικές δραστηριότητες των πολιτικών κομμάτων. Paxton, Robert O., The Anatomy of Fascism, Penguin Books, Λονδίνο 2005, σσ. 3–23 [Paxton, Robert O., Η ανατομία του φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2006, σσ. 20-36.]

7 Tóth András and István Grajczjár, ό.π., σελ. 59 - Varró Szilvia, ό.π..

8 Βόνα, αναφέρεται στο: Tóth and Grajczjár, ό.π., σελ. 60.

9 ό.π.

10 Jobbik – Magyarországért Mozgalom. «Alapító Nyilatkozat». Text. Jobbik.hu, 11 Ιανουαρίου 2013. http://jobbik.hu/jobbikrol/alapito-nyilatkozat - Korkut, Umut. Liberalization Challenges in Hungary Elitism, Progressivism, and Populism, Palgrave Macmillan, Μπεϊσινγκστόουκ 2012, σσ. 186-187 - Tóth and Grajczjár, ό.π., σελ. 60.

** [Σ.τ.Μ.:] Endre Ságvári (1913-1944). Ουγγροεβραίος αντιφασίστας, μέλος αρχικά του ουγγρικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (της αριστερής του πτέρυγας) και από το 1940 μέλος του ουγγρικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ανέπτυξε δράση για την οργάνωση αντιφασιστικού κινήματος στην Ουγγαρία και δολοφονήθηκε σε συμπλοκή με την αστυνομία το 1944.

*** [Σ.τ.μ.:] Η Δυναστεία των Άρπαντ (Árpád) κυβέρνησε το Πριγκιπάτο της Ουγγαρίας (9ος-10ος αιώνας) και αργότερα το Βασίλειο της Ουγγαρίας (1000 – 1301). Επτά μέλη της δυναστείας αγιοποιήθηκαν από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και δύο μέλη της από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Στα οικόσημά της χρησιμοποίησε το σύμβολο των οκτώ λωρίδων (τέσσερις ασημένιες/λευκές και τέσσερις κόκκινες), το οποίο κατά τον μεσοπόλεμο χρησιμοποιήθηκε από το κόμμα Σταυρός-Βέλος.

11 Βλ. Worth στο: Saull Richard, Alexander Anievas, Neil Davidson, and Adam Fabry (επιμ.), The Longue Durée of the Far-Right: An International Historical Sociology, Routledge, Νέα Υόρκη 2014, σσ. 153–172 - Tamás Gáspár Miklós, «On Post-Fascism: How Citizenship Is Becoming an Exclusive Privilege», Boston Review, Καλοκαίρι 2000.

**** [Σ.τ.Μ.:] Η φράση που προηγείται παραλείπεται στην αγγλική μετάφραση.

12 Σε ένα πρόσφατο άρθρο του, ο Μπράνκο Μιλάνοβιτς, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος στο ερευνητικό τμήμα της Παγκόσμιας Τράπεζας και σήμερα καθηγητής στο City University της Νέας Υόρκης, συνοψίζει τις συνέπειες «της μετάβασης στον καπιταλισμό» στο πρώην σοβιετικό μπλοκ. Όπως γράφει: «Μόνο τρεις ή το πολύ πέντε ή έξι χώρες θα μπορούσαμε να πούμε ότι βρίσκονται στο δρόμο για να γίνουν μέρος του πλούσιου και (σχετικά) σταθερού καπιταλιστικού κόσμου. Πολλές από τις άλλες χώρες έμειναν πίσω, και μερικές είναι τόσο πίσω ώστε για αρκετές δεκαετίες να μην μπορούν να φιλοδοξούν ότι θα ξαναβρεθούν, στο σημείο όπου βρισκόταν όταν έπεσε το Τείχος. Παρά τα όσα έλεγαν οι φιλόσοφοι της “παγκόσμια αρμονίας”, όπως ο Φράνσις Φουκουγιάμα, ο Τίμοθι Γκάρτον Ας, ο Βάτσλαβ Χάβελ, ο Μπέρναρντ Χένρι Λέβι και πολλοί άλλοι “οικονομικοί σύμβουλοι” γύρω από τον Μπόρις Γιέλτσιν, ο οποίοι όλοι τους είχαν φαντασιώσεις για τη δημοκρατία και την ευημερία, στην πραγματικότητα τίποτε από αυτά δεν έφτασε στους περισσότερους ανθρώπους της Ανατολικής Ευρώπης και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Το τείχος έπεσε μόνο για ορισμένους.» Branko Milanovic, «For Whom the Wall Fell? A Balance Sheet of the Transition to Capitalism», The Globalist, 7 Νοεμβρίου του 2014. http://www.theglobalist.com/for-whom-the-wall-fell-a-balance-sheet-of-the-transition-to-capitalism/

13 Η δραματική αύξηση της ανεργίας δεν ήταν «τυχαία» ή αποτέλεσμα «κακής» κυβερνητικής πολιτικής. Στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ έγραψε, ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού παράγει αναγκαστικά ένα «πλεόνασμα του πληθυσμού», το εργατικό δυναμικό το οποίο δεν χρειάζεται στους καπιταλιστές. Marx, Capital. A Critique of Political Economy, Τόμος 1, σελ. 781-794. [Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. Ι, Σύχρονη Εποχή, σελ. 651 – 671.]

14 Fabry Adam, «End of the Liberal Dream: Hungary since 1989», International Socialism Quarterly, νο. 124 (2009), σσ. 71–84 - Szalai, Erzsébet. New Capitalism – And What Can Replace It, BPallas Kiadó, Βουδαπέστη 2008 - Tamás Gáspár Miklós, «Counter-Revolution against a Counter-Revolution: Eastern Europe Today», Eurozine, 2007, σσ. 1–9.

***** [Σ.τ.Μ.] Η παράγραφος που ακολουθεί παραλείπεται στην αγγλική μετάφραση.

15 Ferge Zsuzsa, Endre Sik, Robert Peter, και Furzsina Albert. Social Costs of Transition. International Report. Societies in Transition. International Report on the Social Consequences of the Transition, Institute for Human Studies (IWM), Βιέννη 1997, σελ. 4.

16 Ladányi János, and Iván Szelényi, A Kirekesztettség Változó Formái, Napvilág Kiadó, Βουδαπέστη 2004.

17 Eurequal. The State of Inequality in the Central and Eastern Europe: Desk Research on Hungary. Oxford: Eurequal, Οξφόρδη 2006, σελ. 2 - Towards Alleviating Human Poverty: Analysis and Recommendations. Human Development Report for Hungary, 2000-2002, Institute for World Economics of the Hungarian Academy of Sciences and United Nations Development Programme (UNDP), Βουδαπέστη 2003, σελ. 56.

18 MTI, «Fidesz Parliamentary Leader Apologises for “poverty Remarks”», Politics.hu. Ανάκτηση: 11 Δεκεμβρίου 2014. http://www.politics.hu/20110321/fidesz-parliamentary-leader-apologises-for-poverty-remarks/.

19 Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε από τον Kornai το 1992, βλ. Kornai János. «The Postsocialist Transition and the State: Reflections in the Light of Hungarian Fiscal Problems», The American Economic Review 82, νο. 2 (1992) σσ.1–21.

20 Bohle Dorothee and Béla Greskovits. Capitalist Diversity on Europe’s Periphery. Cornell University Press, Ιθάκα (Νέα Υόρκη) 2012, σσ. 141–146, 166–170, http://site.ebrary.com/id/10589862 - Drahokoupil Jan, Globalization and the State in Central and Eastern Europe: The Politics of Foreign Direct Investmen, Routledge, Λονδίνο, Νέα Υόρκη 2009, σσ. 46-58 - Fink, Philipp, «FDI-Led Growth and Rising Polarisations in Hungary: Quantity at the Expense of Quality», New Political Economy 11, νο. 1 (2006), σσ. 52-53.

21 Για παράδειγμα, η Krisztina Morvai, πρώην δικηγόρος και σήμερα ευρωβουλευτής του Jobbik, σύμφωνα με δήλωσή της προσχώρησε στο κόμμα, βλέποντας τις θηριωδίες της αστυνομίας στις 23 Οκτωβρίου 2006. Varró, Szilvia., ό.π.

22 Για μια λεπτομερή συζήτηση του οικονομικού και πολιτικού αντίκτυπου της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στην Ουγγαρία στο: Fábry Ádám, «From poster boy of neoliberal transformation to basket case: Hungary and the global economic crisis», στο: Gareth Dale (επιμ.), First the Transition then the Crash: Eastern Europe in the 2000s, Pluto Press, 2011.

23 Pew Research Center, Two Decades After the Wall’s Fall: End of Communism Cheered but Now with More Reservations, Pew Research Center, Ουάσινγκτον 2009, σσ. 3, 32, 40, 67, http://www.pewglobal.org/files/2009/11/Pew-Global-Attitudes-2009-Pulse-of-Europe-Report-Nov-2-1030am-NOT-EMBARGOED.pdf βλ. περισσότερα: Tóth István György, Bizalomhiány, normazavarok, igazságtalanságérzet és paternalizmus a magyar társadalom értékszerkezetében. A gazdasági növekedés társadalmi-kulturális feltételei, TÁRKI, Βουδαπέστη 2009.

24 Για τον Gramsci βλ.: Gramsci Antonio, Selections from the Prison Notebooks, International Publishers, Νέα Υόρκη 1971, σσ. 210–223, 275–276. Για την Ουγγαρία, βλέπε Fábry Ádám, «From Poster Boy...», .ο.π., σελ. 223.

25 Gramsci Antonio, Selections from the Prison Notebooks, International Publishers, Νέα Υόρκη 1971, σελ.219 [Γκράμσι Αντώνιο, Για τον Μακιαβέλι, για την πολιτική και για το σύγχρονο κράτος, Ηριδανός, χ.χ.ε., σσ., 108 – 115 και επίσης: Γκράμσι Αντόνιο, «Καισαρισμός», στο: Σπάρτακος, τεύχος, 112, Ιούνιος 2013. Τεύχος - αφιέρωμα, «Η μαρξιστική κριτική του φασισμού».]

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015 14:43
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.