Παρασκευή, 09 Δεκέμβριος 2016 15:46

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, εαμικό κίνημα και επαναστατική στρατηγική

Κατηγορία Ιστορία

Κώστας Κούσιαντας

Παντελής Αυθίνος

 

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, εαμικό κίνημα και επαναστατική στρατηγική

 

Αν και για την αριστερά αποτελεί κοινό τόπο η άποψη ότι τα αίτια των πολέμων είναι πάντοτε κοινωνικά/ταξικά, σπάνια αυτή η βασική αρχή χρησιμοποιείται με συνέπεια ως κατευθυντήρια γραμμή της ανάλυσης για τον μεγαλύτερο πόλεμο στην ιστορία της ανθρωπότητας· οι συζητήσεις, η αρθρογραφία και, κυρίως, η γενική αντίληψη που επικρατεί στο χώρο της αριστεράς σχετικά με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τις περισσότερες φορές αδυνατεί να εντοπίσει αυτό ακριβώς το στοιχείο: την ταξική διάσταση αυτού του πολέμου, όχι μόνο στα γενεσιουργά του αίτια αλλά και στις πολύμορφες πτυχές του, στην εξέλιξή του και στην κατάληξή του.

Η δυσκολία της διαμόρφωσης μιας σαφούς ανάλυσης και ερμηνείας του Β΄ Π.Π. δεν είναι μόνο πρόβλημα της σύγχρονης αριστεράς. Για πρώτη φορά αντιμέτωπη μ’ αυτές τις προκλήσεις βρέθηκε η αριστερά την περίοδο από τα τελευταία χρόνια του Μεσοπολέμου και μέχρι το τέλος του Β΄ Π.Π. Οι απαντήσεις που έδωσε και οι στρατηγικές που διαμόρφωσε, η επιτυχία και η αποτυχία αυτών των απαντήσεων και στρατηγικών, αποτέλεσαν καθοριστικούς παράγοντες της εξέλιξης του πολέμου και εξακολουθούν να παραμένουν πεδία ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης μέσα στο κίνημα μέχρι σήμερα. Ίσως μάλιστα σήμερα να αποκτούν μία νέα βαρύτητα και σημασία, επειδή κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα της περιόδου που καθόρισαν την έναρξη του Β΄ Π.Π., επανεμφανίζεται με ανησυχητικό τρόπο: η οικονομική και πολιτική κρίση, ο φασισμός, οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, οι πόλεμοι...

Τα τρία κείμενα που δημοσιεύουμε, αποτελούν συμβολή στη διερεύνηση αυτών των ζητημάτων, υπό το πρίσμα του προβληματισμού σχετικά με τις δυνατότητες κοινωνικής απελευθέρωσης των καταπιεσμένων, έτσι όπως το αίτημα αυτό αναδείχτηκε στις συνθήκες του πολέμου και διαμόρφωσε τα χαρακτηριστικά του, σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και πιο συγκεκριμένα, στην Ελλάδα.

Το πρώτο άρθρο του Ερνέστ Μαντέλ («Οι Τροτσκιστές και η Αντίσταση στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» [1976]), αποτελεί μια οξυδερκή προσπάθεια ανάδειξης της πολυπλοκότητας του Β΄ Π.Π. Ο Βέλγος μαρξιστής (από τους σημαντικότερους ηγέτες της Δ΄ Διεθνούς) προτείνει μια μεθοδολογία κατανόησης του πολέμου, ως ενός πολύπτυχου φαινομένου, η εξέλιξη και ο χαρακτήρας του οποίου διαμορφώθηκαν γύρω από πέντε άξονες. Οι άξονες αυτοί είχαν, σύμφωνα με τον Μαντέλ, τα δικά τους κοινωνικά χαρακτηριστικά, αποτελούσαν κατά κάποιο τρόπο διαφορετικούς πολέμους, μέσα στον μεγάλο πόλεμο, καθοριζόμενοι από αυτόν αλλά και, εν τέλει, καθορίζοντάς τον (ενδοϊμπεριαλιστικός πόλεμος, απελευθερωτικός πόλεμος της Κίνας, πόλεμος υπεράσπισης της ΕΣΣΔ, εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος για τους αποικιοκρατούμενους λαούς της Ασίας και της Αφρικής και αντικατοχικός-αντιναζιστικός πόλεμος για τις κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης). Ταυτόχρονα ο Μαντέλ παρουσιάζει κριτικά και τις θέσεις των ευρωπαϊκών τροτσκιστικών οργανώσεων εκείνης της εποχής για τον πόλεμο. Θέσεις οι οποίες αν και εκκινούσαν από μια ενιαία αντίληψη του πολέμου ως κατά βάση ιμπεριαλιστικού, κατέληγαν πολλές φορές σε διαφορετικά καθήκοντα πολιτικής παρέμβασης και στόχων.

Το τρίτο άρθρο του σ. Θ. Μαράκη («Η πολιτική της αριστεράς στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο») εξετάζει τις θέσεις που υιοθετήθηκαν από την αριστερά στην Ελλάδα για τον Β΄ Π.Π. και αναδεικνύει τα δυναμικά αλλά και τα αντιφατικά και προβληματικά στοιχεία τους. Μέσα από την κριτική παρουσίαση αυτών των θέσεων μπορούμε να αντιληφθούμε την περιπλοκότητα και την αντιφατικότητα με την οποία προσεγγίστηκε το ζήτημα της στάσης που θα έπρεπε να κρατήσει η αριστερά και το εργατικό κίνημα απέναντι στον πόλεμο, τόσο από το ΚΚΕ (μέσα στο οποίο κάθε άλλο παρά ομοφωνία υπήρχε), όσο και από τις τροτσκιστικές οργανώσεις στην Ελλάδα (κυρίως οι θέσεις του Πουλιόπουλου και της ΕΟΚΔΕ).

Το δεύτερο κείμενο είναι ένα εκτεταμένο απόσπασμα από την «Απόφαση της 2ης Συνδιάσκεψης του ΚΚΔΕ» (πρ. ΕΟΚΔΕ) τον Φεβρουάριο 1944, μέσα από το οποίο μπορούμε να δούμε τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε η σημαντικότερη τροτσκιστική οργάνωση εκείνης της εποχής το εαμικό κίνημα, διαμορφώνοντας την αντίληψη ότι πρόκειται για μια αντικαπιταλιστική εξέγερση των λαϊκών μαζών, αλλά κάτω από μία ηγεσία η οποία προσπαθεί να το περιορίσει μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας με τις αστικές πολιτικές δυνάμεις.

Οι απόψεις του Τρότσκι για τον πόλεμο

Και στα δύο άρθρα η διαπραγμάτευση των ζητημάτων που αναδεικνύονται βασίζεται στις αναλύσεις του Τρότσκι για τον χαρακτήρα του Β΄ Π.Π., την επαναστατική δυναμική σε σχέση με τον πόλεμο, τη φύση της ΕΣΣΔ και τον ρόλο της σ’ αυτόν, καθώς και τα καθήκοντα της επαναστατικής αριστεράς. Ως εκ τούτου θεωρούμε χρήσιμο να συμβάλουμε στη συζήτηση για την αριστερά και τον Β΄ Π.Π., επισημαίνοντας κάποια χαρακτηριστικά σημεία αυτής της ανάλυσης, αλλά και κάποιες αδυναμίες της.

Η πιο βασική από αυτές, είναι η εκτίμηση του καθεστώτος της ΕΣΣΔ και των σταλινικών καθεστώτων που προέκυψαν μετά τον πόλεμο, ως «εκφυλισμένα εργατικά κράτη»1. Για τον ίδιο τον Τρότσκι, αλλά και για την πλειοψηφία των τροτσκιστικών οργανώσεων εκείνης της εποχής, αυτή η ανάλυση της φύσης της ΕΣΣΔ, υπαγόρευε και το καθήκον της υπεράσπισής της στον πόλεμο2. Αυτό είχε ως άμεση συνέπεια, ότι για την περίπτωση της ΕΣΣΔ δεν έπρεπε να υιοθετηθεί το σύνθημα του «επαναστατικού ντεφετισμού» («η ήττα της ‘‘δικιάς μας’’ άρχουσας τάξης είναι το μικρότερο κακό»), το σύνθημα δηλαδή στο οποίο συμπυκνώθηκε η στάση των Μπολσεβίκων και της υπόλοιπης επαναστατικής αριστεράς στην Ευρώπη κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εργατική τάξη της ΕΣΣΔ και των άλλων χωρών θα έπρεπε να υπερασπιστεί το κράτος αυτό στο οποίο εξακολουθούσαν να επιβιώνουν βασικές κατακτήσεις της οκτωβριανής επανάστασης, όπως πίστευε ο Τρότσκι.

Όμως για τον Τρότσκι το καθήκον υπεράσπισης της ΕΣΣΔ δεν συνεπαγόταν και αναστολή της πάλης ενάντια στην σταλινική γραφειοκρατία μέσα στην ίδια την ΕΣΣΔ καθώς και της κριτικής των σταλινικών ΚΚ στις άλλες χώρες. Μάλλον ίσχυε το αντίθετο: η εργατική τάξη της ΕΣΣΔ θα έπρεπε να εκμεταλλευτεί τον πόλεμο για να ανατρέψει τη σταλινική γραφειοκρατία, ενώ η νίκη της εργατικής τάξης επί της γραφειοκρατίας θα αναβάθμιζε την αμυντική ικανότητα της ΕΣΣΔ και θα διαμόρφωνε ταυτόχρονα συνθήκες για πιο άμεση μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε ταξικό/επαναστατικό πόλεμο των καταπιεσμένων ενάντια στις δυνάμεις του άξονα και του δυτικού ιμπεριαλισμού.

Έτσι λοιπόν ο Τρότσκι ενώ δεν υποχωρεί από την άποψη ότι η σταλινική γραφειοκρατία πρέπει να ανατραπεί με μια εργατική («πολιτική») επανάσταση, η οποία θα επαναθεμελιώσει την εργατική εξουσία, πιστεύει εντούτοις, ότι ακόμα και χωρίς αυτή την επανάσταση, η ΕΣΣΔ, ως «εκφυλισμένο εργατικό κράτος», θα πρέπει να υποστηριχτεί από την εργατική τάξη και τους επαναστάτες, απέναντι στην επίθεση της ναζιστικής Γερμανίας.

Θα επανέλθουμε στα ζητήματα που προκύπτουν απ’ αυτή την άποψη.

Ταυτόχρονα όμως, όσον αφορά στις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες που συγκρούστηκαν με τις δυνάμεις του άξονα και πάλι ο Τρότσκι αποφεύγει να διατυπώσει μια θέση η οποία θα ήταν απλώς επανάληψη του «επαναστατικού ντεφετισμού», έτσι όπως διατυπώθηκε στον Α΄ Π.Π. Προειδοποιεί μάλιστα σε ένα από τα τελευταία κείμενά του («Βοναπαρτισμός, Φασισμός και Πόλεμος»), ότι ο Β΄ Π.Π. αποτελεί συνέχιση αλλά όχι επανάληψη του Πρώτου και ως εκ τούτου τα επαναστατικά καθήκοντα θα έπρεπε να διαφοροποιηθούν3.

Κατ’ αρχάς ο Τρότσκι αναγνώριζε ότι για τις εργαζόμενες μάζες των συμμαχικών χωρών ο πόλεμος είχε μια σημασία από την άποψη της υπεράσπισης των δημοκρατικών τους δικαιωμάτων και ελευθεριών ενάντια στον φασισμό. Κι ως εκ τούτου δεν έπρεπε να εξαπατηθούν και να παραιτηθούν από την υπεράσπιση αυτών των δικαιωμάτων τους απέναντι στην προσπάθεια της αστικής τάξης της χώρας τους να τα περιορίσει, στο όνομα της υπεράσπισης της πατρίδας ή της αστικής δημοκρατίας. Οι εργαζόμενες μάζες θα έπρεπε να αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους και σε συνθήκες πολέμου και μάλιστα, θα έπρεπε να αξιοποιήσουν την υποχρεωτική στρατολόγηση για να μεταφέρουν αυτό τον αγώνα και μέσα στον στρατό. Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την άποψη του Τρότσκι για το ζήτημα της συμμετοχής της εργατικής τάξης των αστικοδημοκρατικών χωρών στον πόλεμο ως εξής: ο πόλεμος μπορεί να αποτραπεί μόνο με την εργατική επανάσταση. Εάν όμως η εργατική τάξη δεν έχει τη δύναμη να το κάνει, τότε θα πρέπει να προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί τις συνθήκες του πολέμου για να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της και τις ελευθερίες της και για να μετατρέψει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε επανάσταση. Στον πόλεμο των δημοκρατικών χωρών με τον φασισμό, η εργατική τάξη θα πρέπει συμμετάσχει και να αγωνιστεί για να καταλάβει η ίδια τη στρατιωτική μηχανή και την εξουσία και να διεξάγει τον δικό της πόλεμο ενάντια στον φασισμό4.

Επιμένει όμως, ότι το αστικοδημοκρατικό κοινωνικοπολιτικό μοντέλο, καθώς εκφυλίζεται όλο και περισσότερο από τις επιθέσεις της αστικής τάξης, δεν μπορεί να αποτελέσει μια προοπτική ικανή να εμπνεύσει στις λαϊκές μάζες στον πόλεμο εναντίον του φασισμού. Φέρνει το παράδειγμα της Γαλλίας, όπου η ίδια η αστική δημοκρατία παραδόθηκε στον Πετέν. Οι λαϊκές μάζες της Γαλλίας δεν έβλεπαν κανένα λόγο για να πολεμήσουν γι’ αυτή την αστική δημοκρατία.

Μια ανάλογη όμως κριτική κάνει και για την ΕΣΣΔ. Το σταλινικό μοντέλο δεν μπορεί να αποτελέσει έμπνευση στην πάλη ενάντια στο φασισμό. Οι χώρες που βρίσκονται ανάμεσα στη Γερμανία και την ΕΣΣΔ καταρρέουν απέναντι στις επιθέσεις των ναζιστικών δυνάμεων, επειδή οι λαοί τους φοβούνται εξίσου και τη σοβιετική κατοχή. Επίσης, ο Τρότσκι θεωρεί πολύ πιθανό, ότι εάν δεν υπάρξει ένα επαναστατικό κίνημα ενάντια στη σταλινική γραφειοκρατία, μέσα στην ΕΣΣΔ, ικανό να προσφέρει μια πειστική προοπτική για μια εργατική σοσιαλιστική δημοκρατία, οι εθνότητες που καταπιέζονται ακόμα περισσότερο απ’ ότι οι Ρώσοι, είτε δεν θα αντισταθούν στη ναζιστική επίθεση, είτε ακόμα και θα ακολουθήσουν ακροδεξιούς εθνικιστές, συμμάχους των ναζί5. Περιττό ίσως να επισημάνουμε, πόσο ακριβής αποδείχτηκε αυτή η πρόβλεψη.

Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι τελικά δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά στην τακτική που προτείνει ο Τρότσκι για τα εργατικά κινήματα στις αστικοδημοκρατικές χώρες και στην ΕΣΣΔ. Και στις δυο περιπτώσεις είναι η εργατικές μάζες που θα πρέπει να κινητοποιηθούν για να υπερασπιστούν, τα δημοκρατικά δικαιώματα στη μια, την κρατικοποιημένη οικονομία στην άλλη, ως κεκτημένα με τα οποία θα μπορέσουν να προχωρήσουν παραπέρα: στην επαναστατική ανατροπή της αστικής τάξης και στην επαναστατική ανατροπή της γραφειοκρατικής «κάστας» (σύμφωνα με τον ορισμό που χρησιμοποίησε πολλές φορές ο Τρότσκι).

Το «εκφυλισμένο εργατικό κράτος» ως συνέπεια του πολέμου

Όμως η άποψή του για την ταξική φύση του καθεστώτος της ΕΣΣΔ ως «εκφυλισμένο εργατικό κράτος» επρόκειτο να έχει κάποιες σημαντικές συνέπειες, τόσο στη σκέψη του ίδιου, όσο και στη σκέψη των μαρξιστών που ακολούθησαν την ανάλυσή του.

Η μία συνέπεια ήταν η δυσκολία και η ασάφεια με την οποία προσέγγισε το ζήτημα της επίθεσης της ΕΣΣΔ εναντίον της Πολωνίας και της Φινλανδίας6. Για να γίνουν κατανοητές οι θέσεις του για το συγκεκριμένο ζήτημα θα πρέπει να πάρουμε υπ’ όψη μας το εξής:

Σύμφωνα με την ανάλυση του Τρότσκι, αυτό που καθόριζε την εργατική ταξική φύση του σταλινικού καθεστώτος ήταν η κρατικοποίηση και ο κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας. Για τον Τρότσκι αυτό ήταν το υλικό θεμέλιο του σοσιαλισμού, ενώ η πολιτική εξουσία ήταν το εποικοδόμημα, το οποίο δεν μπορούσε να επενεργήσει και να μεταβάλει την υλική βάση (η αλλαγή της υλικής βάσης θα μπορούσε να συντελεστεί μόνο με μία αντεπανάσταση η οποία θα παλινόρθωνε την ατομική ιδιοκτησία). Η άποψη ότι η εργατική δημοκρατία, τα σοβιέτ, η άμεση άσκηση της εξουσίας από τα όργανα της εργατικής τάξης δεν αποτελούν τα καθοριστικά στοιχεία του εργατικού κράτους, δεν ήταν φυσικά μόνο του Τρότσκι. Η άποψη αυτή αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του Πολεμικού Κομουνισμού και την ενστερνιζόταν η πλειοψηφία της ηγεσίας του μπολσεβίκικου κόμματος. Η κατάργηση της εργατικής δημοκρατίας δικαιολογήθηκε τη δύσκολη εκείνη εποχή του εμφυλίου, όχι μόνο από τις έκτακτες πολεμικές συνθήκες, αλλά και από την υποτιθέμενη αποσύνθεση της εργατικής τάξης και από την πραγματική συρρίκνωσή της. Έτσι, η αντίληψη που επικράτησε, ήταν ότι η δικτατορία του προλεταριάτου θα μπορούσε να σημαίνει και δικτατορία του κόμματος του προλεταριάτου, σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και ενάντια στο προλεταριάτο7. Στη βάση αυτής της θεωρίας βρισκόταν η πεποίθηση ότι το υλικό θεμέλιο του σοσιαλισμού ήταν η κρατικοποιημένη και σχεδιασμένη από το κράτος οικονομία. Έτσι, ακόμα κι όταν το κυβερνόν κόμμα στραφεί εναντίον της εργατικής τάξης και των συμφερόντων της, ακόμα και τότε διατηρείται ο εργατικός ταξικός χαρακτήρας του κράτους.

Αλλά και κάτι περισσότερο: καθώς η πολιτική εξουσία (υποτίθεται ότι) είναι ένα από τα στοιχεία του εποικοδομήματος, τα οποία καθορίζονται από την υλική βάση και δεν την καθορίζουν, οι φορείς αυτής της εξουσίας δεν μπορεί παρά να εκφράζουν αυτόν τον επικαθορισμό. Να λειτουργούν δηλαδή ως εκφραστές των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, έστω και παρά τη θέλησή τους. Έστω κι αν αυτό γίνεται με τόσο στρεβλό και εκφυλισμένο τρόπο που να λειτουργεί ανασχετικά για την παραπέρα ανάπτυξη του σοσιαλισμού (δεν τον αναπτύσσουν αλλά τον συντηρούν). Έτσι, στην περίπτωση της επίθεσης της ΕΣΣΔ σε μια άλλη χώρα και της κατοχής της, «αντικειμενικά» οι κατοχικές σοβιετικές δυνάμεις λειτουργούν στην κατεχόμενη χώρα ως ακούσιοι φορείς εγκαθίδρυσης σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, ή έστω κάποιων βασικών τους στοιχείων. Στην περίπτωση λοιπόν της σοβιετικής κατοχής της Πολωνίας και της Φινλανδίας, ο Τρότσκι αναγνώριζε μια προοδευτική ιστορική διαδικασία. Το βασικότερο της στοιχείο ήταν και πάλι η κρατικοποίηση της οικονομίας.

Θα πρέπει βέβαια να αναφέρουμε ότι γενικά οι οικονομικές αντιλήψεις εκείνης της εποχής ταύτιζαν με απόλυτο τρόπο τον καπιταλισμό με την ατομική ιδιοκτησία και την πλήρη ελευθερία της οικονομίας από κάθε κρατική παρέμβαση. Το κράτος ως βασικός ή και αποκλειστικός μοχλός καπιταλιστικής ανάπτυξης ήταν ένα φαινόμενο το οποίο μέχρι τον Β΄ΠΠ παρουσιάζεται μάλλον περιθωριακά. Εντούτοις τα παραδείγματα δεν λείπουν, με χαρακτηριστικότερο ίσως τον έλεγχο της τουρκικής οικονομίας από το κεμαλικό κράτος, μετατρέποντάς το σε βασικό μοχλό στη διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου.

Οι σοβαρότερες συνέπειες αυτής της ανάλυσης προέκυψαν μετά τον θάνατο του Τρότσκι και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ολόκληρη σχεδόν η Ανατολική Ευρώπη έγινε «σοσιαλιστική», όχι όμως ως αποτέλεσμα εργατικής επανάστασης και φυσικά, χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο εργατικής εξουσίας. Για τους τροτσκιστές (ή τουλάχιστον για τον «ορθόδοξο» τροτσκισμό) η ανάλυση του Τρότσκι πρόσφερε ένα ερμηνευτικό εργαλείο με το οποίο κι αυτά τα κράτη μπορούσαν να χαρακτηριστούν «εκφυλισμένα εργατικά κράτη».

Έτσι, η ανάλυση η οποία για τον Τρότσκι αρχικά αφορούσε στην ερμηνεία της διαδικασίας εκφυλισμού ενός εργατικού κράτους εξαιτίας των ιδιαίτερων κοινωνικών συνθηκών της ΕΣΣΔ, εφαρμόστηκε για μια σειρά διαφορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς κρατών της Ανατολικής Ευρώπης, στις περισσότερες από τις οποίες δεν διαμορφώθηκαν επαναστατικές συνθήκες, όλες όμως εντάχθηκαν σε ένα ενιαίο οικονομικοπολιτικό μοντέλο, ύστερα από την κατάκτησή τους από τα σοβιετικά στρατεύματα.

Αυτό που θα πρέπει να επισημάνουμε παρατηρώντας αυτή τη διαδικασία στρατιωτικής κατάκτησης και «σοβιετοποίησης», είναι η ύπαρξη σημαντικών αντιφάσεων, οι οποίες καθιστούν το ερμηνευτικό σχήμα των «εκφυλισμένων εργατικών κρατών» ακατάλληλο.

Η μία περίπτωση είναι η Πολωνία, στην οποία αναφέρεται και ο Μαντέλ, κατατάσσοντάς την στην κατηγορία του «πέμπτου πολέμου» (ανάπτυξη εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος), χωρίς όμως να επιχειρεί να εξάγει συμπεράσματα. Στην Πολωνία αναπτύχθηκε ένα μαζικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα με εκατοντάδες χιλιάδες ένοπλα μέλη, στο οποίο κυριαρχούσαν οι φιλελεύθερες αστικές δυνάμεις και στο οποίο δεν συμμετείχε το Κομουνιστικό Κόμμα8. Το κίνημα αυτό που υποστηριζόταν από τη πλειοψηφία του πολωνικού λαού είχε ως πολιτική του προοπτική ένα αστικοδημοκρατικό κοινοβουλευτικό μοντέλο. Για την Πολωνία θα μπορούσε να υπάρξει μια σοσιαλιστική προοπτική μόνο ως παραπέρα ανάπτυξη και εμβάθυνση των δημοκρατικών και αντιφασιστικών χαρακτηριστικών αυτού του κινήματος, δένοντας τα με την πάλη για την ανατροπή της κοινωνικής καταπίεσης, μέσα από την ανατροπή των πολιτικών και κοινωνικών ορίων που έθεταν οι αστικές ηγεσίες. Το κίνημα αυτό καταστάλθηκε άγρια από τις ναζιστικές δυνάμεις (στην παλλαϊκή εξέγερση της Βαρσοβίας το καλοκαίρι του 19449) και ο σοβιετικός στρατός, ο οποίος ήδη είχε εισβάλει στην Πολωνία, άφησε τους ναζί να το συντρίψουν, προκειμένου να μπορέσει η ΕΣΣΔ να προσαρτήσει την Πολωνία στη σφαίρα επιρροής της. Η συντριβή του λαϊκού αντιφασιστικού κινήματος από τους ναζί με την ανοχή του σταλινικού καθεστώτος της ΕΣΣΔ (το οποίο τo 1937 είχε διαλύσει το Πολωνικό Κομουνιστικό Κόμμα και εξόντωσε το σύνολο σχεδόν της ηγεσίας του10) δεν θα μπορούσε να διαμορφώσει καμιά, ακόμα και απόλυτα «εκφυλισμένη», σοσιαλιστική προοπτική.

Μια άλλη περίπτωση (η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της μια ειδική κατηγορία) είναι η Βουλγαρία11. Εκεί, η προέλαση του σοβιετικού στρατού οδήγησε στην κατάρρευση της φιλοαξονικής κυβέρνησης και στη διαμόρφωση μιας κοινωνικής κατάστασης, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επαναστατική. Κυρίως μέσα στο στράτευμα, αλλά και στις εργατικές συνοικίες και την ύπαιθρο, δημιουργήθηκαν μορφές λαϊκής αυτοοργάνωσης (λαϊκές πολιτοφυλακές, λαϊκά δικαστήρια, επιτροπές και συμβούλια στρατιωτών), τις οποίες όμως οι σοβιετικές δυνάμεις δεν επέτρεψαν να αναπτυχθούν, με την απειλή της καταστολής. Υπό την αιγίδα του σοβιετικού στρατού σχηματίστηκε η κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου, στην οποία η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη ήταν το ΚΚΒ, αλλά συμμετείχαν και φιλελεύθερες, δεξιές και ακροδεξιές πολιτικές δυνάμεις. Επικεφαλής της κυβέρνησης ήταν ο συνταγματάρχης Χίμον Γκεοργκίεφ, ο οποίος ήταν αρχηγός μιας φασιστικής οργάνωσης και αρχηγός του πραξικοπήματος του 1934 (συμμετείχε επίσης στο πραξικόπημα του 1923). Η κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου κατέστειλε κάθε εργατική κινητοποίηση και φυλάκισε απεργούς εργάτες. Το σταλινικό πολιτικοοικονομικό μοντέλο στη Βουλγαρία οικοδομήθηκε επάνω στην διάλυση αυτών των μορφών αυτοοργάνωσης.

Η περίπτωση τέλος της Γιουγκοσλαβίας12 και της Κίνας13, τις οποίες ο Μαντέλ κατατάσσει σε διαφορετικές μεταξύ τους κατηγορίες, έχουν κάποια βασικά δομικά χαρακτηριστικά: και στις δύο περιπτώσεις υπήρχε ένας εθνικοαπελευθερωτικός στρατός, ο οποίος αποτελούνταν κατά κύριο λόγω από αγρότες και καθοδηγούνταν από ένα Κομουνιστικό Κόμμα, το οποίο αποτελούσε τη μαζική πολιτική οργάνωση των εξεγερμένων μεσαίων στρωμάτων. Και στις δυο περιπτώσεις, τα Κομουνιστικά Κόμματα δεν είχαν σημαντική εργατική βάση και το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα δεν πήρε τη μορφή της εργατικής κινητοποίησης. Έτσι, σ’ αυτές τις χώρες (θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, και στην Αλβανία) η μαζική κινητοποίηση των αγροτών και των μικρομεσαίων στρωμάτων δημιούργησε συνθήκες επαναστατικής κρίσης, η οποία όμως δεν εκδηλώθηκε ή τουλάχιστον δεν εκδηλώθηκε με την μορφή της εργατικής επανάστασης. Αναμφίβολα, ήταν μια κατάσταση η οποία δημιουργούσε δυνατότητες και ευκαιρίες για την εργατική τάξη, ή ακόμα και μια ανάπτυξη της ταξικής της συνείδησης. Όμως αυτές οι δυνατότητες και όλες οι προσπάθειες ανεξάρτητης ταξικής δράσης της εργατικής τάξης, καταστάλθηκαν από τα Κομουνιστικά Κόμματα τα οποία κατέλαβαν την εξουσία. Τα σταλινικά καθεστώτα σ’ αυτές τις χώρες επιβλήθηκαν στο όνομα της εργατικής τάξης, χωρίς όμως την κινητοποίηση της εργατικής τάξης, αλλά από μια ορισμένη άποψη, και σε βάρος της: τα καθεστώτα αυτά, αυταρχικά και αντιδημοκρατικά, δεν επέτρεψαν να αναπτυχθεί καμιά μορφή εργατικής δημοκρατίας (ελεύθερα συνδικάτα κτλ) και οι εργάτες υποχρεώθηκαν να πειθαρχήσουν στους όρους ανάπτυξης της κρατικής οικονομίας.

Παρ’ όλ’ αυτά, η λαϊκή κινητοποίηση μέσα απ’ τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα σ’ αυτές τις χώρες, είχε δύο σημαντικές συνέπειες: α) τα καθεστώτα αυτών των χωρών είχαν μια μαζική λαϊκή βάση, στην οποία μπορούσαν να στηριχτούν για να αμφισβητήσουν την κυριαρχία της ΕΣΣΔ και β) δημιουργήθηκαν συνθήκες μακροχρόνιας οικονομικοπολιτικής κρίσης, που υποχρέωναν τα καθεστώτα να διαφοροποιήσουν το σταλινικό μοντέλο, επιχειρώντας ανά περιόδους να απευθυνθούν στον λαϊκό παράγοντα (αγροτικό ή εργατικό) και να τον εντάξουν (εν μέρει και υπό προϋποθέσεις) στην κυρίαρχη πολιτική και κυρίως, στις συγκρούσεις μεταξύ των αντίπαλων τμημάτων του κρατικού, γραφειοκρατικού μηχανισμού. Αυτή η διαφοροποιημένη εξέλιξη της Κίνας και της Γιουγκοσλαβίας (και ως ένα ορισμένο βαθμό και της Αλβανίας) σε σχέση με τις άλλες ανατολικές χώρες, διαμόρφωσε αυτά τα χαρακτηριστικά, τα οποία η πλειοψηφία των Τροτσκιστών μετά τον πόλεμο ερμήνευσε ως μια διαδικασία «διαρκούς επανάστασης». Όμως, σύμφωνα με τον Τρότσκι, η διαδικασία της «διαρκούς επανάστασης» μπορεί να πυροδοτηθεί μόνο εάν βασικός συντελεστής της είναι η εργατική επανάσταση.

Εντέλει, αυτό το οποίο δεν έγινε κατορθωτό να κατανοηθεί με βάση της θεωρία των «εκφυλισμένων εργατικών κρατών», ήταν ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της επέκτασης της ΕΣΣΔ, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα είτε την υποχρεωτική υπαγωγή της οικονομίας και της πολιτικής των περισσότερων ανατολικών χωρών στον οικονομικοπολιτικό μηχανισμό της ΕΣΣΔ (με ο,τι αυτό σήμαινε, πχ., φαινόμενα εξάρτησης και εθνικής καταπίεσης), είτε τη σύγκρουση μεταξύ της ΕΣΣΔ και εκείνων των χωρών οι οποίες επιχειρούσαν να οικοδομήσουν ένα σταλινικό μοντέλο, ανεξάρτητο όμως από την σοβιετική κυριαρχία και ανταγωνιστικό απέναντί της14.

Αυτό το οποίο λοιπόν ερμηνεύτηκε ως «κατάργηση του καπιταλισμού με γραφειοκρατικές μεθόδους», όπως συνέβη στις περισσότερες ανατολικές χώρες, σύμφωνα με τον Μαντέλ, ή «με μια γνήσια λαϊκή επανάσταση» (καταστέλλοντας όμως τις δράσεις της εργατικής τάξης), όπως έγινε στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας (αλλά το ίδιο έγινε και στην Κίνα και ως ένα βαθμό και στην Αλβανία), δεν ήταν τίποτε άλλο από έναν ριζικό ή ακόμα και ριζοσπαστικό αναπροσανατολισμό της διαδικασίας καπιταλιστικής ανοικοδόμησης και συσσώρευσης σε χώρες κατεστραμμένες πλήρως από τον πόλεμο, οι περισσότερες από τις οποίες βρισκόταν ούτως ή άλλως στις χαμηλότερες βαθμίδες καπιταλιστικής ανάπτυξης και πριν από τον πόλεμο. Το κράτος ανέλαβε να καταργήσει όχι τον καπιταλισμό, αλλά τον «ελεύθερο» ανταγωνισμό μεταξύ των ατομικών κεφαλαίων, προκειμένου να αναπτυχθεί ένα εθνικό κεφάλαιο, προστατευμένο από τον ανταγωνισμό του διεθνούς κεφαλαίου. Είναι αυτό ακριβώς το μοντέλο το οποίο επαναλήφθηκε από τις περισσότερες μετααποικακές χώρες, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, από καθεστώτα τα οποία δεν αυτοχαρακτηριζόταν ούτε «κομουνιστικά», ούτε «σοσιαλιστικά».

Πόλεμος και επανάσταση στην Ελλάδα

Εάν στις αναλύσεις του Τρότσκι (και αργότερα των τροτσκιστών) γι’ αυτά τα ζητήματα τα οποία συνδέονταν με τον Β΄ Π.Π. εντοπίζονται όλες αυτές οι αδυναμίες, οι αναλύσεις από την άλλη της αριστεράς γύρω από την Κομιντέρν έχουν συνήθως τα χαρακτηριστικά ενός θεωρητικού πρωτογονισμού, εάν δεν είναι αναλύσεις κατά παραγγελία για την εξυπηρέτηση της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής. Εντούτοις όμως έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι και σ’ αυτόν τον πολιτικό χώρο επιχειρήθηκαν προσπάθειες μιας πιο σύνθετης προσέγγισης του χαρακτήρα του πολέμου και, κατά συνέπεια, των καθηκόντων και των στόχων του εργατικού κινήματος.

Απ’ αυτή την άποψη, για την ιστορία του εργατικού κινήματος και της αριστεράς στην Ελλάδα έχει ιδιαίτερη σημασία η τοποθέτηση της «Παλιάς Κεντρικής Επιτροπής» του ΚΚΕ για τη στάση που θα έπρεπε να κρατήσει η εργατική τάξη στον ελληνοϊταλικό πόλεμο15. Η θέση αυτή θα μπορούσε να συγκλίνει, σε κινηματικό επίπεδο και υπό προϋποθέσεις, με τις αντίστοιχες θέσεις του Τρότσκι: η ανατροπή της δικτατορίας του Μεταξά είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη νίκη του αντιφασιστικού πολέμου. Πρόκειται για μια θέση/ανάλυση, η οποία δικαιώθηκε απόλυτα, από την εξέλιξη του πολέμου και της αντίστασης (είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι αυτό σπάνια αναγνωρίζεται). Ο πόλεμος που διεξήχθη υπό την ηγεσία του Μεταξά δεν ήταν ένα απλό περιφερειακό συμβάν μεταξύ δύο χωρών, αλλά μια από τις πτυχές ενός παγκόσμιου γεγονότος. Ως τέτοια, η ελληνοϊταλική σύγκρουση, με αυτά τα χαρακτηριστικά που είχε, δεν μπορούσε παρά να καταλήξει στην ελληνική ήττα (όπως και έγινε) και την ήττα αυτή δεν μπορούσε να αποτρέψει καμιά έκκληση του ΓΓ του ΚΚΕ προς τον ελληνικό λαό, να παλέψει υπό την ηγεσία του δικτάτορα Μεταξά. Αντίθετα, η σύγκρουση με τον φασισμό και την κατοχή, απέκτησε πραγματική δυναμική και αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα ως πτυχή και πάλι ενός παγκόσμιου φαινομένου, μόνο όταν η σύγκρουση αυτή έγινε ένα μαζικό, προοδευτικό κίνημα, στο επίκεντρο του οποίου βρέθηκε η οργανωμένη εργατική αντίσταση, διαμορφώνοντας μια προοπτική κοινωνικής χειραφέτησης των καταπιεσμένων.

Το μεγαλύτερο τμήμα του τροτσκιστικού χώρου στην Ελλάδα υποτίμησε αυτή την δυναμική του αντιστασιακού κινήματος και δεν συμμετείχε στο ΕΑΜ (κάτι για το οποίο του ασκήθηκε κριτική αργότερα από την Τέταρτη Διεθνή16). Η στάση αυτή ήταν ένα «λάθος», για το οποίο στη συνέχεια έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά. Αλλά όταν μιλάμε για πολιτικά «λάθη» θα πρέπει πάντοτε να εξετάζουμε τι εννοεί αυτός/αυτή που κάνει μια τέτοια την κριτική. Από την άποψη της σταλινικής ηγεσίας του ΕΑΜ το «λάθος» έγκειται στο γεγονός ότι οι τροτσκιστές (ή μάλλον η πλειοψηφία τους) δεν εντάχθηκαν στο ΕΑΜ, εντός του οποίου φυσικά θα ήταν υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν την πολιτική γραμμή του ΚΚΕ· όμως από μια άλλη, «τροτσκιστική» άποψη, ως «λάθος» μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι οι τροτσκιστές δεν εντάχθηκαν στο ΕΑΜ για να προσπαθήσουν να ανατρέψουν την σταλινική πολιτική και για να συμβάλουν στην στροφή του ΕΑΜ σε μία επαναστατική κατεύθυνση. Δεν πρόκειται λοιπόν για το ίδιο «λάθος».

Ο τροτσκιστικός χώρος στην Ελλάδα βρέθηκε στις συνθήκες του πολέμου και της κατοχής πολυδιασπασμένος και με αρκετά αποκλίνουσες θέσεις για μια σειρά σημαντικά ζητήματα (πχ. για τον χαρακτήρα του πολέμου ή για την κοινωνική φύση της ΕΣΣΔ). Η μεγαλύτερη τροτσκιστική οργάνωση (η ΕΟΚΔΕ του Παντελή Πουλιόπουλου) άσκησε μια πολύ σκληρή κριτική απέναντι στο ΕΑΜ, τα βασικά χαρακτηριστικά της οποίας ήταν ότι το ΕΑΜ αποτελούσε ένα διαταξικό μέτωπο, μέσα στο οποίο τα συμφέροντα των υποτελών κοινωνικών τάξεων υποτάσσονταν στα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Άσκησε επίσης κριτική στην πολιτική συνεργασία του ΕΑΜ με τον αγγλικό ιμπεριαλισμό, επιμένοντας, ότι ο αγγλικός ιμπεριαλισμός θα διαδεχθεί τη γερμανική κατοχή, προκειμένου να ανορθώσει την κλονισμένη κυριαρχία της ελληνικής αστικής τάξης17 (έτσι με βάση τα δύο αυτά στρατηγικά σημεία, έκανε κριτική στο ΕΑΜ για τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας).

Αναγνώριζε όμως (τουλάχιστον από το 1943) ότι το εαμικό κίνημα εξέφραζε στη βάση του την «ταξική αντίθεση των μεγάλων στρωμάτων των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων της χώρας εναντίον της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας, το απέραντο μίσος και την αγανάκτησή τους κατά των καταπιεστικών μέτρων των ιμπεριαλιστών της κατοχής και κατά των εξαθλιωτικών όρων της ζωής τους μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα, τα αντιπολεμικά και φιλοσοβιετικά τους αισθήματα και γενικότερα τους πόθους τους για μια ριζική αλλαγή.» Εκτιμούσε όμως, ότι οι διαθέσεις αυτές των λαϊκών μαζών βρισκόταν σε αντίθεση με την πολιτική της εθνικής ενότητας με τις αστικές πολιτικές δυνάμεις που ακολουθούσε η εαμική ηγεσία ηγεσία, η οποία δεν ήθελε να επιτρέψει στο κίνημα να αποκτήσει συνειδητά επαναστατικά χαρακτηριστικά.18

Η κριτική αυτή αποδείχτηκε σωστή στις προβλέψεις της, και ως εκ τούτου, το «λάθος» των τροτσκιστών (τουλάχιστον της ΕΟΚΔΕ - απ’ το 1943 ΚΚΔΕ) δεν ήταν αυτό. Σε τελική ανάλυση, όπως όλοι και όλες γνωρίζουν, το 1945 υπογράφτηκε η συμφωνία της Βάρκιζας.

Συνήθως, στα πλαίσια μιας πιο ισορροπημένης κριτικής αυτού του «λάθους», αναφέρεται ο δογματικός χαρακτήρας των τροτσκιστικών αναλύσεων· ότι, ούτε λίγο-ούτε πολύ, ήταν σωστές «παντός καιρού», χωρίς να μπορούν να μετουσιωθούν σε συγκεκριμένες πολιτικές άμεσης παρέμβασης και δράσης. Η κριτική αυτή, η οποία έχει οπωσδήποτε μεγάλη δόση αλήθειας, ασκείται κυρίως για τις θέσεις των τροτσκιστών στο ζήτημα του διεθνισμού: το σύνολο των τροτσκιστών επέμεινε ότι οι Ιταλοί, Γερμανοί και Βούλγαροι φαντάροι ήταν στην πλειοψηφία τους παιδιά της εργατικής τάξης και των φτωχών αγροτών και ως εκ τούτου, το εργατικό κίνημα θα έπρεπε να προσπαθήσει να τους προσελκύσει. Επέμεινε επίσης στο ζήτημα της πλήρους υποστήριξης των δικαιωμάτων των μειονοτήτων19. Η αλήθεια είναι, ότι συνήθως επρόκειτο για έναν διεθνισμό ο οποίος γινόταν αντιληπτός ως επανάληψη του διεθνισμού του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου: συναδέλφωση των στρατιωτών στα χαρακώματα. Αυτές οι μορφές διεθνισμού δεν μπορούσαν σίγουρα να επαναληφθούν στις συνθήκες του δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, όμως αυτό απλώς σήμαινε ότι θα έπρεπε να αναζητηθούν άλλες μορφές και όχι να εγκαταλειφθεί η ίδια η λογική του διεθνισμού. Η κριτική επομένως των τροτσκιστών στην ηγεσία του ΕΑΜ για εγκατάλειψη της διεθνιστικής πολιτικής είχε πραγματική βάση (από άποψη περιεχομένου και όχι μορφής).

Και επιπλέον, η επιμονή των τροτσκιστών στο ζήτημα του διεθνισμού, βρισκόταν πολύ πιο κοντά στις πραγματικές κινηματικές πρακτικές και διαδικασίες στις οποίες ενεπλάκησαν οι λαϊκές μάζες, απ’ ο,τι η εθνικιστική ρητορική και κατεύθυνση της ηγεσίας του εαμικού κινήματος. Οι λιποταξίες Γερμανών φαντάρων στις τάξεις του ΕΛΑΣ (των αγροτικών περιοχών, αλλά και της Αθήνας) δεν ήταν καθόλου κάτι το άγνωστο. Όπως επίσης και οι προσπάθειες από τον ίδιο τον ΕΛΑΣ να έρθει σε επαφή με τους Γερμανούς φαντάρους, ακόμα και για να τους πείσει να επιβάλουν στους αξιωματικούς τους να μην συμπλακούν με τους αντάρτες20. Όσον αφορά στους Ιταλούς, εκτός από τις περιπτώσεις των ατομικών λιποταξιών, η πιο χαρακτηριστική περίπτωση διεθνισμού στις συνθήκες του Β΄ Π.Π. είναι η παράδοση του οπλισμού της Μεραρχίας Πινερόλο στον ΕΛΑΣ μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης Μουσολίνι21. Τμήματα της Μεραρχίας Πινερόλο καθώς και άλλα ιταλικά στρατιωτικά σώματα πολέμησαν εναντίον των κατοχικών δυνάμεων, τις περισσότερες φορές μαζί με τον ΕΛΑΣ (Λέρο, Ρόδο, Σάμο, Κέρκυρα και Κεφαλλονιά, όπου όμως ο αγώνας τους είχε τραγική κατάληξη: πολλές χιλιάδες Ιταλοί στρατιώτες σφαγιάστηκαν από τις ναζιστικές δυνάμεις22). Υπήρχαν επίσης πολλές περιπτώσεις λιποταξίας Βουλγάρων στρατιωτών προς τον ΕΛΑΣ23. Όμως στην περίπτωση των Βουλγάρων αυτό που έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία, ως περίπτωση διεθνισμού του Β΄ Π. Π., είναι η εξέγερση των Βουλγάρων φαντάρων μετά την ανατροπή της φιλοαξονικής βουλγαρικής κυβέρνησης και η συνεργασία τους με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ, στο οποίο παρέδωσαν την εξουσία στις πόλεις της Δυτικής Θράκης και της Μακεδονίας που μέχρι τότε βρισκόταν υπό βουλγαρική κατοχή24. Στη συνέχεια, ο βουλγαρικός στρατός, ο οποίος ελεγχόταν από επιτροπές στρατιωτών, πολέμησε μαζί με τον ΕΛΑΣ εναντίον των ναζιστικών δυνάμεων και των δωσιλογικών ταγμάτων της περιοχής.

Η επιμονή λοιπόν των τροτσκιστών στο ζήτημα του διεθνισμού, παρά τον «δογματικό» τρόπο που μπορεί να προσέγγιζαν τις μορφές με τις οποίες θα εκδηλωνόταν, άγγιζε επί της ουσίας μια πραγματική και εξαιρετικά σημαντική πτυχή της σύγκρουσης, την οποία η ηγεσία του εαμικού κινήματος αντιμετώπισε απαξιωτικά ή ακόμα και αρνητικά και μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις με έναν θετικό, αλλά καιροσκοπικό, τρόπο.

Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για το ζήτημα των μειονοτήτων. Για πολλές δεκαετίες το ΚΚΕ είχε επιμείνει στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των Σλαβομακεδόνων και η επιμονή του αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ένταξη στο αριστερό αντιστασιακό κίνημα ενός πολύ μεγάλου τμήματος της μειονότητας (και αργότερα στον ΔΣΕ)25. Επιπλέον όμως και άλλες μειονοτικές ομάδες -Εβραίοι26 κυρίως, αλλά και Αρμένιοι27- εντάχθηκαν στο εαμικό κίνημα. Η συμμετοχή σημαντικού αριθμού αγωνιστών κι αγωνιστριών προερχόμενων από εθνικές μειονότητες καθιστούσε τουλάχιστον γελοία την εθνικιστική ρητορεία της εαμικής ηγεσίας28.

Η διεθνιστική σκοπιά από την οποία αντιμετώπισαν οι τροτσκιστές τα προβλήματα του πολέμου και της αντικατοχικής αντίστασης, αποτελούσε μια πραγματική αναγκαιότητα της οργάνωσης της άμεσης πάλης των καταπιεσμένων και όχι ένα αφηρημένο μοντέλο επαναστατικής καθαρότητας «παντός καιρού». Το γεγονός ότι η αναφορές των τροτσκιστών στον διεθνισμό έπαιρναν τη μορφή των «δογματικών» επαναλήψεων των συνθημάτων του Α΄ Π.Π. οφειλόταν στην ανυπαρξία οργανικών σχέσεων των τροτσκιστών με το μαζικό αντιστασιακό κίνημα και όχι σε ιστορικές ιδιομορφίες που καθιστούσαν τη διεθνιστική πολιτική άχρηστη, ή απλώς ακατανόητο ρομαντισμό29.

Άρα λοιπόν τελικά, γιατί οι τροτσκιστές έκαναν το «λάθος» να μην μπουν στο ΕΑΜ;

Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα/κριτική θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας την εξής σημαντική παράμετρο: το ΚΚΕ δεν επέτρεπε σε καμιά τροτσκιστική οργάνωση να ενταχθεί στο ΕΑΜ ως οργανωμένη πολιτική δύναμη, όπως είχαν ενταχθεί οι άλλες οργανώσεις κόμματα του ΕΑΜ (και το ίδιο το ΚΚΕ). Ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαν να μπουν, ήταν ατομικά, αλλά και πάλι, στην πραγματικότητα, κρύβοντας την πολιτική τους ταυτότητα.

Το ΚΚΕ δεν επέτρεψε την ένταξη στο ΕΑΜ του ΕΣΚΚΕ (Επαναστατικού Σοσιαλιστικού [Κομμουνιστικού] Κόμματος Ελλάδας), ενός μαρξιστικού, αντισταλινικού κόμματος με κάποιες χαλαρές μάλλον σχέσεις με τον τροτσκισμό30. Τα μέλη του τελικά εντάχθηκαν ως μεμονωμένοι αγωνιστές και φυσικά χωρίς τη δυνατότητα ανοιχτής πολιτικής παρέμβασης και έκφρασης.

Το παράδειγμα των μελών του ΕΣΚΚΕ ακολούθησαν πολλοί τροτσκιστές, κυρίως αρχειομαρξιστές (εντάχθηκαν δηλαδή στο ΕΑΜ ως μεμονωμένοι αγωνιστές, κρύβοντας την πολιτική τους ταυτότητα)31. Ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς, δολοφονήθηκε από τους σταλινικούς αρκετά πριν τα Δεκεμβριανά. Οι περισσότερες δολοφονίες αρχίζουν να γίνονται κυρίως την περίοδο μετά την υπογραφή της συμφωνίας του Λιβάνου και κορυφώνονται στα Δεκεμβριανά32.

Η πιο χαρακτηριστική από αυτές τις δολοφονίες ήταν του τροτσκιστή Σταύρου Βερούχη, ο οποίος συμμετείχε στο ΕΑΜ στην Εύβοια και μάλιστα στις εκλογές του Μάρτη του 1944, εκλέχτηκε εθνοσύμβουλος της ΠΕΕΑ, χωρίς να έχει προταθεί από το ΕΑΜ (με 1.900 ψήφους σε σύνολο 2.000 περίπου ψηφισάντων). Περίπου δυο μήνες αργότερα δολοφονήθηκε από σταλινικούς. Ο Βερούχης είχε προτείνει το 1943 στους υπόλοιπους τροτσκιστές να αναλάβουν τη συγκρότηση μιας αντιστασιακής στρατιωτικής ομάδας που θα δρούσε σε συγκεκριμένο τόπο33.

Άρα λοιπόν, αποτιμώντας την επιλογή των τροτσκιστών να μην μπουν στο ΕΑΜ (κυρίως της ΕΟΚΔΕ/ΚΚΔΕ), θα πρέπει να παίρνουμε υπόψη μας τις συνθήκες της ιστορικής συγκυρίας. Η ένταξη των αριθμητικά μικρών (σε σύγκριση με το μέγεθος του ΚΚΕ) τροτσκιστικών οργανώσεων δεν υπήρχε περίπτωση να γινόταν δεκτή από το ΚΚΕ και η ατομική ένταξη θα σήμαινε, είτε την φυσική τους εξόντωση, είτε την απόκρυψη των πολιτικών τους απόψεων και άρα και την παραίτηση από κάθε προσπάθεια να αλλάξουν από μέσα την πολιτική κατεύθυνση του ΕΑΜ.

Από αυτή την άποψη και με αυτά ως δεδομένα, το βασικότερο «λάθος» των τροτσκιστών της ΕΟΚΔΕ/ΚΚΔΕ, ήταν αυτό που αναγνωρίζει πολλά χρόνια αργότερα ένα από τα ηγετικά στελέχη του τροτσκιστικού κινήματος, ο Χρήστος Αναστασιάδης, αναφερόμενος στην απόφαση της ΚΚΔΕ του 1943: «Η μόνη έλλειψη που μπορούμε να παρατηρήσουμε στην παραπάνω ανάλυση είναι η απουσία ενός μεταβατικού συνθήματος που θα επιδίωκε να βάλει μια σφήνα ανάμεσα στον επαναστατικό δυναμισμό του μαζικού αυτού κινήματος και στο νεομεταρρυθμιστικό χαρακτήρα της πολιτικής της σταλινικής ηγεσίας του, όπως λόγου χάρη: ‘‘Όχι συνεργασία με τα κόμματα του Κεφαλαίου! Όλη η εξουσία στο ΕΑΜ!’’»34

Τι θα άλλαζε όμως στην ιστορία του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα ή έστω στην προσωπική ιστορία των τροτσκιστών εάν είχαν υιοθετήσει αυτό το σύνθημα έγκαιρα από το 1943; Με τον συσχετισμό δύναμης της πολιτικής επιρροής του ΚΚΕ και των τροτσκιστών αυτή την περίοδο, μάλλον δε θα άλλαζαν πολλά πράγματα. Γιατί το πρόβλημα της απομόνωσης των τροτσκιστών από το μαζικό κίνημα της κατοχικής περιόδου είχε βαθύτερες πολιτικές αιτίες από τη «λάθος» στάση απέναντι στο εαμικό κίνημα (που όπως είδαμε, τελικά δεν ήταν και «τελείως λάθος»).

Το τροτσκιστικό κίνημα (σε ολόκληρο τον κόσμο) συγκροτήθηκε αρχικά ως αριστερή αντιπολίτευση στο εσωτερικό των Κομουνιστικών Κομμάτων και της Κομιντέρν αλλά πολύ γρήγορα, μετά τις μαζικές εκκαθαρίσεις/διαγραφές από τους σταλινικούς, οι τροτσκιστικές ομάδες βρέθηκαν σε μια περίεργη κατάσταση, να είναι οργανωτικά εκτός κόμματος, αλλά να λειτουργούν σαν εσωτερικές αντιπολιτεύσεις, οι οποίες, με την κριτική τους προσπαθούσαν να πείσουν τα μέλη των Κομουνιστικών Κομμάτων, να αναλάβουν πρωτοβουλίες για να διορθώσουν την πολιτική γραμμή του κόμματός τους. Τα κομουνιστικά κόμματα εξακολουθούσαν να παραμένουν, σύμφωνα με την ανάλυση του Τρότσκι μέχρι το 1933, τα μόνα επαναστατικά κόμματα, στα οποία οι τροτσκιστές θα επέστρεφαν κάποτε δικαιωμένοι. Ο Τρότσκι και οι τροτσκιστές είδαν τον εκφυλισμό των Κομουνιστικών Κομμάτων μέσα από το ιδεολογικό πρίσμα με το οποίο ερμήνευαν και τις κοινωνικές αλλαγές στην ΕΣΣΔ. Το πρόβλημα των ΚΚ ήταν -υποτίθεται- το πρόβλημα μιας γραφειοκρατικής ηγεσίας, οι χειρισμοί της οποίας δεν επέτρεπαν να εκδηλωθεί η ενεργητικότητα μιας βάσης που παρέμενε αναλλοίωτα επαναστατική. Όταν ο Τρότσκι διαπίστωσε (μετά τη γερμανική τραγωδία -την κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί- για την οποία το γερμανικό ΚΚ και η Κομιντέρν είχαν τεράστιες ευθύνες) ότι τα ΚΚ είχαν αμετάκλητα εξελιχθεί σε ιδιότυπα ρεφορμιστικά κόμματα, έκανε στροφή προς την οικοδόμηση ανεξάρτητων επαναστατικών τροτσκιστικών οργανώσεων, ως προπλάσματα των νέων επαναστατικών κομμάτων. Παρ’ όλ’ αυτά, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, αν και οι εκτιμήσεις του για την ταξική φύση των ΚΚ άλλαξαν μετά το ‘33, οι απόψεις του για τον κοινωνικό χαρακτήρα της ΕΣΣΔ εξακολουθούσαν να παραμένουν οι ίδιες. Έτσι όμως, η αδυναμία της ανάλυσης του Τρότσκι στην κατανόηση των κοινωνικών/ταξικών προϋποθέσεων του σταλινικού φαινομένου εμπόδιζε την ανάπτυξη μιας πλήρους και συστηματικής κριτικής και αντιμετώπισης των σταλινικών Κομουνιστικών Κομμάτων. Από τη στιγμή που η ΕΣΣΔ ήταν «εκφυλισμένο εργατικό κράτος», δηλαδή εν μέρει φορέας επαναστατικών παραδόσεων, τότε και τα κόμματα που εκπροσωπούσαν στις άλλες χώρες το σοβιετικό-σταλινικό μοντέλο δεν μπορεί παρά να ήταν κι αυτά φορείς ανάλογων παραδόσεων.

Από αυτές τις αδυναμίες της τροτσκιστικής ανάλυσης προέκυπτε ένα ολόκληρο πλέγμα πολιτικών νοοτροπιών και πολιτικών συμπεριφορών των τροτσκιστικών οργανώσεων και των μελών τους που συνέχιζε να καθηλώνει τον τροτσκισμό σε μια θέση ενδιάμεση, ανάμεσα στο ρόλο της εσωτερικής/εξωτερικής αριστερής αντιπολίτευσης στα ΚΚ και στο ρόλο της ανεξάρτητης επαναστατικής οργάνωσης.

Από αυτή την άποψη λοιπόν, το βασικό πρόβλημα της κριτικής που έκαναν οι τροτσκιστές (ή έστω η πλειοψηφία τους) στο ΚΚΕ δεν ήταν η αυστηρότητα ή η σκληρότητα αυτής της κριτικής, ή ακόμα και ο «σεχταρισμός» των τροτσκιστών (αναμφίβολα υπαρκτός). Δηλαδή το βασικό πρόβλημα δεν ήταν η απόσταση που προσπαθούσαν να διατηρήσουν από την πολιτική του ΚΚΕ, αλλά η αδυναμία τους να διαχωριστούν με σαφήνεια απ’ αυτή την πολιτική. Η κριτική τους απέναντι στο ΚΚΕ, παρ’ όλο που μερικές φορές μπορεί να διατυπώνεται με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, είναι πάντοτε μια κριτική που απευθύνεται αποκλειστικά προς τα μέλη του ΚΚΕ και τα καλεί να αντιληφθούν τον προδοτικό ρόλο της ηγεσίας τους.

Το πρόβλημα λοιπόν των τροτσκιστών στην Ελλάδα (και όχι μόνο), ήταν ότι για μια ολόκληρη περίοδο, από τη διαγραφή τους από το ΚΚΕ και μέχρι την έναρξη του πολέμου, δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν την ανάγκη της απεύθυνσης στην εργατική τάξη και τις καταπιεσμένες μάζες, ανεξάρτητα από τα οργανωτικά δίκτυα του ΚΚΕ. Για τους τροτσκιστές, η βάση του ΚΚΕ παρέμενε πάντοτε η πεμπτουσία της επαναστατικής πρωτοπορίας, ακόμα κι όταν το ΚΚΕ είχε μείνει χωρίς κοινωνική βάση, όπως ήταν η περίοδος αμέσως μετά την γερμανική εισβολή, στη φάση της συγκρότησης αυθόρμητων αντιστασιακών οργανώσεων, χωρίς οργανωτικούς δεσμούς με το ΚΚΕ.

Ως εκ τούτου, η κριτική που συχνά γίνεται προς τους τροτσκιστές της Ελλάδας, ότι αποκόπηκαν από το μαζικό κίνημα επειδή υποτιμούσαν τον «ρόλο των αγροτών», ή υποτιμούσαν το «εθνικό ζήτημα» (δηλαδή το ζήτημα της κατοχής), είναι μάλλον αφελής. Εάν κάποιος / κάποια μπει στον κόπο να διαβάσει τις θέσεις και τις αναλύσεις των τροτσκιστών γι’ αυτά τα δύο ζητήματα (για να περιοριστούμε σ’ αυτά) θα διαπιστώσει ότι είναι πολύ πιο επεξεργασμένες, απ’ οτιδήποτε γράφτηκε αυτή την περίοδο (του Μεσοπολέμου) στον ελληνικό χώρο35. Δεν ήταν λοιπόν η «υποτίμηση» του «εθνικού» ζητήματος ο λόγος για τον οποίο δεν επιχείρησαν οι τροτσκιστές να αποκτήσουν οργανικούς δεσμούς με το αντιστασιακό κίνημα, εν τη γενέσει του, αλλά η παγιωμένη αντίληψή τους ότι ο ιστορικός πολιτικός τους ρόλος εξακολουθούσε να είναι η απεύθυνση στη βάση του ΚΚΕ - και όχι απευθείας στην εργατική τάξη.

Παρά τους σκληρούς χαρακτηρισμούς που μπορεί να χρησιμοποιούσαν εναντίον της ηγεσίας του ΚΚΕ, εξακολουθούσαν να το βλέπουν ως το απαραίτητο στάδιο που έπρεπε να διανύσουν οι μάζες για να προσεγγίσουν την επανάσταση και γι’ αυτό περιόριζαν την αντιπαράθεσή τους με το ΚΚΕ μόνο σε θεωρητικό επίπεδο και όχι στο επίπεδο της πολιτικής και οργανωτικής επιρροής μέσα στην εργατική τάξη.

Η πιο καταστροφική περίοδος αυτής της πολιτικής ήταν στα τέλη της δεκαετίας του ‘20 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘30, όταν το ΚΚΕ ήταν σχεδόν διαλυμένο ύστερα από τις διαγραφές της αριστερής αντιπολίτευσης, τις εσωτερικές φραξιονιστικές συγκρούσεις και την αλλοπρόσαλλη γραμμή της «Τρίτης Περιόδου»36. Την περίοδο εκείνη, που το εργατικό κίνημα είχε αρχίσει να ανακάμπτει, οι τροτσκιστικές οργανώσεις μπορούσαν να συναγωνιστούν το ΚΚΕ σε επιρροή, αλλά -εκτός από τους αρχειομαρξιστές, οι υπόλοιποι απέρριψαν την ιδέα συγκρότησης ενός νέου επαναστατικού κόμματος37. Για την ομάδα του Σπάρτακου (Παντελής Πουλιόπουλος) ο κύριος αντίπαλος ήταν οι αρχειομαρξιστές, οι οποίοι δεν αναγνώριζαν το ΚΚΕ ως το μοναδικό κόμμα της εργατικής πρωτοπορίας. Αυτή η πολιτική μυστικιστικού σεβασμού απέναντι στο ΚΚΕ, η οποία τροφοδοτούσε συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις, διασπάσεις, επανενώσεις και ξανά διασπάσεις, οδήγησε στη πλήρη αδυναμία των οργανώσεων που βρισκόταν στα αριστερά του ΚΚΕ να συγκροτήσουν ένα μαζικό και αποτελεσματικό πολιτικό εργαλείο παρέμβασης σε μια νέα περίοδο εργατικών αγώνων η οποία κορυφώθηκε με την εξέγερση του Μάη του ‘36 στη Θεσσαλονίκη και ανακόπηκε με τραγικό τρόπο από τη δικτατορία του Μεταξά, η οποία και διέλυσε όλες τις αριστερές οργανώσεις.

Έτσι στην αρχή της Κατοχής το ΚΚΕ αν και ήταν διαλυμένο οργανωτικά, ήταν η μόνη ορατή και αναγνωρίσιμη αριστερή πολιτική οργάνωση, εξαιτίας της πολιτικής επιρροής που είχε αναπτύξει τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘30.

Παρ’ όλ’ αυτά, οι πρώτες οργανώσεις του αντιστασιακού κινήματος δεν συγκροτήθηκαν από το ΚΚΕ, αλλά από ανένταχτους, από ψηφοφόρους των βενιζελικών κομμάτων και σε πολλές περιπτώσεις από ανθρώπους οι οποίοι είχαν υπογράψει δήλωση μετανοίας επί Μεταξά (και ως εκ τούτου είχαν διαγραφεί από το ΚΚΕ και αντιμετωπίζονταν με πολύ μεγάλη εχθρότητα)38. Οι οργανώσεις αυτές συγκροτούνταν από τα κάτω για να αντιμετωπίσουν τις άμεσες ανάγκες για τη ζωή των λαϊκών μαζών και όχι λόγω του «πατριωτισμού» και του «εθνικού αισθήματος». Οι Λαϊκές Επιτροπές που άρχισαν να συγκροτούνται σε όλη τη χώρα από τον χειμώνα του ’41-’42, είχαν ως στόχο τους την αντιμετώπιση ζητημάτων έλλειψης τροφίμων, αυτοάμυνας και αλληλοβοήθειας κι απ’ αυτή την άποψη τα «ειδικά» καθήκοντα που έθεταν οι τροτσκιστές στην αρχή της κατοχής, ήταν πολύ περισσότερο συμβατά με τα ζητήματα για τα οποία άρχισαν να αυτοοργανώνονται και να ριζοσπαστικοποιούνται οι λαϊκές μάζες39. Και πάλι όμως οι τροτσκιστές δεν επιχείρησαν να παίξουν κανένα ρόλο μέσα σ’ αυτές τις αρχικές προσπάθειες οργάνωσης, όχι επειδή «υποτιμούσαν» το «εθνικό» ζήτημα, αλλά επειδή συνέχιζαν να θεωρούν ότι το ΚΚΕ (το οποίο πολύ γρήγορα άρχισε να συνδέεται με αυτές τις οργανώσεις) θα μπορούσε με μια κατάλληλη κριτική να μετατοπιστεί προς την επαναστατική κατεύθυνση.

Σχόλιο για την εξόντωση των τροτσκιστών

Γιατί όμως το ΚΚΕ αποφάσισε να εξοντώσει τους τροτσκιστές το 1944;

Οι απαντήσεις που έδιναν οι ίδιοι οι τροτσκιστές αυτή την περίοδο και αργότερα υπονοούν κατά κάποιο τρόπο, ότι η εξόντωσή τους έγινε με στόχο να εξαφανιστεί κάθε εναλλακτική προοπτική στα αριστερά του ΚΚΕ προς την οποία θα μπορούσε να στραφεί η απογοήτευση/αγανάκτηση των εαμικών μαζών από τις προδοσίες της ηγεσίας τους οι οποίες μετά τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας άρχισαν να γίνονται ορατές. Η απάντηση αυτή έχει μια δόση αλήθειας, αν και υπερεκτιμά την ικανότητα επιρροής των τροτσκιστικών απόψεων.

Φυσικά είναι εντελώς απίθανο το πανίσχυρο ΚΚΕ, το οποίο έλεγχε οργανώσεις με εκατοντάδες χιλιάδες μέλη να ανησυχούσε σοβαρά από την προπαγάνδα κάποιων διασκορπισμένων και ασυντόνιστων μεταξύ τους ομάδων, τα μέλη των οποίων, συνολικά θα αριθμούσαν μερικές εκατοντάδες εάν συνενώνονταν.

Όμως είχε αρχίσει να εκδηλώνεται πραγματικό πρόβλημα στη βάση του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, ύστερα από την άνοιξη του 1944. Η απελευθέρωση πλησίαζε και το πρόβλημα της εξουσίας εμφανιζόταν καθαρά σε όλες του τις διαστάσεις, σε όλα τα μέλη και τον κόσμο που βρισκόταν γύρω από το ΕΑΜ. Γινόταν επίσης καθαρό, ότι η ηγεσία του εαμικού κινήματος είχε προχωρήσει σε ένα συμβιβασμό με τις αστικές δυνάμεις και τον αγγλικό ιμπεριαλισμό, ενώ από την άλλη, οι διεκδικήσεις των λαϊκών μαζών έπρεπε να περιοριστούν μέσα στα όρια εκείνα που θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά από τις σύμμαχες αστικές δυνάμεις. Το ΚΚΕ έπρεπε λοιπόν να εμποδίσει να ανοίξει μια συζήτηση και μια ανοιχτή κριτική μέσα στο εαμικό κίνημα γύρω απ’ αυτά τα ζητήματα. Η επίθεση που ξεκίνησε από την ΚΟΜΕΠ εναντίον των τροτσκιστών από τον Μάιο του 194440, δευτερευόντως αφορά στην πραγματικότητα τους ίδιους τους τροτσκιστές και πρωτίστως αποσκοπεί στο να μην επιτρέψει να διατυπωθεί οποιαδήποτε κριτική στις αποφάσεις και στις ενέργειες της εαμικής ηγεσίας. Τα άρθρα αυτά, εξομοιώνοντας την κριτική των τροτσκιστών με τη φασιστική προπαγάνδα και χαρακτηρίζοντας τους ίδιους τους τροτσκιστές, «πράκτορες» του φασισμού, έδινε το ξεκάθαρο μήνυμα σ’ εκείνους τους εαμίτες κι εκείνες τις εαμίτισες ή τα μέλη του ΚΚΕ, που ήθελαν να διατυπώσουν παρόμοιες κριτικές, ότι η στάση τους και η κριτική τους θα αντιμετωπιζόταν με τον ίδιο τρόπο.

Οι δολοφονίες, οι περισσότερες από τις οποίες ξεκινάνε την ίδια περίοδο, ερχόταν να επικυρώσουν κατά κάποιο τρόπο, τον χαρακτηρισμό των τροτσκιστών ως πρακτόρων του φασισμού, αλλά και επίσης, να δείξουν τι περιμένει όποιον και όποια επαναλαμβάνει παρόμοιες απόψεις αμφισβήτησης της κομματικής γραμμής.

Η παταγώδης και δραματική χρεοκοπία της πολιτικής του ΕΑΜ τον Δεκέμβρη του 1944, επισπεύδει τις διαδικασίες εξόντωσης των τροτσκιστών, ακριβώς επειδή μέσα στο εαμικό κίνημα αυξάνονται οι αμφιβολίες και οι αντιδράσεις απέναντι στην ηγεσία, αλλά ταυτόχρονα, αυξάνεται και η μαχητικότητα των λαϊκών μαζών, οι οποίες αντιλαμβάνονται ότι στη σύγκρουση του Δεκέμβρη διακυβεύεται όχι μόνο ο,τι είχε κατακτηθεί κατά την περίοδο της κατοχής, αλλά και η ίδια τους η ζωή, ενώ για την ηγεσία του ΕΑΜ η σύγκρουση του Δεκέμβρη ήταν μια προσπάθεια πίεσης προς τον αστικό κόσμο, για να εντάξει στους κόλπους του το ΕΑΜ41.

Παρ’ όλ’ αυτά, φαίνεται ότι η κριτική των τροτσκιστών μπορούσε να βρει κάποια ανταπόκριση, εάν φυσικά κατάφερνε να ακουστεί. Οι λαϊκές μάζες του εαμικού κινήματος είχαν μάλλον απέναντι στους τροτσκιστές μια συμπεριφορά διαφορετική από αυτήν που καλλιεργούσε η ηγεσία και εκτελούσαν οι ένοπλες ομάδες που βρισκόταν υπό τον άμεσο έλεγχο της ηγεσίας (η ΟΠΛΑ και αργότερα η Εθνική Πολιτοφυλακή)42. Τα παραδείγματα της δολοφονίας του αρχειομαρξιστή Π. Αναστασίου και του Στρατή Σπανέα της ΕΟΚΔΕ/ΚΚΔΕ δείχνουν κάτι τέτοιο. Ο Αναστασίου είχε συγκροτήσει ανταρτοομάδα στο Αγρίνιο η οποία εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ. Κατηγορήθηκε από την ηγεσία για την αποτυχία κάποιας πολεμικής επιχείρησης της ομάδας του, αλλά τρεις φορές απαλλάχτηκε των κατηγοριών από το ανταρτοδικείο. Στο τέλος όμως εκτελέστηκε από τους «κομματικούς» τον Απρίλη του 194443. Ο Στρατής Σπανέας συνελήφθη στις αρχές του καλοκαιριού του 1944 από εαμίτες και μεταφέρθηκε στο βουνό για να ανακριθεί. Εκεί, αφού εξέθεσε τις πολιτικές του απόψεις στους εαμίτες, αφέθηκε ελεύθερος. Ύστερα από δέκα μέρες δολοφονήθηκε με δόλο στο Παγκράτι44.

Αυτές οι περιπτώσεις, οι οποίες δεν είναι οι μοναδικές, θα πρέπει να αναδεικνύονται, προκειμένου να γίνεται σαφής διαχωρισμός του εαμικού κινήματος και της ταξικής επαναστατικής βίας (την οποία με πάθος είχαν υπερασπίσει οι τροτσκιστές45), από τα εγκλήματα εναντίον αγωνιστών που διαπράχτηκαν από ομάδες πάνω στις οποίες οι λαϊκές οργανώσεις δεν είχαν κανένα έλεγχο, αλλά λειτουργούσαν με απευθείας εντολές από την ηγεσία του ΚΚΕ.

Εξάλλου, τα εγκλήματα της «ενδοαριστερής» βίας δεν διαπράχτηκαν μόνο εναντίον των τροτσκιστών αλλά και εναντίον οποιουδήποτε μέλους του ΚΚΕ (ακόμη και ηγετικών στελεχών) τολμούσε να αρθρώσει μια σοβαρή και συγκροτημένη αμφισβήτηση της κομματικής γραμμής46. Τα εγκλήματα αυτά μάλιστα πήραν τερατώδεις διαστάσεις, στα κολαστήρια του Μπούλκες και άλλων περιοχών47 της Ανατολικής Ευρώπης όπου κατέφευγαν οι ηττημένοι αντάρτες κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και μετά. Εκεί, υπό τον απόλυτο έλεγχο των αποθρασυμένων ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ, οι αγωνιστές κι οι αγωνίστριες εξοντώνονταν με συστηματικό τρόπο, ως εξιλαστήρια θύματα για τη χρεοκοπία της πολιτικής της ταξικής συνεργασίας με τις «εθνικές» αστικές δυνάμεις.

Σημειώσεις

1 Για την ταξική φύση της σταλινικής ΕΣΣΔ: Λέον Τρότσκι, Η ταξική φύση της Σοβιετικής Ένωσης, Αλλαγή, Αθήνα 1986, κυρίως σσ. 26-33, 57-62 και 70, 71. Λέον Τρότσκι, Στην υπεράσπιση του Μαρξισμού, Αλλαγή, Αθήνα 1980, κυρίως σσ. 98-99, 177-181 και 183-188. Λέον Τρότσκι, Η προδομένη επανάσταση, Αλλαγή, Αθήνα, κυρίως σσ. 191-207. Για την μεταγενέστερη συζήτηση για την ταξική φύση της ΕΣΣΔ και των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, βλ: Ernest Mandel, Εξουσία και χρήμα. Μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1994· Ernest Mandel, «Η θεωρία του κρατικού καπιταλισμού», Παραναγνώστης, 11 Σεπτεμβρίου 2012. Ο Mandel ακολουθεί και ανανεώνει την ανάλυση του Τρότσκι. Για την ανάλυση των καθεστώτων αυτών ως καπιταλιστικά (κρατικός καπιταλισμός) ενδεικτικά: Τόνυ Κλιφ, Κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1991. Τόνι Κλιφ, Κρις Χάρμαν, Πήτερ Μπινς, Πάνος Γκαργκάνας, ΕΣΣΔ: Από το εργατικό κράτος στον κρατικό καπιταλισμό, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1989. Επίσης: Σαρλ Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ. 1η Περίοδος 1917 - 1923, Κέδρος, Αθήνα 1974 και Σαρλ Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ. 2η Περίοδος 1923 - 1930», Κέδρος, 1974. Γιάννης Μηλιός, «Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ», Θέσεις, τεύχος 33, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1990. Παπαφωτίου Δημήτρης, «Μαρξισμός και Σοβιετική Ένωση», Θέσεις, τεύχος 127, Απρίλιος - Ιούνιος 2014. Για την γραφειοκρατία ως εκμεταλλευτική τάξη: Κορνήλιος Καστοριάδης, Η γραφειοκρατική κοινωνία. Οι παραγωγικές σχέσεις στη Ρωσία, Βέργος, Αθήνα 1977.

2 Λ. Τρότσκι, Στην υπεράσπιση..., σσ. 179 και 183.

3 Λέον Τρότσκι, «Βοναπαρτισμός, Φασισμός και Πόλεμος», Σπάρτακος, τεύχος 112, Ιούνιος 2013. Τεύχος - αφιέρωμα, «Η μαρξιστική κριτική του φασισμού»· και e la libertà, 4 Νοεμβρίου 2016.

4 Για το ζήτημα αυτό βλ.: Λέον Τρότσκι, Ο πόλεμος και η Τέταρτη Διεθνής, Αλλαγή, Αθήνα 1984· κυρίως όμως: Leon Trotsky, «How to Really Defend Democracy», Marxists Internet Archive, 2002· Leon Trotsky, «On Conscription», Marxists Internet Archive, 2002· Leon Trotsky, «Some Questions on American Problems», Marxists Internet Archive, 2002.

5 Βλ.: Λέον Τρότσκι, «Το πρόβλημα της Ουκρανίας» και Λέον Τρότσκι «Η ανεξαρτησία της Ουκρανίας και τα συγχυσμένα κεφάλια των σεχταριστών», e la libertà, 9 Μαρτίου 2016.

6 Λ. Τρότσκι, Στην υπεράσπιση..., σσ. 103-106, 188-197 και 238-241.

7 Όταν ο Λένιν διατύπωσε κάποτε αυτή την καινοφανή για τον μαρξισμό θεωρία, ο Σλιάπνικοφ, ένας από τους ηγέτες της φράξιας της Εργατικής Αντιπολίτευσης έκανε την εξής ειρωνική παρατήρηση: «Επιτρέψτε μου να σας συγχαρώ, γιατί είστε η πρωτοπορία μιας ανύπαρκτης τάξης». Τόνι Κλιφ, Τρότσκι, 2. 1917-1923. Το ξίφος της επανάστασης, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2010, σελ. 249 και για τη σχετική συζήτηση και την μπολσεβίκικη πολιτική, σσ. 247-261. Ernest Mandel, Εξουσία και χρήμα. Μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1994, σσ. 178-192. Τόνι Κλιφ, Λένιν 1917-1923. Πολιορκημένη επανάσταση, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2000, σσ. 193-201 και 352-369.

8 Συμμετείχε όμως το Πολωνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο είχε ένα πολιτικό πρόγραμμα για εκτεταμένες εθνικοποιήσεις. Ygael Gluckstein [T. Cliff], On the Class Nature of the «People’s Democracies», 1950· διαθέσιμο στο Marxists’ Internet Archive

9 Mark Mazower, Η αυτοκρατορία του Χίτλερ, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009, σσ. 511-515, 518.

10 Jean-Jacques Marie, Στάλιν, Οδυσσέας, Αθήνα 2003, σ.σ. 508, 509.

11 Y. Gluckstein, On the Class Nature of..., ό.π. Άντυ Άντερσον, Η ουγγρική επανάσταση του 1956, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1981, σ. 15-17. Κώστας Πίττας, «Η άνοδος και η πτώση του κρατικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια», Σοσιαλισμός από τα κάτω, τεύχος 7, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1993, σσ. 25, 26.

12 Chris Harman, Simon Terry και Andy Zebrowski, «Crisis in Eastern Europe. The Belgrade road», Socialist Worker Review, τεύχος 111, Ιούλιος Αύγουστος 1988· Marxists’ Internet Archive. Juraj Katalenac, «Yugoslav Self-Management: Capitalism Under the Red Banner», Insurgent Notes, ν. 9, 3 Οκτωβρίου 2013. Neil Fernandez, «Yugoslavery: Yugoslavia - Capitalism and class struggle 1918-1967» (1988), Libcom, 22 Ιουλίου 2007. 

13 Για την Κίνα, βλ: Charlie Hore, Κίνα 1927-1997, Εργατική Δημοκρατία, 1997.

14 Ygael Gluckstein [T. Cliff], Stalin’s Satellites in Europe, George Allen & Unwin Ltd, Λονδίνο 1952 και στο Marxists’ Internet Archive. Chris Harman, «Prospects for the Seventies. The Stalinist States», International Socialism, τεύχος 42, Φεβρουάριος, Μάρτιος 1970, σσ. 12-20· Marxists’ Internet Archive

15 Για τις διαφορετικές θέσεις μέσα στο ΚΚΕ για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, την Παλιά ΚΕ κτλ, βλ: ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα, τόμος τέταρτος, 1939-1940, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1975, σσ. 460 κ.ε. Θανάσης Χατζής, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, Δωρικός, Αθήνα 1983, σσ. 83-94. Θανάσης Χατζής, Οι ρίζες της εθνικής Αντίστασης. Προλεγόμενα στη Νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, Φιλίστωρ, Αθήνα 1996, σσ. 224-252. Επίσης: Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. Κ.Κ.Ε. και αστισμός στον Μεσοπόλεμο, Ολκός, Αθήνα 1976, σσ. 267-286. Παύλος Νεφελούδης, Στις πηγές της κακοδαιμονίας. Τα βαθύτερα αίτια της διάσπασης του ΚΚΕ 1918-1968, Gutenberg, Αθήνα 1974, σσ. 138-142. Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944, τ. α΄, Παπαζήσης, Αθήνα χ.χ.έ., σσ., 126-141. Αλέκος Κουτσούκαλης, Η δεύτερη δεκαετία του ΚΚΕ 1929-1939, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 1984, 164 κ.ε. Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, Το ΚΚΕ στον ιταλοελληνικό πόλεμο 1940-41, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2015.

16 «Απόφαση της Ευρωπαϊκής Γραμματείας της Τέταρτης Διεθνούς» [Ιανουάριος 1946], Κομμουνιστική Τάση, 7 Δεκεμβρίου 2012. Επίσης: Pierre Broué, «How Trotsky and the Trotskyists confronted the Second World War», Marxists’ Internet Archive, 2003 [από Revolutionary History, τόμος I τεύχη 3 και 4, Φθινόπωρο και Χειμώνας 1988· «Trotsky et les Trotskystes face à la deuxieme guerre mondiale», Cahiers Léon Trotsky, τεύχος 23, Σεπτέμβριος 1985, σσ. 35-60]. 

17 «Οι ‘‘ελυθερωτές’’’, Διεθνιστής, φ. 20, 30 Νοεμβρίου 1944· και «Προλετάριος και «Διεθνιστής» της Κατοχής, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη Αθήνα 1986, σσ. 297-300. Αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Οι γερμανικές λόγχες παραχωρήσανε τη θέση τους στις εγγλέζικες. Η μια κατοχή διαδέχτηκε την άλλη» (υπογρ. στο προτ.). Πρόκειται για μια φρασεολογία η οποία αργότερα χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα από το ΚΚΕ κατά τη διάρκεια του εμφυλίου.

18 Παρατίθεται στο: Χρήστος Αναστασιάδης, «Το εαμικό κίνημα και ο τροτσκισμός. Σταλινικές ψευτολογίες και ιστορικές αλήθειες», Μαρξιστικό Δελτίο, τεύχος, 2 Απρίλιος - Ιούνιος 1979· και Χρήστος Αναστασιάδης, Ο τροτσκισμός και η εποχής μας. Ιστορικά και πολιτικά κείμενα, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2003, σσ. 188-192.

19 Για παράδειγμα: Παντελής Πουλιόπουλος, Κείμενα για τον πόλεμο, τη δικτατορία το Νέο Κόμμα, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1979, σσ 223, 224.

20 Βλ.: Erik Eberhard, «Γερμανοί αντιφασίστες στις τάξεις του ΕΛΑΣ», Athens Indymedia, 29 Ιουνίου 2012. Επίσης, Βαγγέλης Κασάπης (Κρίτων), Στον Κόρφο της Γκύμπραινας (χρονικό της εθνικής αντίστασης στον Έβρο), τ. 2. Κάλβος, Αθήνα 1977, σσ. 197 κ.ε., για τις επαφές των ανταρτών με Γερμανούς φαντάρους. Σε ιστορικά έργα και απομνημονεύματα/αυτοβιογραφικά κείμενα υπάρχουν διάσπαρτα στοιχεία για περιπτώσεις λιποταξιών Γερμανών φαντάρων προς τον ΕΛΑΣ. Για παράδειγμα, κάποιες σκόρπιες αναφορές υπάρχουν στο: Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σσ. 227, 235 και 243.

21 Στέφανος Σαράφης, Ο ΕΛΑΣ, Επικαιρότητα, Αθήνα 1999, σσ. 163-168, 178, 163,179, 204-210. Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944, τ. β΄, Παπαζήση, Αθήνα 1995, σσ., 231-233. Ο Σαράφης αναφέρεται και σε Πολωνούς, Ρώσους και άλλων εθνοτήτων αυτομόλους προς των ΕΛΑΣ ή αιχμαλώτων που πολεμάνε με τον ΕΛΑΣ. Για την Μεραρχία Πινερόλο επίσης: Χαράλαμπος Κ. Αλεξάνδρου, Μεραρχία Πινερόλο. Χρονικό της αντίστασης και του μαρτυρίου της: Σεπτέμβριος 1943 - Δεκέμβριος 1944, Gruppo d’ Arte, 2008. Καθώς και τα απομνημονεύματα ενός Ιταλού φαντάρου ο οποίος πολέμησε με τον ΕΛΑΣ: Ρόμολο Γκαλιμπέρτι, Τρύπια άρβυλα. Από τη Μεραρχία Πινερόλο στους αντάρτες του ΕΛΑΣ, Φιλίστωρ, Αθήνα 1999.

22 Για την Κεφαλλονιά και τη σφαγή των Ιταλών στρατιωτών, βλ: Βαγγέλης Σακκάτος, Κεφαλονιά 1943, Σπανός - Βιβλιοφιλία, 2008 (ά έκδοση: Μεραρχία «Άκουι». Η σφαγή των Ιταλών στην Κεφαλονιά, η αντίσταση, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1993)

23 Για παράδειγμα, βλ: Β. Κασάπης, ό.π., σσ. 236, 237.

24 Ιορντάν Μπαέφ, Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Διεθνείς διαστάσεις, Φιλίστωρ, Αθήνα 1996, σσ. 53 κ.ε. Επίσης Β. Κασάπης, ό.π., σσ. 244, 247.

25 Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία, Μαύρη Λίστα, Αθήνα 2002, σσ. 182-204. Πέτρος Τσάγκαρης, «Οι Σλαβομακεδόνες στην αντίσταση και στον εμφύλιο» στο Η κρίση στα Βαλκάνια, το μακεδονικό και η εργατική τάξη, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1992, σσ. 36-41. Μιχάλης Λυμπεράτος, «ΚΚΕ και Σλαβομακεδονική μειονότητα στην κατεχόμενη Δ. Μακεδονία (1941-1944)», Μνήμων, τεύχος 20, 1998, σσ. 67-108. Για το ΚΚΕ και το μακεδονικό: Αλέξανδρος Δάγκας, Γιώργος Λεοντιάδης, Κομιντέρν και Μακεδονικό: Το ελληνικό παρασκήνιο, 1924, Επίκεντρο, Αθήνα 2008.

26 Για την μαζική συμμετοχή Εβραίων γυναικών και ανδρών στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, βλ.: Steven Bowman, Η Αντίσταση των Εβραίων στην κατοχική Ελλάδα, Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος, Αθήνα 2012.

27 Αναφορά στη συμμετοχή Αρμενίων της Αθήνας στις εαμικές οργανώσεις: Ο Ιός, «Ο ξεχασμένος ‘‘εθνικός εχθρός’’. Εθνικοφροσύνη και ‘‘αρμενική απειλή’’, Ελευθεροτυπία, 24 Απριλίου 2005. Ο Ιός

28 Ο Γληνός απευθυνόμενος σε «όλους τους Έλληνες», με την μπροσούρα «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», αναφέρει: «Από τα βάθη της τρισχιλιόχρονης ιστορίας σε ατενίζουν οι πρόγονοί σου, οι ήρωες και οι μάρτυρες» (Δημήτρης Γληνός, Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, Ρήγας, Αθήνα 1944, σελ. 58). Ο Άρης Βελουχιώτης πάλι στον λόγο του στη Λαμία, τις δύσκολες μέρες του Οκτώβρη του 1944, θεώρησε αναγκαίο να... καταρρίψει την θεωρία του Φαλμεράγιερ και να αναφερθεί στην «αθάνατη ελληνική φυλή», η οποία δεν «έσβησε» και δεν «διασταυρώθηκε μ άλλες φυλές, που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την αρχαία ελληνική φυλή.» Άρης Βελουχιώτης, «Ο ιστορικός λόγος στη Λαμία» (22 Οκτωβρίου 1944), Διαδικτυακό Αρχείο Μαρξιστών

29 Άποψη που διατυπώνει για παράδειγμα ο Μ. Εμμανουηλίδης (Μάριος Εμμανουηλίδης, Αιρετικές διαδρομές. Ο ελληνικός τροτσκισμός και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Φιλίστωρ, Αθήνα 2002, σελ. 141 και σε αρκετά άλλα σημεία του βιβλίου του). Για το ίδιο ζήτημα και Μάριος Εμμανουηλίδης, «Πόλεμος και διεθνισμός. Το παράδειγμα του ελληνικού τροτσκισμού στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», στο: Σοφία Καρασαρλίδου, Βαγγέλης Σακκάτος, Φίλιππος Καλογερίδης, Μάριος Εμμανουηλίδης, Γιώργος Οικονομάκης, Δημήτρης Κατσορίδας, Αριστερή Αντιπολίτευση και 4η Διεθνής στην Ελλάδα. 60 χρόνια από τον θάνατο του Παντελή Πουλιόπουλου, Εργατική Πάλη, Αθήνα 2005, σσ.48-61.

30 Επαναστατικό Σοσιαλιστικό (Κομμουνιστικό) Κόμμα Ελλάδας: μεταξύ των ιδρυτών του ήταν κι ο Θωμάς Αποστολίδης, ένας από τους πρώτους Γενικούς Γραμματείς του ΚΚΕ κι ο οποίος εκτελέστηκε για την αντιστασιακή του δράση από τις κατοχικές δυνάμεις στις 5 Σεπτέμβρη του 1944 («Θωμάς Αποστολίδης», Ο Διεθνιστής, φ. 15, 14 Οκτωβρίου 1944, στο «Προλετάριος» και «Διεθνιστής» της Κατοχής, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1986, σσ. 254, 255). Εντός του ΕΣΚΚΕ δρούσε η ομάδα Κόκκινη Σημαία, η οποία αργότερα προσχώρησε στην Οργανωτική Επιτροπή από την οποία συγκροτήθηκε το ΚΔΚΕ. Δημήτρης Κατσορίδας, Δημήτρης Λιβιεράτος, Κώστας Παλούκης, Ο ελληνικός τροτσκισμός. Ένα χρονικό 1923-1946, Φιλίστωρ, Αθήνα 2003, σελ. 97.

31 Δ. Κατσορίδας, Δ. Λιβιεράτος, Κ. Παλούκης, ό.π., σελ. 92.

32 Σύμφωνα με τον κατάλογο που συνέταξε ο Μ. Εμμανουηλίδης, σε σύνολο 84 δολοφονημένων τροτσκιστών και αρχειομαρξιστών (54 τρ. και 30 αρχ.) από σταλινικούς, στις περιπτώσεις δολοφονιών όπου είναι γνωστή ημερομηνία ή ο μήνας που διαπράχτηκαν, οι 19 (15 τρ. και 4 αρχ.) έγιναν πριν τον Οκτώβριο του 1944 (όλες σχεδόν το 1944 και οι περισσότερες μετά την άνοιξη)· οι 9 (5 τρ. και 4 αρχ.) έγιναν από τον Οκτώβριο μέχρι τον Νοέμβριο του 1944· και οι 25 (20 τρ. και 5 αρχ.) το Δεκέμβρη του ‘44 (ελάχιστες μεταξύ αυτών μετά των Δεκέμβρη, στις αρχές του 1945). Μάριος Εμμανουηλίδης, Αιρετικές διαδρομές..., ό.π., σσ. 163-166 και σελ. 65. Βλ. επίσης: Γαβριήλ Λαμπάτος, «Δεκέμβρης Και Αριστερή Διαφωνία» στο: Γρηγόρης Φαράκος (επ.), Δεκέμβρης του ’44. Νεότερη έρευνα, νέες προσεγγίσεις, Φιλίστωρ, Αθήνα 1996, σσ. 126-143.

33 Μ. Εμμανουηλίδης, Αιρετικές διαδρομές..., ό.π., σελ. 66 και σσ. 133-134· Δ. Κατσορίδας, Δ. Λιβιεράτος, Κ. Παλούκης, ό.π.· Γ. Λαμπάτος, ό.π.

34 Χρ. Αναστασιάδης, ό.π. Ολόκληρη η απόφαση στο «Προλετάριος και «Διεθνιστής», .ό.π., σσ. 323-329.

35 Οι τροτσκιστές κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου παρήγαγαν τις πιο επεξεργασμένες μαρξιστικές αναλύσεις για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, το εργατικό κίνημα, τη διεθνή κατάσταση, τον φασισμό, τον πόλεμο κτλ. Ακόμα και τα άρθρα στα έντυπα της κατοχικής περιόδου, Προλετάριος και Διεθνιστής, παρά τον «δογματισμό» και τον «σεχταρισμό» τους, υπερβαίνουν κατά πολύ την εαμική αρθρογραφία, από την άποψη της ποιότητας της ανάλυσης. Να αναφέρουμε ενδεικτικά τις αναλύσεις του Πουλιόπουλου και του Μάξιμου για τον ελληνικό καπιταλισμό: Παντελής Πουλιόπουλος, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2006. Σεραφείμ Μάξιμος, Κοινοβούλιο ή δικτατορία;, Στοχαστής, Αθήνα 1975. Καθώς επίσης και τις αναλύσεις στο περιοδικό Σπάρτακος. Βλπ.: Σπάρτακος. Μηνιαίο περιοδικό της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας και πράξης. Αριστερή Αντιπολίτευση στο ΚΚΕ. Κείμενα 1928, Ουτοπία, χ.χ.έ. και Σπάρτακος. Όργανο της Κομμουνιστικής Αντιπολίτευσης (Ομάδας «Σπάρτακος»). Κείμενα 1930-1932, Ουτοπία, 1986. Οι βασικές αναλύσεις για τον πόλεμο και την παγκόσμια κατάσταση βρίσκονται στο: Παντελής Πουλιόπουλος, Κείμενα για τον πόλεμο..., ό.π. Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι οι μαρξιστικές αναλύσεις των τροτσκιστών της Ελλάδας για την κοινωνική φύση του φασισμού, όχι μόνο υπερβαίνουν σε ποιότητα οτιδήποτε γράφτηκε στα πλαίσια του «ορθόδοξου» κομουνισμού, αλλά και διακρίνονται για την προσπάθεια κατανόησης των διαφορών μεταξύ των μορφών κράτους έκτακτης ανάγκης (φασισμός, δικτατορία, βοναπαρτισμός), προσπάθεια η οποία επανεμφανίζεται πολλά χρόνια αργότερα, στις αναλύσεις των μαρξιστών της δεκαετίας του ‘60. Ενδεικτικά: Παντελής Πουλιόπουλος, «Βασιλεία, δημοκρατία κομμουνισμός», στο Παντελής Πουλιόπουλος, Άρθρα Θέσεις και Πολεμικές, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1976. Επίσης οι αναλύσεις στο: Παντελής Πουλιόπουλος, Τα Λαϊκά Μέτωπα και η προλεταριακή πολιτική, Σύνδεσμος «Παντελής Πουλιόπουλος», Αθήνα 1997. Για μια αποτίμηση της συμβολής των τροτσκιστών στην ανάπτυξη της μαρξιστικής σκέψης: Δημήτρης Κατσορίδας, «Παντελής Πουλιόπουλος: Μια διαφορετική ανάλυση για το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού», Θέσεις, τεύχος 50, Ιανουάριος - Μάρτιος 1995, Γιάννης Μηλιός, «Ο Μαρξισμός στο Μεσοπόλεμο και ο Σεραφείμ Μάξιμος», Θέσεις, τεύχος 26, Ιανουάριος - Μάρτιος 1989. και Γιάννης Μηλιός, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1996. Ο Ιός, «Ο αόρατος γραμματέας του ΚΚΕ. Παντελής Πουλιόπουλος 1900-1943», Ελευθεροτυπία, 21 Μαΐου 2000. Ο Ιός. Δημήτρης Κατσορίδας (επ.), Παντελής Πουλιόπουλος: Παλαιοί και νέοι μελετητές συζητούν για τον θεωρητικό του ελληνικού τροτσκισμού, Παρασκήνιο, Αθήνα 2003.

36 Α. Ελεφάντης, ό.π., σσ. 85-148. Δημήτρης Λιβιεράτος, Οι κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1927-1931). Από τη καταφρόνια μια καινούργια αυγή, Κομμούνα, Αθήνα 1987, σσ. 31-61, 133-149, 208-222. Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1932-36), Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1994, σσ. 139-157.

37 Ελένη Αστερίου, Γαβριήλ Λαμπάτος, Η Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα, Φιλίστωρ, Αθήνα 1995, σσ. 83-99. Μ. Εμμανουηλίδης, Αιρετικές διαδρομές..., ό.π., σσ. 39-45, 54-59. Φίλιππος Καλογερίδης, «Το επαναστατικό μαρξιστικό κίνημα στον ελληνικό Μεσοπόλεμο» στο Σ. Καρασαρλίδου, Β. Σακκάτος, Φ. Καλογερίδης, Μ. Εμμανουηλίδης, Γ. Οικονομάκης, Δ. Κατσορίδας, Αριστερή Αντιπολίτευση..., ό.π., σσ. 36-47. Δ. Κατσορίδας, Δ. Λιβιεράτος, Κ. Παλούκης, ό.π., σελ. 52-79. Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1932-36), ό.π., σσ. 169-176.

38 Ο Θανάσης Χατζής υπολογίζει ότι ήταν «πάνω από εκατό χιλιάδες... εκείνοι που έκαναν δήλωση, από τους οποίους οι μισοί ήταν μέλη του ΚΚΕ». Θανάσης Χατζής, Οι ρίζες της εθνικής Αντίστασης..., ό.π., σελ. 132. Ο αριθμός είναι ίσως υπερβολικά μεγάλος, αλλά ο ίδιος περίπου αριθμός (45.000) δίνεται και από τον Ελεφάντη, ο οποίος κι αυτός αναφέρει τη συμβολή των «δηλωσιών» στη συγκρότηση των πρώτων αντιστασιακών οργανώσεων, χωρίς την καθοδήγηση του ΚΚΕ το οποίο τους αντιμετώπιζε στην αρχή ως «προδότες της υπόθεσης του λαού». Άγγελος Ελεφάντης, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης..., ό.π., σσ. 256-261 και υποσ. 33.

39 Ο Μ. Εμμανουηλίδης επισημαίνει: «Οι τροτσκιστές (κυρίως η ΕΟΚΔΕ/ΚΚΔΕ)... κατάφεραν πίσω από την εθνική ρητορική της Αντίστασης να αναγνωρίσουν τη ριζοσπαστική δυναμική της πείνας και της εξαθλίωσης», Μ. Εμμανουηλίδης, Αιρετικές διαδρομές..., ό.π., σελ. 118. Για την αυθόρμητη και από τα κάτω συγκρότηση των Λαϊκών Επιτροπών αλλά και άλλων μορφών λαϊκής αυτοοργάνωσης, βλ. Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ..., ό.π., σσ. 134-138. Επίσης: Θανάσης Χατζής, Η νικηφόρα επανάσταση..., .ο.π., σσ. 60-66, κυρίως για τις πρώτες ένοπλες ομάδες στην ύπαιθρο. Λέανδρος Μπόλαρης, Αντίσταση. Η επανάσταση που χάθηκε, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2002, σσ. 47-51.

40 Δ. Κατσορίδας, Δ. Λιβιεράτος, Κ. Παλούκης, ό.π., σελ. 91.

41 Για τα Δεκεμβριανά και την πολιτική του ΕΑΜ: Άγγελος Αυγουστίδης, Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία του ‘40 και τα περιθώρια της Πολιτικής, Καστανιώτης, Αθήνα 1999, σσ. 167-212. Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Δεκεμβριανά 1944. Η μάχη της Αθήνας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014. Δημήτρης Μαριόλης, Η αδύνατη ταξική ανακωχή. Η πολιτική του ΕΑΜ στα υπουργεία Οικονομικών, Εργασίας και στα συνδικάτα μέχρι τα Δεκεμβριανά, ΚΨΜ, Αθήνα 2015. Τάσος Κωστόπουλος, Κόκκινος Δεκέμβρης, Το χρονικό της επαναστατικής βίας, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2016.

42 Ο Μ. Χαραλαμπίδης επισημαίνει ότι «θα πρέπει να γίνει σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στην κατοχική ΟΠΛΑ και στην Εθνική Πολιτοφυλακή... που έδρασε κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών». Έχει σημασία το γεγονός ότι η ΟΠΛΑ και η ΕΠ δεν λογοδοτούσαν για τη δράση τους στις εαμικές οργανώσεις, αλλά στην ηγεσία του ΚΚΕ (Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2012, σσ. 300-307). Ο Ι. Χανδρινός στο πολύ σημαντικό βιβλίο του για την αντικατοχική δράση της ΟΠΛΑ/ΕΠ (Ιάσονας Χανδρινός, Το τιμωρό χέρι του λαού. Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942-1944, Θεμέλιο, Αθήνα 2012) αποφεύγει να ασχοληθεί με τον έλεγχο της οργάνωσης αυτής από την ηγεσία του ΚΚΕ, όπως άλλωστε και με το ζήτημα της δολοφονίας των τροτσκιστών. Ο Τ. Κωστόπουλος στην πρόσφατη μελέτη του για τη βία στα Δεκεμβριανά, αναφέρεται στις δολοφονίες των τροτσκιστών, αλλά για την πολιτική τους ερμηνεία επαναλαμβάνει μάλλον την επιχειρηματολογία του Μ. Εμμανουηλίδη (Τάσος Κωστόπουλος, Κόκκινος Δεκέμβρης..., ό.π, σσ. 144-152). Η αποσιώπηση όμως αυτών των δολοφονιών (οι οποίες γινόταν από την ΟΠΛΑ ή από «κομματικούς» χωρίς να δικαιολογούνται απέναντι στην εαμική βάση ή ακόμα και αποκρύπτονταν), καθώς και η συμπερίληψή τους σε ένα ευρύτερο πλαίσιο «επαναστατικής βίας», δημιουργεί την εντύπωση ότι πρόκειται για κάποιες παράπλευρες απώλειες της επανάστασης και όχι για πολιτικές ενέργειες οι οποίες μπορούν να ερμηνεύσουν από άλλη σκοπιά τις συντηρητικές πολιτικές αντιλήψεις και της εαμικής ηγεσίας για την επανάσταση. Οι δολοφονίες των τροτσκιστών στην Ελλάδα, παρά τον περιθωριακό πολιτικό ρόλο των τροτσκιστικών οργανώσεων, έχουν ανάλογη πολιτική βαρύτητα με την εξόντωση των μελών του POUM στην Ισπανία μετά το 1937 και με την εξόντωση των Βιετναμέζων τροτσκιστών το 1945 (για την Ισπανία, βλπ: Μ. Ολιβιέ, Κ. Λαντάου, Η GPU στην Ισπανία. Η σταλινική αντεπανάσταση στον Ισπανικό Εμφύλιο, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, χ.χ.έ. και για το Βιετνάμ, Alexander Robert J., «Vietnamese Trotskyism», στο Alexander Robert J., International Trotskyism 1929-1985: A Documented Analysis of the Movement, Duke University Press, 1991· διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, 2005 και Ngo Van, In the Crossfire. Adventures of a Vietnamese Revolutionary, AK Press, 2010· διαθέσιμο στην ιστοσελίδα Bureau of Public Secrets).

43 Κώστας Παλούκης, «Η λογική της ενδοαριστερής βίας: ΚΚΕ κατά τροτσκιστών και αρχειομαρξιστών», Το Βήμα, 7 Δεκεμβρίου 2014. 

44 «Στράτος Σπανέας», Διεθνιστής, φ. 13, 20 Ιουνίου 1094, στο «Προλετάριος» και «Διεθνιστής» της Κατοχής, σελ 222.

Είναι επίσης χαρακτηριστική η περίπτωση του Γιώργου Δόξα, γραμματέα μια μικρής τροτσκιστικής οργάνωσης (Ενωτική Ομάδα). Ο Βελουχιώτης συζήτησε με τον Δόξα (γνωρίζονταν από παλιά) και μετά, όπως αναφέρει ο Εμμανουηλίδης, «απείλησε τους καπετάνιους της Πελοποννήσου ότι αν πειράξουν μια τρίχα απ’ το κεφάλι των τροτσκιστών θα τους εκτελέσει». Παρ’ όλ’ αυτά ο Δόξας δολοφονήθηκε από την ΟΠΛΑ στα Δεκεμβριανά. Μ. Εμμανουηλίδης, Αιρετικές διαδρομές..., ό.π., υποσ. 20, σσ. 48, 49.

45 Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι οι οικογένειες των δολοφονημένων τροτσκιστών αρνήθηκαν να υποβάλουν μήνυση εναντίον των δολοφόνων μελών του ΚΚΕ. Γ. Λαμπάτος, ό.π.

46 Γ. Λαμπάτος, ό.π. Επίσης: «Πόρισμα της επιτροπής πρωτοβουλίας για την αποκατάσταση της μνήμης των αγωνιστών της αριστεράς που συκοφαντήθηκαν και εξοντώθηκαν από τμήμα της ηγεσίας της» (1988), Διαδικτυακό Αρχείο Μαρξιστών

47 Dominique Eudes, Οι καπεταναίοι. Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος 1943-1949, Εξάντας, Αθήνα 1976, σσ. 322-324. Επίσης: «Πόρισμα της επιτροπής πρωτοβουλίας για την αποκατάσταση της μνήμης...» ό.π.

Βιβλιογραφία

Αλεξάνδρου Χαράλαμπος Κ., Μεραρχία Πινερόλο. Χρονικό της αντίστασης και του μαρτυρίου της: Σεπτέμβριος 1943 - Δεκέμβριος 1944, Gruppo d’ Arte, 2008.

Αναστασιάδης Χρήστος, Ο τροτσκισμός και η εποχής μας. Ιστορικά και πολιτικά κείμενα, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2003

Άντερσον Άντυ, Η ουγγρική επανάσταση του 1956, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1981.

«Απόφαση της Ευρωπαϊκής Γραμματείας της Τέταρτης Διεθνούς» [Ιανουάριος 1946], Κομμουνιστική Τάση, 7 Δεκεμβρίου 2012. 

Αστερίου Ελένη, Λαμπάτος Γαβριήλ, Η Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα, Φιλίστωρ, Αθήνα 1995.

Αυγουστίδης Άγγελος, Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία του ‘40 και τα περιθώρια της Πολιτικής, Καστανιώτης, Αθήνα 1999.

Alexander Robert J., «Vietnamese Trotskyism», στο Alexander Robert J., International Trotskyism 1929-1985: A Documented Analysis of the Movement, Duke University Press, 1991· διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, 2005. 

Βελουχιώτης Άρης, «Ο ιστορικός λόγος στη Λαμία» (22 Οκτωβρίου 1944), Διαδικτυακό Αρχείο Μαρξιστών

Bowman Steven, Η Αντίσταση των Εβραίων στην κατοχική Ελλάδα, Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος, Αθήνα 2012.

Broué Pierre, «How Trotsky and the Trotskyists confronted the Second World War», Marxists’ Internet Archive, 2003 [από Revolutionary History, τόμος I τεύχη 3 και 4, Φθινόπωρο και Χειμώνας 1988· «Trotsky et les Trotskystes face à la deuxieme guerre mondiale», Cahiers Léon Trotsky, τεύχος 23, Σεπτέμβριος 1985, σσ. 35-60]. 

Γκαλιμπέρτι Ρόμολο, Τρύπια άρβυλα. Από τη Μεραρχία Πινερόλο στους αντάρτες του ΕΛΑΣ, Φιλίστωρ, Αθήνα 1999.

Γληνός Δημήτρης, Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, Ρήγας, Αθήνα 1944.

Δάγκας Αλέξανδρος, Γιώργος Λεοντιάδης, Κομιντέρν και Μακεδονικό: Το ελληνικό παρασκήνιο, 1924, Επίκεντρο, Αθήνα 2008.

Ελεφάντης Άγγελος, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης. Κ.Κ.Ε. και αστισμός στον Μεσοπόλεμο, Ολκός, Αθήνα 1976.

Εμμανουηλίδης Μάριος, Αιρετικές διαδρομές. Ο ελληνικός τροτσκισμός και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Φιλίστωρ, Αθήνα 2002.

Εμμανουηλίδης Μάριος, «Πόλεμος και διεθνισμός. Το παράδειγμα του ελληνικού τροτσκισμού στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», στο: Καρασαρλίδου Σοφία, Σακκάτος Βαγγέλης, Καλογερίδης Φίλιππος, Εμμανουηλίδης Μάριος, Οικονομάκης Γιώργος, Κατσορίδας Δημήτρης, Αριστερή Αντιπολίτευση και 4η Διεθνής στην Ελλάδα. 60 χρόνια από τον θάνατο του Παντελή Πουλιόπουλου, Εργατική Πάλη, Αθήνα 2005.

Eberhard Erik, «Γερμανοί αντιφασίστες στις τάξεις του ΕΛΑΣ», Athens Indymedia, 29 Ιουνίου 2012. 

Eudes Dominique, Οι καπεταναίοι. Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος 1943-1949, Εξάντας, Αθήνα 1976.

Fernandez Neil, «Yugoslavery: Yugoslavia - Capitalism and class struggle 1918-1967» (1988), Libcom, 22 Ιουλίου 2007. 

Gluckstein Ygael [T. Cliff], On the Class Nature of the «People’s Democracies», 1950· διαθέσιμο στο Marxists’ Internet Archive

Gluckstein Ygael [T. Cliff], Stalin’s Satellites in Europe, George Allen & Unwin Ltd, Λονδίνο 1952 και στο Marxists’ Internet Archive

Harman Chris, «Prospects for the Seventies. The Stalinist States», International Socialism, τεύχος 42, Φεβρουάριος, Μάρτιος 1970, σσ. 12-20· Marxists’ Internet Archive

Harman Chris, Terry Simon και Zebrowski Andy, «Crisis in Eastern Europe. The Belgrade road», Socialist Worker Review, τεύχος 111, Ιούλιος Αύγουστος 1988· Marxists’ Internet Archive.

Hore Charlie, Κίνα 1927-1997, Εργατική Δημοκρατία, 1997.

Καλογερίδης Φίλιππος, «Το επαναστατικό μαρξιστικό κίνημα στον ελληνικό Μεσοπόλεμο» στο Καρασαρλίδου Σοφία, Σακκάτος Βαγγέλης, Καλογερίδης Φίλιππος, Εμμανουηλίδης Μάριος, Οικονομάκης Γιώργος, Κατσορίδας Δημήτρης, Αριστερή Αντιπολίτευση και 4η Διεθνής στην Ελλάδα. 60 χρόνια από τον θάνατο του Παντελή Πουλιόπουλου, Εργατική Πάλη, Αθήνα 2005.

Καρασαρλίδου Σοφία, Σακκάτος Βαγγέλης, Καλογερίδης Φίλιππος, Εμμανουηλίδης Μάριος, Οικονομάκης Γιώργος, Κατσορίδας Δημήτρης, Αριστερή Αντιπολίτευση και 4η Διεθνής στην Ελλάδα. 60 χρόνια από τον θάνατο του Παντελή Πουλιόπουλου, Εργατική Πάλη, Αθήνα 2005.

Κασάπης Βαγγέλης (Κρίτων), Στον Κόρφο της Γκύμπραινας (χρονικό της εθνικής αντίστασης στον Έβρο), τ. 2. Κάλβος, Αθήνα 1977

Καστοριάδης Κορνήλιος, Η γραφειοκρατική κοινωνία. Οι παραγωγικές σχέσεις στη Ρωσία, Βέργος, Αθήνα 1977.

Κατσορίδας Δημήτρης, «Παντελής Πουλιόπουλος: Μια διαφορετική ανάλυση για το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού», Θέσεις, τεύχος 50, Ιανουάριος - Μάρτιος 1995.

Κατσορίδας Δημήτρης, Δημήτρης Λιβιεράτος, Κώστας Παλούκης, Ο ελληνικός τροτσκισμός. Ένα χρονικό 1923-1946, Φιλίστωρ, 2003.

Κατσορίδας Δημήτρης (επ.), Παντελής Πουλιόπουλος: Παλαιοί και νέοι μελετητές συζητούν για τον θεωρητικό του ελληνικού τροτσκισμού, Παρασκήνιο, Αθήνα 2003.

ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα, τόμος τέταρτος, 1939-1940, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1975.

Κλιφ Τόνι, Λένιν 1917-1923. Πολιορκημένη επανάσταση, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2000.

Κλιφ Τόνυ, Κρατικός καπιταλισμός στη Ρωσία, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1991.

Κλιφ Τόνι, Τρότσκι, 2. 1917-1923. Το ξίφος της επανάστασης, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2010.

Κλιφ Τόνι, Κρις Χάρμαν, Πήτερ Μπινς, Πάνος Γκαργκάνας, ΕΣΣΔ: Από το εργατικό κράτος στον κρατικό καπιταλισμό, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1989.

Κουτσούκαλης Αλέκος, Η δεύτερη δεκαετία του ΚΚΕ 1929-1939, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 1984.

Κωστόπουλος Τάσος, Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία, Μαύρη Λίστα, Αθήνα 2002.

Κωστόπουλος Τάσος, Κόκκινος Δεκέμβρης, Το χρονικό της επαναστατικής βίας, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2016.

Katalenac Juraj, «Yugoslav Self-Management: Capitalism Under the Red Banner», Insurgent Notes, ν. 9, 3 Οκτωβρίου 2013. 

Λαμπάτος Γαβριήλ, «Δεκέμβρης Και Αριστερή Διαφωνία» στο: Γρηγόρης Φαράκος (επ.), Δεκέμβρης του ’44. Νεότερη έρευνα, νέες προσεγγίσεις, Φιλίστωρ, Αθήνα 1996.

Λιβιεράτος Δημήτρης, Οι κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1927-1931). Από τη καταφρόνια μια καινούργια αυγή, Κομμούνα, Αθήνα 1987.

Λιβιεράτος Δημήτρης, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1932-36), Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1994.

Λυμπεράτος Μιχάλης, «ΚΚΕ και Σλαβομακεδονική μειονότητα στην κατεχόμενη Δ. Μακεδονία (1941-1944)», Μνήμων, τεύχος 20, 1998.

Mandel Ernest, Εξουσία και χρήμα. Μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1994.

Mandel Ernest, «Η θεωρία του κρατικού καπιταλισμού», Παραναγνώστης, 11 Σεπτεμβρίου 2012.

Mandel Ernest, «Οι Τροτσκιστές και η Αντίσταση στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο», e la libertà, 9 Δεκεμβρίου 2016.

Μάξιμος Σεραφείμ, Κοινοβούλιο ή δικτατορία;, Στοχαστής, Αθήνα 1975.

Μαράκης Θ., «Η πολιτική της αριστεράς στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο», e la libertà, 9 Δεκεμβρίου 2016.

Marie Jean-Jacques, Στάλιν, Οδυσσέας, Αθήνα 2003.

Μαριόλης Δημήτρης, Η αδύνατη ταξική ανακωχή. Η πολιτική του ΕΑΜ στα υπουργεία Οικονομικών, Εργασίας και στα συνδικάτα μέχρι τα Δεκεμβριανά, ΚΨΜ, Αθήνα 2015.

Mazower Mark, Η αυτοκρατορία του Χίτλερ, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009.

Mazower Mark, Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994.

Μηλιός Γιάννης, «Κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ», Θέσεις, τεύχος 33, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1990. 

Μηλιός Γιάννης, «Ο Μαρξισμός στο Μεσοπόλεμο και ο Σεραφείμ Μάξιμος», Θέσεις, τεύχος 26, Ιανουάριος - Μάρτιος 1989. 

Μηλιός Γιάννης, Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1996.

Μπαέφ Ιορντάν, Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Διεθνείς διαστάσεις, Φιλίστωρ, Αθήνα 1996.

Μπετελέμ Σαρλ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ. 1η Περίοδος 1917 - 1923, Κέδρος, Αθήνα 1974.

Μπετελέμ Σαρλ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ. 2η Περίοδος 1923 - 1930», Κέδρος, 1974.

Μπόλαρης Λέανδρος, Αντίσταση. Η επανάσταση που χάθηκε, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2002.

Νεφελούδης Παύλος, Στις πηγές της κακοδαιμονίας. Τα βαθύτερα αίτια της διάσπασης του ΚΚΕ 1918-1968, Gutenberg, Αθήνα 1974.

Ngo Van, In the Crossfire. Adventures of a Vietnamese Revolutionary, AK Press, 2010· διαθέσιμο στην ιστοσελίδα Bureau of Public Secrets).

Ο Ιός, «Ο ξεχασμένος ‘‘εθνικός εχθρός’’. Εθνικοφροσύνη και ‘‘αρμενική απειλή’’, Ελευθεροτυπία, 24 Απριλίου 2005. Ο Ιός

Ο Ιός, «Ο αόρατος γραμματέας του ΚΚΕ. Παντελής Πουλιόπουλος 1900-1943», Ελευθεροτυπία, 21 Μαΐου 2000. Ο Ιός

Ολιβιέ Μ., Λαντάου Κ., Η GPU στην Ισπανία. Η σταλινική αντεπανάσταση στον Ισπανικό Εμφύλιο, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα, χ.χ.έ.

Παλούκης Κώστας, «Η λογική της ενδοαριστερής βίας: ΚΚΕ κατά τροτσκιστών και αρχειομαρξιστών», Το Βήμα, 7 Δεκεμβρίου 2014. 

Παπαφωτίου Δημήτρης, «Μαρξισμός και Σοβιετική Ένωση», Θέσεις, τεύχος 127, Απρίλιος - Ιούνιος 2014. 

Πίττας Κώστας, «Η άνοδος και η πτώση του κρατικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια», Σοσιαλισμός από τα κάτω, τεύχος 7, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1993.

«Πόρισμα της επιτροπής πρωτοβουλίας για την αποκατάσταση της μνήμης των αγωνιστών της αριστεράς που συκοφαντήθηκαν και εξοντώθηκαν από τμήμα της ηγεσίας της» (1988), Διαδικτυακό Αρχείο Μαρξιστών

Πουλιόπουλος Παντελής, «Βασιλεία, δημοκρατία κομμουνισμός», στο Παντελής Πουλιόπουλος, Άρθρα Θέσεις και Πολεμικές, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1976.

Πουλιόπουλος Παντελής, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2006.

Πουλιόπουλος Παντελής, Κείμενα για τον πόλεμο, τη δικτατορία το Νέο Κόμμα, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1979.

Πουλιόπουλος Παντελής, Τα Λαϊκά Μέτωπα και η προλεταριακή πολιτική, Σύνδεσμος «Παντελής Πουλιόπουλος», Αθήνα 1997.

«Προλετάριος και «Διεθνιστής» της Κατοχής, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη Αθήνα 1986.

Σακκάτος Βαγγέλης, Κεφαλονιά 1943, Σπανός - Βιβλιοφιλία, 2008 (ά έκδοση: Μεραρχία «Άκουι». Η σφαγή των Ιταλών στην Κεφαλονιά, η αντίσταση, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1993).

Σαράφης Στέφανος, Ο ΕΛΑΣ, Επικαιρότητα, Αθήνα 1999.

Σπάρτακος. Μηνιαίο περιοδικό της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας και πράξης. Αριστερή Αντιπολίτευση στο ΚΚΕ. Κείμενα 1928, Ουτοπία, χ.χ.έ.

Σπάρτακος. Όργανο της Κομμουνιστικής Αντιπολίτευσης (Ομάδας «Σπάρτακος»). Κείμενα 1930-1932, Ουτοπία, 1986.

Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ, Το ΚΚΕ στον ιταλοελληνικό πόλεμο 1940-41, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2015.

Τρότσκι Λέον, «Βοναπαρτισμός, Φασισμός και Πόλεμος», Σπάρτακος, τεύχος 112, Ιούνιος 2013. Τεύχος - αφιέρωμα, «Η μαρξιστική κριτική του φασισμού»· και e la libertà, 4 Νοεμβρίου 2016.

Τρότσκι Λέον, Η προδομένη επανάσταση, Αλλαγή, Αθήνα.

Τρότσκι Λέον «Η ανεξαρτησία της Ουκρανίας και τα συγχυσμένα κεφάλια των σεχταριστών», e la libertà, 9 Μαρτίου 2016.

Τρότσκι Λέον, Η ταξική φύση της Σοβιετικής Ένωσης, Αλλαγή, Αθήνα 1986.

Τρότσκι Λέον, Ο πόλεμος και η Τέταρτη Διεθνής, Αλλαγή, Αθήνα 1984.

Τρότσκι Λέον, Στην υπεράσπιση του Μαρξισμού, Αλλαγή, Αθήνα 1980.

Τρότσκι Λέον, «Το πρόβλημα της Ουκρανίας», e la libertà, 9 Μαρτίου 2016.

Τσάγκαρης Πέτρος, «Οι Σλαβομακεδόνες στην αντίσταση και στον εμφύλιο» στο Η κρίση στα Βαλκάνια, το μακεδονικό και η εργατική τάξη, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1992.

Trotsky Leon, «How to Really Defend Democracy», Marxists Internet Archive, 2002

Trotsky Leon, «On Conscription», Marxists Internet Archive, 2002.

Trotsky Leon, «Some Questions on American Problems», Marxists Internet Archive, 2002.

Φλάισερ Χάγκεν, Στέμμα και σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944, τ. α΄, Παπαζήσης, Αθήνα χ.χ.έ.

Φλάισερ Χάγκεν, Στέμμα και σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944, τ. β΄, Παπαζήση, Αθήνα 1995.

Χατζής Θανάσης, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, Δωρικός, Αθήνα 1983.

Χατζής Θανάσης, Οι ρίζες της εθνικής Αντίστασης. Προλεγόμενα στη Νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, Φιλίστωρ, Αθήνα 1996.

Χανδρινός Ιάσονας, Το τιμωρό χέρι του λαού. Η δράση του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ στην κατεχόμενη πρωτεύουσα 1942-1944, Θεμέλιο, Αθήνα 2012.

Χαραλαμπίδης Μενέλαος, Δεκεμβριανά 1944. Η μάχη της Αθήνας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2014.

Χαραλαμπίδης Μενέλαος, Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2012.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 12 Δεκέμβριος 2016 20:39
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.