Πέμπτη, 14 Ιανουάριος 2016 15:22

Μια Σύντομη Ιστορία της ISIS

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Adam Hanieh

Αμέσως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις 13 Νοεμβρίου στο Παρίσι,1 ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς συνδύασε την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και της Συρίας (ISIS) με την εμβάθυνση της ιμπεριαλιστικής βίας στη Μέση Ανατολή.

Ο πόλεμος και ο ιμπεριαλισμός, από τη μία πλευρά, και η αυξανόμενη επέκταση της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας από την άλλη, λέγεται ότι συνδέονται σε μια αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση βίας και καταστροφής. «Η ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα και η ισλαμιστιστική βαρβαρότητα είναι αλληλοτροφοδοτούμενες», υποστήριξε το γαλλικό Nouveau Parti Anticapitaliste (NPA)2 αμέσως μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι. Για να σπάσει αυτή η μηδενιστική λαβή θανάτου, θα πρέπει να αντιταχθούμε στις ξένες επεμβάσεις και να σταματήσουμε την ιμπεριαλιστική βία και τη συνεχιζόμενη λεηλασία του πλούτου των χωρών στη Μέση Ανατολή, στην Αφρική και αλλού.

Η βασική λογική αυτού του επιχειρήματος είναι αναμφίβολα βάσιμη. Αλλά όσον αφορά την ερμηνευτική της αξία, αυτό το είδος της ανάλυσης δεν πάει αρκετά μακριά. Πάσχει από πάρα πολλή γενικότητα και αφαιρετικότητα - μας λέει λίγα πράγματα για την ιδιαιτερότητα αυτής της συγκεκριμένης στιγμής, ή τη φύση της ISIS ως κίνημα. Αποδίδοντας ένα είδος αυτοματισμού ή φυσικής αντανάκλασης μεταξύ της ISIS και του ιμπεριαλισμού, μπορούμε να χάσουμε το πολύ σημαντικό πλαίσιο και την ιστορία που έχει καθορίσει την εξαιρετικά ταχεία ανάπτυξη της οργάνωσης.

Γιατί η απάντηση στη δυτική επιθετικότητα και στις καταστροφικές καταστάσεις στο Ιράκ, στη Συρία και αλλού σε ολόκληρη την περιοχή να παίρνει αυτή την ιδιαίτερη ιδεολογική και πολιτική μορφή; Τι εξηγεί τη στήριξη που βρίσκει η ISIS τόσο στον αραβικό κόσμο όσο και στην Ευρώπη; Εν ολίγοις: γιατί τώρα; Και γιατί έτσι;

Πρέπει να δούμε την πραγματική γέννηση της ανόδου του ισλαμικού κράτους στην τροχιά των αραβικών εξεγέρσεων που ξέσπασαν το 2011 και το 2012. Αυτές οι εξεγέρσεις εξέφρασαν μια τεράστια ελπίδα, μια ελπίδα που πρέπει να συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε. Αντιμετωπίζοντας την καταστολή και την οπισθοχώρηση, δεν μπόρεσαν να εξελιχθούν με οποιαδήποτε έννοια. Ήταν αυτό το ρήγμα μέσα απ’ το οποίο πέρασαν οι ισλαμικές ομάδες, προσαρμόζοντας την άνοδό τους στην απώθηση των εξεγέρσεων και των λαϊκών δημοκρατικών ιδανικών που ενσωμάτωναν οι εξεγέρσεις.

Αυτό δεν ήταν αναπόφευκτο. Μάλλον οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι εξεγέρσεις δημιούργησαν ένα κενό που αναγκαστικά γέμισε με κάτι άλλο.

Η κοσμοθεωρία της ISIS είναι μια ιδεολογική έκφραση αυτής της νέας πραγματικότητας. Για να είμαστε σαφείς, η άνοδος της ISIS δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς ως αποτέλεσμα της ιδεολογίας ή της θρησκείας, όπως φαίνεται να πιστεύουν πολλοί δυτικοί σχολιαστές. Υπάρχουν πολύ πραγματικές κοινωνικές και πολιτικές ρίζες που εξηγούν την ανάπτυξη της οργάνωσης.

Αλλά παίρνοντας στα σοβαρά την ιδεολογική έκφραση θα βοηθηθούμε να κατανοήσουμε πώς οι διάφοροι διασταυρούμενοι παράγοντες - η καταστροφική εξάπλωση των θρησκευτικών συγκρούσεων, η καταστροφική καταστολή στη Συρία και στο Ιράκ, καθώς και τα συμφέροντα των διαφόρων περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή - έχουν συμβάλει στην επώαση της ανόδου της ISIS.

Είναι μια διαλεκτική της υποχώρησης: η ανάπτυξη της ISIS έχει ενισχυθεί και έχει τροφοδοτήσει ταυτόχρονα, την αδυναμία επίτευξης των ιδανικών του 2011, καθώς η περιοχή έχει τελματώσει σε πολλαπλές, όλο και πιο βαθιές κρίσεις. Ενώ η ιδεολογική ερμηνεία αυτών των κρίσεων από την ISIS είναι προφανώς ψευδής, ωστόσο είναι αυτή που φαίνεται σε κάποιους να εναρμονίζει με τη βιωμένη εμπειρία, μια αντίληψη του κόσμου που δίνει νόημα στο εμφανές χάος και στην καταστροφή. Οι αλληλοτροφοδοτούμενες πτυχές αυτής της διαδικασίας είναι αυτό που κάνει τη σημερινή κατάσταση τόσο επικίνδυνη.

Τα φαντάσματα του 2011

Οι πολιτικές αναταραχές που ξεκίνησαν με τις διαδηλώσεις στην Τυνησία και την Αίγυπτο το 2010 και το 2011, και στη συνέχεια είχαν απήχηση σε ολόκληρη την περιοχή, ήταν οι πιο σημαντικές εξεγέρσεις που είχε δει η Μέση Ανατολή ύστερα από πέντε δεκαετίες και περισσότερο. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε την αρχική υπόσχεση που ενσωματώνονταν σε αυτές τις κινητοποιήσεις σε μια εποχή που πάρα πολλοί σπεύδουν να τις απορρίψουν ως καταδικασμένες από την αρχή - ή, ακόμη χειρότερα, ως ένα είδος συνωμοσίας που εξυφάνθηκε από εξωτερικούς συνωμότες.

Αυτές οι διαμαρτυρίες προσέλκυσαν εκατομμύρια σε μαζική πολιτική δράση, για πρώτη φορά εδώ και πολλές γενιές, ταρακουνώντας σοβαρά τις κατεστημένες δομές του κράτους και τα στηρίγματα της καταπίεσης, τα δυτικά συμμαχικά καθεστώτα. Το πιο σημαντικό είναι, ότι τα κινήματα αυτά, περιφερειακά στην εμβέλειά τους ανέδειξαν τις ομοιότητες και τις κοινές εμπειρίες των ανθρώπων σε όλη τη Μέση Ανατολή. Η επίδρασή τους στην πολιτική συνείδηση και στις μορφές οργάνωσης εξακολουθούν να γίνονται αισθητές σε ολόκληρο τον κόσμο.

Από την έναρξη αυτών των εξεγέρσεων, ήταν σαφές ότι τα ζητήματα που διακυβεύονταν πήγαιναν πολύ πιο πέρα από την απλοϊκή καρικατούρα της «δημοκρατίας εναντίον της δικτατορίας», όπως πολλοί σχολιαστές είχαν πιστέψει. Οι βασικοί λόγοι που έκαναν τους πολίτες να κατεβούν στους δρόμους ήταν βαθιά συνδεδεμένοι3 με τις μορφές του καπιταλισμού στην περιοχή: οι δεκαετίες νεοφιλελεύθερης οικονομικής αναδιάρθρωσης, οι επιπτώσεις της παγκόσμιας κρίσης, καθώς και οι τρόποι διακυβέρνησης των αραβικών κρατών από την αυταρχική αστυνομία και τα στρατιωτικά καθεστώτα που για μεγάλο χρονικό διάστημα υποστηρίζονταν από τις δυτικές δυνάμεις.

Οι παράγοντες αυτοί πρέπει να εξεταστούν στο σύνολό τους, όχι ως ξεχωριστές ή επιμέρους αιτίες. Οι διαδηλωτές δεν άρθρωσαν απαραιτήτως με τρόπο ρητό αυτή την ολότητα ως αιτία για τον θυμό τους, αλλά αυτή η βαθύτερη πραγματικότητα σήμαινε ότι τα βαθιά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο αραβικός κόσμος δεν θα μπορούσαν ποτέ να λυθούν μέσω της απλής απομάκρυνσης των μεμονωμένων δικτατόρων.

Για να αποτρέψουν κάθε τέτοια πρόκληση για τις πολιτικές και οικονομικές δομές οι ελίτ, που υποστηρίζονταν από τις δυτικές δυνάμεις και τους περιφερειακούς τους συμμάχους, γρήγορα επενέβησαν και προσπάθησαν να εξαλείψουν τη δυνατότητα αλλαγής. Αυτό έγινε μέσα από μια ποικιλία μέσων, με μια σειρά από πολιτικούς παράγοντες που ήρθαν να διαμορφώσουν τις αντεπαναστατικές διαδικασίες με διαφορετικό τρόπο σε κάθε χώρα.

Στο επίπεδο της οικονομικής πολιτικής, υπήρξε μικρή αλλαγή, με τους δυτικούς χορηγούς και τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επιμένουν4 για τη συνέχιση των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμιστικών μέτρων σε περιοχές όπως η Αίγυπτος, η Τυνησία, το Μαρόκο και η Ιορδανία. Η οικονομική συνέχεια συνδέονταν -και στην πραγματικότητα είχε ως προϋπόθεση- με την η εξάπλωση νέων νόμων και αποφάσεων έκτακτης ανάγκης που απαγόρευαν τις διαδηλώσεις, τις απεργίες, και τα πολιτικά κινήματα.

Ταυτόχρονα, η πολιτική και στρατιωτική επέμβαση στην περιοχή επεκτάθηκε με γρήγορους ρυθμούς. Η συντριβή της Λιβύης που ακολουθήθηκε από άμεσες δυτικές στρατιωτικές επεμβάσεις,5 και η συντριβή της εξέγερσης του Μπαχρέιν υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας, ήταν δύο σημαντικές στιγμές αυτής της διαδικασίας. Το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Αίγυπτο τον Ιούλιο του 2013 σηματοδότησε επίσης ένα κρίσιμο σημείο στην ανασύσταση των παλαιών κρατικών δομών, και επιβεβαίωσε τον ολέθριο ρόλο των χωρών του Κόλπου6 σπρώχνοντας προς τα πίσω την επαναστατική διαδικασία της Αιγύπτου.

Ίσως το πιο σημαντικό ήταν ότι η κοινωνική και φυσική καταστροφή που προκλήθηκε από το καθεστώς του Άσαντ στη Συρία, με τους εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους και τα εκατομμύρια των ανθρώπων που εκτοπίστηκαν εκτός και εντός των συνόρων, ενίσχυσε ακόμα περισσότερο σε ολόκληρη την περιοχή την αίσθηση της απελπισίας που ήρθε να αντικαταστήσει την αρχική αισιοδοξία του 2011.

Η ISIS και οι προηγούμενες ενσαρκώσεις της ήταν κατά βάση άσχετη με τις πρώτες φάσεις αυτών των εξεγέρσεων, τις μαζικές διαδηλώσεις, τις απεργίες και τα δημιουργικά κινήματα διαμαρτυρίας που συγκλόνισαν όλες τις αραβικές χώρες κατά τη διάρκεια του 2011. Πράγματι, το μόνο σχόλιο της ISIS (εκείνη την εποχή γνωστής ως Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ) που θα μπορούσαμε να βρούμε μετά την ανατροπή του Αιγύπτιου δικτάτορα Χόσνι Μουμπάρακ, ήταν μια ανακοίνωση προειδοποίησης εναντίον του κοσμικού κράτους, της δημοκρατίας, και του εθνικισμού, με το οποίο συνιστούσε στους Αιγύπτιους να μην «αντικαταστήσουν αυτό που είναι καλύτερο με αυτό που είναι χειρότερο».

Ωστόσο, καθώς οι αρχικές προσδοκίες για πραγματική αλλαγή φαίνονταν να ματαιώνονται όλο και περισσότερο, η ISIS και άλλες ομάδες τζιχαντιστών αναδείχθηκαν ως ένα σύμπτωμα αυτής της αντιστροφής, μια έκφραση του εμφανούς πισωγυρίσματος της επαναστατική διαδικασίας και της αυξανόμενης αίσθησης του χάους. Για να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί έγιναν έτσι τα πράγματα, είναι απαραίτητο να κάνουμε μια σύντομη παράκαμψη στην ιδεολογία και την κοσμοθεωρία της ISIS.

4Μια Σύντομη Ιστορία της ISIS

Αυθεντικότητα, Κτηνωδία, Ουτοπία

Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός ορίζεται συχνά ως η επιθυμία επαναφοράς ενός θαυμάσιου παρελθόντος, έχοντας δήθεν ως πρότυπο (στη σουνιτική εκδοχή) τις πρώτες γενιές των μουσουλμάνων ηγεμόνων που διαδέχτηκαν τον προφήτη Μοχάμεντ μετά τον θάνατό του. Το Ισλαμικό Κράτος πρεσβεύει αυτό το στόχο, και από την άποψη της κοινωνικής πρακτικής και του θρησκευτικού νόμου αυτό είναι που φιλοδοξεί να διαμορφώσει.

Αλλά θα ήταν ένα σοβαρό λάθος να συμπυκνώσουμε την ISIS σε έναν απλό αλυτρωτισμό του εβδόμου αιώνα. Η οργάνωση παίρνει στα σοβαρά το έργο της οικοδόμησης του κράτους, αφιερώνοντας πολλές προσπάθειες στη δημιουργία διαφόρων οικονομικών, νομικών και διοικητικών δομών σε όλες τις περιοχές που ελέγχει σήμερα. Παρά το γεγονός ότι τα σύνορα των περιοχών αυτών βρίσκονται σε κατάσταση συνεχούς ρευστότητας και υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις7 για το τι σημαίνει «έλεγχος», η ISIS έχει ένα εκτεταμένο εδαφικό εύρος και σύμφωνα, με ορισμένες εκτιμήσεις8 κυβερνά πάνω από 10 εκατομμύρια ανθρώπους.

Ως μέρος αυτού του πολύ μοντερνιστικού σχεδίου, η οργάνωση έχει θέσει ως υψηλή της προτεραιότητα την ανάπτυξη ενός εξελιγμένου δικτύου μέσων ενημέρωσης και προπαγάνδας, ξεχωρίζοντας έτσι ποιοτικά από τα άλλα παραδείγματα ισλαμικής εξουσίας, όπως ήταν το Αφγανιστάν υπό τον έλεγχο των Ταλιμπάν, όπου οι μόνιμες εικόνες9 τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ήταν τηλεοράσεις κρεμασμένες στα δέντρα και οι «εκτελέσεις» των υπολογιστών.

Ένας ερευνητής έχει υπολογίσει10 ότι το τμήμα μέσων ενημέρωσης της ISIS δημιουργεί κάθε μέρα κάτι λιγότερο από σαράντα μοναδικά κομμάτια μέσων, όπως βίντεο, φωτογραφικά αφιερώματα, άρθρα και προγράμματα ήχου σε πολλές διαφορετικές γλώσσες. Αυτό το επίπεδο προγραμματισμού συναγωνίζεται οποιοδήποτε τηλεοπτικό δίκτυο, και έρχεται σε αντίθεση με το παλαιότερο μοντέλο της αλ-Κάιντα που βασιζόταν στις κακής ποιότητας βιντεοκασέτες που έστελνε από τα βουνά του Αφγανιστάν στο Al Jazeera, παραμένοντας όμηρος των ιδιοτροπιών των εχθρικών παραγωγών ειδήσεων και των οργανισμών πληροφοριών.

Το αποκεντρωμένο δίκτυο μέσω του οποίου διαδίδεται η προπαγάνδα της ISIS είναι επίσης μοναδικό, χρησιμοποιώντας ένα στρατό λογαριασμών στο Twitter και ανώνυμων ιστοσελίδων όπως justpaste.it και archive.org για τη φιλοξενία των μέσων ενημέρωσής της. Ο Άμπντελ Μπάρι Ατουάν, ένας Άραβας δημοσιογράφος του οποίου οι υπολογισμοί για την ανάπτυξη της ISIS11 αντλούνται από καλά ενημερωμένους πληροφοριοδότες, ισχυρίζεται ότι η οργάνωση ελέγχει πάνω από εκατό χιλιάδες λογαριασμούς Twitter και στέλνει ένα καθημερινό καταιγισμό πενήντα χιλιάδων tweets. Αυτές και άλλες μορφές κοινωνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι οι αγωγοί μέσω των οποίων η ISIS στρατολογεί και διαδίδει τα μηνύματα της.

Η προηγμένη τεχνολογία της ISIS έχει αναγνωριστεί ευρέως, και πιο πρόσφατα στη βολική περιγραφή της ISIS12 από τον Ομπάμα ως «μια συμμορία δολοφόνων με καλά social media». Αλλά η αποτελεσματική χρήση της τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης του ισλαμικού κράτους θα πρέπει να θεωρηθεί ως κάτι πολύ περισσότερο από ένα ζήτημα τεχνικών δεξιοτήτων, ή απλώς μια αντίδραση στις συνθήκες μυστικότητας και συνεχούς επιτήρησης. Αντίθετα, η υψηλή προτεραιότητα της ISIS για τα social media και την τεχνολογία καταδεικνύει την έμμονη ανησυχία της οργάνωσης για την αναπαράσταση και την αυτο-παρουσίαση.

Πράγματι, είναι δύσκολο να σκεφτούμε κάποια άλλη πολιτική ή θρησκευτική οντότητα στην περιοχή που να παίρνει τόσο σοβαρά το ζήτημα της «φίρμας» και να προβάλλει μια συγκεκριμένη εικόνα του εαυτού της προς τον έξω κόσμο.

Μέσα απ’ αυτά τα ιδεολογικά μηνύματα, ξεχωρίζουν τρία βασικά ρητορικά σχήματα. Το πρώτο απ’ αυτά είναι ένα αυτονόητο χαρακτηριστικό κάθε φονταμενταλιστικού κινήματος: η θρησκευτική αυθεντικότητα, ή η ανάγκη να διεκδικείται συνεχώς και να αποδεικνύεται η πίστη στο θρησκευτικό κείμενο. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, το τι συνιστά «αυθεντικότητα» είναι κάτι που πρέπει συνεχώς να επιβεβαιώνεται, να αναπαρίσταται, και να υποστηρίζεται απέναντι στις αντίπαλες ερμηνείες.

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα της ενασχόλησης της ISIS με αυτό το θέμα. Αρκετοί από τους σχολιαστές, για παράδειγμα, έχουν επισημάνει την φαινομενικά παράξενη έμφαση της ομάδας στην μικρή και μάλλον ασήμαντη πόλη Ντάμπικ, που βρίσκεται στη βόρεια Συρία. Η Ντάμπικ δεν έχει καμία στρατιωτική χρησιμότητα ή φυσικούς πόρους. Παρ’ όλα αυτά, το online περιοδικό της ISIS πήρε το όνομά του απ’ αυτό το μέρος, και η ομάδα ανέφερε μία μεγάλη εισροή νεοσυλλέκτων, όταν ανακοίνωσε τη μάχη για να καταλάβει την πόλη.

Ο λόγος; Η Ντάμπικ κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην ισλαμική εσχατολογία, καθώς είναι η περιοχή της μελλοντικής μάχης με τους στρατούς των απίστων που θα σημάνει την έναρξη της Αποκάλυψης. Με την κατάληψη αυτής της μικρής πόλης της Συρίας, η ISIS θα μπορούσε να προβάλλει τον εαυτό της ως πιστό ακόλουθο ενός μονοπατιού που είχε προφητευτεί αιώνες πριν. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ανακήρυξη της πόλης της Ράκα ως της δυτικής έδρας της ομάδας, είχε σε μεγάλο βαθμό απήχηση μεταξύ των Αράβων μουσουλμάνων. Η πόλη ήταν πατρίδα του Χαρούν α-Ρασίντ, του χαλίφη της πέμπτης δυναστείας των Αββασιδών, την οποία πολλοί θεωρούν ως τη χρυσή εποχή του Ισλάμ.

Το δεύτερο κύριο χαρακτηριστικό της προπαγάνδας της ISIS είναι η γνωστή «κτηνωδία» μιμίδιο: οι ζωντανοί αποκεφαλισμοί, οι εκτελέσεις και άλλα σοκαριστικά θέματα τα οποία έχει εξαπλώσει η ομάδα μέσω της οθόνης της τηλεόρασης και του υπολογιστή σε όλο τον κόσμο. Το σκόπιμα τρομακτικό υλικό εγγυάται τη συνολική κάλυψη από τα ΜΜΕ και την άμεση φήμη.

Ας συγκρίνουμε την ISIS με την Αλ Κάιντα, η οποία χρειάστηκε δεκαετίες και τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου για να γίνει ένα γνωστό όνομα. Οι κτηνωδίες, ωστόσο, είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένας τίτλος-παγίδα. Χρησιμοποιούνται επίσης σκόπιμα για να δημιουργήσουν φόβο.

Η στρατηγική αυτή υπήρξε εξαιρετικά επιτυχής – καθώς η ISIS πλησίαζε την πόλη της Μοσούλης, τον Ιούνιο του 2014 ο ιρακινός στρατός απλώς πέταξε τις στολές και τα όπλα του και το ’βαλε στα πόδια, επιτρέποντας στους τζιχαντιστές να αποκτήσουν απίστευτα όπλα και στρατιωτικά οχήματα μεταφοράς, καθώς και, όπως αναφέρθηκε, 400 εκατομμύρια δολάρια από την ιρακινή Κεντρική Τράπεζα (αν και αυτή η τελευταία ιστορία έχει αμφισβητηθεί).13

Τέλος, και ίσως το πιο σημαντικό, η εφαρμογή υπερβολικής βίας είναι ένα συνειδητό στοιχείο αυτού που η ISIS περιγράφει ως στρατηγική της «πόλωσης» - που έχει ως στόχο την έκρηξη των αιματηρών θρησκευτικών πολέμων πάνω στους οποίους στηρίζεται η επέκταση της ISIS σε ολόκληρη την περιοχή.

Παρ’ όλα αυτά, σε αντίθεση με το στερεότυπο που διαδίδεται από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, στην πραγματικότητα το κύριο περιεχόμενο της προπαγάνδας της ISIS είναι πράγματα πολύ πιο γήινα από τη βία για την οποία η ομάδα έχει γίνει περισσότερο γνωστή. Αυτό είναι το τρίτο ρητορικό σχήμα της ιδεολογίας της ομάδας: η ουτοπική θεματολογία που αποδεικνύει τις υποτιθέμενες απολαύσεις της ζωής των πολιτών στο «χαλιφάτο», μεταξύ των οποίων και η πλουσιοπάροχη οικονομική δραστηριότητα, τα όμορφα τοπία, και η σταθερότητα της ζωής.

Μια διεξοδική μελέτη που καταγράφει όλα τα μέσα ενημέρωσης που δημιουργήθηκαν από την οργάνωση από τα μέσα Ιουλίου έως τα μέσα Αυγούστου του 2015 διαπίστωσε ότι περισσότερο από το ήμισυ του υλικού επικεντρώθηκε σε αυτή τη θεματολογία της ουτοπίας. Το ίδιο και το περιοδικό Dabiq, το οποίο αναφέραμε, είναι σε μεγάλο βαθμό γεμάτο απ’ αυτά τα θέματα.

Ο τρόπος με τον οποίο η ομάδα προβάλλεται η ίδια στον αραβικό κόσμο είναι το πιο παρεξηγημένο στοιχείο και ίσως το πιο σημαντικό. Είναι ένας προσανατολισμός που φαίνεται να στρέφεται ιδιαίτερα προς το αραβικό κοινό.

Ρίχνοντας μια ματιά στους λογαριασμούς Twitter στα αραβικά που σχετίζονται με την ISIS βλέπουμε μια επαναλαμβανόμενη φλυαρία που στόχο έχει την φαινομενικά ανόητη, βαρετή καθημερινότητα της ζωής στο Ισλαμικό Κράτος: σωλήνες νερού που έχουν επισκευαστεί, αγορές που σφύζουν από πολύχρωμα φρούτα και λαχανικά, φρέσκο ψωμί, και νέες οδοντιατρικές κλινικές.

Αυτή η παρατήρηση δείχνει το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η ISIS χορογραφείται η ίδια συνειδητά ως νησί σταθερότητας και ειρήνης μέσα σε μια περιοχή χάους, πολέμου και αναταραχής. Αυτό είναι σημαντικό για την κατανόηση της έλξης που ασκεί η ISIS σε κάποια στρώματα του πληθυσμού. Σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης, η υπόσχεση για κάποιο επίπεδο ασφάλειας είναι μέρος αυτού που κάνει την ISIS ελκυστική (ή, τουλάχιστον, μια λιγότερο χειρότερη επιλογή).

Η αναγνώριση αυτής της ουτοπικής υπόσχεσης είναι ένα βασικό κλειδί για την κατανόηση τού πώς η οργάνωση έχει καταφέρει να επεκταθεί τον προηγούμενο χρόνο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυριαρχία της ISIS δεν είναι κτηνώδης ή καταπιεστική, ιδιαίτερα για εκείνους που τελικά υφίστανται τη θρησκευτική βία, αλλά είναι μάλλον σ’ αυτήν ακριβώς την κενότητα της ουτοπικής υπόσχεσή της που μπορεί να βρεθεί κάποια ελπίδα.

2Μια Σύντομη Ιστορία της ISIS

Διευθύνοντας το «Άγριο Χάος»

Το τρίπτυχο της προπαγάνδας της ISIS – η θρησκευτική αυθεντικότητα, η κτηνωδία και η ουτοπία - είναι κι αυτό η αντανάκλαση μιας ευρύτερης εσχατολογίας: μια περιοδολόγηση της ιστορίας και του μέλλοντος με βάση το επικείμενο τέλος του χρόνου. Είναι μια σημαντική διαφορά μεταξύ της ISIS και των άλλων ομάδων τζιχαντιστών, όπως η Αλ-Κάιντα.

Σε αντίθεση με την Αλ-Κάιντα, το Ισλαμικό Κράτος τείνει να τονίσει περισσότερο τη διαδοχική εξέλιξη των ιστορικών φάσεων που σχετίζονται με τις προφητικές στιγμές (το παράδειγμα της Ντάμπικ είναι απ’ αυτή την άποψη χαρακτηριστικό). Αυτός είναι ο λόγος που το ζήτημα της αυθεντικότητας αναδεικνύεται τόσο πολύ στην προπαγάνδα της ομάδας. Λιγότερο εμφανές όμως είναι, ότι αυτή η εσχατολογία παρέχει επίσης μια εξήγηση τόσο για την βαναυσότητα όσο και το ρητορικό σχήμα της ουτοπία που αναφέρθηκε παραπάνω.

Η εμφανέστερη έκφραση αυτού μπορεί να βρεθεί σε ένα δημοφιλές σημείο αναφοράς για τη στρατηγική των τζιχαντιστών: το βιβλίο Διοίκηση της αγριότητας: Το κρισιμότερο στάδιο μέσα από το οποίο θα περάσει το ισλαμικό έθνος(ΔτΑ), δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο διαδίκτυο στα αραβικά, το 2004, κάτω απ’ το ψευδώνυμο Αμπού Μπακρ Νάτζι. Το βιβλίο δεν θα πρέπει να θεωρηθεί (όπως συμβαίνει σύμφωνα με μια ορισμένη δημοσιογραφική άποψη) ως ένα βήμα-προς-βήμα βιβλίο οδηγιών ή εγχειρίδιο στρατηγικής για ομάδες τζιχαντιστών· είναι μάλλον ένα κείμενο του οποίου η μεγάλη δημοτικότητα σε αυτούς τους κύκλους αποκαλύπτει κάτι σχετικά με την κοσμοθεωρία που φανερώνει τη σκέψη των τζιχαντιστών.

Επιγραμματικά, ο βασικός στόχος του ΔτΑ είναι να εξηγήσει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για να τερματιστεί η κυριαρχία των «μεγάλων δυνάμεων» (κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών), πάνω στην περιοχή και να δημιουργηθεί ένα κράτος σύμφωνα με τις ισλαμικές αρχές. Το ΔτΑ σκιαγραφεί δύο διακριτές ιστορικές φάσεις απ’ τις οποίες πρέπει να περάσει πριν μπορέσει να δημιουργηθεί ένα ισλαμικό κράτος.

Η πρώτη είναι η φάση της «ενόχλησης και της εξάντλησης», είναι το στάδιο το οποίο ο συγγραφέας πιστεύει ότι διέρχεται ο αραβικός κόσμος τη στιγμή που γράφεται το βιβλίο (αρχές τη δεκαετίας του 2000). Κατά το στάδιο αυτό, ο στόχος ήταν να παρενοχλείται και να αποσταθεροποιείται ο εχθρός μέσα από «επιχειρήσεις εκνευρισμού», συμπεριλαμβανομένων ενεργειών, όπως βομβιστικές επιθέσεις σε τουριστικά θέρετρα και σε οικονομικά σημαντικές περιοχές (ιδιαίτερα σ’ εκείνες που σχετίζονται με το πετρέλαιο).

Οι δράσεις αυτές θα αναγκάσουν τις αραβικές κυβερνήσεις να διασπείρουν τις δυνάμεις ασφαλείας τους σε μεγάλες εκτάσεις, μια ακριβή επιχείρηση, που θα αφήσει αναπόφευκτα νέους στόχους εκτεθειμένους. Επιπλέον, η εμφανής ικανότητα των ομάδων να αναλάβουν αυτές τις δράσεις χωρίς τιμωρία θα ενεργεί ως ένα είδος προπαγάνδας με πράξεις, και θα συμβάλλει στην προσέλκυση νέων στρατολογιών.

Ο απώτερος στόχος αυτών των ενεργειών είναι να δημιουργήσει μια κατάσταση ταραχής και κατάρρευσης των κρατικών δομών, την οποία ο συγγραφέας περιέγραψε ως τη φάση του «άγριου χάους». Η περίοδος αυτή αντιστοιχεί σε μια έντονη αύξηση της ατομικής και κοινωνικής ανασφάλειας, σε έλλειψη βασικών κοινωνικών παροχών, καθώς και σε αύξηση όλων των μορφών κοινωνικής βίας. Αυτό έχει υπολογιστεί ως ένα φυσικό αποτέλεσμα της απόσυρσης και της κατάρρευσης των κρατικών δομών. Επιπλέον, η έλευση αυτής της περιόδου θεωρείται ως κάτι θετικό για την τζιχαντιστική ομάδα. Με το πέρασμα στο χάος που επακολουθεί, το χρέος των τζιχαντιστών θα είναι να αναλάβουν την ευθύνη της κατάστασης και να «ασκήσουν διοίκηση ή διαχείριση της αγριότητας».

Συγκεκριμένα, αυτό συνεπάγεται παροχή υπηρεσιών, όπως «διατροφής και ιατρικής περίθαλψης, διαφύλαξη της ασφάλειας και της δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων που ζουν στις περιοχές της αγριότητας, διασφάλιση των συνόρων με τη βοήθεια ομάδων που θα αποθαρρύνουν όποιον προσπαθεί να επιτεθεί στις περιοχές της αγριότητας, καθώς και τη δημιουργία αμυντικών οχυρώσεων».

Αυτή η πλευρά της «διαχείρισης της αγριότητας» αντικατοπτρίζει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο βλέπει η ISIS τον σημερινό ρόλο της στον αραβικό κόσμο (κυρίως στο Ιράκ και τη Συρία), και μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί το θέμα της ουτοπίας είναι τόσο εμφανές στην προπαγάνδα της.

Επιπλέον, στο σχήμα του ΔτΑ, ο ρόλος της βίας είναι επίσης στοιχειώδης. Απηχώντας τους τρόπους με τους οποίους ISIS χρησιμοποιεί την κτηνωδία, το ΔτΑ συνιστά, η βία να είναι σκόπιμα υπερβολική και εξαιρετικά παραστατική. «Σφαγιάζοντας τον εχθρό και κάνοντάς τον να φοβηθεί» θα χρησιμεύσει «για να κάνετε [τους εχθρούς] να το σκεφτούν χιλιάδες φορές πριν από την επίθεση». Αυτό συμπεριλαμβάνει δράσεις «πληρωμής του τιμήματος» όπως λέγονται, που αποσκοπούν στο να αποτρέψουν τους εχθρούς να επιτεθούν λόγω του φόβου μεταγενέστερων αντιποίνων.

Παρομοίως, όλες οι δράσεις πρέπει να στοχεύουν στη δημιουργία της κοινωνικής «πόλωσης» μέσω της χρήσης δυσανάλογης βίας. Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας του ΔτΑ:

«Ρίχνοντας τις μάζες στη μάχη απαιτούνται περισσότερες ενέργειες οι οποίες θα πυροδοτήσουν την αντίδραση και οι οποίες θα κάνουν τους άνθρωποι να μπουν στη μάχη, πρόθυμοι ή απρόθυμοι, έτσι ώστε κάθε άτομο να πάει προς την πλευρά που υποστηρίζει. Πρέπει να κάνουμε αυτή τη μάχη τόσο βίαιη - μια ανάσα από τον θάνατο, ώστε οι δύο ομάδες να συνειδητοποιήσουν ότι η συμμετοχή τους σ’ αυτή τη μάχη θα οδηγήσει συχνά σε θάνατο».

Υπάρχει μια ακαταμάχητη λύση [dénouement] σ’ αυτή τη φόρμουλα: όσο χειρότερη γίνεται η κατάσταση τόσο το καλύτερο. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει (και επικροτεί) αυτή την αυτοεκπληρούμενη λογική, σημειώνοντας ότι ακόμη και αν η τζιχαντιστική ομάδα αποτύχει στην άμεση διοίκηση της αγριότητας, ακόμα και τότε τα αποτελέσματα στην πραγματικότητα θα εξακολουθούν να είναι θετικά: η αποτυχία, όπως λέγεται, «δεν σημαίνει το τέλος της υπόθεσης· μάλλον, αυτή η αποτυχία θα οδηγήσει σε αύξηση της αγριότητας».

Έχει συγκροτηθεί, εν ολίγοις, μια αναπόφευκτη τελεολογία που ευδοκιμεί σε βαθιά αρνητικές καταστάσεις, όπου η ίδια η ύπαρξη των αλληλοενισχυόμενων και συνεχώς επιδεινούμενων κύκλων της βίας, γίνεται στοιχείο για την ορθότητα του σχήματος.

3Μια Σύντομη Ιστορία της ISIS

Οι θρησκευτικές συγκρούσεις και το Ιράκ μετά την εισβολή

Ο δεσμός μεταξύ της κοσμοθεωρία της ISIS και της καταστροφικής αύξησης των θρησκευτικών συγκρούσεων σε όλη την περιοχή είναι σαφής. Παρά το γεγονός ότι ο συγγραφέας του ΔτΑ και οι ηγέτες των προηγούμενων ομάδων τζιχαντιστών ήταν προσεκτικοί, αποφεύγοντας τη θρησκευτική επίκυρωση της ενδο-μουσουλμανικής βίας και καταδικάζοντας κάθε σκόπιμη στοχοποίηση άλλων μουσουλμάνων, αυτό επρόκειτο να αλλάξει με την εμφάνιση της Αλ-Κάιντα στο Ιράκ (AQI) στα μέσα της δεκαετίας του 2000.

Με επικεφαλής τον Ιορδανό Αμπού Μουσάμπ Ζαρκάουι, η AQI διαπίστωσε ότι ο βομβαρδισμός θρησκευτικών τελετών και ιδρυμάτων ήταν ένα από τα πιο εντυπωσιακά και αποτελεσματικά εργαλεία της πόλωσης. Στο Ιράκ, ο Ζαρκάουι προσπάθησε συνειδητά να ανάψει έναν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ σιιτών και σουνιτών μέσω μιας σειράς μεθοδικών και καταστροφικών επιθέσεων σε σιιτικές κοινότητες.

Οι δραστηριότητες αυτές, σε συνδυασμό με τα φρικιαστικά βίντεο αποκεφαλισμών που του χάρισαν την ονομασία «ο Σεΐχης των σφαγέων», προκάλεσαν την αύξηση της οργής μεταξύ των ηλικιωμένων της ηγεσίας της αλ-Κάιντα, του Οσάμα Μπιν Λάντεν και του Άιμαν αλ Ζαουάχρι. Μάλιστα, ο τελευταίος έγραψε ένα διάσημο γράμμα14 προς τον Ζαρκάουι το 2005, επιπλήττοντας τον Ιορδανό και περιγράφοντας τις «σκηνές της σφαγής των ομήρων» και τις επιθέσεις του Ζαρκάουι σε σιίτες στο Ιράκ ως τακτικές που θα αποξενώσουν την Αλ Κάιντα από την απαραίτητη υποστήριξη της βάσης της.

Παρ’ όλα αυτά, παρά τις διαμαρτυρίες του Ζαουάχρι του, μια σειρά από παράγοντες που λίγη σχέση είχαν με τον Ζαρκάουι παρείχαν ένα γόνιμο περιβάλλον για τις θρησκευτικές συγκρούσεις. Πρώτον, η περιβόητη πολιτική του απο-μπααθισμού που εφαρμόστηκε από τις αμερικανικές δυνάμεις κατοχής μετά την εισβολή στο Ιράκ το 2003 και οδήγησε σε μια βαθιά περιθωριοποίηση του σουνιτικού πληθυσμού της χώρας. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, κάθε πρόσωπο που ήταν μέλος του κόμματος Μπάαθ του Σαντάμ Χουσεΐν απολύθηκε με συνοπτικές διαδικασίες από τη δουλειά του, δεν είχε δυνατότητα απασχόλησης στον δημόσιο τομέα, και έχασε το δικαίωμα σύνταξης.

Όπως πολλοί αναλυτές επεσήμαναν τότε, αυτό ήταν μια συνταγή για καταστροφή. Τα μέλη του Μπάαθ είχαν ενταχθεί στο κόμμα με την προσδοκία μιας οποιασδήποτε εργασίας στον κρατικό τομέα και αυτή η πολιτική οδήγησε σε μαζικές απολύσεις χιλιάδων εκπαιδευτικών, γιατρών, αστυνομικών, και χαμηλόβαθμων δημοσίων υπαλλήλων. Ξεκοιλιάζοντας το κράτος μ’ αυτόν τον τρόπο, οι Ηνωμένες Πολιτείες οδήγησαν ουσιαστικά σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα στην κατάρρευση των βασικών κοινωνικών υπηρεσιών - μια καταστροφική προοπτική για μια κοινωνία που έβγαινε ύστερα από περισσότερες από δύο δεκαετίες κυρώσεων και πολέμου.

Η περιθωριοποίηση Σουνιτών δεν έγινε αισθητή μόνο στη σφαίρα της οικονομίας. Για να ενισχυθεί η κατοχή πραγματοποιούνταν επιθέσεις, συχνά υπό την ηγεσία αμερικανικών δυνάμεων, εναντίον πόλεων και χωριών που κατοικούσαν Σουνίτες και δεκάδες χιλιάδες φυλακίσεις στις υπό τη διοίκηση των ΗΠΑ φυλακές όπου η απομόνωση, τα βασανιστήρια και η «τεϋλοροποιημένη γραφειοκρατία κράτησης»15 εφαρμόζονταν τακτικά.

Η πιο διαβόητη από αυτές τις φυλακές ήταν το κέντρο κράτησης Αμπού Γράιμπ, το οποίο συντάραξε τη δυτική συνείδηση το 2003 μετά τη δημοσίευση των φωτογραφιών που έδειχναν το αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό να βασανίζει κρατούμενους. Ως αποτέλεσμα αυτού του σκανδάλου, πολλοί κρατούμενοι μεταφέρθηκαν από το Αμπού Γράιμπ σε άλλη φυλακή, στο στρατόπεδο Μπούκα. Εδώ ήταν που ένας κρατούμενος, ο οποίος αργότερα έγινε γνωστός ως Αμπού Μπακρ αλ-Μπαγντάντι, δημιούργησε ισχυρούς δεσμούς με μια κλίκα πρώην αξιωματικών του στρατού του Μπάαθ που είχαν περάσει καιρό στο Αμπού Γράιμπ.

Σήμερα, βέβαια, ο αλ-Μπαγντάντι είναι ο ηγέτης της ISIS, και αυτοί οι ίδιοι αξιωματικοί του Μπάαθ τώρα χρησιμεύουν ως οι κοντινότεροι αντιπρόσωποι και σύμβουλοί του. Με τον τρόπο αυτό, η εμπειρία των Σουνιτών κρατουμένων στα χέρια του στρατού των ΗΠΑ όχι μόνο παγίωσε ακόμα περισσότερο τις αναδυόμενες θρησκευτικές διαιρέσεις της χώρας, αλλά και με μια συγκεκριμένη έννοια, στην πραγματικότητα σφυρηλάτησε το ίδιο το Ισλαμικό Κράτος.

Οι ρήξεις της θρησκευτικής αντιπαράθεσης συνέχισαν να βαθαίνουν από το 2006 και μετά, καθώς οι ΗΠΑ, σε σιωπηρή συμφωνία με το Ιράν, ίδρυσαν ένα κράτος υπό τη σιιτική κυριαρχία που υποστηριζόταν από μια σειρά από σιιτικές πολιτοφύλακες. Η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε μόνο μετά την επίσημη αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ το 2011. Σε συνδυασμό με τα χωρίς προηγούμενο επίπεδα κοινωνικοοικονομικής ανασφάλειας, η περιθωριοποίηση των Σουνιτών δημιούργησε μια πραγματική κοινωνική βάση της οποίας η έλξη προς την ISIS υπερέβαινε θρησκευτικούς ή ιδεολογικούς παράγοντες.

Ένα μεγάλο ποσοστό από μεσαία στελέχη της ISIS είναι πρώην αξιωματούχοι του Μπάαθ που εντάχθηκαν στην οργάνωση εν μέρει λόγω οικονομικών κινήτρων. Τα οικονομικά οφέλη είναι επίσης ελκυστικά και για τα απλά μέλη. Η αμοιβή για έναν μαχητή της ISIS, για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι είναι περίπου 300-400 δολάρια τον μήνα, ποσοστό υπερδιπλάσιο εκείνου που προβλέπεται από τον ιρακινό στρατό. Οι οδηγοί φορτηγών και οι λαθρεμπόροι16 οι οποίοι σήμερα μεταφέρουν το πετρέλαιο που παράγεται από την ISIS, από τη Συρία στο Ιράκ έχουν ως πρωταρχικό κίνητρο την ευκαιρία να βγάλουν τα προς το ζην. Το σχέδιο της ISIS για οικοδόμηση κράτους έχει μια πολύ μεγάλη υλική γείωση για όλες τις θρησκευτικές αξιώσεις.

Πολλοί σχολιαστές γράφοντας σχετικά με το Ιράκ συχνά αποδίδουν αυτό το αποτέλεσμα στην ηλιθιότητα και την ύβρη της κυβέρνησης Μπους, και στη διαδοχή των προφανών πολιτικών σφαλμάτων που έγιναν μετά την κατάληψη. Μια τέτοια προσέγγιση προϋποθέτει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωκαν πράγματι ένα σταθερό και ενωμένο Ιράκ.

Ωστόσο, ένα ενωμένο Ιράκ, χωρίς θρησκευτικές διαιρέσεις, υπό την ηγεσία μιας κυβέρνησης με ισχυρή λαϊκή υποστήριξη θα ήταν μια καταστροφή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Χωρίς αυτή τη δυνατότητα, η οποία ποτέ δεν είχε σοβαρές πιθανότητες, δεν είναι δύσκολο να δούμε ότι από την αρχή ο κατακερματισμός του Ιράκ μαζί με τους θρησκευτικούς διαχωρισμούς, ήταν το πιο πιθανό αποτέλεσμα της κατοχής των ΗΠΑ (κυρίως επειδή αυτό συνέπεσε και με τα ιρανικά συμφέροντα). Το διαίρει και βασίλευε είναι από καιρό μια προτιμώμενη μέθοδος της αποικιακής κυριαρχίας.

Αυτές είναι οι πραγματικές υλικές και πολιτικές ρίζες της σημερινής θρησκευτικής στροφής στην περιοχή. Παρά τα όσα θα μπορούσαν να ισχυριστούν η ISIS, η Σαουδική Αραβία ή το Ιράν, οι θρησκευτικές αντιπαραθέσεις δεν είναι το αποτέλεσμα της διαρκούς παρουσίας δογματικών ή εθνοτικών σχισμάτων, που υπάρχουν από αμνημονεύτων χρόνων και διατηρούνται αμετάβλητα στη σύγχρονη εποχή.

Όπως υποστήριξε πριν από δεκαετίες ο Λιβανέζος κομουνιστής Μαχντί Άμελ17, ήταν πάντα μία σύγχρονη τεχνική της πολιτικής εξουσίας, ένα μέσο με το οποίο οι άρχουσες τάξεις προσπαθούν να εδραιώσουν τη νομιμότητά τους και την κοινωνική τους βάση, ενώ κατακερματίζουν τη δυνατότητα για κάθε είδους λαϊκή αντιπολίτευση. Το Ιράκ μετά την εισβολή και η επακόλουθη ανάπτυξη της ISIS παρέχουν μια τραγική επιβεβαίωση αυτής της άποψης.

1Μια Σύντομη Ιστορία της ISIS

Η Σαουδική Αραβία, η Συρία και το Ισλαμικό Κράτος

Η χρησιμότητα της θρησκείας στην στήριξη της γήινης εξουσίας έχει, φυσικά, μια μακρά γενεαλογία στην περιοχή. Είναι πλέον ευρέως γνωστό ότι οι οργανωτικές ρίζες των ισλαμικών φονταμενταλιστικών κινημάτων (συμπεριλαμβανομένων και των προγόνων της ISIS) έχουν τις ρίζες τους18 σε μια συμμαχία μεταξύ των ΗΠΑ και των χωρών του Κόλπου, κυρίως της Σαουδικής Αραβίας, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και του 1970.

Αντιμέτωπη με την ανάπτυξη της αριστεράς και των εθνικιστικών κινημάτων στην περιοχή, η υποστήριξη του ισλαμισμού θεωρήθηκε ένα αποτελεσματικό αντίβαρο αφοπλισμού. Από το 1980, η πολιτική αυτή εφαρμόστηκε πιο συστηματικά με την υποστήριξη που παρείχαν οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία στους Άραβες ισλαμιστές μαχητές στο Αφγανιστάν. Εδώ ήταν που οι προετοιμασίες για το ένοπλο τζιχάντ πήραν την πρώτη πρακτική τους ενίσχυση.

Αυτή η μακροχρόνια εργαλειοποίηση του ισλαμικού φονταμενταλισμού έχει οδηγήσει μερικούς παρατηρητές να ισχυρίζονται ότι η ISIS είναι ένα εργαλείο των χωρών του Κόλπου. Με μια πρώτη ματιά οι ισχυρισμοί αυτοί φαίνονται να έχουν νόημα. Ιδεολογικά, υπάρχουν κοινά στοιχεία μεταξύ του κοντινού καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας και του Ισλαμικού Κράτους. Και οι δύο μοιράζονται μια ιδιαίτερα περιοριστική ερμηνεία της ισλαμικής τιμωρίας (χουντούντ). Πράγματι, οι χαρακτηριστικοί αποκεφαλισμοί και οι ακρωτηριασμοί που βλέπουμε στις περιοχές που ελέγχονται από την ISIS δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στην περιοχή, εκτός από τη Σαουδική Αραβία. Όταν η ISIS έψαχνε για σχολικά βιβλία για να τα χρησιμοποιήσει στα σχολεία της περιοχής που εξουσιάζει, οι μόνες κατάλληλες εκδόσεις θεωρήθηκαν εκείνες που πήραν από τη Σαουδική Αραβία.

Υπάρχει, επίσης, αναμφίβολα συμπάθεια για την ISIS μεταξύ μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού της Σαουδικής Αραβίας, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που συνεισφέρουν οικονομικά, ή πηγαίνουν εθελοντικά να πολεμήσουν. Ωστόσο - ενώ τα όπλα που παρασχέθηκαν από τη Σαουδική Αραβία (και το Κατάρ) σε συριακές ομάδες κατέληξαν πιθανότατα στα χέρια της ISIS μέσω αποστασιών ή συλλήψεων - υπάρχουν λίγες πειστικές αποδείξεις ότι η ISIS χρηματοδοτείται, ή εξοπλίζεται άμεσα από τη Σαουδική Αραβία ή άλλα κράτη του Κόλπου.

Σε ρητορικό επίπεδο, η σχέση μεταξύ των δύο είναι μια βαθιά αντιπάθεια και μίσος. Η ISIS θεωρεί ότι η Σαουδική μοναρχία είναι ένας από τους πιο μισητούς εχθρούς της και η ανατροπή της άρχουσας οικογένειας των Σαούντ είναι ένας από τους κύριους στόχους της ομάδας. Η Σαουδική μοναρχία δεν θα ανεχθεί κανέναν άλλο διεκδικητή στην παγκόσμια ισλαμική ηγεσία, και φοβάται την απειλή που συνιστά η ISIS για τη δική της κυριαρχία.

Από την άλλη πλευρά, η αυξανόμενη δύναμη της ISIS έχει σαφή σύνδεση με την καταστολή που εξαπολύθηκε από την κυβέρνηση Άσαντ κατά της συριακής εξέγερσης. Λίγους μήνες μετά την έναρξη της εξέγερσης, ο Άσαντ απελευθέρωσε εκατοντάδες κρατούμενους (μεταξύ των οποίων και καλά εκπαιδευμένους τζιχαντιστές), πολλοί από τους οποίους έγιναν ηγέτες και αγωνιστές στις ισλαμικές φονταμενταλιστικές ομάδες. Πρώην υψηλόβαθμος Σύρος πράκτορες ισχυρίστηκε19 ότι αυτή ήταν μια σκόπιμη προσπάθεια του καθεστώτος να ανατροφοδοτήσει τη θρησκευτική διχόνοια και να χρωματίσει την εξέγερση με ισλαμιστικό χρώμα.

Η κυβέρνηση Άσαντ έχει μια μακρά ιστορία20 προσπαθειών χειραγώγησης τέτοιων ομάδων, όπως ήταν μια απελευθέρωση κρατούμενου στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και η διευκόλυνση χιλιάδων εθελοντών τζιχάντ να διασχίσουν τα σύνορα για να συνδεθούν με το δίκτυο του Ζαρκάουι στο Ιράκ. Μάλιστα, από τον Φεβρουάριο του 2010, στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών της Συρίας προσπάθησαν να παζαρέψουν21 τη διείσδυση και τις πράξεις χειραγώγησης των τζιχαντιστικών ομάδων, ως βάση για την εμβάθυνση της συνεργασίας με τις ΗΠΑ για την ασφάλεια στην περιοχή.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι όταν οι Σύροι διαδηλωτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με τα βαρέλια-βόμβες, τα τανκς, και τις τυφλές αεροπορικές επιθέσεις του στρατού του Άσαντ, κάποιοι άρχισαν να στρέφονται προς τις καλά εκπαιδευμένες μάχιμες ομάδες τζιχαντιστών. Ανάμεσα σ’ αυτές τις ομάδες ήταν και η Τζάμπχατ α-Νούσρα, μια οργάνωση που ιδρύθηκε μετά το Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ, έστειλε μαχητές στη Συρία στα τέλη του 2011 και έκανε την πρώτη της δημόσια εμφάνιση τον Ιανουάριο του 2012.

Κατά τη διάρκεια του 2013, καθώς η βία και ο εκτοπισμός επιδεινώθηκαν, η Τζάμπχατ α-Νούσρα υπέστη μια οδυνηρή διάσπαση από την μητρική της ομάδα πάνω στο ζήτημα της στρατηγικής κατεύθυνσης: αν πρέπει να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση του συριακού στρατού και να μειώσουν τις εμφάσεις στις θρησκευτικές διαιρέσεις, ή να δώσουν προτεραιότητα στον εδαφικό ελέγχο, με βάση τον ισλαμικό νόμο, εφαρμόζοντας μια στρατηγική πόλωσης απέναντι σε όλες τις άλλες ομάδες. Το Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ επέλεξε το δεύτερο δρόμο, ανακοινώνοντας στις 9 Απριλίου του 2013 την εκδίωξη των απείθαρχων στελεχών της Τζάμπχατ α-Νούσρα και την αναδιαμόρφωση της ISIS.

Αντανακλώντας αυτές τις στρατηγικές προτεραιότητες - και σε αντίθεση με την πλατιά διαδεδομένη πεποίθηση - η ISIS έχει αποφύγει σε μεγάλο βαθμό22 την άμεση αντιπαράθεση με την κυβέρνηση του Άσαντ. Αντίθετα, αξιοποιώντας τον έλεγχό της πάνω στις διαδρομές του λαθρεμπορίου και στις συνοριακές διαβάσεις στα σύνορα του Ιράκ με τη Συρία (επιτρέποντάς της στρατηγικό βάθος και η ασφάλεια υποχώρησης που στέρησε από οποιαδήποτε άλλη ένοπλη οργάνωση), η ISIS επεδίωξε κυρίως εδαφική επέκταση.

Στην προσπάθεια αυτή, οι στρατιωτικές συμβουλές των πρώην στρατηγών του Μπάαθ από τις ημέρες του στρατοπέδου Μπούκα ήταν το κλειδί της επιτυχίας – δίνοντας περισσότερη έμφαση στην κυριαρχία πάνω στις προσβάσεις και τους δρόμους εφοδιασμού που συνδέουν τους στρατηγικούς κόμβους, χωρίς ιδιαίτερη εμμονή για σταθερά σημεία και διασφαλίζοντας τους τομείς του πετρελαίου, και τον έλεγχο βασικών υποδομών (ιδίως των υδάτων και της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας).

Η στρατηγική αυτή όχι μόνο έκανε πάμπλουτη την οργάνωση (κατέχει τουλάχιστον εννέα προσοδοφόρα κοιτάσματα πετρελαίου στη Συρία και στο Ιράκ, από τα οποία οι πωλήσεις πετρελαίου ανά ημέρα, εκτιμάται ότι είναι αξίας πάνω από 1,5 εκατομμύρια δολάρια). Έχει κάνει επίσης το υπόλοιπο του συριακού εδάφους (που ελέγχεται από την κυβέρνηση ή την αντιπολίτευση) να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ISIS για τις ανάγκες σε ενέργεια.

Σε συνδυασμό με τα τεράστια ποσά χρημάτων που συγκεντρώθηκαν από τη απαγωγές, τους εκβιασμούς, την πώληση των αρχαιοτήτων, το λαθρεμπόριο, και τους φόρους, η ISIS είναι - σε αντίθεση με όλα σχεδόν τα πραγματικά κράτη στη Μέση Ανατολή – ανεξάρτητη, πλούσια, οικονομικά αυτάρκης, και λειτουργεί εντός συνόρων που υπερβαίνουν σκόπιμα τα σύνορα που καθορίστηκαν από τις αποικιακές δυνάμεις στις αρχές του εικοστού αιώνα.

5s8kosm1 thumb large

Περισσότερες επεμβάσεις;

Σ’ αυτές τις συνθήκες, η αύξηση της δυτικής στρατιωτικής επέμβασης στην περιοχή θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο την οργάνωση. Επειδή ακριβώς ο πόλεμος και η κατοχή δημιουργούν το κατάλληλο έδαφος για την ανάπτυξη του Ισλαμικού Κράτους, είναι φανερό ότι αυτό το είδος της απάντησης θα επιδεινώσει μόνο την κατάσταση. Πράγματι, σύμφωνα με τη στρατηγική της πόλωσης, οι πρόσφατες επιθέσεις της ISIS είχαν καθαρά ως στόχο αυτό το αποτέλεσμα, να προκαλέσουν περισσότερη επέμβαση της Δύσης στην περιοχή, ως μέσο για την εμβάθυνση της αίσθησης της κρίσης και του χάους.

Η αντίθεση στην ξένη επέμβαση δεν είναι απλώς ένα αίτημα που πρέπει να στρέφεται κατά των ΗΠΑ ή των ευρωπαϊκών κρατών. Παρά τους επίσημους ισχυρισμούς ότι ο στόχος είναι η ISIS, ο ρωσικός αεροπορικός βομβαρδισμός της Συρίας που άρχισε στις 30 Σεπτεμβρίου απέφυγε σε μεγάλο βαθμό τις ελεγχόμενες από την ISIS περιοχές, εστιάζοντας αντίθετα στις περιοχές όπου βρίσκονται οι ομάδες της υπόλοιπης αντιπολίτευσης.

Αυτές οι ρωσικές επιθέσεις - με την υποστήριξη στο έδαφος από τη Χεζμπολάχ, τις ιρανικές στρατιωτικές δυνάμεις, τις ιρακινές σιιτικές πολιτοφυλακές, και τον συριακό στρατό - επιδιώκουν κυρίως να ενισχύσουν τη θέση του Άσαντ στην πορεία προς μια συμφωνία που φαίνεται ότι θα προκύψει μεταξύ των μεγάλων περιφερειακών και διεθνών παραγόντων στη Συρία. Στο πλαίσιο αυτό, η παρουσία της ISIS εξυπηρετεί πράγματι την ενίσχυση του ισχυρισμού του Άσαντ ότι «αντιστέκεται στην τρομοκρατία», μια λειτουργία που αποδεικνύεται καθαρά από τα πολυάριθμα δυτικά κράτη που έχουν τώρα μετακινηθεί προς τη στήριξη της κυβέρνησής του ως δήθεν αναγκαίου κακού.

Φυσικά, ο ρωσικός στρατός μπορεί να αλλάξει προσανατολισμό μετά το Σινά, τη Βηρυτό, και τις επιθέσεις στο Παρίσι, αλλά το γεγονός είναι ότι η μακροχρόνια σιωπηλή ύφεση της έντασης23 μεταξύ του ισλαμικού κράτους και της κυβέρνησης Άσαντ έχει μέχρι σήμερα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα και των δύο πλευρών.

Υπό τις συνθήκες αυτές, υπάρχουν μερικές εύκολες απαντήσεις για την Αριστερά. Ναι, χρειαζόμαστε εναλλακτικές, ριζοσπαστικές οπτικές που να βασίζονται στις δημοκρατικές διεκδικήσεις, την κοινωνική και οικονομική δικαιοσύνη, και την απόρριψη των θρησκευτικών διαχωρισμών. Αλλά αυτό απαιτεί επίσης μια νηφάλια εκτίμηση της ισορροπίας των δυνάμεων και κάποιο είδος απολογισμού για το τι πήγε στραβά κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών.

Πρέπει να είμαστε δύσπιστοι όσον αφορά τις αναλύσεις που αποδίδουν κάποιο είδος αυτόματης αντανακλαστικότητας στην άνοδο της ISIS και στις μηχανορραφίες του πολέμου και του ιμπεριαλισμού. Δεν υπήρχε τίποτα αναπόφευκτο γι’ αυτό το αποτέλεσμα. Η αντιστροφή των εξεγερσιακών καταστάσεων του 2011 - και η αποτυχία των εξεγέρσεων να αμφισβητήσουν ριζικά τους αυταρχικούς ηγέτες, δημιούργησε το περιβάλλον μέσα στο οποίο η ISIS μπόρεσε να αναπτυχθεί.

Η πολιτική απεχθάνεται το κενό, και με τις οπισθοδρομήσεις των λαϊκών και δημοκρατικών κινητοποιήσεων κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών, το Ισλαμικό Κράτος ήταν μία από εκείνες τις δυνάμεις που ήρθαν να δρέψουν τους καρπούς της υποχώρησης. Με μια παρασιτική λογική, η οργάνωση προσκολλήθηκε στην έκρηξη της θρησκευτικής βίας που σκόπιμα καλλιεργήθηκε από τους ηγέτες σε όλες τις χώρες της περιοχής, βρίσκοντας ένα ξενιστή πρώτα στο Ιράκ και αργότερα στη Συρία. Και στα δύο αυτά κράτη, η ομάδα αντιμετώπισε (και βοήθησε να υπάρξει) μια πραγματικότητα που, με μακάβριο τρόπο, ταιριάζει στη φόρμουλα της «διαχείρισης της αγριότητας».

Ωστόσο, παρά τη φαινομενικά ζοφερή κατάσταση, υπάρχουν λόγοι για να ελπίζουμε. Οι τοπικές δυνάμεις που αντιμετωπίζουν το Ισλαμικό Κράτος σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες - οι πιο σημαντικές, τα κουρδικά κινήματα (που ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν την καταστολή της τουρκικής κυβέρνησης), καθώς και οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης στη Συρία που είναι ενάντια στην ISIS.24

Ταυτόχρονα, θαρραλέα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα στο Ιράκ, τη Συρία, το Λίβανο, την Αίγυπτο και αλλού συνεχίζουν να αψηφούν τη λογική της θρησκευτικής διαμάχης και να αποδεικνύουν ότι ο αγώνας για μια προοδευτική εναλλακτική λύση παραμένει ζωντανός.

Η ISIS μπορεί να προβάλει μια ουτοπική υπόσχεση σταθερότητας και ευημερίας, αλλά αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Μπορούμε να θεωρήσουμε απολύτως βέβαιο ότι θα βιώσει τις δικές της εσωτερικές εξεγέρσεις, όπως παρόμοια παραδείγματα ισλαμικών «κρατών» έχουν αντιμετωπίσει στο παρελθόν.

Επιπλέον, αν κατανοήσουμε την άνοδο της ISIS μέσα από το πρίσμα της υποχώρησης, μπορούμε να έχουμε κάποια αυτοπεπεοίθηση γνωρίζοντας ότι η οργάνωση δεν προσφέρει καμία αποτελεσματική απάντηση στην υπάρχουσα δύσκολη κατάσταση της περιοχής. Δεν εκπροσωπεί κανένα είδος αντι-ιμπεριαλιστικής απάντησης, ή αληθοφανούς δρόμου προς μια Μέση Ανατολή ελεύθερη από την κυριαρχία ή την καταπίεση, είτε ξένων είτε ντόπιων.

Παρ’ όλες τις αντιξοότητες των τελευταίων ετών, οι δυνατότητες ανάπτυξης μιας πραγματικά αριστερής εναλλακτικής λύσης δεν έχει σβήσει και, το σημαντικότερο, ποτέ δεν ήταν πιο αναγκαία.

Ευχαριστώ την Laleh Khalili και την Rafeef Ziadah για τα σχόλιά τους.

Adam Hanieh

Μετάφραση: e la libertà

Πηγή: Adam Hanieh «A Brief History of ISIS», Jacobin, 3 Δεκεμβρίου 2015. Αναδημοσίευση: International Viewpoint, 23 Δεκεμβρίου 2015.

Ο Adam Hanieh είναι λέκτορας στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών (SOAS) του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και συγγραφέας του Lineages of Revolt: Issues of Contemporary Capitalism in the Middle East.

Σημειώσεις

1 Grey Anderson, «The French Emergency», Jacobin, 24 Νοεμβρίου 2015 [ελληνικά: Grey Anderson, «Η κατάσταση Εκτάκτου Ανάγκης στη Γαλλία», e la libertà, 24 Δεκέμβριος 2015].

2 «Statement of the NPA: The cruelty of imperialist wars results in the cruelty of terrorism», NPA, 14 Νοεμβρίου 2015 [ελληνικά: «NPA: Δικοί τους Πόλεμοι, δικοί μας νεκροί», e la libertà, 14 Νοέμβριος 2015].

3 Adam Hanieh, Lineages of Revolt. Issues of Contemporary Capitalism in the Middle East, Haymarket Books, 2013.

4 British Journal of Middle Eastern Studies, τόμος 42, τεύχος 1, 2015, ειδική έκδοση: «Continuity and change before and after the Arab uprisings in Morocco, Tunisia and Egypt».

5 Greg Shupak, «The Disaster in Libya», Jacobin, 2 Φεβρουαρίου 2015. 

6 Adam Hanieh, «A Petrodollar and a Dream», Jacobin, τεύχος 13, Χειμώνας 2014. 

7 Tim Mak, «Exclusive: Pentagon Map Hides ISIS Gains», The Daily Beast, 22 Απριλίου 2015.

8 Erika Solomon, Guy Chazan και Sam Jones, «Isis Inc: how oil fuels the jihadi terrorists», Politics & Society, 14 Οκτωβρίου 2015. 

9 John F. Burns, «Trucks of the Taliban: Durable, Not Discreet», The New York Times, 23 Νοεμβρίου 2001. 

10 «Report Launch – Documenting the Virtual ‘Caliphate’», Quilliam, 6 Οκτωβρίου 2015. 

11 Abdel Bari Atwan, Islamic State. The Digital Caliphate, 2015.

12 «Obama vows not to relent against Isis, 'a bunch of killers with good social media'», The Guardian, 22 Νοεμβρίου 2015. 

13 Borzou Daragahi, «Biggest bank robbery that 'never happened' – $400m Isis heist», The Financial Times, 17 Ιουλίου 2014. 

14 «Zawahiri’s Letter to Zarqawi», Combating Terrorism Center

15 Laleh Khalili, Time in the Shadows. Confinement in Counterinsurgencies, 2012.

16 Erika Solomon, Robin Kwong και Steven Bernard, «Inside Isis Inc: The journey of a barrel of oil», The Financial Times, 11 Δεκεμβρίου 2015. 

17 «The Arab Gramsci», Frontline, 21 Μαρτίου 2014. 

18 David Mizner, «Don’t Blame Islam», Jacobin, 30 Ιανουαρίου 2015. 

19 Phil Sands, Justin Vela και Suha Maayeh, «Assad regime set free extremists from prison to fire up trouble during peaceful uprising», The National, 21 Ιανουαρίου 2014. 

20 Peter Neumann, «Suspects into Collaborators», London Review of Books, τόμος 36, νο 7, Απρίλιος 2014. 

21 «Syrian intellingence chief attends CT dialogue with S/CT Benjamin», Wikileaks

22 Cassandra Vinograd και Ammar Cheikh Omar, «Syria, ISIS Have Been 'Ignoring' Each Other on Battlefield, Data Suggests», NBCNews, 11 Δεκεμβρίου 2014. 

23 Cassandra Vinograd και Ammar Cheikh Omar, «Syria, ISIS Have...», όπ.

24 Guney Işıkara, Alp Kayserilioğlu και Max Zirngast, «Erdoğan’s Victory by Violence», Jacobin, 2 Νοεμβρίου 2015. 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 20 Ιανουάριος 2016 18:58
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.