Δευτέρα, 24 Ιούλιος 2017 12:36

«Ο πόνος δεν γιορτάζεται! / Acıların bayramı olmaz»: Αντιεθνικιστική κινητοποίηση Τουρκοκύπριων

Κατηγορία Κόσμος

Κώστας Κούσιαντας

«Ο πόνος δεν γιορτάζεται! / Acıların bayramı olmaz»: Αντιεθνικιστική κινητοποίηση Τουρκοκύπριων

(Το τουρκοκυπριακό και ελληνοκυπριακό διεθνιστικό κίνημα και η ελληνική αριστερά)

Ακτιβιστές της τουρκοκυπριακής συλλογικότητας Dayanışma (Αλληλεγγύη) πραγματοποίησαν παρέμβαση κατά τη διάρκεια των επίσημων εκδηλώσεων της τουρκοκυπριακής κυβέρνησης για την επέτειο της 20ης Ιούλη (εισβολή τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο). Οι Τουρκοκύπριοι ακτιβιστές μοίρασαν προκήρυξη και κρέμασαν πανό στο οποίο έγραφαν: «Ο πόνος δεν γιορτάζεται, αναμέτρηση με το παρελθόν». Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση στο facebook της οργάνωσης:

«Οι ακτιβιστές του Dayanışma (αλληλεγγύη), απόψε στην τελετή υποδοχής που διοργάνωσε ο Μουσταφά Ακιντζί για την επέτειο της 20ης Ιουλίου 1974, με πανό που έγραφαν ‘‘Ο πόνος δεν γιορτάζεται, αναμέτρηση με το παρελθόν’’ θέλησαν να διαβάσουν την ανακοίνωση Τύπου που είχαν ετοιμάσει.

Στην ενέργεια αυτή που έγινε κατά την διάρκεια που ο Ακιντζί δεχόταν συγχαρητήρια, όταν οι ακτιβιστές είχαν δηλώσει ότι χρησιμοποιώντας το δικαίωμα δημοκρατικής διαμαρτυρίας επιθυμούν να διαβάσουν την ανακοίνωση Τύπου, δυνάμεις ασφαλείας τους άπομακρυναν με το ζόρι από τον χώρο.»

Ολόκληρη η προκήρυξη που μοιράστηκε αναφέρει:

«Ο πόνος δεν γιορτάζεται!

Κάθε χρόνο στις 20 Ιουλίου, στο όνομα της ‘‘Γιορτής της Ειρήνης και της Ελευθερίας’’, μας περιτριγυρίζουν με αφίσες, με τανκ, με σημαίες και με ένα σωρό σοβινιστικά συνθήματα και ομιλίες.

Στις 20 Ιουλίου 1974, όταν γίνονταν τα πρώτα βήματα της μόνιμης διχοτόμησης, όπως και πριν έτσι και μετά, με εγκλήματα πολέμου οι άνθρωποι που ζούσαν στο νησί έγιναν πρόσφυγες, δολοφονήθηκαν, βιάστηκαν και οι δυο κοινότητες απομακρύνθηκαν η μια από την άλλη. Οι αγνοούμενοι συμπατριώτες μας αναζητούνται ακόμη.

Οι κοινότητες που ζουν στο νησί υπέφεραν πολύ σε αυτά τα σκοτεινά χρόνια, αλλά αργότερα κανένας δεν παραδέχτηκε αυτά τα εγκλήματα, ούτε έγιναν οι αναγκαίες ενέργειες τιμωρίας και αποκατάστασης τους.

Επικράτησε μια αδιαφορία για τον πόνο και τα βιώματα των ανθρώπων. Όχι μόνο δεν έγινε ποτέ μια αναμέτρηση με το παρελθόν, αλλά οι δυο πλευρές επιδόθηκαν στο παιχνίδι της επίρριψης ευθυνών, με αποτέλεσμα ο εθνικισμός να επικρατήσει παντού στο νησί.

Και αυτοί που μας επέβαλαν την 20η Ιούλιου ως ‘‘Γιορτή Ειρήνης και Ελευθερίας’’ είναι μέρος αυτού του παιχνιδιού. Αυτή η μέρα που αποτελεί ημέρα πόνου και θλίψης για τους Ελληνοκύπριους, με τους οποίους μοιραζόμαστε αυτό το νησί, μας την παρουσιάζουν σαν μέρα γιορτής.

Ο ΠΟΝΟΣ ΔΕΝ ΓΙΟΡΤΑΖΕΤΑΙ!

Η οικοδόμηση της ειρήνης θα ξεκινήσει την μέρα που θα κατανοήσουμε ο ένας τον άλλο και θα δείξουμε σεβασμό στον πόνο ο ένας του άλλου, και όχι σε τραπέζια συνομιλιών με μπαγιάτικες μεθόδους και σε κλειστά δωμάτια».

«Acıların bayramı olmaz

Dayanışma aktivistleri bu akşam 20 Temmuz 1974’ün yıl dönümü sebebiyle Mustafa Akıncı’nın düzenlediği resepsiyonda “Acıların Bayramı Olmaz, Geçmişinle Yüzleş’’ yazılı pankart açarak bir basın açıklaması okumak istediler.

Akıncı’nın tebrik kabulü sırasında gerçekleşen eylemde, demokratik gösteri haklarını kullanarak basın açıklaması yapmak istediklerini söyleyen aktivistleri güvenlik güçleri zor kullanarak dışarıya çıkardı.

Yapılmak istenen basın açıklamasının tam metni şöyledir:

20 Temmuz’da “Barış ve Özgürlük Bayramı” adı altında postallar, tanklar, bayraklar ve bir dolu şovenist söylem her sene olduğu gibi yine üzerimize geliyor.

20 Temmuz 1974’te kalıcı bölünmüşlüğün ilk adımları atılırken, öncesinde olduğu gibi devamında da işlenen savaş suçları ile adamız üzerinde yaşayan insanlar zorla yerlerinden edildi, öldürüldü, tecavüze uğradı ve toplumlar birbirinden koparıldı. Kayıp yurttaşlarımız ise halen aranıyor.

Kıbrıs’ta yaşayan toplumların tamamı bu karanlık yıllarda acılar çekti, sonrasında ise ne bu suçlar kabul edildi, ne de tazmini için gereği yapıldı.

İnsanların acıları görmezden gelindi, yaşananlar yok sayıldı ve geçmişle hesaplaşma sürecine girilmeden karşılıklı bir suçlama oyunu ile adanın dört bir yanı milliyetçilik ile beslendi.

İşte 20 Temmuz gününü “Barış ve Özgürlük Bayramı” adı altında bizlere dayatanlar da bu oyunun bir parçasıdır. Bu adayı paylaşmakta olduğumuz Kıbrıslırumların, acı ve keder ile anımsadıkları bugün, bize bir “bayram” havasında sunuluyor.

ACILARIN BAYRAMI OLMAZ!

Barış inşası yıllardır bayatlamış yöntemlerle yıkılıp yıkılıp yeniden kurulan çürümüş çözüm masalarında ve kapalı odalar arkasında değil, birbirimizi anladığımız ve acılarımıza saygı duyduğumuz gün başlayacak.

Ve hatırlatmak isteriz ki bundan tam iki yıl önce Akıncı’nın 20 Temmuz konuşması şöyleydi: “Ne kadar adına Barış Harekatı dense de bu bir savaştı.”»

0 2 Acıların bayramı olmaz

Η συλλογικότητα Dayanışma (Αλληλεγγύη) -όπως και πολλές άλλες τουρκοκυπριακές κινηματικές οργανώσεις- αγωνίζεται μαζί με Ελληνοκύπριους αντιεθνικιστές για την προώθηση της κοινής κινηματικής δράσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, διεκδικώντας μια Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία, με ισότητα των δύο κοινοτήτων. Οι Τουρκοκύπριοι/ες αγωνιστές και αγωνίστριες εστιάζουν πάντοτε στην ανάδειξη των εγκλημάτων που έχουν γίνει πάνω στο νησί από τη «δική τους» πλευρά (τουρκοκυπριακή πολιτική ηγεσία, τουρκοκυπριακή ακροδεξιά, το κράτος της «μητέρας πατρίδας»).

Σ’ αυτό εστίασε και η Τουρκοκύπρια Φατμά Τουνά στην ανάρτησή της στο facebook της (στα ελληνικά):

«Αγαπητοί Ε/κ φίλοι και συνοδοιπόροι, θλίβομαι βαθιά για όλο τον πόνο που ζήσατε το 1974 και για τους αγαπημένους σας που χάσατε ή που αγνοούνται. Το ίδιο θλίβομαι και για το ότι σας θυμίζουμε αυτό τον πόνο ξανά και ξανά με τους “εορτασμούς” αυτής της συνεχιζόμενης κατάστασης που ονομάζουν “ειρήνη”.»

Αυτές οι δράσεις του τουρκοκυπριακού κινήματος ενάντια στον «δικό τους» εθνικισμό, οι οποίες ξεκίνησαν μετά την εξέγερση των Τουρκοκύπριων το 2003 που οδήγησε στην πτώση της ακροδεξιάς κυβέρνησης του Ντεκτάς και στο άνοιγμα των οδοφραγμάτων που δεν επέτρεπαν μέχρι τότε την επικοινωνία των δύο κοινοτήτων, έδωσαν την ώθηση για να αρχίσει να αναπτύσσεται και στην ελληνοκυπριακή πλευρά ένα κίνημα ενάντια στον «δικό του» εθνικισμό. Ελληνοκύπριοι/ες αγωνιστές κι αγωνίστριες ενάντια στον εθνικισμό άρχισαν να μιλούν για τα εγκλήματα της ελληνοκυπριακής πολιτικής ηγεσίας, της ελληνοκυπριακής ακροδεξιάς και του ελληνικού στρατού, που διαπράχθηκαν εναντίον των Τουρκοκύπριων στο νησί. Άρχισαν να μιλούν και για τους αγνοούμενους και εξαφανισμένους της τουρκοκυπριακής πλευράς.

Αυτά τα τολμηρά βήματα οργανώσεων του λαϊκού κινήματος και των δυο πλευρών διαμόρφωσαν τις προϋποθέσεις και τις πιέσεις για να υπάρξει συνεργασία μεταξύ των πολιτικών ηγεσιών -αλλά, κυρίως, των απλών πολιτών- των δύο κοινοτήτων, προκειμένου να ξεκινήσουν οι έρευνες για τους αγνοούμενους/εξαφανισμένους και στις δυο κοινότητες. Έτσι οι δυο κοινότητες άρχισαν να συνομιλούν και να συνεργάζονται για ένα θέμα το οποίο μέχρι τότε βρισκόταν στον σκληρό πυρήνα γύρω από τον οποίο συγκροτούνταν ο εθνικισμός και το μίσος που καλλιεργούσαν οι πολιτικές ηγεσίες του νησιού: το θέμα αυτών που εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας περίπου εθνοτικών συγκρούσεων πάνω στο νησί (1963-1974). Οι άνθρωποι και στις δυο πλευρές άρχισαν να μιλάνε γι’ αυτά τα πράγματα, άρχισαν να δίνουν και να ανταλλάσσουν πληροφορίες – και πολλές φορές ήταν αυτοί οι οποίοι είχαν συμμετάσχει σ’ αυτές τις συγκρούσεις/εθνοκαθάρσεις, αυτοί που έδωσαν τις πιο σημαντικές πληροφορίες οι οποίες οδήγησαν στον εντοπισμό μαζικών τάφων Τουρκοκύπριων και Ελληνοκύπριων αμάχων που εξοντώθηκαν από τις εθνικιστικές οργανώσεις και τους στρατούς και των δυο πλευρών.

Σύμφωνα με την Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων, ο συνολικός αριθμός Κυπρίων εξαφανισθέντων είναι 1.958 άτομα. Απ’ αυτούς/ες οι 1.464 είναι Ελληνοκύπριοι/ες και οι 494 Τουρκοκύπριοι/ες. Όμως ένα μεγάλο μέρος Τουρκοκύπριων αγνοουμένων (219 άτομα) είναι από την περίοδο 1963/1964 (43 αγνοούμενοι/ες από την ελληνοκυπριακή κοινότητα την ίδια περίοδο).

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η συνεργασία για το ζήτημα των αγνοούμενων (οι οποία παρεμποδίζεται εντούτοις συστηματικά κι απ’ τις δυο πολιτικές ηγεσίες), όχι μόνο βοήθησε τους απλούς ανθρώπους να διαχειριστούν το προσωπικό τους πένθος (για τις απώλειες αγαπημένων προσώπων) με έναν τρόπο λυτρωτικό για τους ίδιους και τις ίδιες, απαλλαγμένο από εθνικιστικές σκοπιμότητες, αλλά επίσης τους/τις έκανε ικανούς και ικανές να αρχίσουν να αναγνωρίζουν και στο πένθος της άλλης πλευράς τον δικό τους πόνο, άρχισαν να νιώθουν τον πόνο των «άλλων» για τις απώλειες των δικών τους αγαπημένων.

Οι συνεργασία μεταξύ των απλών ανθρώπων και των δυο πλευρών για να μπορέσουν να εντοπίσουν τους δολοφονημένους συγγενείς τους, να πονέσουν για την απώλειά τους και να τους πενθήσουν, διαμόρφωσε τις ψυχολογικές προϋποθέσεις για τις πολιτικές και ιδεολογικές μεταστροφές μέσα και στις δυο κοινότητες που άρχισαν να αντιλαμβάνονται το μέλλον τους και την ευημερία τους μέσα σε ένα πλαίσιο συνεργασίας και συνύπαρξης. Και μάλιστα άρχισαν να κινητοποιούνται μαζί γι’ αυτό.

Δυστυχώς, από την πλευρά του κινήματος στην Ελλάδα, ουδέποτε επιχειρήθηκε μια ανάλογη συστηματική συζήτηση και επανεκτίμηση της κυπριακής ιστορίας. Για την πλειοψηφία της ελληνικής αριστεράς, το «κυπριακό πρόβλημα», ή η «κυπριακή τραγωδία», ξεκινάει από την και με την τουρκική εισβολή το 1974.

Έτσι παραβλέπεται με απαράδεκτη άνεση το γεγονός ότι την τουρκική εισβολή του 1974 προκάλεσε η απόπειρα της ελληνικής χουντικής κυβέρνησης και του ελληνικού στρατού (ο οποίος είχε εισβάλει ήδη στην Κύπρο) να ανατρέψει πραξικοπηματικά την ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία και να ενσωματώσει με τη βία την Κύπρο στην Ελλάδα. Είναι, απ’ αυτή την άποψη, χαρακτηριστική η ομιλία του Μακάριου στον ΟΗΕ στις 19 Ιουλίου του 1974: «Όπως ανέφερα ήδη, τα γεγονότα της Κύπρου δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Αφορούν και επηρεάζουν και τους Τουρκοκυπρίους. Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας αποτελεί εισβολή, και οι συνέπειές του πλήττουν ολόκληρο τον κυπριακό λαό, Έλληνες και Τούρκους. [...] Το Συμβούλιο Ασφαλείας πρέπει να καλέσει το ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς να αποσύρει τους Έλληνες αξιωματικούς, που υπηρετούν στην κυπριακή εθνοφρουρά, και να θέσει τέλος στην εισβολή τους στην Κύπρο.»

Παραβλέπεται ότι αυτή η απόπειρα ήταν το επιστέγασμα χρόνιων προσπαθειών του ελληνικού κράτους να ενσωματώσει την Κύπρο - παρά τη θέληση των κατοίκων της (των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι είχε διακηρύξει την άρνησή τους πολλά χρόνια πριν, αλλά και των Ελληνοκυπρίων όπως αποδείχτηκε καθαρά το 1974 από την μαζική αντίσταση των Ελληνοκυπρίων στην απόπειρα της χούντας να ενσωματώσει τη Κύπρο).

Παραβλέπεται ότι οι εθνοκαθάρσεις, οι σφαγές και οι εκτοπίσεις δεν ξεκίνησαν από την τουρκοκυπριακή πλευρά, αλλά από την ελληνοκυπριακή ηγεσία και τις ελληνοκυπριακές ακροδεξιές οργανώσεις το 1963, όταν ο Μακάριος έκανε το πρώτο πραξικόπημα, καταργώντας τα άρθρα του συντάγματος που προστάτευαν τα πολιτικά και οικονομικά δικαιώματα των Τουρκοκύπριων. Ότι ήταν η ελληνοκυπριακή πλευρά (ο Μακάριος και οι ακροδεξιές οργανώσεις που συνεργάζονταν μαζί του και φυσικά ο ελληνοκυπριακός αστικός κόσμος - με τη στήριξη του ελληνικού κράτους) αυτή που επιχείρησε να πάρει υπό τον απόλυτο έλεγχό της ολόκληρο το νησί, αναγκάζοντας τους/τις Τουρκοκύπριους/ες να καταφύγουν σε γκέτο, τα οποία καταλάμβαναν το 4% περίπου της επιφάνειας του νησιού (ενώ οι Τουρκοκύπριοι αποτελούσαν το 20% περίπου του πληθυσμού) και στα οποία οι ελληνοκυπριακές και ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις επέβαλαν αποκλεισμό για 10 ολόκληρα χρόνια, επιδιώκοντας να αφαιρέσουν από τους Τουρκοκύπριους κάθε πρόσβαση στην εξουσία ή να τους αναγκάσουν εγκαταλείψουν τη χώρα τους.

Παραβλέπονται επίσης οι σφαγές Τουρκοκύπριων που έγιναν το 1963/64 (Ομορφίτα), το 1964 (Μανσούρας/Κοκκίνων) και το 1967 (Κοφίνου/Άγιων Θεόδωρων). Αλλά ακόμα και το 1974, και ενώ ήταν σε εξέλιξη η απόπειρα πραξικοπήματος της Ελλάδας και η εισβολή του τουρκικού στρατού, πραγματοποιήθηκαν ταυτόχρονα μαζικές σφαγές Τουρκοκύπριων αμάχων (κυρίως στα χωριά Atlilar / Αλόη, Murat Aga / Μαράθα και Sandalar / Σανδαλάρης).

Παραβλέπεται επίσης η χυδαία ιμπεριαλιστική πολιτική του ελληνικού καπιταλισμού εναντίον και της ελληνοκυπριακής πλευράς, στην οποία, ακόμα και μέχρι σήμερα, ο εκάστοτε υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας μπορεί να επιβάλει τις πολιτικές που εξυπηρετούν τα συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού, οι οποίες όμως έχουν απορριφθεί από την πλειοψηφία των Ελληνοκύπριων.

Έτσι όμως, η άγνοια ή η υποτίμηση όλων αυτών των ζητημάτων τα οποία έχουν βρεθεί στο επίκεντρο των συζητήσεων του κινήματος των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο, καθιστά δύσκολη κάθε αναγκαία προσπάθεια αλληλεγγύης και διεθνιστικής συνεργασίας μεταξύ του κινήματος στην Ελλάδα και του κινήματος στην Κύπρο (και των δυο κοινοτήτων). Και πραγματικά, για όσο καιρό διαρκούσαν οι συνομιλίες για εξεύρεση λύσης (τον ενάμιση τελευταίο χρόνο), αλλά και πιο πριν, στην Κύπρο αναπτύχθηκε και συνεχίζει να αναπτύσσεται ένα λαϊκό κίνημα που απαιτεί εδώ και τώρα λύση, στη βάση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, ως εκείνου του απαραίτητου πολιτικού πεδίου, μέσα στο οποίο οι λαϊκές μάζες των δύο κοινοτήτων θα μπορέσουν να παλέψουν μαζί, ενάντια στον μιλιταρισμό και των εθνικισμό που δηλητηριάζει τις ζωές των νέων ανθρώπων και εντείνει τον κρατικό αυταρχισμό και ενάντια στην επίθεση που δέχονται λαϊκές μάζες και των δυο κοινοτήτων από τις «δικές τους» αστικές τάξεις, με τη βοήθεια των προστατών τους «μητέρων πατρίδων» και των διεθνών τους συμμάχων (Ελλάδα, ΕΕ, ΗΠΑ, Ισραήλ για την ελληνοκυπριακή αστική τάξη).

Όμως δεν έχει υπάρξει, από την συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής αριστεράς, καμιά ουσιαστική κίνηση συμπαράστασης απέναντι σ’ αυτό το διεθνιστικό λαϊκό κίνημα της Κύπρου, το οποίο, ας μην το ξεχνάμε, είναι θύμα και του ελληνικού ιμπεριαλισμού.

0 3 Acıların bayramı olmaz

Γράφτηκε από 
Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 24 Ιούλιος 2017 13:08
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.