Κυριακή, 11 Ιούνιος 2017 15:08

Οι τέσσερις φωτογραφίες του Άουσβιτς και ο Αλμπέρτο Ερρέρα απ’ τη Λάρισα

Κατηγορία Ιστορία

Κώστας Κούσιαντας

Οι τέσσερις φωτογραφίες του Άουσβιτς και ο Αλμπέρτο Ερρέρα απ’ τη Λάρισα

Ένα από τα αποδεικτικά στοιχεία των εγκλημάτων των ναζί που χρησιμοποιήθηκε εναντίον τους στις δίκες της Νυρεμβέργης, ήταν και η φωτογραφία αρ. 280 (όπως καταχωρήθηκε αργότερα στο Μουσείο του Άουσβιτς-Μπιρκενάου). Η φωτογραφία αυτή ήταν όμως η μία μόνο από τις συνολικά τέσσερις που είχαν τραβηχτεί μέσα στο Άουσβιτς και μάλιστα από τους ίδιους τους κρατούμενους, τα μέλη της ομάδας των Ζόντερκομαντο, στις αρχές Αυγούστου του 1944.

Οι Ζόντερκομαντο των στρατοπέδων εξόντωσης

Sonderkommando ήταν το όνομα της ομάδας κρατουμένων -Εβραίων κυρίως- στα στρατόπεδα εξόντωσης τους οποίους οι ναζί χρησιμοποιούσαν στον μηχανισμό της μαζικής εξολόθρευσης των αποστολών των Εβραίων που έφταναν από ολόκληρη την Ευρώπη και κυρίως, το 1944, από την Ουγγαρία1. Οι Ζόντερκομαντο έπρεπε να καθησυχάζουν τους νεοαφιχθέντες για να μπαίνουν στους θαλάμους αερίων χωρίς να υποψιάζονται τι τους περίμενε και μετά την εξόντωση τους, να αδειάζουν τους θαλάμους από τα πτώματα, να μαζεύουν ο,τιδήποτε είχαν κρατήσει μαζί τους οι δολοφονημένοι, να τους αφαιρούν τα χρυσά δόντια και τα μαλλιά από τις γυναίκες και στο τέλος να καίνε τα πτώματα στα κρεματόρια που ήταν ενσωματωμένα στους θαλάμους. Όταν στο Άουσβιτς αυξήθηκαν οι αριθμοί των Εβραίων που εξοντώνονταν καθημερινά και τα κρεματόρια δεν επαρκούσαν, οι ναζί έβαλαν τους κρατουμένους να σκάψουν λάκκους έξω τα κρεματόρια, μέσα στους οποίους έκαιγαν τα σώματα αυτών που δολοφονούνταν στους θαλάμους αερίων2.

Γι’ αυτούς τους κρατούμενους που εργάστηκαν ως Ζόντερκομαντο η πλειοψηφία των εγκλείστων αισθανόταν μάλλον απέχθεια – όπως άλλωστε αισθάνονταν και οι ίδιοι, όχι μόνο γι’ αυτό που έκαναν αλλά και για τους εαυτούς τους. Όσοι απ’ αυτούς επέζησαν, για πολλά χρόνια απέφευγαν να μιλήσουν γι’ αυτό το οποίο θεωρούνταν ως μια μορφή εμπλοκής στον ναζιστικό μηχανισμό εξόντωσης3. Καθώς όμως άρχισαν να πληθαίνουν οι μαρτυρίες και οι ιστορικές έρευνες σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας των στρατοπέδων εξόντωσης, άρχισε να γίνεται κατανοητό, ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο περίπλοκη και ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν εξαναγκαστεί να κάνουν κάτι το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν το επέλεξαν ενώ η άρνησή τους θα είχε σαν συνέπεια την άμεση θανάτωσή τους. Και επιπλέον, η εργασία των Ζόντερκομαντο δεν αποτελούσε σε καμιά περίπτωση προϋπόθεση για τη λειτουργία του μηχανισμού εξόντωσης. Αντίθετα, οι Ζόντερκομαντο πρωταγωνίστησαν στις πιο σημαντικές, γνωστές δράσεις αντίστασης στο εσωτερικό των στρατοπέδων, οι οποίες πιθανόν φρέναραν τους ρυθμούς του μηχανισμού εξόντωσης: στις εξεγέρσεις στο Σόμπιμπορ στις 14 Οκτωβρίου του 1943, στην Τρεμπλίνκα στις 2 Αυγούστου του 1943 και στο Άουσβιτς στις 7 Αυγούστου του 1944.

Οι ναζί είχαν διαπιστώσει, ήδη από την εισβολή τους στη Σοβιετική Ένωση, ότι ακόμα και οι πιο σκληροί SS μπορούσαν να καταρρεύσουν ψυχολογικά κατά τη διαδικασία των διαρκών μαζικών εξοντώσεων άμαχου πληθυσμού. Για να αποφύγουν πιθανές εμπλοκές του δολοφονικού μηχανισμού άρχισαν να αναζητούν τρόπους εξόντωσης με τους οποίους ο δολοφόνος να έρχεται σε όσο το δυνατόν μικρότερη επαφή με το θύμα του. Το ένα αποτέλεσμα μιας σειράς τέτοιων πειραματισμών ήταν οι θάλαμοι αερίων. Οι ναζί μπορούσαν να σκοτώνουν από απόσταση τα θύματά τους, χωρίς να τα βλέπουν την ώρα που πεθαίνουν4. Ένα άλλο αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία των «Ειδικών ομάδων», των Ζόντερκομαντο. Έτσι οι δολοφόνοι δεν χρειαζόταν να έρχονται σε επαφή ούτε με το αποτέλεσμα της πράξης τους. Η ρατσιστική ρητορική του φασισμού επένδυσε στη συνέχεια αυτή την επιλογή με βολικά στερεότυπα, του Εβραίου ο οποίος δεν διστάζει να εξοντώνει άλλους Εβραίους. Όμως είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι οι ναζί δεν τόλμησαν να αναθέσουν στους Ζόντερκομαντο την «αρμοδιότητα» να ρίχνουν αυτοί τους κρυστάλλους του Zyklon B στους θαλάμους αερίων. Το κανονικό έργο της δολοφονίας συνέχισαν να εκτελούν οι ίδιοι οι SS, αν και θα ήθελαν να μην το κάνουν οι ίδιοι. Δεν μπορούσαν όμως να το αναθέσουν στους Ζόντερκομαντο.

Ως Ζόντερκομαντο επιλέγονταν οι πιο δυνατοί και υγιείς νέοι άντρες, νεοαφιχθέντες συνήθως. Απομονώνονταν από το υπόλοιπο στρατόπεδο και οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν λιγότερο άθλιες από των άλλων κρατουμένων. Παρ’ όλ’ αυτά, κανένας από αυτούς δεν προσφέρθηκε εθελοντικά να δουλέψει σ’ αυτή την ομάδα. Κανένας τους δεν ήξερε τι θα έκανε όταν τους επέλεγαν οι ναζί ως Ζόντερκομαντο. Και επιπλέον όλοι τους καταλάβαιναν ότι αργά ή γρήγορα θα εξοντώνονταν κι αυτοί, καθώς ήταν σαφές ότι οι ναζί δεν ήθελαν να υπάρχουν μάρτυρες των εγκλημάτων τους στα στρατόπεδα θανάτου. Τον Δεκέμβρη του 1942 όλοι οι Ζόντερκομαντο εκτελέστηκαν και αντικαταστάθηκαν με καινούριους. Μια μεγάλη «εκκαθάριση» έγινε επίσης τον Φεβρουάριο του 19445 και τον Σεπτέμβριο του 1944 δολοφονήθηκαν 200 περίπου Ζόντερκομαντο στο Άουσβιτς6.

Υπάρχουν κάποιες μαρτυρίες για απελπισμένες αντιδράσεις κάποιων απ’ αυτούς τους ανθρώπους σ’ αυτό που τους εξανάγκασαν να κάνουν. Κάποιος μόλις αντίκρισε το θέαμα των καιόμενων σωμάτων πήδηξε στη φωτιά και πέθανε. Κάποιος άλλος απλώς πάγωσε από τη φρίκη και ο SS (ο διαβόητος Ότο Μολ) τον σκότωσε. Αναφέρεται επίσης μια άλλη περίπτωση στην οποία αυτός που δούλευε ως Ζόντερκομαντο για καιρό, αποφάσισε στο τέλος να μπει στο θάλαμο αερίων μαζί με τους άλλους μελλοθάνατους, αλλά κάποιες γυναίκες που οδηγούνταν στον θάνατο, τον απέτρεψαν, λέγοντάς του ότι είχε μεγαλύτερη σημασία να ζήσει και να αφηγηθεί αυτά που συνέβησαν.7 Οι περισσότεροι όμως απ’ αυτούς που εντάχθηκαν στα Ζόντερκομαντο προσπάθησαν να επιβιώσουν, για όσο περισσότερο μπορούσαν καταπνίγοντας κάθε συναίσθημα.

Δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για την προέλευση των Εβραίων στα Ζόντερκομαντο, αλλά είναι γνωστό ότι 200 περίπου Εβραίοι από την Ελλάδα οι οποίοι έφτασαν στο Άουσβιτς στις 11 Απριλίου επιλέχτηκαν από τους ναζί ως Ζόντερκομαντο8. Το καλοκαίρι του 1944 το ένα τρίτο περίπου των Ζόντερκομαντο του Άουσβιτς ήταν Έλληνες Εβραίοι. Εξαιτίας του αριθμού τους, ο ρόλος τους στην εξέγερση στο Άουσβιτς ήταν πολύ σημαντικός.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι εξαναγκάστηκαν να δουλέψουν ως Ζόντερκομαντο, είχαν από αυτή τους τη θέση μέσα στα στρατόπεδα θανάτου, τη δυνατότητα μιας συνολικότερης κατανόησης της έκτασης και του ρυθμού που πραγματοποιούνταν η εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης. Πολλοί Ζόντερκομαντο (περισσότεροι μάλλον απ’ ο,τι οι άλλοι κρατούμενοι και οι άλλες κρατούμενες) προσπάθησαν να καταγράψουν αυτά που είδαν και, ξέροντας ότι οι πιθανότητες επιβίωσής τους ήταν εξαιρετικά περιορισμένες, αν όχι ανύπαρκτες, προσπάθησαν να βρουν τρόπους για να διασωθεί η μαρτυρία τους και να γίνει κάποτε γνωστή. Η πιο συνηθισμένη πρακτική, ήταν η χειρόγραφη καταγραφή και το θάψιμο των χειρογράφων σε κάποιο σημείο μέσα στο στρατόπεδο9. Μετά το 1945 βρέθηκαν αρκετά τέτοια χειρόγραφα, από σύντομα σημειώματα, έως πολυσέλιδες αναφορές (και πιθανόν να βρεθούν κι άλλα στο μέλλον).

Περιττό ίσως να αναφερθεί το πόσο σημαντικά είναι αυτά τα χειρόγραφα για την ιστορική έρευνα και την κατανόηση του ναζιστικού μηχανισμού εξόντωσης. Μια άλλη πολύ σημαντική ιστορική πηγή είναι το φωτογραφικό υλικό που έχει διασωθεί. Βέβαια οι ναζί απαγόρευαν τη λήψη φωτογραφιών μέσα στα στρατόπεδα, αλλά οι ίδιοι όμως, για λόγους εύρυθμης λειτουργίας της γραφειοκρατίας της εξόντωσης, είχαν φωτογραφήσει κάποιες δραστηριότητες των εγκλείστων (κυρίως την ανέγερση των κτιρίων) καθώς και αφίξεις κρατουμένων. Στο Album dAuschwitz10 περιέχονται κάποιες από τις πιο γνωστές φωτογραφίες του Άουσβιτς, οι οποίες τραβήχτηκαν μάλλον από τους ίδιους τους SS και οι οποίες απεικονίζουν τις αφίξεις των Εβραίων από την Ουγγαρία και τη διαλογή τους, αλλά όχι την εξόντωσή τους11. Κάποιες απ’ αυτές τις φωτογραφίες διασώθηκαν από τους ίδιους τους κρατούμενους. Για παράδειγμα ο Λούντβικ Λάβιν, πολιτικός κρατούμενος στο Άουσβιτς, ο οποίος δούλευε στο τμήμα ταξινόμησης των φωτογραφιών από τις εργασίες ανέγερσης των κτιρίων, έθαψε κάποιες απ’ αυτές τις φωτογραφίες μέσα στο στρατόπεδο, οι οποίες βρέθηκαν το 1945. Φυσικά, οι κρατούμενοι που το έκαναν αυτό, κινδύνευαν να δολοφονηθούν αμέσως, αν γίνονταν αντιληπτοί.

Οι τέσσερις φωτογραφίες των Ζόντερκομαντο

Πολύ μεγαλύτερους κινδύνους διέτρεχε κάποιος κρατούμενος, εάν επιχειρούσε να φωτογραφήσει ο ίδιος αυτά που γίνονταν μέσα στα στρατόπεδα. Απ’ αυτή την άποψη, δικαίως έχει καταγραφεί ως πράξη αντιφασιστικής αντίστασης η φωτογράφηση από τέσσερις Ζόντερκομαντο της εξόντωσης των Εβραίων, στη φάση της κορύφωσής της, το καλοκαίρι του 194412.

Υπάρχουν διαφορετικές μαρτυρίες για τον τρόπο με τον οποίο προμηθεύτηκαν τη φωτογραφική μηχανή τα μέλη των Ζόντερκομαντο που αποφάσισαν να καταγράψουν τις απίστευτες φρικαλεότητες των ναζί. Αυτό έγινε είτε από κάποιον Πολωνό εργαζόμενο στο στρατόπεδο, ο οποίος την μετέφερε κρυμμένη σ’ ένα καζάνι με φαγητό που παρέδωσε στους Ζόντερκομαντο, είτε από κάποιες γυναίκες που εργάζονταν στον «Καναδά»13 και επικοινωνούσαν με την πολωνική αντίσταση, ή από κάποιον Ζόντερκομαντο, ο οποίος την έκλεψε από την αίθουσα στην οποία στοιβάζονταν τα υπάρχοντα που κουβαλούσαν μαζί τους οι κρατούμενοι, μόλις έφταναν στο στρατόπεδο.

Ο Νταβίντ Ζμουλέφσκι, κρατούμενος στο Άουσβιτς και βετεράνος του Ισπανικού Εμφυλίου14, ανέφερε σε μια συνέντευξή του το 1987, ότι οι κρατούμενοι είχαν προκαλέσει κρυφά φθορές στην οροφή του κρεματορίου, προκειμένου να υπάρξει η ανάγκη για επιδιόρθωση και έτσι να εξασφαλίσουν τη δυνατότητα να εργαστούν χωρίς να κινήσουν τις υποψίες των SS15. Τη φωτογραφική μηχανή τη μετέφεραν στο κρεματόριο κρυμμένη μέσα σε ένα κάδο, στον οποίο είχαν φτιάξει ψεύτικο πάτο.

Ο Άλτερ Φάινζιλμπεργκ, βετεράνος κι αυτός του Ισπανικού Εμφυλίου16, ο οποίος εργαζόταν ως Ζόντερκομαντο στα κρεματόρια του στρατοπέδου από τον Ιούλιο του 1943, περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο τραβήχτηκαν οι φωτογραφίες:

«Κάπου στα μέσα του 1944 αποφασίσαμε να τραβήξουμε κρυφά φωτογραφίες για να καταγράψουμε τη δουλειά μας... Από την αρχή κάποιοι από τους δικούς μας Ζόντερκομαντο γνώριζαν το μυστικό: ο Σλόμο Ντράγκον, ο αδελφός του Γιόσεκ Ντράγκον και ο Άλεξ, ένας Έλληνας Εβραίος του οποίου το επώνυμο δεν θυμάμαι... Κάποιοι από μας έπρεπε να προστατέψουμε τον άνθρωπο που τραβούσε τις φωτογραφίες. Με άλλα λόγια, έπρεπε να παρακολουθούμε προσεκτικά μήπως πλησιάσει κανένας απ’ όσους δεν γνώριζαν το μυστικό και κυρίως κάποιος από τους άνδρες των SS που κυκλοφορούσαν στην περιοχή. Τελικά έφτασε η στιγμή. Συγκεντρωθήκαμε όλοι στη δυτική είσοδο που οδηγούσε από το εξωτερικό στον θάλαμο αερίων του Κρεματορίου V: δεν μπορούσαμε να δούμε κανένα από τους άνδρες των SS στο παρατηρητήριο που έβλεπε την πόρτα στο συρματόπλεγμα, ούτε κοντά στο μέρος όπου έπρεπε να τραβηχτούν οι φωτογραφίες. Ο Άλεξ, ο Έλληνας Εβραίος, έβγαλε γρήγορα τη φωτογραφική μηχανή του, την έστρεψε προς ένα σωρό από σώματα που καίγονταν και πίεσε το κλείστρο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η φωτογραφία δείχνει κρατούμενους Ζόντερκομαντο που εργάζονται στο σωρό. Κάποιος SS στέκεται δίπλα τους, αλλά η πλάτη του είναι στραμμένη προς το κτίριο του κρεματόριου. Μια άλλη εικόνα τραβήχτηκε από την άλλη πλευρά του κτιρίου, όπου γυναίκες και άντρες γδύνονταν ανάμεσα στα δέντρα. Ήταν από μια μεταφορά που επρόκειτο να δολοφονηθεί στο θάλαμο αερίου του Κρεματορίου V.»17

Το φιλμ μεταφέρθηκε κρυφά εκτός στρατοπέδου από την Ελένα Ζπακ-Ντάντον (μέλος της πολωνικής αντίστασης, η οποία εργαζόταν στην καντίνα των SS) μαζί με ένα σημείωμα που έγραψαν ο Γιόζεφ Τσιριάνκεβιτς και ο Στανισλάβ Κλοντζίνσκι (μέλος της αριστερής πτέρυγας του πολωνικού αντιστασιακού κινήματος) και είχε την υπογραφή Stakło (Stanislaw Kłodzinksi) και ημερομηνία 4 Σεπτεμβρίου 1944. Στο σημείωμα αναφερόταν ότι οι φωτογραφίες -οι οποίες προοριζόταν για το Πολωνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα της περιοχή- έπρεπε να σταλούν σε ένα άτομο με το κωδικό όνομα «Tell» (Τερέζα Λασότσκα-Εστράιχερ, μέλος του Εσωτερικού Στρατού / Armia Krajowa18):

«Επείγον. Στείλτε δύο μεταλλικούς κυλίνδρους φιλμ 6x9 όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Υπάρχει δυνατότητα λήψης φωτογραφιών. Σας στέλνω φωτογραφίες από το Μπίρκεναου που δείχνουν φυλακισμένους οι οποίοι στέλνονται σε θαλάμους αερίων. Μια φωτογραφία δείχνει μία από τις πυρές στις οποίες καίγονται πτώματα όταν τα κρεματόρια δεν προλαβαίνουν να κάψουν όλα τα πτώματα. Τα πτώματα στο πρώτο πλάνο πρόκειται να ριχτούν στη φωτιά. Μια άλλη εικόνα δείχνει ένα από τα μέρη στο δάσος όπου οι άνθρωποι γδύνονται πριν από το ‘‘ντους’’ -όπως τους έχουν πει- και στη συνέχεια πηγαίνουν στους θαλάμους αερίων. Στείλτε το ρολό φιλμ όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Στείλτε τις συνημμένες φωτογραφίες στην Tell - πιστεύουμε ότι οι μεγεθύνσεις μπορούν να σταλούν παραπέρα.»19

Η Tell έδωσε τις φωτογραφίες για εκτύπωση στον φωτογράφο Στανισλάβ Μούγα, ο οποίος ήταν μάλλον αυτός που τις εμφάνισε επεξεργασμένες και κροπαρισμένες, χωρίς να φαίνονται τα μαύρα περιθώρια των εσωτερικών χώρων από τις οποίες τραβήχτηκαν. Με αυτή τη μορφή δημοσιεύτηκαν το 1945 και παρουσιάστηκαν αργότερα σε εκθέσεις και σε δημοσιεύματα, αποδιδόμενες μάλιστα σε έναν άλλο Ζόντερκομαντο, τον Νταβίντ Σζμουλέφσκι. Μόλις το 1985, όταν η χήρα του αντιστασιακού Βλαντισλάβ Πίτλικ (στα χέρια του οποίου είχαν περιέλθει οι μη περικομμένες φωτογραφίες) δώρισε το υλικό στο μουσείο του Άουσβιτς-Μπίρκενάου, έγινε γνωστό ότι οι φωτογραφίες είχαν περικοπεί για να φαίνεται καλύτερα το γεγονός στο οποίο προσπάθησε να επικεντρωθεί αυτός που τις τράβηξε.

Το όνομα όμως του ανθρώπου που τράβηξε τις φωτογραφίες παρέμενε άγνωστο.

Αλμπέρτο Ερρέρα

Ο Άλτερ Φάινζιλμπεργκ που συμμετείχε στην ομάδα φωτογράφησης και μίλησε για το γεγονός αυτό, θυμόταν μόνο το μικρό όνομα και την καταγωγή του: «Άλεξ, ένας Έλληνας Εβραίος». Το 1978 έγραψε απαντώντας σε μια επιστολή του Μουσείου του Άουσβιτς-Μπιρκενάου:

«Ήταν ο Άλεξ από την Ελλάδα, αλλά δεν θυμάμαι το όνομά του, αυτός που τράβηξε τις φωτογραφίες. Πέθανε κατά τη διάρκεια μιας απόδρασης κατά τη μεταφορά της στάχτης από την καύση των ανθρώπων. Αυτές οι στάχτες ρίχνονταν τακτικά στον Σόλα ή στον Βιστούλα. Ο Άλεξ αφόπλισε και τους δύο SS συνοδούς και έριξε τα τουφέκια τους στο Βιστούλα. Σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της καταδίωξης. Δεν θυμάμαι που θάφτηκε η κάμερα και άλλα έγγραφα επειδή αυτό το έκανε ο Αλέξ.»20

Το κανονικό όνομα του κρατουμένου που προσπάθησε να δραπετεύσει κατά την μεταφορά της στάχτης, αφοπλίζοντας τους SS, ήταν Αλμπέρτο Ίσραελ Ερρέρα. Το Άλεξ, ή πιο σωστά Αλέκος Μιχαηλίδης, ήταν το όνομα που πήρε κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Ελλάδα21.

Ο Αλμπέρτο Ερρέρα γεννήθηκε το 1913 στη Λάρισα και ήταν αξιωματικός του ελληνικού στρατού. Κατά τη διάρκεια της κατοχής εντάχθηκε στην αντίσταση, αλλά συνελήφθη τη νύχτα 24 προς 25 Μαρτίου του 1944 από τους Γερμανούς στη Λάρισα, μαζί με άλλους 225 Εβραίους και φυλακίστηκε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Λίγες μέρες μετά στάλθηκε στο Άουσβιτς, όπου έφτασε στις 11 Απριλίου και επιλέχτηκε για εργασία έχοντας τον σειριακό αριθμό 182.440. Τον ενέταξαν στους Ζόντερκομαντο, όπου είχαν εντάξει και αρκετούς άλλους Έλληνες Εβραίους. Ένας από αυτούς ήταν και ο Σλόμο Βενέτσια, από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος κατάφερε να επιζήσει και να καταγράψει τη συγκλονιστική και πολύτιμη μαρτυρία του στο βιβλίο του, Sonderkommando. Μέσα από την κόλαση των θαλάμων αερίου. Σ’ αυτό αναφέρει και την απόπειρα δραπέτευσης του Αλμπέρτο (Αλέκου) Ερρέρα:

«Ήταν δυο Έλληνες – ο Ούγκο Βενέτσια [...] και ο Αλέκος Ερρέρα. Η ιστορία τους δεν αναφέρεται από κανέναν, ο Ερρέρα ήταν όμως πραγματικός ήρωας. Πριν απ’ τον εκτοπισμό του ήταν πλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού και άνθρωπος που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από εμάς. Μια μέρα οι Γερμανοί τους διέταξαν να πάνε με το φορτηγό που μετέφερε τις στάχτες στον ποταμό Σόλα. [...]

Μας είπε [ο Ούγκο Βενέτσια] ότι ο SS που τους συνόδευε είχε καθίσει μπροστά, στη θέση του συνοδηγού, και ότι εκείνοι είχαν μείνει πίσω, μόνοι τους, μαζί με το φορτίο τις στάχτες. Πριν φτάσουν στον ποταμό, ο Ερρέρα κατέστρωσε ένα σχέδιο και μήνυσε στον Ούγκο τι έπρεπε να κάνει. Ο Ερρέρα θα χτυπούσε το φρουρό όταν θα ερχόταν να τους ανοίξει την πόρτα, ενώ ο Ούγκο θα αιφνιδίαζε τον οδηγό και μετά θα βουτούσε στο νερό. Όταν σταμάτησαν το φορτηγό, περίμεναν να πλησιάσει ο SS για να τους πει να κατέβουν. Καθώς άνοιγε την πόρτα, ο Ερρέρα του κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι με το φτυάρι. Ακούγοντας το θόρυβο, ο οδηγός, ο οποίος διάβαζε εφημερίδα, κοίταξε από τον καθρέφτη και βγήκε από το όχημα μ’ ένα περίστροφο στο χέρι. Απ’ ό,τι μας είπε ο Ούγκο, του ήταν αδύνατο να αντιδράσει: Είχε παραλύσει από το φόβο του βλέποντας τον οδηγό να τον σημαδεύει με το περίστροφο στο χέρι. Ήταν παιδί ακόμα, ούτε 18 χρονών, ενώ ο Ερρέρα ήταν έμπειρος και σίγουρα πιο θαρραλέος. Δίχως να περιμένει στιγμή ο Ερρέρα βούτηξε στο ποτάμι και άρχισε να κολυμπάει προς την απέναντι όχθη. Ο οδηγός τον πυροβόλησε, δεν μπορούσε όμως να τον φτάσει με το απλό περίστροφο που είχε. Έτσι, αρπάζοντας το όπλο του φρουρού, που παρέμενε πεσμένος στο χώμα, του έριξε πάλι με τις περίφημες σφαίρες ‘‘ντουμ ντουμ’’, που είχαν φτιαχτεί για να εκρήγνυνται στο εσωτερικό του σώματος, προκαλώντας τη μέγιστη βλάβη. Ο Ερρέρα τραυματίστηκε στο μηρό, συνέχισε όμως να κολυμπάει ως την απέναντι όχθη. Αμέσως σήμανε συναγερμός, και το ανθρωποκυνηγητό που οργανώθηκε την ίδια στιγμή διήρκεσε όλη τη νύχτα και την επόμενη μέρα. Το τραύμα του Ερρέρα όμως πρέπει να ήταν σοβαρό, πρέπει να έχασε πολύ αίμα, και τελικά δεν επέζησε της απόδρασης. Το πτώμα του βρέθηκε και μεταφέρθηκε στο Κρεματόριο ΙΙ. Εν τω μεταξύ ο Ούγκο, που τον είχε φέρει πίσω ο οδηγός, μας διηγήθηκε όλα όσα είχε δει. Την επομένη οι Γερμανοί τον πήραν και κανείς μας δεν τον ξανάδε. Όσο για τον Ερρέρα, αυτός μεταφέρθηκε στο κρεματόριο για να γίνει η αυτοψία. Το σώμα του, τελείως εξαρθρωμένο και παραμορφωμένο, εκτέθηκε πάνω σ’ ένα τραπέζι, στο προαύλιο του κρεματορίου. Μας ανάγκασαν όλους να περάσουμε ένας ένας από μπροστά για να δούμε το παραμορφωμένο και αγνώριστο πρόσωπο του πρώην συντρόφου μας. Οι Γερμανοί ήταν εξαιρετικά νευρικοί, κι όποιος απέστρεφε το βλέμμα έτρωγε κοντακιές. Μετά τον μεταφέραμε στην αίθουσα των κλιβάνων και ψάλαμε ένα καντίς πριν κάψουμε το σώμα.»22

Μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας (στα βασικά της σημεία) ιστορίας αφηγείται και ο Ερρίκος Σεβίλλιας, ο οποίος όμως μάλλον την άκουσε από τις διαδόσεις μέσα στο στρατόπεδο (ενώ ο Βενέτσια την είχε ακούσει απ’ αυτόν που συνόδευε τον Ερρέρα). Και ο Σεβίλλιας καταλήγει:

«Αυτή ήταν η ιστορία του Ερρέρα για την παλικαριά του οποίου μιλούσαν εβδομάδες ολόκληρες στο λάγκερ.»23

Αυτά έγιναν μεταξύ 21 και 29 Σεπτεμβρίου του 194424. Έτσι ο Ερρέρα δεν πρόλαβε να πάρει μέρος στην εξέγερση που οργάνωσαν οι υπόλοιποι Ζόντερκομαντο σε συνεννόηση με τη πολωνική αντίσταση στις 7 Οκτωβρίου του 1944, αλλά σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, συμμετείχε στις προετοιμασίες για την οργάνωσή της που είχαν ξεκινήσει μήνες πιο πριν και μάλιστα ο Ερρέρα ήταν μεταξύ αυτών που την είχαν αποφασίσει25. Ένας από τους πιο δραστήριους διοργανωτές της εξέγερσης των Ζόντερκομαντο ήταν ο Πολωνός Γιαακόβ Καμίνσκι, ο οποίος όμως δολοφονήθηκε από τους SS τον Αύγουστο, πιθανόν επειδή τα σχέδια για την εξέγερση είχαν προδοθεί. Για τον ίδιο λόγο ίσως έγινε και η μυστική δολοφονία των 200 περίπου Ζόντερκομαντο στις 23 Σεπτεμβρίου. Η πολωνική αντίσταση της περιοχής ζήτησε μετά τη δολοφονία του Καμίνσκι την αναβολή της εξέγερσης η οποία αρχικά είχε προγραμματιστεί για τις 15 Αυγούστου και στη συνέχεια την ανέβαλε κι άλλες φορές. Αυτός ήταν μάλλον και ο λόγος για τον οποίο ο Αλμπέρτο Ερρέρα αποφάσισε να προσπαθήσει να δραπετεύσει, ύστερα από τις αναβολές της σχεδιαζόμενης εξέγερσης26.

Για όλους τους Ζόντερκομαντο ήταν πια σαφές ότι πλησίαζε ο καιρός που οι ναζί θα τους δολοφονούσαν, όχι μόνο για να εξαφανίσουν κάθε μαρτυρία των μαζικών εγκλημάτων, αλλά και επειδή είχαν πληροφορηθεί τα σχέδια για εξέγερση. Έτσι οι Ζόντερκομαντο αποφάσισαν να εξεγερθούν πριν τους εξοντώσουν όλους27.

Είχαν αποφασίσει να επιτεθούν στους SS με ο,τι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως όπλο, να σκοτώσουν όσους περισσότερους μπορούσαν, να ανατινάξουν όσα κρεματόρια προλάβαιναν, με εκρηκτικά με τα οποία τους είχαν προμηθεύσει οι κρατούμενες που εργάζονταν στο εργοστάσιο πυρομαχικών και στο τέλος να δραπετεύσουν.

Η εξέγερση απέτυχε, εκατοντάδες Ζόντερκομαντο σκοτώθηκαν κατά τη διάρκειά της ή εκτελέστηκαν μετά την αποτυχημένη απόπειρα δραπέτευσης. Όμως η εξέγερσή τους έσωσε πιθανόν πολλές χιλιάδες ζωές, καθώς οι εξεγερμένοι ανατίναξαν ένα Κρεματόριο, ενώ και ένα άλλο σταμάτησε να λειτουργεί. Οι ναζί δεν είχαν πια καιρό να επισκευάσουν και να ξαναθέσουν σε λειτουργία τα τμήματα του μηχανισμού εξόντωσης που είχαν αχρηστευτεί.

Η δύσκολη αλήθεια

Οι τέσσερις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν δύο μήνες πριν την εξέγερση των Ζόντερκομαντο αποτελούν λοιπόν κατά κάποιο τρόπο, μια από τις πρώτες γνωστές μαζικές και οργανωμένες αντιστασιακές δράσεις των κρατουμένων του Άουσβιτς, που κορυφώθηκαν με την εξέγερση της 7ης Οκτωβρίου28. Οι φωτογραφίες αυτές προέκυψαν από τη συγκρότηση και ενεργοποίηση ενός ολόκληρου δικτύου αντίστασης, οι άκρες του οποίου έφταναν εκτός στρατοπέδου, στην πολωνική αντίσταση, ενέπλεκε τους Πολωνούς εργαζόμενους που μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε κάποιους τομείς του στρατοπέδου, ενώ κάποιες άλλες άκρες αυτού του δικτύου έφταναν στις γυναίκες που εργάζονταν στον «Καναδά» και στο εργοστάσιο πυρομαχικών (πολλές από τις οποίες εκτελέστηκαν επειδή βοήθησαν στην εξέγερση)29. Η αιχμή αυτού του αντιστασιακού οργανισμού ήταν οι Ζόντερκομαντο, επειδή αυτή η ομάδα κρατουμένων μπορούσε, περισσότερο από τους άλλους κρατούμενους να αναλάβει και να υλοποιήσει συλλογικά μια πράξη αντίστασης.

Οι τέσσερις Ζόντερκομαντο που αποφάσισαν να τραβήξουν αυτές τις φωτογραφίες ήξεραν ότι αν τους ανακάλυπταν οι ναζί θα τους σκότωναν αμέσως. Ήξεραν όμως επίσης, ότι οι πιθανότητες να επιζήσουν από αυτή τη φρίκη ήταν σχεδόν μηδαμινές - έτσι όμως υπήρχε ο κίνδυνος να χαθούν οι μαρτυρίες τους για όσα είχαν δει30.

Τι ακριβώς όμως δείχνουν αυτές οι φωτογραφίες, οι οποίες τραβήχτηκαν με διαφορά 15 λεπτών η πρώτη από την τέταρτη31; Οι διάφορες εκδοχές των τριών φωτογραφιών που άρχισαν να κυκλοφορούν μετά το 1945, αποτελούν προϊόν επεξεργασίας που έγινε για να φαίνεται καθαρότερα το γεγονός που σχετίζεται άμεσα με τη διαδικασία εξόντωσης.

Έτσι στη φωτογραφία αρ. 280 αυτό το οποίο είχε αναδειχτεί σε κεντρικό της θέμα είναι η καύση των σωμάτων των δολοφονημένων, σε έναν από τους λάκκους έξω από το Κρεματόριο V. Βλέπουμε τα σώματα συγκεντρωμένα μπροστά στον λάκκο και τους Ζόντερκομαντο που ετοιμάζονται να τα πετάξουν στη φωτιά. Το θέμα της φωτογραφίας αρ. 181 είναι η μεταφορά των σωμάτων προς τους λάκκους από τους Ζόντερκομαντο. Οι δυο αυτές φωτογραφίες έχουν καταγράψει τη διαδικασία εξαφάνισης των σωμάτων αυτών που δολοφονούνταν στους θαλάμους αερίων. Στη φωτογραφία αρ. 282 το γεγονός που καταγράφεται είναι η προετοιμασία των θυμάτων για να μπουν στους θαλάμους αερίων: άνθρωποι που γδύνονται και γυμνοί άνθρωποι οι οποίοι κατευθύνονται προς ένα ορισμένο σημείο. Ανάμεσά τους κάποιοι Ζόντερκομαντο. Η τέταρτη φωτογραφία, αρ. 283, θεωρήθηκε αποτυχημένη προσπάθεια και ως εκ τούτου δεν κυκλοφόρησε ιδιαίτερα.

Αυτοί οι οποίοι τις επεξεργάστηκαν, αφαίρεσαν από τις αρχικές φωτογραφίες τον όγκο των μαύρων περιγραμμάτων (εσωτερικός χώρος) των δύο πρώτων και «διόρθωσαν» την τρίτη φωτογραφία, μεγεθύνοντας και φέρνοντας σε πρώτο πλάνο την ομάδα των ανθρώπων που γδύνονται, η οποία στην κανονική φωτογραφία μόλις που διακρίνεται στην κάτω αριστερή γωνία, καθώς ολόκληρη την επιφάνεια της φωτογραφίας καταλαμβάνουν το δάσος και οι κορμοί των πανύψηλων δέντρων.

Όταν όμως μετά το 1985 οι τέσσερις φωτογραφίες βρέθηκαν και άρχισαν να κυκλοφορούν στην κανονική τους μορφή, έγινε αντιληπτό ότι περιείχαν πολλές περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτά που συνέβαιναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κατέγραφαν κυρίως το ίδιο το γεγονός της αντίστασης απέναντι στη ναζιστική βαρβαρότητα και την αποφασιστικότητα των κρατουμένων να διασώσουν, μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες και με κίνδυνο της ζωής τους, τη μνήμη μιας γνώσης, που αξίωναν να διαδοθεί και να κατανοηθεί και από άλλους.

Οι δύο πρώτες φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί από το εσωτερικό του Κρεματορίου V. Τα μαύρα περιγράμματα είναι οι τοίχοι του κρεματορίου οι οποίοι προφυλάσσουν την ομάδα φωτογράφησης από το βλέμμα των SS και περιορίζουν, αλλά ταυτόχρονα απελευθερώνουν, το βλέμμα του φωτογράφου. Είναι όμως επίσης ο χώρος στον οποίο πραγματοποιούνται οι μαζικές εκτελέσεις των ανθρώπων, τα σώματα των οποίων βλέπουμε στις δύο πρώτες φωτογραφίες στοιβαγμένα μπροστά στους λάκκους καύσης. Μέσα σ’ αυτόν τον χώρο οι Ζόντερκομαντο μπορούν να κινούνται με την ασφάλεια που τους προσφέρει η θέση την οποία έχουν εξαναγκαστεί να δεχτούν στη διαδικασία της μαζικής εξόντωσης και την οποία προσπαθούν να εκμεταλλευτούν για να υπονομεύσουν τη λειτουργία του μηχανισμού της.

Ο φωτογράφος τράβηξε την τρίτη φωτογραφία, αρ. 282, τοποθετώντας την στον γοφό του, για να μην γίνει αντιληπτός από τους SS, καθώς έχει βγει πια έξω από το κτίριο. Γι’ αυτό και το θέμα στο οποίο και ο ίδιος ήθελε να κεντράρει, η προετοιμασία των θυμάτων για να μπουν στους θαλάμους αερίων, μόλις που διακρίνεται στην κάτω αριστερή γωνία. Θα μπορούσε απλώς να βρεθεί «εκτός πλάνου» από μια οποιαδήποτε τυχαία κίνηση του φωτογράφου. Αυτό το ιστορικό γεγονός λοιπόν καταγράφεται σχεδόν «από τύχη» και με αυξημένους τους κινδύνους να γίνει αντιληπτή η ομάδα φωτογράφησης από τους SS. Εάν δούμε τη φωτογραφία αρ. 282 με τους συμβατικούς κανόνες φωτογράφησης, τότε το κύριο θέμα της είναι το δάσος με τις σημύδες, ενώ η προετοιμασία εξόντωσης μιας ομάδας γυμνών ανθρώπων είναι ένα παραπληρωματικό στοιχείο. Όμως και έτσι, ένα τυχαίο γλωσσικό στοιχείο προσδίδει μια ιδιαίτερη σημασία ακριβώς σ’ αυτό το μη επιδιωκόμενο κεντράρισμα στο δάσος με τις σημύδες: «Birkenau» (το όνομα του στρατοπέδου-παραρτήματος του Άουσβιτς) σημαίνει στα γερμανικά δάσος με σημύδες32. Αυτό λοιπόν είναι πραγματικά το κύριο θέμα της φωτογραφίας αυτής, ολόκληρο το στρατόπεδο Birkenau, μέσα στο οποίο η θανάτωση της συγκεκριμένης ομάδας είναι απλώς μια λεπτομέρεια που ακόμα κι αν έλειπε από τη φωτογραφία, δεν θα άλλαζε κάτι σ’ αυτό που πραγματικά ήταν το Μπίρκεναου.

Στην τέταρτη φωτογραφία, η οποία κι αυτή τραβήχτηκε με τη φωτογραφική μηχανή τοποθετημένη στον γοφό του φωτογράφου, ο φακός δεν κατάφερε να συλλάβει το γεγονός που έβλεπε η ομάδα φωτογράφησης. Βλέπουμε μόνο τους μαύρους όγκους από τους κορμούς των δέντρων, πάνω από κάτι το οποίο δεν ξέρουμε πια τι ήταν, αλλά ξέρουμε, από το γεγονός της αποτυχίας του φωτογράφου να το καταγράψει, ότι πρόκειται για κάτι φρικτό επειδή η φωτογράφησή του τιμωρούνταν με θάνατο33. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι αυτό του οποίου η φωτογραφική καταγραφή αποτυγχάνει, είναι άλλο ένα συμβάν σε μια φρίκη που κλιμακώνεται μπροστά στον φακό της ομάδας φωτογράφησης. Η φωτογραφία καταφέρνει να μας δείξει το σκηνικό στο οποίο οργανώνονται και συμβαίνουν τα επί μέρους επεισόδια αυτής της φρίκης, το Μπίρκεναου και πάλι (ως στρατόπεδο και ως «δάσος με σημύδες»), αλλά σ’ αυτή τη φωτογραφία ακόμα και το σχήμα των δέντρων έχει γίνει ρευστό και ακαθόριστο, σχεδόν εξωπραγματικό, εξαιτίας των συνθηκών κάτω από τις οποίες τραβήχτηκε η φωτογραφία.

Οι τέσσερις αυτές φωτογραφίες των Ζόντερκομαντο θεωρήθηκε ότι αποτελούν μια διαφορετική μαρτυρία με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε σχέση με το υπόλοιπο φωτογραφικό υλικό των στρατοπέδων εξόντωσης. Οι περισσότερες γνωστές φωτογραφίες του Ολοκαυτώματος παρέχουν στο βλέμμα του θεατή τη βεβαιότητα μιας εικόνας πάνω στην οποία μπορεί κανείς να κυριαρχήσει (ως αντικείμενο του βλέμματός του) και ως εκ τούτου να αποστασιοποιηθεί με ασφάλεια34. Αντίθετα, οι τέσσερις αυτές φωτογραφίες αναγκάζουν το βλέμμα να μετακινηθεί από μια σταθερή θέση θέασης προς τη θέση αυτού που προσπαθεί να κοιτάξει, όχι πάντα με επιτυχία και όχι απ’ όλες τις πλευρές, ένα γεγονός στο οποίο κι ο θεατής είναι ενταγμένος εξαιτίας της θέσης απ’ την οποία το κοιτά. Η θέση από την οποία βλέπουμε τους δολοφονημένους ανθρώπους και τους ανθρώπους που θα δολοφονηθούν σε λίγο, είναι το μέρος όπου πραγματοποιούνται οι δολοφονίες, οι οποίες όμως δεν καταγράφονται σε καμιά φωτογραφία.

Αυτές οι φωτογραφίες μας αναγκάζουν να δούμε το Ολοκαύτωμα πέρα από τις καθιερωμένες οπτικές που δημιουργούν την καθησυχαστική βεβαιότητα ενός απομακρυσμένου από μας και νεκρού ιστορικού γεγονότος, το οποίο το κατανοούμε αλλά δεν κινδυνεύουμε από τη φρίκη του. Μέσα από τις τέσσερις αυτές εικόνες του Ολοκαυτώματος, το βλέμμα μας μετατοπίζεται προς εκείνες τις επισφαλείς θέσεις, από τις οποίες αποκτάμε αποσπασματικές και αβέβαιες εικόνες μιας φρίκης η οποία γίνεται πια και δική μας. Από τις φωτογραφίες αυτές αναδύεται η αγωνία ότι ο φασισμός δεν έχει ακινητοποιηθεί σε ιστορικές εικόνες τις οποίες μπορούμε να κοιτάμε με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, αλλά είναι μια απειλή η οποία αναπτύσσεται μέσα σε έναν χώρο (ο οποίος είναι ο δικός μας χώρος), μετατρέποντάς τον σε πεδίο εξόντωσης κι εμάς σε πιθανά του θύματα.

Η θέση που ωθούμαστε να υιοθετήσουμε κοιτάζοντας τις τέσσερις φωτογραφίες που τράβηξε ο Αλμπέρτο Ερρέρα τον Αύγουστο του 1944, είναι η θέση αντίστασης στον φασισμό και σε κάθε μορφή εξόντωσης που συμβαίνει ήδη γύρω μας, στα χερσαία και στα θαλάσσια σύνορα της ηπείρου στην οποία πριν εβδομήντα χρόνια είχε κυριαρχήσει ο φασισμός.

Οι φωτογραφίες

Φωτ. Αρθ. 280 2 Άουσβιτς κροπάρισμα

Λεπτομέρεια της φωτ. 280

Φωτ. Αρθ. 281 2 Άουσβιτς κροπάρισμα

Λεπτομέρεια της φωτ. 281

Φωτ. Αρθ. 282 2 Άουσβιτς κροπάρισμα

Λεπτομέρεια της φωτ. 282

Φωτ. Αρθ. 280 1 Άουσβιτς

Φωτογραφία αριθμ 280

Φωτ. Αρθ. 281 1 Άουσβιτς

Φωτογραφία αριθμ 281

Φωτ. Αρθ. 282 1 Άουσβιτς

Φωτογραφία αριθμ 282

Φωτ. Αρθ. 283 1 Άουσβιτς

Φωτογραφία αριθμ 283

Αλμπέρτο Ερρέρα

Αλμπέρτο Ίσραελ Ερρέρα

Σημειώσεις

1 Για τους Sonderkommando βλ., K. E. Fleming, Ιστορία των Ελλήνων Εβραίων, Οδυσσέας, Αθήνα 2009, σσ. 228-236· Annette Wievorka, Άουσβιτς. 60 χρόνια μετά, Πόλις, Αθήνα 2006, σσ. 121, 122· περισσότερα στοιχεία: Σλόμο Βενέτσια, Sonderkommando. Μέσα από την κόλαση των θαλάμων αερίου, Πατάκης, Αθήνα 2008, σσ. 91-167. Πρόκειται για εκτενή αφήγηση του Σλόμο Βενέτσια στα ιταλικά με τη μορφή συνέντευξης στην Μπεατρίς Πρασκιέ. Η πρώτη έκδοση έγινε το 2006 σε γαλλική μετάφραση. Στα ελληνικά μεταφράστηκε από την Κυριακή Χρα. Βλ. επίσης: Igor Bartosik, «Sonderkommando», Auschwitz Study Group· Gideon Greif, We Wept Without Tears: Testimonies of the Jewish Sonderkommando from Auschwitz, New Haven: Yale University Press, 2005, σσ. 1-86.

2 Για το Άουσβιτς και το Ολοκαύτωμα, βλ.: Laurence Rees, Άουσβιτς. Οι ναζί και η «Τελική Λύση», Πατάκης, Αθήνα 2005 και Χάννα Άρεντ, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η κοινοτυπία του κακού, Θύρσος, Αθήνα 1995..

3 Ronit Roccas, «‘‘We did the dirty work of the Holocaust’’Sonderkommando Auschwitz», άρθρο στη Haaretz, 2 Μαΐου 2000. Στα αγγλικά: hagalil.com.

4 L. Rees, ό.π., σσ 74-84.

5 I. Bartosik, «Sonderkommando», ό.π. 

6 K. E. Fleming, ό.π., σελ. 234. Αυτοί οι 200 Sonderkommando εκτελέστηκαν κρυφά και τα σώματά τους αποτεφρώθηκαν από τους ίδιους τους SS. Βλ. Steven B. Bowman, The Agony of Greek Jews, 1940 1945, Stanford University Press, 2009, σελ. 97.

7 I. Bartosik, ό.π. Όσο απίθανος κι αν μας φαίνεται ο λόγος για τον οποίο ο συγκεκριμένος Sonderkommando δεν αυτοκτόνησε, είναι μάλλον αληθινός, αν πάρουμε υπόψη μας τη σημασία που απέδιδαν τα θύματα του Ολοκαυτώματος στη γνωστοποίηση των όσων συνέβαιναν μέσα στα στρατόπεδα εξόντωσης. Αυτό ήταν κάτι για το οποίο μπορούσαν να ρισκάρουν τη ζωή τους.

8 S. B. Bowman, ό.π., σελ. 96· I. Bartosik, ό.π. 

9 G. Greif, ό.π., σσ. 46,47· An. Wievorka, ό.π., σσ. 119, 120.

10Album d’Auschwitz (Album de Lili Jacob), Yad Vashem και «The Auschwitz Album», Yad Vashem

11 An. Wievorka, ό.π., σσ. 82-88.

12 Jean-Claude Pressac, Auschwitz: Technique and operation of the gas chambers, Beate Klarsfeld Foundation, Νέα Υόρκη 1989, σελ. 422-424.

13 «Καναδάς» ονομαζόταν στην καθομιλουμένη του στρατοπέδου του Άουσβιτς, ο χώρος στον οποίο συγκεντρώνονταν τα υπάρχοντα των Εβραίων που έφταναν στο στρατόπεδο. Εκεί κάποιες κρατούμενες εργάζονταν στη διαλογή των προσωπικών αντικειμένων και των ρούχων που είχαν κουβαλήσει μαζί τους οι Εβραίοι που έφταναν στο Άουσβιτς. Ο χώρος ονομάστηκε «Καναδάς», λόγω της ποσότητας τεράστιας των αντικειμένων που συγκεντρώνονταν εκεί, μεταξύ των οποίων μπορούσαν να υπάρχουν και χρήματα ή πολύτιμα αντικείμενα τα οποία είχαν καταφέρει κάποιοι να κρύψουν μέσα στα ρούχα τους. Ο Καναδάς θεωρούνταν τότε μια πολύ πλούσια χώρα. L. Rees, ό.π., σσ. 200-202. Επίσης Ερρίκος Σεβίλλιας, Αθήνα - Άουσβιτς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1995, σσ. 152, 153, σημ. 1 (οι σημειώσεις είναι του Νίκου Σταυρουλάκη).

14 «Jewish Spanish Civil War Veterans during World War II», Abraham Lincoln Brigade Archives

15 Jean-Claude Pressac, ό.π., σελ. 424.

16 Judith Lermer Crawley, «Acts of Resistance», judithcrawley.ca.

17 Janina Struk, Photographing the Holocaust: Interpretations of the Evidence, I. B. Tauris, 2004, παρατίθεται στο: Franziska, «Reiniger Inside the Epicenter of the Horror – Photographs of the Sonderkommando», Yad Vashem, .

18 J. L. Crawley, «Acts...», ό.π.

19 F. Reiniger, «Inside..», ό.π. 

20 «Alberto Errera», Wikipedia

21 S. B. Bowman, ό.π., σσ. 95-96, 106 και 271 (σημείωση 5). Ο Bowman λανθασμένα αναφέρει για τον Ερρέρα το ελληνικό όνομα Αλέκος Αλεξανδρίδης. Βλ. και G. Greif, ό.π., σελ 375· Ερρίκος Σεβίλλιας, Αθήνα - Άουσβιτς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1995, σελ. 154, σημ. 5 (του Νίκου Σταυρουλάκη)

22 Σ. Βενέτσια, ό.π., σσ. 139-141.

23 Ερ. Σεβίλλιας, ό.π., σσ. 81-84. Ο Σεβίλλιας αναφέρει ότι μαζί με τον Ερρέρα ήταν άλλοι τρεις κρατούμενοι, όλοι τους Έλληνες Εβραίοι (Σεβίλλιας, ό.π., σσ. 81, 82), αλλά μάλλον ήταν άλλοι δύο, ο ένας ο Ούγκο Μπαρούχ Βενέτσια (τον οποίο αναφέρει και ο Σ. Βενέτσια, ό.π.) και ο άλλος ο Ανρί Νεχαμά Καπόν (Ερ. Σεβίλιας, .ο.π., σελ. 154, σημ. 5 του Ν. Σταυρουλάκη).

24 Ερ. Σεβίλλιας, ό.π., σελ. 154.

25 Hermann Langbein, People in Auschwitz, The University of North Carolina Press, 2004, σελ. 200.

26 H. Langbein, ό.π., σσ. 198-200· Fleming, ό.π., σελ. 234· Σεβίλλιας, .ο.π.

27 G. Greif, ό.π., σσ. 40-46· Ζαν Κοέν, «Η εξέγερση των Ζόντερκομαντο - 7 Οκτωβρίου 1944», Ζαν Κοέν, 8 Νοεμβρίου 2011 · L. Rees, ό.π., σσ. 286, 287· Σ. Βενέτσια, ό.π., σσ. 169-191· K. E. Fleming, ό.π., σελ. 234· S. B. Bowman, ό.π., σσ. 96-99.

28 Η ταινία Ο γιος του Σαούλ του László Nemes (Saul Fia, 2015) αναφέρεται σε μία φωτογράφηση (η οποία προφανώς αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά της λήψης των συγκεκριμένων τεσσάρων φωτογραφιών) που γίνεται από Sonderkommando που συμμετέχουν και στην εξέγερση. Ο σκηνοθέτης προσπάθησε να αποδώσει τις σκηνές της εργασίας των Sonderkommando με τον φευγαλέο και αποσπασματικό τρόπο με τον οποίο καταγράφτηκαν και στις τέσσερις ιστορικές φωτογραφίες.

29 K. E. Fleming, ό.π., Οδυσσέας, Αθήνα 2009, σελ. 233.

30 Πολύ πιθανόν βέβαια, ο βασικότερος λόγος για τον οποίο προσπάθησαν να φωτογραφήσουν τις φρικαλεότητες των ναζί ήταν επειδή ήθελαν να κυκλοφορήσουν άμεσα οι φωτογραφίες εκτός στρατοπέδου, για να πληροφορηθεί ο κόσμος τι συνέβαινε σ’ αυτά. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι ο λόγος για τον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις που συγκρούονταν με τη ναζιστική Γερμανία (η Μ. Βρετανία, η ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ) δεν προσπαθούσαν να σταματήσουν την εξόντωση των Εβραίων (πχ βομβαρδίζοντας απλώς τη σιδηροδρομική γραμμή, ή τα ίδια τα στρατόπεδα), ήταν επειδή δεν γνώριζαν τι συνέβαινε. Φυσικά οι μεγάλες δυνάμεις ήταν αρκετά ενημερωμένες, αλλά απλώς αδιαφόρησαν να εντάξουν στις πολεμικές τους επιχειρήσεις, πολεμικές δραστηριότητες (όπως τη διάσωση μερικών εκατομμυρίων Εβραίων), οι οποίες δεν συνδέονταν άμεσα με την διεξαγωγή του πολέμου.

31 Jean-Claude Pressac, ό.π., σελ. 424.

32 Ruyh Klüger, Άρνηση μνήμης. Βιέννη - Άουσβιτς - Νέα Υόρκη, Θεμέλιο, Αθήνα 2008, σελ. 128· «The Auschwitz Protocol. The Vrba-Wetzler Report», Holocaust Education & Archive Research Team.

33 Isabel Wollaston, «The absent, the partial and the iconic in archival photographs of the Holocaust», Jewish Culture and History, τόμος 12, τεύχος 3, 2010.

34 Chari Larsson, «Suspicious Images: Iconophobia and the Ethical Gaze», Journal of Media and Culture, τόμος 15, νο 1, 2012.

Γράφτηκε από 
Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 11 Ιούνιος 2017 15:37
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.