Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017 14:08

Για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού

Κατηγορία Θεωρία

Νικολάι Οσίνσκι

Για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού

Με τι πρέπει να μοιάζει η κατάσταση του εργάτη; Εδώ η υλική πλευρά δεν μας ενδιαφέρει.

Ύστερα απ’ την Οκτωβριανή επανάσταση, το προλεταριάτο προσάρμοσε τη κατάσταση του στο επίπεδο μιας κανονικής ανθρώπινης ύπαρξης (στο μέτρο όπου η αποδιοργάνωση στον ανεφοδιασμό προμηθειών σε τρόφιμα και η φτώχεια δεν το εμπόδισε) και αυτό το επίπεδο θα παραμείνει και στο μέλλον.

Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι η επίδραση και ο ρόλος του προλεταριάτου στην οργάνωση της παραγωγές.

Η εργατική τάξη στο σύνολο της πρέπει να έχει στη κατοχή της τα μέσα παραγωγής. Δεν υπάρχει θέμα να γίνουν οι εργάτες ενός ξεχωριστού εργοστασίου και ιδιοκτήτες του. Αυτή η θέση πάρθηκε ομόφωνα απ’ όλους τους κομμουνιστές, τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς.

Θα μιλήσουμε πιο κάτω για την οργάνωση της διεύθυνσης των επιχειρήσεων.

Τονίζουμε πρώτ’ απ’ όλα το γεγονός ότι η οργάνωση της εργασίας δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μετατρέψει τον εργαζόμενο σε απλή προέκταση της μηχανής, σε μια μηχανική δύναμη, της οποίας η κυριότερη λειτουργία θα ήταν να παράγει ολοένα και περισσότερα.

Μια σοσιαλιστική οργάνωση της εργασίας ενδιαφέρεται περισσότερο για τη «συγκεκριμένη» εργασία, τη συνειδητή δουλειά για τη παραγωγή χρήσιμων στη κοινωνία αγαθών.

Δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στο να εξασφαλίσει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί όλα τα πολιτικά του καθήκοντα και δικαιώματα του, πρέπει επίσης να ολοκληρώσει τη μόρφωση του ώστε να τον κάνει έναν ειδικευμένο με υψηλή επαγγελματική ηθική, πρέπει να του αναπτύξει το ενδιαφέρον για τη τεχνική πλευρά του επαγγέλματος και να τον σπρώξει να χρησιμοποιεί στο μάξιμουμ τη σωματική και μηχανική δύναμη. Αυτό που θα τον καθοδηγεί θα είναι το κοινό συμφέρον και όχι ο φόβος του ραβδιού ή το κυνήγι του κέρδους. Στους κόλπους μιας σοσιαλιστικής τάξης, είναι απαράδεκτη η δουλεία με το κομμάτι ή το χρονομέτρημα. Οι νόρμες παραγωγής παράλληλα με την ωριαία αμοιβή που εξασφαλίζει μια κανονική επιβίωση, όχι μόνο επιτρέπονται, άλλα εγγυώνται και για την αξιοπρέπεια εκείνου του οποίου η δραστηριότητα είναι χρήσιμη στη κοινωνία, και αυτή από τώρα και στο εξής θα είναι η περίπτωση για κάθε προλετάριο.

Είναι προς το συμφέρον του εργαζόμενου, της επαγγελματικής του τιμής και του χρέους του σαν πολίτη να μην κατεβαίνει κάτω απ’ ένα επίπεδο αποτελεσματικότητας που αντιστοιχεί στη μέση δύναμη των ατόμων.

Το να κάνει όπως πρέπει τη δουλειά του, χωρίς να την παραμελεί και χωρίς απρόσεκτα λάθη, είναι εξ ίσου θέμα τιμής.

Εκείνος που δεν υπόκειται στις καθορισμένες νόρμες, σαμποτάρει με τη πράξη του αυτή συνειδητά ή όχι το σοσιαλισμό, και θα τιμωρείται με αυστηρότητα από τους συντρόφους του που συγκαλούν δικαστήριο.

Εκείνοι που δεν δείχνουν πνεύμα συνεργασίας και οι απεργοσπάστες δεν έχουν θέση ανάμεσα στους συναδέλφους τους.

Όταν θέτουμε έτσι το ζήτημα, περνάμε από την εμπιστοσύνη στο ταξικό ένστικτο και στη πρωτοβουλία του προλεταριάτου σαν τάξης.

Το ζήτημα δεν μπορεί να τεθεί διαφορετικά Αν το ίδιο το προλεταριάτο δεν είναι ικανό να δημιουργήσει τις αναγκαίες συνθήκες για τη σοσιαλιστική οργάνωση της εργασίας, κανείς δεν θα το κάνει στη θέση του, και κανείς δεν θα το υποχρεώσει γι’ αυτό.

Το ραβδί που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια των εργαζομένων, θα βρεθεί ανάμεσα στα χέρια μιας δύναμης που θα προέρχεται είτε από μια άλλη κοινωνική τάξη είτε από το προλεταριάτο.

Αν συμβεί το ραβδί αυτό να περιέλθει στα χέρια των σοβιέτ, η εξουσία των σοβιέτ θα είναι τότε υποχρεωμένη να στηρίζεται πάνω σε μια άλλη τάξη (αυτή των αγροτών π.χ.) και θα στρέφεται ενάντια στους εργάτες, διαψευδόμενη έτσι σαν δικτατορία του προλεταριάτου.

Απ’ τα δυο το ένα, ή ο σοσιαλισμός και η σοσιαλιστική οργάνωση της εργασίας θα γίνουν από το ίδιο το προλεταριάτο, ή δεν θα γίνουν καθόλου, αλλά τότε θα εγκαθιδρυθεί κάτι το εντελώς διαφορετικό, δηλαδή ο Κρατικός καπιταλισμός. [...]

[...] Οι σύντροφοι οι οποίοι τον τελευταίο καιρό (στο χώρο των «Izvestia CIK» και των «Izvestia, Moskovskago SRD») («Ανακοινώσεις της κεντρικής εκτελεστικής επιτροπής» και «ανακοινώσεις του σοβιέτ της Μόσχας και των εκπροσώπων των εργατών») πραγματοποίησαν τόσο παθιασμένες επεμβάσεις γύρω από την αναγκαιότητα αύξησης της παραγωγικότητας, κάνουν ένα αξιολύπητο λάθος και ξεχνούν μια πρωταρχική συγκυρία. Το σφάλμα αυτών που τίθενται υπέρ της αύξησης της παραγωγικότητας με την εισαγωγή της πλήρωσης με το κομμάτι και την αύξηση του χρόνου εργασίας και άλλες ανάλογες καπιταλιστικές μεθόδους, βρίσκεται στο γεγονός ότι συγχέουν τη παραγωγικότητα με την εντατικότητα της εργασίας. [...]

[...] Η παραγωγικότητα της εργασίας, δηλαδή η ικανότητα της να παράγει σ’ ένα ορισμένο χρόνο λιγότερα ή περισσότερα, εξαρτάται από τρεις παράγοντες: 1) από τα εργαλεία και τα μέσα παραγωγής που χρησιμοποιεί ο εργάτης· 2) από την επιδεξιότητα του και 3) από την εντατικότητα της εργασίας.

Η αμοιβή με το κομμάτι θα αύξαινε κυρίως την εντατικότητα της εργασίας.

Η παράταση του χρόνου εργασίας δεν θα αποτελούσε κίνητρο για τη παραγωγικότητα της εργασίας, άλλα θα αύξαινε τη παραγωγικότητα της επιχείρησης και θα μείωνε την εντατικότητα της εργασίας (ενώ παράλληλα θα συνοδεύονταν από μια αύξηση του αριθμού των ανέργων ή το λιγότερο των δυσκολιών της απασχόλησης τους στα εργοστάσια).

Μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις η αμοιβή με το κομμάτι μπορεί να αναπτύξει την επιδεξιότητα στην εργασία, η οποία όμως δεν μπορεί να προοδεύσει παρά μόνο χάρη σε μια μεγαλύτερη επαγγελματική κατάρτιση, σε μια καλύτερη οργάνωση της παραγωγής και με το ανέβασμα της κοινωνικής συνείδησης των εργαζομένων.

Αλλά το ουσιαστικό, αυτό που οι συνεργάτες της εφημερίδας Ισβέστια ξεχνούν, είναι ότι οι βάσεις που είναι απαραίτητες για την αύξηση της παραγωγικότητας είναι η καλή κατάσταση των εργαλείων και των μέσων παραγωγής, η καλή λειτουργία των μηχανών στις οποίες και παρέχουμε τα αναγκαία υλικά. Όλες αυτές οι αντικειμενικές συνθήκες, επηρεάζουν άμεσα τους υποκειμενικούς παράγοντες της παραγωγικότητας.

Όπως παρατηρεί ο Μαρξ, η κίνηση του μηχανισμού της παραγωγής παρασύρει τον εργάτη. Η ρυθμική και ταχεία λειτουργία των μηχανών υποχρεώνει την ανάπτυξη της επιδεξιότητας και της εντατικότητας της εργασίας και τη βελτίωση της εργασίας ποιοτικά και ποσοτικά.

Αυτή είναι μια από τις μεθόδους πού χρησιμοποιούν οι καπιταλιστές για να αποκομίσουν υπεραξία. [....]

[...] Τέτοια συμβούλια πρέπει να προικιστούν μ’ ένα ισχυρό εξειδικευμένο οργανισμό (όπως συμβαίνει και στη πραγματικότητα): με την οργάνωση των στατιστικών των επιχειρήσεων, τη καθιέρωση προϋπολογισμού εξόδων σε τοπική κλίμακα και τη συγκέντρωση τους, τη διανομή των προϊόντων, τη τεχνική οργάνωση της παραγωγής, κ.λ.π, Μόνον όταν θα έχουν ιδρυθεί, μέσα στα σημαντικότερα εδάφη της Σοβιετικής Ρωσίας τέτοιοι οργανισμοί, μόνον όταν θα τους έχει παραχωρηθεί μια κάποια αυτονομία πρωτοβουλιών, μόνον όταν το ανώτατο οικονομικό συμβούλιο του λάου θα εκλέγεται από το συνέδριο των οργανισμών αυτών και τα μέλη της ολομέλειάς του θα υποδείχνονται τουλάχιστο κατά τα δύο τρίτα από τους τοπικούς εκπροσώπους, μόνον τότε θα αρχίσουν να εξαλείφονται τα καρκινώματα των σημερινών οργανισμών μας διεύθυνσης. Το ανώτατο οικονομικό συμβούλιο δεν θα πλανιέται πια σε ανώτερες σφαίρες, θα είναι δεμένο με τις τοπικές Οργανώσεις και θα πάψει να μοιάζει με καγκελαρία. Θα πάψει να χάνεται στις λεπτομέρειες. Η αποστολή του θα είναι να διακινεί τις ντιρεκτίβες και τα γενικά πλάνα παραγωγής, να επεξεργάζεται σχέδια δαπανών και κανονισμούς, και δεν θά ‘χει πια να κρατάει στο χέρι τα κορδόνια του πουγκιού. Και οι εργάτες σ’ όλα τα εργοστάσια θα νοιώσουν ότι η τάξη και η οργάνωση έχουν αποκατασταθεί και ότι τα ρεύματα του εξορθολογισμού πηγάζουν απ’ το κέντρο.

Ο «σεπαρατισμός», και η ύπαρξη μιας στενά «συνδικαλιστικής» θεώρησης, θα εξαφανιστούν αμέσως, γιατί χρωστούν ένα μεγάλο μέρος της ύπαρξης τους στην αποδιοργάνωση των οργανωτικών επικοινωνιών και στη πικρή εμπειρία των αμέτρητων ανεπιτυχών διαβημάτων προς τη κατεύθυνση των παραφορτωμένων καγκελαριών.

Έτσι δεν χρειάζεται να αφαιρεθούν υπηρεσίες από το μοναδικό σύστημα της σοσιαλιστικής ρύθμισης της οικονομίας, και να διανεμηθούν στις ανεξάρτητες «αρχές» (δηλαδή τις γραφειοκρατικές), αλλά αντίθετα να διευρυνθεί το σύστημα προς τα κάτω με μια εκπροσώπηση των εξουσιών προς τα κάτω. Άλλα αφού φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι ένα τέτοιο σύστημα δεν μπορεί λογικά να οικοδομηθεί παρά μόνο όταν προβούμε ενεργητικά στην εθνικοποίηση των τραπεζών και της βιομηχανίας. Μόνο μια τέτοια πολιτική μας επιτρέπει 1ο να αποφύγουμε την αποδιοργάνωση του εργατικού ελέγχου που δεν προσφέρει τη δυνατότητα να οργανωθεί αληθινά η διεύθυνση των επιχειρήσεων πάνω στο τοπικό πλάνο και να γίνει κεντρική σχεδιοποίηση των δαπανών και των στόχων· 2ο να αποφύγουμε το δυαδισμό στις μεθόδους χρηματοδότησης που φέρνουν την αναστάτωση μέσα στα σοβιέτ· 3ο να αποφύγουμε τις καπιταλιστικές μορφές εγγύησης, δανείων επιτευγμένων με ανταλλαγές, τις υποθήκες εμπορευμάτων (warrant), κ.λ.π. που είναι άχρηστες μορφές και εμποδίζουν την εργασία και 4ο να αποφύγουμε αυτό τον ίδιο δυαδισμό που είναι συνώνυμος της ακαταστασίας στο χώρο της καταγραφής των εμπορευμάτων και στο πλάνο της τεχνικής οργάνωσης κ.λ.π.

Το σύστημα των εργατικών οικονομικών συμβουλίων πρέπει να εισαχθεί στη βάση μιας καλά οργανωμένης διεύθυνσης των επιχειρήσεων. Είπαμε πιο πάνω ότι αυτό προϋποθέτει μια μεγάλης κλίμακας κρατικοποίηση (ή κοινωνικοποίηση) της παραγωγής. Όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις πρέπει να εθνικοποιηθούν.

Όλες οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις πρέπει, ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες και ανάλογα με την εκτίμηση των λαϊκών συμβουλίων της οικονομίας, ή να «αφομοιωθούν» από τις μεγάλες επιχειρήσεις και να διευθύνονται από το κεντρικό όργανο των τελευταίων ή να συνενωθούν μεταξύ τους και να αποκτήσουν ένα σωστό προσανατολισμό της παραγωγής, μια σωστή λογιστική, έναν επαρκή ανεφοδιασμό, καλές προμήθειες και έναν καλό έλεγχο.

Στη τελευταία υπόθεση το κέρδος των επιχειρήσεων θα μειωθεί, γιατί ένας οξυδερκής τεχνικός έλεγχος θα επιβληθεί από τα συνδικάτα και τα λαϊκά οικονομικά συμβούλια και επομένως δεν θα δίνεται πίστωση παρά μόνο με τον όρο ότι θα παραδίνονται για διοχέτευση όλα τα εμπορεύματα.

(Απρίλης 1918)

Πηγή: Ερνέστ Μαντέλ (επιμέλεια), Εργατικός έλεγχος, εργατικά συμβούλια, αυτοδιαχείριση, Καστανιώτης, Αθήνα 1975, σσ. 166-170.

In Dokumento der Weltrevolution, Band II, Walter – Verlag, Όλτεν 1967.

Αρχική δημοσίευση: N. Osinsky, “O Stroitelstve sotsializma”, στο Kommunist. Ezenedelnyi zurnal ekonomiki, politiki i obsenstvennosti. Organ Moskovskago Oblastnogo Byuro RKP (bol’sevikov) [Κομμουνιστής. Εβδομαδιαίο περιοδικό για οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, Όργανο του Περιφερειακού Γραφείου της Μόσχας του ΡΚΚ (μπολσεβίκοι)], τεύχος 1, 20 Απριλίου 1918, σσ. 5-11.

Ολόκληρο το άρθρο στα αγγλικά: Nikolai Osinsky (Valerian V. Obolensky), «On the construction of socialism», libcom.org, 14 Αυγούστου 2014. http://libcom.org/library/construction-socialism-nikolai-osinsky-valerian-v-obolensky

Τα σχετικά κείμενα για τον εργατικό έλεγχο που έχουν δημοσιευτεί στο e la libertà είναι τα εξής:

Ερνέστ Μαντέλ, «Τι είναι εργατικός έλεγχος»

Αλεξάντρ Λοζόφσκι, «Ο έλεγχος της παραγωγής» 

Καρλ Ράντεκ, «Για τον εργατικό έλεγχο» (δύο κείμενα)

Αννα Παγκράτοβα, «Οι Εργοστασιακές Επιτροπές στη Ρωσία την εποχή της Επανάστασης»

Λ. Τρότσκι, «Εθνικοποιημένη βιομηχανία και εργατική διαχείριση»

Pete Dolack, «Το ξεχασμένο κίνημα του εργατικού ελέγχου στην Άνοιξη της Πράγας»

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017 14:20
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.