Τετάρτη, 06 Ιανουάριος 2016 17:42

Για τη Σαουδική Αραβία

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Κώστας Κούσιαντας

 

Στις 2 Ιανουαρίου το μοναρχικό καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας πραγματοποίησε τις πρώτες εκτελέσεις για το 2016. Τα θύματα ήταν 47 άτομα που είχαν καταδικαστεί για τρομοκρατία και ένοπλη εξέγερση: 44 σουνίτες που καταδικάστηκαν ως μέλη της αλ-Κάιντα για βομβιστικές επιθέσεις την περίοδο 2003-2004, καθώς και 4 σιίτες καταδικασμένοι για υποκίνηση ταραχών την περίοδο 2011-2012. Ανάμεσα στους τελευταίους ήταν και ο γνωστός πια σιίτης σεΐχης Νάμερ α-Νάμερ.

Οι αριθμοί είναι το πρώτο πράγμα που προκαλεί εντύπωση: στη Σαουδική Αραβία έγιναν 26 εκτελέσεις το 2011, 79 το 2013, 90 το 2014, 157 το 2015 και 47 μόνο τις δύο πρώτες μέρες του 2016.

Κατά μία διαβολική σύμπτωση, 47 είναι και ο αριθμός των κρατών/μελών του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ στο οποίο εξελέγη και συμμετέχει και η Σαουδική Αραβία και μάλιστα από τον περασμένο Σεπτέμβρη έχει αναλάβει χρέη επικεφαλής του συγκεκριμένου οργανισμού.

Το συμπέρασμα που βγαίνει από αυτή την παράλληλη ανάγνωση των αριθμών είναι ότι παρά τις δηλώσεις αποτροπιασμού των διεθνών οργανισμών για τις τελευταίες εκτελέσεις, η Σαουδική Αραβία εξακολουθεί να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη τους.

Όμως αυτές οι εκτελέσεις, και κυρίως η εκτέλεση του σεΐχη Νάμερ α-Νάμερ, πυροδότησαν μια σειρά σοβαρών εξελίξεων σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, τόσο από την άποψη των σχέσεων μεταξύ των κρατών, όσο και από την άποψη των κινητοποιήσεων εναντίον της Σαουδικής Αραβίας από τους σιίτες.

Οι διπλωματικές σχέσεις της Σαουδικής Αραβίας με το Ιράν μπήκαν σε μία φάση κλιμάκωσης της μεταξύ τους έντασης και οι αντίστοιχες πρεσβείες των δυο χωρών έκλεισαν. Σιίτες πολιτικοί στο Ιράκ ζητάνε να κλείσει η πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας που άνοιξε πριν λίγες μέρες στη Βαγδάτη, ύστερα από ένα διάστημα 25 περίπου χρόνων που παρέμενε κλειστή (ύστερα από την εισβολή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ). Στον Λίβανο παρόμοιες αντιδράσεις εκδηλώθηκαν από το φιλοϊρανικό τμήμα του πολιτικού συστήματος, το οποίο σήμερα βρίσκεται στην αντιπολίτευση. Φυσικά, αυτές οι διπλωματικές εντάσεις θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στα πεδία της Μέσης Ανατολής, στα οποία συνήθως εκδηλώνονται τα τελευταία χρόνια οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των μεγάλων περιφερειακών δυνάμεων: στο Ιράκ, στην Υεμένη και κυρίως στη Συρία.

Πιθανόν ακόμα σοβαρότερες συνέπειες θα έχουν οι κινητοποιήσεις που έχουν ξεκινήσει από τους σιίτες σε ολόκληρη την περιοχή εναντίον της Σαουδικής Αραβίας. Στο Ιράν οι κινητοποιήσεις αυτές υποκινούνται μάλλον από τους «σκληροπυρηνικούς» του θρησκευτικο-πολιτικού κατεστημένου, τους αντιπάλους δηλαδή του σημερινού προέδρου Χασάν Ροχανί, αλλά στις υπόλοιπες περιοχές, από το Κασμίρ μέχρι το Μπαχρέιν, ο σιιτικός κόσμος κινητοποιείται κυρίως εξαιτίας της οργής του εναντίον ενός καθεστώτος το οποίο έχει τη δύναμη να εξάγει την τρομοκρατία που ασκεί στο εσωτερικό του και να την επιβάλει σε άλλες χώρες. Οι διαδηλώσεις στο Μπαχρέιν (στη χώρα στην οποία εισέβαλε η Σαουδική Αραβία επικεφαλής ενός στρατού από άλλες χώρες του Κόλπου για να συντρίψει την εξέγερση που ξέσπασε το 2011), σίγουρα υποκινούνται απ’ αυτή την οργή.

Και σίγουρα από την ίδια οργή υποκινούνται και οι διαδηλώσεις στην ανατολική επαρχία της Σαουδικής Αραβίας, κυρίως στο Κάτιφ και στην αλ-Αουαμίγια, περιοχές στις οποίες η πλειοψηφία των κατοίκων τους είναι σιίτες (το 97% σ’ αυτές τις περιοχές και 15% στη χώρα) και οι οποίες διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στην εξέγερση που ξέσπασε στη Σαουδική Αραβία το 2011. Ο σεΐχης Νάμερ α-Νάμερ ήταν ένα πρόσωπο που έχαιρε σεβασμού στο Κάτιφ και υπήρξε ηγετική μορφή της εξέγερσης στην περιοχή. Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος της σύλληψής του και της καταδίκης του σε θάνατο.

Πριν από λίγους μήνες και λίγες μέρες μόνο αφότου η Σαουδική Αραβία αναλάμβανε καθήκοντα προεδρίας στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, το ανώτατο δικαστήριο της χώρας καταδίκαζε σε θάνατο με αποκεφαλισμό τον Άλι Μοχάμεντ α-Νάμερ, τον 20χρονο ανιψιό του Νάμερ α-Νάμερ επειδή συμμετείχε στις διαδηλώσεις του 2012 (η ποινή δεν έχει ακόμα εκτελεστεί).

Ο πειρασμός να προσφύγει κανείς σε μία θρησκευτική ερμηνεία αυτών των κινητοποιήσεων είναι μεγάλος, αλλά εξίσου μεγάλος είναι και ο κίνδυνος να πάρουν στ’ αλήθεια οι κινητοποιήσεις την μορφή της σύγκρουσης σιιτών – σουνιτών. Όμως, αυτό δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένο. Εξάλλου, η περιοχή του Κάτιφ, στην οποία ξέσπασαν οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον της εκτέλεσης του σεΐχη Νάμερ α-Νάμερ έχει μια πρόσφατη και μια κάπως πιο παλιά ιστορία κινητοποιήσεων και εξεγέρσεων.

Kashmi Photograph Dar Yasin AP

Η εξέγερση του 1979

Στο Κάτιφ βρίσκονται οι μεγαλύτερες εγκαταστάσεις της σαουδαραβικής εθνικής εταιρείας πετρελαίου Αράμκο. Οι περισσότεροι κάτοικοι της περιοχής εργάζονται στις εταιρείες άντλησης και επεξεργασίας πετρελαίου. Μέχρι το 1979 όμως ήταν μια απ’ τις φτωχότερες και πιο υποβαθμισμένες περιοχές της Σαουδικής Αραβίας, ενώ οι μισθοί ήταν χαμηλότεροι από τις περιοχές στις οποίες κατοικούσαν σουνίτες.

Η επανάσταση στο Ιράν το 1979 που ανέτρεψε μια από τις ισχυρότερες μοναρχίες της Μέσης Ανατολής, είχε αντίκτυπο σε ολόκληρη την περιοχή και φυσικά και στη Σαουδική Αραβία, κυρίως στους σιίτες του Κάτιφ. Άρχισαν να οργανώνουν διαδηλώσεις ζητώντας ίσα δικαιώματα με την σουνιτική πλειοψηφία, ενώ πολλοί άρχισαν να έλκονται από τα πολιτικά μηνύματα του σιιτικού ισλαμιστικού κινήματος στο Ιράν, που καταδίκαζαν το σύστημα της μοναρχίας.

Η σαουδαραβική μοναρχία τρομοκρατημένη από την τύχη της ιρανικής μοναρχίας προσπάθησε να αντιμετωπίσει με καταστολή αυτές τις κινήσεις. Έφτασε στο σημείο να απαγορεύσει την Ασούρα, την σημαντικότερη ετήσια γιορτή των σιιτών μουσουλμάνων, από τον φόβο ότι οι θρησκευτικές της πορείες θα μετατραπούν σε αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις. Εξαπέλυσε ένα κύμα καταστολής και συλλήψεων τις προηγούμενες από τη γιορτή μέρες, αλλά όλα αυτά έφεραν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα και η γιορτή της Ασούρα μετατράπηκε σε εξέγερση εναντίον της μοναρχίας του Οίκου των Σαούντ.

Στις 25 Νοεμβρίου του 1979 στην πόλη Σάφουα 4.000 διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους, αλλά τις επόμενες μέρες ο αριθμός των διαδηλωτών αυξήθηκε και οι κινητοποιήσεις εξαπλώθηκαν και σε άλλες πόλεις. Τις επόμενες μέρες οι διαδηλώσεις και οι συγκρούσεις με την αστυνομία συνεχίστηκαν, με αποτέλεσμα το θάνατο δεκάδων διαδηλωτών και χιλιάδες συλλήψεις.

Η επανάσταση στο Ιράν όμως είχε αντίκτυπο και στον σουνιτικό πληθυσμό. Τις μέρες που γινόταν η εξέγερση στο Κάτιφ μια ισλαμιστική ομάδα κατέλαβε το Μεγάλο Τζαμί στη Μέκκα (Μαστζίντ αλ-Χάραμ) με στόχο να πυροδοτήσει εξέγερση για την ανατροπή του Οίκου των Σαούντ.

Τελικά οι δυνάμεις καταστολής κατάφεραν να ανακαταλάβουν το Μεγάλο τζαμί (χρειάστηκε όμως πρώτα να εκκενώσουν ολόκληρη τη Μέκκα) και η σταθερότητα της μοναρχίας αποκαταστάθηκε, μέσα από μία διαδικασία αύξησης της καταπίεσης και του αυταρχισμού. Παρ’ όλ’ αυτά, ο φόβος της επανάληψης των κινητοποιήσεων στις σιιτικές περιοχές την υποχρέωσε να προχωρήσει σε κάποιες βελτιώσεις των συνθηκών ζωής στην περιοχή του Κάτιφ.

Η εξέγερση του 1979 και η κατάληψη του Μεγάλου Τζαμιού δεν αποτέλεσαν τελικά σοβαρή απειλή για την μοναρχία. Η εξέγερση του 2011 ήταν πολύ πιο σοβαρή.

 Eastern Province Uprising 1979 5

Η Αραβική Άνοιξη

στην έρημο της Σαουδικής Αραβίας

Στη Σαουδική Αραβία η εξέγερση ξεκίνησε ύστερα από την αυτοπυρπόληση ενός ηλικιωμένου στο Τζάζαν στις 21 Ιανουαρίου του 2011 και τους επόμενους μήνες, μέχρι τον Μάρτιο, είχε επεκταθεί στη Τζέντα, στο Κάτιφ, στο Ριαντ και σε άλλες πόλεις. Μέχρι τον Φεβρουάριο γίνονταν διαδηλώσεις σε όλες σχεδόν τις πόλεις και οι διαδηλωτές φώναζαν συνθήματα εναντίον του Οίκου των Σαούντ και του διαδόχου του θρόνου και υπουργού εσωτερικών Νάγιφ (αποκαλώντας τον «τρομοκράτη», «εγκληματία» και χασάπη»). Στις 11 Μαρτίου διοργανώθηκε «Ημέρα Οργής» μέσα από καλέσματα στο Facebook, κατά την οποία έγιναν διαδηλώσεις στο Ριαντ, στο Κάτιφ, στην αλ-Αουαμίγια και στο Χόφουφ.

Η μοναρχία αντιμετώπισε τις διαδηλώσεις εξαπολύοντας άγρια αστυνομική καταστολή. Παρ’ όλο που οι διοργανωτές των διαδηλώσεων επέμεναν να έχει το κίνημα ειρηνικό χαρακτήρα, οι δυνάμεις καταστολής δολοφόνησαν δεκάδες ανθρώπους κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων, ενώ πολλοί περισσότεροι συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν, πολλοί απ’ αυτούς χωρίς δίκη.

Ένας από τους κύριους διοργανωτές της «Ημέρας Οργής», ο Φαϊσάλ Άχμεντ Αμπτνούλ-Άχαντ ή Αμπτούλ-Αχαντουάς συνελήφθη από την Μάμπαχιθ (μυστική αστυνομία) και μάλλον δολοφονήθηκε. Ένας άλλος διαδηλωτής, ο Χάλεντ αλ-Τζοχάνι, ο οποίος συμμετείχε στη διαδήλωση στο Ριαντ, έδωσε συνέντευξη στο BBC Arabic Television, λέγοντας ότι οι διαδηλωτές απαιτούν ελευθερία και αξιοπρέπεια, ελεύθερες εκλογές και ελευθερία του τύπου. Ο Χάλεντ Τζοχάνι κέρδισε έτσι τον χαρακτηρισμό τού «μόνου γενναίου ανθρώπου στη Σαουδική Αραβία», επειδή τόλμησε να διατυπώσει δημόσια τα αιτήματα των διαδηλωτών. Μόλις επέστρεψε στο σπίτι του συνελήφθη από τη Μάμπαχιθ και έκτοτε βρίσκεται στη φυλακή. Στις κινητοποιήσεις που ακολούθησαν ένα από τα κεντρικά αιτήματα ήταν η απελευθέρωση των κρατουμένων/φυλακισμένων.

Τους επόμενους μήνες οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν. Τον Απρίλιο έγιναν συγκεντρώσεις για τα δικαιώματα των εργαζομένων στο Ριαντ, στο Τάιφ και στο Ταμπούκ.

Σε όλες αυτές τις κινητοποιήσεις συμμετείχαν σουνίτες και σιίτες, οι οποίοι δήλωναν ότι αγωνίζονται ενωμένοι στη διεκδίκηση δημοκρατικών ελευθεριών για τη Σαουδική Αραβία. Φυσικά, στις σιιτικές περιοχές η κρατική καταστολή ήταν πιο έντονη και οι διαμαρτυρίες είχαν μεγαλύτερη διάρκεια. Στις περιοχές αυτές οι διαδηλωτές, εκτός από ελεύθερες εκλογές, ελευθερία του τύπου και δημοκρατικά δικαιώματα (κοινά αιτήματα για ολόκληρη τη χώρα), ζητούσαν επίσης να σταματήσει η καταπίεση των σιιτών από το μοναρχικό κράτος, δικαιώματα αυτονομίας, καθώς επίσης και να σταματήσει η επιχείρηση Ντάρα‘ αλ-Τζαζίρα (Ασπίδα Χερσονήσου), που είχαν εξαπολύσει οι μοναρχίες του Κόλπου υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, εναντίον της λαϊκής εξέγερσης στο Μπαχρέιν. Παρ’ όλ’ αυτά η ενότητα των Σουνιτών και των Σιιτών που κινητοποιούνταν διατηρήθηκε και για τα επόμενα χρόνια. Σε μια διαδήλωση που έγινε στις 10 Φεβρουαρίου του 2013 στο Κάτιφ τα συνθήματα που φωνάζονταν ήταν: «Σουνίτες και Σιίτες είμαστε όλοι αδέλφια», «Δεν εγκαταλείπουμε αυτό το έθνος», «Όχι Σουνίτες, όχι Σιίτες, αλλά ενωμένοι Μουσουλμάνοι».

Σ’ αυτή την περιοχή η καταστολή της αστυνομίας εναντίον των συνεχιζόμενων διαδηλώσεων κορυφώθηκε στις αρχές του 2014 με τον αποκλεισμό του Κάτιφ και την μετατροπή του σε στρατιωτικοποιημένη ζώνη.

Qatif March 10 2011

Από τον Μάρτιο του 2011 ένα άλλο καταπιεσμένο κομμάτι της σαουδαραβικής κοινωνίας άρχισε να κινητοποιείται. Οι γυναίκες της Σαουδικής Αραβίας, η οποίες βιώνουν μια από τις πιο φρικτές μορφές καταπίεσης που υπάρχει σε παγκόσμιο επίπεδο, άρχισαν να διεκδικούν πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Οι κινητοποιήσεις των γυναικών αναπτύχθηκαν γύρω από δύο ζητήματα.

Το ένα ήταν η εκστρατεία μπάλαντι (χώρα μου), μέσω του Facebook - μια προσπάθεια μαζικής απαίτησης δικαιώματος ψήφου για τις γυναίκες, που ξεκίνησε στα τέλη του Μάρτη του 2011. Τον Απρίλιο πολλές γυναίκες στη Τζέντα, στο Ριαντ και στη Ντάμαμ απαίτησαν την εγγραφή τους στους εκλογικούς καταλόγους για τις δημοτικές εκλογές στις 22 Σεπτεμβρίου.

Από τον Απρίλιο ξεκίνησε η εκστρατεία για το δικαίωμα οδήγησης των γυναικών. Εικοσιένα χρόνια πριν είχαν γίνει και πάλι κάποιες κινητοποιήσεις λίγων γυναικών με αυτό το αίτημα. Το 1990 δεκάδες γυναίκες (14 αυτοκίνητα με 47 επιβάτριες), οι οποίες τότε είχαν τολμήσει να οδηγήσουν στους δρόμους του Ριαντ, συνελήφθησαν, τα διαβατήριά τους κατασχέθηκαν και κάποιες απ’ αυτές έχασαν τις δουλειές τους. Το 2011 όμως, μέσα στο γενικότερο κλίμα που διαμόρφωνε η Αραβική Άνοιξη, πολλές περισσότερες γυναίκες αποφάσισαν να αμφισβητήσουν τον νόμο που απαγορεύει στις γυναίκες να οδηγούν. Αρχικά, μια εκστρατεία στο Facebook, την οποία ξεκίνησε η Μανάλ α-Σαρίφ, συγκέντρωσε περίπου 12.000 υπογραφές υποστήριξης. Τους επόμενους μήνες μέχρι τον Σεπτέμβριο πολλές δεκάδες γυναίκες τόλμησαν να οδηγήσουν στους δρόμους των μεγάλων πόλεων, ενώ πολλές από αυτές βιντεοσκοπούσαν τους εαυτούς τους να οδηγούν και ανέβαζαν τα βίντεο στο YouTube. Πολλές απ’ αυτές τις γυναίκες συνελήφθησαν. Όμως κάτι είχε ραγίσει αμετάκλητα στο καταπιεστικό καθεστώς της σαουδαραβικής μοναρχίας. Όπως δήλωσε μια απ’ αυτές τις γυναίκες που κινητοποιήθηκαν για το δικαίωμα οδήγησης: «Πριν στη Σαουδική Αραβία, δεν είχα ακούσει ποτέ για διαδηλώσεις. Αλλά μετά τα όσα συνέβησαν στη Μέση Ανατολή, αρχίσαμε να δεχόμαστε ότι μια ομάδα ανθρώπων μπορεί να βγαίνει έξω και να λέει ό,τι θέλει με δυνατή φωνή, και αυτό είχε επίδραση πάνω μου».

Οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν, αν και πιο σποραδικά, τα δύο επόμενα χρόνια. Σε αρκετές περιπτώσεις η αστυνομία πυροβόλησε και σκότωσε διαδηλωτές, ενώ οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις και τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν. Στο διάστημα αυτό έγιναν πολλές διαδηλώσεις και καθιστικές διαμαρτυρίες που απαιτούσαν την απελευθέρωση των συλληφθέντων, κάποιες μάλιστα απ’ αυτές έγιναν από γυναίκες. Στις 24 Δεκεμβρίου του 2012 έγινε μια τεράστια διαδήλωση στην Μπαράιντα, στην οποία η επικεφαλής που φώναζε τα συνθήματα ήταν γυναίκα.

Έγιναν επίσης κινητοποιήσεις για εργατικά δικαιώματα, καθώς και κινητοποιήσεις στις ανατολικές περιοχές από τον σιιτικό πληθυσμό, οι οποίες αντιμετωπίζονταν με πολύ μεγαλύτερη καταστολή. Πολύ συχνά, οι κηδείες των θυμάτων της αστυνομίας μετατρέπονταν σε διαδηλώσεις. Σε μια απ’ αυτές στο Κάτιφ τραυματίστηκε από σφαίρα και συνελήφθη, ο σεΐχης Νέμρ α-Νέμρ.

Αξίζει ίσως ιδιαίτερη αναφορά η απεργία πείνας 180 Φιλιππινέζων εργατών στο Ριαντ στις 19 Ιουλίου 2012, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για τις άθλιες συνθήκες στέγασης, την έλλειψη στοιχειωδών δικαιωμάτων καθώς και την μη καταβολή των μισθών τους έως και για ένα χρόνο. Η Σαουδική Αραβία εφαρμόζει το σύστημα Νιζάμ αλ-Καφάλα, το οποίο καθιστά τους μετανάστες δούλους του εργοδότη: οι ξένοι εργάτες μπορούν να μπουν στη χώρα για μισθό που έχει συμφωνηθεί από πριν και για συγκεκριμένο εργοδότη, χωρίς να αναζητήσουν άλλο, ενώ έχουν δικαίωμα παραμονής στη χώρα, όσο καιρό τους χρειάζεται ο εργοδότης, αλλά δεν μπορούν να φύγουν από τη χώρα χωρίς την άδεια του. Ο αριθμός των ξένων εργατών που δουλεύει στη Σαουδική Αραβία ανέρχεται στα 9 εκατομμύρια (Ινδοί περισσότερο από 1 εκατομμύριο και Μπαγκλαντεζιανοί, Φιλιππινέζοι, Πακιστανοί, Αιγύπτιοι, Υεμενίτες σχεδόν από ένα εκατομμύριο).

Τα γενικά χαρακτηριστικά της σαουδαραβικής εκδοχής της Αραβικής Άνοιξης έχουν αρκετές ομοιότητες με τις εξεγέρσεις στις άλλες αραβικές χώρες: μεγάλα τμήματα νεολαίας (και κορίτσια), φτωχά λαϊκά στρώματα και ανοργάνωτα κομμάτια εργατικής τάξης, τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, μεταξύ των οποίων και ο σιιτικός κλήρος.1 Όμως στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας κάποια άλλα κοινά χαρακτηριστικά των αραβικών εξεγέρσεων παρουσιάζονται πολύ πιο διογκωμένα, κυρίως η πλήρης απουσία οργανωμένου εργατικού κινήματος και οργανωμένων δυνάμεων του λαϊκού κινήματος (κόμματα και οργανώσεις, συνδικάτα κτλ).

Από την έναρξη της εξέγερσης ξεκίνησαν προσπάθειες συγκρότησης πολιτικών οργανώσεων. Μια από αυτές ήταν το «Κόμμα της Ισλαμικής Ούμμα» (Χιζμπ αλ-Ούμμα αλ-Ισλαμίγια), το οποίο ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 2011 από ισλαμιστές διανοούμενους με στόχο την κατάργηση της απόλυτης μοναρχίας. Τα μέλη του όμως συνελήφθησαν λίγες μέρες αργότερα και απελευθερώθηκαν μόνο αφού υπέγραψαν δήλωση ότι δεν θα συμμετάσχουν σε αντικαθεστωτικές δράσεις.

Στις ανατολικές, σιιτικές επαρχίες ιδρύθηκαν δύο οργανώσεις. Η «Εταιρεία Ανάπτυξης και Αλλαγής» (Τζαμα’ία α-Τανμία ουά α-Ταγ’ίιρ) η οποία ζητάει αυτονομία για την ανατολική (σιιτική) επαρχία της Σαουδκής Αραβίας και ο «Συνασπισμός για την Ελευθερία και τη Δικαιοσύνη» (Ι’τιλάφ αλ-Χουρίγια ουά αλ-’αντάλα), μια νεολαιίστικη οργάνωση που ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 2011 από διάφορες μικρότερες ομάδες που κι αυτές δημιουργήθηκαν αυτή την περίοδο, με στόχο τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις στη Σαουδική Αραβία. Η τελευταία συνεργάζεται με άλλες μικρότερες ομάδες σε ολόκληρη τη χώρα.

Η εξέγερση στη Σαουδική Αραβία ταρακούνησε τον θρόνο αλλά δεν τον έριξε. Η καταστολή δεν είναι ίσως η βασικότερη αιτία γι’ αυτό (όλες οι άλλες αραβικές εξεγέρσεις είχαν πολλά περισσότερα θύματα). Θα πρέπει επίσης να συνυπολογιστεί η πλήρης απουσία, όλα τα προηγούμενα χρόνια, στοιχειώδους πολιτικής ζωής και πολιτικών εμπειριών. Ο βασικότερος όμως λόγος είναι μάλλον η συνειδητοποίηση της μοναρχίας ότι εκτός από την καταστολή, χρειάζονται και κάποιες οικονομικές παραχωρήσεις, οι οποίες είχαν πιθανόν κυρίως συμβολική αξία. Στα τέλη Φεβρουαρίου του 2011 ο βασιλιάς Αμπντάλλα ανακοίνωσε ένα πακέτο παροχών προς τους πολίτες ύψους 10,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων (αντιστάθμισμα στον υψηλό πληθωρισμό, βοήθεια προς τους ανέργους, παροχή στεγαστικών δανείων), ενώ αύξησε κατά 15% τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και διέγραψε κάποια δάνεια. Επίσης δόθηκε δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες για τις δημοτικές εκλογές του 2015.

 Riyadh March 18 2011

Η περίπτωση του σεΐχη Νάμερ α-Νάμερ

Η περίπτωση του σεΐχη Νάμερ α-Νάμερ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι μόνο για τις συνέπειες που είχε η εκτέλεσή του, αλλά και για την πολιτική και κινηματική του δράση. Ήταν πραγματικά μια ηγετική φυσιογνωμία της εξέγερσης στην περιοχή του Κάτιφ και ήταν από αυτούς που επέμεναν ότι οι κινητοποιήσεις θα πρέπει να έχουν ειρηνικό χαρακτήρα. Υποστήριζε τον νεολαιίστικο «Συνασπισμό για την Ελευθερία και τη Δικαιοσύνη», χωρίς να είναι μέλος του. Επίσης, ενώ είχε σχέσεις με το Ιράν και επικοινωνούσε με τμήματα του ιρανικού πολιτικοθρησκευτικού συστήματος, στις ομιλίες του στο Κάτιφ, καλούσε σε ενότητα σουνιτών και σιιτών και στην ανατροπή όλων των αυταρχικών καθεστώτων: του Σαούντ, του Χαλίφα (Μπαχρέιν) και του Άσαντ (τον οποίο ήδη βοηθούσε το Ιράν να καταστείλει τη λαϊκή εξέγερση στη Συρία).

Πιθανόν αυτά τα αντιφατικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του να οφείλονταν στο γεγονός ότι συνδέονταν με τα τμήματα της εσωτερικής αντιπολίτευσης του ιρανικού πολιτικο-θρησκευτικού κατεστημένου: ο Νάμερ α-Νάμερ σπούδασε δέκα χρόνια στις θεολογικές σχολές της Τεχεράνης, δίπλα στον Αγιατολλάχ Σαγίντ Μοχάμαντ Σιραζί (και αργότερα στον ανιψιό του, τον Αγιατολλάχ Χαντί αλ Μονταρεσί). Ο Σιραζί, ήταν ένας ιρακινής καταγωγής ανώτατος κληρικός, ο οποίος συνέβαλε στη διαμόρφωση της θεωρίας της ισλαμικής διακυβέρνησης στο Ιράν. Οι απόψεις του όμως διέφεραν από αυτές που επικράτησαν τελικά μετά το 1980 στο Ιράν και ήρθε σε σύγκρουση με τον Αγιατολλάχ Χομεϊνί. Ο Σιραζί υποστήριζε ότι η εξουσία δεν έπρεπε να ασκείται από ένα πρόσωπο, αλλά από ένα συμβούλιο κληρικών (Χουκούματ αλ-Φουκάχα/Σούρατ αλ-φουκάχα). Επίσης ο Σιραζί υποστήριζε τη δημιουργία μιας παγκόσμιας ισλαμικής κυβέρνησης και ήταν ο πνευματικός ηγέτης του Ισλαμικού Μετώπου για την Απελευθέρωση του Μπαχρέιν (το Ισλαμικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση του Μπαχρέιν προσπάθησε το 1981 να ανατρέψει την μοναρχία του Μπαχρέιν και να εγκαταστήσει μια ισλαμική κυβέρνηση, υπό την ηγεσία του Χαντί αλ Μονταρεσί).

Οι απόψεις αυτές οδήγησαν στην πολιτική περιθωριοποίηση του Σιραζί και των οπαδών του. Μετά τον θάνατο του Χομεϊνί έγινε ακόμα μεγαλύτερη η ρήξη του Σιραζί με τις κυρίαρχες ομάδες του πολιτικού κατεστημένου του Ιράν, την φράξια του Χαμενεΐ, διαδόχου του Χομεϊνί και την φράξια του Ραφσατζανί, οι οποίες στη σύγκρουση που ξέσπασε μέσα στην ιρανική ηγεσία συμμάχησαν και κατάφεραν να επιβάλουν την πολιτική τους για τα επόμενα είκοσι σχεδόν χρόνια: συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυαν ακόμα περισσότερο τον κρατικό αυταρχισμό και ταυτόχρονα, έθεσαν τις βάσεις για τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και απεκατέστησαν τις σχέσεις του Ιράν με τις μοναρχίες του Κόλπου και τα υπόλοιπα αραβικά κράτη. Οι οπαδοί του Σιραζί, ακόμα και οι στενοί του συγγενείς, αντιμετωπίστηκαν με ιδιαίτερη σκληρότητα (φυλακίσεις, βασανιστήρια), εξακολούθησαν όμως να παραμένουν αντιπολίτευση στο εσωτερικό του ιρανικού πολιτικού συστήματος.

Όταν ο Νάμερ α-Νάμερ επέστρεψε στη Σαουδική Αραβία άρχισε να ασκεί τις θρησκευτικές του αρμοδιότητες στην αλ-Αουαμίγια και γρήγορα έγινε πολύ δημοφιλής στην νεολαία της περιοχής. Υποστήριζε ένα μοντέλο ισλαμικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και ήρθε πολλές φορές σε αντιπαράθεση με τις αρχές, υποστηρίζοντας τους σιίτες απέναντι στον κρατικό αυταρχισμό και ενάντια στις διακρίσεις που υφίστανται (περιορισμός δυνατοτήτων πρόσβασής τους στις κρατικές δομές της παιδείας, της υγείας, της εργασίας στον δημόσιο τομέα κτλ.). Η μυστική αστυνομία τον είχε συλλάβει και τον είχε βασανίσει κι άλλες φορές στο παρελθόν. Σε μια τέτοια περίπτωση, το 2006, οι κάτοικοι της αλ-Αουαμίγια έκαναν εκστρατεία για την απελευθέρωσή του.

Τελευταία φορά συνελήφθη στις 8 Ιουλίου του 2012 και βασανίστηκε. Στη φυλακή ξεκίνησε απεργία πείνας για να του επιτραπεί να επικοινωνήσει με τους συγγενείς του. Σε πολλές περιοχές σιιτών της Σαουδικής Αραβίας έγιναν διαδηλώσεις με αίτημα την απελευθέρωσή του. Τελικά δικάστηκε σε μια δίκη παρωδία και στις 15 Οκτωβρίου του 2014 καταδικάστηκε σε θάνατο με την κατηγορία της υποκίνησης σε ένοπλη εξέγερση.

Kasmir Photo by DAR YASIN AP

Ένας νέος εφιάλτης

Ο Αλί Χαμενεΐ, ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης του Ιράν (μια χώρα στην οποία ο αριθμός των εκτελέσεων είναι πολύ μεγαλύτερος) χαρακτήρισε την εκτέλεση του σεΐχη Νάμερ α-Νάμερ «πολιτικό λάθος». Παρ’ όλ’ αυτά δεν υπάρχει τίποτα λανθασμένο σ’ αυτή την απόφαση της σαουδαραβικής μοναρχίας, από την άποψη των δικών της συμφερόντων. Οι μαζικές εκτελέσεις του 2016 και πιο συγκεκριμένα η εκτέλεση του σεΐχη Νάμερ α-Νάμερ είναι μια κίνηση που έκανε η μοναρχία ξέροντας ότι θα υπάρξουν μια σειρά από συνέπειες. Και την έκανε επιδιώκοντας να υπάρξουν αυτές οι συνέπειες.

Η πρώτη συνέπεια που επιδιώκει να υπάρξει, είναι η διάδοση ενός μηνύματος σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή: το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας μπορεί να αντιμετωπίζει με σκληρότητα και με πυγμή κάθε μορφή αντιπολίτευσης. Ως εκ τούτου εξακολουθεί να παραμένει ο βασικός σύμμαχος-προστάτης των σουνιτικών αυταρχικών καθεστώτων, των μοναρχιών του Κόλπου πρώτα και κύρια. Το γεγονός ότι ο πιο γνωστός από τους εκτελεσθέντες ήταν ένας σιίτης κληρικός, ηγετική μορφή της εξέγερσης του 2011, προσδίδει σ’ αυτή την κίνηση ένα χαρακτήρα αποφασιστικότητας.

Ταυτόχρονα όμως και μέσα σε ένα παρόμοιο πλαίσιο σκοπιμοτήτων, η μαζική εκτέλεση 47 ατόμων είναι και ένα μήνυμα που απευθύνεται σε εκείνα τα τμήματα του σουνιτικού κόσμου, τα οποία προσελκύονται από τα κατορθώματα του Ισλαμικού Κράτους, του βασικότερου ανταγωνιστή της σαουδαραβικής μοναρχίας στην διεκδίκηση της ηγεμονίας στο σαλαφιτικό και ουαχαμπιτικό ισλάμ. Και αυτοί οι οποίοι κοιτάνε με θαυμασμό προς το Ισλαμικό Κράτος δεν είναι κάποιοι περιθωριακοί φανατικοί, αλλά σημαντικά τμήματα των μεσαίων, και των ανώτερων τάξεων, ακόμα και μέσα στην ίδια τη Σαουδική Αραβία, πολύ κοντά στο θρόνο (ας μην ξεχνάμε ότι μια τέτοια περίπτωση υπήρξε κάποτε ο Οσάμα μπιν Λάντεν). Με τις εκτελέσεις αυτές το σαουδαραβικό καθεστώς επιδεικνύει τις δικές του ικανότητες στις μαζικές εκτελέσεις (ένα πεδίο στο οποίο την πρωτιά διεκδικεί το Ισλαμικό Κράτος). Επιπλέον όμως, οι εκτελέσεις αυτές (εκ των οποίων οι συντριπτικά περισσότερες ήταν ατόμων κατηγορούμενων για σχέσεις με την αλ-Κάιντα) αποτελούν και μια επίδειξη δύναμης, συνδυασμένης με απειλή, εναντίον του ίδιου του Ισλαμικού Κράτους. Το μήνυμα προς αυτό είναι ότι δεν υπάρχει περίπτωση να του επιτραπεί να αναπτύξει επιρροή μέσα στη Σαουδική Αραβία.

Η περίπτωση όμως των τεσσάρων σιιτών και κυρίως του σεΐχη Νάμερ α-Νάμερ, είναι μάλλον η πιο σημαντική, καθώς αποτελεί αποτέλεσμα της απειλής και των πιέσεων που αισθάνεται το σαουδαραβικό καθεστώς στα πλαίσια της όξυνσης των περιφερειακών και παγκόσμιων ανταγωνισμών που συμπυκνώνονται στη Μέση Ανατολή και οξύνθηκαν ακόμα περισσότερο μετά την εισβολή της Ρωσίας.

Το σαουδαραβικό καθεστώς υπήρξε ένας απ’ τους βασικότερους συμμάχους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή για πολλές δεκαετίες. Ως εκ τούτου, η αποτυχία της αμερικανικής πολιτικής στο Ιράκ ήταν αναπόφευκτο να έχει επιπτώσεις για τα συμφέροντα της Σαουδικής Αραβίας καθώς και όλων των υπόλοιπων συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή. Καθώς απέτυχε το ηγεμονικό σχέδιο γύρω από το οποίο και μέσω του οποίου θα μπορούσαν να προωθήσουν και τα δικά τους συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή και να ρυθμίσουν τις μεταξύ τους διαφορές συμφερόντων, οι σύμμαχες των ΗΠΑ περιφερειακές δυνάμεις (Σαουδική Αραβία, Τουρκία, μοναρχίες του Κόλπου, Ισραήλ), βρέθηκαν σε μία κατάσταση, στην οποία θα έπρεπε να προωθήσουν μόνες τους τα δικά τους, ξεχωριστά και ανταγωνιστικά πολιτικά σχέδια για τον ρόλο τους στην περιοχή, τα οποία δεν συνέπιπταν (και εξακολουθούν να μην συμπίπτουν) πάντοτε με βασικές επιδιώξεις της αμερικανικής πολιτικής για την Μέση Ανατολή. Αυτό φυσικά δεν έφερε αυτές τις χώρες σε αντιπαράθεση με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Αυτό το οποίο επιδιώκει η κάθε περιφερειακή δύναμη απ’ τη δική της πλευρά και ανταγωνιστικά προς τις άλλες, είναι να παρουσιάσει ένα δικό της σχεδιασμό για την οργάνωση των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών συμφερόντων για την περιοχή, στον οποίο η ίδια θα έχει ένα κεντρικό ρόλο, ως βασικός τοπικός σύμμαχος του ηγεμονικού ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ.

Η Σαουδική Αραβία όμως αποδείχτηκε ανίκανη τα τελευταία χρόνια να αναδειχτεί στον βασικό παράγοντα που θα μπορούσε να εγγυηθεί την ιμπεριαλιστική σταθερότητα στη Μέση Ανατολή. Ανίκανη να ελέγξει τον Ντά’ες και να ανακόψει την ανάπτυξή του (ανίκανη να περιορίσει ακόμα και την τροφοδότησή του με χρήματα και εθελοντές από το εσωτερικό της ίδιας της Σαουδικής Αραβίας), ανίκανη επίσης να οδηγήσει με την παρέμβασή της στον συριακό εμφύλιο στην ανατροπή του Άσαντ και στην αντικατάστασή του (διατηρώντας το μπααθικό καθεστώς) με μια ηγεσία δικής της επιλογής και αποδεκτή από τις ΗΠΑ, η Σαουδική Αραβία έχει εξελιχτεί αυτή τη στιγμή σε μέρος του προβλήματος της ιμπεριαλιστικής αστάθειας στην περιοχή. Ο ισχυρός σύμμαχός της, οι ΗΠΑ, αποφάσισε να αναπληρώσει την ανικανότητα του σαουδαραβικού καθεστώτος με μία συμμαχία με τον βασικότερο ανταγωνιστή του στη Μέση Ανατολή, το ιρανικό καθεστώς. Φυσικά, η σαουδαραβική μοναρχία δεν έπαψε να είναι σύμμαχος των ΗΠΑ και οι τελευταίες δεν έπαψαν να ενδιαφέρονται για τα συμφέροντα της πρώτης στην περιοχή. Η συμφωνία που έκλεισαν οι ΗΠΑ με τον Ιράν αντισταθμίστηκε με την ελευθερία που δόθηκε στη Σαουδική Αραβία, να επιβάλει τη δική της λύση και σύμφωνα με τα δικά της συμφέροντα στην Υεμένη. Αυτή η πολιτική των ΗΠΑ αναγνώριζε στο Ιράν το δικαίωμα να αναμειγνύεται στη Συρία και χωρίς να βγάζει τη Σαουδική Αραβία έξω από τη Συρία την βοηθούσε να βγάλει το Ιράν έξω απ’ την Υεμένη. Φαινόταν ότι μπορούσε να προκύψει μια ισορροπία την οποία τελικά η Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να αποδεχτεί ως σημείο εκκίνησης για τις προσπάθειές της να επιβάλει τα δικά της συμφέροντα στην περιοχή.

Η άμεση όμως είσοδος της Ρωσίας στο πεδίο του συριακού εμφυλίου μείωσε τις πιθανότητες για τέτοιου είδους ισορροπίες. Οι επιθέσεις της 13ης Νοέμβρη στο Παρίσι τις εξαφάνισαν τελείως.

Saudi Shia women Photograph AFP

Στις νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν ύστερα από αυτές τις δύο εξελίξεις η επιρροή της Σαουδικής Αραβίας στον συριακό εμφύλιο εκμηδενίζεται, καθώς οι ΗΠΑ και η ΕΕ έχουν αποφασίσει να επιτρέψουν στον ρώσικο ιμπεριαλισμό και στους συμμάχους του (και εχθρούς της Σαουδικής Αραβίας), το Ιράν και τη Χεζμπολάχ, να διασώσουν όχι μόνο το καθεστώς του Άσαντ, αλλά τον ίδιο τον Άσαντ ως επικεφαλής του, σαν το μικρότερο κακό απέναντι στο μεγαλύτερο κακό που είναι το Ισλαμικό Κράτος. Όλα αυτά μεταφράζονται σε μια αύξηση του ειδικού βάρους του ιρανικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή: η διάσωση του φιλοϊρανικού καθεστώτος του Άσαντ, ταυτόχρονα με την τεράστια πολιτική επιρροή που ασκεί το Ιράν στο σύνολο του σιιτικού πολιτικού κατεστημένου στο Ιράκ (ελέγχει ουσιαστικά την ιρακινή κυβέρνηση) καθώς και την επιρροή του πάνω στο μισό πολιτικό κατεστημένο του Λιβάνου (τη Χεζμπολάχ και τις συμμαχίες της), δίνουν στον ιρανικό ιμπεριαλισμό τη δυνατότητα πολιτικού, οικονομικού και στρατιωτικού ελέγχου μιας περιοχής που φτάνει μέχρι τη Μεσόγειο. Τα οφέλη στην Υεμένη πολύ γρήγορα μπορούν να εξατμιστούν, μόλις το Ιράν και η Χεζμπολλάχ, απαλλαγμένοι από το πρόβλημα της διάσωσης του Άσαντ, αποφασίσουν να στηρίξουν τους Υεμενίτες συμμάχους τους (τη συμμαχία γύρω από τους αντάρτες Χούθι), ενάντια στους συμμάχους του σαουδαραβικού καθεστώτος.

Όλοι αυτοί οι απολύτως υπαρκτοί κίνδυνοι θα μπορούσαν πιθανόν να αποφευχθούν εάν η σαουδαραβική μοναρχία μπορούσε να παρουσιαστεί ως επικεφαλής ενός οιονεί θρησκευτικού πολέμου του σουνιτικού κόσμου εναντίον των σιιτών (ένα παρόμοιο «χαρτί» έπαιξε το 1981 ο Σαντάμ Χουσεΐν εξαπολύοντας τον πόλεμο εναντίον του Ιράν). Αλλά φυσικά δεν πρέπει να θεωρηθεί ως σοβαρή πιθανότητα να επιδιώκει η σαουδαραβική μοναρχία τον σχηματισμό δύο τέτοιων πολεμικών στρατοπέδων, εκ των οποίων στο ένα θα βρεθεί επικεφαλής η ίδια . Έτσι, αυτό που φαίνεται να επιδιώκει είναι μάλλον η δημιουργία ενός γενικευμένου κλίματος μιας χαοτικής, θρησκευτικά χρωματισμένης αντιπαράθεσης, σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, που θα ανατρέψει τις ισορροπίες που τείνουν να διαμορφωθούν.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, μια σειρά από χώρες δορυφοροποιημένες γύρω από τη Σαουδική Αραβία θα αναγκαστούν κι αυτές να διακόψουν τις διπλωματικές τους σχέσεις με το Ιράν, καθώς οι σχέσεις αυτές δεν θα έχουν πια ως ασπίδα προστασίας απέναντι στο Ιράν, τη διπλωματία της σαουδικής μοναρχίας. Και ήδη, το Μπαχρέιν, το Σουδάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα το έκαναν. Ο κίνδυνος μιας σιιτικής θρησκευτικής εξέγερσης, τον οποίο το σαουδαραβικό καθεστώς σκοπίμως φέρνει στην επιφάνεια μ’ αυτές τις εκτελέσεις, θα υποχρεώσει και τα πιο διστακτικά σουνιτικά καθεστώτα του κόλπου να συνταχτούν με τον ισχυρό προστάτη.

Σ’ αυτό μπορεί να υπολογίζει, όχι άδικα, ότι ο βασικός της αντίπαλος, δηλαδή το Ιράν και οι συμμαχίες του στην περιοχή, είναι ανίκανοι να μιλήσουν οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, πέρα από την κοινή και για τις δυο πλευρές γλώσσα, στην οποία οι πολιτικές και οικονομικές διαφορές τους μπορούν να διατυπωθούν ανοιχτά, μόνο με την μορφή παραθεμάτων απ’ το Κοράνι και τα Χαντίθ.

Η κατάσταση θα εξελιχτεί μ’ αυτόν ή με κάποιον παρόμοιο τρόπο; δεν είναι απίθανο. Οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στην περιοχή της Μέσης Ανατολής η οποία σαρώνεται από την εντατική εφαρμογή των κανόνων του νεοφιλελευθερισμού και την ένταση του αυταρχισμού, έρχονται να προστεθούν ως ένα ακόμα απελπιστικό αδιέξοδο στις ρημαγμένες ζωές των λαϊκών μαζών, οι οποίες έχουν υποστεί τη ματαίωση των ελπίδων τους για μια επαναστατική αλλαγή. Είναι ένα περιβάλλον κατάλληλο για την ανάπτυξη της λογικής μιας βίας με θρησκευτικά χαρακτηριστικά.

Παρ’ όλ’ αυτά, οι αντιδράσεις που ξέσπασαν στον σιιτικό κόσμο δεν φαίνεται να έχουν (τουλάχιστον προς το παρόν) αυτά τα χαρακτηριστικά. Στην ίδια τη Σαουδική Αραβία, τον τόνο των αντιδράσεων στις περιοχές των σιιτών, φαίνεται να τον δίνουν οι δηλώσεις των συγγενών του Νάμερ α-Νάμερ, οι οποίοι καταδικάζουν τη θρησκευτική βία. Εξάλλου, ο ίδιος ο Νάμερ εκτελέστηκε επειδή ήταν ηγετική μορφή μιας εξέγερσης στην οποία η νεολαία φώναζε το σύνθημα «Σουνίτες και Σιίτες είμαστε όλοι αδέλφια», ενάντια στον αιματοβαμμένο Οίκο των Σαούντ. Το ίδιο σύνθημα, με διάφορες παραλλαγές έχει ξανακουστεί τους τελευταίους μήνες σε πολλές μαζικές διαδηλώσεις στον Λίβανο, στη Συρία και στο Ιράκ. Και κάποιες φορές οι λαϊκές μάζες βρίσκουν τη δύναμη να κάνουν πράξη τα συνθήματά τους, ματαιώνοντας τα παρανοϊκά σχέδια των αρχουσών τάξεων.

Kashmir Syed Shahriyar Demotix Corbis

Σημείωση

1 Οι σουνίτες κληρικοί, μάλλον στο σύνολό τους, δεν υποστήριξαν την εξέγερση. Ο μεγάλος μουφτής, επικεφαλής του συμβουλίου των ανώτατων ουλεμάδων της Σαουδικής Αραβίας, ο Αμπντ αλ-’Αζίζ αλ-Ασάιχ εξέδωσε φάτουα (θρησκευτική γνωμοδότηση) με την οποία καταδίκαζε τις διαδηλώσεις. Το καθεστώς ζήτησε κι απ’ τους ανώτερους σιίτες κληρικούς της χώρας μια αντίστοιχη καταδίκη, αλλά αυτοί αρνήθηκαν με τη δικαιολογία, ότι μόνο οι Αγιατολλάχ (στη Ντατζάφ και στην Κομ) μπορούν να εκδίδουν τέτοιες αποφάσεις. Το σαουδαραβικό καθεστώς έστειλε αντιπροσώπους στην αρχή στο Ιράκ και μετά στο Ιράν, επιδιώκοντας να βρουν κάποιον Αγιατολλάχ, που να εκδώσει μια τέτοια απόφαση. Και στις δυο περιπτώσεις οι ανώτατοι κληρικοί είπαν στους απεσταλμένους της Σαουδικής Αραβίας, ότι στο πλαίσιο της ισλαμικής νομολογίας (φακίχ) η διεκδίκηση των δικαιωμάτων και η αυτοάμυνα δεν χρειάζεται να έχει θρησκευτική έγκριση 

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Alsharif Asma και Benham Jason, «Saudi unemployed graduates protest to demand jobs», Reuters, 10 Απριλίου 2011.

Bayan Perazzo, On Being Shia in Saudi Arabia. A survey looking into the lives of Saudi Arabia’s second-class citizens, Institute for Gulf Affairs.

Black Ian, «Nimr's execution may compound Saudi Arabia's problems», The Guardian, 4 Ιανουαρίου 2016. 

Black Ian, Dehghan Saeed Kamali, M Mahmood ona και S Malik hiv, «Sunni allies join Saudi Arabia in severing diplomatic ties with Iran», The Guardian, 4 Ιανουαρίου 2016.

Buchanan Michael, «Saudi Arabia: Calls for political reform muted», BBC News, 24 Μαΐου 2011. 

Crowcroft Orlando, «Saudi Arabia's Shia and Riyadh's other war - 'The language of hatred is getting worse'», International Business Times, 8 Απριλίου 2015. 

Daher Joseph, «Yémen et les interventions impérialistes réactionnaires», Syria Freedom Forever - Σουρία αλ-Χουρία λιλ-Άμπαντ, 7 Απριλίου 2015. 

«2011 Saudi Arabian protests», Wikipedia

«Fact Check: The Truth About Shaykh Nimr al-Nimr», Jadaliyya, 5 Ιανουαρίου 2016. 

Ghosh Palash, «Shia Muslims protest in eastern Saudi Arabia», International Business Times, 16 Απριλίου 2011.

Κεπέλ Ζιλ, Τζιχάντ. Ο ιερός πόλεμος, Καστανιώτης, Αθήνα 2001.

«Khaled al-Johani», Wikipedia

Kuhn Sam, «Liberal Opposition: Mounting Pressures for Reform in Saudi Arabia and Kuwait», CornellInternationalAffairsReview, τ. 6, νο 2· Student pulse

Laessing Ulf, «Saudi Arabia says won't tolerate protests», Reuters, 5 Μαρτίου 2011. 

«Man dies after setting himself on fire in Saudi Arabia», BBC News, 23 Ιανουαρίου 2011.

Neela Banerjee, «Saudi Arabia 'day of rage' protest fizzles», Los Angeles Times.

«Reporting Saudi Arabia's hidden uprising», BBC News, 30 Μαΐου 2014. 

«Saudi Arabia: Mass Execution Largest Since 1980», Human Rights Watch, 4 Ιανουαρίου 2016. 

«Saudi Arabia reopens Baghdad embassy», alarabiya, 6 Ιανουαρίου 2016. 

«Saudi Revolutionaries: An Interview», Jadaliyya, 21 Ιουνίου 2012.

«Saudi’s Secret Uprising», Syria Freedom Forever - Σουρία αλ-Χουρία λιλ-Άμπαντ, 2 Ιουνίου 2014. 

«Scuffles break out as teachers protest for job stability, higher wages», Arab news, 11 Απριλίου 2011. 

«Shia activists sentenced to death in Saudi Arabia», BBC News, 28 Μαΐου 2014. 

«Shia uprising 1979», Arabia today, 9 Μαΐου 2011. 

Steinberg Guido, «Leading the Counter - Revolution Saudi Arabia and the Arab Spring», Stiftung Wissenschaft und Politik, Ιούνιος 2014. 

Tariq Ali, Η σύγκρουση των φονταμενταλισμών. Σταυροφορίες, τζιχάντ και νεωτερικότητα, Άγρας, Αθήνα 2003.

The Kingdom of Saudi Arabia, 1979-2009: Evolution of a Pivotal State, Middle East Institute Viewpoints, Ουάσινγκτον. 

Usher Sebastian, «Saudi Arabia women activists urge jail term reversal», BBC News, 9 Ιουλίου 2013. 

Usher Sebastian, «Saudi women seek right to drive», BBC News, 28 Σεπτεμβρίου 2013. 

 

Γράφτηκε από 
Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 12 Ιανουάριος 2016 14:23
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.