Παρασκευή, 15 Ιούλιος 2016 12:07

“Kινητικότητα” Βερναρδάκη, συνέχεια από Μητσοτάκη: Θέλουμε προσλήψεις, όχι μετατάξεις

Κατηγορία Εργατικό Κίνημα

Κώστας Πίττας,

γραμματέας Ομοσπονδίας υπ. Ανάπτυξης

Την προηγούμενη βδομάδα η κυβέρνηση με εισήγηση του αναπλ. υπ. Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Χ. Βερναρδάκη, έφερε για διαβούλευση νομοσχέδιο για το “Ενιαίο Σύστημα Κινητικότητας στη Δημόσια Διοίκηση” (ΕΣΚ) με προοπτική να το καταθέσει και να το ψηφίσει στη βουλή μέσα στον Ιούλη. Σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του υπό διαβούλευση ν/σ, ο σκοπός του είναι “η καθιέρωση συστήματος κινητικότητας των τακτικών πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων από μία δημόσια υπηρεσία σε άλλη με μετάταξη ή απόσπαση, με γνώμονα τη βέλτιστη αξιοποίηση και την ορθολογική κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού στις δημόσιες υπηρεσίες, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες του υπαλλήλου”.

Το σχέδιο νόμου παρουσιάστηκε σαν μια ριζοσπαστική πρόταση που θα αποκαταστήσει “την εύρυθμη λειτουργία ενός σύγχρονου δημοσίου τομέα” χωρίς ταυτόχρονα “να θίγει και τα δικαιώματα των εργαζομένων σε αυτόν”. Η πραγματικότητα, όμως, είναι εντελώς διαφορετική. Αυτό που κρύβεται πίσω από τις λέξεις είναι το τρίτο μνημόνιο: η “κινητικότητα” είναι κομμάτι των νέων μέτρων και μόνο στόχο έχει να διαχειριστεί τις περικοπές και τη συρρίκνωση των δημόσιων υπηρεσιών μέσα από μια ακόμα επίθεση στους δημόσιους υπάλληλους.

Καταρχήν όσον αφορά στους στόχους της κινητικότητας. Αρκεί μόνο μια απλή αντιπαραβολή του νομοσχέδιου του Βερναρδάκη με το νόμο του Μητσοτάκη (2013) και ιδιαίτερα με την εγκύκλιο εφαρμογής του (2014), για να διαπιστώσει κανείς πως στα βασικά σημεία του, πρόκειται για αντιγραφή. Και τα δυο θεωρούν δεδομένες τις περικοπές, την ανυπαρξία προσλήψεων και τη ραγδαία μείωση των εργαζομένων στο δημόσιο λόγω συντάξεων, τη συρρίκνωση των υπηρεσιών (ή/και τη διάλυσή τους μέσω ιδιωτικοποίησής τους), και αυτό που επιδιώκουν είναι “η αξιοποίηση” του υπάρχοντος προσωπικού με μετατάξεις και αποσπάσεις για την κάλυψη των κενών.

Ποιος, όμως, θα αποφασίζει ποιες υπηρεσίες έχουν “πλεονάζον” προσωπικό και ποιες έχουν ανάγκη; Και με ποια κριτήρια; Σίγουρα, όχι οι εργαζόμενοι στο δημόσιο και τα συνδικάτα τους, ούτε ο απλός κόσμος που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες για τις ανάγκες του.

Εδώ, ο Βερναρδάκης και ο Τσίπρας ξεπερνούν ακόμα και την κυβέρνηση των Σαμαροβενιζέλων. Με το πρόσχημα πως χρειάζεται μια κεντρική αρχή “που να έχει συνολική εικόνα των αναγκών”, στήνουν μια επταμελή Κεντρική Επιτροπή Κινητικότητας (ΚΕΠ) που θα αποτελείται από δυο ανώτερα στελέχη του ΑΣΕΠ, ένα στέλεχος του Νομικού Συμβούλιου του Κράτους, δυο γενικούς γραμματείς του υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και δυο γενικούς διευθυντές του ίδιου υπουργείου. Αυτοί θα αποφασίζουν, με βάση μια ηλεκτρονική βάση δεδομένων, ποιοι εργαζόμενοι σε ποιες υπηρεσίες χρειάζονται, ποιοι είναι “περιττοί”, πού θα γίνουν μετακινήσεις κλπ.

Είναι διαβόητος ο τρόπος που χρησιμοποίησαν όλες οι μνημονιακές κυβερνήσεις για τη διάλυση δημόσιων υπηρεσιών (πρώτα απαξιώνεις μια υπηρεσία, μετά ιδιωτικοποιείς ένα μέρος της, και τέλος ενσωματώνεις τα υπολείμματά της κάπου σε κάποια άλλη). Τώρα, σε αυτή τη βρόμικη διαδικασία δεν θα έχουν λόγο ούτε καν οι προϊστάμενοι ή τα υπηρεσιακά συμβούλια των συγκεκριμένων υπηρεσιών, αφού αυτή που θα λύνει και θα δένει θα είναι η επταμελής ΚΕΠ (φυσικά όχι με βάση τις επιταγές των “συνολικών πραγματικών αναγκών”, αλλά των μνημονιακών δεσμεύσεων).

Το νομοσχέδιο της κινητικότητας αφορά όλους τους μόνιμους και αορίστου χρόνου εργαζόμενους σε κεντρικές και περιφερειακές υπηρεσίες του δημόσιου (συμπεριλαμβανομένων των εκπαιδευτικών), ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ και Ανεξάρτητων Αρχών. Εξαιρούνται μόνο οι εργαζόμενοι των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του ΕΣΥ (καθόλου τυχαία που μετά τις κινητοποιήσεις στα νοσοκομεία η κυβέρνηση δεν θέλει ν’ ανοίξει αυτή τη στιγμή ένα ακόμα σκληρό μέτωπο) και οι δικαστικοί υπάλληλοι.

Εθελοντικά;

Το σημείο που επικαλείται η κυβέρνηση για να δείξει ότι η “δική της” κινητικότητα είναι φιλεργατική (σε αντίθεση με του Μητσοτάκη), είναι ο εθελοντικός χαρακτήρας που προβλέπει το ν/σ, δηλαδή ότι οι μετακινήσεις γίνονται ύστερα από αίτηση και του υπάλληλου. Ακόμα κι αν “παραβλέπαμε” το ότι έτσι κι αλλιώς η κινητικότητα σημαίνει ένα παραπέρα βήμα στη διάλυση του δημόσιου, το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς θα γίνονται στο μέλλον οι μετακινήσεις αν δεν υπάρχουν “εθελοντές”.

Το άρθρο 9 του νομοσχέδιου, με τίτλο Ενδοϋπουργική Κινητικότητα, μας δίνει εξαρχής μια ιδέα για το πόσο “εθελοντικές” προβλέπεται να είναι οι μετακινήσεις: “Επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλου από μία αρχή σε άλλη που ανήκει στο ίδιο Υπουργείο ή εποπτεύεται από αυτό… Σε περίπτωση που δεν υπάρχει εκδήλωση ενδιαφέροντος για την κάλυψη θέσης ορισμένου κλάδου με απόσπαση και συντρέχουν αποδεδειγμένοι λόγοι σοβαρών και επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών, επιτρέπεται… με απόφαση του οικείου Υπουργού… η απόσπαση υπαλλήλου μέχρι ένα (1) έτος”.

Ως γνωστόν όλοι οι εργαζόμενοι στους δήμους και τις περιφέρειες είναι υπάλληλοι του υπουργείου Εσωτερικών. Όλοι οι εκπαιδευτικοί ανήκουν στο υπουργείο Παιδείας. Στα πλαίσια της “ενδοϋπουργικής κινητικότητας” αυτό σημαίνει ότι “με απόφαση του οικείου Υπουργού”, θα μπορούν να στέλνονται, καθόλου “εθελοντικά”, σε όποιο δήμο ή σχολείο υπάρχουν “επείγουσες υπηρεσιακές ανάγκες”. Το ίδιο ισχύει και για τους εργαζόμενους στα υπουργεία που θα μετακινούνται ανάμεσα σε γενικές γραμματείες και εποπτευόμενους φορείς με εντελώς διαφορετικές αρμοδιότητες και συχνά απομακρυσμένους μεταξύ τους. Να σημειώσουμε, επίσης, ότι το ν/σ δεν εξαιρεί από την κινητικότητα τους πρώην “διαθέσιμους” σχολικούς φύλακες που τοποθετήθηκαν σε νοσοκομεία μετά την επαναφορά τους. Κι αυτούς ο υπουργός Υγείας μπορεί να τους μετακινήσει με μια απόφαση. Για ένα χρόνο αρχικά, αλλά ποιος ξέρει τι γίνεται μετά;

Ας θυμηθούμε μόνο ότι το 2014 δεκάδες διευθύνσεις πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αναγκάστηκαν να μετακινήσουν εκπαιδευτικούς για να καλυφθούν τα απίστευτα κενά στα σχολεία. Και τότε οι μετακινήσεις ξεκίνησαν “εθελοντικά” αλλά πολύ γρήγορα έγιναν αναγκαστικές. Κάθε εργαζόμενος στο δημόσιο γνωρίζει από πρώτο χέρι τι είδους και έκτασης πιέσεις μπορεί να υποστεί προκειμένου να αναγκαστεί να μετακινηθεί “εθελοντικά”. Με δεδομένη μάλιστα την τελεσίδικη απόρριψη από το ΣτΕ της προσφυγής της ΑΔΕΔΥ κατά της κινητικότητας-διαθεσιμότητας το καλοκαίρι του 2015, αυτές οι αντεργατικές διαδικασίες έχουν νομιμοποιηθεί ως συνταγματικές. Ποιος εγγυάται ότι δεν θα επιστρέψουν στην επόμενη στροφή κάποιων νέων μνημονιακών μέτρων;

Η μόνη εγγύηση είναι η σύγκρουση με το ν/σ του Βερναρδάκη εδώ και τώρα. Η “κινητικότητα” είναι κομμάτι μιας νέας επίθεσης που συνέχειά της είναι η “αξιολόγηση” που θ’ αρχίσει στο τέλος του χρόνου. Και οι δυο μαζί στόχο έχουν να ρίξουν στις πλάτες των εργαζόμενων τη διάλυση που προκαλούν οι περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες με τον οποιοδήποτε κοινωνικό χαρακτήρα, διατηρώντας μόνο ένα στενό “επιτελικό” τομέα για να διαχειρίζεται την υλοποίηση των μνημονιακών δεσμεύσεων. Η κυβέρνηση ξεκινά αυτή την επίθεση μέσα στο κατακαλόκαιρο γιατί ξέρει ότι το φθινόπωρο θα έχει να αντιμετωπίσει το ζήτημα των αλλαγών των εργασιακών σχέσεων και του συνδικαλιστικού νόμου και θέλει να έχει ξεμπερδέψει πριν ανοίξει το νέο μέτωπο απέναντι στο εργατικό κίνημα.

Γι’ αυτό, είναι μεγάλο λάθος ο εφησυχασμός και η υποτίμηση της νέας αυτής επίθεσης από πλευράς της ηγεσίας της ΑΔΕΔΥ και των ομοσπονδιών, επειδή δήθεν έχει “εθελοντικό χαρακτήρα”. Πριν δυο χρόνια οι εργαζόμενοι στο δημόσιο έδωσαν μαζικά μια μάχη διαρκείας με την απεργιακή ανυπακοή ενάντια στην “αξιολόγηση-κινητικότητα” του Μητσοτάκη και κουρέλιασαν τον ψηφισμένο από τη βουλή νόμο του.

Την ίδια τύχη πρέπει να έχει και το νομοσχέδιο του Βερναρδάκη, πριν καν ψηφιστεί. Με συνελεύσεις και αποφάσεις των συλλόγων μας να απαιτήσουμε από την ΑΔΕΔΥ να καλέσει απεργία τώρα. Οργανώνοντας από τώρα την αντίσταση, θα στείλουμε το μήνυμα στην κυβέρνηση του Τσίπρα ότι θα μας βρει αποφασιστικά μπροστά της και στα “εργασιακά” και στην “αξιολόγηση” και σε όποια νέα επίθεση ετοιμάζει το φθινόπωρο.

Εργατική Αλληλεγγύη, νο. 1231, 13 Ιουλίου 2016

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 15 Ιούλιος 2016 12:10
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.