Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017 10:11

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους [μέρος 4ο]

Κατηγορία Ιστορία

Νταβίντ Ριαζάνοφ

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους [μέρος 4ο]

(Όγδοο Μάθημα)

Το καταστατικό της Πρώτης Διεθνούς - Η συνδιάσκεψη του Λονδίνου - Το συνέδριο της Γενεύης - Τα «μαθήματα» του Μαρξ - Τα διεθνή συνέδρια στη Λωζάνη και στις Βρυξέλες - Μπακούνιν και Μαρξ - Το συνέδριο της Βασιλείας - Ο γαλλοπρωσικός πόλεμος - Η Κομμούνα

Η ιδρυτική διακήρυξη δεν είχε παρά ένα μόνο σκοπό: να εξηγήσει ποια ήταν τα κίνητρα των εργατών, που είχαν συγκεντρωθεί στις 28 Σεπτέμβρη του 1864: να ιδρύσουν τη Διεθνή. Δεν αποτελούσε όμως ακόμα πρόγραμμα, δεν ήταν παρά ένα βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, δεν ήταν παρά η πανηγυρική διακήρυξη προς τον κόσμο ολόκληρο - κι αυτό υπογραμμίζεται καθαρά και στ’ όνομα της - ότι ιδρύθηκε μια νέα Διεθνής Ένωση, μια εργατική ένωση.

Με την ίδια επιδεξιότητα ο Μαρξ έφερε σε πέρας και το δεύτερο έργο, τη διατύπωση των γενικών καθηκόντων των εργατικών μαζών στις διάφορες χώρες. Θα σας διαβάσω τώρα το κείμενο:

«Έχοντες υπόψη:

Ότι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί από την ίδια την εργατική τάξη. Ότι ο αγώνας για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης δεν είναι αγώνας για ταξικά προνόμια και μονοπώλια, αλλά για ίσα δικαιώματα και καθήκοντα και για την κατάργηση κάθε ταξικής κυριαρχίας. Ότι η οικονομική υποδούλωση του εργάτη στο μονοπωλητή των μέσων εργασίας, δηλαδή των πηγών της ζωής, βρίσκεται στη βάση όλων των μορφών της δουλείας, στη βάση της κοινωνικής αθλιότητας, του διανοητικού μαρασμού και της πολιτικής εξάρτησης.

Ότι επομένως η οικονομική χειραφέτηση της εργατικής τάξης είναι ο μεγάλος τελικός σκοπός, στον οποίο πρέπει να υποταχθεί σαν μέσο κάθε πολιτικό κίνημα.

Ότι όλες οι προσπάθειες που τείνουν σ’ αυτό το μεγάλο σκοπό απέτυχαν ως τώρα από έλλειψη αλληλεγγύης ανάμεσα στους διάφορους εργατικούς κλάδους κάθε χώρας και από την απουσία ενός αδερφικού δεσμού ανάμεσα στους εργάτες των διάφορων χωρών. Ότι η χειραφέτηση της εργατικής τάξης δεν είναι ούτε τοπικό, ούτε εθνικό, αλλά κοινωνικό καθήκον που αγκαλιάζει όλες τις χώρες στις οποίες υπάρχει η σύγχρονη κοινωνία, και που η λύση του εξαρτάται από την πρακτική και θεωρητική συνεργασία των πιο προηγμένων χωρών.

Ότι το σημερινό ξαναζωντάνεμα του κινήματος της εργατικής τάξης στις πιο προηγμένες βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης, ενώ γεννά νέες ελπίδες, απευθύνει ταυτόχρονα μια πανηγυρική προειδοποίηση, να μην επαναληφθούν τα παλιά λάθη, και απαιτεί την άμεση συνένωση των ασύνδετων ακόμη κινημάτων...»1

Αν διαβάσετε προσεχτικά τα σημεία αυτά, πιθανό να σας θυμίσουν λίγο τις θέσεις στο πρόγραμμα του κόμματος μας, που είναι μια κατά λέξη επανάληψη των θέσεων που διατύπωσε ο Μαρξ. Το ίδιο θα παρατηρήσετε, αν δείτε τα παλιά προγράμματα του αγγλικού, γαλλικού και γερμανικού κόμματος. Και σ’ αυτά, μερικά σημεία, ιδιαίτερα στο γαλλικό πρόγραμμα και στο πρόγραμμα της Ερφούρτης, είναι μια κατά λέξη επανάληψη των προγραμματικών θέσεων του καταστατικού της Πρώτης Διεθνούς. Φυσικά τα μέλη της προσωρινής επιτροπής δεν ερμήνευαν με τον ίδιο τρόπο μερικές απ’ αυτές τις θέσεις. Η απελευθέρωση της εργατικής τάξης έπρεπε να ‘ναι υπόθεση της ίδιας της εργατικής τάξης - σ’ αυτό συμφωνούσαν απόλυτα άγγλοι, γερμανοί και γάλλοι, ο καθένας όμως το αντιλαμβανόταν με το δικό του τρόπο. Οι άγγλοι συνδικαλιστές και οι παλιοί χαρτιστές, έβλεπαν σ’ αυτή τη θέση μια διαμαρτυρία ενάντια στη μόνιμη κηδεμονία των μεσαίων τάξεων, έβλεπαν να υπογραμμίζεται η ανάγκη για μια αυτόνομη εργατική οργάνωση. Οι γάλλοι, που ήταν τότε άσχημα διατεθειμένοι κατά των διανοούμενων, έδιναν σ’ αυτή τη θέση το νόημα, ότι απειλεί την προδοτική διανόηση, πως οι εργάτες μπορούν να τα βγάλουν πέρα χωρίς τη βοήθεια της. Ίσως μόνο οι γερμανοί, τα μέλη της παλιάς Ένωσης των Κομμουνιστών, κατανοούσαν τη χρησιμότητα της φράσης αυτής. Αν η εργατική τάξη μπορεί ν’ απελευθερωθεί από μόνη της, τότε κάθε συμμαχία με την αστική τάξη. Κάθε συμφιλίωση με την τάξη των καπιταλιστών, βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με την αρχή αυτή. Κι επίσης υπογραμμίστηκε, ότι δεν πρόκειται για την απελευθέρωση της μιας η της άλλης κατηγορίας εργατών, αλλά για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης, ότι η απελευθέρωση δε μπορεί να ‘ναι το έργο μόνο της μιας η της άλλης κατηγορίας εργατών, αλλά ολόκληρης της εργατικής τάξης, και κατά συνέπεια απαιτεί την ταξική οργάνωση του προλεταριάτου. Από τη θέση, ότι η μονοπωλιακή κατοχή των μέσων παραγωγής από τους καπιταλιστές αποτελεί τη βασική αιτία της οικονομικής υποδούλωσης, προέκυψε από μόνο του το συμπέρασμα, πως έπρεπε να καταργηθεί αυτό το μονοπώλιο. Το συμπέρασμα αυτό υπογραμμίστηκε ακόμα απ’ την απαίτηση να καταργηθεί κάθε ταξική κυριαρχία, που είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί αν δεν καταργηθεί η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις. Η βασική αρχή που είναι διατυπωμένη στο ιδρυτικό μανιφέστο δεν επαναλαμβάνεται στο καταστατικό. Πουθενά δεν επισημαίνεται άμεσα, ότι για να πραγματώσει το προλεταριάτο όλα τα καθήκοντα που έβαλε στον εαυτό του, πρέπει να κατακτήσει την πολιτική εξουσία. Αντί γι’ αυτό βρίσκουμε τη διατύπωση, ότι η οικονομική απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι ο μεγάλος τελικός σκοπός στον οποίο πρέπει να υποταχθεί σαν μέσο κάθε πολιτικό κίνημα.

Επειδή αυτή ακριβώς η θέση αποτέλεσε αργότερα την αφετηρία για τις πιο άγριες διαφωνίες μέσα στην Πρώτη Διεθνή, είναι απαραίτητο να την εξετάσουμε.

Τι σήμαινε: ο μεγάλος σκοπός του εργατικού κινήματος είναι η οικονομική απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την απαλλοτρίωση των μονοπωλιστών των μέσων παραγωγής, με την κατάργηση κάθε ταξικής κυριαρχίας. Με ποιο τρόπο όμως θα πραγματωθεί ο σκοπός αυτός; Πρέπει ν’ αποφεύγουμε τον πολιτικό αγώνα όπως προπαγανδίζουν οι «αληθινοί σοσιαλιστές» και οι αναρχικοί;

Όχι, απαντάει η θέση που διατύπωσε ο Μαρξ. Ο πολιτικός αγώνας της εργατικής τάξης είναι εξίσου αναγκαίος με τον οικονομικό της αγώνα. Είναι απαραίτητη μια πολιτική οργάνωση, το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης είναι αναπόφευκτο να αναπτυχθεί, από μόνο του αυτό όμως δεν αρκεί με κανένα τρόπο, όπως συμβαίνει με τους αστούς δημοκράτες η με τους ριζοσπάστες διανοούμενους, που βάζουν σε πρώτη μοίρα την αλλαγή των πολιτικών σχημάτων, την κατάκτηση της δημοκρατίας, που δε θέλουν όμως ν’ ακούσουν ούτε λέξη για το βασικό καθήκον. Γιαυτό ο Μαρξ τονίζει ότι το πολιτικό κίνημα είναι για την εργατική τάξη μόνο ένα μέσο για την επίτευξη του μεγάλου σκοπού της, ότι είναι ένα υποταγμένο κίνημα. Φυσικά αυτή η διατύπωση δεν ήταν τόσο σαφής όπως η διατύπωση που δίνεται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, η ακόμα και στην Ιδρυτική Διακήρυξη, όπου αναφέρεται, ότι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας έχει γίνει το μεγάλο καθήκον της εργατικής τάξης.

Μόνο για τους άγγλους-μέλη της Διεθνούς ήταν σαφής η διατύπωση του Μαρξ. Το καταστατικό είχε γραφτεί στα αγγλικά, και ο Μαρξ χρησιμοποίησε εκφράσεις πολύ γνωστές στους χαρτιστές και τους οουενιστές που μετείχαν στην επιτροπή. Θυμόσαστε ότι οι χαρτιστές είχαν στραφεί κατά των οουενιστών, οι οποίοι αναγνώριζαν μόνο το «μεγάλο τελικό σκοπό» και δεν ήθελαν ν’ ακούσουν ούτε λέξη για πολιτικό αγώνα. Όταν οι χαρτιστές πρόβαλαν τα περίφημα έξι σημεία τους, οι οουενιστές τους είχαν κατηγορήσει, πως είχαν ξεχάσει ολότελα το σοσιαλισμό. Οι χαρτιστές είχαν τονίσει τότε απ’ τη μεριά τους, πως και γι’ αυτούς ο πολιτικός αγώνας δεν ήταν ο κύριος σκοπός. Από τότε κιόλας είχαν χρησιμοποιήσει κατά λέξη την ίδια διατύπωση, που επανέλαβε ο Μαρξ πάνω από είκοσι χρόνια αργότερα. Για μας, απάντησαν οι χαρτιστές στους οουενιστές, ο πολιτικός αγώνας είναι μόνο ένα μέσο, κι όχι αυτοσκοπός. Έτσι η διατύπωση δεν αμφισβητήθηκε καθόλου από την ίδια την επιτροπή. Μόλις μερικά χρόνια αργότερα, όταν ξέσπασε άγρια σύγκρουση ανάμεσα στους μπακουνιστές και τους αντιπάλους τους για το ζήτημα του πολιτικού αγώνα, το σημείο αυτό έγινε μήλο της έριδας. Οι μπακουνιστές προσπάθησαν ν’ αποδείξουν, ότι οι λέξεις «σαν μέσο» δεν υπήρχαν αρχικά στο καταστατικό, ότι ο Μαρξ τις πρόσθεσε αργότερα σκόπιμα, για να περάσει λαθραία τις δικές του απόψεις στο καταστατικό. Πράγματι, το σημείο αυτό αποκτάει μιαν άλλη σημασία αν αφαιρεθούν οι λέξεις «σαν μέσο». Και στο γαλλικό κείμενο ακριβώς αυτές οι λέξεις είχαν παραλειφθεί.

Ήταν μια παρεξήγηση που θα μπορούσε εύκολα να διευκρινιστεί ωστόσο, μέσα στον πυρετό της πάλης των παρατάξεων, ο Μαρξ έφτασε να κατηγορηθεί δριμύτατα για πλαστογράφηση του καταστατικού της Διεθνούς. Όταν, για να διαδοθεί στη Γαλλία, το καταστατικό μεταφράστηκε στα γαλλικά, παραλείφθηκαν στη νόμιμη έκδοση οι λέξεις «σαν μέσο». Το γαλλικό κείμενο είναι: «Η οικονομική απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι ο μεγάλος σκοπός στον οποίο πρέπει να υποταχθεί το πολιτικό κίνημα.» Τούτο θεωρήθηκε αναγκαίο, για να μην τραβήξουν την προσοχή της βοναπαρτικής αστυνομίας, που παρακολουθούσε πολύ καχύποπτα κάθε πολιτική κίνηση ανάμεσα στους εργάτες. Και πράγματι, αρχικά θεωρούσε τους γάλλους διεθνιστές μας, για να το πούμε με τη δική μας παλιά ορολογία, όχι «πολιτικούς», αλλά «οικονομολόγους». Με τον ίδιο τρόπο τους αντιμετώπιζαν κι οι μπλανκιστές που, όντας «πολιτικοί», κατηγορούσαν τους φτωχούς διεθνιστές ακριβώς σαν «οικονομολόγους».

Το κακό μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, απ’ το γεγονός ότι η γαλλική μετάφραση του καταστατικού μ’ αυτή την τροποποιημένη μορφή ανατυπώθηκε στη γαλλική Ελβετία κι από κεί κυκλοφόρησε σ’ όλες τις χώρες, όπου χρησιμοποιούνταν περισσότερο τα γαλλικά, δηλαδή στην Ιταλία, την Ισπανία και το Βέλγιο. Όπως θα δείτε αργότερα, στο πρώτο διεθνές συνέδριο που επικύρωσε το προσωρινό καταστατικό της Διεθνούς, κάθε έθνος το αποδεχόταν σύμφωνα με το κείμενο που είχε μπροστά του. Η Πρώτη Διεθνής ήταν πολύ φτωχή για να τυπώσει το καταστατικό της σε τρεις γλώσσες. Ακόμα και το αγγλικό κείμενο, μόλο που μαζί με την Ιδρυτική Διακήρυξη πιάνει λιγότερο από είκοσι σελίδες, τυπώθηκε μόνο σε χίλια αντίτυπα, που εξαντλήθηκαν το ίδιο γρήγορα όπως εξαντλούνται τώρα σε μας εκδόσεις των 10.000 η και των 25.000 αντιτύπων.

Υπάρχει όμως στο καταστατικό ακόμα ένα σημείο, κατά του οποίου δε διαμαρτυρήθηκαν οι αναρχικοί, που ωστόσο απ’ τη σκοπιά του μαρξισμού προκαλεί αμφιβολίες. Σας έχω πει ήδη την τελευταία φορά, ότι ο Μαρξ, για να πετύχει απόλυτη συμφωνία ανάμεσα στα ανομοιογενή στοιχεία της επιτροπής, υποχρεώθηκε να κάνει μερικές παραχωρήσεις. Δεν τις έκανε όμως στο ιδρυτικό μανιφέστο, αλλά στο καταστατικό. Θα δείτε αμέσως σε τι συνίσταντο οι παραχωρήσεις αυτές.

Αφού τέλειωσε την παρουσίαση των αρχών, στη βάση των οποίων τα μέλη της επιτροπής, που εκλέχτηκε από τη συγκέντρωση της 28ης Σεπτέμβρη του 1864, αποφάσισαν να ιδρύσουν τη Διεθνή Ένωση των Εργατών, ο Μαρξ συνεχίζει:

«Δηλώνει, ότι αυτή η Διεθνής Ένωση και όλες οι ενώσεις και τα άτομα που προσχωρούν σ’ αυτήν, παραδέχονται την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την ηθική σαν κανόνα της συμπεριφοράς ανάμεσα τους κι απέναντι σ’ όλους τους ανθρώπους, άσχετα απ’ το χρώμα της επιδερμίδας τους, απ’ την πίστη η την εθνικότητα τους. Θεωρεί σαν καθήκον του κάθε ανθρώπου να διεκδικεί τα ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα, όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για τον καθένα που εκπληρώνει το καθήκον του. Κανένα δικαίωμα χωρίς καθήκοντα, καθένα καθήκον χωρίς δικαιώματα.»2

Σε τι ακριβώς συνίστανται τώρα οι παραχωρήσεις που έκανε ο Μαρξ; Θυμηθείτε τι έγραφε ο ίδιος μ’ αυτή την αφορμή στον Ένγκελς:

«Όλες μου οι προτάσεις έχουν γίνει δεκτές απ’ την υποεπιτροπή. Με υποχρέωσαν μόνο, στην εισαγωγή των καταστατικών, να περιλάβω δυο τρεις φράσης με μερικές λεξούλες όπως «αλήθεια, ηθική και δικαιοσύνη», τις έμπασα όμως με τέτοιο τρόπο, που να μη μπορούν να βλάψουν.»3

Και πραγματικά, σ’ όλα αυτά δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα κακό. Δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό, ούτε στη λέξη «αλήθεια» ούτε στη λέξη «δικαιοσύνη» ούτε στη λέξη «ηθική», φτάνει να μη λησμονιέται πως ούτε η αλήθεια, ούτε η δικαιοσύνη, ούτε η ηθική είναι κάτι το αιώνιο και το αμετάβλητο, κάτι το εντελώς αυτόνομο και ανεξάρτητο απ’ τις κοινωνικές συνθήκες.

Ο μαρξισμός δεν αρνιέται ούτε την αλήθεια, ούτε τη δικαιοσύνη, ούτε την ηθική, αποδείχνει μόνο, ότι η εξέλιξη αυτών των εννοιών εξαρτάται από την ιστορική εξέλιξη, ότι οι διάφορες τάξεις τους δίνουν ένα διαφορετικό περιεχόμενο.

Κακό σ’ αυτή την περίπτωση θα ‘ταν, αν ο Μαρξ αναγκαζόταν να επαναλάβει τη διακήρυξη των γάλλων και άγγλων σοσιαλιστών, αν τον υποχρέωναν να ισχυριστεί, πως πρέπει να επιδιωχθεί η πραγμάτωση του σοσιαλισμού, επειδή το απαιτούν η αλήθεια, η δικαιοσύνη και η ηθική, κι όχι, όπως τόσο θαυμάσια το ανέπτυξε στο ιδρυτικό μανιφέστο, επειδή τούτο προκύπτει αναπόφευκτα και λογικά από τις συνθήκες που έχει δημιουργήσει ο καπιταλισμός, και απ’ την κατάσταση που βρίσκεται η εργατική τάξη μέσα στον καπιταλισμό. Η μορφή με την όποια διατυπώθηκαν αυτά τα λόγια του Μαρξ, το μόνο που έκανε ήταν να διαπιστώνει, ότι τα μέλη της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών είναι υποχρεωμένα, στις μεταξύ τους σχέσεις, να καθοδηγούνται απ’ την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την ηθική, δηλαδή να μην αφήνει αβοήθητο ο ένας τον άλλο, να μην προδίδουν την τάξη τους, να μην εξαπατά ο ένας τον άλλο, να ενεργούν με αλληλεγγύη. Οι έννοιες αυτές, που οι ουτοπιστές τις χρησιμοποιούσαν για να τεκμηριώσουν με αρχές τις διεκδικήσεις του σοσιαλισμού, στα χέρια του Μαρξ μετατράπηκαν σε θεμελιακούς κανόνες συμπεριφοράς για μια προλεταριακή οργάνωση.

Το σημείο όμως που αναλύσαμε λέει, ότι οι ίδιες αρχές πρέπει να ‘ναι η βάση των σχέσεων των μελών της Διεθνούς προς όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από φυλή, θρησκεία και εθνικότητα. Κι αυτό δεν ήταν λιγότερο εύστοχο. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς, ότι την εποχή εκείνη μαίνονταν ακόμα ο εμφύλιος πόλεμος στις Ηνωμένες Πολιτείες, που μετά το 1863 είχε μεταβληθεί σε πόλεμο για την κατάργηση της δουλείας, ότι λίγο πιο πριν είχε κατασταλεί οριστικά η πολωνική εξέγερση, ότι τα τσαρικά στρατεύματα ακριβώς την εποχή εκείνη είχαν αποφασίσει την κατάκτηση του Καυκάσου, ότι σε μια ολόκληρη σειρά από χώρες δεν είχαν πάψει ακόμα οι θρησκευτικοί διωγμοί, ότι ακόμα και στην Αγγλία οι εβραίοι είχαν αποκτήσει πολιτικά δικαιώματα μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1850, κι ότι σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όχι μόνο στη Ρωσία, δεν απολάμβαναν κανένα πολιτικό δικαίωμα. Η αστική τάξη δε μπορούσε ακόμα να πραγματώσει τις «αιώνιες» αρχές της ηθικής και της δικαιοσύνης, ούτε καν για τα μέλη της ίδια της τάξης της στη δική της χώρα, και τις παραβίαζε απροκάλυπτα, όταν επρόκειτο για κάποια άλλη χώρα η για κάποια άλλη εθνότητα.

Πολύ περισσότερες αντιρρήσεις προκαλεί το δεύτερο σημείο, για τα δικαιώματα και τα καθήκοντα. Και τα δυο σημεία υποχρεώνουν κάθε μέλος της Ένωσης ν’ αγωνίζεται για τα ανθρώπινα και τα πολιτικά δικαιώματα. Φυσικά όχι μόνο για τον εαυτό του, μα και για τους άλλους. Με την προσθήκη όμως αυτή, το πράγμα δε διευκρινίζεται περισσότερο. Παρόλη τη διπλωματικότητα του ο Μαρξ, εδώ ακριβώς, αναγκάστηκε να κάνει μια μεγάλη παραχώρηση στους αντιπρόσωπους των γάλλων επαναστατών εξόριστων που είχαν μπει στην επιτροπή.

Επιτρέψτε μου, σύντροφοι, να σας θυμίσω μερικά γεγονότα απ’ την ιστορία της μεγάλης γαλλικής επανάστασης. Μια απ’ τις πρώτες της ενέργειες ήταν η διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη. Στον αγώνα της κατά των ευγενών και του απολυταρχισμού, που είχαν εξασφαλίσει τα προνόμια και είχαν φορτώσει στους άλλους μόνο υποχρεώσεις, η επαναστατική αστική τάξη πρόβαλε την αξίωση για ισότητα, αδερφοσύνη και ελευθερία, την αξίωση ν’ αναγνωριστούν σε κάθε άνθρωπο και πολίτη μερικά απαραβίαστα δικαιώματα. Ανάμεσα τους θα βρείτε και το καθαγιασμένο, απαραβίαστο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, που επίσης είχε παραβιαστεί ξεδιάντροπα απ’ την αριστοκρατία και τη βασιλεία, όταν επρόκειτο για την ιδιοκτησία της τρίτης τάξης.

Σ’ αυτή τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, οι γιακωβίνοι έκαναν μονάχα μερικές τροποποιήσεις που άφηναν άθικτο το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, αλλά έκαναν τη διακήρυξη πιο ριζοσπαστική από πολιτική άποψη, καθαγιάζοντας το δικαίωμα αντίστασης του λαού και υπογραμμίζοντας την αδερφοσύνη όλων των λαών. Μ’ αυτή τη μορφή, η διακήρυξη είναι γνωστή με τ’ όνομα Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1793 η με τ’ όνομα Ροβεσπιερική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κι έγινε απ’ την αρχή του 1830 το πρόγραμμα των γάλλων επαναστατών.

Απ’ την άλλη μεριά οι οπαδοί του Ματσίνι, όπως είδαμε, επέμεναν να υιοθετηθεί το δικό του πρόγραμμα. Στο περίφημο βιβλίο του Για τα Καθήκοντα του Ανθρώπου, που είχε μεταφραστεί στ’ αγγλικά κι ήταν εξαιρετικά δημοφιλές ανάμεσα στους άγγλους εργάτες, ο Ματσίνι, πιστός στο σύνθημα του «Θεός και Λαός», και σε αντίθεση με τους γάλλους υλιστές που η διακήρυξη τους για τα δικαιώματα του ανθρώπου βασιζόταν στις απαιτήσεις της νόησης και της λογικής, πρόβαλε σαν βασική θέση της ιδεαλιστικής ηθικής του την έννοια του καθήκοντος, των υποχρεώσεων του ανθρώπου, που του τις έθεσε ο θεός.

Τώρα θα καταλάβετε από που προέκυψε το φραστικό σχήμα του Μαρξ: Κανένα δικαίωμα χωρίς καθήκοντα, κανένα καθήκον χωρίς δικαιώματα. Αναγκασμένος να βάλει στη διακήρυξη τη διεκδίκηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, επωφελήθηκε απ’ τη διαμάχη ανάμεσα στους γάλλους και τους ιταλούς για να κάνει φανερή τη διαφορά αυτής της διεκδίκησης, απ’ την παλιά διεκδίκηση της αστικής τάξης.

Όταν μερικά χρόνια αργότερα ξανασυζητήθηκε το καταστατικό, ο Μαρξ πρότεινε να παραλειφθούν μόνο οι φράσεις που αναφέρονταν στη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Όσο άφορα την πρόταση: «Κανένα δικαίωμα χωρίς καθήκοντα, κανένα καθήκον χωρίς δικαιώματα», αυτή παρέμεινε και περιλήφθηκε αργότερα με τη μορφή «Ίσα δικαιώματα και ίσα καθήκοντα», στο πρόγραμμα της Ερφούρτης.

Ας περάσουμε τώρα στην εξέταση του ίδιου του καταστατικού. Θα σας διαβάσω τα κύρια σημεία του:

«1. Η Ένωση ιδρύεται για να χρησιμέψει σαν ένα κεντρικό μέσο σύνδεσης και σχεδιασμένης συνεργασίας ανάμεσα στις οργανώσεις των εργατών που υπάρχουν στις διάφορες χώρες και που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην προστασία, την ανάπτυξη και την ολοκληρωτική χειραφέτηση της εργατικής τάξης.

2. Η ονομασία της οργάνωσης θα είναι: Διεθνής Ένωση των Εργατών.

3. Το 1865 θα συνέλθει ένα γενικό συνέδριο των εργατών στο Βέλγιο. Θα απαρτίζεται από τους αντιπροσώπους όλων των εργατικών οργανώσεων, που θα έχουν προσχωρήσει στο μεταξύ στη Διεθνή Ένωση. Το συνέδριο θα διακηρύξει μπροστά στην Ευρώπη τις κοινές επιδιώξεις της εργατικής τάξης, θα καθορίσει την τελική μορφή του καταστατικού της Διεθνούς Ένωσης, θα εξετάσει τα απαιτούμενα μέσα για την επιτυχή δράση της και θα ορίσει το Κεντρικό Συμβούλιο της Ένωσης. Το γενικό συνέδριο θα συνέρχεται μια φορά το χρόνο.

4. Το Κεντρικό Συμβούλιο θα έχει την έδρα του στο Λονδίνο και θα σχηματίζεται από εργάτες διάφορων χωρών, που αντιπροσωπεύονται στη Διεθνή Ένωση. Με τα μέλη του θα επανδρώνει τις θέσεις που είναι απαραίτητες για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων του, όπως λ.χ. τη θέση του προέδρου, του ταμία, του γενικού γραμματέα, των γραμματειών που θα επικοινωνούν με τις διάφορες χώρες κλπ.

5. Στις ετήσιες συνελεύσεις, το συνέδριο θ’ ακούει μια δημόσια έκθεση για τη δραστηριότητα του Κεντρικού Συμβουλίου. Το Κεντρικό Συμβούλιο, που ορίζεται κάθε χρόνο απ’ το συνέδριο, είναι εξουσιοδοτημένο να συμπληρώνει τον αριθμό των μελών του.

6. Το Κεντρικό Συμβούλιο ενεργεί σαν διεθνής αντιπροσωπεία ανάμεσα στις διάφορες συνασπισμένες οργανώσεις, έτσι ώστε οι εργάτες μιας χώρας να είναι συνέχεια πληροφορημένοι για τα κινήματα της τάξης τους σ’ όλες τις άλλες χώρες, η έρευνα για την κοινωνική κατάσταση των διάφορων χωρών της Ευρώπης να πραγματοποιείται ταυτόχρονα και κάτω από κοινή διεύθυνση. Τα ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος που ανακινούνται από μια οργάνωση να συζητούνται απ’ όλες τις άλλες, και, όταν θα χρειαστούν άμεσα πρακτικά διαβήματα, όπως λ.χ. στην περίπτωση διεθνών συγκρούσεων, να μπορούν οι σύμμαχες οργανώσεις να δρουν ταυτόχρονα και ομοιόμορφα. Σε κάθε κατάλληλη ευκαιρία, το Κεντρικό Συμβούλιο παίρνει την πρωτοβουλία να υποβάλει προτάσεις στις διάφορες εθνικές η τοπικές οργανώσεις.

7. Επειδή απ’ τη μια μεριά η επιτυχία του εργατικού κινήματος σε κάθε χώρα δε μπορεί να εξασφαλιστεί παρά μόνο με τη δύναμη της ενότητας και της σύνδεσης, ενώ απ’ την άλλη μεριά η αποτελεσματικότητα του διεθνούς Κεντρικού Συμβουλίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό απ’ το αν θα ‘χει να διαπραγματευτεί με λίγα εθνικά κέντρα των εργατικών οργανώσεων, παρά μ’ ένα μεγάλο αριθμό από μικρές και ασύνδετες τοπικές οργανώσεις, γιαυτό τα μέλη της Διεθνούς Ένωσης οφείλουν να κάνουν κάθε προσπάθεια, για να συνενώσουν τις διασκορπισμένες εργατικές οργανώσεις των χωρών τους σε εθνικά σώματα, που θα εκπροσωπούνται από εθνικά κεντρικά όργανα.»4

Οι βασικές θέσεις αυτού του καταστατικού επικυρώθηκαν αργότερα από το συνέδριο. Μια απ’ τις ουσιαστικές αλλαγές που έγιναν - με πρωτοβουλία του Μαρξ - ήταν η κατάργηση του αξιώματος του κεντρικού προέδρου ή, όπως ονομάστηκε αργότερα, του γενικού προέδρου. Η πείρα της Γενικής Γερμανικής Εργατικής Ένωσης, που είχε ιδρυθεί απ’ τον Λασάλ, είχε δείξει τις δυσάρεστες συνέπειες που μπορεί να ‘χει αυτός ο εντελώς περιττός θεσμός. Το Γενικό Συμβούλιο εξέλεξε ένα πρόεδρο για να διευθύνει τη συνέλευση, και για τη ρύθμιση των τρεχουσών υποθέσεων οι γραμματείς των επιμέρους χωρών συζητούσαν με το γενικό γραμματέα. Το καταστατικό της Διεθνούς χρησιμοποιήθηκε κάμποσες φορές στην ιστορία του διεθνούς εργατικού κινήματος. Δε θ’ ασχοληθώ πιο διεξοδικά μ’ όλες τις τροποποιήσεις που έγιναν σ’ αυτό κατά τη διάρκεια των οχτώ ετών, στις βασικές του γραμμές ωστόσο έμεινε αμετάβλητο. Γύρω στο τέλος της Διεθνούς διευρύνθηκαν μόνο οι εξουσίες του Γενικού Συμβουλίου.

Το πρώτιστο καθήκον του προσωρινού συμβουλίου ήταν η σύγκληση του διεθνούς συμβουλίου. Στο θέμα αυτό προκλήθηκαν σφοδρές διαφωνίες και συζητήσεις. Ο Μαρξ επέμενε να τελειώσουν καταρχή όλες οι προπαρασκευαστικές εργασίες, να δοθεί στις διάφορες χώρες ο καιρός να γνωρίσουν τα προβλήματα της Διεθνούς και τουλάχιστο να οργανωθούν κάπως. Αντίθετα, οι άγγλοι, που θεωρούσαν πιο σημαντικά τα συμφέροντα του συνδικαλιστικού τους κινήματος, επέμεναν να συγκληθεί το συνέδριο το ταχύτερο δυνατό. Σ’ αυτό τους υποστήριξαν κι οι γάλλοι εξόριστοι στο Κεντρικό Συμβούλιο.

Η υπόθεση έληξε μ’ ένα συμβιβασμό. Το 1865 δεν συγκλήθηκε συνέδριο αλλά μια συνδιάσκεψη. Πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο και ασχολήθηκε με το διάβασμα εκθέσεων και την κατάστρωση της ημερήσιας διάταξης του μελλοντικού συνεδρίου. Σ’ αυτήν εκπροσωπούνταν η Ελβετία, η Αγγλία, το Βέλγιο και η Γαλλία. Δε συνέβηκε τίποτα το σημαντικό. Αποφασίστηκε να συγκληθεί το συνέδριο το Μάη του 1866. Με τους γερμανούς τα πράγματα ήταν άσκημα, μόλο που τότε στη Γερμανία υπήρχε η Γενική Εργατική Ένωση. Ο Λασάλ είχε σκοτωθεί σε μονομαχία στις 30 Αυγούστου του 1864. Σύμφωνα με το καταστατικό της Ένωσης, πρόεδρος στη θέση του έγινε ο Μπέρναρντ Μπέκερ, ένας άνθρωπος ανίκανος και σχεδόν δίχως καμιά επιρροή. Πολύ μεγαλύτερη επιρροή είχε ο Σβάιτσερ, ο συντάκτη του Σοσιαλδημοκράτη, που ήταν το κεντρικό όργανο της Ένωσης. Αλλά πολύ σύντομα ανάμεσα σ’ αυτούς και στον Βίλχελμ Λήμπκνεχτ, που συμμετείχε στη σύνταξη, γεννήθηκαν ριζικές διαφωνίες πάνω σε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, που είχαν δηλώσει πως είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν στην εφημερίδα, σύντομα αναγκάστηκαν να παραιτηθούν δημόσια από κάθε συνεργασία. Ο μακαρίτης ο Μέρινγκ προσπάθησε να υπερασπιστεί τον Σβάιτσερ και ν’ αποδείξει, ότι στην περίπτωση αυτή, ο Μαρξ κι ο Ένγκελς δεν είχαν απόλυτο δίκιο. Ο Μέρινγκ όμως πλανιόταν πολύ. Όλα τα γεγονότα μιλούν εναντίον του.

Όπως έχετε δει ο Λασάλ έκανε βαρύτατα λάθη τακτικής και στις σχέσεις με την κυρίαρχη κλίκα κατέφευγε σε ανεπίτρεπτα μέσα. Ο Σβάιτσερ τον ξεπέρασε. Δημοσίευσε στην εφημερίδα μερικά άρθρα, για τα οποία ακόμα κι ο Μέρινγκ λέει, πως με τη δουλοπρέπεια τους απέναντι στον Βίσμαρκ έκαναν εξαιρετικά δυσμενή εντύπωση, προσπαθεί όμως να τον υπερασπιστεί, ισχυριζόμενος ότι οι συνθήκες του νόμιμου αγώνα επέβαλαν αυτή την τακτική. Ο Λήμπκνεχτ όμως, σαν παλιός επαναστάτης, δε μπορούσε να δεχτεί αυτούς τους συμβιβασμούς, και ξεσηκώνει τους παλιούς του φίλους και δασκάλους κατά του Σβάιτσερ. Έτσι ο Σβάιτσερ αναγκάστηκε να χωριστεί από τον Λήμπκνεχτ, που είχε με το μέρος του όχι μόνο τον Μαρξ και τον Ένγκελς αλλά και παλιούς αντιπάλους τους όπως λ.χ. ο Χες, που επίσης δε μπορούσαν ν’ αποδεχτούν την τακτική του Σβάιτσερ.

Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, το σίγουρο είναι, ότι οι φίλοι του Μαρξ στη Γερμανία, την εποχή που συνερχόταν η συνδιάσκεψη του Λονδίνου, δεν είχαν κανένα όργανο κι ακριβώς μόλις τότε αποφάσισαν να ιδρύσουν μια δική τους οργάνωση. Την εποχή εκείνη όμως οι λασαλιστές δεν ήθελαν ούτε ν’ ακούσουν για τη Διεθνή. Αποτέλεσμα αυτής της ρήξης ήταν το ότι, τα πρώτα χρόνια, οι γερμανοί εκπροσωπούνταν στη Διεθνή μόνο από τους παλιούς εξόριστους στην Αγγλία και στην Ελβετία. Απ’ τις εκθέσεις στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου έγινε φανερό, ότι τα οικονομικά της Διεθνούς βρίσκονταν σε κατάσταση αξιοθρήνητη. Τα έσοδα της ζήτημα είναι αν αρκούσαν για να πληρωθεί το νοίκι της έδρας του Γενικού Συμβουλίου και για τα πιο απαραίτητα έξοδα.

Στις συζητήσεις για την ημερήσια διάταξη εμφανίστηκαν πάλι διαφωνίες που είχαν εκδηλωθεί και παλιότερα, ανάμεσα στους γάλλους που ζούσαν στο Λονδίνο, και τους γάλλους που εκπροσωπούσαν την οργάνωση του Παρισιού. Οι τελευταίοι δεν ήθελαν τώρα να τεθεί το πρόβλημα της ανεξαρτησίας της Πολωνίας, γιατί αυτό είναι πρόβλημα καθαρά πολιτικό. Αντίθετα, οι γάλλοι εξόριστοι, με την υποστήριξη μερικών άγγλων, επέμεναν να μπει στην ημερήσια διάταξη ένα θέμα για τη θρησκεία, γιατί αξίωναν έναν αδυσώπητο αγώνα κατά της θρησκευτικής δεισιδαιμονίας. Ο Μαρξ κηρύχτηκε εναντίον της πρότασης. Η άποψη του, δικαιολογημένα, ήταν ότι θα οδηγούνταν σε άσκοπες προστριβές, αν ήδη απ’ το πρώτο συνέδριο έμπαινε το πρόβλημα αυτό - μπροστά στον αδύναμο συνεκτικό δεσμό που τώρα μόλις άρχιζε να αποκαθίσταται ανάμεσα στους εργάτες των διάφορων χωρών και μπροστά στο χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης του εργατικού κινήματος. Ωστόσο μειοψήφησε.

Πέρασε ακόμα ένας ολόκληρος χρόνος προτού συγκληθεί το συνέδριο. Υποχρεώθηκαν να το αναβάλουν ακόμα μια φορά για το Σεπτέμβρη του 1866. Στο διάστημα αυτό συνέβηκαν μια σειρά από γεγονότα, για τα οποία πρέπει να ειπωθούν μερικά λόγια. Για την Αγγλία η χρονιά αυτή ήταν χρονιά πολύ έντονου πολιτικού αγώνα. Τα αγγλικά συνδικάτα, που διευθύνονταν από εργάτες που συμμετείχαν στο Κεντρικό Συμβούλιο, έδιναν πεισματικό αγώνα για την επέκταση του εκλογικού δικαιώματος. Επαναλαμβάνω, ότι ολόκληρος αυτός ο αγώνας δινόταν κάτω απ’ την καθοδήγηση της Διεθνούς. Ο Μαρξ κατέβαλε κάθε προσπάθεια, για να εμποδίσει τους άγγλους να επαναλάβουν τα παλιά λάθη τους, και για να πετύχει να δώσουν τον αγώνα αυτό αυτόνομα, χωρίς καμιά συνεργασία με τους ριζοσπάστες. Όμως ήδη απ’ τις αρχές του 1866 έγινε ξανά φανερό τι ήταν αυτό που είχε ζημιώσει τόσο συχνά το αγγλικό εργατικό κίνημα την εποχή του χαρτισμού, και τι το ζημιώνει μέχρι σήμερα. Εφόσον είχε μπει στόχος η κατάκτηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος, οι ηγέτες των εργατών, εν μέρει για οικονομικούς λόγους, έκλεισαν μια συμφωνία με το πιο ριζοσπαστικό τμήμα της αστικής δημοκρατίας, που είχε προβάλει επίσης τη διεκδίκηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος. Σχηματίστηκε μια κοινή επιτροπή που θα ‘χε τη διεύθυνση του αγώνα. Σ’ αυτήν μετείχαν αξιοσέβαστοι άνθρωποι όπως ο καθηγητής Μπήζλυ, τίμιοι δημοκράτες, αλλά και εκπρόσωποι των λεγόμενων ελεύθερων επαγγελμάτων, δικηγόροι και δικαστές, εκπρόσωποι της μικρής και της μεσαίας, και ιδιαίτερα της εμπορικής αστικής τάξης, που απ’ την αρχή έκλιναν προς ένα συμβιβασμό. Ο αγώνας δόθηκε με αγγλικό τρόπο. Οργανώθηκαν μαζικές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις. Τον Ιούλη του 1866 στο Λονδίνο έγινε μια διαδήλωση τόσο μεγαλειώδης, που δεν είχε το προηγούμενο της ούτε στην εποχή του χαρτισμού. Από την πίεση του πλήθους στο Χάυντ Πάρκ, όπου καταλήγουν συνήθως οι διαδηλώσεις, έσπασαν τα κιγκλιδώματα. Αμέσως η κυβέρνηση αποφάσισε πως ήταν καιρός να κάνει μια παραχώρηση.

Θα θυμόσαστε, ότι μετά την επανάσταση του Ιούλη, είχε αναπτυχθεί και στην Αγγλία ένα ισχυρό κίνημα για μια κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση. Το πράγμα είχε τελειώσει μ’ ένα συμβιβασμό, οι εργάτες είχαν εξαπατηθεί θρασύτατα, εκλογικό δικαίωμα απέκτησε μόνο η βιομηχανική αστική τάξη. Με τον ίδιο τρόπο, η κυβέρνηση τώρα, μόλις είδε πως έπρεπε να ενδώσει, πως η αγωνιστική ετοιμότητα των εργατών των πόλεων είχε μεγαλώσει πολύ, πρότεινε ένα συμβιβασμό - μια νέα επέκταση του εκλογικού δικαιώματος, που θα περιλάβαινε τώρα όλους τους εργάτες των πόλεων. Πρέπει να ειπωθεί, ότι το γενικό εκλογικό δικαίωμα αφορούσε μόνο το εκλογικό δικαίωμα των άντρων. Κανείς δε σκέφτηκε να επεκταθεί και στις γυναίκες. Και τώρα πρότειναν στους εργάτες ένα συμβιβασμό, που τον αποδέχτηκαν αμέσως όλα τα αστικά μέλη της επιτροπής για την εκλογική μεταρρύθμιση. Ο συμβιβασμός συνίστατο στο ότι το εκλογικό δικαίωμα θα παραχωρούνταν σ’ όλους τους εργάτες, που είχαν μια κατοικία με ένα τουλάχιστο δωμάτιο, για την οποία δεν πλήρωναν λιγότερο από ένα ορισμένο ποσό. Μ’ αυτό τον τρόπο σχεδόν όλοι οι εργάτες των πόλεων απέκτησαν δικαίωμα ψήφου, εκτός από κείνους που είχαν νοικιάσει μια γωνιά σε άλλους - και τέτοιοι υπήρχαν από τότε πάρα πολλοί - μα όλοι οι αγρότες έμειναν χωρίς δικαίωμα ψήφου, όπως και πριν. Αυτό το ραφιναρισμένο ελιγμό τον είχε συλλάβει ο αρχηγός των άγγλων συντηρητικών, ο Ντισραέλι. Και μ’ αυτόν συμφώνησαν οι αστοί ρεφορμιστές, που έπεισαν και τους εργάτες να αποδεχτούν την παραχώρηση, αποσκοπώντας, μετά τις εκλογές για το νέο κοινοβούλιο, ν’ απαιτήσουν μια νέα επέκταση του εκλογικού δικαιώματος. Οι αγρότες όμως υποχρεώθηκαν να περιμένουν ακόμα 20 χρόνια, μέχρι το 1885, και μόλις κάτω απ’ την επίδραση της ρώσικης επανάστασης του 1905 απέκτησαν δικαίωμα ψήφου και οι εργάτες που δεν είχαν δική τους κατοικία.

Στη Γερμανία το 1865-66 συνέβηκαν γεγονότα όχι λιγότερο σημαντικά. Εκεί ξέσπασε ένας σφοδρός αγώνας ανάμεσα στην Πρωσία και την Αυστρία. Το επίμαχο ζήτημα ήταν, σε ποιόν θα ανήκε η επικυριαρχία της Γερμανίας. Ο Βίσμαρκ το ‘χε βάλει σκοπό του να πετάξει την Αυστρία οριστικά έξω από τη Γερμανική Ένωση, να κάνει την Πρωσία το μοναδικό κέντρο δύναμης της Γερμανίας, έστω και μιας περιορισμένης Γερμανίας, γιατί θα έχανε όλες τις γερμανικές επαρχίες που κατείχε η Αυστρία. Το ζήτημα αυτό το έθιξα ήδη, όταν εξιστόρησα τις διαφωνίες ανάμεσα στον Μαρξ και τον Ένγκελς απ’ τη μια μεριά, και στον Λασάλ απ’ την άλλη.

Η διένεξη ανάμεσα στην Αυστρία και την Πρωσία έληξε με πόλεμο. Μέσα σε δυο τρεις βδομάδες, η Πρωσία, που δε ντράπηκε να συνάψει συμμαχία με την Ιταλία εναντίον ενός άλλου γερμανικού κράτους, τσάκισε ολοκληρωτικά την Αυστρία και προσάρτησε μερικά γερμανικά κρατίδια που είχαν βοηθήσει την Αυστρία: το βασίλειο του Ανόβερου, την ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη Φραγκφούρτη, το δουκάτο της Έσσης και άλλα. Η Αυστρία πετάχτηκε οριστικά έξω απ’ τη Γερμανική Ένωση. Οργανώθηκε μια Βορειογερμανική Ομοσπονδία με επικεφαλής την Πρωσία. Για να κερδίσει τις συμπάθειες των εργατών και των φτωχών ανθρώπων, ο Βίσμαρκ καθιέρωσε το γενικό εκλογικό δικαίωμα.

Στη Γαλλία ο Ναπολέοντας είχε αναγκαστεί να κάνει μερικές παραχωρήσεις. Μερικές παράγραφοι του ποινικού κώδικα, που στρέφονταν κατά των εργατικών οργανώσεων, τροποποιήθηκαν. Οι καταδιώξεις των οικονομικών οργανώσεων, ιδιαίτερα των συνεργατικών και των συνεταιρισμών αλληλοβοήθειας, περιορίστηκαν. Ανάμεσα στους εργάτες άρχισε να ισχυροποιείται η μετριοπαθής πτέρυγα, που προσπαθούσε απεγνωσμένα να εκμεταλλευτεί τις νόμιμες δυνατότητες. Απ’ την άλλη μεριά αναπτύχθηκαν μπλανκιστικές οργανώσεις που ξαπόλυσαν σκληρή πολεμική κατά των διεθνιστών, τους οποίους κατηγορούσαν ότι παραιτούνται από κάθε επαναστατικό αγώνα και φλερτάρουν με τη βοναπαρτική κυβέρνηση.

Στην Ελβετία οι εργάτες ήταν παντού - στη γαλλική, γερμανική και ιταλική Ελβετία - απασχολημένοι με τις τοπικές τους υποθέσεις, και μόνο οι εξόριστοι και οι περαστικοί από άλλες χώρες ενδιαφέρονταν για τη Διεθνή. Το γερμανικό τμήμα, που με ηγέτη τον Μπέκερ εξέδιδε το περιοδικό ο Προάγγελος, έπαιζε ταυτόχρονα και το ρόλο ενός κέντρου στο εξωτερικό για τη μερίδα εκείνη των γερμανών εργατών, που αντίθετα απ’ τους λασαλιστές έκλινε προς τη Διεθνή.

Το συνέδριο συνήλθε στη Γενεύη το Σεπτέμβρη του 1866, αφού η Πρωσία είχε ήδη νικήσει την Αυστρία και αφού οι άγγλοι εργάτες είχαν πετύχει την υποτιθέμενη μεγάλη νίκη τους ενάντια στην αστική τάξη. Το συνέδριο άρχισε μ’ ένα μεγάλο σκάνδαλο. Απ’ τη Γαλλία είχαν έρθει, έκτος από τους προυντονιστές, και οι μπλανκιστές, που είχαν πετύχει να συμμετάσχουν στις εργασίες του συνεδρίου. Ήταν σχεδόν αποκλειστικά υπερεπαναστάτες φοιτητές. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο μελλοντικός επίτροπος δικαιοσύνης στην Παρισινή Κομμούνα, ο Προτό. Μολονότι δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι από κανέναν, έκαναν το μεγαλύτερο θόρυβο. Τελικά τους πέταξαν έξω. Λένε μάλιστα πως ήθελαν να τους πνίξουν στη λίμνη της Γενεύης, αυτό είναι όμως παραμύθι. Η αλήθεια είναι ότι η υπόθεση δεν τέλειωσε χωρίς γροθιές και κλωτσιές, κι αυτό είναι άλλωστε έθιμο των γάλλων, που στον παραταξιακό αγώνα δεν αρκούνται πάντα στις αποφάσεις αποπομπής, όπως οι ηρεμότεροι σλάβοι.

Όταν τελικά μπόρεσαν ν’ ασχοληθούν με τους εργάτες, η κύρια μάχη δόθηκε ανάμεσα στους προυντονιστές και την αντιπροσωπεία του Κεντρικού Συμβουλίου που αποτελούνταν απ’ τον Εκάριους και τους άγγλους εργάτες. Ο ίδιος ο Μαρξ δεν είχε μπορέσει να ‘ρθει: ήταν τότε απασχολημένος με την τελική επεξεργασία του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου και, πέρα απ’ αυτό, το ταξίδι θα ‘ταν πολύ δύσκολο γι’ αυτόν επειδή ήταν άρρωστος, και επιπλέον κάτω απ’ την άγρυπνη παρακολούθηση γάλλων και γερμανών σπιούνων. Όμως ο Μαρξ είχε συντάξει για την αντιπροσωπεία μια λεπτομερή έκθεση για όλα τα σημεία της ημερήσιας διάταξης, την Εισήγηση για τους Αντιπροσώπους του Γενικού Συμβουλίου.5

Οι γάλλοι αντιπρόσωποι παρουσίασαν μια λεπτομερή έκθεση, που αποτελούσε μια ανάπτυξη της οικονομικής ιδέας του Προυντόν. Κατέκριναν με οξύτητα την εργασία της γυναίκας και δήλωσαν, πως η ίδια η φύση έχει ορίσει τη θέση της γυναίκας στην οικιακή εστία, πως οφείλει να φροντίζει για την οικογένεια και όχι να πηγαίνει στο εργοστάσιο. Αποδοκίμασαν απερίφραστα τις απεργίες και τα συνδικάτα και συνάμα υπερασπίστηκαν το συνεταιρισμό και προπάντων τις τράπεζες ανταλλαγής (οργανώσεις για αμοιβαία ανταλλαγή). Η πρώτη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι οι συμβάσεις που θα ‘πρεπε να κλείσουν μεταξύ τους οι επιμέρους συνεταιρισμοί, και η οργάνωση άτοκων πιστώσεων. Επέμειναν μάλιστα ότι το συνέδριο πρέπει να επικυρώσει μια διεθνή πιστωτική οργάνωση. Ωστόσο το μόνο που πέτυχαν ήταν μια απόφαση που συνιστούσε σ’ όλα τα τμήματα της Διεθνούς ν’ ασχοληθούν με το ζήτημα των πιστώσεων και το ζήτημα της ενοποιησης όλων των εργατικών πιστωτικών εταιριών. Στράφηκαν επίσης κατά του νομικού περιορισμού της εργάσιμης μέρας.

Εναντίον τους τάχθηκαν οι λονδρέζοι μαζί με τους γερμανούς αντιπροσώπους. Σε κάθε σημείο της ημερήσιας διάταξης πρόβαλαν με τη μορφή μιας απόφασης το αντίστοιχο κομμάτι απ’ τις Εισηγήσεις του Μαρξ, που έβαζαν σε πρώτη μοίρα τα προβλήματα που προκύπτουν από τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης.

Η εισήγηση τόνιζε με έμφαση, ότι ολόκληρη η δραστηριότητα της Διεθνούς πρέπει να συνίσταται στη συνένωση και στη γενίκευση των μεμονωμένων προσπαθειών της εργατικής τάξης, που αγωνίζεται για τα συμφέροντα της: είναι απαραίτητο ν’ αποκατασταθεί ένας σύνδεσμος, στον οποίο οι εργάτες των επιμέρους χωρών δε θα αισθάνονται μόνο σαν σύντροφοι στον αγώνα, αλλά και θα ενεργούν σαν μέλη ενός και μοναδικού απελευθερωτικού στρατού. Πρέπει να οργανωθεί μια διεθνής αλληλοβοήθεια στις απεργίες, για να εμποδιστεί η αντικατάσταση ντόπιων εργατών από ξένους, πράγμα που με τόση χαρά κάνουν οι επιχειρηματίες.

Ένα απ’ τα πιο σημαντικά καθήκοντα, δήλωνε ο Μαρξ, ήταν και μια στατιστική μελέτη για την κατάσταση της εργατικής τάξη: όλων των χωρών, που έπρεπε ν’ αναληφθεί απ’ τους ίδιους τους εργάτες. Όλο το υλικό που θα συγκεντρωνόταν θα στέλνονταν για επεξεργασία στο Γενικό Συμβούλιο. Ο Μαρξ υπέδειξε επίσης σε γενικές γραμμές τα βασικά προβλήματα που θα ‘πρεπε να περιέχει ένα τέτοιο ερωτηματολόγιο για τους εργάτες.

Έντονες συζητήσεις προκάλεσε το πρόβλημα των συνδικάτων. Οι γάλλοι κηρύχτηκαν τόσο ενάντια στις απεργίες όσο και ενάντια στην οργανωμένη αντίσταση κατά των επιχειρηματιών. Οι εργάτες έπρεπε ν’ αναζητήσουν τη σωτηρία τους μόνο στους συνεταιρισμούς. Οι αντιπρόσωποι του Λονδίνου τους αντιπαρέθεσαν, με τη μορφή μιας απόφασης, ολόκληρη την παράγραφο για τα συνδικάτα απ’ τις Εισηγήσεις του Μαρξ. Έγινε δεκτή απ’ το συνέδριο.

Όλα όσα είχαν γραφτεί απ’ τον Μαρξ στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας και στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο για τα συνδικάτα, σαν βασικό πυρήνα της ταξικής οργάνωσης του προλεταριάτου, επαναλήφθηκαν στην απόφαση με μια ακόμα πιο συγκεκριμένη μορφή. Έκτος απ’ αυτό επισήμανε τα σύγχρονα προβλήματα των συνδικάτων και την αποτελεσματικότητα που μοιραία τα διακρίνει μόλις μεταβάλλονται σε στενά συντεχνιακές οργανώσεις. Αξίζει ν’ ασχοληθούμε πιο διεξοδικά με την παράγραφο αυτή.

Πως δημιουργήθηκαν τα συνδικάτα; Πως αναπτύχθηκαν; Είναι το αποτέλεσμα του αγώνα ανάμεσα στο κεφάλαιο και στη μισθωτή εργασία. Σ’ αυτό τον αγώνα οι όροι για τους εργάτες είναι εξαιρετικά δυσμενείς. Το κεφάλαιο είναι μια κοινωνική δύναμη συγκεντρωμένη στα χέρια ενός ατόμου, ενώ ο εργάτης το μόνο που διαθέτει είναι η ατομική εργατική του δύναμη. Γιαυτό δε μπορεί να γίνει λόγος για ελεύθερη σύμβαση ανάμεσα στον καπιταλιστή και τον εργάτη. Όταν οι προυντονιστές φλυαρούσαν για την ελεύθερη και δίκαιη σύμβαση, απλούστατα δεν καταλάβαιναν το μηχανισμό της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής.6 Η σύμβαση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία δε μπορεί ποτέ να στηρίζεται πάνω σε δίκαιους όρους, ούτε καν με την έννοια μιας κοινωνίας που, στη ζωντανή παραγωγική δύναμη, αντιπαρατάσσει την ιδιοκτησία των υλικών μέσων ζωής και παραγωγής. Πίσω απ’ το μεμονωμένο καπιταλιστή βρίσκεται η δύναμη της κοινωνίας. Σ’ αυτή τη δύναμη οι εργάτες μπορούν ν’ αντιπαρατάξουν μόνο τον αριθμό τους, τη μοναδική κοινωνική δύναμη που έχουν στη διάθεση τους. Άλλα η δύναμη του αριθμού, η δύναμη της μάζας, καταστρέφεται από την ασυμφωνία των εργατών, που γεννιέται και συντηρείται με τον αναπόφευκτο ανταγωνισμό τους. Γιαυτό ήταν κατά πρώτο λόγο αναγκαίο να παραμεριστεί αυτός ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους εργάτες. Απ’ τις αυθόρμητες προσπάθειες των εργατών να παραμερίσουν αυτό τον ανταγωνισμό, η τουλάχιστο να τον περιορίσουν, με σκοπό να εκβιάσουν στις συμβάσεις όρους που θα τους επέτρεπαν να ανέβουν τουλάχιστον από τη θέση των απλών σκλάβων, δημιουργήθηκαν τα συνδικάτα. Το άμεσο καθήκον τους περιοριζόταν στις καθημερινές ανάγκες, στην αναζήτηση μέσων για την αντιμετώπιση των συνεχών επιθέσεων του κεφαλαίου, με μια λέξη: στα προβλήματα του μισθού της εργασίας και των ωρών εργασίας. Παρά τους ισχυρισμούς των προυντονιστών, αυτή η δραστηριότητα δεν είναι μόνο απόλυτα δικαιολογημένη αλλά και απαραίτητη. Δε μπορούμε να παραιτηθούμε απ’ αυτήν εφόσο κυριαρχεί το σημερινό σύστημα παραγωγής. Απεναντίας, πρέπει να ενταθεί σ’ όλες τις χώρες με την ίδρυση και το σχηματισμό συνδικάτων.

Τα συνδικάτα παίζουν κι έναν άλλο σημαντικό ρόλο, που οι προυντονιστές το 1866 τον καταλάβαιναν εξίσου λίγο, όπως κι ο δάσκαλος τους το 1847. Χωρίς να το ‘χουν συνειδητοποιήσει, τα συνδικάτα της εργατικής τάξης χρησίμευαν και χρησιμεύουν σαν οργανωτικά κέντρα, όπως τα μεσαιωνικά κοινοτικά συμβούλια για την αστική τάξη. Είναι αναγκαία για τον αγώνα ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, αλλά ακόμα πιο σημαντικά, σαν οργανωμένη δύναμη, για την κατάργηση του ίδιου του συστήματος της μισθωτής εργασίας.

Δυστυχώς τα συνδικάτα δεν είχαν ξεκαθαρίσει εντελώς αυτό το καθήκον. Όντας απορροφημένα αποκλειστικά από τον τοπικό και άμεσο αγώνα κατά του κεφαλαίου, τα συνδικάτα δεν αντιλαμβάνονταν ολότελα τη δύναμη τους στον αγώνα ενάντια στο ίδιο το σύστημα της μισθωτής εργασίας. Γιαυτό έμεναν - και εξακολουθούν να μένουν - πολύ μακριά από τα γενικά και τα πολιτικά κινήματα.

Ο Μαρξ επισημαίνει μερικά συμπτώματα που δείχνουν φανερά ότι τα συνδικάτα αρχίζουν να καταλαβαίνουν την ιστορική τους αποστολή. Τέτοια συμπτώματα είναι η συμμετοχή των αγγλικών συνδικάτων στον αγώνα για το γενικό εκλογικό δικαίωμα και η απόφαση που πάρθηκε στη συνδιάσκεψη τους στο Σέφηλντ, η οποία συνιστά σε όλα τα συνδικάτα να προσχωρήσουν στη Διεθνή.

Στο τέλος ο Μαρς, που μέχρι τότε είχε επικρίνει κατά πρώτο λόγο τους προυντονιστές, στρέφεται με μεγαλύτερη οξύτητα κατά των καθαρών τρεϊντ-γιουνιονιστών, που ήθελαν να περιορίσουν τα καθήκοντα των συνδικάτων μόνο στα προβλήματα του μισθού και των ωρών εργασίας. Παράλληλα με τ’ αρχικά τους καθήκοντα, πρέπει να μάθουν να ενεργούν συνειδητά, σαν οργανωμένα κέντρα της εργατικής τάξης για την απόλυτη χειραφέτηση τους. Είναι υποχρεωμένα να υποστηρίζουν κάθε κοινωνικό και πολιτικό κίνημα που επιδιώκει το σκοπό αυτό. Πρέπει να θεωρούν τον εαυτό τους σαν πρώτους αγωνιστές και εκπρόσωπους ολόκληρης της εργατικής τάξης, να ενεργούν αντίστοιχα και να προσελκύουν στις γραμμές τους όλους τους εργάτες. Οφείλουν να φροντίζουν προσεχτικά για τα συμφέροντα των εργατών που ανήκουν στους πιο κακά μισθοδοτούμενους κλάδους, λ.χ. των αγροτών, που εξαιτίας των ιδιαίτερα δυσμενών συνθηκών είναι ανίσχυροι. Τα συνδικάτα οφείλουν να πείσουν ολόκληρο τον κόσμο, ότι οι προσπάθειες τους, όντας κάθε άλλο παρά περιορισμένες και ματαιόδοξες, αποβλέπουν στη χειραφέτηση εκατομμυρίων καταπιεσμένων ανθρώπων.

Οι συζητήσεις για το συνδικαλιστικό ζήτημα στο συνέδριο της Γενεύης είχαν τεράστια σπουδαιότητα. Οι αντιπρόσωποι του Λονδίνου υπερασπίστηκαν τις θέσεις τους με μεγάλη άνεση. Γι’ αυτούς η ίδια η απόφαση δεν αποτελούσε παρά το συμπέρασμα απ’ τη μεγάλη εισήγηση του Μαρξ, που τότε δυστυχώς ήταν γνωστή μόνο σ’ αυτούς.7

Πράγματι, όταν το Κεντρικό Συμβούλιο είχε εξετάσει όλα τα προβλήματα που θα έμπαιναν στην ημερήσια διάταξη του επόμενου συνεδρίου, ξέσπασαν ακόμα και κει μεγάλες διαφωνίες. Γιαυτό ο Μαρξ έκανε στο συμβούλιο μια λεπτομερή διάλεξη, στην οποία εξήγησε τη σημασία που έχουν τα συνδικάτα κάτω απ’ τις συνθήκες της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. Εκμεταλλεύτηκε αυτή την ευκαιρία για να παρουσιάσει στους ακροατές του, με εκλαϊκευμένη μορφή, τη νέα θεωρία του για την αξία και υπεραξία, για να τους εξηγήσει την αλληλεξάρτηση που υπάρχει ανάμεσα στο μισθό της εργασίας, την υπεραξία και την τιμή του εμπορεύματος. Τα πρακτικά αυτής της συνεδρίασης του Κεντρικού Συμβουλίου προξενούν βαθιά εντύπωση με τη σοβαρότητα τους, που θα τη ζήλευε κι η πιο λόγια αστική συνεδρίαση. Και ταυτόχρονα όλο το κύρος αυτής της επιστήμης, όλες οι νέες κατακτήσεις της, είχαν μπει στην υπηρεσία της εργατικής τάξης.

Με την ίδια άνεση οι αντιπρόσωποι του Λονδίνου υποστήριξαν και την απόφαση του Μαρξ για το οχτάωρο. Αντίθετα απ’ τους γάλλους, ακολουθώντας τον Μαρξ είπαν τα παρακάτω: «Θεωρούμε τον περιορισμό της εργάσιμης μέρας σαν μια προϋπόθεση, χωρίς την οποία όλες οι άλλες προσπάθειες βελτίωσης και χειραφέτησης είναι καταδικασμένες να αποτύχουν. Είναι ουσιαστική, για να αποκατασταθεί και πάλι η υγεία και η σωματική ενέργεια της εργατικής τάξης, δηλαδή της μεγάλης μάζας κάθε έθνους, και για να της εξασφαλιστεί η δυνατότητα πνευματικής ανάπτυξης, κοινωνικής επαφής, κοινωνικής και πολιτικής δραστηριότητας».8 Το συνέδριο, ακολουθώντας την πρόταση του Κεντρικού Συμβουλίου, αξίωσε να καθοριστεί η οχτάωρη εργασία σαν νόμιμο όριο της εργάσιμης μέρας. Επειδή αυτός ο περιορισμός απαιτούνταν κι από τους εργάτες στις Ηνωμένες Πολιτείες, το συνέδριο έκανε αυτή τη διεκδίκηση γενικό σύνθημα της εργατικής τάξης σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Η νυχτερινή εργασία θα επιτρεπόταν μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις, σε μεμονωμένους κλάδους της παραγωγής η επαγγέλματα, που θα ‘πρεπε να προσδιορίζονται επακριβώς απ’ το νόμο. Στόχος όμως θα ‘ταν να καταργηθεί εντελώς κάθε νυχτερινή εργασία.

Δυστυχώς στην εισήγηση του Μαρξ δεν αναλυόταν επακριβώς το πρόβλημα της γυναικείας εργασίας. Το θεώρησε αρκετό να πει, ότι ολόκληρη η παράγραφος για τη μείωση της εργάσιμης μέρας αναφέρεται εξίσου σ’ όλους τους ενήλικους εργάτες, άντρες και γυναίκες, με τον όρο «ότι οι τελευταίες πρέπει ν’ αποκλειστούν αυστηρότατα από κάθε είδους νυχτερινή εργασία κι επίσης από κάθε εργασία, που είναι επιβλαβής για τον πιο ευαίσθητο γυναικείο οργανισμό η που εκθέτει το σώμα σε δηλητηριώδεις η άλλες βλαβερές επιδράσεις»9. Δεδομένου όμως ότι η πλειοψηφία των γάλλων και των ελβετών στράφηκε με οξύτητα κατά της γυναικείας εργασίας γενικά, το συνέδριο υιοθέτησε και τις θέσεις του Μαρξ και μια απόφαση των γάλλων. Έτσι αποφασίστηκε πως το καλύτερο θα ‘ταν ν’ απαγορευτεί εντελώς η γυναικεία εργασία, όσο καιρό όμως θα ίσχυε, θα ‘πρεπε να διατηρηθεί στα όρια που είχε διαγράψει ο Μαρξ.

Μετά έγιναν αποδεκτές οι θέσεις του Μαρξ για την εργασία των παιδιών και των νέων, αμετάβλητες, χωρίς καμιά προυντονιστική τροποποίηση. Οι θέσεις αυτές έλεγαν, ότι «ή τάση της σύγχρονης βιομηχανίας να προσελκύσει παιδιά και νέους και των δυο φύλων να συμμετέχουν στο μεγάλο έργο της κοινωνικής παραγωγής(...) είναι μια προοδευτική, υγιής και δικαιολογημένη τάση, μολονότι ο τρόπος με τον οποίο πραγματώνεται η τάση αυτή κάτω απ’ την κυριαρχία του κεφαλαίου, είναι φριχτός. Σε μια κοινωνία οργανωμένη ορθολογικά, κάθε παιδί μετά τα εννιά του χρόνια πρέπει να γίνει παραγωγικός εργάτης, όπως επίσης και κάθε υγιής ενήλικος, που δεν πρέπει να εξαιρείται απ’ αυτό το γενικό νόμο της φύσης, δηλαδή να εργάζεται για να μπορεί να τρώει, και να εργάζεται όχι μόνο με το μυαλό, αλλά και με τα χέρια»10. Σε συνάρτηση μ’ αυτό ο Μαρξ προτείνει ένα ολόκληρο πρόγραμμα για την ενοποίηση της χειρωνακτικής και της πνευματικής εργασίας. Σ’ αυτό περιλαμβάνεται η γενική πνευματική ανάπτυξη, η σωματική ανάπτυξη και η πολυτεχνική καλλιέργεια, που κάνει γνωστές στα παιδιά τις επιστημονικές βάσεις όλων των παραγωγικών διαδικασιών.

Στην εισήγηση του ο Μαρξ έθιξε και το πρόβλημα των συνεργατικών. Χρησιμοποίησε αυτή την ευκαιρία όχι μόνο για να κριτικάρει τις αυταπάτες των ορθόδοξων συνεργατιστών, αλλά και για να τονίσει το βασικό όρο για την επιτυχία του συνεργατικού κινήματος. Όπως και στην ιδρυτική διακήρυξη, δίνει το προβάδισμα όχι στους καταναλωτικούς συνεταιρισμούς, αλλά στους παραγωγικούς συνεταιρισμούς, και προσθέτει: «Το σύστημα όμως της συνεργατικής (...) δεν είναι ποτέ σε θέση να αναδιαρθρώσει την καπιταλιστική κοινωνία. (...) [Για κάτι τέτοιο] απαιτούνται γενικές κοινωνικές αλλαγές, αλλαγές των γενικών ορών της κοινωνίας, που μπορούν να πραγματωθούν μόνο αν η οργανωμένη δύναμη της κοινωνίας, δηλαδή η κρατική εξουσία, περάσει απ’ τα χέρια των καπιταλιστών και των γαιοκτημόνων στα χέρια των ίδιων των παραγωγών»11. Βλέπουμε πως κι εδώ ο Μαρξ προβάλλει ξανά την ανάγκη να κατακτηθεί η πολιτική εξουσία από την εργατική τάξη.

Το σχέδιο του καταστατικού, που μας είναι ήδη γνωστό, έγινε αποδεκτό χωρίς καμιά τροποποίηση. Η προσπάθεια των γάλλων, που είχαν θέσει αυτό το πρόβλημα ήδη στο συνέδριο του Λονδίνου, να δώσουν στη λέξη «εργάτης» μια περιορισμένη ερμηνεία, μόνο με την έννοια της φυσικής εργασίας, κι έτσι ν’ αποκλείσουν τους εκπρόσωπους των πνευματικών εργατών η των διανοούμενων, αποκρούστηκε με σαφήνεια. Οι άγγλοι αντιπρόσωποι δήλωσαν ότι, αν υιοθετούνταν η πρόταση των γάλλων, θα ‘πρεπε κατά πρώτο λόγο ν’ αποκλειστεί ο Μαρξ, που είχε κάνει τόσα πολλά για τη Διεθνή.

Το συνέδριο της Γενεύης άσκησε τεράστια προπαγανδιστική επίδραση. Όλες του οι αποφάσεις, που διατύπωναν τις βασικές διεκδικήσεις της εργατικής τάξης και είχαν συνταχτεί σχεδόν αποκλειστικά απ’ τον Μαρξ, πέρασαν στο πρακτικό μίνιμουμ πρόγραμμα όλων των εργατικών κομμάτων. Το συνέδριο είχε μια ενθουσιαστική απήχηση σ’ όλες τις χώρες, ακόμα και στη Ρωσία, όπου ήδη το 1865 στο Σοβρέμιονυϊ παρουσιάζεται διεξοδικά το ιδρυτικό μανιφέστο της Διεθνούς, σαν ένα έγγραφο γραμμένο απ’ τον Μαρξ. Αμέσως μετά το συνέδριο της Γενεύης, που έδωσε μια ισχυρή ώθηση στο διεθνές εργατικό κίνημα, η Διεθνής έγινε μεμιάς δημοφιλής.

Στο επόμενο κιόλας συνέδριο στη Λωζάνη, ξέσπασε μια διαμάχη για τη συμμετοχή στο συνέδριο μιας νέας διεθνούς οργάνωσης, που ήταν η «Ένωση για την Ειρήνη και την Ελευθερία». Οι οπαδοί της συμμετοχής υπερίσχυσαν. Μόλις στο επόμενο συνέδριο στις Βρυξέλες επικράτησε η άποψη του γενικού συμβουλίου, και αποφασίστηκε, να προταθεί στην ένωση να προσχωρήσει στη Διεθνή, και να προτρέψει τα μέλη της να γραφτούν στα διάφορα τμήματα της Διεθνούς.

Ο Μαρξ δεν πήρε μέρος ούτε σ’ αυτά τα δυο συνέδρια. Το συνέδριο της Λωζάνης δεν είχε τελειώσει ακόμα τις εργασίες του, όταν κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου. Στο επόμενο συνέδριο στις Βρυξέλες, το 1868, με πρόταση της γερμανικής αντιπροσωπείας, συντάχθηκε μια απόφαση, που συνιστούσε στους εργάτες όλων των χωρών να μελετήσουν το Κεφάλαιο. Η απόφαση επισήμαινε την τεράστια αξία του Μαρξ: ήταν «ο πρώτος οικονομολόγος που υπέβαλλε το κεφάλαιο σε μια επιστημονική ανάλυση και που το ανήγαγε στα βασικά του στοιχεία».

Στο συνέδριο των Βρυξελών εξετάστηκε ανάμεσα στ’ άλλα και η επίδραση των μηχανών πάνω στην κατάσταση της εργατικής τάξης, το ζήτημα της απεργίας και της γαιοκτησίας. Οι αποφάσεις που πάρθηκαν χαρακτηρίζονταν απ’ το πνεύμα του συμβιβασμού, αντί γι’ αυτό όμως για πρώτη φορά η άποψη του σοσιαλισμού ή, όπως έλεγαν τότε, του κολεκτιβισμού, νίκησε τους γάλλους. Αναγνωρίστηκε η ανάγκη να κοινωνικοποιηθούν τα μέσα μεταφορών και επικοινωνίας, αλλά και η γη, όμως με την τελική μορφή της έγινε αποδεκτή η απόφαση μόλις στο επόμενο συνέδριο στη Βασιλεία το 1869.

Κεντρικό πολιτικό πρόβλημα, που απασχολεί τη Διεθνή ήδη απ’ το συνέδριο της Λωζάνης, είναι το πρόβλημα του πολέμου και των μέτρων που πρέπει να παρθούν εναντίον του. Το πρόβλημα ήταν επίκαιρο. Μετά τον πόλεμο του 1866, μετά τη νίκη της Πρωσίας κατά της Αυστρίας, άρχιζε σ’ ολόκληρη την Ευρώπη να ενισχύεται η πεποίθηση, ότι σαν αναπόφευκτο επακόλουθο αυτού του πολέμου στο άμεσο μέλλον θα ξεσπούσε ένας πόλεμος ανάμεσα στη Γαλλία και την Πρωσία. Το 1867 οι σχέσεις ανάμεσα στις δυο χώρες άρχισαν να οξύνονται.

Μετά τις μεγάλες του αποτυχίες στις πιο απίθανες αποικιακές περιπέτειες, με τις όποιες καθώς λένε, ήθελε να εξυψώσει το γόητρο του, η θέση του Ναπολέοντα του Γ’, είχε γίνει πολύ επισφαλής. Μ’ ένα νεύμα της χρηματιστικής ολιγαρχίας, εξαπέλυσε μια εκστρατεία στο Μεξικό, που προκάλεσε στις Ηνωμένες Πολιτείες έντονη αντίδραση εναντίον του. Εκεί παρακολουθούσαν πολύ καχύποπτα κάθε προσπάθεια των ευρωπαϊκών δυνάμεων να αναμιχθούν στις αμερικανικές υποθέσεις. Η περιπέτεια του Ναπολέοντα τελείωσε με μια εξαιρετικά επονείδιστη ήττα. Ήταν υποχρεωμένος να επανορθώσει το πράγμα στην Ευρώπη. Άλλα κι εδώ τον ακολουθούσε η αποτυχία. Αναγκασμένος να κάνει παραχωρήσεις στην εξωτερική πολιτική, έλπιζε πως με κάποια πετυχημένη προσάρτηση στην Ευρώπη, θα μεγάλωνε τις κτήσεις της Γαλλίας και μ’ αυτό τον τρόπο θα σταθεροποιούσε τη θέση του.

Το 1867 ξέσπασε η λεγόμενη «υπόθεση του Λουξεμβούργου». Μετά απ’ όλες τις άκαρπες προσπάθειες, ν’ αρπάξει μια κάποια περιοχή στην αριστερή όχθη του Ρήνου, ο Ναπολέοντας ήθελε ν’ αγοράσει απ’ την Ολλανδία το μεγάλο δουκάτο του Λουξεμβούργου, που μέχρι το 1866 ανήκε στη Γερμανική Ομοσπονδία, του οποίου όμως άρχοντας ήταν ο ολλανδός βασιλιάς. Στο δουκάτο υπήρχε προηγούμενα μια πρωσική φρουρά, που όμως αναγκάστηκε ν’ αποσυρθεί. Η είδηση για το παζάρεμα του Ναπολέοντα με την Ολλανδία προκάλεσε μεγάλη αναταραχή στους γερμανούς πατριώτες. Η ατμόσφαιρα μύριζε πόλεμο, κι ο Ναπολέοντας, που έκρινε πως δεν ήταν αρκετά προετοιμασμένος, υποχώρησε. Γι’ άλλη μια φορά καταρρακώθηκε το γόητρο του, πάλι αναγκάστηκε να κάνει παραχωρήσεις στην αντιπολίτευση, που μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο.

Μέχρι τη στιγμή του συνεδρίου των Βρυξελών, η κατάσταση στην Ευρώπη είχε οξυνθεί τόσο πολύ, που καθημερινά αναμενόταν πόλεμος. Όλοι ήταν πεισμένοι ότι θα ξεσπούσε, μόλις η Γαλλία η η Πρωσία θα τέλειωναν τις προετοιμασίες τους και θα ‘βρισκαν την κατάλληλη αφορμή. Για το εργατικό κίνημα που ισχυροποιούνταν καθημερινά, ιδιαίτερα στην ηπειρωτική Ευρώπη, γινόταν όλο και πιο πιεστικό το ανησυχητικό πρόβλημα, πως θα μπορούσε να εμποδιστεί ο πόλεμος αυτός, που καθώς το αντιλαμβάνονταν όλοι, θα κατάφερνε ένα βαρύ πλήγμα στους γάλλους και τους γερμανούς εργάτες. Είναι λοιπόν φανερό ότι η Διεθνής, που το 1868 είχε κιόλας αναπτυχθεί σε μια μεγάλη δύναμη, ήταν υποχρεωμένη να ασχοληθεί σοβαρά μ’ αυτό το πρόβλημα. Μετά από ζωηρότατες διαμάχες στο συνέδριο των Βρυξελών, στις όποιες άλλοι επέμεναν, πως σε περίπτωση πολέμου θα ‘πρεπε να οργανωθεί μια γενική απεργία, και άλλοι επιζητούσαν ν’ αποδείξουν, πως μόνο ο συναγωνισμός μπορεί να βάλει ένα τέλος στον πόλεμο, πάρθηκε μια συμβιβαστική και ολότελα συγκεχυμένη απόφαση.

Μιας και το καλοκαίρι του 1869 είχε εκλείψει προσωρινά η απειλή του πολέμου, στο συνέδριο της Βασιλείας μπήκαν σε πρώτη μοίρα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Για πρώτη φορά τέθηκε με έμφαση ένα πρόβλημα που είχε θιχτεί ήδη στο συνέδριο των Βρυξελών - το πρόβλημα της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής. Αυτή τη φορά νίκησαν οριστικά οι αντίπαλοι τη: ατομικής ιδιοκτησίας της γης. Οι προυντονιστές γνώρισαν ολοκληρωτική ήττα. Σ’ αυτό το συνέδριο όμως γεννήθηκαν καινούργιες διαφωνίες. Για πρώτη φορά εμφανίστηκε σαν εκπρόσωπος ενός ξεχωριστού ρεύματος, ένας συμπατριώτης μας, που πολλοί από σας τον γνωρίζετε καλά: ο Μπακούνιν.

Από πού ερχόταν; Τον συναντήσαμε ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1840 στο Βερολίνο, γνωρίζουμε πως πέρασε απ’ την ίδια φιλοσοφική σχολή απ’ την όποια είχαν περάσει ο Μαρξ και ο Ένγκελς, ότι στις αρχές της επανάστασης του 1848 ήταν στο πλευρό των γερμανών εξόριστων στο Παρίσι, που οργάνωναν μια επαναστατική λεγεώνα για να επιτεθούν κατά της Γερμανίας. Στο διάστημα της ίδιας επανάστασης προσπαθεί στη Μοράβια να συνενώσει τους σλάβους επαναστάτες, αργότερα παίρνει μέρος στην εξέγερση των σαξόνων επαναστατών στη Δρέσδη, συλλαμβάνεται, καταδικάζεται σε θάνατο, αλλά εκδίδεται στον τσάρο Νικόλαο, που τον φυλακίζει στο Σλύσελμπουργκ. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν πια τσάρος είναι ο Αλέξανδρος ο Β’, εξορίζεται στη Σιβηρία, απ’ όπου δραπετεύει στην Ευρώπη περνώντας απ’ την Ιαπωνία και την Αμερική. Αυτά έγιναν το 1865. Στην αρχή καταπιάνεται εδώ με τις ρώσικες υποθέσεις, συμμαχεί με τον Χέρτσεν, γράφει μερικές μπροσούρες για τα σλαβικά και τα ρώσικα προβλήματα, στις οποίες πασχίζει πάλι ν’ αποδείξει την ανάγκη μιας επαναστατικής συνένωσης των σλάβων, μετά προσπαθεί να συμμετάσχει στην πολωνική εξέγερση, αλλά αποτυχαίνει. Το 1864 συναντιέται στο Λονδίνο με τον Μαρξ, απ’ τον οποίο πληροφορείται την ίδρυση της Διεθνούς και υπόσχεται να συμμετάσχει. Μετά όμως φεύγει για την Ιταλία και καταπιάνεται με μια εντελώς άλλη υπόθεση.

Όπως και το 1848, πίστευε ότι ο Μαρξ υπερτόνιζε τη σπουδαιότητα της εργατικής τάξης, ότι οι διανοούμενοι, οι φοιτητές, οι εκπρόσωποι της αστικής δημοκρατίας αποτελούν ένα επαναστατικό στοιχείο. Την εποχή που η Διεθνής πάλευε με τις πρώτες δυσκολίες και γινόταν βαθμιαία η πιο ισχυρή διεθνής οργάνωση, στην Ιταλία ο Μπακούνιν πάσχιζε να οργανώσει τη δική του επαναστατική οργάνωση. Φτάνοντας στην Ελβετία προσχώρησε στην αστική Ένωση για την Ειρήνη και την Ελευθερία, εκλέχτηκε μάλιστα και στην Κεντρική Επιτροπή της. Μόλις το 1868 αποχώρησε απ’ αυτήν, αλλά αντί να προσχωρήσει στη Διεθνή, ίδρυσε μαζί με συναγωνιστές του μια νέα οργάνωση, τη «Διεθνή Ένωση της Κοινωνικής Δημοκρατίας» ή, όπως λέγεται συνήθως, τη «Συμμαχία».

Η νέα αυτή οργάνωση παρουσιαζόταν πολύ επαναστατική. Κήρυξε αδυσώπητο πόλεμο κατά του θεού και του κράτους. Ζητούσε από τα μέλη της να πιστεύουν στον αθεϊσμό. Το οικονομικό της πρόγραμμα δεν ήταν ιδιαίτερα σαφές. Αντί να απαιτεί την κατάργηση όλων των τάξεων, απαιτούσε την οικονομική και κοινωνική ισοτιμία όλων των τάξεων. Παρά το φαινομενικό επαναστατισμό της, η καινούργια οργάνωση δεν είχε συνεπές σοσιαλιστικό πρόγραμμα και αρκούνταν μόνο ν’ αξιώνει την κατάργηση του κληρονομικού δικαιώματος. Για να μην τρομάξει εκείνους που προέρχονταν από άλλες τάξεις, απέφευγε να προβάλει καθαρά έναν ορισμένο ταξικό χαρακτήρα.

Η καινούργια οργάνωση απευθύνθηκε στο Γενικό Συμβούλιο με την παράκληση να τη δεχτούν στη Διεθνή, όμως σαν μια ξεχωριστή οργάνωση, με δικό της καταστατικό και δικό της πρόγραμμα.

Ερχόμαστε τώρα στο πιο ακανθώδες σημείο. Επειδή ο Μαρξ διέθετε μεγάλη επιρροή στο Γενικό Συμβούλιο, του έριχναν συνήθως την ευθύνη για όλες τις αποφάσεις που έπαιρνε το Γενικό Συμβούλιο. Αυτό δεν είναι απόλυτα σωστό. Στην προκείμενη περίπτωση όμως ο Μαρξ φέρει πραγματικά την κύρια ευθύνη. Αν πιστέψουμε τώρα όχι μόνο τους οπαδούς του Μπακούνιν, αλλά και μερικούς μαρξιστές που υπερασπίστηκαν αυτό το μεγάλο άστατο, αλλά συνάμα και τίμιο επαναστάτη, ο Μαρξ φέρθηκε πολύ αυστηρά, επιμένοντας με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ν’ απορριφθεί η πρόταση. Για να καταλάβετε την ουσία της διαφωνίας, φανταστείτε την παρακάτω εικόνα: στην κομμουνιστική Διεθνή απευθύνεται μια οργάνωση που μόλις είχε αποσπαστεί από μια αστική δημοκρατική οργάνωση, με την παράκληση να γίνει δεκτή, να της αφεθεί όμως το δικαίωμα να εμφανιστεί με τη μορφή μιας παράλληλης οργάνωσης, μ’ ένα ιδιαίτερο πρόγραμμα και μάλιστα με το δικαίωμα να συγκαλεί το δικό της ξεχωριστό συνέδριο. Θα της απαντούσαν απόλυτα δικαιολογημένα: Φυσικά, κάλλιο αργά παρά ποτέ, αν τελικά αντιληφθήκατε πως συμμαχήσατε απερίσκεπτα με την αστική τάξη, ελάτε μαζί μας, μόνο που πρέπει να διαλύσετε πρώτα την οργάνωση σας και να μπείτε στα τμήματα μας. Πρέπει να ‘ναι κανείς πολύ εμπαθής, για να διακρίνει σε μια τέτοια απάντηση την απόδειξη μιας ιδιαίτερης κακότητας και προσωπικής έχθρας γι’ αυτά τα άτομα, που είναι βέβαια καλοί άνθρωποι, αλλά έχουν πολύ κακή αντίληψη για τη δουλιά τους.

Μαζί με το πρόγραμμα της νέας Συμμαχίας, ο Μπακούνιν έστειλε ένα ακόμα ξεχωριστό γράμμα στον Μαρξ, σχεδόν τέσσερα χρόνια απ’ όταν του ‘χε γράψει απ’ την Ιταλία, για να του υποσχεθεί πως θα δουλέψει για τη Διεθνή. Αποδείχτηκε όμως ότι όχι μόνο δεν κράτησε την υπόσχεση του, αλλά απεναντίας έβαλε όλες του τις δυνάμεις στην υπηρεσία ενός αστικού κινήματος, Τώρα βέβαια έγραφε στον Μαρξ, ότι καταλάβαινε καλύτερα από ποτέ, πόσο δίκιο είχε ο Μαρξ να επιλέξει το μεγάλο δρόμο της οικονομικής επανάστασης και να περιφρονήσει εκείνους που είχαν χαθεί σε μονοπάτια εθνικής η καθαρά πολιτικής υφής. Και μ’ ακόμα μεγαλύτερο πάθος πρόσθετε:

«Από τότε που αποχαιρέτησα πανηγυρικά και δημόσια τους αστούς στο συνέδριο της Βέρνης, δε γνωρίζω πια καμιά άλλη κοινωνία, κανένα άλλο περιβάλλον, παρά μόνο τον κόσμο των εργατών. Πατρίδα μου είναι τώρα η Διεθνής, που την ίδρυσες κυρίως εσύ. Βλέπεις λοιπόν, αγαπητέ φίλε, είμαι τώρα μαθητής σου - κι είμαι περήφανος γι’ αυτό...»12

Το γράμμα αυτό προκαλεί στους φίλους του Μπακούνιν δάκρια συγκίνησης κι αίσθημα αγανάκτησης απέναντι στον άκαρδο Μαρξ, που απώθησε τόσο ωμά τα χέρι που του έτειναν. Ακόμα κι ο Μέρινγκ προσθέτει, πως δεν υπάρχει κανένας λόγος ν’ αμφισβητεί κανείς την ευθύτητα αυτών των διαβεβαιώσεων.

Ούτε και γω έχω πρόθεση ν’ αμφισβητήσω την ειλικρίνεια του Μπακούνιν. Σάς παρακαλώ όμως να προσπαθήσετε γι’ άλλη μια φορά να ‘ρθείτε στη θέση του Μαρξ. Αν και ήταν απότομος άνθρωπος, κι αυτό υποχρεώνεται να τ’ αναγνωρίσει ακόμα κι ο Μέρινγκ, μέχρι τα τέλη του 1868 έδειξε μεγάλη υπομονή απέναντι στον Μπακούνιν. Όλα όμως έχουν τα όρια τους. Αξίζει να διαβάσετε προσεχτικά το γράμμα του Μπακούνιν. Τότε θα καταλάβετε γιατί αυτό το συναισθηματικό γράμμα φάνηκε τόσο λίγο πειστικό στον Μαρξ. Δεν προέρχεται από κανένα αγοράκι, αλλά από έναν άνθρωπο που είχε περάσει προ πολλού τα πενήντα, που είχε προσχωρήσει κι άλλη φορά στον «κόσμο των εργατών», αλλά μόνο για να τον ξαναλησμονήσει αμέσως και για να περάσει στον «κόσμο της αστικής τάξης». Και μετά από τεσσάρων χρόνων συνύπαρξη μαζί της -ωθούμενος απ’ την επιθυμία να διαβεί πάλι τον πλατύ δρόμο, δηλαδή να συνενωθεί με τη Διεθνή - θέτει τώρα αξιώσεις παράλογες για τη μέχρι τότε συμπεριφορά του. Ο Μαρξ, που το 1864 είχε φανεί εξαιρετικά καλόπιστος απέναντι στον Μπακούνιν, ήταν φυσικό να ‘χει τώρα μεγάλες επιφυλάξεις - και φάνηκε πως είχε δίκιο.

Όταν το Γενικό Συμβούλιο απέρριψε κατηγορηματικά την αίτηση του Μπακούνιν, αυτός δήλωσε, πως η Ένωσή του αποφάσισε να διαλύσει την οργάνωση της και να μετατρέψει τα τμήματα της σε τμήματα της Διεθνούς, διατηρώντας όμως το θεωρητικό πρόγραμμα. Το Γενικό Συμβούλιο δήλωσε πως ήταν έτοιμο να δεχτεί τα τμήματα μόνο αν αναγνώριζαν τις γενικές βασικές αρχές της Διεθνούς.

Θα μπορούσε να φανεί πως όλα τέλειωσαν καλά. Ήταν όμως μόνο η εντύπωση. Δυστυχώς η Συμμαχία συνέχιζε να υπάρχει και να δίνει όλο αυτό το διάστημα σκληρό αγώνα κατά της Διεθνούς.

Ποιος ήταν λοιπόν ο σκοπός, που για την πραγμάτωση του ο Μπακούνιν δεν υποχωρούσε μπροστά σε κανένα μέσο; Η καταστροφή της αστικής κοινωνίας, η κοινωνική επανάσταση - αυτή ήταν η επιδίωξη του Μπακούνιν. Ο Μαρξ είχε τάξει τον ίδιο σκοπό. Αυτό σημαίνει πως οι διαφορές βρίσκονταν σ’ ένα άλλο επίπεδο. Και πραγματικά, οι απόψεις του Μαρξ και του Μπακούνιν διέφεραν έντονα όσο άφορα τα μέσα για την επίτευξη αυτού του σκοπού.

Καταρχή πρέπει να καταστρέψουμε, και μετά όλα εξελίσσονται από μόνα τους. Αρκεί να ξεσηκώσουμε τους επαναστάτες διανοούμενους και τους εργάτες που είναι απελπισμένοι απ’ την αθλιότητα τους. Γιαυτό πρέπει να υπάρχει μια ομάδα, που ν’ αποτελείται από αποφασισμένους ανθρώπους μ’ επαναστατικές διαθέσεις. Αυτή είναι ουσιαστικά η θεωρία του Μπακούνιν, που με πρώτη ματιά θυμίζει τη θεωρία του Βάιτλινγκ. Αυτό είναι όμως μόνο η επίφαση, έτσι όπως, καθαρά επιφανειακά, υπάρχει μια ομοιότητα με τη θεωρία του Μπλανκί. Στην πραγματικότητα ο Μπακούνιν δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο. Αρνούνταν κάθε πολιτικό αγώνα, εφόσον έπρεπε να δοθεί στο πεδίο της υπάρχουσας αστικής κοινωνίας, και εφόσον επρόκειτο να δημιουργήσει ευνοϊκούς όρους για την ταξική οργάνωση του προλεταριάτου. Γιαυτό ο Μαρξ και όλοι όσοι μαζί μ’ αυτόν θεωρούσαν αναγκαίο τον πολιτικό αγώνα και ήθελαν, να οργανώσουν το προλεταριάτο για να κατακτήσει την πολιτική εξουσία, ήταν στα μάτια του Μπακούνιν και των οπαδών του εντελώς αρτηριοσκληρωτικοί οπορτουνιστές, που επιδίωκαν να εμποδίσουν τον ερχομό της κοινωνικής επανάστασης. Γιαυτό οι μπακουνιστές άρπαξαν με χαρά την ευκαιρία, να παρουσιάσουν τον Μαρξ σαν έναν άνθρωπο που, για να πραγματώσει τις ιδέες του, δε δίσταζε να πλαστογραφεί το καταστατικό της Διεθνούς. Δημόσια, και ιδιαίτερα σε εγκυκλίους και επιστολές, οι μπακουνιστές κατέκριναν τον Μαρξ με τους πιο υβριστικούς χαρακτηρισμούς, και δεν απέφυγαν μάλιστα ούτε αντισημιτικές εκτροπές ούτε ηλιθιότητες, όπως η κατηγορία ότι ο Μαρξ είναι πράκτορας του Βίσμαρκ.

Ο Μπακούνιν είχε επαφές με την Ιταλία και την Ελβετία. Ιδιαίτερα στην Ελβετία, και μάλιστα στο γαλλικό τμήμα της, είχε βρει πολλούς οπαδούς. Το να δούμε διεξοδικότερα τα αίτια αυτού του φαινομένου, θα μας απομάκρυνε πολύ απ’ το κύριο θέμα μας. Οπωσδήποτε η προπαγάνδα του είχε εκεί τη μεγαλύτερη επιτυχία ανάμεσα στους μετανάστες εργάτες κι ανάμεσα στους ωρολογοποιούς-χειροτέχνες, που υπέφεραν σκληρά απ’ τον ανταγωνισμό της μεγαλοπαραγωγής, που είχε αναπτυχθεί. Όταν ο Μπακούνιν εμφανίστηκε στο συνέδριο της Βασιλείας, είχε ήδη πίσω του μια σημαντική ομάδα. Ο πρώτος καβγάς άναψε σχετικά με το πρόβλημα του κληρονομικού δικαιώματος. Ο Μπακούνιν, που είχε καταφερθεί τόσο ξεκάθαρα ενάντια σε κάθε οπορτουνισμό, επέμεινε με ιδιαίτερη έμφαση στην κατάργηση του κληρονομικού δικαιώματος σαν μια επίκαιρη διεκδίκηση. Οι αντιπρόσωποι του Γενικού Συμβουλίου, καθοδηγούμενοι από ένα κείμενο του Μαρξ, υποστήριξαν ότι ένα τέτοιο μέτρο, όπως έχει καταδειχτεί και στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, έχει σημασία, μόνο αν το πραγματοποιήσει το προλεταριάτο, αφού θα ‘χει κατακτήσει την πολιτική εξουσία. Εκείνο που μπορεί να επιτευχθεί μέχρι τότε είναι μόνο μια αύξηση του φόρου των κληρονομιών κι ένας περιορισμός του κληρονομικού δικαιώματος. Ο Μπακούνιν όμως δεν υπολόγιζε ούτε τη λογική ούτε τις συγκεκριμένες συνθήκες. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η προπαγανδιστική σημασία της αξίωσής του. Τελικά ούτε μία απόφαση δεν πέτυχε επαρκή πλειοψηφία. Μια άλλη διαφωνία γεννήθηκε ανάμεσα στον Μπακούνιν και το γέρο Λήμπκνεχτ. Το συνέδριο της Βασιλείας ήταν το πρώτο, στο οποίο εμφανίστηκε μια σημαντική νέα ομάδα απ’ τη Γερμανία. Την εποχή εκείνη ο Βίλχελμ Λήμπκνεχτ και ο Άουγουστ Μπέμπελ είχαν ήδη καταφέρει, μετά από ένα σκληρό παραταξιακό αγώνα με τον Σβάιτσερ, να οργανώσουν ένα δικό τους κόμμα, που στο ιδρυτικό του συνέδριο στο Άϊζεναχ είχε υιοθετήσει το πρόγραμμα της Διεθνούς. Στο κεντρικό όργανο αυτού του κόμματος είχε επικριθεί οξύτατα η δραστηριότητα του Μπακούνιν στη «Συμμαχία για την Ειρήνη και την Ελευθερία», και είχαν εκτεθεί εκτενέστερα οι παλιές πανσλαβιστικές απόψεις του. Ο Μπακούνιν χρησιμοποίησε το συνέδριο για να κλείσει τους λογαριασμούς του με τον Λήμπκνεχτ. Η υπόθεση τέλειωσε με μια συμφιλίωση, που δεν κράτησε όμως πολύ.

Το επόμενο συνέδριο ήταν να γίνει στη Γερμανία, στο Μάιντς, άλλα δε μπόρεσε πια να συγκληθεί. Αμέσως μετά το συνέδριο της Βασιλείας η πολιτική ατμόσφαιρα έγινε τόσο εκρηκτική, που καθημερινά περίμεναν να ξεσπάσει ο επαπειλούμενος πόλεμος. Ο Βίσμαρκ, ένας απ’ τους μεγαλύτερους απατεώνες της παγκόσμιας ιστορίας, ξεγέλασε επιδέξια τον παλιό του δάσκαλο Ναπολέοντα και διέστρεψε το πράγμα με τέτοιο τρόπο, που η Γαλλία έδινε σ’ ολόκληρο τον κόσμο την εντύπωση του επιτιθέμενου.

Ο πόλεμος ωστόσο ξέσπασε αιφνιδιαστικά. Ούτε οι γάλλοι ούτε οι γερμανοί εργάτες ήταν σέ θέση να τον εμποδίσουν. Το Γενικό Συμβούλιο δημοσίευσε λίγες μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου μια διακήρυξη γραμμένη απ’ τον Μαρξ.

Αρχίζει με μια περικοπή απ’ την ιδρυτική διακήρυξη, με την καταδίκη «μιας εξωτερικής πολιτικής που επιδιώκει εγκληματικούς σκοπούς, που παίζει το παιχνίδι της εκμεταλλευόμενη τις εθνικές προκαταλήψεις και σπαταλά το αίμα και τ’ αγαθά του λαού σε πειρατικούς πολέμους»13.

Ακολουθεί ένα κατηγορητήριο κατά του Ναπολέοντα. Ο Μαρξ περιγράφει αδρά τον αγώνα του Ναπολέοντα κατά της Διεθνούς, που είχε ενταθεί ακόμα περισσότερο όταν οι γάλλοι διεθνιστές ανέπτυξαν μια πεισματική δράση εναντίον του. Όποια έκβαση και να ‘χει ο πόλεμος, προσθέτει ο Μαρξ, η Δεύτερη Αυτοκρατορία στο Παρίσι είναι απ’ τα τώρα καταδικασμένη. Θα τελειώσει, όπως άρχισε: σαν παρωδία.

Φταίει όμως μόνο ο Ναπολέοντας; Καθόλου. Ένοχες είναι όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι εκείνοι που βοήθησαν τον Ναπολέοντα για 18 χρόνια να παίξει την κωμωδία της παλινόρθωσης της αυτοκρατορίας, ήταν ακριβώς οι κυβερνήσεις και οι κυρίαρχες τάξεις της Ευρώπης.

Την πιο μεγάλη επίθεση τη φυλάει όμως, ο γερμανός Μαρξ για την πατρίδα του. απ’ τη γερμανική μεριά ο πόλεμος παρουσιάζεται σαν αμυντικός. Ποιος όμως έφερε τη Γερμανία στην ανάγκη ν’ αμυνθεί: Ποιος έβαλε τον Ναπολέοντα στον πειρασμό να επιτεθεί κατά της Γερμανίας; Η Πρωσία, που έκλεισε με τον Ναπολέοντα μια συμφωνία κατά της Αυστρίας. Αν η Πρωσία γνώριζε ήττα, η Γαλλία θα κατέκλυζε τη Γερμανία με το στρατό της. Τι έκανε όμως η Πρωσία μετά τη νίκη της κατά της Αυστρίας; Αντί να αντιτάξει στην υποδουλωμένη Γαλλία μια ελεύθερη Γερμανία, όχι μόνο δεν κατάργησε την εξοργιστική πρωσική τάξη πραγμάτων, αλλά απεναντίας της πρόσθεσε κι όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του βοναπαρτικού καθεστώτος.

Η πρώτη αποφασιστική φάση του πολέμου τέλειωσε εκπληκτικά γρήγορα. Ο γαλλικός στρατός αποδείχτηκε ολότελα απροετοίμαστος. Σε έξι περίπου βδομάδες είχε συντριβεί ολικά, και στις 2 του Σεπτέμβρη ο Ναπολέοντας και το μεγάλο οχυρό του Σεντάν παραδόθηκαν στους πρώσους. Στις 4 του Σεπτέμβρη στο Παρίσι ανακηρύχτηκε η δημοκρατία. Αντίθετα με τη διαβεβαίωση της Πρωσίας, ότι θα πολεμούσε μόνο με την αυτοκρατορία, ο πόλεμος συνεχίστηκε. Άρχιζε η δεύτερη, η πιο τραχιά και πιο μακρόχρονη φάση του.

Αμέσως μετά την ανακήρυξη της δημοκρατίας στη Γαλλία, το Γενικό Συμβούλιο δημοσίευσε το δεύτερο μανιφέστο του μ’ αφορμή τον πόλεμο. Είχε γραφτεί και πάλι απ’ τον Μαρξ κι αποτελεί ένα απ’ τα πιο μεγαλοφυή έργα του, τόσο για το βάθος της ανάλυσης της κατάστασης, όσο και για τη δύναμη και την οξυδέρκεια της ιστορικής πρόβλεψης. Είναι ενδιαφέρον να μάθετε το ότι ο Μαρξ υπέγραψε με την ιδιότητα του σαν γενικού γραμματέα, όχι μόνο για τη Γερμανία, αλλά και για τη Ρωσία, αφού πριν από λίγο καιρό είχε σχηματιστεί ένα ρώσικο τμήμα της Διεθνούς στην Ελβετία και είχε παρακαλέσει τον Μαρξ να το εκπροσωπήσει στο Γενικό Συμβούλιο.

Θα θυμόσαστε ότι στο πρώτο μανιφέστο ο Μαρξ είχε ήδη προβλέψει πως ο πόλεμος αυτός θα τέλειωνε με την κατάρρευση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας. Το δεύτερο μανιφέστο αρχίζει με μια επισήμανση αυτής της προφητείας. Φάνηκε όμως ότι η κριτική της πρωσικής πολιτικής απ’ τον Μαρξ δεν ήταν λιγότερο τεκμηριωμένη. Ο λεγόμενος αμυντικός πόλεμος είχε ήδη μεταβληθεί σε πόλεμο κατά του γαλλικού λαού. Πολύ πριν απ’ την πτώση του Σεντάν και την αιχμαλωσία του Ναπολέοντα, δηλαδή μόλις είχε γίνει ολοφάνερη η απίστευτη αποσύνθεση του βοναπαρτικού στρατού, η πρωσική στρατοκρατική καμαρίλλα εκδηλώθηκε υπέρ μιας κατακτητικής πολιτικής. Ο Μαρξ επικρίνει επίσης έντονα το υποκριτικό φέρσιμο της γερμανικής φιλελεύθερης αστικής τάξης. Χρησιμοποιώντας τις υποδείξεις του Ένγκελς που, σαν ειδικός, παρακολουθούσε με προσοχή την πορεία του πολέμου και ήδη στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου είχε προβλέψει την πτώση του Σεντάν, ο Μαρξ αναλύει τα στρατιωτικά επιχειρήματα, με τα οποία οι πρώσοι στρατηγοι και ο Βίσμαρκ προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν την προσάρτηση της Αλσατίας και της Λωραίνης στη Γερμανία.

Ό Μαρξ πολεμάει κάθε προσάρτηση και προσέγγιση, και δείχνει πως μια τέτοια ειρήνη που επιβάλλεται με τη βία θα οδηγήσει στα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Το επακόλουθο αυτής της ειρήνης θα ‘ναι ένας καινούργιος πόλεμος. Η Γαλλία θα θελήσει να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη και θα συμμαχήσει με τη Ρωσία. μ’ αυτό τον τρόπο η τσαρική Ρωσία, που μετά τον κριμαϊκό πόλεμο έχασε την ηγεμονία της, θα γίνει ξανά μια δύναμη αποφασιστική για τη μοίρα της Ευρώπης. Αυτή η ιδιοφυής πρόγνωση, η πρόβλεψη της πορείας της ευρωπαϊκής ιστορίας, που είναι μια μεγαλειώδης πρακτική απόδειξη της θεωρητικής ορθότητας της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας, καταλήγει με τα παρακάτω λόγια:

«Πιστεύουν οι γερμανοί πατριώτες πραγματικά πως είναι εξασφαλισμένη η ελευθερία και η ειρήνη της Γερμανίας, αν εξωθήσουν τη Γαλλία να πέσει στην αγκαλιά της Ρωσίας; Αν η επιτυχία των όπλων, το μεθύσι της νίκης και οι δυναστικές μηχανορραφίες παραπλανήσουν τη Γερμανία ν’ αρπάξει γαλλικά εδάφη, μόνο δυο δρόμοι απομένουν ανοιχτοί. Η πρέπει να γίνει το συνειδητό όργανο των πρωσικών κατακτητικών σχεδίων, όπως είναι το συνηθισμένο επακόλουθο - μια πολιτική που ανταποκρίνεται στην παράδοση των Χοεντζόλερν - η διαφορετικά πρέπει, μετά από σύντομη ανάπαυλα, να εξοπλιστεί για ένα νέο ‘‘αμυντικό’’ πόλεμο, όχι για έναν απ’ αυτούς τους απλούς «τοπικούς» πολέμους, αλλά για ένα φυλετικό πόλεμο ενάντια στις συνασπισμένες φυλές των σλάβων και των λατίνων. Αυτή είναι η προοπτική της ειρήνης που «εγγυώνται» οι ηλίθιοι πατριώτες της γερμανικής μεσαίας τάξης.»14

Είναι μια προφητεία που εκπληρώθηκε κατά γράμμα και που την εκπλήρωση της την είδαν με τα μάτια τους οι όχι λιγότερο ηλίθιοι σύγχρονοι γερμανοί πατριώτες.

Το μανιφέστο τελειώνει με μια έκθεση των πρακτικών καθηκόντων που έμπαιναν για την εργατική τάξη εκείνης της εποχής. Οι γερμανοί εργάτες προτρέπονται να απαιτήσουν μια έντιμη ειρήνη και την αναγνώριση της γαλλικής δημοκρατίας. Στους γάλλους εργάτες, που βρίσκονταν τότε σε μια ακόμα πιο δύσκολη κατάσταση, ο Μαρξ συμβουλεύει να ‘χουν το νου τους στους αστούς δημοκράτες και να επωφεληθούν απ’ τη δημοκρατία για ν’ αναπτύξουν γρήγορα την ταξική τους οργάνωση και για να κατακτήσουν την απελευθέρωση τους.

Τα γεγονότα που επακολούθησαν έδειξαν πόσο απόλυτα δικαιολογημένη ήταν η δυσπιστία του Μαρξ απέναντι στους γάλλους δημοκράτες. Η αισχρή συμπεριφορά τους και η προθυμία τους να συμμαχήσουν καλύτερα με τον Βίσμαρκ, παρά να κάνουν την παραμικρή παραχώρηση στην εργατική τάξη, οδήγησαν στην ανακήρυξη της Παρισινής Κομμούνας. Μετά από τρεις μήνες ηρωικού αγώνα, αυτή η πρώτη απόπειρα μιας δικτατορίας του προλεταριάτου, που πραγματοποιήθηκε κάτω απ’ τις πιο δυσμενείς συνθήκες, κατέληξε σε αποτυχία. Το Γενικό Συμβούλιο δεν ήταν σε θέση να προσφέρει στους γάλλους την αναγκαία βοήθεια. Γαλλικά και γερμανικά στρατεύματα είχαν αποκόψει το Παρίσι απ’ την υπόλοιπη Γαλλία κι απ’ όλο τον κόσμο. Οπωσδήποτε η Κομμούνα προκάλεσε ένα γενικό κίνημα αλληλεγγύης, και γεμάτοι περηφάνια μπορούμε να πούμε ότι η τύχη της είχε βρει μια εξαιρετικά ζωηρή απήχηση και στη χώρα μας, όπου τον Απρίλη και το Μάη του 1871 μια ομάδα από επαναστάτες μοίραζε προκηρύξεις με την έκκληση ν’ ακολουθηθεί το παράδειγμα των γάλλων κομμουνάρων.

Ο Μαρξ, που κατά τη διάρκεια της Κομμούνας είχε προσπαθήσει να διατηρήσει σχέσεις με το Παρίσι, όπως φαίνεται κι από ένα γράμμα του - που βρήκα - στον Βαρλέν, έναν απ’ τους πιο διαπρεπείς γάλλους διεθνιστές και μάρτυρες της Κομμούνας, έγραψε κατ’ εντολή του Γενικού Συμβουλίου ένα μανιφέστο. Υποστήριξε τους κομμουνάρους που συκοφαντούνταν απ’ όλο τον αστικό Τύπο και έδειξε ότι η Παρισινή Κομμούνα είναι ένας νέος μεγάλος σταθμός στην ανάπτυξη του προλεταριακού κινήματος, ότι αποτελεί ένα πρότυπο του προλεταριακού κράτους, που βαδίζει για την πραγμάτωση του κομμουνισμού. Βασισμένος στην πείρα της επανάστασης του 1848, ο Μαρξ είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εργατική τάξη, αφού κατακτήσει την πολιτική εξουσία, δε θα περιοριστεί απλά να πάρει στα χέρια της τον αστικό κρατικό μηχανισμό, αλλά ότι είναι υποχρεωμένη να τσακίσει ολόκληρο το γραφειοκρατικό και αστυνομικό μηχανισμό. Η πείρα της Κομμούνας τον έπεισε οριστικά γι’ αυτό. Απέδειξε ότι το προλεταριάτο, όταν θα ‘χει καταλάβει την εξουσία, πρέπει να δημιουργήσει το δικό του κρατικό μηχανισμό που να ‘ναι προσαρμοσμένος στις δικές του ανάγκες. Η ίδια πείρα της Κομμούνας δίδαξε όμως, ότι το προλεταριακό κράτος δε μπορεί να περιοριστεί σε μια πόλη, έστω και πρωτεύουσα. Η εξουσία του προλεταριάτου πρέπει να επεκταθεί σ’ ολόκληρη τη χώρα, για να ‘χει την ευκαιρία να σταθεροποιηθεί, και σε μερικές καπιταλιστικές χώρες για να πετύχει την οριστική νίκη.

Ό Μπακούνιν και οι οπαδοί του, αντίθετα, έβγαλαν εντελώς άλλα συμπεράσματα απ’ την πείρα της Κομμούνας. Εξακολουθούσαν να επιτίθενται ακόμα πιο παθιασμένα ενάντια σε κάθε πολιτική και κάθε κράτος και συνιστούσαν, με την πρώτη ευνοϊκή ευκαιρία, να οργανώνονται «κομμούνες» στις μεμονωμένες πόλεις, ώστε με το παράδειγμα τους να παρασυρθούν κι άλλες πόλεις.

Η ήττα της Κομμούνας είχε πολύ δυσάρεστα επακόλουθα και για την ίδια τη Διεθνή. Το γαλλικό εργατικό κίνημα νεκρώθηκε για κάμποσα χρόνια. Στη Διεθνή εκπροσωπούνταν μόνο από τους αναρίθμητους κομμουνάρους φυγάδες στην Αγγλία και στη Γαλλία, ανάμεσα στους οποίους μαινόταν ένας εξαιρετικά σκληρός παραταξιακός αγώνας, που μεταφέρθηκε και στο Γενικό Συμβούλιο.

Βαρύ πλήγμα δέχτηκε και το γερμανικό εργατικό κίνημα. Ο Μπέμπελ και ο Λήμπκνεχτ, που είχαν διαμαρτυρηθεί για την προσάρτηση της Αλσατίας και της Λωραίνης και είχαν ταχθεί αλληλέγγυοι με την Παρισινή Κομμούνα, πιάστηκαν και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση. Ο Σβάιτσερ, που είχε χάσει την εμπιστοσύνη του κόμματος του, αναγκάστηκε ν’ αποχωρήσει απ’ αυτό. Οι οπαδοί του Λήμπκνεχτ και του Μπέμπελ, οι λεγόμενοι αϊζεναχικοί, συνέχιζαν να δουλεύουν χωριστά απ’ τους λασαλιστές κι άρχισαν να τους προσεγγίζουν μόνο όταν η κυβέρνηση χτύπησε με την ίδια μανία και τα δυο αλληλοεχθρευόμενα κόμματα. Μ’ αυτό τον τρόπο η Διεθνής έχασε μεμιάς το στήριγμα της στις δυο μεγαλύτερες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Αλλά και στο ίδιο το αγγλικό εργατικό κίνημα πραγματοποιήθηκε μια μεταστροφή. Ο πόλεμος ανάμεσα στις δυο βιομηχανικά πιο προηγμένες χώρες στην ηπειρωτική Ευρώπη, είχε προσφέρει στην αγγλική αστική τάξη τα ίδια οφέλη που είχε φέρει ο τελευταίος ευρωπαϊκός πόλεμος στην αμερικάνικη αστική τάξη. Ήταν τώρα σε θέση να διακλαδώνει ένα ορισμένο τμήμα απ’ τα υπέρογκα κέρδη της και να πληρώνει υψηλότερους μισθούς σε πολυάριθμους εργάτες στους πιο σημαντικούς βιομηχανικούς κλάδους. Τα συνδικάτα απέκτησαν μεγάλη ελευθερία δράσης. Μερικοί παλιοί νόμοι, που στρέφονταν εναντίον τους, καταργήθηκαν. Όλα αυτά επέδρασαν και πάνω σε μερικά μέλη του Γενικού Συμβουλίου, που έπαιζαν μεγάλο ρόλο στο συνδικαλιστικό κίνημα: όσο η Διεθνής γινόταν πιο ριζοσπαστική, αυτοί γίνονταν ολοένα και πιο μετριοπαθείς. Με τον καιρό έμειναν μόνο τυπικά μέλη του Γενικού Συμβουλίου και χρησιμοποιούσαν τον τίτλο τους για το προσωπικό τους συμφέρον. Η Κομμούνα και οι λυσσώδεις επιθέσεις που προκαλούσε τους τρομοκρατούσαν. Μόλο που το μανιφέστο είχε γραφτεί απ’ τον Μαρξ μ’ αφορμή την Παρισινή Κομμούνα και κατ’ εντολή του Γενικού Συμβουλίου, τα μέλη αυτά έσπευσαν να απαλλαγούν απ’ την ευθύνη του. Έτσι τα πράγματα κατέληξαν σε μια διάσπαση μέσα στο αγγλικό τμήμα της Διεθνούς.

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες συγκλήθηκε τελικά μια συνδιάσκεψη της Διεθνούς το Σεπτέμβρη του 1871 στο Λονδίνο. Έπρεπε κυρίως ν’ ασχοληθεί με δυο προβλήματα: το πρώτο ήταν το γνωστό μας επίμαχο πρόβλημα του πολιτικού αγώνα. Ένας απ’ τους λόγους που η συνδιάσκεψη ασχολούνταν μ’ αυτό ήταν η κατηγορία που επαναλάβαιναν μ’ έμφαση οι μπακουνιστές, ότι ο Μαρξ είχε πλαστογραφήσει σκόπιμα το καταστατικό της Διεθνούς για να την εκβιάσει να δεχτεί την άποψη του. Η απόφαση έδωσε αυτή τη φορά μια απάντηση που δε χώραγε καμιά αμφισβήτηση και σήμαινε μια ολοκληρωτική ήττα για τους μπακουνιστές.

Μια και πιθανότατα πολλοί από σας δεν τη γνωρίζουν, επιτρέψτε μου να σας διαβάσω το τελευταίο μέρος της:

«Λαβαίνοντας υπόψη,

ότι η Διεθνής αντιμετωπίζει μια αχαλίνωτη αντίδραση, που καταστέλλει αναίσχυντα κάθε απόπειρα απελευθέρωσης των εργατών και επιδιώκει με την ωμή βία να διαιωνίσει τις ταξικές διακρίσεις και την πολιτική κυριαρχία των ιδιοκτητριών τάξεων που βασίζεται πάνω σ’ αυτές .(...) ότι αυτή η συγκρότηση της εργατικής τάξης σε πολιτικό κόμμα είναι απαραίτητη για το θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης και του τελικού της σκοπού - της κατάργησης των τάξεων ότι η συνένωση των μεμονωμένων δυνάμεων, που έχει πετύχει ως έναν ορισμένο βαθμό η εργατική τάξη με τους οικονομικούς της αγώνες, πρέπει να χρησιμέψει και σαν μοχλός στον αγώνα της κατά της πολιτικής βίας των εκμεταλλευτών της - για τους λόγους αυτούς η συνδιάσκεψη υπενθυμίζει σ’ όλα τα μέλη της Διεθνούς: ότι στη μάχιμη κατάσταση της εργατικής τάξης το οικονομικό της κίνημα και η πολιτική της δράση είναι αδιάρρηκτα συνδεμένα.»15

Η συνδιάσκεψη όμως είχε κι άλλον ένα λόγο για ν’ ασχοληθεί με τους μπακουνιστές. Στο Γενικό Συμβούλιο εδραιωνόταν ολοένα και περισσότερο η πεποίθηση ότι, παρόλες τις διαβεβαιώσεις του Μπακούνιν, η μυστική οργάνωση του εξακολουθούσε να υπάρχει. Γι’ αυτό η συνδιάσκεψη πήρε μια απόφαση που απαγόρευε να οργανωθεί οποιαδήποτε άλλη ένωση μ’ ένα ξεχωριστό πρόγραμμα μέσα στο πλαίσιο της Διεθνούς. Με την ευκαιρία αυτή έλαβε πάλι υπόψη μια δήλωση των μπακουνιστών, ότι η Συμμαχία έχει διαλυθεί, και θεώρησε το ζήτημα τελειωμένο.

Υπήρχε όμως και μια άλλη, συλλογικά παρμένη, απόφαση, που έμελλε ν’ ανησυχήσει ιδιαίτερα τον Μπακούνιν και τους ρώσους οπαδούς του. Η συνδιάσκεψη αποφάσισε κατηγορηματικά, ότι η Διεθνής δεν έχει καμιά σχέση με την υπόθεση του Νετσάγιεφ, που είχε ιδιοποιηθεί με δόλιο τρόπο τον τίτλο του μέλους της Διεθνούς κι είχε χρησιμοποιήσει ύποπτα τ’ όνομα της.

Η απόφαση αυτή στρεφόταν αποκλειστικά κατά του Μπακούνιν ο οποίος, όπως ήταν σ’ όλους γνωστό, βρισκόταν από καιρό σ’ επαφή με τον Νετσάγιεφ, ένα ρώσο επαναστάτη που είχε διαφύγει το Μάρτη του 1869 στο εξωτερικό. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, εφοδιασμένος απ’ τον Μπακούνιν με απόλυτες δικαιοδοσίες, ξαναγύρισε στη Ρωσία και οργάνωσε εδώ, στη Μόσχα, μια ιδιαίτερη ομάδα. Επειδή υποπτευόταν πως ο φοιτητής Ιβάνωφ ήθελε να προδώσει την οργάνωση, τον σκότωσε με τη βοήθεια μερικών συντρόφων και εξαφανίστηκε πάλι στο εξωτερικό. Τα μέλη της καινούργιας του οργάνωσης, που πιάστηκαν για την υπόθεση αυτή, αλλά και πολλοι απ’ τους φοιτητές της Πετρούπολης που είχαν δουλέψει μαζί του τις χρονιές 1868-1869, παραπέμφθηκαν σε δίκη το καλοκαίρι του 1871. Στο δικαστήριο ήρθαν στο φως της δημοσιότητας πολλά έγγραφα, που χρησιμοποιήθηκαν απ’ την πολιτική αγωγή, για να βάλουν ασυνείδητα την οργάνωση του Μπακούνιν και το ρωσικό της παρακλάδι στο ίδιο καζάνι με τη Διεθνή. Αρκεί όμως να συγκρίνει κανείς τα έγγραφα αυτά με τα κείμενα του Μπακούνιν, για ν’ αναγνωρίσει τον πραγματικό συντάκτη τους. Από άλλες ανάλογες διακηρύξεις που είχε γράψει ο Μπακούνιν για τους συντρόφους του στη Δύση, ξεχωρίζουν μονάχα απ’ τη μεγαλύτερη ελευθεροστομία τους, και εκείνα που διορθώθηκαν και συμπληρώθηκαν απ’ τον Νετσάγιεφ ξεχωρίζουν από μια μεγαλύτερη εκφραστική αδεξιότητα και τραχύτητα.

Συνήθως η υπόθεση παρουσιάζεται σαν να ήταν ο Μπακούνιν αυτός που είχε υποστεί την επιρροή του Νετσάγιεφ, που τον εξαπατούσε και τον χρησιμοποιούσε για τους δικούς του σκοπούς. Πραγματικά, ο Νετσάγιεφ ήταν ένας ταλαντούχος αλλά πολύ λίγο καλλιεργημένος άνθρωπος, που αρνούνταν σαν απόλυτα άκαρπη κάθε θεωρητική εργασία, ήταν ένας άνθρωπος με εξαιρετική ενεργητικότητα, προικισμένος με σιδερένια θέληση, επαναστάτης αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στον αγώνα, που αργότερα, τόσο μπροστά στο δικαστήριο όσο και στη φυλακή, απέδειξε το ακλόνητο κουράγιο του και το αδάμαστο μίσος του κατά των καταπιεστών και των εκμεταλλευτών του λαού. Ήταν έτοιμος για τα πάντα και δε δίσταζε να χρησιμοποιήσει κανένα μέσο για να πετύχει τον αντικειμενικό του σκοπό στον οποίο είχε αφιερώσει τη ζωή του. Ωστόσο ποτέ δεν ταπεινωνόταν να χρησιμοποιήσει τα μέσα αυτά για δικό του προσωπικό όφελος. απ’ την άποψη αυτή βρίσκεται ασύγκριτα πιο ψηλά απ’ τον Μπακούνιν, που έκανε και τις πιο απίθανες συναλλαγές ακόμα, στ’ όνομα των προσωπικών του σκοπών. Γι’ αυτή την ηθική υπεροχή του Νετσάγιεφ δε χωράει καμιά αμφιβολία κι όλα δείχνουν ότι κι ο ίδιος ο Μπακούνιν το ‘ξερέ αυτό πολύ καλά, κι εκτιμούσε τον Νετσάγιεφ αν και πνευματικά ήταν κατά πολύ κατώτερος του.

Θα ‘ταν ωστόσο αφελές να συμπεράνουμε απ’ όλα αυτά, ότι ο Νετσάγιεφ είχε επιβάλει στον Μπακούνιν τις δικές του επαναστατικές απόψεις. Απεναντίας, ήταν ο ίδιος μαθητής του Μπακούνιν, όμως εκεί όπου ο απόστολος της καταστροφής αποδείχτηκε ασυνεπής και ασταθής, ο Νετσάγιεφ διακρινόταν για τη σιδερένια συνέπεια του και αντλούσε όλα τα πρακτικά του συμπεράσματα απ’ τις θεωρητικές υποθέσεις του δάσκαλου του. Όταν κάποτε ο Μπακούνιν του είπε, πως δε μπορούσε ν’ αρνηθεί να εκτελέσει μια δουλιά που είχε αναλάβει - ήταν μια μετάφραση του Κεφαλαίου - γιατί είχε πάρει ήδη μια προκαταβολή, ο Νετσάγιεφ προσφέρθηκε να τον απαλλάξει απ’ αυτή την υποχρέωση και το πέτυχε πολύ απλά: στ’ όνομα της επαναστατικής επιτροπής «Λαϊκή Εκκαθάριση» έγραψε σ’ ένα μεσολαβητή ανάμεσα στον Μπακούνιν και τον εκδότη, αν αγαπάει τη ζωή του ν’ αφήσει ήσυχο τον Μπακούνιν.

Αφού ο Μπακούνιν έβαζε συνέχεια στην πρώτη μοίρα το κουρελοπρολεταριάτο σαν πραγματικό φορέα της κοινωνικής επανάστασης, κι όχι το προλεταριάτο της μεγάλης βιομηχανίας, αφού θεωρούσε τους ληστές και τους εγκληματίες σαν ιδιαίτερα κατάλληλους στρατιώτες του επαναστατικού στρατού, ο Νετσάγιεφ κατέληξε λογικότατα στο συμπέρασμα, πως θα ‘πρεπε να συγκεντρώσουν στην Ελβετία αποφασισμένους άντρες για να οργανώσουν την απαλλοτρίωση. Ο Μπακούνιν τελικά χωρίστηκε απ’ το μαθητή του, όχι όμως για λόγους αρχής, αλλά μόνο επειδή τον τρόμαζε η ευθύτητα του Νετσάγιεφ. Όμως και μετά το χωρισμό τους, δεν τόλμησε να το γνωστοποιήσει δημόσια, γιατί ο Νετσάγιεφ είχε στα χέρια του πολλά ντοκουμέντα που τον εκθέτανε.

Αμέσως μετά τη συνδιάσκεψη του Λονδίνου άρχισε μια ακόμα πιο σφοδρή διαμάχη. Οι μπακουνιστές κηρύξανε στο Γενικό Συμβούλιο ανοιχτό πόλεμο, το κατηγόρησαν ότι πλαστογραφούσε τη συνδιάσκεψη και ότι ήθελε να επιβάλει σ’ ολόκληρη τη Διεθνή το δόγμα για την ανάγκη της οργάνωσης του προλεταριάτου σ’ ένα ιδιαίτερο κόμμα, που θα κατακτούσε την πολιτική εξουσία. Απαιτούσαν τη σύγκληση ενός συνεδρίου που θα έβγαζε μια οριστική απόφαση πάνω στο πρόβλημα αυτό.

Αυτό το συνέδριο, για το όποιο είχαν προετοιμαστεί πολύ εντατικά κι οι δυο πλευρές, πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβρη του 1872. Σ’ αυτό συμμετείχε για πρώτη φορά κι ο Μαρξ προσωπικά. Ο Μπακούνιν απουσίαζε. Στο σημαντικότερο καταστατικό πρόβλημα επικυρώθηκε με μια μικρή τροποποίηση η απόφαση της συνδιάσκεψης, που είχε παρθεί σχεδόν κατά λέξη απ’ την ιδρυτική διακήρυξη της Διεθνούς. Έλεγε η απόφαση:

«Αφού οι διαφεντευτές της γης και του κεφαλαίου χρησιμοποιούν πάντα τα πολιτικά τους προνόμια για να υπερασπίζουν και να διακονίζουν τα οικονομικά τους μονοπώλια και για να υποδουλώνουν την εργασία, η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας γίνεται το μεγαλύτερο καθήκον του προλεταριάτου.»16

Μια ειδική επιτροπή, που είχε εξετάσει όλα τα ντοκουμέντα που σχετίζονταν με τη Συμμαχία, αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή η Ένωση εξακολουθούσε να υπάρχει σαν μυστική οργάνωση μέσα στη Διεθνή, πρότεινε τη διαγραφή του Μπακούνιν και του Γκυγιώμ. Η πρόταση έγινε δεκτή.

Στην απόφαση για τη διαγραφή του Μπακούνιν αναφερόταν, ότι πέρα απ’ αυτό διαγραφόταν και για μια ακόμα «προσωπικά κολάσιμη ενέργεια»17. Επρόκειτο για την υπόθεση της μετάφρασης και προκαταβολής που ανέφερα παραπάνω, μιλώντας για τον Νετσάγιεφ. Εκεί που ο Μπακούνιν και οι φίλοι του βλέπανε μια, έστω ελαφρόμυαλη αλλά συγχωρητέα πράξη, που έπληττε μόνο τον εκδότη, τα μέλη της επιτροπής, που είχαν στα χέρια τους όλα τα ντοκουμέντα, έβλεπαν μια εγκληματική κατάχρηση του ονόματος μιας επαναστατικής εργατικής οργάνωσης - που ο καθένας τη συνδύαζε με τη Διεθνή - για τους ατομικούς του σκοπούς, δηλαδή για ν’ απαλλαγεί απ’ την εκπλήρωση μιας χρηματικής υποχρέωσης. Αν το ντοκουμέντο που είχε στα χέρια της η επιτροπή - το ‘χα και γω στα χέρια μου - δημοσιευόταν την εποχή εκείνη, θα προκαλούσε εξαιρετική ευφορία σ’ ολόκληρο τον αστικό κόσμο. Είχε γραφτεί απ’ τον Νετσάγιεφ, το περιεχόμενο του όμως ανταποκρινόταν απόλυτα στον Μπακούνιν και δεν ερχόταν καθόλου σ’ αντίθεση μ’ αυτόν. Πρέπει να προστεθεί ακόμα, ότι ο Μπακούνιν χωρίστηκε απ’ τον Νετσάγιεφ, όχι εξαιτίας αυτής της υπόθεσης, άλλα επειδή είχε την εντύπωση πως εκείνος θα χρησιμοποιούσε κι αυτόν τον ίδιο σαν όργανο για να πετύχει τους δικούς του επαναστατικούς σκοπούς. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα γράμματα του Μπακούνιν προς τους φίλους του, για να δει πόσο ελάχιστοι ήταν οι ενδοιασμοί του όταν περιέλουζε τους εχθρούς του - ανάμεσα τους και τον Μαρξ - όχι μόνο με πολιτικές κατηγορίες, πράγμα που ήταν δικαίωμά του, αλλά ακριβώς με προσωπικές. Ξέρουμε τώρα, πως ο Μπακούνιν ήταν ο συγγραφέας του διάσημου βιβλίου Κατήχηση για Επαναστάτες, που είχε αποδοθεί στον Νετσάγιεφ και το οποίο μετά τη δημοσίευση του είχε προκαλέσει στη δίκη γενική αγανάκτηση στις τάξεις των επαναστατών. Ωστόσο οι φίλοι του Μπακούνιν αρνούνταν με πείσμα την πατρότητα του έργου και ρίχναν όλη την ευθύνη στον Νετσάγιεφ.

Το συνέδριο της Χάγης τέλειωσε με την πρόταση του Ένγκελς να μεταφερθεί η έδρα του Γενικού Συμβουλίου στην Αμερική, και συγκεκριμένα στη Νέα Υόρκη. Όπως είπα και πριν, την εποχή εκείνη η Διεθνής είχε χάσει το στήριγμα της όχι μόνο στη Γαλλία, όπου απ’ το 1872 θεωρούνταν έγκλημα και μόνο η συμμετοχή στη Διεθνή, όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στην Αγγλία. Αυτή η μεταφορά του κέντρου της Διεθνούς θα ‘ταν προσωρινή. Έμελλε όμως ν’ αποδειχθεί πως το συνέδριο της Χάγης ήταν το τελευταίο σημαντικό συνέδριο στην ιστορία της Διεθνούς. Το 1876 το Γενικό Συμβούλιο της Νέας Υόρκης ανάγγειλε ότι η Πρώτη Διεθνής είχε πάψει να υπάρχει.

(Ένατο Μάθημα)

Η εγκατάσταση του Ένγκελς στο Λονδίνο - Ο ρόλος του στο Γενικό Συμβούλιο - Η ασθένεια του Μαρξ - Ο Ένγκελς αντικαταστάτης του Μαρξ – Το Αντι-Ντύρινγκ - Τα τελευταία χρόνια του Μαρξ και το ενδιαφέρον του για τη Ρωσία - Ο Ένγκελς εκδότης της πνευματικής κληρονομιάς του Μαρξ - Ο ρόλος του Ένγκελς την εποχή της Δεύτερης Διεθνούς - Ο θάνατος του Ένγκελς.

Τελευταία δε σας είπα σχεδόν τίποτα για το ρόλο του Ένγκελς. Ξέρω όμως ότι σας ενδιαφέρει πολύ. Ο Ένγκελς καταγόταν, όπως σας είχα εξιστορίσει στην αρχή, από μια παλιά ευγενή οικογένεια εργοστασιαρχών, κι ήταν ο ίδιος εργοστασιάρχης. Η ίδρυση της Διεθνούς πραγματοποιήθηκε χωρίς καμιά δική του συνεργασία, και μέχρι τις αρχές του 1870 η συμμετοχή του Ένγκελς στο έργο της ήταν ασήμαντη και μόνο έμμεση. Στο διάστημα αυτών των χρόνων έγραψε μερικά άρθρα για αγγλικές εργατικές εφημερίδες. Δε μιλάω για τη βοήθεια που πρόσφερε όλον αυτό τον καιρό στον Μαρξ, για τον οποίο τα πρώτα χρόνια της Διεθνούς ήταν πάλι χρόνια σκληρής στέρησης. Χωρίς τη βοήθεια του Ένγκελς, και μια μικρή κληρονομιά απ’ τον παλιό φίλο του Βίλχελμ Βολφ, στον όποιο αφιέρωσε το Κεφάλαιο, είναι ζήτημα αν θα τα ‘βγαζε πέρα ο Μαρξ, και σίγουρα δε θα ‘χε μπορέσει ν’ αποτελειώσει το βασικό του έργο. Ανάμεσα στα γράμματα του υπάρχει μια συγκινητική επιστολή προς τον Ένγκελς, στην όποια τον πληροφορεί ότι επιτέλους τέλειωσε τη διόρθωση του τελευταίου δοκιμίου. Γράφει:

«Τελείωσε λοιπόν κι ο τόμος αυτός. Το ότι το κατόρθωσα το χρωστάω μόνο σε σένα. Χωρίς τη δική σου αφοσίωση θα ‘ταν αδύνατο να κάνω την τεράστια αυτή εργασία των τριών τόμων. Σε φιλώ γεμάτος ευγνωμοσύνη!»18

Σας είπα προηγούμενα ότι ο Ένγκελς ήταν εργοστασιάρχης. Θα πρέπει ωστόσο να προσθέσουμε, πως ήταν για μικρό μόνο χρονικό διάστημα. Όταν πέθανε ο πατέρας του το 1860, έμεινε ακόμα μερικά χρόνια απλός υπάλληλος. Μόλις το 1864 έγινε μέτοχος και ένας απ’ τους διευθυντές του εργοστασίου. Συνέχεια προσπαθούσε ν’ απαλλαγεί απ’ τη «σκυλίσια απασχόληση» του. Τον απέτρεπε όμως απ’ αυτό όχι μόνο η φροντίδα για τον εαυτό του, αλλά και για τον Μαρξ. Σχετικά μ’ αυτό έχουμε πάλι τις πολύ ενδιαφέρουσες επιστολές του προς τον Μαρξ το 1868, στις οποίες τον πληροφορεί ότι διαπραγματεύεται την έξοδο του απ’ την εταιρία, αλλά πως θα φύγει μόνο με τον όρο ότι θα του εξασφαλίσουν τη συντήρηση τη δική του και του φίλου του. Τελικά κατόρθωσε να πετύχει μια συμφωνία με το συνεταίρο του και το 1869 έφυγε οριστικά απ’ το εργοστάσιο του, κάτω από ορούς που του επέτρεπαν να εξασφαλίσει υλικά και τον Μαρξ, που από τότε απαλλάχτηκε οριστικά απ’ τη φτώχια του. Ο Ένγκελς όμως κατάφερε να εγκατασταθεί στο Λονδίνο μόλις το Σεπτέμβρη του 1870.

Για τον Μαρξ αυτό δε σήμαινε μόνο μια προσωπική χαρά, αλλά και ένα σημαντικό ξαλάφρωμα απ’ την τεράστια δουλιά που έκανε για το Γενικό Συμβούλιο. Είχε ν’ αντιμετωπίσει αναρίθμητους εκπρόσωπους διάφορων εθνών, με τους οποίους διατηρούσε προσωπική η αλληλογραφική επαφή. Και ο Ένγκελς, που απ’ τη νεότητα του είχε δείξει μια ασυνήθιστη επίδοση στις ξένες γλώσσες, έγραφε και, όπως έλεγαν οι φίλοι του για να τον πειράξουν, τραύλιζε σε δώδεκα γλώσσες. Ήταν λοιπόν ένας λαμπρός συνεργάτης για την επικοινωνία με τις διάφορες χώρες, ο οποίος, αντίθετα απ’ τον Μαρξ, είχε μάθει απ’ την πολύχρονη εμπορική πρακτική του να βάζει αυστηρή τάξη σε τέτοιες υποθέσεις.

Μόλις ο Ένγκελς έγινε μέλος του Γενικού Συμβουλίου, έπεσε με τα μούτρα σ’ αυτή τη δουλιά. Ανέλαβε όμως κι ένα άλλο μέρος της δουλιάς για ν’ απαλλάξει τον Μαρξ, που η υγεία του είχε ήδη κλονιστεί απ’ την υπερβολική δουλιά και τις στερήσεις. Όντας άνθρωπος ενεργητικός, πιεζόμενος από καιρό σε μια τέτοια δραστηριότητα, ο Ένγκελς έγινε επίσης αμέσως ένα απ’ τα πιο δραστήρια μέλη του Γενικού Συμβουλίου, όπως γίνεται φανερό απ’ τα πρακτικά του.

Η εξέλιξη αυτή είχε όμως και την αντίστροφη πλευρά της. Ο Ένγκελς μετακόμισε στο Λονδίνο, όταν ήδη είχε αρχίσει ο αγώνας κατά των μπακουνιστών, που ο αντίχτυπός του έφτασε και στο Γενικό Συμβούλιο. Πέρα απ’ αυτό, την εποχή εκείνη κυριαρχούσε όπως είδατε μεγάλη ασυμφωνία, ακόμα κι ανάμεσα στους άγγλους. Με μια λέξη, ήταν εποχή μεγάλων διχογνωμιών σε ζητήματα αρχών και τακτικής.

Έχω μιλήσει ήδη για τις αίτιες που προκάλεσαν την ασυμφωνία στο αγγλικό τμήμα της Διεθνούς. Εκείνο που δεν καταλαβαίνουν η δε μπορούν να καταλάβουν μερικοί ιστορικοί της Διεθνούς, και ιδιαίτερα οι ιστορικοί του αγγλικού εργατικού κινήματος, είναι ότι το Γενικό Συμβούλιο, που καθοδηγούσε απ’ το 1864 μέχρι το 1873 το διεθνές εργατικό κίνημα, ήταν και το ηγετικό όργανο του αγγλικού εργατικού κινήματος. Κι όταν τα διεθνή γεγονότα επηρέαζαν τα αγγλικά, τότε αντίστροφα κάθε αλλαγή στο αγγλικό εργατικό κίνημα είχε αναπόφευκτα αντίχτυπο στις διεθνείς λειτουργίες του Κεντρικού Συμβουλίου. Έχω ήδη επισημάνει πως, σαν αποτέλεσμα των δικαιωμάτων που είχαν παραχωρηθεί στο εργατικό κίνημα τα χρόνια 1867 με 1871 - εκλογικό δικαίωμα για τους εργάτες των πόλεων και νομιμοποίηση των συνδικάτων - εντάθηκαν ανάμεσα στους συνδικαλιστές, που συμμετείχαν στο Γενικό Συμβούλιο, οι συμφιλιωτικές τάσεις. Σ’ αυτούς προστέθηκε κι ο Εκάριους, που αυτή την εποχή είχε φτάσει σε μεγάλη ηλικία και, όπως συμβαίνει συχνά ακόμα και στους εργάτες, είχε γίνει πολύ διαλλακτικότερος απέναντι στην αστική τάξη. Εκτός απ’ τον Εκάριους όμως, ήταν και μια σειρά από άλλα μέλη του Γενικού Συμβουλίου που αργότερα αποχωρίστηκαν απ’ τον Μαρξ.

Εδώ θα πρέπει τώρα να ειπωθεί, ότι οι διαφωνίες, όταν δεν αναφέρονται μόνο σε ζητήματα αρχών, αλλά εντείνονται και με προσωπικές διαφορές, εξηγούνται ακριβώς με την εμφάνιση του Ένγκελς στο Γενικό Συμβούλιο, που απ’ την εποχή εκείνη εκπροσωπούσε συχνά τον Μαρξ. Είχαν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια από τότε που ο Ένγκελς είχε φύγει για το Μάντσεστερ, έχοντας έτσι αποκοπεί απ’ το εργατικό κίνημα.

Σ’ όλο αυτό το διάστημα ο Μαρξ είχε παραμείνει στο Λονδίνο, είχε διατηρήσει σχέσεις με τους χαρτιστές, είχε δουλέψει μαζί τους στα όργανα τους κι είχε συμμετάσχει σε εργατικούς κύκλους και στη ζωή των εξόριστων. Έβλεπε συχνά τους συντρόφους του, έδινε διαλέξεις, είχε μαλώσει συχνά μαζί τους και μάλιστα πολύ έντονα - κι αυτοί είχαν φιλονικήσει μαζί του - όμως οι σχέσεις προς τον «πατέρα» Μαρξ ήταν εγκάρδιες, γεμάτες αλληλεγγύη κι αγάπη, όπως φαίνεται απ’ όλες τις αναμνήσεις, ακόμα και των ανθρώπων που είχαν χωριστεί απ’ τον Μαρξ. Ιδιαίτερα εγκάρδιες ήταν οι σχέσεις ανάμεσα στον Μαρξ και τους εργάτες την εποχή της Διεθνούς. Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου, που επισκέπτονταν τον Μαρξ στη φτωχική κατοικία του, που έβλεπαν τη μιζέρια του -δε ζούσε καλύτερα από πολλούς άγγλους εργάτες - που τον παρατηρούσαν στο Γενικό Συμβούλιο, που γνώριζαν την προθυμία του να εγκαταλείψει όλες του τις μελέτες και την αγαπημένη επιστημονική δουλιά του, για να διαθέσει όλο του το χρόνο, όλη του τη δύναμη, στην εργατική τάξη, έτρεφαν γι’ αυτόν τον πιο βαθύ σεβασμό. Εργαζόταν ασταμάτητα, αρνούνταν κάθε προνόμιο και παραιτούνταν από κάθε τίτλο τιμής.

Με τον Ένγκελς τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Τα αγγλικά μέλη του Γενικού Συμβουλίου δεν τον γνώριζαν καθόλου. Εξίσου λίγο τον γνώριζαν και τ’ άλλα μέλη. Μόνο οι γερμανοί σύντροφοι τον θυμούνταν, αν κι όχι όλοι, αλλά ο Ένγκελς έπρεπε να κερδίσει πρώτα τη δική τους εμπιστοσύνη. Για τους άλλους όμως ήταν ένας πλούσιος, ένας εργοστασιάρχης απ’ το Μάντσεστερ, για τον οποίο λεγόταν, πως πριν από είκοσι πέντε χρόνια είχε γράψει στα γερμανικά ένα καλό βιβλίο για τους άγγλους εργάτες. Αφού για είκοσι χρόνια κινήθηκε σχεδόν αποκλειστικά μέσα στην αστική κοινωνία, ανάμεσα σε μεγαλοτραπεζίτες και μεγαλοβιομήχανους, ο Ένγκελς, που από πάντα ήταν ιδιαίτερα συγκρατημένος στην προσωπική του επικοινωνία, είχε αποκτήσει ακόμα καλύτερους τρόπους. Πάντοτε άψογα ντυμένος, ευπρεπής, επιφυλακτικός, πάντα ευγενής, με στρατιωτικές συνήθειες, δεν έλεγε ποτέ άσκημη λέξη, κι ωστόσο έδινε κατά κάποιο τρόπο την εντύπωση άκαρδου και ψυχρού ανθρώπου.

Έτσι περιγράφανε τον Ένγκελς οι άνθρωποι που τον γνώρισαν τη δεκαετία του 1840. Ξέρουμε ότι ο Ένγκελς, και στη σύνταξη της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου, όταν απουσίαζε ο Μαρξ τσακωνόταν άγρια με τους συντρόφους, και μερικές φορές τους έκανε να νιώθουν πολύ καθαρά τη διανοητική του υπεροχή. Μόλο που ήταν λιγότερο οξύθυμος απ’ τον Μαρξ, ήταν στις προσωπικές του σχέσεις πολύ πιο ανυπόμονος και απώθησε πολλούς εργάτες, αντίθετα απ’ τον Βίλχελμ Βολφ και τον Μαρξ, που ήταν κι οι δυο ιδανικοί δάσκαλοι και σύντροφοι.

Σιγά σιγά ο Ένγκελς εξοικειώθηκε με το καινούργιο του περιβάλλον κι απελευθερώθηκε απ’ τις παλιές του συνήθειες. Άλλα ακριβώς σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια, που συχνά έπρεπε να εκπροσωπεί τον Μαρξ, όξυνε, αρχικά με το χαρακτήρα του, τις εντάσεις, ιδιαίτερα μέσα στο Γενικό Συμβούλιο. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί, γιατί όχι μόνο ο Εκάριους, αλλά και τόσο παλιοί συνεργάτες του Μαρξ όπως ο Γιουνγκ, που υπήρξε για πολύ καιρό γενικός γραμματέας της Διεθνούς κι είχε προσωπικά στενές σχέσεις με τον Μαρξ και τον είχε υποστηρίξει με πολύ λεπτότητα στις δύσκολες υποχρεώσεις του, άρχιζαν σιγά σιγά ν’ αποτραβιούνται απ’ αυτόν.

Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν έλειψαν τα συνηθισμένα κουτσομπολιά κι οι φλυαρίες. Πολλοί δε καταλάβαιναν - όπως είπα, ακριβώς επειδή δε γνώριζαν καθόλου τον Ένγκελς - γιατί ο Μαρξ αγαπούσε και επαινούσε τόσο πολύ το φίλο του. Θα πρέπει κανείς να διαβάσει τα εξαιρετικά χυδαία και κακόβουλα απομνημονεύματα του Χύντμαν, που ήταν ιδρυτής της αγγλικής σοσιαλδημοκρατίας, για να δει πόσο ταπεινές ήταν οι διαφωνίες των ανθρώπων αυτών με τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Αυτοί υποστήριζαν πως δήθεν ο Μαρξ διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Ένγκελς, επειδή αυτός ήταν πλούσιος και τον συντηρούσε. Ιδιαίτερα χυδαίο ήταν το φέρσιμο μερικών άγγλων - ανάμεσα τους ήταν και κάποιος Σμιθ, που εμφανίστηκε αργότερα στα συνέδρια της Δεύτερης Διεθνούς σαν διερμηνέας και που ακόμα απ’ τον πόλεμο διακρίθηκε εξίσου με τον Χύντμαν για το σοσιαλπατριωτισμό του. Ο Ένγκελς δεν του συχώρεσε ποτέ, ούτε και σ’ άλλους, αυτή τη συκοφαντική εκστρατεία κατά του Μαρξ, κι όπως διηγείται ο Βάντερβέλντε, λίγο πριν πεθάνει, έδιωξε με κλωτσιές τον Σμιθ που ήρθε να τον επισκεφτεί.

Τότε όμως, στις αρχές της δεκαετίας του 1870, οι φήμες αυτές είχαν διαδοθεί πολύ κακόβουλα, τόσο ανάμεσα στους λασαλιστές γερμανούς εργάτες, που είχαν έρθει στο Δονδίνο, όσο και, προπάντων, ανάμεσα στους πολλούς νεαρούς επαναστάτες, που μετά απ’ την ήττα της Κομμούνας είχαν εγκατασταθεί στο Λονδίνο και δε γνώριζαν καθόλου την ιστορία του κινήματος.

Σχετικά με τη χρηματική βοήθεια που παρείχε το Γενικό Συμβούλιο στους εξόριστους, αυτοι ακριβώς έκαναν τόσο μεγαλύτερο θόρυβο, όσο περισσότερο πάσχιζαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς να οργανώσουν βοήθεια για τους κομμουνάρους.

Η συνεργασία του Ένγκελς όξυνε τη διάσπαση - όχι μόνο στο Λονδίνο. Θα θυμόσαστε ότι ο Μπακούνιν κι οι οπαδοί του, εκτός απ’ τη Ρωσία, εργάζονταν κυρίως στις λατινικές χώρες, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Νότια Γαλλία, την Πορτογαλία, τη γαλλική και ιταλική Ελβετία. Ο Μπακούνιν υπολόγιζε ιδιαίτερα την Ιταλία, επειδή εκεί υπερίσχυε το κουρελοπρολεταριάτο, στο οποίο έβλεπε την κύρια επαναστατική δύναμη. Εκεί υπήρχε και μια νεολαία, που δε δίσταζε μπροστά σε τίποτα κι η οποία δεν έτρεφε την παραμικρή ελπίδα να σταδιοδρομήσει στην αστική κοινωνία. Εκεί άνθιζε επίσης η ληστεία σαν τρόπος εκδήλωσης της διαμαρτυρίας της φτωχής αγροτιάς. Μ’ άλλα λόγια, εκεί είχαν αναπτυχθεί εκείνα ακριβώς τα στοιχεία - η αγροτιά, η στρατιά των ξεριζωμένων, οι ληστές - στους οποίους ο Μπακούνιν απέδιδε και στη Ρωσία τεράστια σπουδαιότητα.

Τώρα τη βασική αλληλογραφία με τις χώρες αυτές την κρατούσε ο Ένγκελς, και την κρατούσε - όπως μπορεί κανείς να δει από μερικά σχέδια που έμειναν, γιατί ο τυπικότατος Ένγκελς κρατούσε πάντα ένα αντίγραφο γι’ αυτόν - στο πνεύμα ενός αδυσώπητου αγώνα κατά των μπακουνιστών.

Η περίφημη μπροσούρα για τη Συμμαχία του Μπακούνιν, που αποτελεί μια έκθεση της επιτροπής του συνεδρίου της Χάγης κι η όποια στιγματίζει κι αποκαλύπτει ανελέητα την πολιτική και την τακτική των μπακουνιστών, είχε γραφτεί απ’ τον Ένγκελς και τον Λαφάργκ, που μετά την ήττα της Κομμούνας είχε δραπετεύσει στην Ισπανία κι είχε αρχίσει μια σφοδρή πολεμική κατά των ισπανών οπαδών του Μπακούνιν. Ο Μαρξ συνεργάστηκε μόνο στο τελευταίο κεφάλαιο, μόλο που, φυσικά, ήταν πολιτικά αλληλέγγυος μ’ όλο αυτό το κατηγορητήριο κατά του μπακουνισμού.

Μετά το 1873 ο Μαρξ αποσύρεται από το προσκήνιο της δημοσιότητας. Τη χρονιά αυτή είχε αποτελειώσει τη δεύτερη έκδοση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου κι είχε διορθώσει τη γαλλική μετάφραση. Αν προστεθεί κι ένας ακόμα επίλογος, που έγραψε στο παλιό βιβλίο για την Ένωση των Κομμουνιστών κι ένα μικρό άρθρο, για τους ιταλούς συντρόφους, αυτά ήταν όλα κι όλα που δημοσίεψε ο Μαρξ μέχρι το 1880. Στο βαθμό που του επέτρεπε η κλονισμένη του υγεία, συνέχιζε την επεξεργασία του κύριου έργου του, που το πρώτο του σχέδιο το είχε τελειώσει ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1860. Ωστόσο δεν κατόρθωσε να τελειώσει οριστικά, για τύπωμα, το δεύτερο τόμο που δούλευε την εποχή εκείνη. Ξέρουμε τώρα ότι το τελευταίο χειρόγραφο που μπήκε στον τόμο αυτό, γράφτηκε το 1878. Τα χρόνια αυτά περνάνε για την οικογένεια και για τον Ένγκελς με το διαρκή φόβο ενός ξαφνικού θανάτου. Ο ισχυρός οργανισμός που μέχρι τότε τα ‘βγαζε πέρα με μια υπεράνθρωπη δουλιά, έχει τώρα εξασθενίσει και ξεπερνάει τους κλονισμούς, ηθικούς και φυσικούς, με σημαντικά μεγαλύτερο κόπο παρά στα χρόνια που ο Μαρξ υπέφερε ακόμα απ’ τη φτώχια. Η συγκινητική και αφοσιωμένη φροντίδα του Ένγκελς, που έκανε τα πάντα για να ξαναστήσει στα πόδια του τον παλιό του φίλο, δε βοήθησε πολύ. Ο Μαρξ είχε μπροστά του προχειρογραμμένο ένα τεράστιο έργο, κι έπεφτε συνέχεια με τα μούτρα στην πραγμάτωση του, μόλις του το επιτρέπαν οι δυνάμεις του, μόλις εξαφανιζόταν ο άμεσος κίνδυνος του θανάτου, μόλις του επέτρεπαν οι γιατροί να δουλέψει μερικές ώρες της ημέρας. Τον βασάνιζε συνέχεια η συναίσθηση, πως δεν ήταν πια σε θέση ν’ αποτελειώσει το έργο αυτό. «Η ανικανότητα για δουλιά είναι θανατική καταδίκη για κάθε άνθρωπο που δε θέλει να ‘ναι απλά ένα ζώο»19, έλεγε. Μετά το 1878 αναγκάστηκε να διακόψει την επεξεργασία του Κεφαλαίου, με την ελπίδα πως θα την ξανάρχιζε σε μια εποχή πιο ευνοϊκή. Η ελπίδα αυτή δεν εκπληρώθηκε. Ωστόσο είναι ακόμα σε θέση να διαβάζει, συνεχίζει να κρατάει σημειώσεις, παρακολουθεί με προσοχή την εξέλιξη του διεθνούς εργατικού κινήματος, πνευματικά συμμετέχει έντονα σ’ αυτό, απαντάει σε πολλά ερωτήματα που του απευθύνονται από διάφορες χώρες. Ο κατάλογος των διευθύνσεων, που τις περνάει σ’ ένα ξέχωρο βιβλίο, παίρνει τεράστιες διαστάσεις στις αρχές της δεκαετίας του 1880. Μαζί με τον Ένγκελς, που την εποχή αυτή παίρνει οριστικά επάνω του όλη τη βασική δουλιά, ξαναγίνεται ο πολύπλευρα ειδικός του εργατικού κινήματος, που αναπτύσσεται τώρα ραγδαία και στο οποίο αρχίζουν να υλοποιούνται οριστικά οι ιδέες του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Απ’ την άποψη αυτή τεράστια είναι η συμβολή του Ένγκελς, που ακριβώς τη δεκαετία του 1870, όσο ζούσε ο Μαρξ, αναπτύσσει μια ενεργή δραστηριότητα.

Το να μιλήσει κανείς για πάλη των μαρξιστών και των μπακουνιστών στην Πρώτη Διεθνή αποτελεί μεγάλη υπερβολή. Οι μπακουνιστές βέβαια δεν ήταν λίγοι, αλλά ανάμεσα τους υπήρχαν τα πιο ανομοιογενή στοιχεία, που ήταν ενωμένα μόνο στον αγώνα κατά του Γενικού Συμβουλίου. Πολύ χειρότερα ήταν τα πράγματα ανάμεσα στους μαρξιστές. Πίσω απ’ τον Μαρξ και τον Ένγκελς υπήρχε μόνο μια μικρή ομάδα από ανθρώπους που γνώριζαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο κι είχαν καταλάβει σ’ όλη της την έκταση τη θεωρία του μαρξισμού. Η δημοσίευση του Κεφαλαίου τον πρώτο καιρό δε βοήθησε και πολύ ν’ αυξηθεί ο αριθμός τους. Για την τεράστια πλειονότητα το έργο αυτό ήταν κυριολεκτικά ένας γρανιτόλιθος, που πάνω του έσπαγαν τα δόντια τους. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα κείμενα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας απ’ το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1870, ακόμα και τις μπροσούρες του Βίλχελμ Λήμπκνεχτ, που ήταν μαθητής του Μαρξ, για να δει πόσο άσκημα ήταν τα πράγματα σχετικά με τη θεωρητική μελέτη του μαρξισμού. Οι σελίδες του κεντρικού οργάνου του γερμανικού κόμματος ήταν γεμάτες με την πιο παράδοξη σαλάτα των διάφορων σοσιαλιστικών συστημάτων. Η μέθοδος του Μαρξ και του Ένγκελς, η υλιστική αντίληψη της ιστορίας, η θεωρία της ταξικής πάλης, όλα αυτά μένανε εφτασφράγιστο βιβλίο, κι ο ίδιος ο Λήμπνκεχτ καταλάβαινε τόσο άσκημα τη φιλοσοφία του μαρξισμού, που ανακάτευε τον ιστορικό-διαλεκτικό υλισμό του Μαρξ και του Ένγκελς με τον υλισμό των φυσικών επιστημών του Μολεσκό και του Μπύχνερ.

Τότε ο Ένγκελς αναλαμβάνει την υπεράσπιση των ιδεών του μαρξισμού, ενώ ο Μαρξ, όπως είδαμε, προσπαθεί μάταια να ολοκληρώσει το Κεφάλαιο. Ο Ένγκελς παίρνει ένα κάποιο άρθρο που του κινεί ιδιαίτερα την προσοχή η επωφελείται από κάποιο επίκαιρο γεγονός, για να διαδηλώσει σ’ ένα επιμέρους πρόβλημα τη βαθιά διαφορά ανάμεσα στον επιστημονικό σοσιαλισμό και τ’ άλλα σοσιαλιστικά συστήματα, η για να φωτίσει ένα πρακτικό πρόβλημα απ’ τη σκοπιά του επιστημονικού σοσιαλισμού, να καταδείξει πώς εφαρμόζεται στην πράξη η μέθοδος αυτή.

Το ίδιο κάνει, όταν ο γνωστός γερμανός προυντονιστής Μύλμπεργκερ δημοσιεύει στο κεντρικό όργανο της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας άρθρα για το ζήτημα της κατοικίας. Ο Ένγκελς επωφελείται απ’ την ευκαιρία, για να δείξει ποια άβυσσος χωρίζει το μαρξισμό απ’ τον προυντονισμό, κι εκτός απ’ αυτό, το θαυμάσιο συμπλήρωμα στο βιβλίο του Μαρξ Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, δίνει μια μαρξιστική ερμηνεία σ’ έναν απ’ τους πιο σημαντικούς παράγοντες που προσδιορίζουν την κατάσταση της εργατικής τάξης. Εκδίδει το παλιό έργο του για τον Πόλεμο των Αγροτών στη Γερμανία, μ’ ένα καινούργιο πρόλογο, για να δώσει στους νέους συντρόφους ένα παράδειγμα για την εφαρμογή της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας σ’ ένα απ’ τα σημαντικά επεισόδια της γερμανικής ιστορίας και της γερμανικής αγροτιάς. Στο Ράιχσταγκ αναφύεται το πρόβλημα των βραβείων, με τα οποία οι πρώσοι γαιοκτήμονες θέλουν να διασφαλίσουν τη ληστρική υπεραξία τους, μεθώντας το λαό με οινόπνευμα, και ο Ένγκελς, στη μπροσούρα του Το Πρωσικό Ρακί στο Γερμανικό Ραιχσταγκ, δεν αποκαλύπτει μόνο την αρπαχτικότητα των πρώσων ευγενών, αλλά και εξηγεί τον ιστορικό ρόλο της γαιοκτησίας και των πρώσων γιούνκερς. Όλα αυτά τα έργα του Ένγκελς για τη γερμανική ιστορία, έδωσαν αργότερα τη δυνατότητα στον Κάουτσκι και στον Μέρινγκ, να δημοσιεύσουν και ν’ αναπτύξουν τις βασικές τους ιδέες σε δικά του κείμενα.

Η πιο μεγάλη προσφορά του Ένγκελς είναι τα έργα του απ’ το 1876 και το 1877. Το 1875 συνασπίζονται οι λασαλιστές και οι αϊζεναχικοί πάνω στη βάση του λεγόμενου Προγράμματος της Γκότα, που αποτελεί ένα κακό συμβιβασμό ανάμεσα στο μαρξισμό και στην αντίληψη του μαρξισμού, που ονομάζεται λασαλισμός. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς διαμαρτυρήθηκαν πολύ αποφασιστικά ενάντια σ’ αυτό το πρόγραμμα, όχι επειδή ήταν αντίθετοι με το συνασπισμό, όχι επειδή ζητούσαν μια συνεχή αλλαγή του προγράμματος στο πνεύμα των υποδείξεων τους. Πίστευαν πως, έστω κι αν αυτός ο συνασπισμός ήταν απαραίτητος, δεν υπήρχε καμιά ανάγκη να παραδεχτούν ένα τέτοιο πρόγραμμα σαν θεωρητική βάση γι’ αυτή τη συνένωση, κι ότι το καλύτερο θα ‘ταν να περιμένουν και να αρκεστούν σε μια γενική πλατφόρμα για την πρακτική καθημερινή δουλιά. Την άποψη τους συμμερίζονταν ο Μπέμπελ και ο Μπράκε, όχι όμως ο Λήμπκνεχτ.

Μετά από λίγους κιόλας μήνες ο Μαρξ κι ο Ένγκελς μπόρεσαν να πειστούν, ότι οι παρατάξεις που συνενώθηκαν βρίσκονταν στο ίδιο χαμηλό επίπεδο όσο άφορα τη θεωρητική τους μόρφωση. Στο κόμμα, ανάμεσα στα νεαρά μέλη του, όχι μόνο ανάμεσα στους διανοούμενους αλλά και ανάμεσα στους εργάτες, άρχιζε να γίνεται ολοένα πιο δημοφιλής η θεωρία ενός κάποιου γερμανού φιλόσοφου και οικονομολόγου, του Όυγκεν Ντύρινγκ. Αυτός ήταν για ένα διάστημα βοηθητικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου κι είχε κερδίσει τη συμπάθεια των μαθητών του όχι μόνο με την προσωπικότητα του, αλλά και για την τόλμη των απόψεων του - πράγμα ασυνήθιστο για ένα γερμανό φιλόσοφο. Μόλο που ήταν τυφλός, έκανε διαλέξεις για την ιστορία της μηχανικής, της πολιτικής οικονομίας και της φιλοσοφίας. Αυτή η πολλαπλότητα των γνώσεων του προκαλούσε κατάπληξη, γιατί ήταν σ’ όλους γνωστό, ότι τα βιβλία που χρειαζόταν του τα διάβαζαν, και ότι όλα του τα βιβλία τα υπαγόρευε. Ήταν οπωσδήποτε ένας μεγαλοφυής άνθρωπος. Ετσι, όταν εκδήλωσε μια οξεία κριτική κατά των παλιών σοσιαλιστικών θεωριών, και κυρίως κατά της θεωρίας του Μαρξ, προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Στους φοιτητές και τους εργάτες φάνηκε πως η σκέψη που είχε γίνει ζωή μιλούσε σ’ αυτούς τους ίδιους. Ο Ντύρινγκ υπογράμμιζε τη σημασία της δράσης, του αγώνα, της διαμαρτυρίας, αντί για τον οικονομικό παράγοντα έβαζε στο επίκεντρο τον πολιτικό παράγοντα και τόνιζε τη δύναμη της βίας μέσα στην ιστορία. Στην πολεμική του δε σταματούσε μπροστά σε τίποτα, κατηγορούσε έντονα τον Μαρξ εξίσου με τον Λασάλ και δε δίσταζε να χρησιμοποιεί ενάντια στον Μαρξ το επιχείρημα πως είναι εβραίος.

Ο Ένγκελς ταλαντεύτηκε πολύ πριν να πάρει θέση ενάντια στον Ντύρινγκ. Τελικά υπέκυψε στις πιέσεις των γερμανών φίλων του και δημοσίευσε το 1877 στο κεντρικό όργανο του κόμματος, το Εμπρός, ένα άρθρο στο οποίο άσκησε εξοντωτική κριτική στις απόψεις του Ντύρινγκ, πράγμα που προκάλεσε δυσαρέσκεια σ’ ένα τμήμα των κομματικών του συντρόφων. Την εποχή εκείνη επικεφαλής των οπαδών του Ντύρινγκ ήταν ο Μπέρνσταϊν, ο μελλοντικός θεωρητικός του ρεβιζιονισμού, και ο Μοστ, ο μελλοντικός ηγέτης των γερμανών αναρχικών. Στο συνέδριο του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος μερικοί αντιπρόσωποι, ανάμεσα τους κι ο παλιός λασαλιστής Βάαλταϊχ, επιτέθηκαν σφοδρά στον Ένγκελς. Λίγο έλειψε να συνταχτεί μια απόφαση, που θ’ απαγόρευε στον Ένγκελς να δημοσιεύσει άλλα άρθρα στο κεντρικό όργανο του κόμματος, που θεωρούσε τον Μαρξ και τον Ένγκελς σαν καθοδηγητές του.

Αυτό θα δημιουργούσε ένα αφάνταστο σκάνδαλο, αλλά τελικά βρέθηκε ένας μεσολαβητής που πρότεινε μια ασυνήθιστα σοφή αντιαπόφαση: να συνεχιστεί η δημοσίευση των άρθρων του Ένγκελς, όχι όμως στο ίδιο το κεντρικό όργανο, αλλά σ’ ένα ειδικό ανάτυπο. Η πρόταση αυτή θεωρήθηκε ικανοποιητική.

Τα άρθρα αυτά συγκεντρώθηκαν σ’ ένα βιβλίο και κυκλοφόρησαν σαν ξεχωριστή έκδοση το 1878. Το βιβλίο αυτό, Η Ανατροπή της Επιστήμης από τον Κύριο Όυγκεν Ντύρινγκ ή, όπως το λέμε συνήθως, το Αντι-Ντύρινγκ, σημείωσε εποχή στην ιστορία του μαρξισμού. Απ’ το βιβλίο αυτό μάθαινε για πρώτη φορά η νέα γενιά, που είχε αρχίσει να δουλεύει στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1870, τι είναι ο επιστημονικός σοσιαλισμός, τί είναι οι φιλοσοφικές του βάσεις, ποια μεθοδολογία ακολουθεί. Το Αντι-Ντύρινγκ αποδείχτηκε επίσης σαν η καλύτερη εισαγωγή στη μελέτη του Κεφαλαίου. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα άρθρα που γράφονταν τότε απ’ τους λεγόμενους μαρξιστές, για να δει τι ανόητα συμπεράσματα βγάζανε απ’ το Κεφάλαιο, που δεν το καταλάβαιναν διόλου. Πρέπει ν’ αναγνωριστεί, ότι για να διαδοθεί ο μαρξισμός σαν ιδιαίτερη μέθοδος και ξεχωριστό σύστημα, κανένα άλλο βιβλίο μετά το Κεφάλαιο δεν είχε τόσο μεγάλη σπουδαιότητα όσο το Αντι-Ντύρινγκ. Όλοι οι νεαροί μαρξιστές που εμφανίστηκαν στις απαρχές της δεκαετίας του 1880, ανατράφηκαν με το βιβλίο αυτό - ο Μπέρνσταϊν, ο Κάουτσκι και ο Πλεχάνωφ.

Το βιβλίο αυτό όμως δεν επέδρασε μόνο στην ηγεσία του κόμματος. Ήδη το 1880 ο Ένγκελς, μετά από παρακλήσεις γάλλων μαρξιστών, ξεδιάλεξε μερικά κεφάλαια, που μεταφράστηκαν στα γαλλικά κι αποτελούν ένα απ’ τα πιο διάσημα έργα του μαρξισμού, που δεν είναι λιγότερο διαδομένο απ’ το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Είναι το πολύ γνωστό σας κείμενο. Η Εξέλιξη του Σοσιαλισμού από την Ουτοπία στην Επιστήμη. Μεταφράστηκε αμέσως στα πολωνικά, και ενάμισι σχεδόν χρόνο μετά την κυκλοφορία του σε γερμανική ειδική έκδοση, κυκλοφόρησε και στα ρώσικα. Όλες αυτές τις εργασίες τις έγραψε ο Ένγκελς τον καιρό που ζούσε ακόμα ο Μαρξ, ο όποιος συνεργάστηκε σ’ αυτές όχι μόνο συμβουλευτικά, αλλά και άμεσα, όπως λ.χ. στο Αντι-Ντύρινγκ, για το οποίο ο Μαρξ έγραψε ένα ολόκληρο κεφάλαιο.

Γύρω στις αρχές του 1880 έγινε μια μεταστροφή στο ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα. Οι ιδέες του μαρξισμού κατακτούν ολοένα και περισσότερο το εργατικό κίνημα, σε σημαντικό βαθμό χάρη στην ακούραστη δουλιά του Ένγκελς και χάρη στη λαμπρή εκλαϊκευτική του ικανότητα. Στη Γερμανία, όπου το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα χτυπιέται απ’ το νόμο για τους σοσιαλιστές, το μαρξιστικό ρεύμα μετά από μια σύντομη σύγχιση περνάει πιο ισχυρό στην πρώτη θέση. Όπως προκύπτει απ’ τα απομνημονεύματα του Μπέμπελ, σ’ αυτή τη μεταστροφή- έπαιξαν μεγάλο ρόλο οι παλιοί, οι όποιοι απειλώντας πως θα διαμαρτυρηθούν δημόσια, ζητούσαν την κατάργηση αυτού που ονόμαζαν «σκάνδαλο» και καταπολεμούσαν αδίσταχτα όλες τις προσπάθειες να γίνει κάποιος συμβιβασμός με την αστική τάξη.

Το 1879 στη Γαλλία, στο συνέδριο της Μασαλίας, ιδρύεται ένα νέο εργατικό κόμμα μ’ ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Σ’ αυτό εμφανίζεται μια νεαρή μαρξιστική ομάδα, που αρχηγός της είναι ένας παλιός μπακουνιστής, ο Ζυλ Γκεσντ. Το 1880 αποφασίζεται να γίνει η επεξεργασία ενός καινούργιου προγράμματος. Για το σκοπό αυτό ο Γκεσντ και οι σύντροφοι του κάνουν ένα ταξίδι στο Λονδίνο, στον Μαρξ, που πήρε ενεργό μέρος στην επεξεργασία αυτού του προγράμματος. Μόλο που δε συμφωνούσε με μερικά σημεία στο πρακτικό μέρος, στα οποία επέμεναν οι γάλλοι, για τη σπουδαιότητα που είχαν στην τοπική προπαγάνδα, διατύπωσε ολόκληρο το θεωρητικό μέρος. Γι’ άλλη μια φορά απέδειξε την ικανότητα του ν’ αντιλαμβάνεται τις ιδιομορφίες των γαλλικών συνθηκών και να βρίσκει διατυπώσεις, που ήταν κατανοητές για κάθε γάλλο, απ’ τις όποιες όμως με σιδερένια λογική προέκυπταν οι βασικές αρχές του κομμουνισμού. Το γαλλικό πρόγραμμα χρησίμεψε σαν πρότυπο για όλα τα επόμενα προγράμματα - για το ρώσικο, το αυστριακό και της Ερφούρτης. Ο Γκεσντ και ο Λαφάργκ έγραψαν για το πρόγραμμα αυτό ένα σχόλιο, που μεταφράστηκε απ’ τον Μπέρνσταϊν στα γερμανικά, και αμέσως μετά στα ρώσικα απ’ τον Πλεχάνωφ, με τον τίτλο Τι Θέλουν οι Σοσιαλδημοκράτες. Με το έργο αυτό διαπαιδαγωγήθηκαν σε μας οι ρώσοι μαρξιστές, στους οποίους, μαζί με τη μπροσούρα του Ένγκελς, χρησίμεψε σαν εισαγωγή στη μελέτη του προγράμματος και σαν βάση για τη διδασκαλία στους εργατικούς κύκλους.

Για τους γάλλους ο Μαρξ έφτιαξε ένα αναλυτικό ερωτηματολόγιο για εργάτες, για να διερευνήσει την κατάσταση της εργατικής τάξης. Αυτό κυκλοφόρησε ανώνυμο, δίχως την υπογραφή του Μαρξ. Ενώ το ερωτηματολόγιο, που είχε σχεδιάσει στην «εισήγηση» του για το συνέδριο της Γενεύης το 1866, περιείχε δεκαπέντε περίπου ερωτήσεις, το καινούργιο περιέχει πάνω από εκατό, που αφορούν ως τις παραμικρές λεπτομέρειες όλους τους ορούς της εργατικής ζωής. Για την εποχή εκείνη ήταν ένα απ’ τα πιο εμβριθή ερωτηματολόγια, που μόνο από ένα βαθύ γνώστη του εργατικού προβλήματος, όπως ο Μαρξ, μπορούσε να γραφτεί. Ήταν μια νέα απόδειξη της ικανότητας του, να προσεγγίζει τις συγκεκριμένες συνθήκες και να συλλαμβάνει μια συγκεκριμένη πραγματικότητα - παρόλο που κατηγορήθηκε πως αγαπούσε το αφηρημένο. Η ικανότητα ν’ αναλύει κανείς την πραγματικότητα, και με βάση τη μελέτη της πραγματικότητας να βγάζει γενικά συμπεράσματα, δεν είναι ίδια με την αφαίρεση απ’ την πραγματικότητα, με το πέταγμα στα υψη της αφαίρεσης.

Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς παρακολουθούσαν πολύ προσεχτικά το ρωσικό επαναστατικό κίνημα. Είχαν μάθει κι οι δυο τα ρωσικά. Ο Μαρξ λ.χ. ήταν σε θέση να διαβάζει τη ρώσικη μετάφραση του Κεφαλαίου. Αντίθετα απ’ ό,τι ισχυρίζεται ο Μέρινγκ -πως δηλαδή η δημοτικότητα του Μαρξ στη Ρωσία υποχώρησε σημαντικά μετά το συνέδριο της Χάγης- αυτή μεγάλωνε. Σαν κριτικός της αστικής πολιτικής οικονομίας είχε μεγαλύτερο κύρος από κάθε άλλη χώρα, κι απ’ αυτήν ακόμα τη Γερμανία, επηρέαζε μια σειρά από ρώσους λόγιους και καθόριζε την κατεύθυνση της εργασίας τους. Οπωσδήποτε τα έργα του πέρα απ’ το Κεφάλαιο δεν ήταν γνωστά σε κανέναν σχεδόν. Επίσης για τη φιλοσοφία του, για την υλιστική αντίληψη τής ιστορίας, η πλειονότητα δεν είχε ιδέα η είχε πολύ μικρότερη απ’ αυτήν που είδαμε στη Γερμανία της δεκαετίας του 1870.

Ήταν βέβαια γνωστό ότι ο Μαρξ απέδιδε πρωταρχική σημασία στις οικονομικές συνθήκες. Ήδη το 1865 ο Τκάτσωφ είχε μεταφράσει στα ρωσικά τον περίφημο πρόλογο του βιβλίου Κριτική της Πολιτικής οικονομίας, στον όποιο ο Μαρξ είχε εκθέσει συγκεντρωτικά την υλιστική αντίληψη της ιστορίας. Κανείς όμως δεν είχε ιδέα για τη σχέση της οικονομικής αντίληψης της ιστορίας προς τη θεωρία της ταξικής πάλης.

Ο ίδιος ο Μαρξ, και μαζί μ’ αυτόν ο Ένγκελς, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1870, εκτιμούσαν το κίνημα της «Λαϊκής Ελευθερίας» (Ναρόντναγια Βόλια). Αφού όπως θα θυμόσαστε, θεωρούσαν την τσαρική Ρωσία σαν το βασικό στήριγμα της διεθνούς αντεπανάστασης, χαιρέτησαν τον ηρωικό αγώνα των «ναροντοβόλτσι» σαν το ισχυρότερο επαναστατικό κίνημα κατά του τσαρισμού. Η «Λαϊκή Ελευθερία» με τη σειρά της εκτιμούσε τον Μαρξ σαν έναν απ’ τους μεγαλύτερους δασκάλους του σοσιαλισμού και το διαδήλωσε δημόσια, απευθύνοντας ειδικά σ’ αυτόν μια έκκληση που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον.

Μερικά χειρόγραφα και επιστολές του Μαρξ αποδείχνουν, πόσο προσεχτικά μελετούσε τη ρώσικη βιβλιογραφία και τις ρώσικες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Οι κοντινοί του άνθρωποι κι οι οπαδοί του μάλιστα, διαμαρτύρονταν για το ζήλο που έδειχναν οι ρώσοι γνωστοί του, όπως ο Νικολάι (Ντάνιελσον) να στέλνουν στον Μαρξ στατιστικό υλικό. Γνώριζαν την κατάσταση του και φοβόντουσαν ότι αυτή η εντατική ανάγνωση, η οποία αποτελούσε προεργασία για το Κεφάλαιο, μπορούσε να επιδράσει καταστροφικά στον κλονισμένο οργανισμό του. Και το πόσο προσεχτικά μελετούσε αυτές τις συνθήκες δείχνουν οι παρατηρήσεις, όχι μόνο στα τετράδια του αλλά και στα γράμματα στον Νικολάι, στα όποια υπάρχουν πολύ ενδιαφέροντες συλλογισμοί.

Ο Μαρξ ήθελε να περιλάβει τα συμπεράσματα απ’ τις εργασίες του στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, όπου σχεδίαζε να εξετάσει τις μορφές της έγγειας ιδιοκτησίας. Δυστυχώς δεν το κατόρθωσε. Όταν το 1881 η Βέρα Ζάτσουλιτς του έγραψε, παρακαλώντας τον να απαντήσει σ’ αυτήν και τους συντρόφους της πάνω στο πρόβλημα για το μέλλον της ρώσικης αγροτικής κοινότητας, καταπιάστηκε αμέσως μ’ αυτή τη δουλιά. Κατάφερα να βρω ένα σχέδιο αυτής της απάντησης. Σ’ αυτό φαίνονται καθαρά τα ίχνη της κλονισμένης ικανότητας για δουλιά. Ο Μαρξ άρχισε κάμποσες φορές να γράφει, τα διέγραφε κι άρχιζε απ’ την αρχή, τελικά όμως πιθανότατα δεν απάντησε καθόλου.20

Μαζί με τον Ένγκελς ο Μαρξ κατάφερε ακόμα να κάνει ένα πρόλογο για τη νέα ρώσικη μετάφραση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

Η μητέρα ιστορία έπαιξε στον Μαρξ και στον Μπακούνιν ένα άσκημο παιχνίδι. Απ’ την ομάδα των ρώσων διανοούμενων, που αποτελούσε το ρώσικο κλάδο της Διεθνούς, και τους όποιους είχε επιλέξει ο Μαρξ σαν εκπρόσωπους στο Γενικό Συμβούλιο, κανείς δεν έγινε συνεπής μαρξιστής. Το χειρότερο είναι ότι, μ’ εξαίρεση τον Λαπάτιν, εγκαταλείψανε όλοι το αγωνιστικό πεδίο της επανάστασης, ή επειδή εξαντλήθηκαν και γέρασαν πρόωρα, πράγμα που συμβαίνει συχνά στους επαγγελματίες επαναστάτες, ή με το να γίνουν αρνητές. Οι πρώτοι ρώσοι μαρξιστές - ο Πλεχάνωφ, η Ζάτσουλιτς, ο Άξελροντ, ο Ντόυτς - βγήκαν απεναντίας απ’ το περιβάλλον των ρώσων μπακουνιστών, για τους οποίους ο μαρξισμός ήταν όχι μόνο μια οικονομική θεωρία, αλλά και η άλγεβρα της επανάστασης.

Ο τελευταίος ενάμισος χρόνος της ζωής του Μαρξ ήταν ένας αργός θάνατος. Είχε ακόμα προχειρογραμμένο ένα τεράστιο έργο, που το συνέχιζε κάθε φορά που του το επέτρεπε η υγεία του. Την εποχή που βρισκόταν στο απόγειο των δυνάμεων του, είχε σχεδιάσει ένα πρότυπο, στο όποιο προσδιορίζονταν οι βασικοί νόμοι των καπιταλιστικών σχέσεων της παραγωγής και της ανταλλαγής. Δεν είχε όμως πια τη δύναμη να μετατρέψει αυτό το σχέδιο σ’ ένα έργο ζωντανό, όπως ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου, που αποκαλύπτει με τόση διαύγεια και τόσο τεκμηριωμένα ολόκληρο το μηχανισμό της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής και που πάνω στη βάση του είχε αναπτυχθεί η πάλη ανάμεσα στους καπιταλιστές και στους εργάτες.

Εξαντλημένος πια από τις αρρώστιες, ο Μαρξ δέχτηκε δυο ακόμα μεγάλα πλήγματα: το θάνατο της γυναίκας του και της κόρης του. Δεν άντεξε πια άλλο. Ο τραχύς Μαρξ ήταν, όσο περίεργα και να ηχεί, ένας πρότυπος οικογενειάρχης, και στην προσωπική του ζωή ο πιο ήρεμος άνθρωπος. Αν διαβάσετε τα γράμματα του Μαρξ στη μεγαλύτερη κόρη του, που ο θάνατος της άφησε πάνω του βαθιά ίχνη, έτσι που οι δικοί του περίμεναν από μέρα σε μέρα το θάνατο του, θ’ αναρωτηθείτε, που έβρισκε τόση τρυφερότητα και ευαισθησία αυτός ο τραχύς άνθρωπος.

Όλοι οι κάθε λογής φιλισταίοι, όχι μόνο οι μικροαστοί αλλά και οι νεοφώτιστοι στο επαναστατικό κίνημα, διαβάζουν κατάπληκτοι τις τελευταίες σελίδες απ’ τη ζωή του Μαρξ. Φυσικά δεν είναι καλό, ένας επαναστάτης να μην αφιερώνει ένα μέρος απ’ τις δυνάμεις του αποκλειστικά στην επανάσταση. Ένας γνήσιος επαναστάτης, σκέφτονται αυτοί οι άνθρωποι, που συχνότατα είναι ήρωες της ώρας, πρέπει σ’ ολόκληρη τη ζωή του, εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, να βρίσκεται στο πόδι. Να γράφει ή να παίρνει αποφάσεις. Με μια λέξη, πρέπει να ‘ναι ένας άνθρωπος, φτιαγμένος μόνο από επαναστατικό ατσάλι, απρόσβλητος από κάθε ανθρώπινο συναίσθημα. Ή, καθώς λέει το ευαγγέλιο: ο Ιωάννης ζούσε χωρίς φαΐ και νερό. Έστω κι αν γράφει παρακάτω ότι τρεφόταν με ακρίδες και αγριόμελο, δηλαδή καλύτερα από πολλούς αγωνιστές του κόμματος στα χρόνια 1819 και 1919. Αλλά ήδη ο Ιησούς δε στάθηκε στο ύψος αυτό. Άλλαξε την τακτική. Το ευαγγέλιο λέει, ότι έτρωγε και έπινε και μάλιστα καταράστηκε τη συκιά επειδή ήταν άκαρπη. Ωστόσο ο Ιησούς ήταν πιο δυνατός στην ανταρσία του απ’ τον «αδιάβλητο» Πέτρο, που για πολιτικούς λόγους τον απαρνήθηκε τρεις φορές.

Πρέπει να κρίνουμε ανθρώπινα. Σύντροφοι, σίγουρα θα χαίρεστε, όταν διαβάζονται βιογραφίες ανθρώπων, που μάθατε να τους εκτιμάτε και να τους αγαπάτε, πληροφορείστε ότι ο άνθρωπος που τόσο τιμάτε, είναι ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους, μόνο πιο έξυπνος, πιο μορφωμένος, πιο ωφέλιμος για την επαναστατική υπόθεση. Μόνο στα παλιά δράματα και τις τραγωδίες, ψευτοκλασικές ονομαστήκανε, παριστάνονται οι άνθρωποι σαν ήρωες - όπου πατάνε και τραντάζονται τα βουνά, όπου χτυπούν με το πόδι τους και κομματιάζεται η γη, και τρώνε και πίνουν με τρόπο ηρωικό.

Έτσι παρουσιάζουν μερικές φορές τον Μαρξ. Όταν όμως σκιαγραφούν έτσι τον Μαρξ, λησμονούν πως όταν ρωτήθηκε ο ίδιος ποιο είναι το αγαπημένο του απόφθεγμα, απάντησε: Είμαι ένας άνθρωπος και τίποτα τ’ ανθρώπινο δε μου είναι ξένο. Κι ορισμένα σφάλματα δεν του ήταν ξένα, και συχνά μετάνιωνε επειδή μερικές φορές έδειξε μεγάλη εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, και μερικές φορές φάνηκε άδικος σ’ άλλους. Όσο για μένα, εγώ μ’ όλη μου την αγάπη για τον Μαρξ, μπορώ να του συχωρέσω το ότι, όντας γεννημένος στον Μόζελ, αγαπούσε το κρασί, δε μπορώ όμως να του συχωρέσω, όπως δε μπορώ να συχωρέσω ούτε σε σας, το γεγονός ότι κάπνιζε τόσο πολύ. Ο ίδιος έλεγε στ’ αστεία, ότι το Κεφάλαιο δεν του είχε ξεπληρώσει ούτε τον καπνό που κάπνιζε όταν το ‘γραφε. Επιπλέον, μέσα στη φτώχια του κάπνιζε πολύ κακό καπνό, πράγμα που συντόμεψε αρκετά τη ζωή του και κατέστρεψε την υγεία του, γιατί απέκτησε τη χρόνια βρογχίτιδα που τον τυράννησε ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Ό Μαρξ πέθανε στις 14 Μάρτη του 1883. Ο Ένγκελς είχε δίκιο όταν, τη μέρα του θανάτου του, έγραφε σ’ έναν άλλο παλιό σύντροφο του Μαρξ, τον Σόργκε:

«Όλα τα γεγονότα που υπακούουν σε μια φυσική αναγκαιότητα, όσο φοβερά κι αν είναι, φέρουν μέσα τους και την παρηγοριά. Ίσως η ιατρική επιστήμη να μπορούσε να του εξασφαλίσει ακόμα μερικά χρόνια φυτοζωίας, τη ζωή ενός άπραγου όντος, που χάρη στο θρίαμβο των γιατρών δε θα πέθαινε μεμιάς αλλά σιγά σιγά. Αυτό όμως δε θα το άντεχε ποτέ ο Μαρξ. Να ζει με τόσες ατέλειωτες δουλιές μπροστά του, με την τανταλική διάθεση να τις αποτελειώσει και την αδυναμία να το κάνει - αυτό θα του ήταν χίλιες φορές σκληρότερο παρά ο ήρεμος θάνατος που τον πλησιάζει. Ο θάνατος δεν είναι δυστύχημα γι’ αυτόν που πεθαίνει, αλλά γι’ αυτόν που επιζεί, συνήθιζε να λέει σαν τον Επίκουρο. Και να βλέπεις αυτό τον παντοδύναμο, μεγαλοφυή άντρα να φυτοζωεί σαν ερείπιο, για τη δόξα της ιατρικής και τη χλεύη των φιλισταίων, που τόσο συχνά είχε συντρίψει στην ακμή της δύναμης του - όχι, χίλιες φορές καλύτερα έτσι, χίλιες φορές καλύτερα να τον κουβαλήσουμε μεθαύριο στον τάφο που κοιμάται η γυναίκα του. Και μετά απ’ όσα προηγήθηκαν, και που ούτε οι γιατροί δεν τα ξέρουν τόσο καλά όσο εγώ, νομίζω πως μόνο αυτή η εκλογή υπήρχε.

Ας είναι. Η ανθρωπότητα λιγόστεψε κατά ένα κεφάλι, και μάλιστα κατά το σημαντικότερο κεφάλι που είχε σήμερα. Το κίνημα του προλεταριάτου συνεχίζει την πορεία του, αλλά δεν υπάρχει πια ο κεντρικός πυρήνας, στον οποίο απευθύνονταν μόνοι τους στις αποφασιστικές στιγμές γάλλοι, ρώσοι, αμερικάνοι, γερμανοί, για να πάρουν κάθε φορά τη σαφή και σίγουρη συμβουλή, που μόνο η ιδιοφυία και η απόλυτη γνώση του αντικειμένου μπορούσε να δώσει.»21

Τώρα πέφτουν στον Ένγκελς εξαιρετικά υπεύθυνα καθήκοντα. Αυτός, ένας λαμπρός συγγραφέας, ένας απ’ τους γερμανούς στυλίστες, ένας ολόπλευρα καλλιεργημένος άνθρωπος και ειδικός σε μερικούς τομείς της ανθρώπινης γνώσης, την εποχή που ζούσε ο Μαρξ, περνούσε ασυναίσθητα και θεληματικά σε δεύτερη μοίρα.

Τώρα ήταν υποχρεωμένος, όπως έγραφε στο γέρο Μπέκερ, να παίξει το πρώτο βιολί, αφού σ’ ολόκληρη τη ζωή του είχε παίξει το δεύτερο και όντας ευτυχής «Να ‘χει ένα τόσο διάσημο πρώτο βιολί όπως ο Μαρξ»22. Είχαν παίξει όμως νότες που μόνο οι δυο τους μπορούσαν ν’ αποκρυπτογραφήσουν εύκολα. Έτσι, το πρώτο καθήκον που έπεσε στους ώμους του Ένγκελς, είχε τρομαχτική σπουδαιότητα: Να εξετάσει τη συγγραφική κληρονομιά του Μαρξ. Αντίθετα απ’ τους βλακώδεις ισχυρισμούς ενός ιταλού καθηγητή, που κάποτε στα γράμματα του προς τον Μαρξ είχε χρησιμοποιήσει τις πιο κολακευτικές εκφράσεις, και τώρα διατυμπάνιζε πως όταν ο Μαρξ, στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου παρέπεμπε στο δεύτερο και τον τρίτο, εξαπατούσε το κοινό, βρέθηκαν ανάμεσα στα χαρτιά του Μαρξ τα χειρόγραφα του δεύτερου, του τρίτου και του τέταρτου τόμου. Δυστυχώς όλα είχαν εγκαταλειφθεί σε τέτοια μορφή, ώστε ο Ένγκελς, που δε μπορούσε ν’ αφιερώσει όλο του το χρόνο μόνο σ’ αυτή τη δουλιά, χρειάστηκε έντεκα χρόνια για να την αποτελειώσει. Ο Μαρξ έγραφε πολύ δυσανάγνωστα και χρησιμοποιούσε μερικές φορές σχεδόν στενογραφικές συντμήσεις, που τις καταλάβαινε μόνο ο ίδιος. Λίγο πριν απ’ το θάνατο του, όταν πια είχε αντιληφθεί πως δε θα ‘ταν σε θέση να αποτελειώσει το έργο του, είπε στη νεότερη κόρη του, ότι ίσως ο Ένγκελς να ‘βγαζε κάτι απ’ τα χαρτιά αυτά.

Ευτυχώς ο Ένγκελς κατάφερε να φέρει σε πέρας το μεγαλύτερο μέρος αυτής της εργασίας. Εξέδωσε το δεύτερο και τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Σας το λέω, για να μπορέσετε να εκτιμήσετε απόλυτα τη σπουδαιότητα της εργασίας του Ένγκελς, ότι αν δεν ήταν αυτός, είναι ζήτημα αν θα την αποτελείωνε κανένας άλλος. Οι τόμοι περιέχουν μερικά ελαττώματα, αλλά στη μορφή που τυπώθηκαν, δεν πρέπει να τα καταλογίζουμε όλα στον Μαρξ. Υπάρχει μόνο μια πολύ αμυδρή ελπίδα, να ‘χουμε πάλι όλα τα χειρόγραφα με την αρχική μορφή τους, όπως τα ‘χε ο Ένγκελς, και έτσι τα υπόλοιπα μέρη του Κεφαλαίου, εκτός απ’ τον πρώτο τόμο, μπορούμε να τα μελετήσουμε κι εμείς, καθώς κι όλες οι επόμενες γενιές, μόνο με τη μορφή που τα επεξεργάστηκε ο Ένγκελς.

Το άλλο σημαντικό έργο, που είχε επιτελέσει παλιότερα σαν συνεργάτης και βοηθός του Μαρξ, έπεφτε τώρα με όλο του το βάρος αποκλειστικά πάνω στους ώμους του. Αν πριν και μετά το τέλος της Πρώτης Διεθνούς είχαν παίξει οι δυο τους το ρόλο του παλιού Γενικού Συμβουλίου, τώρα ολόκληρο αυτό το έργο της μεσολάβησης και της σύνδεσης ανάμεσα στα διάφορα σοσιαλιστικά κόμματα, αλλά και το έργο του έμπειρου συμβουλάτορα έπεφτε μόνο στον Ένγκελς.

Ακριβώς μετά το θάνατο του Μαρξ αρχίζει μια ισχυρή ανάπτυξη του διεθνούς εργατικού κινήματος, που το 1886 έβαλε στην ημερήσια διάταξη την οργάνωση μιας νέας Διεθνούς. Αλλά και μετά το 1889, που είχε πραγματοποιηθεί στο Παρίσι το πρώτο συνέδριο, στο οποίο είχε ιδρυθεί η Δεύτερη Διεθνής, που έμεινε μέχρι το 1900 δίχως μόνιμο Κεντρικό Γραφείο, ο Ένγκελς πήρε εξαιρετικά ενεργό μέρος στο εργατικό κίνημα, όλων σχεδόν των χωρών της Ευρώπης, και σαν συγγραφέας και σαν συμβουλάτορας. Το παλιό Γενικό Συμβούλιο, που αποτελούνταν από πολλά μέλη με μια σειρά από γραμματείς για τις επιμέρους χώρες, προσωποποιούνταν τώρα μονάχα στον Ένγκελς. Μόλις σε κάποια χώρα δημιουργείται μια καινούργια μαρξιστική ομάδα, ζητάει αμέσως τη συμβουλή του Ένγκελς, που τα καταφέρνει ν’ απαντά με μια εκπληκτική γνώση των γλωσσών, σε πολλούς απ’ αυτούς στη μητρική τους γλώσσα, πότε αλάνθαστα, πότε με λάθη. Παρακολουθούσε προσεχτικά το εργατικό κίνημα κάθε χώρας διαβάζοντας τη δική τους κάθε φορά βιβλιογραφία. Αυτή η δουλιά του έτρωγε πολύ χρόνο, έτσι όμως ο Ένγκελς μεγάλωνε την επιρροή του μαρξισμού στην κάθε χώρα και συνέδεε επιδέξια τις βασικές αποφάνσεις του μαρξισμού με τις ιδιομορφίες της δοσμένης χώρας. Κυριολεκτικά δεν υπάρχει ούτε μια χώρα, που να μη την τροφοδοτούσε με κείμενα, που να μην είχε συμμετάσχει στο κεντρικό της όργανο. Συναντάμε τα άρθρα του όχι μόνο σε γερμανικά και αυστριακά όργανα, όχι μόνο σε ιταλικά και γαλλικά - βρίσκει χρόνο να γράψει ένα πρόλογο στην πολωνική μετάφραση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, βοηθάει με τη συμβουλή του και τις υποδείξεις του τους ισπανούς και τους πορτογάλους, τους σουηδούς και τους δανούς, τους βούλγαρους και τους σέρβους μαρξιστές.

Ξέχωρα πρέπει να τονιστεί η βοήθεια που πρόσφερε ο Ένγκελς στο νεαρό ρώσικο μαρξισμό. Μιας και μιλούσε ρώσικα, μπορούσε να διαβάζει στο πρωτότυπο τη ρώσικη μαρξιστική βιβλιογραφία. Μόνο χάρη στην επιρροή του μπόρεσε η ομάδα «Απελευθέρωση της Εργασίας», παρά το μεγάλο κύρος της ομάδας «Λαϊκή Ελευθερία», να έρθει τόσο γρήγορα σ’ επαφή με το γερμανικό μαρξισμό και να ξεπεράσει τη δυσπιστία που έτρεφε η Δυτική Ευρώπη, και ιδιαίτερα η Γερμανία και η Γαλλία, απέναντι στο εργατικό κίνημα και το μαρξισμό μιας τόσο ασιατικής χώρας όπως η Ρωσία. Το 1889 ο Πλεχάνωφ ταξίδεψε στο Λονδίνο ειδικά για να γνωρίσει τον Ένγκελς και για να τον ενημερώσει για τα νέα ρεύματα στο ρωσικό επαναστατικό κίνημα. Για το πρώτο ρώσικο μαρξιστικό περιοδικό, που άρχισε να εκδίδει η ομάδα «Απελευθέρωση της Εργασίας», ο Ένγκελς έγραψε μια ειδική εργασία πάνω στην εξωτερική πολιτική του ρώσικου τσαρισμού.

Ο Ένγκελς είδε σύντομα τους καρπούς της δυναμικής του δραστηριότητας. Όταν ιδρύθηκε η Δεύτερη Διεθνής, ο Ένγκελς δεν πήρε άμεσο μέρος στις εργασίες των συνεδρίων της. Απέφευγε τις δημόσιες εμφανίσεις και αρκούνταν να ‘ναι ο συμβουλάτορας εκείνων απ’ τους μαθητές του, που καθοδηγούσαν σ’ όλες τις χώρες αυτό το κίνημα, που τον πληροφορούσαν για καθετί το σημαντικό, και που πάσχιζαν να χρησιμοποιήσουν το κύρος του. Μερικά κόμματα απέκτησαν επιρροή μέσα στη Διεθνή και τη διατήρησαν χάρη στο κύρος του Ένγκελς. Γύρω στα τέλη της ζωής του, η συνήθεια του να επικοινωνεί αποκλειστικά με τους ηγέτες του κυριότερου κόμματος των επιμέρους χωρών, οδήγησε σε μερικά οδυνηρά περιστατικά. Ενώ στράφηκε αμέσως κατά της προτίμησης των γάλλων μαρξιστών για την αγροτιά, που απειλούσε να νοθέψει το χαρακτήρα του προγράμματος, έκανε παραχωρήσεις στους γερμανούς σοσιαλιστές, που φοβόντουσαν μια νέα θέσπιση του νόμου περί σοσιαλιστών, και άμβλυνε κάπως την εισαγωγή του στα άρθρα του Μαρξ για τους Ταξικούς Αγώνες στη Γαλλία, που απεναντίας, αποτελούν μια λαμπρή εφαρμογή της αρχής της αδυσώπητης ταξικής πάλης και της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Στον πρόλογο για την τέταρτη γερμανική έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, που τον έγραψε την ήμερα του διεθνούς εορτασμού της Πρωτομαγιάς (1890), ο Ένγκελς, επισημαίνοντας την ανάπτυξη του διεθνούς εργατικού κινήματος, θλίβεται που ο Μαρξ δε βρίσκεται στο πλευρό του και δε μπορεί να το δει με τα ίδια του τα μάτια. Ενώ ο Μαρξ ήταν γνωστός μόνο στους πιο προηγμένους αντιπρόσωπους του εργατικού κινήματος και δεν είχε αποκτήσει, όταν ήταν ακόμα στη ζωή, αυτό που λέμε πλατιά δημοτικότητα, ο Ένγκελς, που γνώριζε καλά όλη τη σημασία της διαφήμισης, που πολεμούσε με πάθος την αποσιώπηση του Κεφαλαίου απ’ τον αστικό τύπο, που ωστόσο δε μισούσε λιγότερο απ’ το φίλο του κάθε αυτοδιαφήμιση και ματαιοδοξία, έγινε στα τέλη της ζωής του ένας απ’ τους δημοφιλέστερους άντρες του διεθνούς εργατικού κινήματος. Μπόρεσε να πειστεί γι’ αυτό, όταν υπέκυψε για πρώτη φορά στις πιέσεις των φίλων του κι επισκέφτηκε το 1893 την ευρωπαϊκή ήπειρο. Ο ενθουσιασμός των μαζών και οι μαζικές συγκεντρώσεις, που ο Λασάλ τις είχε χρησιμοποιήσει όχι μόνο σαν μέσο προπαγάνδας, αλλά και σαν μέσο για να υπογραμμίσει τους αρχηγούς, να τους διαφημίσει, να τους εξυψώσει πάνω απ’ τη μάζα, αυτές οι διαδηλώσεις πήραν το 1893 ένα μεγαλοπρεπή χαρακτήρα, ακόμα και μόνο εξαιτίας της τεράστιας έκτασης του εργατικού κινήματος σε σύγκριση με το 1863. Εξίσου θριαμβευτικό χαρακτήρα είχαν οι εκδηλώσεις που έγιναν για τον Ένγκελς στο διεθνές συνέδριο στη Ζυρίχη, όπου ήθελε να ‘ναι μόνο φιλοξενούμενος και εμφανίστηκε μόνο στο τέλος, εκφωνώντας ένα μικρό λόγο.

Αντίθετα απ’ τον Μαρξ, ο Ένγκελς διατήρησε την ικανότητα για δουλιά σχεδόν ως τα εβδομήντα πέντε του χρόνια. Το Μάρτη του 1895 ακόμα γράφει ένα ενδιαφέρον γράμμα στον Βίκτορ Άντλερ, με υποδείξεις, με ποια σειρά να διαβαστεί ο δεύτερος και ο τρίτος τόμος του Κεφαλαίου. Σκόπευε να γράψει την ιστορία της Πρώτης Διεθνούς. Κι ακριβώς στο αποκορύφωμα αυτής της εντατικής δουλιάς τον βρήκε μια ύπουλη αρρώστια, που έβαλε τέλος στη ζωή του στις 5 Αυγούστου του 1895.

Ο Μαρξ βρίσκεται θαμμένος στο κοιμητήριο Χάιγκεητ στο Λονδίνο, στον ίδιο τάφο με τη γυναίκα του και τον ανιψιό του. Ο τάφος σκεπάζεται με μια απλή ταφόπετρα. Όταν ο Μπέμπελ θέλησε να προτείνει στον Ένγκελς να υψώσει ένα μνημείο πάνω απ’ τον τάφο του Μαρξ, ο Ένγκελς του απάντησε ότι διαφωνούν κατηγορηματικά οι κόρες του Μαρξ. Όταν πέθανε ο Ένγκελς είχε αρχίσει κιόλας να εφαρμόζεται η αποτέφρωση των πτωμάτων. Γιαυτό στη διαθήκη του ζητούσε να καεί το πτώμα του και η στάχτη να σκορπιστεί στη θάλασσα. Μετά το θάνατο του ξέσπασε διαμάχη για τη στάχτη, αν έπρεπε να εκπληρωθεί η θέληση του ή όχι, γιατί μερικοί γερμανοί σύντροφοι είχαν την άποψη εκείνων, που θέλουν να μεταβάλουν ολόκληρη την Κόκκινη Πλατεία σε κοιμητήρι, και μάλιστα διακοσμημένο με μνημεία. Ευτυχώς άλλοι σύντροφοι επέμειναν να εκπληρώσουν τη θέληση του νεκρού. Το πτώμα του Ένγκελς κάηκε και η λήκυθος με τη στάχτη ρίχτηκε στη Βόρεια Θάλασσα.

Οι δυο φίλοι άφησαν ένα μνημείο, που είναι ισχυρότερο απ’ όλους τους γρανίτες, πιο εντυπωσιακό από όλα τα επιτύμβια: το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα του προλεταριάτου, που με βήμα σταθερό, κάτω απ’ το λάβαρο του μαρξισμού, του επαναστατικού κομμουνισμού, βαδίζει προς το θρίαμβο της σοσιαλιστικής παγκόσμιας επανάστασης. Μας άφησαν μια επιστημονική μέθοδο έρευνας, κανόνες για την επαναστατική στρατηγική και τακτική. Μας άφησαν έναν ανεξάντλητο θησαυρό γνώσεων, που μέχρι σήμερα αποτελεί αστείρευτη πηγή για τη μελέτη και την κατανόηση της πραγματικότητας που μας περιβάλλει.

Μόνο μια χαρά δεν εκπληρώθηκε γι’ αυτούς. Είχαν δοκιμάσει κι οι δυο την ευτυχία που προκαλεί η ζωοδότρα θύελλα της επανάστασης, είχαν πάρει κι οι δυο τους ενεργό μέρος σ’ αυτήν, ήταν όμως αστική επανάσταση. Την κοινωνική, την προλεταριακή επανάσταση δεν έμελλε να τη ζήσουν. Αλλά το πνεύμα τους ζει στη δική μας επανάσταση, και στις επικείμενες ομοβροντίες της κοινωνικής παγκόσμιας επανάστασης ηχεί η παντοδύναμη έκκληση που εκτόξευσαν πριν από ογδόντα χρόνια στον κόσμο:

«Προλετάριοι όλου του κόσμου, ενωθείτε!»

Πηγή: Νταβίντ Ριαζάνοφ, Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους, Γράμματα, Αθήνα, χ.χ.έ. Αναδημοσίευση: Εργατική Δημοκρατία, 9 Μαρτίου 2013 έως 5 Απριλίου 2013. 

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους [1ο Μέρος]

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους [2ο Μέρος]

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους [3ο Μέρος]

Σημειώσεις

1. ΜΕW, τόμ. 16. σελ. 14.

2. Ο.π., σελ. 15.

3. ΜΕW, τόμ. 31, σελ. 15

4. ΜΕW, τόμ. 16, σελ. 15 κ.έ.

5. Βλέπε ΜΕW, τόμ. 16, σελ. 190 κ.έ.

6. Στό παρακάτω ο Ριαζάνωφ παραφράζει ένμέρει κατά λέξη το πρωτότυπο. Πρβλ. ΜΕW, τόμ. 16. σελ. 196 κ.έ.

7. Αντίθετα σε μια παρατήρηοη των εκδοτών του ΜΕW (ΜΕW, τόμ. 16. σελ. 629 κ.ε. Παρατήρηση 136): «Οι εισηγήσεις του Μαρξ διαβάστηκαν σαν επίσημη έκθεση του Γενικου Συμβουλίου».

8. ΜΕW, τόμ. 16, σελ. 192.

9. Ο.π., σελ. 193.

10. Ο. π.

11. Ό.π., σελ. 195 κ.έ.

12. ΜΕW, τόμ. 32. σελ. 757. (Επιστολή του Μπακούνιν στον Μαρξ της 22ας Δεκεμβρίου 1868.)

13. ΜΕW, τόμ. 16, σελ. 13.

14. ΜΕW, τόμ. 17, σελ. 275 κ.έ.

15. Ό.π., σελ. 422

16. ΜΕW, τόμ. 18, σελ. 149.

17. Ο.π., σελ. 155.

18. ΜΕW, τόμ. 31.

19. Πρβ. Ο Μαρξ στη Jenny Longuet (16 του Μάρτη 1882), ΜΕW, τόμ. 35 (Βερολίνο 1967), σελ. 288 κ.έ. - ο Μαρξ στην Jenny Longuet (6 του Απρίλη 1884), (ο.π., σελ. 298 κ.έ. - ο Μαρξ στην κόρη του Έλεωνόρα (9 του Γενάρη 1883), ο.π. σελ. 421 κ.έ.

20. Στο μεταξύ αυτή η σημαντική επιστολή βρέθηκε. Βλέπε ΜΕW, τόμ. 19, σελ. 242 κ.έ. και 384 κ.έ. (Το γεγονός ότι ο Μαρξ έφτιαξε περισσότερα σχέδια, πρέπει να αποδοθεί μάλλον στη δυσκολία του προβλήματος παρά στην εξάντληση της υγείας του.)

21. ΜΕW, τόμ. 35, σελ. 460.

22. ΜΕW, τόμ. 36, σελ. 218.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017 10:20
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.