Παρασκευή, 09 Φεβρουαρίου 2018 21:06

Το Μακεδονικό στη δεκαετία του ’40

Κατηγορία Ιστορία

Τάσος Κωστόπουλος

Το Μακεδονικό στη δεκαετία του ’40

Η αναζωπύρωση του µακεδονικού ζητήµατος, σε συνθήκες ξένης κατοχής κι εµφύλιου πολέµου, υπήρξε µία από τις καθοριστικές –και πολιτικά φορτισµένες– εξελίξεις της δεκαετίας του ’40, από την εποχή της κατάρρευσης του µετώπου το 1941 ως τις µετωπικές αναµετρήσεις του Βίτσι και του Γράµµου. Με δεδοµένη την (τοτινή και μεταγενέστερη) συσκότιση που επέφεραν οι κάθε λογής εθνικές µυθολογίες, προπαγανδιστικές σκοπιµότητες και συστηµατικές αποσιωπήσεις, µια στοιχειώδης επισκόπηση του θέµατος οφείλει να ξεκινήσει από την «εσωτερική», αντικειµενική βάση του: την εθνοτική ποικιλοµορφία του βορειοελλαδικού χώρου, µε κυριότερο χαρακτηριστικό τη συνεχιζόµενη παρουσία εκεί µιας ευµεγέθους σλαβόφωνης πληθυσµιακής οµάδας που αποτέλεσε αντικείµενο διεκδίκησης εκ µέρους όλων των κατά καιρούς αντιµαχόµενων εθνικών και πολιτικοϊδεολογικών παρατάξεων.

1. Η κληρονοµιά του παρελθόντος

Σύµφωνα µε την απογραφή πληθυσµού του 1928, µετά τις ανταλλαγές πληθυσµών στην ελληνική Μακεδονία παρέµειναν συνολικά 80.668 άτοµα χριστιανικού θρησκεύµατος µε µητρική γλώσσα τη «µακεδονοσλαυική».Τα επίσηµα αυτά συγκεντρωτικά δεδοµένα υποτιµούν, ωστόσο, σε µεγάλο βαθµό τα πραγµατικά µεγέθη της συγκεκριµένης πληθυσµιακής οµάδας, όπως αποδεικνύει η σύγκρισή τους µε τις απόρρητες υπηρεσιακές στατιστικές της ίδιας περιόδου που έρχονται σταδιακά στη δηµοσιότητα. Οι τελευταίες υπολογίζουν µεταξύ 165.000 και 200.000 τον αριθµό των σλαβόφωνων Μακεδόνων που έµειναν στην Ελλάδα µετά τις ανταλλαγές πληθυσµών, ενώ δεν λείπουν ακόµη ψηλότερες (κι ενδεχοµένως υπερβολικές) εκτιµήσεις. Η πλειοψηφία των Σλαβοµακεδόνων κατοικούσε στα δυτικά, ξεπερνώντας το 60% του πληθυσµού στον ενιαίο τότε νοµό Φλωρίνης (επαρχίες Φλωρίνης και Καστορίας) και στη γειτονική επαρχία Εδέσσης του νοµού Πέλλης· σλαβόφωνοι ήταν επίσης πάνω από το ένα τρίτο των κατοίκων των επαρχιών Αλµωπίας και Παιονίας, το ένα τέταρτο των επαρχιών Γιαννιτσών και Λαγκαδά, το ένα πέµπτο της επαρχίας Εορδαίας και πάνω από το 10% του αγροτικού πληθυσµού της επαρχίας Θεσσαλονίκης· στην Ανατολική Μακεδονία, αντίθετα, ως αποτέλεσµα της µεγαλύτερης πίεσης που ασκήθηκε απ’ τις ελληνικές αρχές για τον εκπατρισµό τους, ο αριθµός των σλαβόφωνων Μακεδόνων δεν ξεπερνούσε πια τους 40.000 σε σύνολο 413.000 κατοίκων.1

1 Κωστόπουλος

Κομιτατζήδες φουρνίζουν (Ίωνος Δραγούμη, «Τα τετράδια του Ίλιντεν», επιμ. Γιώργος Πετσίβας, εκδόσεις Πετσίβα, Αθήνα 2000).

Σε αντίθεση µε άλλες «ξενόφωνες» πληθυσµιακές οµάδες του ελλαδικού χώρου, η εν λόγω µειονότητα είχε ζήσει µερικές δεκαετίες αντιπαράθεσης ενός µεγάλου τµήµατός της µε τις κεντρικές επιλογές του ελληνικού κράτους και των οργάνων του στην περιοχή. Μεταξύ 1870 και 1912, η πλειοψηφία των σλαβόφωνων χριστιανών είχε αποσκιρτήσει από το Οικουµενικό Πατριαρχείο και είχε υπαχθεί εκκλησιαστικά στη βουλγαρική Εξαρχία. Λίγο πριν από τους Βαλκανικούς Πολέµους, ο αριθµός των εξαρχικών κατοίκων της µετέπειτα ελληνικής Μακεδονίας υπολογιζόταν από τις ελληνικές υπηρεσίες σε 181.552 κι από την ίδια την Εξαρχία σε περίπου 190.000· µετά τις ανταλλαγές πληθυσµού της δεκαετίας του ’20, οι πρώην εξαρχικοί Έλληνες πολίτες εκτιµώνται από τις απόρρητες υπηρεσιακές στατιστικές µεταξύ 80.000 και 100.000.2 Παρ’ όλο που η ένταξη στο Πατριαρχείο ή την Εξαρχία δεν αντιστοιχούσε µηχανικά στην αντίστοιχη εθνική ταυτότητα αλλά εντασσόταν σε µια ευρύτερη πολιτική αναµέτρηση µεταξύ των αντίστοιχων «εθνικών κοµµάτων», όπου η ιδεολογία συνιστούσε µονάχα µία από τις παραµέτρους των σχετικών επιλογών, οι πρώην εξαρχικοί θεωρούνται στη διάρκεια του Μεσοπολέµου από τις ελληνικές αρχές σαν κατά τεκµήριο «βουλγαρίζοντες» (ή -έστω- «δεδηλωµένων σλαυικών φρονηµάτων»), µε άµεσες συνέπειες όσον αφορά την αντιµετώπισή τους από τη δηµόσια διοίκηση. Το υπηρεσιακό ζύγισµα της «εθνικής συνείδησης» των Σλαβοµακεδόνων θα αποτελέσει έτσι, µετά το 1913, το εργαστήρι και το πεδίο άτυπης πειραµατικής εφαρµογής του γραφειοκρατικού συστήµατος ταξινόµησης και πιστοποίησης των «εθνικών και κοινωνικών φρονηµάτων» των πολιτών, που µετά το 1938 επεκτάθηκε στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας.

2 Κωστόπουλος

O Γκότσε Ντέλτσεφ (αριστερά) υπήρξε ηγετικό μέλος της ΕΜΕO και σκοτώθηκε σε σύγκρουση με τουρκικό απόσπασμα λίγο πριν την επανάσταση του Ίλιντεν (εφημερίδα «Единство», 2.8.1953, ΑΣΚΙ). O Νικόλα Καρέβ (δεξιά) ηγετικό στέλεχος της ΕΜΕO και πρόεδρος της βραχύβιας Δημοκρατίας του Κρουσόβου (εφημερίδα «Единство», 2.8.1953, ΑΣΚΙ).

Σαφώς καθοριστικότερη από την όποια εκκλησιαστική ένταξη υπήρξε η συλλογική εµπειρία µιας µεγάλης µερίδας αυτού του πληθυσµού, τόσο των πρώην εξαρχικών όσο κι ενός απροσδιόριστου τµήµατος των πρώην πατριαρχικών, από την οργανωµένη επαναστατική πάλη κατά της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας µέσα από τις γραµµές των κοµιτατζήδων της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ). Άµεσος πρόγονος των εθνικοαπελευθερωτικών κινηµάτων του 20ού αιώνα, η ΕΜΕΟ έφερε για πρώτη φορά σε επαφή τις νέες γενιές των σλαβόφωνων κοινοτήτων µε τα ριζοσπαστικά (λαϊκίστικα κι αναρχοσοσιαλιστικά) κηρύγµατα κοινωνικής χειραφέτησης που ευδοκιµούσαν τότε στον ευρύτερο σλαβικό κόσµο, κυρίως όµως λειτούργησε ως ένα «σχολείο» νεωτερικών µορφών πολιτικής οργάνωσης. Οι συνέπειες αυτής της εµπειρίας έµελλε ν’ αποδειχθούν πολλαπλά καθοριστικές στη διάρκεια της κατοχής – τόσο στο πολιτικοϊδεολογικό επίπεδο (µε τις ανταγωνιστικές αναφορές όλων των τοπικών πρωταγωνιστών στην αντιοθωµανική εξέγερση του 1903) όσο και στο καθαρά τεχνικό πεδίο, καθώς η απαιτούµενη επαναστατική τεχνογνωσία (από την απόκρυψη οπλισµού ως τη σύσταση και λειτουργία παράνοµων δικτύων) αποτελούσε ήδη κτήµα µιας υπολογίσιµης µερίδας της παλαιότερης γενιάς κι εύκολα µπορούσε να µεταβιβαστεί στις επόµενες. Στη διάρκεια του Μεσοπολέµου, ωστόσο, η κληρονοµιά αυτής της περιόδου εκδηλώνεται κυρίως ως διατήρηση των διαχωριστικών γραµµών τής (σε µεγάλο βαθµό εµφύλιας) σύγκρουσης του 1904-1908 µεταξύ µακεδοµάχων και κοµιτατζήδων. Με νωπή τη µνήµη του αίµατος κι άµεσες τις συνέπειές της στην καθηµερινή διοικητική πρακτική των ελληνικών αρχών, αυτές οι διαχωριστικές γραµµές λειτούργησαν ως επί το πλείστον αποτρεπτικά για το µείζον διακύβευµα της αφοµοίωσης των Σλαβοµακεδόνων στον εθνικό κορµό· εξ ου και οι δισταγµοί των κυβερνώντων της εποχής να τις επισηµοποιήσουν πανηγυρικά, εντάσσοντας τον Μακεδονικό Αγώνα στο επίσηµο πάνθεον της εθνικής µνήµης.3

4 Κωστόπουλος

Στιγμιότυπο από το μνημόσυνο των πεσόντων της αντιοθωμανικής εξέγερσης του 1903 στη θέση Λόκβατα, κοντά στο Δενδροχώρι [Ντίμπενι] Καστοριάς, με συμμετοχή κατοίκων από επτά χωριά της περιοχής (Лазо Поп-Jаневски, Костурското село Д’мбени, Σκόπια 1996).

Οι Σλαβοµακεδόνες υπήρξαν έτσι η πρώτη οµάδα υπηκόων του ελληνικού κράτους που, µαζί µε την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη, απέκτησαν και τον ατοµικό τους φάκελο στις υπηρεσίες τις αρµόδιες για την ταξινόµηση των εθνικών και κοινωνικών τους φρονηµάτων. Στη διάρκεια του Μεσοπολέµου αυτά τα φρονήµατα «ζυγίζονται» διαρκώς· παρ’ όλο που πολιτικές ή προσωπικές παράµετροι προκαλούν αξιοσηµείωτες αντιφάσεις στη µικροκλίµακα των επιµέρους αποτιµήσεων, η γενική εικόνα ελάχιστα τροποποιείται στο πέρασµα του χρόνου. Σε µία από τις πιο ενδιαφέρουσες καταγραφές της εποχής, η 10η µεραρχία του ελληνικού στρατού διακρίνει το 1925 τρεις βασικές κατηγορίες Σλαβοµακεδόνων που έµειναν στη Δυτική και την Κεντροδυτική Μακεδονία µετά την ανταλλαγή των πληθυσµών: οι «φανατικοί ελληνόφρονες», προϊόν σε µεγάλο βαθµό των διαχωριστικών γραµµών που χαράχθηκαν µε αίµα στο εσωτερικό των σλαβόφωνων κοινοτήτων κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, συγκροτούσαν, σύµφωνα µε αυτή την εκτίµηση, µειοψηφικούς πυρήνες 1-5 οικογενειών στα περισσότερα χωριά της περιοχής· οι «φανατικοί βουλγαρόφρονες», αποτέλεσµα µισού αιώνα προσηλυτισµού από την Εξαρχία ή την ΕΜΕΟ, συνιστούσαν «το εν τέταρτον έως δύο τέταρτα περίπου του πληθυσµού εκάστου των χωρίων, εις τινα δε τούτων την ολότητα του πληθυσµού»· αισθητά µεγαλύτερη ήταν, τέλος, η τρίτη κατηγορία, η οποία περιλάµβανε «τα τρία τέταρτα έως δύο τέταρτα περίπου του πληθυσµού των χωρίων» και –κατά τη µεραρχία πάντα– την αποτελούσαν κάτοικοι «µη έχοντες εθνικήν συνείδησιν, αδιαφορούντες διά την εθνικότητα και µόνον διά την συντήρησίν των ασχολούµενοι, αδιαφορούντες αν είναι Έλληνες ή Βούλγαροι, αυτοαποκαλούµενοι Μακεδόνες».4

Στην πραγµατικότητα, βέβαια, η διαµόρφωση των εν λόγω «εθνικών συνειδήσεων» υπήρξε µια εξελισσόµενη, δυναµική διαδικασία, καθώς οι αλλεπάλληλες µεταβολές των βιοτικών συνθηκών µετά το 1912 επέφεραν τους αντίστοιχους επαναπροσδιορισµούς της στάσης των Σλαβοµακεδόνων (ή των επιµέρους µερίδων τους) απέναντι στο ελληνικό κράτος και την ιδιότητά τους ως Ελλήνων πολιτών. Η επανασηµασιοδότηση της γλωσσικής διαφοράς κατά τη µετάβαση από το οθωµανικό καθεστώς (των αυτοδιοικούµενων κοινοτήτων) στο νεωτερικό ελληνικό κράτος (των εξατοµικευµένων σχέσεων του πολίτη µε τη δηµόσια διοίκηση) υπήρξε έτσι από µόνη της ένας καθοριστικός µηχανισµός παραγωγής διακρίσεων και τριβών, µε αποτέλεσµα την αποξένωση ενός τµήµατος του σλαβόφωνου πληθυσµού από το νέο καθεστώς. Η δηµόσια εκστρατεία κατά της σλαβοφωνίας, οι κατά καιρούς ή κατά χώρους απαγορεύσεις της δηµόσιας χρήσης της σλαβοµακεδονικής γλώσσας και ο σταθερός στιγµατισµός των οµιλητών της ενίσχυσαν ακόµη περισσότερο αυτό το διαχωρισµό. Εξίσου σηµαντικές υπήρξαν οι επιπτώσεις της προσφυγικής εγκατάστασης και του συνακόλουθου ανταγωνισµού ντόπιων και προσφύγων για την ιδιοκτησία της γης και την προνοµιακή πρόσβαση στο κράτος. Η ευκαιριακή εµφάνιση ανταρτοοµάδων της ΕΜΕΟ σε σλαβόφωνα χωριά κατά τη δεκαετία του ’20 και τα συνακόλουθα «αντιτροµοκρατικά» µέτρα, που πρόσφεραν την ευκαιρία για προσωπικές αντεκδικήσεις κι επιδείξεις ισχύος ενώ συχνά έπαιρναν ανοιχτά τροµοκρατικό χαρακτήρα, αποτέλεσαν έναν επιπλέον παράγοντα συντήρησης της δυσπιστίας (ή και της εχθρότητας) ενός τµήµατος του γηγενούς πληθυσµού απέναντι στις αρχές. Προς την ίδια κατεύθυνση λειτουργούσε, τέλος, το καθεστώς µόνιµης επιτήρησης κι αστυνόµευσης των φρονηµάτων των κατοίκων.

5 Κωστόπουλος

Υπηρεσιακή στατιστική του ελληνικού ΒΣώματος Στρατού, με την ταξινόμηση των φρονημάτων των κατοίκων του Νομού Φλώρινας ανά χωριό (1932) και διάκριση των «Βουλγαροφώνων» σε «ελληνικής συνειδήσεως», «βουλγαρόφρονες» και «αμφιβόλους». Επί κατοχής έπεσε στα χέρια των βουλγαρικών αρχών και επρόκειτο να αξιοποιηθεί για την υποστήριξη των βουλγαρικών αξιώσεων πάνω στην περιοχή κατά το μεταπολεμικό συνέδριο ειρήνης (ЦДА, ф. 176к, оп. 21, а.е. 2613, Αρχείο Τάσου Κωστόπουλου).

Προς την αντίθετη κατεύθυνση, της ενσωµάτωσης των Σλαβοµακεδόνων στον ελληνικό κοινωνικό σχηµατισµό, λειτούργησαν κυρίως δύο παράγοντες – αγρίως συκοφαντηµένοι, και οι δυο τους, από τους µηχανισµούς ασφαλείας κι αναπαραγωγής της κυρίαρχης εθνικοφροσύνης ως συνυπεύθυνοι για τη διαιώνιση των «εθνικών κινδύνων» στην περιοχή. Ο πρώτος παράγοντας ήταν η (έστω και ατελής) πολιτική δηµοκρατία της προµεταξικής περιόδου, η οικοδόµηση και λειτουργία «πελατειακών» κοµµατικών δικτύων που διαµεσολαβούσαν τουλάχιστον ένα µέρος των αιτηµάτων των ψηφοφόρων προς τις κρατικές υπηρεσίες, λειτουργώντας παράλληλα ως στοιχειώδες δίχτυ προστασίας του ντόπιου πληθυσµού απέναντι στις πιο ακραίες αυθαιρεσίες µιας οιονεί αποικιακής δηµόσιας διοίκησης. Ο δεύτερος παράγοντας που έδρασε αντικειµενικά προς την ίδια κατεύθυνση, µε καθοριστικές συνέπειες για τις εξελίξεις στα χρόνια της Κατοχής και του Εµφυλίου, υπήρξε το ελληνικό κοµµουνιστικό κίνηµα – η µοναδική δύναµη του πολιτικού φάσµατος που σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέµου υπεράσπισε ανοιχτά τη διακριτή εθνική ταυτότητα των Σλαβοµακεδόνων και τα δικαιώµατα που απέρρεαν (ή θα έπρεπε να απορρέουν) από αυτήν. Ακόµη και στη φάση κατά την οποία υιοθέτησε το σύνθηµα της Κοµιντέρν για «ενιαία κι ανεξάρτητη Μακεδονία-Θράκη» (1924-35), το ΚΚΕ κι οι οργανώσεις του στον µακεδονικό χώρο λειτούργησαν στην πράξη ως εναλλακτικός δίαυλος ένταξης του δυναµικότερου τµήµατος της µειονότητας στην ελληνική κοινωνικοπολιτική ζωή.5 Η εκλογική δύναµη του κόµµατος στις σλαβόφωνες κοινότητες ήταν σηµαντικότερη στο νοµό Φλώρινας-Καστοριάς, όπου το 1926 και το 1936 εξέλεξε βουλευτή αποσπώντας αντίστοιχα το 7,84% και το 8,25% των ψήφων, δευτερευόντως δε στο νοµό Πέλλας, όπου στη δεκαετία τα ποσοστά του κυµαίνονταν µεταξύ 3,5 και 5,5%· στην υπόλοιπη Μακεδονία, η κοµµουνιστική ψήφος σε µειονοτικά χωριά υπήρξε είτε ανύπαρκτη είτε περιστασιακή. Με δεδοµένες τις συνέπειες µιας τέτοιας «αντεθνικής» επιλογής για τους (διπλά ύποπτους) ψηφοφόρους και τις κοινότητές τους, ακόµη και τα πιο σοβαρά στελέχη του κρατικού µηχανισµού δεν παρέλειπαν ωστόσο να επισηµάνουν την αυξηµένη «ακτινοβολία» και «δραστικότητα» αυτών των ψήφων «µεταξύ των υπολοίπων αδρανών χωρικών».6

6 Κωστόπουλος

Σλαβομακεδόνες και άλλοι μακεδόνες κομμουνιστές στην Ακροναυπλία το 1937. Πρώτος αριστερά ο Νεδέλκος Παπανεδέλκος, σύνδεσμος της ΕΜΕO (Εν.) τη δεκαετία του ’30, που οργάνωσε την απελευθέρωση των «27» τον Ιούνιο του 1941 (Αντώνης Φλόυντζης, «1937-1943. Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», Θεμέλιο, Αθήνα 1979).

Αγνοούµε έτσι τι θα είχε συµβεί αν δεν είχε µεσολαβήσει ο κατακλυσµός της µεταξικής δικτατορίας. Μεταξύ 1936 και 1940, η τελευταία εξαπέλυσε µια εκστρατεία βίαιης αφοµοίωσης, που περιλάµβανε την καθολική απαγόρευση της σλαβοµακεδονικής γλώσσας τόσο σε δηµόσιους όσο και σε ιδιωτικούς χώρους, την υποβολή όλου του ενήλικου πληθυσµού σε ταχύρρυθµα υποχρεωτικά νυχτερινά µαθήµατα για την «εκµάθηση» της ελληνικής (ώστε να µην υπάρχει η δικαιολογία της άγνοιάς της), µαζικές εκτοπίσεις υπόπτων, αφαιρέσεις ιθαγένειας και την κήρυξη του µεγαλύτερου µέρους της σλαβόφωνης υπαίθρου σε Επιτηρούµενη Ζώνη, µε επιβολή περιορισµών στη µετακίνηση των κατοίκων και στέρηση του δικαιώµατος αγοράς ακινήτων σε όσους οι υπηρεσίες ασφαλείας θεωρούσαν «δεδηλωµένων σλαβικών φρονηµάτων». Τελικό αποτέλεσµα αυτής της πολιτικής υπήρξε η καθολική ακύρωση του αφοµοιωτικού εγχειρήµατος των προηγούµενων δεκαετιών, η διάρρηξη των υφιστάµενων σχέσεων εκπροσώπησης και η ολοσχερής «εθνικοποίηση» της εθνοτικής ταυτότητας των σλαβόφωνων κατοίκων της ελληνικής Μακεδονίας, στην ακριβώς αντίθετη από την επιδιωκόµενη κατεύθυνση.

Τα µέτρα ασφαλείας που πάρθηκαν στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέµου, για την προληπτική καταστολή µιας ενδεχόµενης «πέµπτης φάλαγγας», ολοκλήρωσαν αυτή τη ρήξη. Παρ’ όλο που η στάση των σλαβόφωνων φαντάρων του ελληνικού στρατού στο µέτωπο κατά κανόνα δεν διαφοροποιήθηκε από αυτή των υπόλοιπων συναδέλφων τους, οι δε µονάδες τους πρωταγωνίστησαν στην αρχική απόκρουση των εισβολέων, την ίδια εποχή στα µετόπισθεν οι αρχές ασφαλείας προχώρησαν στη µαζική εκτόπιση χιλιάδων συγγενών τους στα νησιά µε βάση λίστες «υπόπτων» καταρτισµένες εκ των προτέρων· το πρώτο κύµα αυτών των εκτοπίσεων σηµειώθηκε αµέσως µετά την 28η Οκτωβρίου, ενώ το δεύτερο (και κατά τα φαινόµενα µαζικότερο) τον Μάρτιο-Απρίλιο του 1941, στις παραµονές της γερµανικής επίθεσης. Όσοι πάλι στρατιώτες ήταν χαρακτηρισµένοι από τις στρατιωτικές υπηρεσίες «ύποπτοι» ή «επικίνδυνοι εις την εθνικήν ασφάλειαν», στάλθηκαν σε µια πρώτη φάση σε συνεργεία οδοποιίας στα µετόπισθεν, για να εκτοπιστούν στη συνέχεια κι αυτοί στα νησιά.7 Οι συνέπειες αυτής της πολιτικής θα γίνουν εµφανείς ήδη από τις πρώτες µέρες της γερµανοϊταλικής κατοχής.

2. Εύθραυστες ισορροπίες

Άµεσο αποτέλεσµα της κατάρρευσης του µετώπου, την άνοιξη του 1941, ήταν η τριχοτόµηση της ελληνικής Μακεδονίας σε ζώνες κατοχής. Οι περιοχές ανατολικά του Στρυµόνα παραχωρήθηκαν «προσωρινά» στη Βουλγαρία, που έσπευσε να τις προσαρτήσει επίσηµα στις 14 Μαΐου και να εγκαινιάσει µια πολιτική εποικισµού, εθνοκάθαρσης και βίαιης αφοµοίωσης του εναποµείναντος ελληνικού πληθυσµού. Το µεγαλύτερο τµήµα του νοµού Κοζάνης και της επαρχίας Καστοριάς (που στις 31 Ιουλίου αναβαθµίστηκε διοικητικά σε νοµό) ενσωµατώθηκαν µε απόφαση του Χίτλερ στην ιταλική ζώνη κατοχής. Στη γερµανική ζώνη παρέµειναν όλη η Κεντρική Μακεδονία, ο «νοµός Στρυµόνος» (όπου εντάχθηκαν τα εδάφη του πρώην νοµού Σερρών, στα δυτικά του οµώνυµου ποταµού, τα οποία έµειναν εκτός βουλγαρικής ζώνης) και οι επαρχίες Εορδαίας, Κοζάνης και Φλωρίνης. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, τον Σεπτέµβριο του 1943, η ιταλική ζώνη κατοχής θα περάσει κι αυτή στον έλεγχο των Γερµανών. Ο βουλγαρικός στρατός θα κληθεί επίσης από τις γερµανικές αρχές τον Ιούλιο του 1943 να εκτελέσει «αστυνοµικά» καθήκοντα µεταξύ Στρυµόνα και Αξιού (µε εξαίρεση την πόλη της Θεσσαλονίκης), ενώ στις αρχές του 1944 θα πραγµατοποιήσει βραχύβιες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε περιοχές της Φλώρινας και της Αλµωπίας.

7 Κωστόπουλος

Χαρτογραφική αποτύπωση του ιταλοβουλγαρικού ανταγωνισμού για τη Δυτική Μακεδονία.Χειρόγραφος «Εθνογραφικός χάρτης της Ανατολικής Πρέσπας», περιοχής υπό ιταλική κατοχή το 1941-1943, καταρτισμένος από το βουλγαρικό μηχανισμό στην περιοχή. Εντοπίστηκε στα αρχεία του βουλγαρικού Υπουργείου Εξωτερικών, στο φάκελο που προοριζόταν να στηρίξει τις βουλγαρικές αξιώσεις στο μεταπολεμικό συνέδριο ειρήνης (ЦДА, ф. 176к, оп. 21, а.е. 2613, Αρχείο Τάσου Κωστόπουλου). Με κόκκινο τα «βουλγαρικά» (=σλαβομακεδονικά) χωριά, με μωβ τα «ελληνικά-προσφυγικά» και με πράσινο τα «εξαλβανισμένα τουρκικά και βουλγαρο-πομακικά» (Συλλογή Τάσου Κωστόπουλου).

Η κατάρρευση του µετώπου κι η διάλυση του κρατικού µηχανισµού της 4ης Αυγούστου συνοδεύτηκαν την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1941 από θεαµατικές εκδηλώσεις ενθουσιασµού και συµβολικής αποτίναξης της ελληνικής κυριαρχίας εκ µέρους των περισσότερων σλαβοµακεδονικών κοινοτήτων. Σε πολλά σλαβόφωνα χωριά, διαβάζουµε σε αστυνοµική αναφορά της εποχής, «υψώθηκαν βουλγαρικαί σηµαίαι και ανηρτήθησαν εις τα διάφορα κέντρα εικόνες του βασιλέως της Βουλγαρίας, έλαβον δε χώραν εκδηλώσεις και ζητωκραυγαί υπέρ της Βουλγαρίας. Τόσον εις τα χωρία ταύτα, όσον και πανταχού όπου υπάρχουσι Βουλγαρόφρονες έπαυσαν οµιλούντες την ελληνικήν γλώσσαν και οµιλούσι την τοπικήν σλαυικήν, συγκενεύουσαν µε την βουλγαρικήν. Άδουσι άσµατα βουλγαρικά. Αι ελληνικαί επιγραφαί των καταστηµάτων κατεβιβάσθησαν και ανηρτήθησαν βουλγαρικαί. Οι ιερείς λειτουργούσιν εις γλώσσαν βουλγαρικήν και οι µη συµµορφωθέντες εξεδιώχθησαν».8 Η συσσωρευµένη οργή των κατοίκων στράφηκε ενάντια σε ό,τι θύµιζε όχι µόνο το µεταξικό καθεστώς αλλά γενικότερα τον ελληνικό εθνικισµό· τα ελληνικά σχολεία ιδίως, τα κατεξοχήν όργανα γλωσσικής καταστολής των προηγούµενων χρόνων, λεηλατήθηκαν κι η υλικοτεχνική τους υποδοµή καταστράφηκε. Η µέχρι τότε απαγορευµένη γιορτή των Κυρίλλου και Μεθοδίου (24 Μαΐου) και τοπικές επέτειοι των επαναστατικών γεγονότων του 1903 γιορτάστηκαν πανηγυρικά, µε πρωταγωνιστές συχνά ντόπιους εκπαιδευτικούς ή άλλους δηµόσιους υπαλλήλους. Στρατηγικότερο χαρακτήρα είχε η απόπειρα θεσµικής αντικατάστασης των διορισµένων κοινοτικών αρχών της µεταξικής περιόδου µε νέα συµβούλια ή επιτροπές κατοίκων· σε ορισµένα χωριά αυτή η αλλαγή έγινε πανηγυρικά, από «λαϊκές συνελεύσεις», ενώ αλλού επιχειρήθηκε διά της προσφυγής κάποιων κατοίκων –που ισχυρίζονταν ότι εκπροσωπούσαν την πλειοψηφία του τοπικού πληθυσµού– στα γερµανοϊταλικά φρουραρχεία.9

8α Κωστόπουλος

Καταθέσεις χωρικών της Φλώρινας στις βουλγαρικές υπηρεσίες που είχαν εγκατασταθεί στο γειτονικό Μοναστήρι [Μπίτολα], με παράπονα για ενέργειες της Ελληνικής Χωροφυλακής μετά την επανεγκατάστασή της στην περιοχή, Ιούνιος 1941. (ЦДА, ф. 176к, оп. 21, а.е. 2613, Αρχείο Τάσου Κωστόπουλου).

Ως αποτέλεσµα της γενικευµένης καταπίεσης της µεταξικής περιόδου, που εξάλειψε σε µεγάλο βαθµό τις παλαιότερες διαχωριστικές γραµµές µεταξύ «βουλγαριζόντων» και «γρεκοµάνων», στις εκδηλώσεις αυτές συµµετείχαν, δίπλα στους «παλαιούς εξαρχικούς», ακόµη και άτοµα που πριν από το 1912 «είχον διατηρήσει αµείωτον το [ελληνικόν] εθνικόν αυτών αίσθηµα».10 Σηµαντικό ρόλο στη µεταστροφή µιας µερίδας του πληθυσµού φαίνεται πως έπαιξε επίσης η αρπαγή των φακέλων των τοπικών σταθµών Χωροφυλακής και η δηµοσιοποίηση του περιεχοµένου τους στους ενδιαφεροµένους, που διαπίστωσαν ιδίοις όµµασι τι αισθήµατα έτρεφαν απέναντί τους οι φύλακες του Γ΄ Ελληνικού Πολιτισµού.11 Παρόµοιες συµπεριφορές υπαγορεύτηκαν, τέλος, από τον αριβισµό ντόπιων συνεργατών του δικτατορικού καθεστώτος, που έσπευσαν να κρεµάσουν στα σπίτια τους γερµανοβουλγαρικές σηµαίες, προσφερόµενοι να υπηρετήσουν (και) τους νέους κυρίους του τόπου.12

Η επάνοδος των ελληνικών διοικητικών αρχών, των υπαγόµενων στη δωσιλογική κυβέρνηση της Αθήνας, οδήγησε από τις αρχές του καλοκαιριού του 1941 στην επιβολή µιας εξαιρετικά εύθραυστης ισορροπίας, καθώς οι κατακτητές επιδίωκαν πάνω απ’ όλα την παγίωση της τάξης, διατηρώντας, όµως, ταυτόχρονα ανοικτές τις πόρτες σε κάθε επίδοξο συνεργάτη τους. Πρώτο µέληµα των νέων νοµαρχών ήταν η ανάκτηση του ελέγχου της κατάστασης, όσο επέτρεπε κάτι τέτοιο το πολύπλοκο σύστηµα εξουσίας της Νέας Τάξης, πατάσσοντας µε τη βοήθεια των στρατευµάτων κατοχής κάθε εκδήλωση ανυπακοής εκ µέρους των διοικουµένων κι επαναφέροντας στη θέση τους τα διορισµένα κοινοτικά συµβούλια της µεταξικής περιόδου.13 Ιδιαίτερα επεισοδιακή υπήρξε η επανεγκατάσταση της Χωροφυλακής στην ύπαιθρο: σε µια σειρά σλαβοµακεδονικά χωριά (Άγιος Γερµανός, Λαιµός, Βεύη, Μελίτη, Πολυπόταµος, Ξινό Νερό, Σκλήθρο, Σαρακηνοί κ.ά.) οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν και προσπάθησαν να εµποδίσουν δυναµικά την επαναλειτουργία των αστυνοµικών σταθµών· οι χωροφύλακες έγιναν δεκτοί µε διαδηλώσεις, αντιµετώπισαν κάθε λογής αποκλεισµούς, πολιορκήθηκαν από εξαγριωµένα πλήθη και συχνά κατέφυγαν στη χρήση των όπλων µε θανατηφόρα αποτελέσµατα. Λιγότερο θεαµατικά αλλά εξίσου αποφασιστικά επρόκειτο να παταχθούν οι «προκλήσεις» των «βουλγαριζόντων» και σε ένα άλλο, κατεξοχήν συµβολικό πεδίο. Με απόφαση της Ιεράς Συνόδου (4.10.1941), όσοι ιερείς είχαν τελέσει λειτουργία στα σλαβικά µετά την κατάρρευση του µετώπου µπορούσαν να επιλέξουν ανάµεσα στη γραπτή υποβολή µετάνοιας και την παραποµπή τους σε εκκλησιαστικό δικαστήρο «διά τα περαιτέρω».14 Στην πράξη, η επίβλεψη (και επιβολή) της αποκλειστικά ελληνόφωνης λειτουργίας ανατέθηκε στη Χωροφυλακή, µε συλλήψεις παπάδων που επέµεναν να ψέλνουν «βουλγαριστί».15 Όσο για τη δηµόσια εκπαίδευση, εκεί η άρνηση των Σλαβοµακεδόνων να στείλουν τα παιδιά τους σε ελληνικά σχολεία συγκαλύφθηκε βάσει της έκτακτης εκπαιδευτικής νοµοθεσίας που επέτρεπε την υποκατάσταση της παρακολούθησης των µαθηµάτων µε την κατ’ οίκον διδασκαλία.16

Εκτός από τις δυναµικές αντιδράσεις, η αποκατάσταση του status quo ante θα χρειαστεί ν’ αντιµετωπίσει και την πολιτική κινητοποίηση του βουλγαρικού παρακρατικού µηχανισµού. Ήδη από τον Απρίλιο-Μάιο του 1941, ο οργανωτικός γραµµατέας της νεοσύστατης Βουλγαρικής Κεντρικής Επιτροπής Κινητοποίησης Μακεδονίας (Български Централен Акционен Комитет наМакедония, БЦАКМ), που είχε ήδη συγκροτηθεί στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, περιόδευσε στα κυριότερα σλαβόφωνα αστικά κέντρα της ΒΔ Ελλάδας µε σκοπό την επέκταση του δικτύου της οργάνωσης στο ελληνικό έδαφος. Κατάφερε να συγκροτήσει κάποιους τοπικούς πυρήνες στη Φλώρινα και την Έδεσσα· αλλού όµως, όπως στη Γουµένισσα ή τα Γιαννιτσά, οι επαφές του δήλωσαν απρόθυµες για κάτι τέτοιο «εξαιτίας της απρόσφορης δηµογραφικής σύνθεσης της περιοχής»· λίγο αργότερα, οι δωσιλογικές ελληνικές αρχές εξουδετέρωσαν το παράρτηµα της Φλώρινας, συλλαµβάνοντας προσωρινά την ηγεσία του.17

Ακολούθησε, το καλοκαίρι του 1941, η συγκέντρωση στατιστικών στοιχείων και η απόσπαση δηλώσεων βουλγαρικής εθνικότητας από σλαβόφωνα χωριά. «Επεξεργαζόµενοι» αυτές τις δηλώσεις, σε συνδυασµό µε τους υπηρεσιακούς φακέλους φρονηµάτων των κατοίκων από τα λεηλατηµένα αρχεία των ελληνικών υπηρεσιών ασφαλείας και του στρατού, οι υπηρεσιακοί καθηγητές Ντ. Γιαράνοφ και Ι. Ντούιτσεφ θα δώσουν µια πλασµατική εικόνα βουλγαρικής απόλυτης πλειοψηφίας (56%) στα δυτικά του Αξιού, χωρίς όµως το παραµικρό πρακτικό αποτέλεσµα. Ο βοµβαρδισµός των νοµαρχιών µε σχετικές διακηρύξεις επέτρεψε, αντίθετα, στις υπηρεσίες ασφαλείας της κατοχικής κυβέρνησης να εκσυγχρονίσουν τους φακέλους τους, αναµένοντας την ώρα που «το Ελληνικόν κράτος θα θελήση να απαλλαγή του πληθυσµού τούτου και να αποκτήση σύνορα συµπαγή, κατοικούµενα από ακραιφνές Ελληνικόν στοιχείον».18

9 Κωστόπουλος

Γερμανός φρουρός στο χωριό Βράνια, κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα, λίγο πριν την επίθεση κατά της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας (Bundesarchiv, Koblenz – Βάσος Μαθιόπουλος, «Εικόνες Κατοχής», Μετόπη, Αθήνα, 1980).

Στις ελληνικές πηγές της εποχής, δεξιές κι αριστερές, αυτός ο βουλγαρικός µηχανισµός αναφέρεται συνήθως µε το συλλογικό όνοµα «Οχράνα» (ασφάλεια)· του αποδίδονται δε σχεδόν υπερφυσικές δεξιότητες πολιτικού σχεδιασµού, µακιαβελικών συµµαχιών και καθοδήγησης των σλαβοµακεδονικών κοινοτήτων, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσανατολισµού. Η πραγµατική εµβέλειά του, η εσωτερική του συνοχή και κυρίως οι αντοχές του σ’ ένα ραγδαία µεταλλασσόµενο περιβάλλον ήταν, ωστόσο, αρκετά συζητήσιµες. Από τη µελέτη της µετακοµµουνιστικής βουλγαρικής ιστοριογραφίας διαπιστώνουµε ότι επρόκειτο περισσότερο για ένα δίκτυο αλληλοδιαπλεκόµενων (και συχνά ανταγωνιστικών µεταξύ τους) βουλγαρικών υπηρεσιών κι αλυτρωτικών προσφυγικών οργανώσεων, παρά για ένα ενιαίο κέντρο µε ικανότητα σχεδιασµού και ελιγµών. Όσο για την εικόνα της υποτιθέµενης αποτελεσµατικότητάς του, αυτή πιθανότατα οφείλεται στην αδυναµία των εξωτερικών παρατηρητών ν’ αποκρυπτογραφήσουν τις εσωτερικές λειτουργίες του πραγµατικού υποκειµένου: των ίδιων των σλαβόφωνων κοινοτήτων, µε την ιστορικά κληρονοµηµένη προσαρµοστικότητα, αδιαφάνεια κι εσωτερική αλληλλεγγύη τους απέναντι στους «Γκρέκους» και τις κάθε λογής πολιτικοστρατιωτικές εκπροσωπήσεις τους. Αρκετά πιο σαφή είναι τα πράγµατα όσον αφορά τη Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης, που ιδρύθηκε τον Μάιο του 1941 ως αναγνωρισµένο σωµατείο µε στόχο τη µόρφωση, την «εκπολιτιστική δράση» και την «αλληλοβοήθεια» των µελών της, τα οποία βάσει του καταστατικού της έπρεπε να είναι «Βούλγαροι γεννηθέντες εν Μακεδονία και τοιούτοι Μακεδονικής καταγωγής».

Στην πράξη η δραστηριότητά της επικεντρώθηκε στην εγγραφή όσο γίνεται περισσότερων µελών, προκειµένου να ενισχυθεί η βουλγαρική επιχειρηµατολογία για τον εθνικό χαρακτήρα των επίδικων επαρχιών. Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή την εξόρµηση έπαιξαν πάνω απ’ όλα οι υλικές επαγγελίες: ο εφοδιασµός π.χ. Των «βουλγαρογραµµένων» µε τρόφιµα κατά τη διάρκεια του καταστροφικού πρώτου χειµώνα της Κατοχής, η δυνατότητά τους να επισκέπτονται τις βουλγαροκρατούµενες περιοχές της Ανατολικής και Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, ακόµη και η –συχνά βάσιµη– προσδοκία ότι το δελτίο ταυτότητας του σωµατείου (лична карта) παρείχε µια κάποια ασφάλεια απέναντι στις «συµµαχικές» γερµανοϊταλικές αρχές. Οι πολιτιστικές δραστηριότητες του σωµατείου υπήρξαν, αντίθετα, µάλλον ισχνές, περιορίστηκαν δε αποκλειστικά στην ίδια τη Θεσσαλονίκη: τον Ιανουάριο του 1942 η πάλαι ποτέ εξαρχική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (µετονοµασθείσα στο µεσοδιάστηµα σε Άγιο Ιωάννη Χρυσόστοµο) παραδόθηκε από τους Γερµανούς στην τοπική «βουλγαρική κοινότητα»· ακολούθησε τον Ιούνιο του 1942 η λειτουργία βουλγαρικού δηµοτικού σχολείου, στο κτίριο του µέχρι πρότινος αντίστοιχου σερβικού, µε περίπου 200 µαθητές· τέλος, τον Απρίλιο του 1944 εγκαινιάστηκε πανηγυρικά ένα βουλγαρικό γυµνάσιο, το οποίο δεν πρόλαβε καν να λειτουργήσει. Στη σλαβόφωνη δε ενδοχώρα, όσες οικογένειες επιθυµούσαν το άνοιγµα βουλγαρικών σχολείων υποχρεώθηκαν τελικά να επιλέξουν µεταξύ της κατ’ οίκον διδασκαλίας του κυριλλικού αλφαβήτου και της αποστολής των παιδιών τους για κανονικές σπουδές στο βουλγαροκρατούµενο Μοναστήρι ή στη Σόφια.

11 Κωστόπουλος

O Αθανάσιος Χρυσοχόου διετέλεσε επιτελάρχης του ΓΣώματος Στρατού και Γενικός Επιθεωρητής νομαρχιών της Μακεδονίας. Το βιβλίο του αφιερώνεται «[σ]τας ιεράς σκιάς των θυμάτων της κομμουνιστικής κακουργίας», των συνεργατών του, κατά την παρακολούθηση και την αντιμετώπιση του «καταχθόνιου έργου των Βουλγάρων και των κομμουνιστών».

Ο τελικός απολογισµός του εγχειρήµατος είναι αρκετά αµφιλεγόµενος. Σύµφωνα µε τα διαθέσιµα στοιχεία, στο δεκαοκτάµηνο Οκτωβρίου 1942 – Μαρτίου 1944 οι «βουλγαρογραµµένοι» οικογενειάρχες της γερµανικής ζώνης κυµάνθηκαν µεταξύ 14.149 και 18.426. Ο αριθµός αυτός περιλαµβάνει όχι µόνο σλαβόφωνους Μακεδόνες αλλά και µέλη άλλων πληθυσµιακών οµάδων που επέλεξαν τη συγκεκριµένη στρατηγική ατοµικής επιβίωσης: ελληνόφωνους γηγενείς, Μικρασιάτες ή Αρµένιους πρόσφυγες, Τσερκέζους µουσουλµάνους της Βέροιας, ακόµη και Νοτιοελλαδίτες εγκατεστηµένους στη Μακεδονία µετά το 1912.19 Όσο για τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του ρεύµατος αυτού µεταξύ των Σλαβοµακεδόνων, σκιαγραφούνται ως εξής την επαύριο του πολέµου από τον κατοχικό διευθυντή της Νοµαρχίας Πέλλης: ο µεν «κόσµος των ταυτοτήτων», η µαζική δηλαδή βάση της Λέσχης, «ηλιεύθη κυρίως εκ των κάτω στρωµάτων, αµαθών πτωχών, κακοποιών, του χύδην, άλλως ειπείν, όχλου, όστις είναι γνωστός εις το ελληνικόν λεξιλόγιον µε το όνοµα “ρευστής συνειδήσεως”»· τα στελέχη της κίνησης, αντίθετα, προήλθαν «από την διεφθαρµένην εµπορικήν τάξιν» των πόλεων, ενώ «ο σλαυόφωνος επιστηµονικός κόσµος» στο µεγαλύτερο µέρος του τήρησε σιωπηρή ουδετερότητα: «δεν παρησύρθη αλλά και δεν αντέδρασεν».20

Στα σλαβοµακεδονικά χωριά, πάλι, η πρόκληση αυτού του επαναπροσδιορισµού προκάλεσε µια µαζική επιστροφή στη ρευστότητα και τις διαµάχες των χρόνων του Μακεδονικού Αγώνα. «Το φαινόµενον της διασπάσεως µελών της αυτής οικογενείας παρετηρήθη και πάλιν», σηµειώνει χαρακτηριστικά ο τότε επιθεωρητής Νοµαρχιών, Αθανάσιος Χρυσοχόου. «Αδελφοί ετάχθησαν εναντίον αδελφών και τέκνα αντιµέτωπα των γονέων», αν και «κατά κανόνα αι οικογένειαι συµπαγώς ετάχθησαν µε την µίαν ή την ετέραν πλευράν», τα δε χωριά «διεχωρίσθησαν εις βουλγαρόφρονα και ελληνόφρονα».21 Ένα τµήµα της µειονότητας αποφεύγει τη στοίχιση µε τη µια ή την άλλη πλευρά προβάλλοντας, ήδη από τις πρώτες µέρες της Κατοχής, την «εθνικότητα του Μακεδόνος». Η καταδήλωση αυτής της (προς το παρόν) ουδέτερης ταυτότητας ερµηνεύεται από τις µεν ελληνικές αρχές ως ένδειξη αντίστασης στις βουλγαρικές πιέσεις, από τον δε βουλγαρικό µηχανισµό ως δείγµα κρυπτοβουλγαρισµού.22

Οι εσωτερικές αντιθέσεις αυτού του βουλγαρικού µηχανισµού, το οικονοµικό τους υπόβαθρο κι η διαπλοκή τους µε την πολιτική των ελληνικών κατοχικών αρχών είναι ένα κρίσιµο ζήτηµα που µέχρι σήµερα δεν έχει µελετηθεί ούτε από την ελληνική ούτε –φυσικά– από τη βουλγαρική ιστοριογραφία. Η διοχέτευση π.χ. της επισιτιστικής βοήθειας της Σόφιας προς τις βουλγαρίζουσες οικογένειες και κοινότητες της ελληνικής Μακεδονίας περνούσε µέσα από ιδιωτικά εµπορικά δίκτυα, τα οποία πλούτισαν σε βάρος των τελικών παραληπτών. Το διαπιστώνουµε από αδηµοσίευτη επιστολή τριών ηγετικών στελεχών της «βουλγαρικής επιτροπής» της Φλώρινας προς τον πρωθυπουργό Φίλωφ, τον Ιούνιο του 1942, όπου καταγγέλλονται ως αχαλίνωτοι κερδοσκόποι δυο άλλα στελέχη της ίδιας κίνησης, οι έµποροι Μενέλαος Γέλες και Σταύρος Μάγγος· οι τελευταίοι κατηγορούνται, επιπλέον, ότι είχαν επιβάλει ένα άτυπο (κι επικερδέστατο για τους ίδιους) µονοπώλιο στις εισαγωγές σιτηρών από το βουλγαροκρατούµενο Μοναστήρι και ότι συνεργάτες τους σ’ αυτή τη µαυραγορίτικη δραστηριότητα είχαν «έλληνες εµπόρους», έναν πρώην διοικητή της χωροφυλακής, το νοµάρχη και το δήµαρχο Φλωρίνης.23 Στα αποµνηµονεύµατά του, ο Μπόνης επιβεβαιώνει την εµπλοκή του στη διακίνηση του βουλγαρικού καλαµποκιού, περιγράφοντάς την βέβαια ως εθνωφελή δραστηριότητα που «ευεργέτησε τον λαόν» και αφόπλισε στην πράξη τη βουλγαρική προπαγάνδα.24 Σε κάθε περίπτωση, η µετατροπή της βοήθειας σε εµπόρευµα υπήρξε γεγονός αδιαµφισβήτητο, όπως και ο πλουτισµός των κατά τόπους µεσαζόντων από αυτήν.25

Βαρύ πυροβολικό της βουλγαρικής προπαγάνδας αποτελούσαν οι αξιωµατικοί που διορίστηκαν ως σύνδεσµοι ή διερµηνείς στα κατά τόπους γερµανοϊταλικά φρουραρχεία, µε αρµοδιότητα «να προασπίζουν τα συµφέροντα του βουλγαρικού πληθυσµού ενώπιον των γερµανικών και ιταλικών αρχών»· ως στρατιωτικοί χώρας του Άξονα, ήταν συχνά αποτελεσµατικότεροι απέναντι στις αρχές κατοχής απ’ ό,τι οι αξιωµατούχοι της δωσιλογικής διοίκησης ή οι Έλληνες διερµηνείς των ίδιων υπηρεσιών. Άλλες συµµαχικές «διευκολύνσεις» της πρώτης κατοχικής περιόδου υπήρξαν ο επαναπατρισµός 1.500 σλαβόφωνων αιχµαλώτων πολέµου και η απόλυση πάνω από 1.400 σλαβοµακεδόνων πολιτικών κρατουµένων από τις φυλακές και τις εξορίες όπου τους είχε στείλει η 4η Αυγούστου. Ανάµεσα σ’ αυτούς τους τελευταίους συγκαταλέγονται και 27 στελέχη του ΚΚΕ που αποφυλακίστηκαν στις 30 Ιουνίου 1941 από την Ακροναυπλία µε παρέµβαση της βουλγαρικής πρεσβείας· γνώστες της σλαβοµακεδονικής αλλά όχι όλοι τους Σλαβοµακεδόνες, οι περισσότεροι τα επόµενα χρόνια θα συµµετάσχουν (κι ορισµένοι, όπως ο Ανδρέας Τζήµας ή ο Λάζαρος Ζησιάδης-Τερπόφσκι, θα πρωταγωνιστήσουν) στην εαµική Αντίσταση, πληρώνοντας κάποιες φορές αυτή τη στράτευση µε τη ζωή τους. Απέναντι στην προπαγανδιστική δραστηριότητα των βουλγαρικών υπηρεσιών, η κατοχική κυβέρνηση αντέταξε τους δικούς της µηχανισµούς. Το συντονισµό τους ανέλαβε τον Ιούλιο του 1941 ως «επιθεωρητής Νοµαρχιών Μακεδονίας» ο πρώην επιτελάρχης του πρωθυπουργού Τσολάκογλου, συνταγµατάρχης Αθανάσιος Χρυσοχόου. Στα αποµνηµονεύµατά του ο ίδιος υποστηρίζει πως οργάνωσε µιαν «ευρείαν υπηρεσίαν, εκτεινοµένην µέχρι του απωτάτου µακεδονικού χωρίου, διά την συστηµατικήν παρακολούθησιν της βουλγαρικής προπαγάνδας και την διαφώτισιν του λαού περί της επιβαλλοµένης στάσεως αυτού».26 Στην πράξη, όπως διαπιστώνουµε από το σωζόµενο τµήµα του αρχείου του, αυτός ο µηχανισµός ταυτίζεται απόλυτα µε τις κατά τόπους υφιστάµενές του αστυνοµικές και διοικητικές δωσιλογικές αρχές.

12 Κωστόπουλος

Oι Ανδρέας Τζήμας και Λάζαρος Ζησιάδης ή Λάζο Τερπόφσκι (Лазо Поп-Jаневски, Костурското село Д’мбени, Σκόπια 1996).

Η όποια προσπάθεια του Χρυσοχόου για απόκρουση της βουλγαρικής επιβουλής πέρασε µέσα από την πλήρη ταύτισή του µε τις γερµανικές κατοχικές αρχές και την αµείλικτη καταστολή κάθε αντιστασιακής ενέργειας που έθετε σε κίνδυνο αυτή την ισορροπία. Αποκαλυπτικές για τη λογική του είναι οι (επικυρωµένες από τον ίδιο τον Τσολάκογλου) αναλυτικές «οδηγίες» του προς νοµάρχες και επάρχους, για «απολύτως νοµοταγή στάσιν έναντι των στρατών κατοχής» ως την «βασικήν κατεύθυνσιν» κάθε εθνικής δραστηριότητας: «Πάσα ενέργεια δυναµένη να δώση έστω και υπόνοιαν ότι δύναται να παραβλάψη τα συµφέροντα του στρατού κατοχής», ξεκαθαρίζει, «γίνεται αµέσως αντικείµενον εκµεταλλεύσεως εκ µέρους της καιροφυλακτούσης ανθελληνικής προπαγάνδας». Ως ενδεδειγµένη πολιτική προέκρινε, ως εκ τούτου, την πλειοδοσία σε φιλογερµανικές εκδηλώσεις και την ικανοποίηση «των πολεµικών συµφερόντων» του κατακτητή: «Εάν οι Βούλγαροι προπαγανδισταί π.χ. κατορθώσωσιν να συγκεντρώσωσι 1.000 ζεύγη µαλλίνων καλτσών υπέρ του γερµανικού στρατού, είναι λίαν ευχερές να συγκεντρωθώσι προς αντίδρασιν 1.500 υπό του Ελληνικού πληθυσµού».27

13 Κωστόπουλος

Σλαβομακεδόνες και άλλοι κομμουνιστές στην Ακροναυπλία επί 4ης Αυγούστου, γύρω από το φέρετρο του Ευρ. Ωρολογά. Όρθιοι από αριστερά: Λάμπρος Μόσχος, Θωμάς Ζιώγας, Διαμαντής Τσιτσίνας, Θ. Ευθυμιάδης, Κ. Μποζίνης, Ζήσης Ζωγράφος, Λάζαρος Ντάμος, Κυριάκος Πυλάης, Μ. Μουρατίδης. Καθιστοί: Τάσος Καρατζάς, Ζήσης Καλλιμάνης, Πέτρος Κέντρος, Β. Μουρατίδης, Ζήσης Δελιόπουλος (Αντώνης Φλούντζης, ό.π.).

Η κατά τόπους εφαρµογή αυτής της πολιτικής δεν µπορούσε παρά να δώσει κάποια πολύ περίεργα δείγµατα «εθνικής αντιστάσεως». Στη Φλώρινα π.χ. ένα από τα βασικά επιτεύγµατα του νοµάρχη Κωνσταντίνου Μπόνη υπήρξε η δηµιουργία του εθνικόφρονος Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου «Αριστοτέλης», «ίνα είναι δυνατή η συγκέντρωσις της νεολαίας και η ευκολωτέρα παρακολούθησις και διαπαιδαγώγησίς της». Η δραστηριότητα του συλλόγου εγκαινιάστηκε µε µια «συναυλία διά τας ενόπλους δυνάµεις κατοχής» (26.8.1941)· «η επιτυχία της», διαβεβαιώνει στα αποµνηµονεύµατά του ο νοµάρχης, «υπήρξεν εκπληκτική και είχε µεγίστην επίδρασιν επί των διαθέσεων των Γερµανών, οι οποίοι ανεγνώριζαν την πνευµατικήν και πολιτιστικήν ανωτερότητα των Ελλήνων».28 Λιγότερο χαριτωµένες απ’ αυτή την ποιοτική αναψυχή των κατακτητών έµελλε ν’ αποδειχθούν κάποιες άλλες πτυχές της εξυπηρέτησης των «πολεµικών συµφερόντων» τους – από την ενεργό υποστήριξη της εκστρατείας αφοπλισµού της υπαίθρου ή τη δηµόσια επικρότηση των πρώτων αιµατηρών αντιποίνων της Βέρµαχτ σε βάρος ελληνικών χωριών (όπως έκανε το φθινόπωρο του 1941 ο Χρυσοχόου)29 µέχρι το κάλεσµα των κατά τόπους δωσιλογικών αρχών προς τους Γερµανούς ν’ αναλάβουν αυτοί την καταστολή των κάθε λογής «ανταρσιών». Ο ίδιος ο Μπόνης διεκδικεί έτσι δάφνες εισηγητή για τις επιδροµές γερµανικών αποσπασµάτων σε σλαβόφωνα χωριά της δικαιοδοσίας του (Βεύη, Κέλλη, Κλειδί, Ξινό Νερό, Αγ. Παντελεήµονας, Σκλήθρο) και παρίσταται αυτοπροσώπως στον παραδειγµατικό τουφεκισµό χωρικών, στα σπίτια των οποίων ανακαλύφθηκαν «στρατιωτικά είδη» (όπλα, αγγλικές στολές ή έστω «ένα σπασµένο κοντάκι τυφεκίου προελεύσεως της εποχής Α΄ Παγκοσµίου πολέµου»).30 Ο συνάδελφός του πάλι στην Κοζάνη, Κωνσταντίνος Γεωργαντάς, θα καταγγείλει στο γερµανικό φρουραρχείο την «στασιαστικήν εκδήλωσιν» των «εµπνεοµένων από κοµµουνιστικάς αρχάς» κατοίκων του ποντιακού χωριού Μεσόβουνο κατά των «νοµίµων» κοινοτικών αρχών, µε αποτέλεσµα ένα από τα πρώτα ολοκαυτώµατα της κατοχικής περιόδου. Εκ των υστέρων, η ευθύνη και γι’ αυτό το τραγικό γεγονός θα αποδοθεί φυσικά στη «βουλγαρική προπαγάνδα» που –µέσω ενός «σλαβοκοµµουνιστή» δασκάλου– «παρέσυρε» τους χωρικούς «ίνα διαβάλει το Ελληνικόν στοιχείον παρά ταις Γερµανικαίς Αρχαίς ως εχθρικώς διακείµενον προς αυτάς».31

15 Κωστόπουλος

Χάρτης της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας με τις εθνότητες που την κατοικούσαν το 1939, σύμφωνα με μελέτη του Αμερικανού R.V. Burks, συνεργάτη της Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ (R.V. Burks, «The Dynamics of Communism in Eastern Europe», Princeton University Press, Princeton 1961).

Έτσι κι αλλιώς, η εκστρατεία βίαιου αφοπλισµού της µακεδονικής υπαίθρου από τα κατοχικά στρατεύµατα πρόσφερε σε κάθε πλευρά άπειρες ευκαιρίες για την ενοχοποίηση και καταδίωξη των αντιπάλων της, αλλά και απεριόριστες δυνατότητες στους κατακτητές να εφαρµόζουν τη στρατηγική του διαίρει και βασίλευε σε βάρος των επίδοξων συνεργατών τους. Στην ιταλική ζώνη κατοχής, το βασικό στήριγµα των Ταγµάτων Ερεύνης, που το 1941-42 χτενίζουν τα χωριά είναι βουλγαρόφρονες Σλαβοµακεδόνες, ορισµένοι από τους οποίους θ’ αναδειχθούν τα επόµενα χρόνια σε ηγετικά στελέχη του αντιεαµικού Αξονοµακεδονικού Κοµιτάτου· οι αρχικές διώξεις στράφηκαν έτσι σε µεγάλο βαθµό εναντίον των ελληνόφωνων κατοίκων και κυρίως κατά του προσφυγικού στοιχείου, µε το οποίο οι σλαβόφωνες κοινότητες είχαν ανοικτούς λογαριασµούς. Από το καλοκαίρι του 1942 και µετά, ωστόσο, η φορά του εκκρεµούς θ’ αλλάξει ως αποτέλεσµα του ιταλοβουλγαρικού ανταγωνισµού. Στηριγµένα στην ελληνική Χωροφυλακή, τα Τάγµατα Ερεύνης και η καραµπινιερία στρέφονται τώρα εναντίον των σλαβοµακεδονικών χωριών, µε τα ίδια ακριβώς µέσα που είχαν χρησιµοποιηθεί νωρίτερα κατά του ελληνόφωνου στοιχείου. Οι βουλγαρόφρονες διερµηνείς των ιταλικών υπηρεσιών αντικαθίστανται από Έλληνες «εθνικόφρονες», οι παλιοί συνεργάτες των Ταγµάτων Ερεύνης φυλακίζονται, ενώ την ίδια τύχη έχουν ακόµη και απλοί «βουλγαρίζοντες» χωρικοί που οι Έλληνες χωροφύλακες συλλαµβάνουν επειδή επισκέφθηκαν τις βουλγαροκρατούµενες περιοχές χωρίς ειδική άδεια.32 Την εικόνα συµπληρώνει η εξάρθρωση το 1941-42 του τοπικού δικτύου του ΚΚΕ σε µια σειρά σλαβόφωνα χωριά (Κρανιώνας, Δενδροχώρι, Νεστόριο) µε µαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, θανατικές καταδίκες κι εκτελέσεις χωρικών.33

3. Κοµιτάτο και Οχράνα

Η εµφάνιση των πρώτων ανταρτοοµάδων του ΕΛΑΣ στη βόρεια Πίνδο, το φθινόπωρο του 1942, ανέτρεψε ριζικά τις προηγούµενες ισορροπίες στη βορειοδυτική ελληνική Μακεδονία. Ήδη από τον Φεβρουάριο του 1943, κυρίως όµως µετά την πανηγυρική «κήρυξη της επανάστασης» στο Νεστόριο (4 Μαρτίου), οι ιταλικές κατοχικές αρχές κατέφυγαν στον µαζικό εξοπλισµό πολιτοφυλάκων από σλαβόφωνα χωριά ως αντιστάθµισµα στο εαµικό κίνηµα. Στις 5 Μαρτίου θα συσταθεί στην Καστοριά και ο οργανωτικός φορέας αυτών των οµάδων: το Μακεδονο-Βουλγαρικό Κοµιτάτο παρά τω Άξονι (Македоно-Български Комитет при Оста ή МБКО), γνωστότερο στην ελληνική φιλολογία της εποχής ως Αξονοµακεδονικό Κοµιτάτο. Ουσιαστικά επρόκειτο για την τοπική εξειδίκευση της ευρύτερης ιταλογερµανικής στρατηγικής των ηµερών, για επιστράτευση των κατά τόπους µειονοτήτων εναντίον των βαλκανικών αντιστασιακών κινηµάτων· ως σηµείο εκκίνησης του όλου εγχειρήµατος αναφέρεται µια συνάντηση στα Τίρανα, τον Φεβρουάριο του 1943, ανάµεσα στον καθοδηγητή της ιταλικής αντικατασκοπίας στην Αλβανία, Άντζελο ντι Ματέις, µε τον Γερµανό οµόλογό του στη Μακεδονία, καθηγητή Ζάουερ. Τα πρώτα χωριά εξοπλίστηκαν µε καθαρά ιταλική πρωτοβουλία, πριν από την επίσηµη σύσταση του Κοµιτάτου (Μεσοποταµία, Σπήλαια, Λακκώµατα, Μπαψόρι), ενώ οι επίσηµες βουλγαρικές αρχές φαίνεται πως –αρχικά τουλάχιστον– υπήρξαν αρκετά επιφυλακτικές απέναντι σε µια κίνηση που εξέθετε τους οπαδούς τους στα µάτια του ελληνικού πληθυσµού προς όφελος της Ρώµης και όχι της Σόφιας. Μετά τη συγκρότηση του Κοµιτάτου, στελέχη του βουλγαρικού στρατού, των υπηρεσιών ασφαλείας και του κλιµακίου του βουλγαρικού υπουργείου Εξωτερικών στα γειτονικά Μπίτολα θ’ αναµειχθούν ενεργά στις διαπραγµατεύσεις για την επέκταση του εξοπλισµού, περισσότερο όµως για να ελέγξουν µια κατάσταση που ήδη έχει δροµολογηθεί και ν’ αποσπάσουν ανταλλάγµατα, παρά για να συµβάλουν στην επέκταση της στράτευσης των χωρικών στο πλευρό του Άξονα.

Στη γερµανική ζώνη κατοχής, βολιδοσκοπήσεις τοπικών παραγόντων για επέκταση αυτών των ένοπλων πολιτοφυλακών στις επαρχίες Γιαννιτσών, Παιονίας, Αλµωπίας και Φλωρίνης απορρίφθηκαν την άνοιξη του 1943 από τις γερµανικές αρχές, που φοβούνταν ότι µια τέτοια κίνηση θ’ αποσταθεροποιούσε ολοκληρωτικά τις ισορροπίες µεταξύ των αλληλοϋποβλεπόµενων γλωσσοπολιτισµικών οµάδων και θα επιδείνωνε ακόµη περισσότερο την κατάσταση της δηµόσιας τάξης. Η κατάρρευση της Ιταλίας τον Σεπτέµβριο του 1943 και η συνακόλουθη αύξηση των αναγκών των γερµανικών στρατευµάτων σε εγχώριο ένοπλο «βοηθητικό» προσωπικό έµελλε, ωστόσο, ν’ ανατρέψουν εκ βάθρων αυτή τη συλλογιστική. Το πρώτο βήµα προς την καινούργια κατεύθυνση σηµειώθηκε τον Οκτώβριο του 1943, µε την υπαγωγή των υπολειµµάτων του Αξονοµακεδονικού Κοµιτάτου της Καστοριάς στην καθοδήγηση της γερµανικής στρατιωτικής αστυνοµίας και του εκεί Βούλγαρου συνδέσµου στο γερµανικό φρουραρχείο, υπολοχαγού Αντόν Κάλτσεφ. Η γενίκευση του εγχειρήµατος θα έρθει την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1944, µε το σχηµατισµό τριών Εθελοντικών Ταγµάτων Ασφαλείας (Доброволчески Дружини на Охрана) και τον εξοπλισµό «οµάδων αυτοάµυνας» σε πεδινά κυρίως σλαβοµακεδονικά χωριά της Έδεσσας και της Φλώρινας.

Η δεύτερη αυτή φάση της επιστράτευσης των Σλαβοµακεδόνων κατά των ανταρτών, που θα µείνει στην ιστορία µε το ενιαίο όνοµα «Οχράνα», έχει την υποστήριξη της επίσηµης Σόφιας. Η οργανωτική της, ωστόσο, συγκρότηση ανατέθηκε στην Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΒΜΡΟ ή IMRO) του Ιβάν Μιχαήλωφ, δηλαδή την ακροδεξιά µετεξέλιξη του αλυτρωτικού βουλγαροµακεδονικού κινήµατος του Μεσοπολέµου που από το 1941 είχε στήσει το αρχηγείο της στο Ζάγκρεµπ κι από το 1943 προωθούσε την ιδέα µιας ανεξάρτητης Μακεδονίας υπό την επικυριαρχία του Γ΄ Ράιχ. Η διαµεσολάβηση αυτή κρίθηκε απαραίτητη από το γερµανικό επιτελείο προκειµένου να εξουδετερωθεί εκ των ένδον η επιρροή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στα σλαβοµακεδονικά χωριά.34

18 Κωστόπουλος

Μνημόσυνο στον τάφο του παλιού βοεβόδα Κόλιο Ντομπρόλιτσκι, στο Καλοχώρι Καστοριάς, από χωρικούς και πολιτοφύλακες του νεοσύστατου «Βουλγαρομακεδονικού Κομιτάτου παρά το Άξονι» (Απρίλιος 1943). Φωτογραφία από το εθνικιστικό βουλγαρομακεδονικό περιοδικό της Σόφιας, Илюстрация Илинден (τχ.154-5, 1944, Αρχείο Τάσου Κωστόπουλου).

Ποια ήταν τα αριθµητικά µεγέθη αυτού του ένοπλου µειονοτικού δωσιλογισµού; Από βουλγαρικές πηγές γνωρίζουµε ότι στο Αξονοµακεδονικό Κοµιτάτο είχαν στρατολογηθεί την άνοιξη του 1943 συνολικά περίπου 1.600 πολιτοφύλακες, εκ των οποίων οι 526 αποτελούσαν τη δύναµη κρούσης των «κινητών αποσπασµάτων» ενώ οι υπόλοιποι περιορίζονταν στη φρούρηση των χωριών τους. Η γεωγραφική κατανοµή αυτού του δυναµικού υπήρξε, ωστόσο, εξαιρετικά άνιση: στα προπύργια του Κοµιτάτου (Κορησός, Βασιλειάδα, Μεσοποταµία, Μανιάκι, Καλοχώρι, Ανταρτικό) οι οπλισµένοι ισοδυναµούσαν µετο 15-30% του πληθυσµού, ενώ σε άλλα σλαβόφωνα χωριά η παρουσία τους ήταν αµελητέα ή και µηδενική.

Ακόµη µικρότερη οµοιογένεια συναντάµε στην περίπτωση της Οχράνα. Στο νοµό Καστοριάς παραµένει οπλισµένο µόνο ένα µέρος από τα πάλαι ποτέ προπύργια του Κοµιτάτου, ως επί το πλείστον γύρω από την πόλη, η δε συνολική δύναµη του Εθελοντικού Τάγµατος υπολογίζεται από τους Γερµανούς προϊσταµένους του σε µόλις 680 άντρες.35 Στο νοµό Φλώρινας οπλίστηκαν αρχικά 4 χωριά στα σύνορα µε την Καστοριά· τον Αύγουστο του 1944, κάτω από µεγάλη πίεση, πήραν όπλα και µερικά πεδινά κεφαλοχώρια του Αµυνταίου, χωρίς ωστόσο να τα χρησιµοποιήσουν κατά του ΕΛΑΣ. Όλα άλλωστε τα στελέχη κι ένας αδιευκρίνιστος αριθµός από τους 200-250 οπλίτες του 2ου Εθελοντικού Τάγµατος, που στρατωνίστηκε για περίπου έναν µήνα στο Ξινό Νερό, ήταν επήλυδες εθελοντές του ΒΜΡΟ από τη βουλγαρική Μακεδονία του Πιρίν.36 Σχετικά αξιόλογη υπήρξε, αντίθετα, η εµβέλεια του εγχειρήµατος στην επαρχία Εδέσσης, όπου ο εξοπλισµός των χωριών ξεκίνησε τον Μάιο του 1944 για να κορυφωθεί στις 2 Αυγούστου µε την τελετουργική ορκωµοσία του τοπικού Τάγµατος και την έπαρση µιας «ιδιορρύθµου σηµαίας» της ανεξάρτητης Μακεδονίας (4 ισοσκελή εφαπτόµενα τρίγωνα, εναλλάξ κόκκινα και µαύρα, µε το έµβληµα του ΒΜΡΟ στο κέντρο), υπό το βλέµµα αρκετών εκατοντάδων χωρικών που είχαν συρρεύσει στην πόλη από τα περίχωρα. Λίγες µέρες αργότερα, η ΠΕ Έδεσσας του ΚΚΕ εκτιµούσε σε περίπου 1.500 τους οπλισµένους Σλαβοµακεδόνες της περιοχής.37 Στα Γιαννιτσά, τέλος, δεν θα σηµειωθεί η παραµικρή προσπάθεια εξοπλισµού των Σλαβοµακεδόνων από τις κατοχικές αρχές, που προτιµούν να στηριχθούν αποκλειστικά και µόνο στους εθνικοσοσιαλιστές εθελοντές του Πούλου.

Ποικίλα ερµηνευτικά σχήµατα έχουν προταθεί από διάφορες πλευρές για να εξηγήσουν τη στράτευση των σλαβόφωνων χωρικών στις τάξεις του Κοµιτάτου και της Οχράνα. Έλληνες και Βούλγαροι εθνικιστές ιστορικοί αποδίδουν τον εξοπλισµό των σλαβοµακεδονικών χωριών στη βουλγαρική εθνική συνείδηση µεγάλης µερίδας των τότε κατοίκων τους. Οι εαµικές πηγές και η επίσηµη ιστοριογραφία της ΠΓΔΜ προτιµούν, αντίθετα, να τονίσουν τον συχνά αναγκαστικό χαρακτήρα αυτής της διαδικασίας, µε την άσκηση αφόρητης πίεσης στις ενεχόµενες κοινότητες εκ µέρους του κατακτητή και των οργάνων του. Μεταγενέστερες, τέλος, ερµηνείες θα επικεντρωθούν στη διαχρονική αντιπαλότητα γηγενών και προσφύγων (µε την κάθε εθνοτική οµάδα να επιλέγει κάθε φορά διαφορετικές συµµαχίες στην κεντρική σκηνή) ή στη γεωγραφική θέση των χωριών, που αναγορεύεται σε καθοριστικό «γεωπολιτικό» παράγοντα των αντίστοιχων επιλογών τους. Πολύ λιγότερη προσοχή έχει δοθεί, αντίθετα, στην επίδραση της πολιτικής κληρονοµιάς του Μεσοπολέµου: την προϋπάρχουσα σχέση κάποιων κοινοτήτων µε το ΚΚΕ (που συχνά απέτρεψε την προσχώρησή τους στο Κοµιτάτο) ή, αντίθετα, τη στάση που κράτησαν απέναντι στον εξοπλισµό των χωριών οι εθνικόφρονες κοµµατάρχες που µετά το 1913 αποτελούσαν τον βασικό δίαυλο διαµεσολάβησης των χωρικών στις κρατικές αρχές και υπηρεσίες. Αυτός ο τελευταίος παράγοντας έχει παραµείνει στο σκοτάδι για προφανείς λόγους· από διάσπαρτες πληροφορίες προκύπτει, ωστόσο, ότι αποφασιστικό ρόλο υπέρ του Κοµιτάτου έπαιξαν, τουλάχιστον σε ορισµένα χωριά, σηµαίνοντα τοπικά στελέχη είτε του Λαϊκού Κόµµατος είτε των Φιλελευθέρων. Αποκαλυπτική είναι άλλωστε η µεταπολεµική υπηρεσιακή ταξινόµηση πρώην κοµιτατζήδων από την ΚΥΠ στη σχετικά ήπια κατηγορία των «ρευστοσυνείδητων» σλαβοφώνων – κι όχι σε αυτήν των «βουλγαροσυνείδητων», όπως κατά κανόνα χαρακτηρίζονταν υπηρεσιακά οι εαµίτες συγχωριανοί τους.38

19 Κωστόπουλος

Άποψη της κεντρικής πλατείας της Έδεσσας στα μέσα της δεκαετίας του 1940. Στην ευρύτερη επαρχία Εδέσσης οι Σλαβομακεδόνες υπολογίζονταν στο ήμισυ του πληθυσμού (Mats Lieberg, «Θεσσαλονίκη 1944. Τα φωτογραφικά ντοκουμέντα του Jean Lieberg», επιμ. Ε Χεκίμογλου, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1999).

Στο πεδίο της ιδεολογίας, όσο αυτή επιστρατεύεται για να νοµιµοποιήσει τη συστράτευση µε τη Βέρµαχτ, παρατηρείται µέσα στη διετία 1943-44 µια σταδιακή µετατόπιση του ένοπλου δωσιλογισµού από τον µεγαλοβουλγαρικό εθνικισµό σ’ έναν συντηρητικό µακεδονισµό. Αρχικά το Αξονοµακεδονικό Κοµιτάτο διεκδικεί για λογαριασµό των Σλαβοµακεδόνων της Καστοριάς το ρόλο προκεχωρηµένου φυλακίου και ιστορικής πρωτοπορίας του βουλγαρικού εθνικού κινήµατος· οι τραυµατικές αναµνήσεις από τα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα ή τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Βαλκανικών και του Α΄ Παγκόσµιου Πολέµου παίζουν εδώ σηµαντικό ρόλο, καθώς η ιταλοβουλγαρική προπαγάνδα παρουσιάζει τον ΕΛΑΣ ως συνέχεια και διάδοχο των ελληνορθόδοξων Μακεδονοµάχων. Σηµαντικό ρόλο φαίνεται πως έπαιξε επίσης η ύπαρξη µεταναστευτικών ή προσφυγικών κοινοτήτων από συγκεκριµένα χωριά στη Βουλγαρία, και κυρίως η ανανέωση των επαφών αυτών των κοινοτήτων µε τις γενέτειρές τους στη διάρκεια της Κατοχής: ο σλαβόφωνος συνταγµατάρχης (του ελληνικού στρατού και του ΕΛΑΣ) Νίκος Λούκαρης θα ερµηνεύσει έτσι το φιλοβουλγαρισµό της Βασιλειάδας µε βάση το γεγονός ότι «όσα παιδιά του χωριού έχουν φτιαχτεί, το έκαναν στη Βουλγαρία, και σ’ αυτή τη χώρα το χωριό οφείλει τα καλύτερά του σπίτια».39 Ήδη από το καλοκαίρι του 1943 οι ελληνικές κατοχικές υπηρεσίες ασφαλείας καταγράφουν, ωστόσο, µια στροφή στο λόγο του Κοµιτάτου, που προπαγανδίζει την αυτοτελή δράση «διά την απελευθέρωσιν της Μακεδονίας» µε το επιχείρηµα ότι «και αυτή η Παλαιά Βουλγαρία δεν θέλει την ελευθερίαν µας».40 Η κυβέρνηση της Σόφιας µόλις είχε απορρίψει το επίσηµο αίτηµα αντιπροσωπείας του МБКО για χορήγηση όπλων και αποστολή βουλγαρικού στρατού στην περιοχή, περιοριζόµενη σε χρηµατική βοήθεια προς τις οικογένειες των θυµάτων του ΕΛΑΣ· είναι προφανές ότι αυτή η αυτοσυγκράτηση, οφειλόµενη σε µεγάλο βαθµό στις διπλωµατικές ισορροπίες στο εσωτερικό του Άξονα, προκαλούσε φυγόκεντρες τάσεις µε τη µετατόπιση των «ακριτών του βουλγαρισµού» προς «αποσχιστικές» (από το εθνικό τους κέντρο) λογικές, που δεν θα δυσκολευτούν να βρουν και στρατηγικότερες εθνικές αναφορές.41 Στα τέλη του 1943, η Διοίκηση Χωροφυλακής Καστοριάς επισηµαίνει έτσι την εµφάνιση µιας «καθαρώς αυτονοµιστικής προπαγάνδας, ουδεµίαν σχέσιν εχούσης προς την κοµµουνιστικήν τοιαύτην», η οποία «ενθυµηθείσα τον Μ. Αλέξανδρον θέλει να δηµιουργήση καθαρόν Μακεδονικόν κράτος» και συγκεντρώνει ως εκ τούτου εναντίον της «τα βέλη της Εαµικής προπαγάνδας».42 Η στροφή προς έναν βουλγαρίζοντα µακεδονισµό θα ολοκληρωθεί µε τα τάγµατα της Οχράνα, που υιοθετούν πλήρως τη γραµµή της ΕΜΕΟ για ενιαία ανεξάρτητη Μακεδονία ως ένα «δεύτερο βουλγαρικό κράτος».43

20 Κωστόπουλος

Η Γερμανίδα σύζυγος του κατοχικού πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου συνομιλεί με παιδιά στα Σέρβια Κοζάνης (Κώστας Παράσχος, «Η Κατοχή», Ερμής, Αθήνα 1997).

Αυτά όσον αφορά την ιδεολογία. Στην πράξη, τόσο το Κοµιτάτο όσο και η Οχράνα θα περιοριστούν στο ρόλο βοηθητικών σωµάτων του στρατού κατοχής, που επωφελούνται από την πρόσκαιρη εξουσία τους για να τακτοποιήσουν παλιούς λογαριασµούς ή για να ικανοποιήσουν ταπεινότερες προσωπικές βλέψεις. Οι σχετικές οδηγίες του Ιταλού στρατιωτικού διοικητή Καστοριάς Άλντο Βενιέρι (9.4.1943) προέβλεπαν την υποχρέωση των «ενόπλων Βουλγάρων» της περιοχής να «περιφρουρούν» τα χωριά τους και τους συγκοινωνιακούς κόµβους της περιοχής από τον ΕΛΑΣ, να σπεύδουν σε βοήθεια κάθε οπλισµένου χωριού που δεχόταν την επίθεση των «συµµοριτών» και να συµµετέχουν (σε ποσοστό 20% των τοπικών πολιτοφυλακών) στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του ιταλικού στρατού.44 Είναι κυρίως κατά την άσκηση αυτών των τελευταίων καθηκόντων τους που τα εγκληµατικότερα στοιχεία του Κοµιτάτου επρόκειτο να διακριθούν στο πλιάτσικο, τους βιασµούς και κάθε λογής άλλες αγριότητες, σε βάρος όχι µόνο ελληνόφωνων γηγενών, βλάχικων ή προσφυγικών αλλά και σλαβοµακεδονικών χωριών που έχουν ταχθεί µε το ΕΑΜ. Τραυµατική για τον ελληνικό πληθυσµό της Καστοριάς αποδείχθηκε επίσης η παρουσία των εν λόγω πολιτοφυλακών στην πόλη κατά το χαώδες τρίµηνο Μαρτίου-Μαΐου 1943· εκτός από «εθνικές» αντιθέσεις, η τροµοκρατία σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση αντανακλά και µια προσωρινή αντιστροφή των σχέσεων κυριαρχίας πόλης-υπαίθρου: «Φάλαγγες εξωπλισµένων χωρικών κατέκλυσαν τας οδούς της Καστορίας», αφηγείται ένας αξιωµατικός της Χωροφυλακής, «και ηπείλουν τους πάντας, ακουσθέντες να λέγωσι χαρακτηριστικώς: “Έως τώρα µας ρουφάγατε το αίµα σείς, τώρα ήρθε η σειρά µας”».45 Παρόµοιες υπήρξαν οι επιδόσεις και των ταγµατασφαλιτών της Οχράνα που µε ορµητήριο την Έδεσσα «οργιάζουν, προδίδουν, κάνουν εκστρατείες στα γύρω χωριά, τροµοκρατούν», προσδίδοντας στην αντιεαµική εκστρατεία του 1944 «φυλετικό χαρακτήρα».46 Οι οχρανίτες της Καστοριάς βαρύνονται, τέλος, µε τη συµβολή τους στο ολοκαύτωµα της Κλεισούρας (5.4.1944) και τη συµµετοχή τους στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Βέρµαχτ στη βόρεια Πίνδο, τον Ιούλιο του 1944.

21 Κωστόπουλος

Χειρόγραφη προκήρυξη του ΝOΜΣ, της Αντιφασιστικής Oργάνωσης Νέων Μακεδόνων, που ιδρύθηκε το 1945 (Αρχείο Φίλιππου Δραγούμη, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη).

Ο εξοπλισµός των σλαβοµακεδονικών χωριών αποτέλεσε τον µεγαλύτερο κίνδυνο που αντιµετώπισε το εαµικό κίνηµα της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας, σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Το µέγεθος κι η εσωτερική συνοχή της επίµαχης πληθυσµιακής οµάδας καθιστούσαν αµφίβολες τις προοπτικές επιβίωσης του τοπικού αντιστασιακού κινήµατος στην περίπτωση που αυτή στρατευόταν ενεργά στο πλευρό του κατακτητή, όπως έγινε µε τα τουρκόφωνα ποντιακά χωριά του Ν. Κοζάνης. «Ο µεγαλύτερος κίνδυνος απ’ τον οποίο φοβόµαστε, είναι τα κοµιτατζήδικα χωριά της περιφέρειας Καστοριάς», σηµειώνει χαρακτηριστικά σε αναφορά του τον Μάιο του 1944 ο γραµµατέας της ΠΕ Φλώρινας, Γιώργος Φουρκιώτης, περιγράφοντας τις πρώτες απόπειρες για επέταση του εξοπλισµού σλαβόφωνων χωριών έξω από την περίµετρο των προπυργίων του МБКО. «Άµα πετύχουν στις προσπάθειες αυτές, αλλοίµονό µας».47 Για να επαναλάβει, ύστερα από µερικές εβδοµάδες: «Ο µόνος κίνδυνος είναι ο εξοπλισµός των Μακεδονικών χωριών. Τα ¾ των κατοίκων είναι Σλαυοµακεδόνες. Αν εξοπλισθούν µεγάλα χωριά σαν το Ξυνό Νερό, Μπάνιτσα και Πάτελι, όλη η περιφέρεια θα εξοπλισθή».48 Παρόµοιες εκτιµήσεις, τόσο για το µέγεθος της απειλής όσο και για τον κοµβικό ρόλο κάποιων «στρατηγικών» χωριών στις επιλογές του πληθυσµού ευρύτερων περιοχών, συναντάµε και στις αναφορές των εαµικών στελεχών άλλων περιοχών.

22 Κωστόπουλος

Ένοπλοι πολιτοφύλακες του «Βουλγαρομακεδονικού Κομιτάτου παρά το Άξονι» στο Καλοχώρι Καστοριάς (Απρίλιος 1943). Φωτογραφία από το εθνικιστικό βουλγαρομακεδονικό περιοδικό της Σόφιας, Илюстрация Илинден (τχ.151, Ιαν. 1944, Αρχείο Τάσου Κωστόπουλου).

Στην προσπάθειά τους για αποτελεσµατική ανάσχεση αυτού του κινδύνου, οι δυνάµεις της Αντίστασης θα κινηθούν σε δυο παράλληλους αλλά συµπληρωµατικούς άξονες.

Ο πρώτος ήταν η επαναστατική τροµοκρατία: η άσκηση µιας παραδειγµατικής ανελέητης βίας εναντίον οπλισµένων χωριών στρατηγικής σηµασίας, µε σκοπό την αποτροπή της επέκτασης του φαινοµένου και την εξουδετέρωση ή τον προσεταιρισµό όσων ήδη είχαν εξοπλιστεί. Η πρώτη εντυπωσιακή ενέργεια έγινε την πρωτοµαγιά του 1943, µε το κάψιµο του χωριού Λακκώµατα ύστερα από διήµερη σκληρή µάχη και την εκτέλεση µιας δεκαπενταριάς αιχµαλώτων κοµιτατζήδων· εξίσου φονικές ήταν οι «επετειακές» επιθέσεις της 25ης Μαρτίου 1944 ενάντια σε µια πλειάδα οπλισµένων χωριών της Καστοριάς (Μεσοποταµία, Ποριά, Κολοκυνθού, Κορησσός) κι εκείνες του Μαΐου της ίδιας χρονιάς ενάντια σε οπλισµένα χωριά της Έδεσσας (Πλατάνι, Βρυττά). Κάποιες άλλες απόπειρες, όπως αυτή εναντίον της Περικοπής τον Απρίλιο του 1944, κατέληξαν σε αποτυχία µπροστά στην ανωτερότητα του οπλισµού των αµυνοµένων και την επέµβαση κινητών αποσπασµάτων από γειτονικά χωριά. Εκτός από µετωπικές, εντυπωσιακές επιθέσεις σε προπύργια του Κοµιτάτου και της Οχράνα, αυτή η άσκηση πίεσης περιλάµβανε επίσης µαζικές κινητοποιήσεις στα αστικά κέντρα κατά του εξοπλισµού, επιλεκτικές εκτελέσεις ή προληπτικές συλλήψεις «εκείνων που πρωτοστατούν στην προπαγάνδα της Οχράνας», καψίµατα σπιτιών, κατασχέσεις περιουσιών, ακόµη και οµηρίες συγγενών των κοµιτατζήδων ως µέτρο εκβιασµού για την παράδοση των όπλων.49

Τα αποτελέσµατα αυτής της στρατηγικής υπήρξαν εξαιρετικά αντιφατικά. Κάποια οπλισµένα χωριά µετά το χτύπηµά τους απ’ τον ΕΛΑΣ «συµµορφώθηκαν», επέστρεψαν τα όπλα τους στις κατοχικές αρχές ή τα παρέδωσαν στους αντάρτες, κάποιες φορές µάλιστα στρατεύθηκαν και ενεργά στο πλευρό του ΕΑΜ· σ’ αυτές τις τελευταίες περιπτώσεις, τα στοχευµένα χτυπήµατα του αντάρτικου κατά πάσα πιθανότητα επέφεραν απλώς την ανατροπή κάποιων έτσι κι αλλιώς οριακών ενδοκοινοτικών ισορροπιών. Άλλες πάλι φορές, οι ίδιοι οι Γερµανοί έσπευσαν ν’ αφοπλίσουν χωριά που είχαν πάψει να τους εµπνέουν εµπιστοσύνη, για να αποτρέψουν τη διαρροή των όπλων τους στον ΕΛΑΣ. Πολλές φορές, ωστόσο, ο αφοπλισµός των κοµιτατζήδων αποδείχθηκε µόνο προσωρινός, ενώ οι βιαιότητες των ανταρτών ενίσχυσαν ακόµη περισσότερο τον αντιεαµικό προσανατολισµό των θιγµένων κοινοτήτων. Εξ ου και οι συνήθως αντιφατικές εκτιµήσεις των στελεχών του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, τόσο σε τοπικό όσο και σε παµµακεδονικό επίπεδο, για το βαθµό αποτελεσµατικότητας αυτής της «παραδειγµατικής» βίας όσον αφορά το «σωφρονισµό» των επαµφοτεριζόντων Σλαβοµακεδόνων.

Η επαναστατική βία αποτελούσε, όµως, µονάχα το ένα από τα σκέλη της εαµικής πολιτικής απέναντι στα σλαβοµακεδονικά χωριά που οπλίστηκαν από τον κατακτητή. Σαφώς καθοριστικότερο, και µε πολύ πιο µακροπρόθεσµες συνέπειες, αποδείχθηκε το δεύτερο σκέλος αυτής της πολιτικής: η έµπρακτη αναγνώριση της δικαιολογηµένης δυσφορίας ή καχυποψίας των Σλαβοµακεδόνων απέναντι στην ελληνική κυριαρχία και η συνακόλουθη επεξεργασία (ή έστω διακήρυξη) ενός προγράµµατος ενσωµάτωσής τους στις γραµµές της Αντίστασης µε αντάλλαγµα την παροχή ισοτιµίας και µειονοτικών δικαιωµάτων.

4. Ισονοµία ή αυτοδιάθεση;

Το πρόγραµµα αυτό συµπλέκεται µε την κεντρική πολιτική γραµµή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ απέναντι στο καθοριστικό ζήτηµα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και τις επιµέρους εξειδικεύσεις του στις τοπικές συνθήκες. Η ελληνικότητα της (ελληνικής) Μακεδονίας κι η υπεράσπιση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας σε αυτή συνιστούν έναν από τους βασικούς άξονες της εαµικής πολιτικής σε όλο το διάστηµα της Κατοχής, µε αποκορύφωµα τις µαζικές κινητοποιήσεις του Ιουλίου του 1943 ενάντια στην επέκταση της βουλγαρικής στρατιωτικής παρουσίας δυτικά του Στρυµόνα. Τα σχετικά ντοκουµέντα του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, η αρθρογραφία του κοµµατικού κι εαµικού Τύπου, το περιεχόµενο των διαφωτιστικών εγχειριδίων και φυλλαδίων της εποχής δεν αφήνουν την παραµικρή αµφιβολία γι’ αυτό τον προσανατολισµό, αλλά και για τη σταδιακή πρόταξη ενός αµιγώς εθνικοαπελευθερωτικού λεξιλογίου σε βάρος του παραδοσιακού κοµµουνιστικού, ακόµη και στα κοµµατικά κείµενα: «Καµµιά συµφωνία των εθνοπροδοτών και καµµιά κατοχή των βαρβάρων δεν αλλάζουν τον ελληνικό χαρακτήρα των κατακτηµένων επαρχιών», διαβάζουµε π.χ. σε απόφαση του ΠΓ του ΚΚΕ (10.7.1943), µαζί µε τη διαβεβαίωση πως «οι βούλγαροι εισβολείς θα πληρώσουν ακριβά τον άνανδρο θρίαμβό τους». Με ειδική απόφασή του, το Εθνικό Συµβούλιο των Κορυσχάδων διακήρυξε –κι αυτό– πανηγυρικά «την ελληνικότητα της Μακεδονίας και της Θράκης». Μεταξύ των πολεµικών σκοπών του ΚΚΕ, όπως καθορίστηκαν επίσηµα τον Ιανουάριο του 1944 από τη 10η Ολοµέλεια της ΚΕ, συγκαταλέγονταν άλλωστε όχι µόνο «η πλήρης αποκατάσταση της ακεραιότητας της Ελλάδας» αλλά επιπλέον η «στρατηγική εξασφάλιση των συνόρων της από κάθε νέα ξενική επιβουλή» και η «ολοκλήρωση της εθνικής αποκατάστασης σύµφωναµε την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών».50

23α Κωστόπουλος

Προκηρύξεις του ΝOΜΣ (Αρχείο Φίλιππου Δραγούμη, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη).

Η εξειδίκευση αυτής της πολιτικής απέναντι στους Σλαβοµακεδόνες θα επικεντρωθεί έτσι στην προσπάθεια απόσπασης της µειονότητας από τη βουλγαρική επιρροή. «Το κόµµα µας θα πρέπει να αναπτύξει όλη τη δραστηριότητά του για να διαφωτίσει τις εθνικές µειονότητες και ιδιαίτερα τους σλαυόγλωσσους µακεδόνες, να µην παρασυρθούν από το µίσος της εθνικής καταπίεσης της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας και της τωρινής δηµαγωγίας των κατακτητών και ιδιαίτερα του βουλγάρικου ιµπεριαλισµού και σωβινισµού», διαβάζουµε στην πολτική απόφαση της 8ης Ολοµέλειας, τον Ιανουάριο του 1942. Στο ίδιο µήκος κύµατος, η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του Δεκεµβρίου της ίδιας χρονιάς ξεκαθαρίζει ότι το ΚΚΕ αγωνίζεται «για την πλήρη ισοτιµία των εθνικών µειονοτήτων που ζουν στην Ελλάδα» και καλεί τις τελευταίες «να οργανωθούν πάνω στη βάση του αντιαξονικού αγώνα και της κοινής αδελφικής αντιφασιστικής πάλης µε τον ελληνικό λαό για τη νίκη της Σοβιετικής Ένωσης και των συµµάχων της, που αποτελεί εγγύηση της ελεύθερης και αδελφικής συµβίωσης όλων των λαών».51 Το µεταπολεµικό καθεστώς κι οι ελευθερίες των «Σλαύων» της Ελλάδας, ξεκαθαρίζει ειδικό φυλλάδιο του κόµµατος το 1943, θα ήταν τα ίδια ακριβώς µε ό,τι η µεταπολεµική Ελλάδα θα ζητούσε για τις ελληνικές µειονότητες των γειτονικών χωρών.52 Η γραµµή αυτή παρέµεινε σταθερή σε όλο το διάστηµα της Κατοχής και στο σύντοµο διάστηµα της εαµικής κυριαρχίας. Αντικείµενο τριβών, παλινδροµήσεων κι αντιπαραθέσεων αποτέλεσαν, αντίθετα, το ακριβές περιεχόµενο της «πλήρους ισοτιµίας», ο ρυθµός και η έκταση της έµπρακτης υλοποίησής του.

24 Κωστόπουλος

O Λάζο Τερπόφσκι, μέλος του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ, ο οποίος δολοφονήθηκε από την ΠΑO (σκίτσο από την εφημερίδα «Единство», 2.8.1953, ΑΣΚΙ).

Ο δεύτερος παράγοντας που καθόρισε την πολιτική της Αντίστασης απέναντι στους Σλαβοµακεδόνες ήταν η εθνοτική σύνθεση των τοπικών µηχανισµών του ΚΚΕ και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Από τα διαθέσιµα αποµνηµονεύµατα αγωνιστών διαπιστώνουµε πως ο βαθµός οµογενοποίησης του µακεδονικού χώρου εξακολουθεί να παραµένει αυτή την εποχή σχετικά χαµηλός, ακόµη και στο εσωτερικό του ίδιου του (εξ ορισµού υπερεθνοτικού και διεθνιστικού) κοµµουνιστικού κινήµατος: ιδίως κατά τα πρώτα χρόνια της Κατοχής, η δράση κάθε µαχητή περιορίζεται συνήθως στο εσωτερικό της δικής του γλωσσοπολιτισµικής οµάδας, διατηρώντας στην καλύτερη περίπτωση περιορισµένες (και συχνά εύθραυστες) επαφές µε τον αλλόγλωσσο περίγυρο· µοναδική ίσως εξαίρεση αποτελούν κάποια προπολεµικά ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, που διατηρούσαν προσωπικές διασυνδέσεις µε όλες τις κοινότητες της περιφέρειάς τους. Ο κατακλυσµιαίος χαρακτήρας των ανατροπών που επέφερε η Κατοχή στην καθηµερινή ζωή κι ο πολυσυλλεκτικός (πολιτικά και εθνοτικά) χαρακτήρας του εαµικού µπλοκ θα εντείνουν ακόµη περισσότερο αυτές τις αντιφάσεις. Αν για τους πρόσφυγες και τον ελληνόφωνο γηγενή πληθυσµό η αντιµετώπιση της βουλγαρικής απειλής συνιστά βασική προτεραιότητα, για τα σλαβοµακεδονικά στελέχη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ το ζήτηµα τίθεται αρκετά διαφορετικά: υπόλογα αφ’ ενός µεν στο κόµµα κι εφ’ ετέρου στις κοινότητες από τις οποίες προέρχονται (και οι οποίες µε τη σειρά τους βιώνουν επί δεκαετίες έναν ιδιότυπο εµφύλιο γύρω από το ζήτηµα του εθνικού προσανατολισµού τους), τα στελέχη αυτά προσπαθούν κατά κανόνα να ισορροπήσουν ανάµεσα στις προτεραιότητες του αντιφασιστικού αγώνα και την ανάγκη να συνδυάσουν την (ελληνική) εθνική απελευθέρωση µε κάποια εκδοχή εθνικής ή εθνοτικής χειραφέτησης του σλαβοµακεδονικού πληθυσµού.

Η συµβολή αυτών των στελεχών του ΚΚΕ στην ανασυγκρότηση των κοµµατικών οργανώσεων µετά την κατάρρευση του µετώπου, στην απόκρυψη οπλισµού και στη σύσταση των πρώτων αντιστασιακών δικτύων στις σλαβόφωνες περιοχές είναι αδιαµφισβήτητη. Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του ακροναυπλιώτη Λάζο Τερπόφσκι (Λάζαρου Ζησιάδη), µέλους του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ. Δαιµονοποιηµένος από την εθνικιστική ιστοριογραφία και πολιτική φιλολογία σαν το κατεξοχήν «ανθελληνικό στοιχείο» του µακεδονικού ΕΑΜ, στην πραγµατικότητα –όπως προκύπτει από τις αφηγήσεις όλων ανεξαιρέτως των τότε συναγωνιστών του– συνέβαλε καταλυτικά στο γεφύρωµα των εθνοτικών διαφορών, την καταπολέµηση των φιλοβουλγαρικών ή αυτονοµιστικών τάσεων και την ένταξη των Σλαβοµακεδόνων κοµµουνιστών στο ΕΑΜ. Η δολοφονία του από την ΠΑΟ τον Απρίλιο του 1943 στα Ίµερα της Κοζάνης δεν στέρησε απλώς από το ΚΚΕ ένα από τα ικανότερα περιφερειακά στελέχη του, αλλά και εξασθένησε σοβαρά την επιρροή της κεντρικής καθοδήγησης στα µεσαία στελέχη και τις εαµικές οργανώσεις των σλαβόφωνων χωριών.

25 Κωστόπουλος

Η ηγετική ομάδα του Γιουγκοσλαβικού Απελευθερωτικού Κινήματος. Από αριστερά προς τα δεξιά Βλαντίμιρ Μπάκαριτς, Ίβαν Μιλουντίνοβιτς, Έντβαρντ Κάρντελ, Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, Αλεξάντερ Ράνκοβιτς και Μίλοβαν Τζίλας, Ιούνιος 1944 («Τίτο αυτοβιογραφικές αφηγήσεις», προλ. Ανδρέας Παπανδρέου, τόμ. 1, Νέα Σύνορα Λιβάνη, Αθήνα 1984).

Διαφορετικής τάξης ζητήµατα προέκυψαν από την παρουσία και τη δράση των παρτιζάνων του γιουγκοσλαβικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού στις παραµεθόριες περιοχές. Η πρώτη εµφάνισή τους στο Βίτσι χρονολογείται στις αρχές του 1943, όταν µια µονάδα τους µπήκε στο ελληνικό έδαφος για να ξεφύγει από την καταδίωξη του βουλγαρικού στρατού· κατά την παραµονή της εκεί θα βοηθήσει το στέριωµα του νεοσύστατου τοπικού αποσπάσµατος του ΕΛΑΣ, µε κοινές εµφανίσεις τους σε σλαβοµακεδονικά χωριά.53 Η άτυπη αυτή συνεργασία επισηµοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1943 µε τις διαβαλκανικές συµφωνίες της Καστανιάς, οι οποίες προέβλεπαν το συντονισµό της δράσης Ελλήνων, Γιουγκοσλάβων κι Αλβανών ανταρτών για τον προσεταιρισµό των εκατέρωθεν µειονοτήτων (Σλαβοµακεδόνες Ελλάδας, Έλληνες Αλβανίας, Αλβανοί Τσαµουριάς) στον αντιφασιστικό αγώνα. Βάσει αυτών των συµφωνιών, τµήµατα του ΛΑΣ και στελέχη του ΚΚ Μακεδονίας θα περάσουν επανειληµµένως στο Βίτσι, στην Πρέσπα και στο Καϊµακτσαλάν για να προπαγανδίσουν τον ενιαίο αγώνα κατά του κατακτητή και να καταπολεµήσουν την επιρροή των βουλγαροµακεδονικών οργανώσεων. Η ζύµωση των Σλαβοµακεδόνων της Ελλάδας µε αλυτρωτικά κηρύγµατα (που συχνά ξεπερνούσαν την απλή καλλιέργεια σλαβοµακεδονικής εθνικής συνείδησης κι επεκτείνονταν στην προπαγάνδιση µιας µελλοντικής «ενιαίας Μακεδονίας»), η στρατολόγηση Ελλήνων πολιτών από γιουγκοσλαβικές µονάδες και κυρίως η εκ µέρους τους διεξαγωγή επιχειρήσεων εντός ελληνικού εδάφους χωρίς προηγούµενη συνεννόηση µε τον ΕΛΑΣ προκάλεσαν, ωστόσο, έντονες τριβές µεταξύ των δυο κοµµουνιστικών κοµµάτων κι επανειληµµένες διαµαρτυρίες της ηγεσίας του ΚΚΕ προς τους Τέµπο και Τίτο γι’ αυτές τις «αντισυντροφικές» ενέργειες.54 Η ηγεσία του ΚΚΓ, από την πλευρά της, δεν έβλεπε πιθανώς άσχηµα µια ενδεχόµενη επίλυση του Μακεδονικού προς αυτή την κατεύθυνση, διατηρούσε όµως, απ’ ό,τι φαίνεται, αµφιβολίες για το ρεαλιστικό του εγχειρήµατος.55 Στα αποµνηµονεύµατά του, ο Τέµπο δεν παραλείπει να καυτηριάσει την «υπερβολική ανυποµονησία» των στελεχών του ΚΚ Μακεδονίας, «πολλοί απ’ τους οποίους δεν ήθελαν να δουν την πραγµατικότητα» της αναγκαίας συµµαχίας µε το ελληνικό αντιστασιακό κίνηµα· η δική του στρατηγική, υποστηρίζει, επεδίωκε τη θεωρητική διασφάλιση του δικαιώµατος αυτοδιάθεσης µέχρι και την απόσχιση (χωρίς άµεση άσκησή του), τη συγκρότηση διακριτών σλαβοµακεδονικών µονάδων του ΕΛΑΣ και την αναλογική εκπροσώπηση του σλαβοµακεδονικού πληθυσµού στα όργανα της εαµικής αυτοδιοίκησης.56 Η επαµφοτερίζουσα αυτή στρατηγική θ’ αποτυπωθεί πανηγυρικά στις επίσηµες οδηγίες του ΛΑΣ για τη δραστηριότητα των πολιτικών στελεχών του στο εσωτερικό της ελληνικής Μακεδονίας (17.6.1944): ο µοναδικός δρόµος για ν’ αποκτήσουν οι Σλαβοµακεδόνες της Ελλάδας «την πλήρη εθνική τους ελευθερία και ισότητα, ν’ αποχτήσουν δικαίωµα µόνοι ν’ αποφασίζουν για την τύχη τους», διαβάζουµε εκεί, περνά απ’ την οργάνωση και συµµετοχή τους στον αγώνα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ώστε να µπορέσουν να επηρεάσουν εκ των ένδον «την γραµµή του κοινού αγώνα του ελληνικού και µακεδονικού λαού. […] Κάθε άλλος δρόµος προκαλεί διχόνοιες και διασπάσεις, που δεν συµφέρουν στους λαούς µας και προ πάντων στο µακεδονικό λαό, αλλά συµφέρει τους φασίστες καταχτητές και διάφορους προδότες και εχθρούς του λαού», όπως έγινε µε τα «λάθη» και τις «νοσηρές εκδηλώσεις» που παρατηρήθηκαν. Το ίδιο ντοκουµέντο δεν παραλείπει, ωστόσο, να θέσει ως απώτατο στόχο κι «ιδανικό όλου του µακεδονικού λαού» τη µακροπρόθεσµη άρση του «διαµελισµού» της ευρύτερης Μακεδονίας.57 Η ηγεσία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, από την πλευρά της, δεν θα κρύψει τη δυσφορία της γι’ αυτό το προβοκάρισµά της από το αδελφό κόµµα: «Οι Γιουγκοσλάβοι», ενηµερώνει χαρακτηριστικά τους Σοβιετικούς τον Ιούνιο του 1944 ο Ανδρέας Τζήµας, «θέλουν για 120.000 Μακεδόνες να χάσουµε όλο τον Ελληνικό λαό, η ευαισθησία του οποίου στο Εθνικό ζήτηµα, όπως είναι φυσικό, έχει αναπτυχθεί στο έπακρο τελευταία. Αυτή την ευαισθησία πάνε να εκµεταλλευθούν όλες οι αντιδραστικές Ελληνικές Κυβερνήσεις του Εξωτερικού για να καλλιεργήσουν ξανά στον Ελληνικό λαό το Μεγαλοϊδεατισµό και Σωβινισµό. Σας απευθύνω έκκληση να επεµβήτε για να διορθωθεί το κακό».

26 Κωστόπουλος

Στελέχη του ΕΛΑΣ και του γιουγκοσλαβικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού Μακεδονίας στο Πευκωτό [Σμπόρσκο] Αλμωπίας τον Μάιο του 1944. Δεύτερος από αριστερά ο Ανδρέας Τζήμας (Θανάσης Μητσόπουλος, Το 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, Editex, Γενεύη 1971).

Σοβαρότερες φαίνεται πως υπήρξαν οι συνέπειες αυτών των ελληνογιουγκοσλαβικών τριβών στις σχέσεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ µε τα τοπικά σλαβόφωνα στελέχη του και τις κοινότητές τους. Έχοντας π.χ. «αφυπνιστεί» εθνικά µετά την πρώτη επαφή του µε τους παρτιζάνους, ο νεαρός τότε επονίτης Τοντόρ Σίµοφσκι διαδίδει στα χωριά της Έδεσσας τα σλαβοµακεδόνικα αντάρτικα τραγούδια που του έµαθαν· η αντίδραση του γραµµατέα της ΠΕ του ΚΚΕ, που τον «προειδοποιεί» ότι «το κόµµα δεν πρόκειται ν’ ανεχθεί αυτές τις παρεκκλίσεις», θα τον µετατρέψει –σύµφωνα µε τα λόγια του– «από διεθνιστή σε πραγµατικό µακεδόνα πατριώτη». Ακολούθησε η εξόντωση ενός τοπικού εαµικού στελέχους και κάποιων επονιτών από τον ΕΛΑΣ µε την κατηγορία της «αντεπαναστατικής δραστηριότητας» (στην πραγµατικότητα, για συνεργασία µε τους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους). Παρ’ όλο που οι προτεραιότητες του αντιφασιστικού αγώνα κι οι παλινδροµήσεις της πολιτικής του ΚΚΕ απέναντι στη µειονότητα θα αποτρέψουν την τελική ρήξη του συγκεκριµένου στελέχους της ΕΠΟΝ και των συντρόφων του µε το ΚΚΕ πριν από την απελευθέρωση, οι επιπτώσεις αυτών των βιωµάτων στον ευρύτερο περίγυρό τους δεν πρέπει να υποτιµηθούν.58 Το διαπιστώνουµε, µεταξύ άλλων, από τα παράπονα της ΠΕ Έδεσσας του ΚΚΕ προς το Μακεδονικό Γραφείο του κόµµατος, τον Μάρτιο του 1944, για τις «καθόλου σωστές» αυθαιρεσίες τµηµάτων του ΕΛΑΣ που «χωρίς να ρωτήσουν τις κατά τόπους οργανώσεις, ούτε ακόµα και την ΠΕ» προβαίνουν σε συλλήψεις, εκτελέσεις και κατασχέσεις περιουσιών, µε αποτέλεσµα την αποξένωση των Σλαβοµακεδόνων από την Αντίσταση.59 Η παράδοση µιας βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στη µειονότητα και τις «εθνικιστικές τάσεις» της δεν χαρακτήριζε ωστόσο µόνο το στρατιωτικό σκέλος του εαµικού κινήµατος. Τον Αύγουστοτου 1944, είναι ο οργανωτικός υπεύθυνος του ΕΑΜ στην ίδια περιοχή αυτός που πιστεύει ότι «πράχτορες της οχράνα στα διάφορα χωριά κρύβονται καλά µέσα στην οργάνωση», ενώ το Μακεδονικό Γραφείο του ΚΚΕ «διαπιστώνει» µε τη σειρά του πως ακόµη και «η µαζική προσχώρηση των µακεδονοχωριών στο Κόµµα ήτο τακτική της οχράνας για να µπορεί να καµουφλάρεται καλύτερα». Όπως διαπιστώνουµε από τα συµφραζόµενα, πηγή των προαναφερθεισών εκτιµήσεων δεν ήταν παρά η απλή διαπίστωση της συνοχής των τοπικών κοινοτήτων και της επιβίωσης των πατροπαράδοτων µηχανισµών αλληλοκάλυψης των µελών τους σε βάρος της κοµµατικής επαγρύπνησης: «Καµµιά κοµµατική επιτροπή και σύντροφοι δεν θέλησαν ποτέ να µιλήσουν ποιοι είναι εκείνοι που σαµποτάρουν όλη τη δουλειά µας. Μια κατάσταση πραγµατικά µυστηριώδικη από πρώτης άποψης. Τα περισσότερα χωριά απ’ αυτά έχουν άφθονο οπλισµό (όπλα, αυτόµατα, πιστόλια, σφαίρες, κλπ) και καµµιά κοµµατική επιτροπή ή µέλη δεν µιλάει, αλλά µάλλον φροντίζουν να το καλύψουν και να πείσουν την καθοδήγηση πως απλώς συκοφαντίες είναι».60

Δυο πτυχές της ευρύτερης στρατηγικής του εαµικού κινήµατος θα ενισχύσουν ακόµη περισσότερο τη δυσπιστία των σλαβοµακεδονικών κοινοτήτων και στελεχών απέναντί του. Η πρώτη αφορά την υιοθέτηση από το ΚΚΕ και το ΕΑΜ των αιτηµάτων του ελληνικού αλυτρωτισµού για τη µεταπολεµική ενσωµάτωση στο ελληνικό κράτος των Δωδεκανήσων και της Κύπρου· τοπικά στελέχη, όπως ο ακροναυπλιώτης Λάζαρος Αδαµόπουλος, θα µεταφέρουν στην κεντρική καθοδήγηση «το ερώτηµα των Σλαβοµακεδόνων» της περιοχής τους γι’ αυτά τα δύο µέτρα και σταθµά όσον αφορά την εφαρµογή της αυτοδιάθεσης των λαών.61

Η δεύτερη πηγή δυσπιστίας προερχόταν από την πολιτική «εθνικής ενότητας», στην οποία το ΕΑΜ περιλάµβανε τόσο διάφορους ντόπιους εθνικιστές µε βεβαρηµένο παρελθόν απέναντι στη µειονότητα όσο και την εξόριστη βασιλική κυβέρνηση. Δεν είναι µόνο η βουλγαρική προπαγάνδα που διαδίδει πως αντάρτες και Βρετανοί θα φέρουν πίσω τον βασιλιά κι αυτός θα παλινορθώσει το µεταξικό καθεστώς.62 Παρόµοιες επιφυλάξεις επιδεικνύουν ακόµη και τα τµήµατα εκείνα της µειονότητας που στη διάρκεια του Μεσοπολέµου έτρεφαν συµπάθειες για το κοµµουνιστικό κίνηµα και τη συνεπή διεθνιστική του στάση.63

5. Η ισοτιµία στην πράξη

Για να υπερνικήσει τη βαθιά αυτή δυσπιστία και να εξουδετερώσει τις αρνητικές επιπτώσεις της στην ανάπτυξη του εαµικού κινήµατος, η καθοδήγηση του ΚΚΕ θα καταφύγει το 1943-44 στη συγκρότηση αυτοτελών µειονοτικών σχηµατισµών στις περιοχές όπου οι Σλαβοµακεδόνες αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσµού. Παρά την αδιαµφισβήτητη συµβολή του στην καταπολέµηση των δωσιλογικών και (λιγότερο) των αποσχιστικών τάσεων, το εγχείρηµα δεν θα αποδειχθεί καθόλου εύκολο. Οι αντιδράσεις ελληνικών εθνικιστικών κύκλων µέσα κι έξω από το ΕΑΜ, κυρίως όµως η µόνιµη καχυποψία της κοµµουνιστικής καθοδήγησης απέναντι στα τοπικά της στελέχη (που συχνά θεωρούνταν ενδοτικά απέναντι στον φιλογιουγκοσλαβικό αυτονοµισµό), είχαν ως αποτέλεσµα διαδοχικές παλινδροµήσεις κι απότοµες αλλαγές γραµµής εκ µέρους της κοµµουνιστικής ηγεσίας· εκτός από την ηγεµονία του «εθνικού» πάνω στις «δευτερεύουσες» απελευθερωτικές επαγγελίες του εαµικού κινήµατος, οι παλινδροµήσεις αυτές αποτυπώνουν επιπλέον την αµηχανία του κεντρικού µηχανισµού απέναντι στα άκρως αντιφατικά µηνύµατα που δέχεται από τα κατώτερα κλιµάκια της οργανωµένης του βάσης, αλλά και τον διαρκή φόβο του µήπως συµβάλει στην ανάπτυξη µιας κοινωνικής δυναµικής που ο εαµικός µηχανισµός δεν θα είναι από κάποια στιγµή και µετά σε θέση να ελέγξει.

27 Κωστόπουλος

Oργανωτική κατάσταση Σεπτεμβρίου-Oκτωβρίου 1944 του Επαρχιακού Συμβουλίου ΕΠOΝ Καστοριάς (Αρχείο ΕΠOΝ, ΑΣΚΙ).

Το καθοριστικότερο βήµα στη µειονοτική πολιτική του ΚΚΕ επί Κατοχής υπήρξε η σύσταση του Σλαβοµακεδονικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου (Славjано-Македонски Народно Ослободителен Фронт) ή ΣΝΟΦ, το φθινόπωρο του 1943. Η απόφαση για τη δηµιουργία του πάρθηκε από το Μακεδονικό και το Δυτικοµακεδονικό Γραφείο του ΚΚΕ, προκειµένου να αντιµετωπιστεί ο κίνδυνος που αντιπροσώπευε για το εαµικό κίνηµα η ανάπτυξη του Αξονοµακεδονικού Κοµιτάτου· ανεξακρίβωτος παραµένει, αντίθετα, ο µεταγενέστερος (1949) ισχυρισµός δυο τοπικών στελεχών ότι η απόφαση αυτή επικυρώθηκε τον Οκτώβριο του 1943 απότο ΠΓ του κόµµατος.64 Η συγκρότηση των σλαβοµακεδονικών οργανώσεων έγινε σε επίπεδο νοµού: το ΣΝΟΦ της Καστοριάς ιδρύθηκε επίσηµα στις 20 Οκτωβρίου 1943, αυτό της Φλώρινας πραγµατοποίησε την ιδρυτική του σύσκεψη στις 27 Δεκεµβρίου 1943, ενώ τον Απρίλιο του 1944 πραγµατοποιήθηκαν περιφερειακές συνδιασκέψεις στους δύο νοµούς µε συµµετοχή εκατοντάδων αντιπροσώπων.

Στον λιγότερο από µισό χρόνο της ζωής της η οργάνωση κατάφερε να προσελκύσει έναν αξιόλογο αριθµό Σλαβοµακεδόνων. Σύµφωνα µε δηµοσιευµένες καταστάσεις των τοπικών οργανώσεων, η οργανωµένη δύναµη του ΣΝΟΦ Καστοριάς τον Μάρτιο του 1944 ανερχόταν σε 4.443 µέλη (2.496 άντρες και 1.947 γυναίκες) σε 43 χωριά, δηλαδή το ένα πέµπτο του συνολικού πληθυσµού τους κατά την απογραφή του 1940· άλλοι 3.497 χωρικοί ήταν ενταγµένοι στις υπόλοιπες εαµικές οργανώσεις των ίδιων κοινοτήτων (µόνιµο κι εφεδρικό ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, Εθνική Αλληλεγγύη).65 Για το νοµό Φλώρινας δεν διαθέτουµε αντίστοιχα συγκεκριµένα στοιχεία. Η επίσηµη ιστοριογραφία της ΣΔ Μακεδονίας προβάλλει έναν καταφανώς υπερβολικό αριθµό 10.000 µελών, χωρίς οποιαδήποτε τεκµηρίωση· σύµφωνα πάντως µε ένα ηγετικό στέλεχός του, το ΣΝΟΦ Φλώρινας ήταν λιγότερο καλά οργανωµένο από το καστοριανό οµόλογό του.66 Το αρχείο πάλι του ΚΚΕ, που φυλάσσεται στα ΑΣΚΙ, µας πληροφορεί µόνο για τα κοµµατικά µεγέθη της περιφέρειας: 2.575 µέλη σε 73 πόλεις και χωριά τον Απρίλιο του 1944, εκ των οποίων τα 2.140 ήταν ταυτόχρονα ενταγµένα και στις υπόλοιπες (πλην του ΣΝΟΦ) µετωπικές εαµικές οργανώσεις.67

Κεντρική γραµµή του ΣΝΟΦ υπήρξε η αναγνώριση της ιδιαίτερης εθνικής ταυτότητας των Σλαβοµακεδόνων και η αναγκαιότητα της συµµαχίας τους µε το ελληνικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνηµα ως µοναδικός δρόµος για την κατοχύρωση των εθνικών τους δικαιωµάτων. Μεταξύ των 28 «συγκεκριµένων καθηκόντων» που θέτει η απόφαση της περιφερειακής συνδιάσκεψης Καστοριάς το 1944 (δίπλα στην ενεργό υποστήριξη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, την πάλη κατά του κατακτητή, τη συµβολή στην ανάπτυξη της εαµικής αυτοδιοίκησης, το «χτύπηµα της Αντίδρασης µε οποιαδήποτε µορφή και αν παρουσιάζεται, Κοµιτάτο, ΠΑΟ, ΕΚΑ, είτε παθητική είτε ενεργητική» και την «πλατειά διαφώτιση για την συναδέλφωση των Σλαυοµακεδόνων και Ελλήνων και για την Ενιαία τους πάλη») διακρίνουµε την απόφαση για καλλιέργεια της σλαβοµακεδονικής εθνικής ιδιαιτερότητας σε βάρος της παραδοσιακής βουλγαροφιλίας: «Να δηµιουργήσουµε Εθνική συνείδηση στο λαό µας, συνοχή και Ενότητα κάνοντας χτήµα του ιδιαίτερα την Επαναστατική του Ιστορία του Ήλιντεν και ικανό να συνεχίζη τις καλές Λαϊκές παραδόσεις του». Ιδιαίτερο βάρος δίνεται δε στην τακτική, «καθαρή και επιµεληµένη» έκδοση και κυκλοφορία του «περιφερειακού και τµηµατικού τύπου» της οργάνωσης.68

Η κυκλοφορία σλαβοµακεδονικών εντύπων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΣΝΟΦ αποτελεί ίσως το πιο ορατό στοιχείο αυτής της ζύµωσης. Εκτός από µέσο προπαγάνδας της εαµικής γραµµής σε µια γλώσσα άµεσα κατανοητή από τον πληθυσµό, η έκδοσή τους συνιστούσε ταυτόχρονα δείγµα έµπρακτης υλοποίησης των επαγγελιών της Αντίστασης για ισότιµη µεταχείριση της µειονότητας στη µελλοντική λαοκρατική Ελλάδα. Το ΣΝΟΦ εκδίδει τη Славjано-Македонски Глас (Σλαβοµακεδονική Φωνή) στην Καστοριά και την Слобода (Ελευθερία) στη Φλώρινα· µετά τη διάλυση της οργάνωσης, η τελευταία θα εξακολουθήσει να κυκλοφορεί ίσαµε την απελευθέρωση ως «εφηµερίδα των Σλαβοµακεδόνων της ΠΕ Φλώρινας του ΕΑΜ-ΣΟΦ». Σλαβόγλωσσες µεταφράσεις των τοπικών κοµµατικών εφηµερίδων του ΚΚΕ θα κυκλοφορήσουν επίσης στους δυο νοµούς –στην Καστοριά η Искра (Σπίθα) και στη Φλώρινα η Победа (Νίκη), ενώ φύλλο µε τίτλο Победа εκδόθηκε κι από το Μακεδονικό Τάγµα Φλώρινας-Καστοριάς στις αρχές Οκτωβρίου του 1944. Στην Έδεσσα, όπου το ΚΚΕ δεν συγκρότησε διακριτή µειονοτική οργάνωση, κυκλοφόρησαν το 1943 στα σλαβοµακεδονικά µε ελληνικούς χαρακτήρες η Τσέρβενα Ζβέζδα (Κόκκινο Αστέρι) κι ένα δελτίο µε τίτλο Ηµερήσια Νέα από το Κόκκινο Αστέρι (Νεδέλνη Νόβινη ουτ Τσέρβενατα Ζβέζδα). Παρόµοιες πρωτοβουλίες αποδίδονται, τέλος, στους Σλαβοµακεδόνες κοµµουνιστές της Αλµωπίας, που το 1943 εξέδωσαν σλαβοµακεδονική µετάφραση της τοπικής κοµµατικής εφηµερίδας Φλόγα (ως Ίσκρα), και της Πρέσπας, που το 1942-44 κυκλοφόρησαν τα έντυπα Στραζάρ (Φρουρός) και Πρεσπάνσκι Γκλας (Πρεσπιώτικη Φωνή).69 Η χρήση ελληνικών γραµµάτων υπαγορευόταν κατά κανόνα από την έλλειψη σλαβικών τυπογραφικών στοιχείων ή γραφοµηχανών, πρόβληµα όµως αποτελούσε από την άλλη και η περιορισµένη αναγνωσιµότητα του κυριλλικού αλφαβήτου τουλάχιστον από τη νεότερη γενιά· σε έκθεσή του αµέσως µετά τη συνδιάσκεψη του 1944, ο γραµµατέας του ΣΝΟΦ Καστοριάς Πασχάλης Μητρόπουλος θα επισηµάνει έτσι ως σοβαρό τεχνικό πρόβληµα την απουσία κειµένων της СлавjаноМакедонски Глас συνταγµένων µε το ελληνικό αλφάβητο και ζητά «να εξευρεθή παντί τρόπω µια ελληνική γραφοµηχανή».70

Η µελέτη των λιγοστών διαθέσιµων φύλλων αυτών των εντύπων επιτρέπει να εντοπίσουµε τα βασικά στοιχεία της «εθνικής» και «πολιτικής» επιχειρηµατολογίας που προβλήθηκε για τον προσεταιρισµό των σλαβοµακεδονικών κοινοτήτων στο ΣΝΟΦ. «Οι Σλαβοµακεδόνες», διαβάζουµε, «είναι ένας λαός πολύ βασανισµένος µέσα στη φλόγα της αιώνιας πάλης»· τα «εθνικά του τραγούδια», ιδίως, αποτυπώνουν µια ολόκληρη επαναστατική παράδοση αγώνων για «ελευθερία και λαϊκή εξουσία». Στη βάση και στο όνοµα αυτής της επαναστατικής παράδοσης χαράσσονται και οι γραµµές του εθνικού-πολιτικού διαχωρισµού τόσο απέναντι στην «µπουρζουάδικη κλίκα» των εκπροσώπων της «µεγαλοβουλγαρικής» πολιτικής στο εσωτερικό της µειονότητας, που κατηγορούνται ότι θησαυρίζουν µε «τα χρήµατα που τους δίνει η βουλγαρική φασιστική κυβέρνηση για την προδοσία του σλαβοµακεδονικού λαού», όσο και απέναντι στην ακροδεξιά ΕΜΕΟ του Ιβάν Μιχαήλοφ (του σφαγέα των Μακεδόνων επαναστατών της Βουλγαρίας κατά τη δεκαετία του ’20) και τους οπαδούς της. Το ΣΝΟΦ, αντίθετα, αυτοπροβάλλεται ως «η νέα ΕΜΕΟ των Σλαβοµακεδόνων, που θα εκπληρώσει µέχρι τέλους τη δουλειά του Ίλιντεν», «η µοναδική λαϊκοαπελευθερωτική οργάνωση, που θα εκπληρώσει τα εθνικά και κοινωνικά αιτήµατα του σλαβοµακεδονικού λαού». Το επαναστατικό µακεδονικό κίνηµα των αρχών του αιώνα και η εξέγερση του 1903 συνδέονται µε το ελληνικό 1821, ως απόδειξη της µακροχρόνιας συναγωνιστικής σχέσης «δυο λαών µε µια θέληση» που για τη χειραφέτησή τους πρέπει ν’ απαλλαγούν από τη συµµαχία των ντόπιων «κοτζαµπάσηδων» µε τους «ξένους τραπεζίτες». Θετική αντιµετώπιση επιφυλάσσεται φυσικά και στο παρτιζάνικο κίνηµα της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας· η φλωρινιώτικη Слобода θα προβάλει µάλιστα σε περίοπτη θέση το χαιρετισµό του Τίτο προς την ΠΕΕΑ, επικαλούµενη ταυτόχρονα δηλώσεις του Γιουγκοσλάβου ηγέτη υπέρ «της σωστής γραµµής του ΕΑΜ» και καταδίκης «κάθε διασπαστή του λαϊκού αγώνα».71

29 Κωστόπουλος

O ΕΛΑΣ και ο Δημοκρατικός Στρατός σε συνέχεια της «Εξέγερσης του Ίλιντεν» (σκίτσο από την εφημερίδα «Единство», 2.8.1953, ΑΣΚΙ).

Οι «διασπαστές» αυτοί δεν ήταν άλλοι από τα στελέχη του ΣΝΟΦ που, επηρεασµένα από την επαναστατική ολοκλήρωση της εθνογενετικής διαδικασίας στη γειτονική γιουγκοσλαβική Μακεδονία και σε αντιδιαστολή προς την επίσηµη κοµµατική γραµµή, έθεταν ζήτηµα εθνικής αυτοδιάθεσης των Σλαβοµακεδόνων της Ελλάδας. Σε επίπεδο στελεχών, η τάση αυτή ήταν λίγο-πολύ κυρίαρχη στο ΣΝΟΦ Καστοριάς και µειοψηφική στο ΣΝΟΦ Φλώρινας, που µέχρι τέλους παρέµεινε κάτω από τον έλεγχο της καθοδήγησης του ΚΚΕ. Η αναµέτρηση των δύο γραµµών έγινε σαφής στις 28 Ιανουαρίου1944, κατά τη σύσκεψη στελεχών των δύο οργανώσεων στο χωριό Μαυρόκαµπος της Καστοριάς, όταν η καθοδήγηση της Καστοριάς εισηγήθηκε (και η πλειοψηφία των καθοδηγητών της Φλώρινας απέρριψε κατηγορηµατικά) τη δηµιουργία ενιαίας οργάνωσης σε όλη την ελληνική Μακεδονία και τη µελλοντική οργάνωση της λαοκρατικής Ελλάδας σε οµοσπονδιακή βάση, σύµφωνα µε το γιουγκοσλαβικό µοντέλο.72

Μια πρώτη διαφωνία αφορούσε την έκταση της οργανωτικής ανάπτυξης του ΣΝΟΦ: η καθοδήγηση του ΚΚΕ ήθελε να περιορίσει τους σνοφίτες µόνο σε εκείνα τασλαβόφωνα χωριά όπου δεν υπήρχε ήδη οργάνωση του ΕΑΜ· οι «διασπαστές» επιθυµούσαν, αντίθετα, «όλος ο Σλαυοµακεδόνικος κόσµος που ζει µέσα στο Ελληνικό υπόδουλο κράτος να οργανωθεί µέσα στο ΣΝΟΦ», µε ενιαία οργανωτική δοµή, η οποία «θα καθοδηγούνταν άµεσα από το Μακεδονικό Γραφείο του ΕΑΜ» κι όχι από τις κατά τόπους περιφερειακές καθοδηγήσεις. Εξίσου σοβαρή ήταν η διαφορά των δύο πλευρών όσον αφορά τους µακροπρόθεσµους στόχους του αγώνα. Ενώ το ΚΚΕ και το ΕΑΜ διακήρυτταν σε όλους τους τόνους την «ελληνικότητα» (και κατ’ επέκταση την ακεραιότητα) της ελληνικής Μακεδονίας, διεκδικώντας επιπλέον µια ευνοϊκή για την Ελλάδα «στρατηγική διαρρύθµιση» των βόρειων συνόρων της, οι «διασπαστές» έθεταν θέµα αυτοδιάθεσης (και) των Σλαβοµακεδόνων – µε ενδεχόµενη «προσάρτησιν εις την ελεύθερη Μακεδονία» του Τίτο των περιοχών εκείνων της ελληνικής Μακεδονίας όπου «οι Σλαυοµακεδόνες αποτελούν την πλειοψηφία».73

Κατάληξη αυτής της αντιπαράθεσης ήταν η απόφαση του ΚΚΕ για διάλυση του ΣΝΟΦ (διάτης «συγχώνευσής» του στο ΕΑΜ) και η σύλληψη των ηγετικών στελεχών του που διαφώνησαν µε αυτή την εξέλιξη. Ακολούθησε η απόδραση του Ναούµ Πέγιοφ, ηγετικού στελέχους του ΣΝΟΦ Καστοριάς, η καταφυγή του στους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους µαζί µε µερικές δεκάδες Σλαβοµακεδόνες ελασίτες (16 Μαΐου) και η επάνοδός τους ως Μακεδονικό Λαϊκό-Απελευθερωτικό Μέτωπο Φλώρινας-Καστοριάς (Македонско Леринско-Костурски Народно-ОслободителенФронт), το ένοπλο σκέλος του οποίου εµφανιζόταν ως τµήµα του τιτοϊκού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού. Το ΚΚΕ και η εναποµείνασα ηγεσία του ΣΝΟΦ κατήγγειλαν τον επικεφαλής της ανταρσίας ως «βούλγαρο φασίστα, όργανο του Κάλτσεφ, του Μιχαήλοφ και των Γερµανών»· στις δικές του προκηρύξεις, ο Πέγιοφ απέφυγε, αντίθετα, την παραµικρή αναφορά στο ΚΚΕ και το ΕΑΜ, περιοριζόµενος στην εξίσωση των «προδοτών του µακεδονικού λαού» (που συνεργάζονται µε τη Βουλγαρία και το Κοµιτάτο) µε τους δωσίλογους «έλληνες φασίστες» και καλώντας τους Σλαβοµακεδόνες της Ελλάδας να πολεµήσουν «για τη σωτηρία τους» στο πλευρό των παρτιζάνων του Τίτο, «του µεγαλύτερου πολεµιστή των Βαλκανίων».74 Ο αντίκτυπος αυτών των επιλογών υπήρξε εξαιρετικά ζηµιογόνος για την επιρροή του ΚΚΕ στις σλαβοµακεδονικές κοινότητες της Καστοριάς, ιδίως στα Κορέστια, που αποτελούσαν το προπύργιο του ΣΝΟΦ και όπου, σύµφωνα µε εαµικές εκθέσεις της εποχής, «ο Πέγιος είχε ηρωοποιηθεί» και το κίνηµά του απέκτησε «το χαρακτήρα λαϊκής θέλησης».75 Στην περιοχή της Φλώρινας, αντίθετα, η απορρόφηση του ΣΝΟΦ στο ΕΑΜ φαίνεται πως έγινε λίγο-πολύ οµαλά, καθώς οι τοπικοί εκφραστές της «διασπαστικής» γραµµής (οι αδερφοί Τουρούντζια) είχαν «λιποτακτήσει» στους Γιουγκοσλάβους ήδη από τον προηγούµενο µήνα.76 Για λόγους πολιτικής σκοπιµότητας φαίνεται, άλλωστε, ότι στη Φλώρινα διατηρήθηκε και στο επόµενο διάστηµα κάποια τυπική αναφορά στην οργάνωση, µε τη µετονοµασία της σε ΣΟΦ (Славомаке донски Ослободителен Фронт, Σλαβοµακεδονικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) και τη σταθερή σύνδεσή της µε το ΕΑΜ.77

30 Κωστόπουλος

Σλαβόγλωσσο σύνθημα σε τοίχο σπιτιού στα εγκαταλελειμμένα Κορέστια Καστοριάς (Συλλογή Χρήστου Γαλανόπουλου).

Η «συγχώνευση» του ΣΝΟΦ µε το ΕΑΜ δικαιολογήθηκε από το Μακεδονικό Γραφείο του ΚΚΕ, µε εγκύκλιό του προς τις ενδιαφερόµενες οργανώσεις, βάσει της ανάγκης να καταπολεµηθούν οι «αυτονοµιστικές τάσεις» που «διασπούν τον Εθνικό Αγώνα» και «δίνουν στοιχεία στον καταχτητή και στα ντόπια όργανά του να µας κατηγορήσουν ότι θέλουµε την απόσπαση της Μακεδονίας από την Ελλάδα»· η καταπολέµηση των «σωβινιστικών αντιλήψεων» (στους κόλπους της µειονότητας) συνδυάζεται, στο ίδιο ντοκουµέντο, µε τη στρατηγική επιλογή του κόµµατος «για την Εθνική Ενότητα (που ολοκληρώνεται µε τη συνδιάσκεψη του Λιβάνου)».78

Πολύ γρήγορα, ωστόσο, η εµφάνιση και ο κίνδυνος µαζικοποίησης της Οχράνα επέβαλαν δραστική αλλαγή πολιτικής. Μετά από συνοµιλίες του ΜΓ του ΚΚΕ µε τους Γιουγκοσλάβους, οι «λιποτάκτες» του Μαΐου επαναπατρίστηκαν χωρίς συνέπειες· στο νοµό Πέλλας σχηµατίστηκε ειδικό προπαγανδιστικό «συνεργείο» για τη «διαφωτιστική δουλειά» στα χωριά της µειονότητας, αποτελούµενο «από ένα σλαβόφωνο µακεδόνα και 2-3 Σερβίδες αντάρτισσες»·79 δροµολογήθηκε επίσης η στρατολογία των πρώτων Σλαβοµακεδονισσών στον ΕΛΑΣ, µε «αποφασιστικό αντίχτυπο» στον τοπικό πληθυσµό.80 Η σηµαντικότερη καινοτοµία αυτής της φάσης αφορούσε, όµως, τη συγκρότηση δύο αυτοτελών σλαβοµακεδονικών µονάδων, επιφορτισµένων µε τη «διαλυτική» δουλειά και τον αφοπλισµό των οχρανιτών. Το πρώτο από αυτά τα «µακεδονικά τάγµατα» συγκροτήθηκε στις 16 Ιουνίου στο Καϊµακτσαλάν, ως τµήµα του 30ού συντάγµατος του ΕΛΑΣ, µε στρατιωτικό διοικητή τον Κρητικό Βαγγέλη Φουντουλάκη και πολιτικό επίτροπο τον Σλαβοµακεδόνα Γιώργο Ούρντοφ, οργανωτικό γραµµατέα ως τότε της ΠΕ Έδεσσας του ΚΚΕ· το δεύτερο τάγµα σχηµατίστηκε στις 20 Ιουλίου στα Κορέστια, ως τµήµα του 28ου συντάγµατος, µε καπετάνιο τον Σλαβοµακεδόνα Ηλία Δηµάκη (Γκότσε), στρατιωτικό διοικητή τον Αρβανίτη Κοσµά Σπανό (Αµύντα) και πολιτικό επίτροπο τον Χρήστο Κολέντση (Κόκκινο). Κι αυτό το άνοιγµα θα καταδείξει, όµως, σύντοµα τα όριά του, καθώς η ανεξέλεγκτη στρατολογία στην οποία επιδίδονται τα τάγµατα µεταξύ των Σλαβοµακεδόνων, η ζύµωσή τους από τους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους και η παρουσία στις γραµµές τους ενός απροσδιόριστου αριθµού πρώην κοµιτατζήδων (που άλλαξαν στρατόπεδο, ως αποτέλεσµα της κατάρρευσης του Άξονα αλλά και της αυξηµένης φερεγγυότητας που η ύπαρξη καθαρά µειονοτικών µονάδων προσέδιδε στις σχετικές εκκλήσεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ) θα πυροδοτήσουν ξανά τα αµυντικά ανακλαστικά της εαµικής καθοδήγησης. Μετά τη Συµφωνία της Καζέρτας, τον Οκτώβριο του 1944, το µεν τάγµα Γκότσε θα εκδιωχθεί manu militari από τον ΕΛΑΣ στη Γιουγκοσλαβία µετά την άρνησή του να µετακινηθεί προς νότο, το δε τάγµα Ούντοφ θα περάσει µόνο του τα σύνορα µε τον ίδιο προορισµό.81 Η καταστολή των «αυτονοµιστών» θα ολοκληρωθεί στις αρχές Νοεµβρίου, µε το κλείσιµο των συνόρων από τις εαµικές αρχές προκειµένου να αποτραπεί η διείσδυση φιλογιουγκοσλάβων προπαγανδιστών στην ελληνική επικράτεια.

31 Κωστόπουλος

Παρέλαση της «1ης Αιγαιάτικης Ταξιαρχίας» στα Μπίτολα [Μοναστήρι], 18 Νοεμβρίου 1944. Η Ταξιαρχία αποτελούνταν από άνδρες του 28ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ με καπετάνιο τον Ηλία Δημάκη ή Γκότσε («L’oeuvre des freres Manaki», Архив на Македониjа, Σκόπια 1996).

Ο απολογισµός της πολιτικής του ΚΚΕ και του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ απέναντι στους Σλαβοµακεδόνες επί Κατοχής καταδεικνύει έτσι τα όρια µιας πολιτικής αναγκασµένης να ισορροπεί ανάµεσα στις επιταγές της εθνικής ενότητας, τις αντίρροπες πιέσεις που δεχόταν ο κοµµατικός κι εαµικός µηχανισµός από την οργανωµένη βάση του µεταξύ των (συχνά αλληλοϋποβλεπόµενων, αν όχι ανταγωνιστικών) διαφορετικών εθνογλωσσικών οµάδων της ελληνικής Μακεδονίας, τις προσωπικές προκαταλήψεις των περιφερειακών και κεντρικών στελεχών, την υπονόµευση ή και ανοιχτή αµφισβήτηση από τους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους της αποκλειστικής κυριαρχίας του ΕΑΜ στις απελευθερωµένες ζώνες, την «εθνικοποίηση» πολιτικών διαφωνιών ή αντιπαραθέσεων (όσον αφορά π.χ. τη στάση του κινήµατος απέναντι στην εξόριστη βασιλική κυβέρνηση, τον αστικό πολιτικό κόσµο και τους εν γένει «αντιδραστικούς», που συχνά ταυτίζονταν µε το µηχανισµό καταπίεσης των Σλαβοµακεδόνων τα προηγούµενα χρόνια) και την ανάγκη εκπλήρωσης ενός µέρους τουλάχιστον από τις υποσχέσεις για ισότιµη µεταχείριση της µειονότητας.

Με δεδοµένη την έµφαση στον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα του εαµικού κινήµατος, η πίεση των φορέων του παραδοσιακού εθνικισµού δεν θα πρέπει καθόλου να υποτιµηθεί· καθόλου τυχαία, άλλωστε, δύο από τα πιο διαδεδοµένα δείγµατα αντιεαµικής µαύρης προπαγάνδας (εκ µέρους τόσο των δεξιών αντιστασιακών ή ηµιδωσιλογικών οργανώσεων, όσο και του επίσηµου δωσιλογικού και κατοχικού µηχανισµού), τα πλαστά «σύµφωνα» του Πετριτσιού και της Καρυδιάς, αφορούσαν ακριβώς την υποτιθέµενη διαθεσιµότητα του ΚΚΕ να εκχωρήσει την ελληνική Μακεδονία στους Σλάβους. Ακόµη σοβαρότερη υπήρξε η επίδραση στελεχών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που προέρχονταν από τον παραδοσιακό πολιτικό κόσµο, τον «αστικό» στρατό ή τα προπολεµικά σώµατα ασφαλείας και πίεζαν διαρκώς για µια αποφασιστικότερη αντιµετώπιση του «αυτονοµισµού» και της «σλαβικής προπαγάνδας» ή αναπαρήγαγαν (ως εαµική γραµµή) τα παραδοσιακά εθνικιστικά στερεότυπα για την προϊστορία και τον εθνοτικό χαρακτήρα των σλαβόφωνων περιοχών.82 Η αναπαραγωγή, τέλος, αντιδηµοκρατικών εξουσιαστικών πρακτικών στο εσωτερικό του εαµικού και κοµµουνιστικού κινήµατος φαίνεται πως αποτέλεσε µιαν ακόµη πηγή ανακύκλωσης κι εµπέδωσης των κάθε λογής στερεοτύπων και «παρεξηγήσεων».83

Η εξισορρόπηση αυτών των αντιφάσεων αποτυπώνεται, µεταξύ άλλων, στην πολιτική ανάδειξης στελεχών του αντιστασιακού κινήµατος από τη µειονότητα. Οι υποστηρικτές της τονίζουν ότι, χάρη στο ΕΑΜ και το ΣΝΟΦ, δεκάδες Σλαβοµακεδόνες µετείχαν σε ηγετικά πόστα της τοπικής αυτοδιοίκησης, της εθνικής πολιτοφυλακής και των λαϊκών δικαστηρίων. Η επιβολή ποσοστώσεων στη στρατολογία για τον ΕΛΑΣ και την Εθνική Πολιτοφυλακή «απ’ τους Έλληνες και τους ντόπιους, ανάλογα µε τη σύνθεση του πληθυσµού» επιβεβαιώνεται και από το διαθέσιµο αρχειακό υλικό, τουλάχιστον για την περιοχή της Φλώρινας.84 Κατά τη συγκρότηση του Επαρχιακού Συµβουλίου της ίδιας περιοχής, τον Σεπτέµβριο του 1944, τηρήθηκε επίσης «η ίδια αναλογία µε τη σύνθεση του πληθυσµού, 2/3 Σλαυοµακεδόνες και1/3 Έλληνες», κάτι που κατά την τοπική καθοδήγηση «έφερε ικανοποίηση σε όλο τον κόσµο» πρόεδρος του συµβουλίου εξελέγη ο Σλαβοµακεδόνας Μήτσος Βελάκης.85 Σλαβοµακεδόνες ήταν επίσης τρεις τουλάχιστον αντιπρόσωποι των νοµών Καστοριάς και Φλώρινας στο Εθνικό Συµβούλιο των Κορυσχάδων (Μιχάλης Κεραµιτζής, Σπύρος Σίµου, Κυριάκος Πυλάης). Από την άλλη, συχνά –και µάλλον δικαιολογηµένα– διατυπώνονταν παράπονα για παραγκωνισµό των µειονοτικών στελεχών στις στρατιωτικές διοικήσεις του ΕΛΑΣ και για έλλειψη εµπιστοσύνης στους απλούς σλαβόφωνους αντάρτες· αυτό το τελευταίο αποτελούσε οµολογηµένη πρακτική αρκετών στελεχών της Αντίστασης, ανακοινώσιµη ακόµη και προς τους Βρετανούς αξιωµατικούς συνδέσµους µε τους οποίους συνεργάζονταν.86 Υπαρκτός ήταν επίσης ο φόβος των καθοδηγητών για το ενδεχόµενο ανάδειξης στα τοπικά όργανα ανθρώπων που είχαν εκτεθεί κατά την πρώτη φάση της Κατοχής, είτε ως µέλη της Βουλγαρικής Λέσχης είτε και ως «εκδηλωµένοι φασίσται».87

Οι πρακτικές επιπτώσεις της εαµικής περιόδου στην καθηµερινή ζωή των Σλαβοµακεδόνων υπήρξαν, αντίθετα, αρκετά σαφείς και οπωσδήποτε θετικές. Η ουσιαστική απελευθέρωση της σλαβοφωνίας κι ακόµη περισσότερο η επίσηµη χρήση τής (µέχρι πρότινος απαγορευµένης) σλαβοµακεδονικής γλώσσας σε κάθε λογής δηµόσιες εκδηλώσεις, από τις συνδιασκέψεις του ΣΝΟΦ µέχρι τις πανηγυρικές λαϊκές συγκεντρώσεις της απελευθέρωσης, συνιστούσαν καθοριστική τοµή όσον αφορά τη µεταχείριση του πληθυσµού από τις κατά καιρούς ελληνικές διοικήσεις. Εξίσου σηµαντικές τοµές στο συµβολικό πεδίο υπήρξαν ο επίσηµος γιορτασµός του Ίλιντεν στις ελεύθερες περιοχές το καλοκαίρι του 1944 (κίνηση που έβγαζε την τοπική συλλογική µνήµη από το καθεστώς της βαθιάς παρανοµίας στο οποίο είχε καταχωνιαστεί µετά το 1913) και το ανέβασµα του «Ματωµένου Μακεδονικού Γάµου» του Βοϊντάν Τσερνοντρίνσκι από θεατρικές οµάδες της ΕΠΟΝ· δηµοσιευµένο το 1900 στη Σόφια «στη µακεδονική λαλιά», µε θεµατολογία εµπνευσµένη από τους αγώνες των Μακεδόνων χωρικών ενάντια στους Τούρκους µπέηδες, το έργο αυτό προσφερόταν για την ανάδειξη ενός κοινού αγωνιστικού παρελθόντος Ελλήνων και Σλαβοµακεδόνων.

32 Κωστόπουλος

Η θεατρική ομάδα του χωριού Άλωνα [Άρμενσκο] Φλώρινας, μετά την παράσταση του «Ματωμένου Μακεδονικού Γάμου». Το ανέβασμα του σλαβόγλωσσου έργου του Βοϊντάν Τσερνοντρίνσκι το 1944-1945 υπήρξε ίσως η πανηγυρικότερη συμβολική επιβεβαίωση της νέας εαμικής πολιτικής απέναντι στη μειονότητα (Παύλος Κούφης, «Άλωνα Φλώρινας. Αγώνες και θυσίες», Αθήνα 1990).

Από θεσµική άποψη, το σηµαντικότερο βήµα αποτέλεσε το βραχύβιο άνοιγµα σλαβοµακεδονικών σχολείων από τις εαµικές αρχές µετά την απελευθέρωση. Παρά τις αντιδράσεις των παραδοσιακών εκπροσώπων του ελληνικού εθνικισµού (από τον µητροπολίτη Καστοριάς µέχρι κάποια υπηρεσιακά στελέχη του σχολικού µηχανισµού) και την απροθυµία πολλών από τους σλαβόφωνους δασκάλους της περιοχής να στηρίξουν ενεργά το εγχείρηµα, τον Δεκέµβριο του 1944 εκδόθηκε σλαβοµακεδονικό αλφαβητάρι, τον Φεβρουάριο του 1945 λειτούργησε ένα ταχύρρυθµο εκπαιδευτικό «φροντιστήριο» στο Άργος Ορεστικό (µε υποψήφιους δασκάλους που είχαν επιλεγεί µεταξύ των µορφωµένων σλαβόφωνων επονιτών) και τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς άνοιξαν για ένα µικρό χρονικό διάστηµα επίσηµα σλαβοµακεδονικά σχολεία τουλάχιστον σε τρία χωριά της Καστοριάς (Δενδροχώρι, Τειχιό, Κοντορόπη) και µερικά ακόµη της Φλώρινας (Λαιµός, Μπούφι, Νεοχωράκι, Τριανταφυλλιά, Υδρούσα, Κορυφή, Παρόρι, Σφήκα, Βεύη, Λόφοι, Σιταριά, Αγ. Παντελεήµονας, Ξινό Νερό κ.ά.). Με δεδοµένες τις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις της ίδιας περιόδου, η υποδοχή του µέτρου υπήρξε πάντως αρκετά αντιφατική: κάποια παραδοσιακά προπύργια της «ελληνοφροσύνης» αντιστάθηκαν ρητά σε αυτό, ενώ οι περισσότερες σλαβόφωνες κοινότητες απέφυγαν να εκτεθούν ζητώντας τη λειτουργία οποιουδήποτε σχολείου, είτε ελληνικού είτε σλαβοµακεδονικού.88 Η σκιά της επικείµενης αποκατάστασης της παλαιάς τάξης πραγµάτων επέβαλλε άλλωστε τη µέγιστη δυνατή αυτοσυγκράτηση – και η πλούσια σε παρόµοιες ανατροπές ιστορία της περιοχής είχε διδάξει τους κατοίκους της να µη διακινδυνεύουν εύκολα τη στοχοποίησή τους από τους εκάστοτε ισχυρούς.

6. Η λευκή τροµοκρατία

Χάρη στη συµφιλιωτική πολιτική του ΕΑΜ, η απελευθέρωση του 1944 επέφερε µόνο περιορισµένη αιµατοχυσία στις σλαβόφωνες περιοχές. Σηµειώθηκαν βέβαια κάποια δηµόσια λιντσαρίσµατα οχρανιτών κι «εξαφανίσεις» πρώην χωροφυλάκων, σε γενικές γραµµές, όµως, το επίπεδο των αντεκδικήσεων παρέµεινε αρκετά χαµηλό.89 Σχετικά ολιγάριθµες υπήρξαν και οι συλλήψεις από τον ΕΛΑΣ πρώην «βουλγαροφασιστών», απ’ τους οποίους κρατήθηκαν κατά κανόνα µόνο όσοι «είχαν παροτρύνει τα χωριά να εξοπλιστούν» ή «είχαν διαπράξει εγκλήµατα»· σε όλο το νοµό Φλώρινας, οι φυλακισµένοι δωσίλογοι αυτής της κατηγορίας δεν πρέπει να ξεπέρασαν το φθινόπωρο του 1944 τις µερικές δεκάδες.90 Λιγότερο απλά εξελίχθηκαν τα πράγµατα στο νοµό Καστοριάς, όπου η δράση του Κοµιτάτου είχε χαράξει αιµατηρές διαχωριστικές γραµµές και το ΚΚΕ χρειάστηκε να παρέµβει δυναµικά για να ελέγξει τις «σωβινιστικές» εκδηλώσεις του ελληνόφωνου γηγενούς και προσφυγικού πληθυσµού εναντίον των Σλαβοµακεδόνων.91 Από τη δικαστική υπηρεσία του ΕΛΑΣ παραδόθηκαν συνολικά στην κυβέρνηση Παπανδρέου ως δωσίλογοι 518 κρατούµενοι «οχρανίται και εν γένει συνεργασθέντες µε τους κατακτητάς» –ανεξαρτήτως µητρικής γλώσσας– απ’ όλη τη Μακεδονία.92 Ηγετικά στελέχη της βουλγαροµακεδονικής κίνησης, όπως ο Βούλγαρος στρατιωτικός σύνδεσµος Αντόν Κάλτσεφ κι ο επικεφαλής της Οχράνα Γκέοργκι Ντίµτσεφ, παραδόθηκαν επίσης από τους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους στον ΕΛΑΣ κι απ’ αυτόν στην κυβέρνηση Παπανδρέου. Τα επόµενα χρόνια, ο πρώτος καταδικάστηκε ως εγκληµατίας πολέµου σε ισόβια το 1946, σε θάνατο το 1948 και τουφεκίστηκε στις 27.8.1948 στον «συνήθη τόπο» των φυλακών Επταπυργίου· ο δεύτερος επαναπατρίστηκε το 1945 από τον αγγλικό στρατό στη Βουλγαρία, όπου και παρέµεινε για πολλά χρόνια στη φυλακή ως φασίστας.

Εντελώς διαφορετική τροπή πήραν τα πράγµατα µετά τη Βάρκιζα και το πέρασµα της ουσιαστικής εξουσίας στην Εθνοφυλακή και τις φιλοβασιλικές παρακρατικές συµµορίες, που επανδρώθηκαν σε µεγάλο βαθµό από πρώην συνεργάτες των κατοχικών δυνάµεων. Με πρόσχηµα τη δίωξη των πρώην «οχρανιτών» και «κοµιτατζήδων», ένα εκτεταµένο κύµα βίας σάρωσε τις σλαβόφωνες περιοχές, βάζοντας στο στόχαστρο όλα ανεξαιρέτως τα µέλη της ανεπιθύµητης πληθυσµιακής οµάδας – όχι µόνο τους πρώην δωσιλόγους αλλά και πολλούς αγωνιστές µε λαµπρή αντιστασιακή δράση. Σχεδόν κάθε σλαβοµακεδονικό χωριό υπέστη µέσα στο 1945 µία ή περισσότερες επιδροµές «εθνικοφρόνων» παρακρατικών µε στόχο τη λεηλασία των περιουσιών του, την καταστροφή σπιτιών και αποθηκών, την κακοποίηση των κατοίκων κι επιλεκτικούς φόνους ή απαγωγές.93 Ως αποτέλεσµα, ήδη από την άνοιξη του 1945, τουλάχιστον ο ανδρικός πληθυσµών πολλών σλαβόφωνων χωριών είναι αναγκασµένος να διανυκτερεύει όχι «εις τας οικίας [του] αλλ’ εις την ύπαιθρον».94 Ακόµη και σε πόλεις όπως τα Γιαννιτσά, εθνικόφρονες παράγοντες της εποχής θα επισηµάνουν την εφαρµογή µιας τροµοκρατικής πολιτικής µε στόχο τα καταστήµατα και λοιπά περιουσιακά στοιχεία των σλαβόφωνων ντόπιων· αλλού, όπως στο Κιλκίς ή τη Γουµένισσα, δηµόσιες επιγραφές καλούν τους «Βουλγάρους» της περιοχής να εγκαταλείψουν τη χώρα.95

33 Κωστόπουλος

Φυλλάδιο για τη σλαβομακεδόνισσα Μίρκα Γκίνοβα από τα Ξανθογένεια [Ρουσίλοβο] της Έδεσσας. Η Μ. Γκίνοβα ή Ειρήνη Γκίνη ήταν η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε το 1946. Στην πρώτη σελίδα τα τελευταία λόγια της μπροστά στο απόσπασμα: «..Ζήτω το ΚΚΕ! Ζήτω το ΝOΦ! – Ζήτω η Δημοκρατία! –Θάνατος στο φασισμό!» (ΑΣΚΙ).

Σε ορισµένες περιπτώσεις, ιδίως στην Ανατολική Μακεδονία, η έξοδος αυτή θα επιβληθεί διά των όπλων από τοπικούς εθνικόφρονες πολέµαρχους, όπως ο Χρήστος Τάσκας, «γρεκοµάνος» οπλαρχηγός του Τσαούς Αντών από το Παγονέρι της Δράµας, που περιέγραψε αναλυτικά αυτή τη δραστηριότητα στα αδηµοσίευτα αποµνηµονεύµατά του.96 Στην περιοχή Φλώρινας-Πτολεµαΐδας πάλι, όπως πληροφορούµαστε από την απόρρητη αλληλογραφία του Χρήστου Ζαλοκώστα µε τον εξόριστο βασιλιά Γεώργιο, η «εξαφάνισις των κυριοτέρων Βουλγάρων πρακτόρων» την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1945 ήταν έργο ενός µυστηριώδους µηχανισµού µε τα αρχικά ΠΟΚΑ· ακολουθώντας παλιές δοκιµασµένες τακτικές, τους επιλεκτικούς φόνους διαδέχθηκε στη συνέχεια η κατήχηση της µειονότητας από το πολιτικό σκέλος της εθνικοφροσύνης: «Τώρα τους προπαγανδίζουν τα στελέχη µας και προσπαθούν διά της πειθούς να τους φέρουν οριστικώς προς ηµάς».

Από το ίδιο ντοκουµέντο διαπιστώνουµε πως απώτερο στόχο της τροµοκρατίας συνιστούσε η καταστολή όχι µόνο του «εθνικού» αλλά και του «πολιτικού» εχθρού, στον οποίο περιλαµβανόταν σύµπασα η δηµοκρατική παράταξη: «Το αποτέλεσµα», διαβάζουµε, «εφάνη κατά την περιοδείαν του Πλαστήρα. Παντού οι σλαυόφωνοι τον απεδοκίµασαν».97 Οκτώ µήνες αργότερα, ο κεντρικά οργανωµένος παρακρατικός µηχανισµός που στήθηκε ενόψει του δηµοψηφίσµατος, µε απόφαση του πρωθυπουργού Τσαλδάρη και υπό την προεδρία του υπουργού Στρατιωτικών Πέτρου Μαυροµιχάλη, για την εξολόθρευση των νόµιµων στελεχών της Αριστεράς σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα (από τη Ρούµελη ως τον Νέστο) και τη βίαιη παλινόρθωση της µοναρχίας, θα φέρει τη συνθηµατική ονοµασία «Μακεδονικό Κοµιτάτο».98

Την παρακρατική δραστηριότητα συνόδευσε το δικαστικό πογκρόµ κατά των Σλαβοµακεδόνων µε την κατηγορία του δωσιλογισµού και, µετά τον Ιούνιο του 1946, του «αυτονοµισµού». Από τους 959 κατηγορουµένους που δικάστηκαν π.χ. στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Θεσσαλονίκης κατά τη διετία 1945-46, οι 663 ήταν Σλαβοµακεδόνες που κατηγορούνταν για συνεργασία µε τους Βουλγάρους, ενώ απροσδιόριστη παραµένει η εθνοτική σύνθεση των 285 κατηγορουµένων για συνεργασία µε τους Γερµανούς. Από τους 663 καταδικάστηκαν τελικά 410, εκ των οποίων οι 78 σε θάνατο και οι 65 σε ισόβια· συχνά διώξεις και καταδίκες βασίζονταν σε απλές φήµες ή και εξόφθαλµες συκοφαντίες. Από το ναζιστικό «Εθελοντικό Τάγµα Ασφαλείας» του Πούλου, αντίθετα, µόλις 27 άτοµα οδηγήθηκαν τελικά στο δικαστήριο ή δικάστηκαν ερήµην, ενώ απείρως πιο ευνοϊκή υπήρξε η µεταχείριση των οικονοµικών δωσιλόγων και των δηµοσιογράφων που είχαν επανδρώσει το µηχανισµό της γερµανικής προπαγάνδας, προς υπεράσπιση των οποίων προσήλθε µεγάλο µέρος από την καλή κοινωνία και την εθνικιστική διανόηση της συµπρωτεύουσας.99 Ακόµη µεγαλύτερος υπήρξε ο αριθµός των Σλαβοµακεδόνων που οδηγήθηκαν µε παρόµοιες κατηγορίες στα αντίστοιχα περιφερειακά δικαστήρια, συχνά κατά οµάδες δεκάδων ή εκατοντάδων συγχωριανών· δίπλα σε γνωστούς οχρανίτες και κοµιτατζήδες, ως «δωσίλογοι» φυλακίστηκαν έτσι εκατοντάδες µέλη και στελέχη των εαµικών οργανώσεων (ανάµεσά τους και ο εαµικός έπαρχος Φλωρίνης το 1944-45) που είχαν πολεµήσει τον κατακτητή και διωχθεί απ’ αυτόν.100 Η σλαβοµακεδονική ταυτότητα συνεπαγόταν επίσης ιδιαίτερα βάναυση µεταχείριση κατά τη διάρκεια της κράτησης, ακόµη και από φρουρούς κάθε άλλο παρά φασίστες, όπως διαπιστώνουµε από τα αποµνηµονεύµατα ενός Πόντιου εαµίτη, τον οποίο συνόδευε η (ψευδής) φήµη του «Βουλγάρου».101 Την εικόνα συµπληρώνει η έννοµη καταστολή της σλαβοφωνίας σε µεγάλο µέρος της υπαίθρου, καθώς η δηµόσια οµιλία της σλαβοµακεδονικής γλώσσας απαγορεύθηκε σε πολλά χωριά µε αποφάσεις των τοπικών διοικητών της Εθνοφυλακής, επ’ απειλή παραπομπής στις Επιτροπές Ασφαλείας για εκτόπιση.102 Τοπικά πάλι στελέχη ή απλά μέλη του ΕΑΜ που είχαν εκτεθεί με το άνοιγμα σλαβομακεδονικών σχολείων ή το ανέβασμα σλαβόγλωσσων θεατρικών παραστάσεων διώχθηκαν δικαστικά με την κατηγορία της «εθνικής αναξιότητας».103

35 Κωστόπουλος

O αριθμός των συλλήψεων την περίοδο της «λευκής τρομοκρατίας» σύμφωνα με τα στοιχεία που ο εαμικός συνασπισμός κατέθεσε στον OΗΕ (ΑΣΚΙ).

Αποτέλεσμα αυτού του διωγμού ήταν η μαζική φυγή ενός τμήματος της μειονότητας στις γειτονικές χώρες. Μεταξύ 1944 και 1946, περίπου 10.000 Σλαβομακεδόνες κατέφυγαν στη Βουλγαρία κι άλλοι περίπου 17.000 στην τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία, απ’ τους οποίους οι 13.000 μετά τη Βάρκιζα.104 Μέχρι το γενικευμένο ξέσπασμα του Εμφυλίου, η «ολοκλήρωση» αυτής της διαδικασίας (με την εκδίωξη και των υπολοίπων) θα αποτελέσει μία από τις βασικές προγραμματικές επαγγελίες και διεκδικήσεις της εθνικιστικής Δεξιάς, συχνά σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις για ήπια μεταχείριση ή πλήρη απαλλαγή των «εθνικοφρόνων» δωσιλόγων. Κοινό τόπο της σχετικής αρθρογραφίας του αθηναϊκού και βορειοελλαδικού Τύπου, αλλά και των σχετικών παρεµβάσεων στο Κοινοβούλιο µετά τις εκλογές του 1946 αποτελεί η εξοµοίωση των Σλαβοµακεδόνων της Ελλάδας µε τους Σουδήτες, τη γερµανική µειονότητα της Τσεχοσλοβακίας που χρησιµοποιήθηκε ως πρόσχηµα για την κατάληψη της χώρας από το Γ΄ Ράιχ κι εκδιώχθηκε από τη χώρα µε συνοπτικές διαδικασίες αµέσως µετά την απελευθέρωση.105 Η δηµόσια αυτή συζήτηση αποτελεί µόνο την κορυφή του παγόβουνου των αντίστοιχων απόρρητων ενδοϋπηρεσιακών ζυµώσεων, που ξεκίνησαν ήδη πριν από το τέλος της Κατοχής (µεταξύ της εξόριστης κυβέρνησης και των επαφών της στο εσωτερικό) για να πολλαπλασιαστούν µετά την απελευθέρωση. Οι επιτελικοί αυτοί σχεδιασµοί περιστρέφονταν γύρω από την αναγκαιότητα και το εφικτό µιας µερικής ή γενικευµένης εθνοκάθαρσης διά της διοικητικής οδού και, τουλάχιστον κατά την αρχική φάση τους, είχαν τη σαφή υποστήριξη των επικυρίαρχων βρετανικών αρχών. Κατά κανόνα, οι εν λόγω εισηγήσεις περιλάµβαναν µια ταξινόµηση των Σλαβοµακεδόνων ανάλογα µε τη στάση τους επί Κατοχής, χονδρικές εκτιµήσεις των αντίστοιχων µεγεθών και προτάσεις για την επιθυµητή µεταχείριση κάθε κατηγορίας. Το πιο συνηθισµένο αναλυτικό σχήµα έπαιρνε τη µορφή τριχοτόµησης της επίµαχης πληθυσµιακής οµάδας µε διάκριση ανάµεσα στον σκληρό «ανθελληνικό» πυρήνα της (που έπρεπε να εκδιωχθεί ή εξολοθρευθεί), τους «παραµείναντας Έλληνας» (που όχι µόνο δεν έπρεπε να θιγούν αλλά ενδεχοµένως και ν’ ανταµειφθούν) και τους λιγότερο εκτεθειµένους ή «ρευστής συνειδήσεως» (στους οποίους επιφυλασσόταν κάποια ενδιάµεση µεταχείριση). Σε κάθε περίπτωση, τα µέλη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ταξινοµούνταν στην ίδια ή και χειρότερη κατηγορία µε τους δωσίλογους οχρανίτες· ο αριθµός δε των ατόµων που θα έπρεπε να εκδιωχθούν από τη χώρα (ή να αποµακρυνθούν από τις παραµεθόριες γενέτειρές τους) κυµαινόταν συνήθως, ανάλογα µε τις εκτιµήσεις, µεταξύ 50.000 κι 70.000.106 Κάποιοι από τους συντάκτες αυτών των εκθέσεων, όπως ο νοµάρχης Φλωρίνης Α. Μαυρίδης, θα συνδυάσουν το αίτηµα εκκαθάρισης του «βουλγαρικού πληθυσµού» της περιφέρειάς τους µε την παράλληλη εξάλειψη του «καρκινώµατος» των Καυκάσιων προσφύγων, οι φιλοεαµικές κοινότητες των οποίων «δεν εννοούν να εγκλιµατισθούν εις το ελληνικόν πνεύµα».107

36 Κωστόπουλος

Προκήρυξη της ΕΠOΝ Φλώρινας και Καστοριάς, Δεκέμβρης 1944 (Αρχείο ΕΠOΝ, ΑΣΚΙ).

Η αντανάκλαση αυτής της ζύµωσης στην επίσηµη διοικητική πρακτική αποτελεί ένα άλλο κεφάλαιο, µεγάλο µέρος του οποίου εξακολουθεί να καλύπτεται µέχρι σήµερα µε το µανδύα του απορρήτου. Από τα διαθέσιµα ντοκουµέντα που έχουν έρθει ως τώρα στο φως, γνωρίζουµε ότι καταρτίστηκαν τουλάχιστον τρεις επιτροπές για την ενδελεχή µελέτη του «προβλήµατος» και την υποβολή συγκεκριµένων προτάσεων. Η πρώτη επιτροπή συγκροτήθηκε τον Αύγουστο του 1945 από την κυβέρνηση Βούλγαρη κι αποτελούνταν από τρεις εθνικόφρονες πρώην υπουργούς και βουλευτές της περιοχής (Φ. Δραγούµης, Γ. Μόδης, Δ. Ανδρεάδης). Από τα συµφραζόµενα της αλληλογραφίας της µε το υπουργείο Εξωτερικών διαπιστώνουµε ότι αρχικός σκοπός ήταν η συγκέντρωση στοιχείων για την αντιµετώπιση ενδεχόµενης ερευνητικής αποστολής του ΟΗΕ στην ελληνική Μακεδονία για τη µεταχείριση των εκεί µειονοτήτων. Μετά από επιτόπιες περιοδείες και µελέτη των υπηρεσιακών φακέλων των κατοχικής διοίκησης, το κύριο προϊόν των εργασιών της υπήρξε, ωστόσο, η λεπτοµερής ταξινόµηση των «εθνικών φρονηµάτων» του πληθυσµού στους «εµπερίστατους» νοµούς Καστοριάς, Φλώρινας και Πέλλας, µε κατάρτιση και υποβολή σχετικών στατιστικών πινάκων, εν όψει των τελικών αποφάσεων σε κεντρικό επίπεδο.108

Η δεύτερη επιτροπή συγκροτήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1945 µε κοινή απόφαση των υπουργών Δικαιοσύνης, Εσωτερικών και Στρατιωτικών, µε αποκλειστικό σκοπό την καταγραφή των «βουλγαροφρόνων» και «ρουµανοφρόνων» µειονοτικών της Βόρειας Ελλάδας «βάσει ειδικών κριτηρίων δηλωτικών Βουλγαρικής ή Ρουµανικής συνειδήσεως» και τη διάκρισή τους σε δύο κατηγορίες βάσει «επιβαρυντικών» ή «ελαφρυντικών» κριτηρίων.109 Στην πράξη, η διεκπεραίωση της ταξινόµησης ανατέθηκε σε τοπικές επιτροπές υπό την προεδρία των κατά τόπους εισαγγελέων πρωτοδικών, σε στενή συνεργασίαµε τους αντίστοιχους νοµάρχες, στρατιωτικούς διοικητές κι επικεφαλής της Χωροφυλακής.110 Το τελικό προϊόν, που παραδόθηκε στο υπουργείο Δηµοσίας Τάξεως τον Ιούλιο του 1946 και διαβιβάστηκε εν συνεχεία στο υπουργείο Εξωτερικών, χαρακτήριζε 103.379 κατοίκους δεκατριών νοµών της Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης «βουλγαρόφρονες» – 104.698 βάσει «επιβαρυντικών» και 8.681 βάσει «ελαφρυντικών» κριτηρίων. Από «παρανόησιν του πνεύµατος» της υπουργικής απόφασης, κάποιες επιτροπές, ωστόσο, συµπεριέλαβαν στην κατηγορία αυτή όχι µόνο σλαβόφωνους Βορειελλαδίτες αλλά και κάθε λογής άλλους δωσίλογους συνεργάτες των Βουλγάρων (Αρµενίους, Παλαιοελλαδίτες, Μικρασιάτες κλπ.), εξ ου και –σύµφωνα µε τον υπουργό Δηµόσιας Τάξης Σπύρο Θεοτόκη– ο πραγµατικός αριθµός των «βουλγαροφρόνων» θα έπρεπε να µειωθεί «εις 100.000 περίπου άτοµα δι’ ολόκληρον την περιοχήν Μακεδονίας-Θράκης». Το αντίστροφο «πνεύµα επιεικείας», σε συνδυασµό µε την «αντίληψιν ότι θα έπρεπε να αποφευχθή η δηµιουργία ενδεχοµένης ξένης µειονότητος», επικράτησε, αντίθετα, στην καταγραφή των «ρουµανοφρόνων» Βλάχων, µε αποτέλεσµα τον υπερβολικό περιορισµό τους σε µόλις 2.207 στη Μακεδονία και 533 στη Θεσσαλία.111 Μια τρίτη επιτροπή συστήθηκε, τέλος, για το ίδιο ζήτηµα από τον στρατό, µε επικεφαλής τον Α΄ υπαρχηγό ΓΕΣ, το ακριβές περιεχόµενο των εργασιών της παραµενει ωστόσο προς το παρόν αδιευκρίνιστο.112

Τελική κατάληξη αυτών των επεξεργασιών υπήρξε, φυσικά, η υποβολή προτάσεων για τη ριζική αντιµετώπιση της ανεπιθύµητης µειονοτικής παρουσίας. Με επιχείρηµα «τους εθνικούς κινδύνους, ους περικλείει η ύπαρξις µιας τοιαύτης συµπαγούς µάζης Βουλγαροφρόνων, ιδίως εις τας περιοχάς της Δυτικής Μακεδονίας», ο υπουργός Δηµοσίας Τάξεως θα εισηγηθεί τον Ιούλιο του 1946 την επίσηµη υποβολή στο Συνέδριο της Ειρήνης ελληνικού αιτήµατος για «το ζήτηµα της αποµακρύνσεως (απελάσεως) των Βουλγαροφρόνων τούτων εκ του Ελληνικού Εδάφους»· «µετά την πραγµατοποίησιν της προτεινοµένης απελάσεως των εν λόγω Βουλγαροφρόνων», διευκρινίζει, «θα ήτο δυνατόν να επιτευχθή εις τα εδάφη ταύτα ο εποικισµός δεκάδων χιλιάδων ακτηµόνων Ελλήνων».113 Η επιτροπή του ΓΕΣ, από την πλευρά της, συνέταξε και υπέβαλε στην κυβέρνηση –«ως πρώτον µέτρον»– ένα σχέδιο ψηφίσµατος µε το οποίο οι «βουλγαρόφρονες» έχαναν την ελληνική ιθαγένειά τους.114 Πρακτικότερο, το υπουργείο Οικονοµικών θα σπεύσει ήδη από τον Ιούνιο του 1945 να διατάξει να τεθούν υπό µεσεγγύηση οι περιουσίες όσων απέκτησαν στη διάρκεια της Κατοχής τη βουλγαρική υπηκοότητα, αλλά και όσων είχαν εφοδιαστεί µε ταυτότητες µελών της Βουλγαρικής Λέσχης· το µέτρο όµως ανακλήθηκε εντός διµήνου, για λόγους που παραµένουν αδιευκρίνιστοι.115 Με υπόµνηµά του προς την ερευνητική επιτροπή του ΟΗΕ, ο Έλληνας εκπρόσωπος εκεί Αλέξης Κύρου θα θέσει επίσηµα τον Μάρτιο του 1947 ζήτηµα απαλλαγής της Ελλάδας από την «πλειονότητα των Σλαυοφώνων» κατοίκων της, διακηρύσσοντας ότι «η ριζική λύσις του προβλήµατος αυτού» συνιστά βασική προϋπόθεση για την ειρήνευση της χώρας.116

Η ερευνητική επιτροπή του ΟΗΕ είχε συσταθεί τον Δεκέµβριο του 1946 για να εξετάσει τις καταγγελίες της ελληνικής κυβέρνησης περί υπόθαλψης κι ενεργού υποστήριξης του αντάρτικου από τους Βόρειους γείτονες· στερούνταν, ως εκ τούτου, κάθε αρµοδιότητας για τη λήψη (ή την εισήγηση) ενός παρόµοιου εθνοκαθαρτήριου µέτρου.117 Στην τελική έκθεσή της προς το Συµβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (27.5.1947), η φιλοαµερικανική πλειοψηφία της επιτροπής δεν θα αποφύγει πάντως µια συνοπτική αναφορά στο αντικείµενο – αν και στην αντίθετη κατεύθυνση απ’ ό,τι θα επιθυµούσε η επίσηµη Αθήνα: «Παρουσιάστηκαν αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν την κατηγορία ότι η Ελλάδα ενέκρινε την καταδίωξη των σλαβοµακεδονικών µειονοτήτων της. Επιπλέον η Επιτροπή άκουσε κάποιες µαρτυρικές καταθέσεις ότι η σλαβική διάλεκτος που οµιλείται από τους Σλαβοµακεδόνες –περίπου 85.000 πρόσωπα– δεν διδάσκεται στα σχολεία κι ότι σε ορισµένες περιοχές η χρήση αυτής της διαλέκτου από Έλληνες πολίτες έχει κάποιες φορές απαγορευτεί. Η Επιτροπή είναι της γνώµης ότι η µεταχείριση αυτή κατέληξε σε αναταραχή και δυσφορία εκ µέρους της σλαβικής µειονότητας της Βόρειας Ελλάδας, παρείχε δε γόνιµο έδαφος για αποσχιστικά κινήµατα».118

7. Το ΝΟΦ

Άµεσο προϊόν και ταυτόχρονα νοµιµοποιητικό επιχείρηµα της «εθνικόφρονος» τροµοκρατίας υπήρξε η δράση των Σλαβοµακεδόνων «αυτονοµιστών» του ΝΟΦ (Народно Ослободителен Фронт, Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Η οργάνωση συγκροτήθηκε στις 23 Απριλίου 1945 από φυγάδες στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, πρώην στελέχη του ΚΚΕ και του ΣΝΟΦ που επηρεάζονταν από το τιτοϊκό κίνηµα κι είχαν έρθει σε ρήξη µε την ηγεσία του κόµµατος, τόσο στο Μακεδονικό όσο και σε ευρύτερα πολιτικά ζητήµατα (όπως η µετριοπαθής στάση του ΕΑΜ απέναντι στους Άγγλους). Ο αρχικός πυρήνας της προήλθε από την Πολιτική Επιτροπή των Μακεδόνων υπό την Ελλάδα, που είχε συσταθεί στο Μοναστήρι τον Νοέµβριοτου 1944 µετά τη φυγή των µακεδονικών ταγµάτων του ΕΛΑΣ στη Γιουγκοσλαβία, και από µια Μυστική Απελευθερωτική Μακεδονική Οργάνωση (ΤΟΜΟ), που συστήθηκε σε συνθήκες βαθιάς παρανοµίας από Σλαβοµακεδόνες κοµµουνιστές στην περιοχή της Έδεσσας πριν από τη Βάρκιζα.119 Γραµµατέας του εξαµελούς καθοδηγητικού οργάνου εξελέγη ο δικηγόρος Πασχάλης Μητρόπουλος (Πασκάλ Μητρόφσκι) από το Άργος Ορεστικό, πρώην γραµµατέας του ΣΝΟΦ Καστοριάς. Μαζί µε το ΝΟΦ συγκροτήθηκαν και οι µαζικές οργανώσεις του στο χώρο των γυναικών και της νεολαίας, το Αντι-φασιστικό Μέτωπο Γυναικών (Анти фашистички Фронт иа Жените ή ΑΦΖ) και η Λαϊκή Απελευθερωτική Ένωση Νεολαίας (Народно-Ослободителен Младински Соjуз ή ΝΟΜΣ).

40 Κωστόπουλος

Δίγλωσση προκήρυξη του ΑΦΖ (Αντιφασιστικό Μέτωπο Γυναικών), της γυναικείας οργάνωσης του ΝOΦ (ΑΣΚΙ).

Η ιδρυτική διακήρυξη του ΝΟΦ δεν έχει διασωθεί. Οι βασικές προγραµµατικές του θέσεις κατά την πρώτη περίοδο της ύπαρξής του, µέχρι δηλαδή την υπαγωγή του στον έλεγχο του ΚΚΕ και του ΔΣΕ το φθινόπωρο του 1946, αποτυπώνονται ωστόσο –όχι χωρίς κάποιες οφθαλµοφανείς αντιφάσεις– στο προπαγανδιστικό υλικό που συνόδευσε την οικοδόµηση του οργανωτικού του δικτύου στο εσωτερικό της ελληνικής Μακεδονίας. Το πρώτο (δίγλωσσο) έντυπο της οργάνωσης, το καλοκαίρι του 1945, διακηρύσσει πως «θ’ αγωνισθή για την αδελφότητα του Ελληνικού και Μακεδονικού λαού, για την εξόντωση του φασισµού και των αρχηγών του: Γκλίξµπουργκ, Στρατιωτικός σύνδεσµος, Βούλγαρης κλπ, […] για την δηµιουργία της αληθινής Λαϊκής Δηµοκρατίας, όπου όλες οι εθνότητες θα έχουν πλήρη ισότητα»· εµφανής είναι ταυτόχρονα η προβολή του Τίτο και της γιουγκοσλαβικής πολιτικής, µαζί µε την καταγγελία της υπερεθνικής συνεργασίας των ντόπιων αντιδραστικών – «Ελλήνων και Βουλγάρων» (στην ελληνόγλωσση βερσιόν του άρθρου) ή «Ελλήνων και Μακεδόνων φασιστών» (στη σλαβοµακεδονική εκδοχή του).120 Στο ίδιο µήκος κύµατος κινούνται και οι χειρόγραφες ή πολυγραφηµένες προκηρύξεις της ΝΟΜΣ που µάζεψε ο Φίλιππος Δραγούµης το φθινόπωρο του 1945 στην Έδεσσα: επαγγελία της «Λαϊκής Δηµοκρατίας» µέσα από τους κοινούς αγώνες «Ελλήνων» και «Μακεδόνων» και ταυτόχρονη διεκδίκηση είτε της «ισοτιµίας» είτε της «αυτοδιάθεσης» των Σλαβοµακεδόνων.121 Σύµφωνα πάλι µε βασικό κείµενο των αρχών του 1946, «το ΝΟΦ συγκεντρώνει γύρω του όλα τα δηµοκρατικά, αντιφασιστικά στοιχεία χωρίς διάκριση εθνότητας, πίστης ή κοµµατικής ένταξης», «υπερασπίζεται τα συµφέροντα των πλατιών λαϊκών µαζών και αγωνίζεται για τη συντριβή του φασισµού στη Μακεδονία του Αιγαίου»· ταυτόχρονα, ωστόσο, το ίδιο ντοκουµέντο διακηρύσσει πως «ο µακεδονικός λαός έχει δικαίωµα», το οποίο και «διεκδικεί µε το όπλο στο χέρι», «να ενωθεί µε τη µήτρα του, µε το δικό του Πεδεµόντιο, τη Μακεδονία του Βαρδάρη».122 Δίπλα σ’ αυτές τις συγκαλυµµένες ή απροκάλυπτες αλυτρωτικές διακηρύξεις, η προπαγάνδα του ΝΟΦ θα επιδοθεί στην καταγγελία των «αυτονοµιστών» (δηλαδή των οπαδών µιας Μακεδονίας ανεξάρτητης τόσο από την Ελλάδα όσο κι από τη Γιουγκοσλαβία) ως οργάνων της Ιντέλιτζενς Σέρβις και «της µακεδονικής αντίδρασης, που επιδιώκει να διασπάση την ενότητα των λαών της Γιουγκοσλαβίας». Αποκαλυπτική για τις πολιτικές εξαρτήσεις του πρώιµου ΝΟΦ είναι επίσης η ένταξη µελών και στελεχών του στο γιουγκοσλαβικό ΚΚ Μακεδονίας.

Από οργανωτική άποψη, το ΝΟΦ κατάφερε τελικά να συσπειρώσει ένα αξιόλογο τµήµα του σλαβόφωνου πληθυσµού της κεντροδυτικής ελληνικής Μακεδονίας. Από τη µελέτη του άφθονου αρχειακού υλικού της περιόδου που έχει εκδοθεί στην ΠΓΔΜ, διαπιστώνουµε, ωστόσο, ότι κατά το πρώτο εξάµηνο της ύπαρξής του η παρουσία του ΝΟΦ στην περιοχή περιοριζόταν σε σποραδικές επισκέψεις κάποιων στελεχών ή ανταρτοοµάδων του από τη Γιουγκοσλαβία και στη συγκρότηση τοπικών ολιγοµελών καθοδηγητικών οργάνων, που λειτουργούσαν σε συνθήκες βαθιάς παρανοµίας· η ουσιαστική οργανωτική ανάπτυξή του ξεκινά µόλις τον Νοέµβριο του 1945, ως αποτέλεσµα προφανώς της σχετικής φιλελευθεροποίησης που επέφερε ο σχηµατισµός της κυβέρνησης Σοφούλη αλλά και της σταδιακής βελτίωσης των σχέσεων της οργάνωσης µε το ΚΚΕ.123 Τον Φεβρουάριο του 1946, στο Μέτωπο και τις µαζικές του οργανώσεις ήταν ενταγµένοι πάνω από 11.100 κάτοικοι των νοµών Φλώρινας, Καστοριάς, Πέλλας, Ηµαθίας και Κοζάνης· το ένα τρίτο τους είχε στρατολογηθεί στην πόλη της Έδεσσας, στην περιφέρεια της οποίας εντοπίζονταν συνολικάτα 3/4 των µελών της οργάνωσης.124 Μια πιοισορροπηµένη γεωγραφικά διάταξη της ίδιων οργανώσεων εµφανίζεται τον Μάιο του 1947, έξι µήνες µετά την «ενοποίηση» των δυνάµεων του ΝΟΦ µε το ΚΚΕ: 16.349 µέλη, εκ των οποίων 5.515 στην περιφέρεια Έδεσσας, 4.587 στην περιφέρεια Καστοριάς, 4.004 στην περιφέρεια Φλώρινας, 1.401 στην περιφέρεια Γιαννιτσών-Γουµένισσας και 1.044 στην περιφέρεια Νάουσας.125

Στην Ανατολική Μακεδονία, οι αντίστοιχες προσπάθειες του ΝΟΦ θα συναντήσουν σοβαρά εµπόδια εξαιτίας της εθνολογικής σύνθεσης του πληθυσµού, του «ακραίου συντηρητισµού» ενός µέρους του εναποµείναντος εκεί σλαβόφωνου πληθυσµού και της προχωρηµένης αφοµοίωσης ενός άλλου τµήµατός του στην ελληνική πλειοψηφία. Μετά από περιοδεία του στο νοµό Σερρών, ένα ηγετικό στέλεχος της οργάνωσης εκτιµά πως περίπου το ένα τρίτο των Σλαβοµακεδόνων της περιοχής «έχει εξελληνιστεί και µε µεγάλο φανατισµό υποστηρίζει πολιτικά την άκρα Αριστερά ή την άκρα Δεξιά, εθνικά όµως πάλι τον ελληνισµό»· οι δε υπόλοιποι «κρατούν στάση ουδετερότητας κι αδιαφορίας από πολιτικοϊδεολογικής πλευράς», την οποία ο ίδιος αποδίδει στα «ποικίλα προνόµια» που τους είχαν παραχωρήσει οι βουλγαρικές κατοχικές αρχές και στην απουσία οποιασδήποτε επαφής τους µε τη (σλαβο)µακεδονική εθνική ιδεολογία.126 Μαρτυρείται επίσης η παρουσία κάποιων σλαβόφωνων ανταρτοοµάδων επανδρωµένων από πρόσφυγες στο Πετρίτσι, οι οποίες υποστηρίζονται από κύκλους του ΚΚ Βουλγαρίας, διατηρούν επαφές µε συγκεκριµένες τοπικές οργανώσεις του ΚΚΕ και προπαγανδίζουν την ιδέα µιας ανεξάρτητης, ενιαίας Μακεδονίας.127 Μοναδική επιτυχία του ΝΟΦ θα είναι έτσι η δηµιουργία οργανώσεών του σε έναν περιορισµένο αριθµό σλαβοµακεδονικών χωριών του Μενοικίου όρους, τα οποία θεωρούνταν «αρκετά προοδευτικά» για τα δεδοµένα της περιοχής.

42 Κωστόπουλος

O Γκεόργκι Δημητρόφ υπογράφει το νέο Σύνταγμα της χώρας τον Δεκέμβριο του 1947 («Socialist Bulgaria15 years of development, 1944-1955», Σόφια 1959).

Στο επίπεδο της τακτικής, το ΝΟΦ ακολούθησε µια πολιτική που δεν απέκλινε ιδιαίτερα από αυτήν του ΚΚΕ: έµφαση στην πολιτική δουλειά, την ανασύνταξη των τοπικών οργανώσεων και την ανάπτυξη µαζικού κινήµατος· όσον αφορά δε την αντιφασιστική πάλη, πριµοδότηση της «µαζικής λαϊκής αυτοάµυνας» κι όχι της άµεσης προσφυγής στα όπλα. Έτσι, µέσα στο 1945 σηµειώνονται ελάχιστα ένοπλα χτυπήµατα, στα όρια των προσωπικών αντεκδικήσεων. Μονάχα την άνοιξη του 1946 οι ανταρτοοµάδες του θα υπερβούν το επίπεδο της ένοπλης προπαγάνδας και θα εξελιχθούν σε καθαρά στρατιωτικούς σχηµατισµούς. Από το διαθέσιµο µάλιστα αρχειακό υλικό διαπιστώνουµε πως αυτή η εξέλιξη σε µεγάλο βαθµό ακολουθεί (και αντιγράφει) τις επιλογές του ΚΚΕ για σταδιακή κλιµάκωση των µορφών πάλης.128

43 Κωστόπουλος

O Λευτέρης Μαυροειδής μιλά στη Βουλγαρία για την Ελλάδα και τον Δημοκρατικό Στρατό, 8 Ιανουαρίου 1948 (Φ.Α. ΑΣΚΙ).

Η στάση του ΚΚΕ απέναντι στο ΝΟΦ θα εξαρτηθεί, την ίδια περίοδο, σε µεγάλο βαθµό από τις εκτιµήσεις της ηγεσίας του για την πιθανότητα ειρηνικής διεξόδου από την κρίση. Έτσι, κατά το µεγαλύτερο µέρος του 1945, οι Έλληνες κοµµουνιστές καταγγέλλουν έτσι τη δραστηριότητα των «αυτονοµιστών» ως «τυχοδιωκτισµό» που θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση ολόκληρου του αριστερού και προοδευτικού κινήµατος στις σλαβόφωνες περιοχές· εξ ου και οι αρχικές εκτιµήσεις κάποιων στελεχών του ΝΟΦ ότι το ΚΚΕ, µε την επιρροή του σε µια µεγάλη µερίδα των Σλαβοµακεδόνων, αποτελεί «το µεγαλύτερο αντίπαλο» για το δικό τους κίνηµα, καθώς «επιφέρει πλήγµατα από τα µέσα».129 Μια κάποια όσµωση στη βάση των σλαβόφωνων κοινοτήτων είναι βέβαια κάτι παραπάνω από υπαρκτή, στη βάση συγγενικών δικτύων ή προϋπαρχόντων συντροφικών δεσµών, αν και συνήθως παίρνει τη µορφή πίεσης των «µετριοπαθών» προς τους νοφίτες για αυτοσυγκράτηση. Υπάρχουν άλλωστε και ακραία στελέχη του ΝΟΦ, όπως ο Βαγγέλ Αγιάνοφσκι-Ότσε, που ακόµη και στις αρχές του 1946 κηρύττουν ότι το Μέτωπο δεν πρέπει να έχει καµιά απολύτως σχέση µε το ΚΚΕ, αλλά «να αποµακρύνει µε κάθε τρόπο κάθε ελληνική οργάνωση από τη Μακεδονία του Αιγαίου» και να στρατολογήσει τους ντόπιους Έλληνες στις γραµµές του σαν µειονότητα, «δεδοµένου ότι ζουν στη δική µας επικράτεια».130

Η σταδιακή διολίσθηση του ΚΚΕ προς την επανάληψη του ένοπλου αγώνα θα σηµάνει, ωστόσο, και τη ριζική επανεκτίµηση των σχέσεών του µε τους εγχώριους οπαδούς της τιτοϊκής γραµµής. Σε εσωκοµµατική οµιλία του στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Δεκεµβρίου του 1945, ο Ζαχαριάδης εκτιµά πλέον ότι το ΝΟΦ δεν είναι παρά µια «αντιφασιστική δηµοκρατική οργάνωση» της Βόρειας Ελλάδας, διακριτή από τους επάρατους αυτονοµιστές και δυνάµει συνοδοιπόρος στον αγώνα «για το ψωµί, για την ελευθερία, για τη νέα ελληνική λαϊκή δηµοκρατία». Παρά τις αντιδράσεις κάποιων τοπικών στελεχών του κόµµατος, ιδιαίτερα στην περιοχή της Καστοριάς, η σταδιακή προσέγγιση και συνεργασία των δύο συλλογικοτήτων καθίσταται ορατή ήδη από τις αρχές του 1946, µε την από κοινού κινητοποίηση των µηχανισµών τους για την επιτυχία µαζικών εκδηλώσεων κατά της κρατικής τροµοκρατίας σε πόλεις και χωριά και την (αµυντική κατ’ αρχάς) σύµπραξη των ανταρτοοµάδων τους στο πεδίο της µάχης. Θα ακολουθήσουν, τον Μάιο του 1946, οι πρώτες µυστικές διαπραγµατεύσεις µεταξύ των δύο ηγεσιών και, το καλοκαίρι, αντίστοιχες ζυµώσεις µεταξύ τοπικών καθοδηγητικών οργάνων για το συντονισµό της ένοπλης δράσης. Το κυριότερο σηµείο τριβής σε αυτές τις συζητήσεις αφορά την ύπαρξη –ή όχι– αυτοτελών στρατιωτικών σχηµατισµών του ΝΟΦ και τη σύσταση κοινού επιτελείου µε ποσοστώσεις σε εθνοτική βάση· αλλού (όπως στο Πάικο) επικρατεί η γραµµή του ΚΚΕ για ενιαίες µονάδες και καθοδήγηση, ενώ αλλού (όπως στη Φλώρινα) οι αντιθέσεις παραµένουν αγεφύρωτες επί µήνες.

44 Κωστόπουλος

Συγκέντρωση στελεχών του ΝOΜΣ Καστοριάς στο χωριό Χάλαρα [Ποσδίβιστα], λίγο πριν από την απορρόφηση της οργάνωσης στην ΕΠOΝ, το 1947 (Лазо Поп-Jаневски, Костурското село Д’мбени, Σκόπια 1996).

Η κλιµάκωση της ένοπλης δράσης, µε την ενοποίηση των διάσπαρτων ένοπλων οµάδων των καταδιωκόµενων κοµµουνιστών στον ενιαίο Δηµοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ) τον Οκτώβριο του 1946, θα επιβάλει τελικά την ενοποίηση των δυνάµεων του ΚΚΕ και του ΝΟΦ στη βάση κεντρικής συµφωνίας που έκλεισε στις 14 Οκτωβρίου 1946 στο Βελιγράδι µεταξύ ΚΚΕ (Γιάννης Ιωαννίδης) και ΚΚΜ (Ιβάν Καραϊβάνοφ), µε τη µεσολάβηση του Γιουγκοσλάβου υπουργού Εσωτερικών Αλεξάνταρ Ράνκοβιτς. Οι όροι αυτής της συµφωνίας εξειδικεύτηκαν έναν µήνα αργότερα µεταξύ Πασκάλ Μητρόφσκι και Μάρκου Βαφειάδη και συνιστούσαν ουσιαστικά την πλήρη υπαγωγή του ΝΟΦ στον έλεγχο του ΚΚΕ, µε αντίτιµο το κοπτάρισµα κάποιων στελεχών του στα ηγετικά κλιµάκια του ΔΣΕ, στο ΜΓ του ΚΚΕ και στο ΠΣ της ΕΠΟΝ. Οι ανταρτοοµάδες του ΝΟΦ απορροφήθηκαν από τον ΔΣΕ, η ΝΟΜΣ διαλύθηκε και τα µέλη της ενσωµατώθηκαν στην ΕΠΟΝ, τα δε µέλη του ΚΚΜ πέρασαν αυτόµατα στις αντίστοιχες τοπικές οργανώσεις του ΚΚΕ ή του ΑΚΕ· η εξέλιξη των κατώτερων πολιτικών και στρατιωτικών στελεχών του ΝΟΦ στις γραµµές του αντάρτικου θα γινόταν µε βάση τις ατοµικές ικανότητές τους, χωρίς οποιαδήποτε ποσόστωση. Το νέο, τέλος, καθοδηγητικό όργανο του ΝΟΦ, το Κεντρικό Συµβούλιο, θα λογοδοτούσε στο εξής στο Μακεδονικό Γραφείο του ΚΚΕ.131

Για το ΚΚΕ, οι συµφωνίες του Οκτωβρίου-Νοεµβρίου 1946 αποτελούσαν όρο sine qua non για την ανάπτυξη του ΔΣΕ στις σλαβόφωνες παραµεθόριες περιοχές. Ακόµη και τα πιο επικριτικά προς το ΝΟΦ τοπικά στελέχη του παραδέχονται π.χ. στις αναµνήσεις τους ότι, πριν από την ενοποίηση, οι δικές τους ανταρτοοµάδες υπολείπονταν αισθητά σε αριθµούς απέναντι στους νοφίτες. Ακόµη πιο εύγλωττη είναι, ωστόσο, µια λίγο µεταγενέστερη έκθεση της ΚΟ Καστοριάς, από την οποία πληροφορούµαστε ότι, από το καλοκαίρι του 1946 και µετά, «η µόνη οργάνωση που διατηρούσε επαφή µέσα στα Σλαβοµακεδονοχώρια ήταν το ΝΟΦ», ενώ οι οργανώσεις του ΚΚΕ σε πόλεις και χωριά είχαν ολοκληρωτικά αποδιαρθρωθεί· µετά τον Δεκέµβριο του 1946, αντίθετα, οι κοµµατικές οργανώσεις ανασυγκροτήθηκαν, η ΕΠΟΝ αναζωογονήθηκε και η καθοριστική συµβολή της «ενότητας µεταξύ Σλαβοµακεδόνων και Ελλήνων» στην «ανάπτυξη του κινήµατος» αναγνωρίζεται ρητά.132 Για το ΝΟΦ, από την άλλη, η υπαγωγή σ’ αυτή τη µάλλον λεόντια συµµαχία υπαγορεύθηκε πιθανότατα από την ανάγκη για άρση της αποµόνωσής του κι επικοινωνία του µε τον ευρύτερο προοδευτικό πληθυσµό της ελληνικής Μακεδονίας, ενδεχοµένως και από πιέσεις της οργανωµένης βάσης του· σ’ έναν βαθµό, όµως, επιβλήθηκε στην ηγεσία του (και στην ηγεσία του ΚΚΜ) από τις κεντρικές επιλογές της τιτοϊκής ηγεσίας για στήριξη του πανελλαδικού ΔΣΕ κι όχι ενός χαµένου από χέρι περιφερειακού αποσχιστικού µικροαντάρτικου. Σύµφωνα µε γιουγκοσλαβικές πηγές, η σχετική απόφαση –όσον αφορά τα βασικά σηµεία της τελικής συµφωνίας– πάρθηκε σε κοινή σύσκεψη των Τίτο και Ράνκοβιτς µε στελέχη του ΚΚΜ και τον γραµµατέα του ΝΟΦ στο Βελιγράδι, στα τέλη Αυγούστου.133 Η δηµοσιευµένη αλληλογραφία του ίδιου του Τίτο µε τον επικεφαλής του ΚΚΜ Λαζάρ Κολίσεφσκι το φθινόπωρο του 1946, λίγο πριν από την υπογραφή των επίµαχων συµφωνιών, είναι άλλωστε κάτι παραπάνω από αποκαλυπτική για το συσχετισµό δυνάµεων που καθόρισε το περιεχόµενό τους.134

45 Κωστόπουλος

Το βιβλίο βασίζεται ως επί το πλείστον σε ρεπορτάζ που έκανε τον Μάιο-Ιούνιο του 1946 ο Δώρος Πεφάνης για λογαριασμό της εφημερίδα «Eλληνικό Αίμα» (Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων).

8. Το Μακεδονικό του ΔΣΕ

Η µακεδονική πολιτική του δεύτερου αντάρτικου κινήθηκε σε τρία παράλληλα επίπεδα,σαφώς αλληλοεπηρεαζόµενα αλλά συνάµα διακριτά µεταξύ τους. Το πρώτο είναι οι διαδοχικές οργανωτικές αλλαγές που επήλθαν στα ηγετικά κλιµάκια του ΝΟΦ µεταξύ 1947 και 1949, µε τελικό αποτέλεσµα την αποµάκρυνση των τιτοϊκών στελεχών και τον ολοκληρωτικό έλεγχο της οργάνωσης από την ηγετική οµάδα του ΚΚΕ. Το δεύτερο επίπεδο, άµεσα συνδεδεµένο µε το πρώτο, αφορά τις στρατηγικές επιλογές και διακηρύξεις της ζαχαριαδικής ηγεσίας σχετικά µε τη µορφή που θα έπαιρνε η επίλυση του µακεδονικού ζητήµατος µετά τη νίκη του ΔΣΕ. Τέλος, το τρίτο επίπεδο περιλαµβάνει τα υλικά µέτρα µε τα οποία επιχειρήθηκε να υλοποιηθούν (στις συγκεκριµένες συνθήκες του περικυκλωµένου και εµπόλεµου «κράτους» του Γράµµου, των Πρεσπών και του Βίτσι) οι κοµµουνιστικές επαγγελίες για έµπρακτο σεβασµό των µειονοτικών δικαιωµάτων των Σλαβοµακεδόνων.

Η σαλαµοποίηση και ανασύνθεση της ηγετικής οµάδας του ΝΟΦ υπήρξε µια διαδικασία σταδιακή, που καθορίστηκε κυρίως από δύο παράγοντες. Ο πρώτος ήταν η στρατηγική επιλογή της ζαχαριαδικής ηγεσίας να ελέγξει οργανωτικά την καθοδήγηση των Σλαβοµακεδόνων, έτσι ώστε να «αποκλείσει τον κίνδυνο υποτροπιασµού» των κρίσεων που σηµάδεψαν τη σλαβοµακεδονική πολιτική του ΕΑΜ.135 Ο δεύτερος –και σηµαντικότερος– παράγοντας υπήρξε η έντονη φραξιονιστική διαµάχη στο εσωτερικό της ιστορικής ηγεσίας του ΝΟΦ γύρω από τον απώτατο στρατηγικό στόχο του κινήµατος: αυτοδιάθεση ή ισοτιµία; Η προγραµµατική αυτή αντίθεση συνδεόταν, ωστόσο, µε ένα ευρύτερο πλέγµα αντιλήψεων, κληρονοµηµένων σε µεγάλο βαθµό από τις εµφύλιες συγκρούσεις των αρχών του αιώνα γύρω από την ίδια τη σλαβοµακεδονική (εθνική ή εθνοτική) ταυτότητα. Η θέση των «γρεκοµάνων» στην οργάνωση αποτέλεσε ένα σηµείο υπόγειων τριβών, τόσο ανάµεσα στις καθοδηγήσεις του ΚΚΕ και του ΝΟΦ όσο και στο εσωτερικό της τελευταίας.

46 Κωστόπουλος

Στελέχη του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας το 1945 στα γραφεία του κόμματος στη Θεσσαλονίκη. Πρόταση του ΚΚΕ το 1947 ήταν το ΝOΦ να καθοδηγείται από το ΑΚΕ. Καθιστοί στην πρώτη σειρά από αριστερά Ιντζεσίλογλου, Μήτσος Παπαδημήτρης Κώστας Γαβριηλίδης, Καλατζής και Τερζόπουλος (Νίτσα Γαβριηλίδου, «O πατέρας μου Κώστας Γαβριηλίδης, Εντός, χ.χ.)

Μια πρώτη αντιπαράθεση σηµειώθηκε στο «Παν-Νοφίτικο Αχτίφ» που συνήλθε στις 20 Μαΐου 1947 στο Καϊµακτσαλάν υπό την προεδρία του στελέχους του ΚΚΕ Γιώργου Ερυθριάδη. Οι αντιπρόσωποι του ΝΟΦ απέκρουσαν µε επιτυχία τις προτάσεις να καθοδηγούνται όχι απευθείας από το ΚΚΕ αλλά από το (υφιστάµενό του) ΑΚΕ, αλλαγή που θα υποβίβαζε ακόµη περισσότερο το status της οργάνωσης στο εσωτερικό του κινήµατος. Ένα δεύτερο αίτηµά τους αφορούσε την αποτροπή της σύστασης οργανώσεων του ΕΑΜ, αντικειµενικά ανταγωνιστικών προς αυτές του ΝΟΦ, στα σλαβόφωνα χωριά· ο Ερυθριάδης δέχθηκε τελικά η παρουσία του ΕΑΜ να περιοριστεί στα µεγάλα χωριά κι εκεί όπου το ΝΟΦ δεν ήταν σε θέση να ελέγξει την κατάσταση. Επί της ουσίας, η όλη διαφορά αφορούσε την αντιµετώπιση των «γρεκοµάνων», της ελληνόφρονος δηλαδή µειοψηφίας στο εσωτερικότης µειονότητας, που ιστορικά θεωρούνταν ταυτισµένη µε το ελληνικό κράτος αλλά στη διάρκεια της Κατοχής είχε διχαστεί µεταξύ δωσιλογισµού και Αντίστασης. Στην εισήγησή του προς το Αχτίφ, ο νέος γραµµατέας του ΝΟΦ Μιχαήλ Κεραµιτζήεφ προέβη στην εκτίµηση ότι «το 85% του σλαβοµακεδονικού λαού έχει ξεκαθαρίσει την εθνική του συνείδηση» και «πιστεύουν ότι είναι Μακεδόνες (Σλάβοι)», οι δε γρεκοµάνοι έχουν περιοριστεί από ένα προπολεµικό 20% σε µόλις 10% της µειονότητας, εκ των οποίων οι µισοί «εξακολουθούν να είναι χαφιέδες» ενώ οι υπόλοιποι έχουν εξελιχθεί σε αντιφασίστες· υποστήριξε δε τη συµµετοχή των τελευταίων στην οργάνωση, ζητώντας επ’ αυτού τη βοήθεια του ΚΚΕ. Όσον αφορά την πολιτική στάση των σλαβόφωνων Μακεδόνων απέναντι στο αντάρτικο, η ίδια εισήγηση εκτιµούσε ότι ένα 10% της µειονότητας, αποτελούµενο από «γρεκοµάνους» και «πρώην οπαδούς του Κάλτσεφ» (βουλγαρόφιλους τουτέστιν δωσιλόγους), είχε ταχθεί ανοιχτά κατά του ΔΣΕ και του ΝΟΦ· ένα 20% ήταν «παθητικοί», ενώ 30% «συµπαθούν πολύ το κίνηµα, το ΝΟΦ, τον ελληνικό λαό» και µετείχαν τρόπον τινά στον αγώνα «αλλά δεν είναι επαναστάτες µέχρι τέλους»· το 40% τέλος, αποτελούµενο κυρίως από χωρικούς (37%) και δευτερευόντως από εργάτες (3%), συνιστούσε την «αγωνιστική πρωτοπορία» της µειονότητας.136 Τελικά, το αίτηµα για ένταξη των «γρεκοµάνων» στο ΝΟΦ θα υλοποιούνταν από την καθοδήγηση του ΚΚΕ, µε τρόπο όµως πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι θα φαντάζονταν οι εµπνευστές του.

47 Κωστόπουλος

Αξιωματικοί του Εθνικού Στρατού κοιτούν σλαβόγλωσσα συνθήματα του ΔΣΕ «Ζήτω ο στρατηγός Μάρκος και ο Δημοκρατικός Στρατός». Αξιωματικοί του Εθνικού Στρατού (Β. Καρδάσης - Α. Ψαρομηλίγκος (επιμ.), «Εμφύλιος πόλεμος. 60 χρόνια από τη λήξη του», Ελευθεροτυπία, Αθήνα 2009).

Στις 13 Ιανουαρίου 1948 συνήλθε στο Μοσχοχώρι Καστοριάς το 1ο Συνέδριο του ΝΟΦ, µε συµµετοχή 500 αντιπροσώπων από 208 οργανώσεις του Μετώπου. Όσον αφορά το προγραµµατικό µέρος, η εισήγηση του Μητρόφσκι και η τελική απόφαση ξεκαθάρισαν ως στόχο της οργάνωσης την «εθνική ισοτιµία» των Σλαβοµακεδόνων στο πλαίσιο µιας «ανεξάρτητης, δηµοκρατικής Ελλάδας». Πιο κρίσιµη ήταν η τοµή που σηµειώθηκε στο οργανωτικό µε την είσοδο στο ΚΣ µιας σειράς στελεχών, πιστών στην ηγεσία του ΚΚΕ και αντίπαλων του ΝΟΦ κατά την πρώτη διετία της ύπαρξής του, που θεωρούνταν «γρεκοµάνοι». Η εκλογή τους στηρίχθηκε από τον Μητρόφσκι και τους οπαδούς της «ισοτιµίας», µε το επιχείρηµα ότι έτσι ολοκληρώνεται η «εθνική ενότητα» στους κόλπους της µειονότητας· καταπολεµήθηκε, αντίθετα, από τον Κεραµιτζήεφ και τους υποστηρικτές της «αυτοδιάθεσης», που διαπίστωσαν ότι αυτή η «ενότητα» θα επιφέρει το τέλος της ιστορικής ηγεσίας της οργάνωσης. Δύο µήνες αργότερα, µε την πάλη γραµµών ανάµεσα στις δύο τάσεις να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, µια σύσκεψη στελεχών υπό την προεδρία του Μπαρτζώτα θα αποφασίσει την αντικατάσταση του Μητρόφσκι, ως καθοδηγητή του ΝΟΦ εξ ονόµατος του ΚΚΕ, από µια «κοµµατική φράξια» της οποίας επικεφαλής τίθεται ο ζαχαριαδικός «γρεκοµάνος» (και ηγετικό στέλεχος του νοµιµόφρονος ΣΝΟΦ Φλώρινας επί Κατοχής) Σταύρος Κωτσόπουλος. Η αλλαγή θα ολοκληρωθεί το καλοκαίρι, αµέσως µετά την αποκήρυξη του Τίτο από την Κοµινφόρµ, µε την καταδίκητης «φραξιονιστικής πάλης χωρίς αρχές» από το ΠΓ του ΚΚΕ, την αποµάκρυνση των «αρχιφραξιονιστών» Κεραµιτζήεφ και Μητρόφσκι από την καθοδήγηση του ΝΟΦ και την παράδοση της ηγεσίας του τελευταίου αποκλειστικά και µόνο στον ζαχαριαδικό µηχανισµό, µε πρόεδρο τον Κωτσόπουλο και γραµµατέα τον Βαγγέλ Κόιτσεφ. Έξι µήνες αργότερα, στη 2η Ολοµέλεια του ΚΣ του ΝΟΦ, ο «νοµιµόφρων» Μητρόφσκι θα επαναπροσληφθεί στο Γραφείο του οργάνου µε κοπτάτσια.137 Η ακριβής γραµµή της νέας ηγετικής οµάδας θα εκφραστεί µε εκτενές άρθρο του Παντελή Βαϊνά στο περιοδικό του ΔΣΕ: οι Σλαβοµακεδόνες αποτελούν µειονότητα που, «από τότε που υπάρχει Ελλάδα εδώ» (δηλαδή από το 1912-13) «δούλεψε και πολέµησε γι’ αυτήν», χωρίς όµως ν’ απολαύσει τα δικαιώµατα που αυτή η στάση συνεπαγόταν· χάρη, όµως, στην «παλλαϊκή συµµετοχή του στον όλο αγώνα που κάνει ο ελληνικός λαός µε την πρωτοπορεία του το ΔΣΕ», και «µέσα στην καινούργια λαϊκοδηµοκρατική Ελλάδα που ανοικοδοµιέται πάνω στα ερείπια, ο σλαβοµακεδόνικος λαός θα βρει την ισοτιµία, ισονοµία, ισοπολιτεία και θα βρει τον καιρό ν’ αναπτύξει τον καινούργιο εθνικό του πολιτισµό».138

48 Κωστόπουλος

Το τεύχος του «Δημοκρατικού Στρατού» με άρθρο του Παντελή Βαϊνά, όπου και αναπτύσσεται η θέση περί «ισοτιμίας, ισονομίας και ισοπολιτείας» του σλαβομακεδονικού λαού (ΑΣΚΙ).

Ο οργανωτικός έλεγχος του ΝΟΦ από την ηγεσία του ΚΚΕ δεν σήµανε, ωστόσο, και το τέλος των παλινδροµήσεων όσον αφορά τη γραµµή του κόµµατος στο Μακεδονικό. Μέσα στην τελευταία χρονιά του Εµφυλίου σηµειώθηκαν, αντίθετα, αλλεπάλληλες ανατροπές των ισορροπιών που είχαν οικοδοµηθεί µέσα στην τελευταία δεκαπενταετία, µε αποτελέσµατα καταστροφικά για το ελληνικό κοµµουνιστικό κίνηµα. Στις 30-31 Ιανουαρίου 1949 η 5η Ολοµέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, µε εισήγηση του Ζαχαριάδη, ενέκρινε την αντικατάσταση του στρατηγικού στόχου της ισονοµίας των Σλαβοµακεδόνων εντός της Ελλάδας από αυτόν της «πλήρους εθνικής αποκατάστασης του µακεδονικού (σλαβοµακεδονικού) λαού, έτσι όπως το θέλει ο ίδιος». Στις 3 Φεβρουαρίου, η 2η Ολοµέλεια του ΚΣ του ΝΟΦ –από την οποία απείχαν τα «τιτοϊκά» ιστορικά στελέχη της οργάνωσης– αποφάσισε τη σύγκληση µέσα στον Μάρτιο του 2ου Συνεδρίου της, µε διακηρυγµένο σκοπό την επεξεργασία «νέων προγραµµατικών αρχών» και τη διακήρυξη «της ένωσης της Μακεδονίας σε ένα ενιαίο, ανεξάρτητο, ισότιµο µακεδονικό κράτος, στα πλαίσια της λαϊκοδηµοκρατικής οµοσπονδίας των βαλκανικών λαών»· ο γραµµατέας του ΚΚΕ ήταν παρών στις εργασίες και, σύµφωνα µε το επίσηµο «δελτίο» του ΝΟΦ, µίλησε στο ίδιο ακριβώς πνεύµα. Η άµεση, ωστόσο, αντίδραση της Γιουγκοσλαβίας, η –διακριτικότερη– διαφωνία της Μόσχας κι ο άκρως αρνητικός αντίκτυπος αυτών των εξελίξεων στο εσωτερικό της Ελλάδας (µε τη δηµόσια δριµύτατη καταδίκη του ΚΚΕ ακόµη κι από ιστορικούς συνοδοιπόρους του, όπως ο Αλέξανδρος Σβώλος, και τη δίωξη των οπαδών του µε την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας) θα επιβάλουν την ταχύτατη αναδίπλωση της ζαχαριαδικής ηγεσίας, µε τον ραδιοφωνικό σταθµό και τα έντυπα του ΔΣΕ (κι εν συνεχεία την ίδια την ΚΕ του ΚΚΕ) να «διαψεύδουν» κατηγορηµατικά τα ανακοινωθέντα περί µακεδονικής ανεξαρτησίας σαν «φηµολογία» των «εχθρών του µακεδονικού λαού». Τελικά, το 2ο Συνέδριο του ΝΟΦ συνήλθε στις 25-26 Μαρτίου στο χωριό Λευκώνας και περιορίστηκε να επικυρώσει το στόχο της πλήρους αυτοδιάθεσης των Σλαβοµακεδόνων µετά τη νίκη, µε λεπτοµερείς ιστορικές αναφορές για τη διαδικασία της «διαµόρφωσης του µακεδόνικου έθνους» αλλά χωρίς την παραµικρή αναφορά σε ανεξάρτητη Μακεδονία.139

49 Κωστόπουλος

Η ηγεσία του ΚΚΕ τον Γενάρη του 1949 στο Γράμμο, στην 5η Oλομέλεια του Κόμματος, οπότε και υιοθετήθηκε η θέση για την αυτοδιάθεση των μειονοτήτων. Η φωτογραφία έχει τραβηχτεί από τον Πέτρο Ρούσο. Από αριστερά διακρίνονται μεταξύ άλλων οι Βασίλης Μπαρτζιώτας, Νίκος Ζαχαριά - δης, Κώστα Καραγιώργης, Μιλτιάδης Πορφυρο - γένης, Γιάννης Ιωαννίδης, Κώστας Λουλές, Χρύσα Χατζηβασιλείου, Λεωνίδας Στρίγγος, Ζήσης Ζωγράφος και Γιώργης Γούσιας (Φ.Α. ΑΣΚΙ).

Η τελευταία πράξη θα σηµειωθεί στις 27 Μαρτίου µε τη δηµιουργία µιας διακριτής σλαβοµακεδονικής Κοµµουνιστικής Οργάνωσης της Μακεδονίας του Αιγαίου (Комунистичската Организациjа на Егеjска Македониjа ή ΚΟΕΜ), «οργανωτή και καθοδηγητή του ΝΟΦ», «µε πολιτική, κοµµατική και οργανωτική αυτοτέλεια» αλλά ταυτόχρονα «τµήµα του ΚΚΕ». Στην ιδρυτική της συνέλευση πήραν µέρος 168 «κοµµουνιστές αντιπρόσωποι του 2ου Συνεδρίου του ΝΟΦ», το όλο δε διάβηµα παρουσιάστηκε από την ηγεσία τόσο του ΚΚΕ όσο και της ΚΟΕΜ ως υπέρβαση των απλών «εθνικών επιδιώξεων του ΝΟΦ» και συµβολή της πρωτοπορίας των Σλαβοµακεδόνων στην επικείµενη οικοδόµηση µιας σοσιαλιστικής κι εν συνεχεία κοµµουνιστικής κοινωνίας· «σαν αυτοτελής οργάνωση», διαβάζουµε στη σχετική εισήγηση του Ζαχαριάδη, «η ΚΟΕΜ ανήκει στο ΚΚΕ µέχρις ότου αποσπασθεί η νίκη οπότε και θα καθορίσει µετά, µε το Λαό και επί κεφαλής του Λαού, την παραπέρα πορεία».140 Στην πράξη, ωστόσο,οι έκτακτες πολεµικές συνθήκες των ηµερών δεν θα επιτρέψουν να συσταθούν παρά ελάχιστες µόνο κόβες της καινούργιας οργάνωσης σε κάποια σλαβόφωνα χωριά. Η σηµαντικότερη ενέργεια της ΚΟΕΜ, στον µόλις πεντάµηνο βίο της, υπήρξε έτσι η προσυπογραφή στις 20 Ιουνίου της πολυσέλιδης καταγγελίας δύο ιστορικών στελεχών του ΝΟΦ, εγκατεστηµένων πια στη Γιουγκοσλαβία, ως «πραχτόρων του µεγαλογιουγκοσλάβικου σωβινισµού» κι οργανωτών «ενός κέντρου διάσπασης, προδοσίας και λιποταξίας σε βάρος του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του µακεδόνικου λαού, του λαϊκοδηµοκρατικού αγώνα στην Ελλάδα, του ΔΣΕ»· απαντώντας σε επιστολή των Γκότσε-Κεραµιτζήεφ προς την ΚΕ του ΚΚΕ, το ίδιο ντοκουµέντο φτάνει να θεωρήσει «ανύπαρχτη» ακόµη και τη συµφωνία του 1946 για την ενοποίηση ΚΚΕ-ΝΟΦ, ισχυριζόµενο ταυτόχρονα ότι «οι απόψεις και επιδιώξεις» της «προδοτικής κλίκας» των δύο φυγάδων «συµπίπτουν µε το µοναρχοφασισµό» και τις απόπειρές του «να “λύσει” το µακεδονικό ζήτηµα» µε εθνοκάθαρση της µειονότητας.141 Η ήττα του ΔΣΕ στα τέλη Αυγούστου θα σηµάνει όχι µόνο το ουσιαστικό τέλος της ΚΟΕΜ αλλά και την εξαπόλυση ενός εσωκοµµατικού κυνηγιού µαγισσών εναντίον όσων Σλαβοµακεδόνων πολιτικών προσφύγων θεωρούνται ύποπτοι επαφών µε (ή συµπαθειών προς) τους «τιτοϊκούς πράχτορες».

53 Κωστόπουλος

Έκδοση με το ανακοινωθέν του Γραφείου Πληροφοριών για την κατάσταση στο Γιουγκοσλαβικό Κόμμα από τις εκδόσεις «Λευτεριά» (Βιβλιοθήκη ΑΣΚΙ).

Η ερµηνεία των πολιτικών ακροβατισµών της ηγεσίας του ΚΚΕ όσον αφορά το Μακεδονικό κατά τους τελευταίους µήνες του Εµφυλίου εξακολουθεί µέχρι σήµερα ν’ αποτελεί αντικείµενο δηµόσιας συζήτησης. Αντιµέτωπος µετά την ήττα µε έντονες κατηγορίες για απανωτά «λάθη» στο ευαίσθητο αυτό ζήτηµα, ο ίδιος ο Ζαχαριάδης απέδωσε τις επιλογές του στην ανάγκη να αντιµετωπιστεί πολιτικά «η υπονοµευτική και διασπαστική δράση του Τίτο και των πρακτόρων του» µεταξύ των Σλαβοµακεδόνων, που αποτελούσαν πλέον τη βασική πηγή εφεδρειών του ΔΣΕ αλλά και τον κύριο όγκο του πληθυσµού της «Ελεύθερης Ελλάδας».142 Την ίδια ακριβώς εξήγηση έδωσε εν θερµώ προς τον Γιουγκοσλάβο υπουργό Εσωτερικών Ράνκοβιτς και ο Πέτρος Ρούσος, κατά τη συνοµιλία τους στο Βελιγράδι (1.4.1949).143 Περισσότερο συνωµοτικές υπήρξαν οι προσεγγίσεις κυβερνητικών κύκλων της Αθήνας και Δυτικών διπλωµατών, που είδαν στην ξαφνική αλλαγή γραµµής µια προσπάθεια της ΕΣΣΔ να υποσκάψει εκ των ένδον το τιτοϊκό καθεστώς στο µαλακό του υπογάστριο, ενθαρρύνοντας µια φιλοβουλγαρική εξέλιξη του Μακεδονικού µε προοπτική την απόσπαση της ΛΔΜ από τη γιουγκοσλαβική οµοσπονδία. Στην πραγµατικότητα, ωστόσο, παρά το γεγονός της σύµπλευσης του ΚΚΕ µε τη Μόσχα µετά τη δηµοσιοποίηση της ρήξης Τίτο-Στάλιν, τόσο η βουλγαρική κυβέρνηση όσο και Σοβιετικοί αξιωµατούχοι γνωστοποίησαν τον Μάρτιο του 1949 στην ηγεσία του ΚΚΕ τη διαφωνία τους µε τους συγκεκριµένους χειρισµούς της.144 Ανάλογες υποψίες δηµιουργήθηκαν φυσικά και στο Βελιγράδι, που ενέκρινε µεν την υιοθέτηση του συνθήµατος για πλήρη εθνική αυτοδιάθεση των Σλαβοµακεδόνων, αντέδρασε, όµως, έντονα για τις διακηρύξεις περί ενιαίας ανεξάρτητης Μακεδονίας: «Είναι εντελώς ακατανόητο», διαβάζουµε σε τηλεγράφηµα της ΚΕ του ΚΚΓ προς την ΚΕ του ΚΚΕ (3.3.1949), «πώς µπορεί κάποιος στο όνοµα ενός µέρους του µακεδονικού λαού, είτε είναι αυτό στην Αιγαιάτικη Μακεδονία είτε στην Μακεδονία του Πιρίν, να θέτει τη συνολική λύση του µακεδονικού ζητήµατος χωρίς επαφή και συµφωνία µε τη ΛΔ Μακεδονίας, που ήδη συγκεντρώνει την πλειονότητα του µακεδονικού έθνους».145 Ακολούθησαν ο δραστικός περιορισµός της γιουγκοσλαβικής βοήθειας προς τον ΔΣΕ, η καταγγελία του «πισώπλατου χτυπήµατος» του Τίτο από την ηγεσία Ζαχαριάδη (6.7.1949) και το επίσηµο κλείσιµο των γιουγκοσλαβικών συνόρων για τους Έλληνες αντάρτες (11.7.1949).

Το τρίτο επίπεδο της µακεδονικής πολιτικής του ΚΚΕ το 1947-49 είχε να κάνει µε την αντιµετώπιση της σλαβοµακεδονικής µειονότητας από την Προσωρινή Δηµοκρατική Κυβέρνηση και τον εµβρυώδη κρατικό µηχανισµό της. Οι «Καταστατικές διατάξεις για µια ελεύθερη Ελλάδα», που θέσπισε τον Αύγουστο του 1947 ως προσωρινό Σύνταγµα των απελευθερωµένων περιοχών το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ, όριζαν ότι «οι εθνικές µειονότητες έχουν πλήρη δικαιώµατα να διατηρήσουν και να αναπτύξουν τον εθνικό τους πολιτισµό, γλώσσα, θρησκεία, εκπαίδευση κλπ.»· η αντίστοιχη πράξη του ΓΑ για την εκπαίδευση προέβλεπε τη δηµιουργία «ιδιαίτερων σχολείων» όπου «η διδασκαλία γίνεται στη γλώσσα της µειονότητας». Σύµφωνα µε έκθεση του γραµµατέα του ΝΟΦ στο 2ο Συνέδριο της οργάνωσης, το χειµώνα του 1947-48 στη ζώνη του ΔΣΕ λειτούργησαν 87 σλαβοµακεδονικά σχολεία µε συνολικά 10.000 µαθητές· ως γλώσσα διδασκαλίας υιοθετήθηκε η διαµορφωµένη πλέον λόγια (σλαβο)µακεδονική, µε βιβλία από τη Λ.Δ. Μακεδονίας και δασκάλους που εκπαιδεύθηκαν σε ταχύρρυθµα φροντιστήρια στον Άγιο Γερµανό της Πρέσπας. Μετά την οργανωµένη µεταφορά των περισσότερων παιδιών της περιοχής στα «µετόπισθεν» του ανατολικού µπλοκ, τα Σλαβοµακεδονόπουλα εξακολούθησαν να διδάσκονται τη µητρική τους γλώσσα στα σχολεία που λειτούργησαν εκεί µε ευθύνη της Επιτροπής Βοήθειας προς το Παιδί (ΕΒΟΠ). «Για πρώτη φορά στη ζωή της, στη µακεδονική µειονότητα δίνονται όλες οι δυνατότητες να αναπτύξει τη µητρική της γλώσσα και τον εθνικό της πολιτισµό», τόνισε χαρακτηριστικά ο υπουργός Παιδείας της ΠΔΚ, Πέτρος Κόκκαλης, κατά την οµιλία του στην τελετή αποφοίτησης του δεύτερου κλιµακίου Σλαβοµακεδόνων δασκάλων, τον Φεβρουάριο του 1948. «Όλα αυτά δεν είναι αποτέλεσµα ενός κάποιου ανθρωπισµού, αλλά αποτέλεσµα της βαθιάς ιδεολογίας και της ενιαίας πάλης Ελλήνων και Σλαβοµακεδόνων».146 Εκτός από τα παιδιά, τα µαθήµατα εγγραµµατισµού στα σλαβοµακεδονικά επεκτάθηκαν επίσης στους ενήλικες Σλαβοµακεδόνες της απελευθερωµένης ζώνης και στα µέλη της µειονότητας που υπηρετούσαν στις στρατιωτικές µονάδες του ΔΣΕ. Εξίσου µαζικό χαρακτήρα πήρε και η τακτική έκδοση σλαβοµακεδονικών εντύπων – από το δίγλωσσο Δελτίο (Билетин κι εν συνεχεία Билтен) και το επίσηµο όργανο Непокорен (Ανυπότακτος) του ΝΟΦ, µέχρι τα τοπικά Единство (Ενότητα) της Καστοριάς, Зора (Αυγή) της Φλώρινας και Победа (Νίκη) της Έδεσσας. Κατά κανόνα οι εκδόσεις αυτές ήταν δίγλωσσες, στα ελληνικά και τα σλαβοµακεδονικά· ως γλώσσα σύνταξης χρησιµοποιήθηκε κι εδώ η λόγια σλαβοµακεδονική, µε κάποιους «τοπικισµούς» τουλάχιστον στην αρχική φάση. H διαφωτιστική, τέλος, δουλειά στις µονάδες του ΔΣΕ γινόταν τόσο στα ελληνικά όσο και στα σλαβοµακεδονικά, όχι µόνο για συµβολικούς αλλά και για ουσιαστικούς λόγους.147 Η πολιτιστική αυτή δραστητιότητα επισφραγιζόταν από την καθαρά πολιτική, µε τη δηµόσια και µαζική λειτουργία των οργανώσεων του ΝΟΦ στα «ελεύθερα χωριά» (τα ελεγχόµενα απ’ τους αντάρτες)· στις πόλεις και τα χωριά που ήλεγχε η κυβέρνηση, αντίθετα, η όποια παρουσία της οργάνωσης περιοριζόταν στην επιβίωση και δράση οργανωµένων «τριάδων», «πεντάδων» ή «δεκάδων» σε συνθήκες βαθιάς παρανοµίας.148

54 Κωστόπουλος

Μαχητές του ΔΣΕ (Φ.Α. ΑΣΚΙ).

Λιγότερο απλά υπήρξαν τα πράγµατα όσον αφορά την αντιµετώπιση των Σλαβοµακεδόνων, στελεχών ή απλών µαχητών, στις τάξεις του ΔΣΕ. Ένα µόνιµο παράπονο του ΝΟΦ απέναντι στην ηγεσία του δεύτερου αντάρτικου αφορά την αναντιστοιχία ανάµεσα στη µαζική συµµετοχή της µειονότητας στον αγώνα του ΔΣΕ και τη σχετικά χαµηλή παρουσία της στα ηγετικά κλιµάκια του τελευταίου. Ενώ π.χ. στα τέλη του 1946 η πλειοψηφία της διοίκησης του Αρχηγείου Βίτσι (και η µειοψηφία των διοικήσεων στα Αρχηγεία Γράµµου και Πάικου) αποτελούνταν από Σλαβοµακεδόνες, το καλοκαίρι του1947, µε την αναδιάρθρωση του ΔΣΕ και το σχηµατισµό ταξιαρχιών, τα περισσότερα σλαβοµακεδονικά στελέχη υποβιβάστηκαν σε κατώτερες θέσεις (π.χ. διοικητές ταγµάτων κι όχι ταξιαρχιών).149 Ένα µέρος των µάχιµων τµηµάτων του ΝΟΦ προωθήθηκε επίσης ήδη από τα τέλη του 1946 από τη Δυτική Μακεδονία στην Κεντρική Ελλάδα, µε απόφαση που πάρθηκε από τους Βαφειάδη και Μητρόφσκι αµέσως µετά την ενοποίηση· το µέτρο τυπικά αποσκοπούσε στην ενίσχυση του αγώνα του ΔΣΕ στις νοτιότερες περιοχές, στην πράξη όµως απέβλεπε περισσότερο στην αποµάκρυνση των «ανεξέλεγκτων» µονάδων από την ευαίσθητη περιοχή της µεθορίου. Για να αποφευχθούν δυσάρεστες παρεξηγήσεις από την παρουσία Σλάβων ανταρτών σε ελληνόφωνες περιοχές που δεν ήταν εξοικειωµένες µε την εθνοτική πολυµορφία της Βόρειας Ελλάδας, οι µαχητές αυτών των µονάδων διατάχθηκαν κατά την είσοδό τους σε κατοικηµένους χώρους να µιλούν αποκλειστικά και µόνο ελληνικά.150 Μετά δε την αλλαγή ηγεσίας του ΝΟΦ, το καλοκαίρι του 1948, εξαπολύθηκε «πραγµατικό πογκρόµ» στις τάξεις των σλαβοµακεδονικών στελεχών, µε παραγκωνισµό ακόµη και παλιών αγωνιστών της εαµικής Αντίστασης, προκειµένου να οικοδοµηθεί ένα «στελεχικό απαράτ έµπιστο στην ηγεσία µε επικεφαλής τον Βαενά».151

Η προσπάθεια αποκλεισµού ανεπιθύµητων στελεχών δεν αποτελούσε πάντως προνόµιο µόνο µίας πλευράς: κατά την ενοποίηση των τµηµάτων των δύο οργανώσεων το 1946, π.χ., το ΝΟΦ έβαλε βέτο στην ανάληψη ηγετικών θέσεων από συγκεκριµένα στελέχη του ΚΚΕ (όπως ο Στράτος Κέντρος ή «Σλοµπόντας»), τα οποία θεωρούσε αρνητικά προδιατεθειµένα απέναντί του. Όσο για την υπεροπτική –και κάποιες φορές ανοιχτά εχθρική– συµπεριφορά στελεχών και µαχητών του ΔΣΕ απέναντι στους σλαβόφωνους συµπολεµιστές τους ή τον τοπικό πληθυσµό, την οποία καταγράφουν αρκετές µαρτυρίες παλιών αγωνιστών, αυτή φαίνεται πως αποτελούσε περισσότερο σύµπτωµα των έντονα εξουσιαστικών πρακτικών που χαρακτήριζαν το κράτος της ΠΔΚ παρά συγκροτηµένη πολιτική διακρίσεων· συχνά, άλλωστε, εκτός από τους Σλαβοµακεδόνες την υφίσταντο και µέλη άλλων «αδύναµων» πληθυσµιακών οµάδων, όπως οι Πόντιοι.152

55 Κωστόπουλος

«Ζήτω το 2ο Συνέδριο του ΝOΦ. Ζήτω η εθνική ενοποίηση». Δίγλωσσα συνθήματα στο «κράτος» του ΔΣΕ, ως έκφραση της «αδερφότητας κι ενότητας» Ελλήνων και Σλαβομακεδόνων υπό τη ηγεσία Ζαχαριάδη («Εμφύλιος πόλεμος. 60 χρόνια από τη λήξη του», ό.π.).

Η στροφή του 1949 θα σηµάνει κι εδώ µια δραστική αλλαγή πολιτικής, στο επίπεδο των διακηρύξεων τουλάχιστον. Στο ανώνυµο άρθρο του στο περιοδικό Δηµοκρατικός Στρατός, µε το οποίο προανήγγειλε ουσιαστικά τις αποφάσεις της 5ης Ολοµέλειας, ο Ζαχαριάδης κατήγγειλε τόσο τις «σωβινιστικές εκδηλώσεις µέσα στους Έλληνες στο ΔΣΕ απέναντι στους σλαβοµακεδόνες και ιδιαίτερα απέναντι στον πληθυσµό στο Βίτσι», όσο και «τις εθνικές διακρίσεις µέσα στο ΔΣΕ», τονίζοντας ότι «υπάρχουν παράπονα, τις πιο πολλές φορές βάσιµα, ότι οι σλαβοµακεδόνες αξιωµατικοί δεν ονοµάζονται και δεν προάγονται όπως οι έλληνες», πρακτική που «πρέπει να λείψει γιατί κάθε τέτοια διάκριση είναι απαράδεχτη για το ΔΣΕ».153 Στις 3 Απριλίου 1949, η Προσωρινή Δηµοκρατική Κυβέρνηση ανασχηµατίστηκε, µε την είσοδο σ’ αυτήν δύο στελεχών του ΝΟΦ: του Πασκάλ Μητρόφσκι ως υπουργού Επισιτισµού και του Σταύρου Κωτσόπουλου ως επικεφαλής της νεοσύστατης Διεύθυνσης Εθνικών Μειονοτήτων του υπουργείου Εσωτερικών.154 Στην αρθρογραφία του, το επίσηµο έντυπο του ΔΣΕ θα τονίσει ταυτόχρονα τη µαζική συµµετοχή των Σλαβοµακεδόνων όχι µόνο στις γραµµές του αντάρτικου αλλά και στο µηχανισµό της επαναστατικής διοίκησης, από τα λαϊκά κι επαρχιακά συµβούλια Φλώρινας-Καστοριάς ως τους «γεωργικούς συνεταιρισµούς» της Πρέσπας και των Κορεστίων. Παρά τις προσπάθειες για προβολή αυτής της έµπρακτης ισοτιµίας, διαπιστώνουµε ωστόσο ότι αυτή η εκπροσώπηση αφορούσε κυρίως τα µεσαία κλιµάκια του κινήµατος: από τους «πάνω από 1.000 µακεδόνες αξιωµατικούς» του ΔΣΕ, που επικαλείται το ίδιο κείµενο, µονάχα δύο φέρονται να κατέχουν ανώτερο βαθµό ή ηγετικές θέσεις.155

Οι όποιες διακρίσεις και η συνακόλουθη δυσφορία δεν εµπόδισαν τη µαζική συµµετοχή των σλαβόφωνων κατοίκων της Β.Δ. Μακεδονίας στις τάξεις του ΔΣΕ. Σύµφωνα µε τα επίσηµα στοιχεία του τελευταίου, οι Σλαβοµακεδόνες αντάρτες αυξήθηκαν από 5.350 τον Μάιο του 1947 σε 10.147 τον Ιανουάριο του 1948 και σε περισσότερους από 14.000 την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1949.156 Μολονότι ένα µέρος αυτών των δυνάµεων, ιδίως στην τελευταία φάση του Εµφυλίου, προερχόταν από αναγκαστική στρατολογία (όπως άλλωστε συνέβαινε και µε τους ελληνόφωνους αντάρτες), η έκταση της υποστήριξης της µειονότητας προς τον ΔΣΕ δύσκολα µπορεί να αµφισβητηθεί. Το πρωταρχικό άλλωστε κίνητρο γι’ αυτή τη στράτευση δεν το αποτελούσε ούτε το όραµα µιας σοσιαλιστικής κοινωνίας ούτε ο οποιοσδήποτε «αλυτρωτισµός», αλλά η πεποίθηση µεγάλου τµήµατος της επίµαχης πληθυσµιακής οµάδας ότι δίνει µια µάχη για την ίδια τη φυσική επιβίωση και για το δικαίωµα παραµονής της στα πάτρια εδάφη. Οι Σλαβοµακεδόνες, εξηγεί στους ανακριτές του στα τέλη του 1948 ένα συλληφθέν µεσαίο στέλεχος του ΔΣΕ, «πιστεύουν ότι ότι το πρόγραµµα της Κυβερνήσεως είναι να εξολοθρεύση παν Σλαυοµακεδονικόν στοιχείον»· «διά τούτο µάχονται µετά φανατισµού» κι «έχουν καλλίτερον ηθικόν» από τον µέσο συναγωνιστή τους, αφού «έχουν πιστεύσει ότι η µόνη διέξοδος ήτις απέµεινεν εις αυτούς είναι ο πόλεµος».157 Στο ίδιο ακριβώς ένστικτο επιβίωσης (κι όχι στην όποια προπαγανδιστική δουλειά «πρακτόρων του Τίτο») θα πρέπει να αποδοθεί και η µαζική διαρροή Σλαβοµακεδόνων –ανταρτών και αµάχων– προς τη Γιουγκοσλαβία, από τη στιγµή που έγινε πια φανερό πως η τελειωτική συντριβή του δεύτερου αντάρτικου ήταν απλώς ζήτηµα χρόνου. Δυναµική που ούτε οι µεσσιανικές διακηρύξεις περί «πλήρους εθνικής αποκατάστασης» ούτε οι υπόλοιπες προπαγανδιστικές πιρουέτες της ζαχαριαδικής ηγεσίας ήταν σε θέση ν’ αντιστρέψουν, έστω και στο ελάχιστο.158

9. Το Μακεδονικό του κράτους

Το ΚΚΕ και ο ΔΣΕ δεν ήταν η µόνη πλευρά που τροποποίησε τη µακεδονική πολιτική της στη διάρκεια του Εµφυλίου, προσαρµόζοντας τις αναλύσεις και τις επαγγελίες της στις προτεραιότητες της ένοπλης αναµέτρησης. Παρόµοιες αλλαγές επέφερε η κλιµάκωση της σύρραξης στη διάρκεια του 1947 και στις αντίστοιχες πολιτικές του κυβερνητικού στρατοπέδου. Για το επίσηµο κράτος, που διεξήγαγε έναν αγώνα ζωής και θανάτου, το Μακεδονικό λειτούργησε ως καταλύτης για τη διεύρυνση των κοινωνικών συµµαχιών του κατά του εσωτερικού εχθρού.

Στο ιδεολογικό κατ’ αρχήν επίπεδο, η «απειλή κατά της Μακεδονίας» προσέφερε στο κυβερνητικό στρατόπεδο µια δέσµη επιχειρηµάτων µε τα οποία µπορούσε να νοµιµοποιηθεί πολιτικά όχι µόνο η πολεµική σύµπραξη της δηµοκρατικής Κεντροδεξιάς µε τη φιλοβασιλική Δεξιά και τη δωσίλογη Ακροδεξιά, αλλά και η αδρανοποίηση –ή ακόµη και ο προσεταιρισµός– όλων εκείνων των εαµογενών κεντροαριστερών µαζών, ιδίως στα αστικά κέντρα, που ήταν απρόθυµες να εµπλακούν στη νέα ένοπλη σύγκρουση. Η διαπλοκή του δεύτερου αντάρτικου µε τις εδαφικές βλέψεις γειτονικών χωρών πάνω σε τµήµατα της ελλαδικής επικράτειας, η αυξηµένη συµµετοχή Σλαβοµακεδόνων στις τάξεις του ΔΣΕ (που τροφοδοτούσε µια ολόκληρη παραφιλολογία περί της υποτιθέµενης παρουσίας αλλοδαπών στρατιωτικών συµβούλων ή ακόµη και σλαβικών «διεθνών ταξιαρχιών» στο πλευρό των «ελληνόφωνων κατσαπλιάδων») και η συνεργασία του ΚΚΕ µε το ΝΟΦ αξιοποιήθηκαν πανηγυρικά από την κρατική προπαγάνδα, προκειµένου να τεθεί υπό αµφισβήτηση η πατριωτική δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και να περάσουν σε δεύτερο πλάνο οι εντυπώσεις από την αδράνεια, τη φυγοµαχία και τον συγκαλυµµένο ή ανοιχτό δωσιλογισµό της συντριπτικής πλειοψηφίας του εθνικόφρονος κόσµου επί Κατοχής.159 Ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέµου, ο αντικοµµουνισµός κι ο αντισλαβισµός (µαζί µε τον αντισηµιτισµό) αποτελούσαν τους βασικούς πυλώνες της βορειοελλαδικής εθνικοφροσύνης· στη διάρκεια της Κατοχής προβλήθηκαν ως εθνοπρεπής δικαιολογία για την αποφυγή της αντιπαράθεσης ή και για την έµπρακτη συνεργασία µε τον κατακτητή· µε το ξέσπασµα του Εµφυλίου, θα προσδώσουν στην «αντισυµµοριακή» κινητοποίηση το χαρακτήρα ενός «δεύτερου Μακεδονικού Αγώνα». Το διαπιστώνουµε από τη σταδιακή ευθυγράµµιση του µη κοµµουνιστικού Τύπου µεταξύ 1945 και 1948 πάνω σ’ αυτό το µοτίβο, αλλά και από την πλούσια προπαγανδιστική βιβλιοπαραγωγή των ηµερών, την επιδοτηµένη κατά κανόνα από τα µυστικά κονδύλια είτε του υπουργείου Εξωτερικών είτε άλλων κρατικών φορέων. Η επισηµοποίηση αυτής της παραφιλολογίας επήλθε την άνοιξη του 1947, µε τη Λευκή Βίβλο του υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών που πρόβαλλε µια εικόνα του διεξαγόµενου Εµφυλίου σαν σλαβικής εισβολής στον ελληνικό βορρά. Από την άλλη, οι ζωντανές ακόµη µνήµες των αρχών του αιώνα διευκόλυναν τον υπερτονισµό των (οφθαλµοφανών άλλωστε) αναλογιών, τόσο ανάµεσα στο επαναστατικό κίνηµα των κοµιτατζήδων του 1893-1908 και τους «εαµοσλαύους συµµορίτες» του 1941-1949, όσο και µεταξύ των «νοµιµοφρόνων» µακεδονοµάχων υπερασπιστών του «βυζαντινοοθωµανικού» status quo και των εµφυλιοπολεµικών διαδόχων τους που στρατολογούνταν στα ΜΑΥ-ΜΑΔ και ΜΕΑ.160

Αντανάκλαση αυτής της εκστρατείας στο θεσµικό επίπεδο συνιστά η ανάδειξη του «αντεθνικού» εγκλήµατος στην κορυφή της έκτακτης αντικοµµουνιστικής νοµοθεσίας της περιόδου. Ήδη από τον Φεβρουάριο του 1946, η κατάργηση του µεταξικού «ιδιωνύµου» από την κυβέρνηση Σοφούλη συνοδευόταν από τη ρητή ποινικοποίηση των «αυτονοµιστικών» ή «αποσχιστικών» ιδεών. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, το δρακόντειο Γ΄ Ψήφισµα, µε το οποίο ποινικοποιήθηκε µεγάλο µέρος της κοµµουνιστικής δραστηριότητας, θέσπισε τη θανατική ποινή για όσους επιδίωκαν «την απόσπασιν ενός µέρους εκ του όλου της Επικρατείας» και µε ισόβια κάθε προσπάθεια που –«αµέσως ή εµµέσως»– θα µπορούσε να θεωρηθεί διάδοση ιδεών «τεινουσών» προς αυτό το σκοπό. Ο ν.509 του 1947, µε τον οποίο τέθηκαν εκτός νόµου το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, τιµωρούσε στον ίδιο βαθµό «την εφαρµογήν ιδεών, εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την διά βιαίων µέσων ανατροπήν του Πολιτεύµατος, του κρατούντος κοινωνικού συστήµατος ή την απόσπασιν µέρους εκ του όλου της Επικρατείας».161

Μια τρίτη τοµή της περιόδου αφορά την αναδιάταξη των τοπικών πολιτικών συµµαχιών και τη συνακόλουθη διεύρυνση της εθνικόφρονος παράταξης διά της ενσωµάτωσης ενός αξιόλογου τµήµατος των «µαύρων προβάτων» της προηγούµενης φάσης. Η επανεγγραφή στις εθνικές δέλτους κάποιων επώνυµων «βουλγαρισάντων» είχε ήδη δροµολογηθεί σε αυστηρά ατοµική κλίµακα µέσα στο 1945, πήρε όµως µαζικές διαστάσεις στη διάρκεια της επόµενης διετίας: «Η τελευταία ευκαιρία να δείξουν έµπρακτα οι παρασυρθέντες από τους βουλγαρόφωνους χωρικούς πως µετανόησαν και πως έχουν απόφαση στο εξής να µείνουν Έλληνες, εστάθηκαν οι εκλογές της 31 Μαρτίου 1946», διαβάζουµε σ’ ένα χαρακτηριστικό κείµενο της εποχής, που υπογράφεται από τον ΦίλιπποΔραγούµη. «Πραγµατικά µε την αποχή του ΚΚΕ από τες εκλογές ήτον εύκολο να εξακριβωθεί η µετάνοια µε το να παν να ψηφίσουν και να µην απόσχουν».162 Στο ίδιο µήκος κύµατος, ο πρώην υπουργός Εσωτερικών (και λίγο αργότερα Δηµόσιας Τάξης) Κωνσταντίνος Ρέντης θα ξεκαθαρίσει στη Βουλή τον Μάιο του 1947 τις νέες διαχωριστικές γραµµές που επιβάλλει η αντιµετώπιση της κοµµουνιστικής ανταρσίας: «Ο τελευταίος πόλεµος εδηµιούργησε νέα κριτήρια. Υπήρξαν είτε βουλγαρόφωνοι, είτε σλαυόφωνοι, είτε ελληνόφωνοι, οι οποίοι ηκολούθησαν ιδεολογίαν ξένην και συστήµατα ξένα προς το Ελληνικόν Έθνος. Δεν δυνάµεθα να γενικεύσωµεν, ότι κάθε σλαυόφωνος είναι εχθρός της Ελλάδος. Θα καθορίσωµεν ως τοιαύτα τα πρόσωπα, τα οποία ηθέλησαν ν’ αγωνισθούν διά την επικράτησιν προθέσεων κατακτητικών επί της Ελλάδος. Τους άλλους θα τους θεωρήσωµεν Έλληνας επί τη βάσει των νέων κριτηρίων, τα οποία εδηµιουργήθησαν».163 Στις υπηρεσιακές χαρτογραφήσεις του «φρονήµατος» των Σλαβοµακεδόνων, προπύργια του Αξονοµακεδονικού Κοµιτάτου –όπως τα Λακκώµατα, το Καλοχώρι ή η Κορησσός– καταγράφονται έτσι ως «ελληνόφρονα» (ή έστω «ρευστοσυνείδητα»), ενώ άλλα µε πλούσια συµµετοχή στην Αντίσταση –όπως το Δενδροχώρι και το Μπαψόρι– καταχωρούνται ως αναφανδόν «βουλγαρόφρονα».164

59 Κωστόπουλος

Σύνθημα σε τοίχο σπιτιού στο χωριό Μακρυχώρι [Κονομλάτι] Καστοριάς (Συλλογή Σπύρου Καράβα).

Μια ιδιαίτερη πτυχή αυτής της ανακαταγραφής συνιστά η σιωπηλή επανένταξη στο εθνικόφρον στρατόπεδο µιας µερίδας των Σλαβοµακεδόνων που συνδεόταν µε τα κατάλοιπα της ΕΜΕΟ, διατηρούσε συγγενικούς ή άλλους δεσµούς µε την υπερατλαντική βουλγαροµακεδονική διασπορά και προωθούσε µια πολιτική ουδετερότητας στην «ενδοελληνική» εµφύλια σύρραξη (ουσιαστικά: νοµιµοφροσύνης απέναντι στις επίσηµες κρατικές αρχές), ελπίζοντας στη µεταπολεµική διασφάλιση µειονοτικών δικαιωµάτων (ή ακόµη και στη δηµιουργία µιας ανεξάρτητης αντικοµµουνιστικής Μακεδονίας) µε αγγλοαµερικανική παρέµβαση. Δυσκολευόµενα να εξηγήσουν τη στάση αυτή της αυτονοµιστικής οργάνωσης, και κυρίως τη διακριτικότητά της όσον αφορά την εθν(οτ)ική ταυτότητα των µελών της, κάποια τοπικά στελέχη του ΝΟΦ φτάνουν έτσι να υποστηρίξουν σε εκθέσεις τους πως η ΕΜΕΟ της περιοχής τους «βρίσκεται στα χέρια των γρεκοµάνων».165 Δύσκολα µπορεί βέβαια κανείς ν’ αποφανθεί µε βεβαιότητα σε ποιο βαθµό αυτή η στρατηγική υφίστατο όντως, ως διακριτή επιλογή, και δεν αποτελούσε απλώς ένα µεταβατικό στάδιο προς τη συνειδητή αφοµοίωση των πάλαι ποτέ «βουλγαριζόντων» στον ελληνικό εθνικό κορµό, µε διαδικασίες ανάλογες µε αυτές της παράλληλης επανένταξης των πρώην ταγµατασφαλιτών και λοιπών δωσιλόγων της Νότιας Ελλάδας. Από τα διαθέσιµα στοιχεία για κάποια πρώην «κοµιτατζηδοχώρια», διαπιστώνουµε πάντως ότι σ’ αυτή τη µετάλλαξη πρωταγωνίστησαν τοπικοί παράγοντες που είχαν υποστηρίξει τον εξοπλισµό των κατοίκων από τους Γερµανούς και µετά τη Βάρκιζα ανανέωσαν προϋπάρχοντες δεσµούς τους –ως κοµµαταρχών– µε επιφανή στελέχη του εθνικόφρονος πολιτικού φάσµατος.166 Με τελικό αποτέλεσµα, σε ουκ ολίγα σλαβόφωνα χωριά ο σκληρός πυρήνας των Ελλήνων εθνικιστών να συγκροτείται από οικογένειες πάλαι ποτέ στελεχών της Οχράνα.

Η ακριβής συµβολή των αγγλοαµερικανικών υπηρεσιών σ’ αυτή τη µετατόπιση παραµένει επίσης αδιευκρίνιστη. Όχι µόνο η δηµόσια προπαγάνδα αλλά και απόρρητες εσωκοµµατικές εκθέσεις του ΚΚΕ και του ΝΟΦ κατά τη διετία 1946-47 τονίζουν π.χ. ιδιαίτερα την (πραγµατική ή υποτιθέµενη) προπαγανδιστική δραστηριότητα του Βρετανού υποπροξένου Φλώρινας Τζορτζ Χιλ και του «πράκτορα της Ιντέλιτζενς» Πάτρικ Έβανς υπέρ της ΕΜΕΟ, µε στόχο την καταπολέµηση της επιρροής της Αριστεράς στο εσωτερικό της µειονότητας και την ταυτόχρονη υπονόµευση του γειτονικού τιτοϊκού καθεστώτος.167 Στην περίπτωση του Έβανς θα πρέπει βέβαια να επισηµανθεί ότι παρόµοιοι ισχυρισµοί, για τη στάση του ως αξιωµατικού συνδέσµου στη διάρκεια της Κατοχής, δεν τεκµηριώνονται από το περιεχόµενο όσων εκθέσεών του έχουν αποχαρακτηριστεί.168 Από την άλλη, η δραστηριότητα του Χιλ προκαλούσε την καχυποψία ακόµη και ανώτερων στελεχών του κρατικού µηχανισµού, µε τον γενικό διοικητή Δυτικής Μακεδονίας Χριστόφορο Νάλτσα να τονίζει ενδοϋπηρεσιακά όχι µόνο την εκτεταµένη σλαβογλωσσία αλλά και τα «έντονα βόρειασλαβικά χαρακτηριστικά (πολωνικά;)» της φυσιογνωµίας του.169 Άγραφη παραµένει επίσης η ιστορία των αντικοµµουνιστικών σχηµατισµών που, επανδρωµένοι από Βαλκάνιους εµιγκρέδες (µέλη της ΕΜΕΟ και του αλβανικού Balli Kombëtar) στρατωνισµένους στη Σύρο και το Λαύριο και καθοδηγούµενους από δυτικές µυστικές υπηρεσίες, έδρασαν όλη αυτή την περίοδο κατά µήκος των ελληνογιουγκοσλαβικών κι ελληνοαλβανικών συνόρων· αγνοούµε έτσι πλήρως τις παράπλευρες επιπτώσεις αυτής της παρουσίας, όσον αφορά την επανασύνδεση των πρώην οχρανιτών µε τον εθνικό κορµό. Γεγονός παραµένει, ωστόσο, ότι ο φόβος µιας ενδεχόµενης δυτικής πατρονίας των Σλαβοµακεδόνων µετά το τέλος του Εµφυλίου αποτυπώνεται στις εκθέσεις των πιο διεισδυτικών από τους εθνικόφρονες παράγοντες της περιόδου.

61 Κωστόπουλος

Η Καστοριά σε φωτογραφία του 1950 (Ιδιωτική Συλλογή).

Οι πολεµικές προτεραιότητες της εποχής θα θέσουν, ωστόσο, σε δεύτερη µοίρα αυτές τις επιφυλάξεις. Ήδη από το 1945-46 εκθέσεις του ΝΟΦ καταγράφουν την ύπαρξη «ένοπλων οργανώσεων της αντίδρασης», «ένστολων αντιαντάρτικων οµάδων», «εξοπλισµένων δεξιών» ή «ντόπιων οπλισµένων χιτών» σε συγκεκριµένα σλαβοµακεδονικά χωριά, όπως και τις προσπάθειές τους «να επιφέρουν διάσπαση» στο εσωτερικό της µειονότητας.170 Μετά την επίσηµη συγκρότηση των παραστρατιωτικών Μονάδων Αυτασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ) και Μονάδων Αποσπασµάτων Διώξεως (ΜΑΔ) στα τέλη του 1946, η τακτική αυτή θα κορυφωθεί µε τη µετατροπή ολόκληρων χωριών σε ένοπλα προπύργια της εθνικοφροσύνης κατά του ΔΣΕ· από τα 30 τέτοια «χωριά-φρούρια» που περιγράφονται στο οµώνυµο βιβλίο του εµπνευστή τους, Γεωργίου Μόδη, τα 13 κατοικούνταν εξ ολοκλήρου ή σε µεγάλο βαθµό από σλαβόφωνους Μακεδόνες.171 Τα διαθέσιµα στατιστικά στοιχεία γι’ αυτή τη συστράτευση στο πλευρό του Εθνικού Στρατού είναι αρκετά αποσπασµατικά, ενδεικτικά, όµως, της έκτασης του φαινοµένου. Η πληρέστερη σχετική καταγραφή προέρχεται από το ΝΟΦ Έδεσσας και συντάχθηκε στις αρχές του 1948: σε σύνολο 75.779 Σλαβοµακεδόνων (35,4% του πληθυσµού της περιφέρειας), υπηρετούν στον κυβερνητικό στρατό 487 κι έχουν πάρει όπλα ως «µάυδες» άλλοι 736 (δίπλα σε 2.993 «Έλληνες»)· 1.992 σλαβόφωνοι άντρες και 51 γυναίκες υπηρετούν την ίδια περίοδο στον ΔΣΕ, ενώ 13.584 άλλοι έχουν καταφύγει ή µεταφερθεί µε τη βία στα αστικά κέντρα, όπου αποτελούν το 37,4% των εσωτερικών προσφύγων.172 Στον γειτονικό νοµό Φλωρίνης, από τους 925 «εξοπλισµένους µοναρχοφασίστες» 45 χωριών που καταγράφει εκεί την άνοιξη του 1947 η έκθεση του ΔΣΕ προς τον ΟΗΕ, οι 258 κατοικούν σε 18 σλαβοµακεδονικά χωριά, άλλοι 273 σε 8 χωριά µε µεγάλη πλειοψηφία Σλαβοµακεδόνων, ενώ υπάρχουν και 4 οπλισµένα σλαβόφωνα χωριά µε άγνωστο αριθµό πολιτοφυλάκων· ακόµη και στο νοµό Καστοριάς, όπου η πόλωση σε εθνοτική βάση υπήρξε σαφέστερη, σε σύνολο 47 οπλισµένων χωριών και 536 ένοπλων παρακρατικών τα 13 χωριά (µε 78 ενόπλους) είναι αµιγώς σλαβοµακεδονικά κι άλλα 14 (µε 189ενόπλους) µεικτά.173

Τελικό αποτέλεσµα αυτής της στράτευσης ήταν η επιβεβαίωση των νέων διαχωριστικών γραµµών, τόσο σε ατοµικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. «Κατά τον συµµοριτοπόλεµον, χωρία τα οποία εθεωρούντο κατά 90% βουλγαρίζοντα, έδειξαν απαράµιλλον αφοσίωσιν, προστατεύσαντα τα χωρία των από τας φονικωτάτας επιθέσεις των συµµοριτών», υπενθυµίζει –χρόνια αργότερα– ένας από τους νοµάρχες της εποχής σε εµπιστευτική έκθεσή του για το φρόνηµα των σλαβόφωνων Μακεδόνων.174 «Πολλοί από τους στιγµατισµένους» ως βουλγαρόφιλοι, διευκρινίζει απ’ την πλευρά του ο Μόδης, «είχαν δράξει τα όπλα και [ως] διµοιρίτες ή οπλίτες των ΜΑΥ πολέµησαν µε αληθινό συχνά ηρωισµό εναντίον των κοµµουνιστικών και Νοφικών συµµοριών. Μερικοί είχαν εφοδιασθή µε άδειες της στρατιωτικής Αρχής να κυκλοφορούν ένοπλοι και να ταξιδεύουν ελεύθερα µε στρατιωτικά αυτοκίνητα».175

Φυσικά, τα προνόµια αυτά δεν αφορούσαν παρά ένα ελάχιστο τµήµα του επίµαχου πληθυσµού. Η πλειοψηφία των Σλαβοµακεδόνων, ακόµη κι εκείνοι που τηρούσαν αποστάσεις απέναντι στο αντάρτικο, αντιµετωπίζονταν συχνά από τις στρατιωτικές αρχές ως εχθρικός πληθυσµός και τα χωριά τους ως δυνητικά πεδία βολής προς ισοπέδωση.176 Στην καλύτερη περίπτωση, αισθάνονταν υποχρεωµένοι ν’ απολογούνται στον τοπικό Τύπο ακόµη και για την (πραγµατική ή υποτιθέµενη) δυσαναλογία της προσφοράς των κοινοτήτων τους σε αίµα και υλικές θυσίες σε σχέση µε τα υπόλοιπα σύνοικα «στοιχεία».177 Βασική προϋπόθεση της ένταξής τους στο στρατόπεδο των νικητών ήταν άλλωστε η ρητή αποκήρυξη ή αποσιώπηση της γλωσσοπολιτισµικής ιδιαιτερότητάς τους και η «εκούσια» υποβολή τους σε ένα εντατικό σφυροκόπηµα εθνικής διαπαιδαγώγησης, µε κύρια χαρακτηριστικά την εσωτερικευµένη αυτολογοκρισία και αυτοϋποτίµηση.178

Οι υπηρεσιακές ζυµώσεις για την οριστική επίλυση του µειονοτικού προβλήµατος συνεχίστηκαν, ως επί το πλείστον µακριά από τα φώτα της δηµοσιότητας, σε όλη τη διάρκεια του Εµφυλίου. Με την κλιµάκωση των εχθροπραξιών, οι εισηγήσεις για απαλλαγή της µεθορίου από την παρουσία των Σλαβοµακεδόνων απέκτησαν έναν επείγοντα χαρακτήρα. «Δέον να λάβη χώραν µετακίνησις χωρίων παραµεθορίων κατοικουµένων υπό κατοίκων διφορουµένων εθνικών και πολιτικών φρονηµάτων, ως και διάλυσις ενίων και εγκατάστασις εις τας περιφερείας αυτών πληθυσµών εξηκριβωµένης Ελληνικής συνειδήσεως», διαβάζουµε π.χ. σε έκθεση του νοµάρχη Πέλλης Θεόδωρου Μπαγλανέα προς τις προϊστάµενές του αρχές, τον Οκτώβριοτου 1946.179 Τον Ιανουάριο του 1948, το ΓΕΣ θα υποβάλει αίτηµα «να επιζητηθή το ταχύτερον ανταλλαγή πληθυσµών» µε τις όµορες σλαβικές χώρες (όπου όµως δεν υπάρχουν αξιόλογες ελληνικές µειονότητες), «διά να απαλλαγή η Ελλάς άπαξ διά παντός των Σλαυοφώνων (Βουλγαριζόντων και Σερβιζόντων) και Σλαυοφρόνων»· η ψευδώνυµη αυτή διαδικασία, διαβάζουµε, «δύναται να είναι εκουσία, αλλά µε το δικαίωµα δι’ ηµάς να εκδιώκωµεν τους ανεπιθυµήτους και υπόπτους, οίτινες σκοπίµως δεν επιθυµούν την ανταλλαγήν». Όσο για «τον αριθµόν των ατόµων των µη εχόντων δεδηλωµένην εθνικήν συνείδησιν», που αποτελούν «εχθρούς της Ελλάδος» και των οποίων «η παραµονή εις τας παραµεθορίους περιοχάς κρίνεται ως λίαν επικίνδυνος», αυτός υπολογίζεται –βάσει της προαναφερθείσας στατιστικής του υπουργείου Δηµοσίας Τάξεως– σε 80.000-90.000.180 Σαφώς πρακτικότερος, ο υπουργός Βορείου Ελλάδος Αριστείδης Μπασιάκος προτείνει την ίδια εποχή συγκεκριµένη µεθοδολογία αντιµετώπισης του «κακού»: «Δεδοµένου ότι οι Εαµοσλαύοι κοµµουνισταί έχουν υπό τον έλεγχόν των και άλλας περιοχάς σλαυοφώνους, τας οποίας πιθανώτατα διοργανώνουν καθ’ ον τρόπον και την περιφέρειαν Κορεστίων-Καστορίας» («δι’ εγκαταστάσεως λαϊκών δικαστηρίων, σλαυοφώνων σχολείων και εκκλησιών, διοικητικών Αρχών κλπ»), «διατρέχοµεν τον κίνδυνον να ευρεθώµεν προ µιας αρκετά µεγάλης λωρίδος Μακεδονικής γης αυτονόµου µε ιδίαν διοίκησιν και ιδίας Αρχάς, την οποίαν θα παρουσιάσουν εις τον ΟΗΕ ως επιτυχούσαν την ελευθερίαν της. Τοιούτος ενδεχόµενος κίνδυνος δέον να αποτραπή οπωσδήποτε υπό του κράτους. Διό επιβάλλεται καθ’ ηµάς, όπως ανατραπή αµέσως η δηµιουργηθείσα κατάστασις και εµποδισθή η επέκτασις ταύτης διά στρατιωτικών επιχειρήσεων, αι οποίαι να µη φεισθούν των βουλγαρικών χωρίων της περιφερείας ταύτης, τα οποία φιλοξενούν, υποθάλπουν και ενισχύουν τους συµµορίτας, ώστε και εν περιπτώσει συµπτύξεως των στρατιωτικών µας δυνάµεων, οι συµµορίται επανερχόµενοι να µη εύρουν τα σπίτια των και τα χωρία των».181

63 Κωστόπουλος

Σπίτι στην εγκαταλελειμμένη Άνω Λεύκη [Ζουπάνιστα]. Η πλειονότητα των κατοίκων του χωριού κατέφυγαν στο τέλος του εμφυλίου στη Γιουγκοσλαβία (Συλλογή Σπύρου Καράβα).

Η πρακτική εφαρµογή αυτής της στρατηγικής είχε ήδη δοκιµαστεί από τον κυβερνητικό στρατό το φθινόπωρο του 1947, µε την ισοπέδωση συγκεκριµένων χωριών του Βίτσι (Περικοπή, Μπαψόρι, Τρίβουνο, Κορυφή). Θα ξανατεθεί σε εφαρµογή κατά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της άνοιξης και του καλοκαιριού του 1948, µε το σβήσιµο από το χάρτη «στιγµατισµένων» χωριών όπως το Δενδροχώρι ή η Κρυσταλλοπηγή και την απόπειρα εκδίωξης «προς τα σύνορα και προς τας κατεχοµένας υπό των συµµοριτών περιοχάς» όσων σλαβόφωνων οικογενειών παρέµεναν στα χωριά τους· η παθητική αντίσταση πολλών από τους εκδιωχθέντες, που επανέρχονταν πεισµατικά «είτε εις τα χωρία των είτε εις άλλα γειτονικά», επέβαλε, ωστόσο, τελικά την εγκατάλειψη «του αυθαιρέτου και εξαιρετικώς επικινδύνου τούτου παιχνιδίου υπό του ΓΕΣ και της κυβερνήσεως»·182 έτσι κι αλλιώς, πάντως, ο πληθυσµός των περισσότερων από τα σλαβόφωνα χωριά του Γράµµου είχε ήδη καταφύγει στην Αλβανία. Οι υπέρµαχοι της δυναµικής λύσης εξακολούθησαν, πάντως, να διεκδικούν δηµόσια µια πολιτική γενικευµένης εθνοκάθαρσης: «σλαυικόν κράτος µέσα στο κράτοςµας», διακηρύσσει χαρακτηριστικά τον Αύγουστο του 1948 µια εθνικόφρων εφηµερίδα της Καστοριάς, η «σλαυική σφηκοφωλιά» των Πρεσπών «πρέπει πάραυτα και εν συνεχεία µε τον Γράµµο να καή, να σβύση και εξαφανισθή, µαζί και µε τις σφηκοφωλιές του Βιτσιού και των Κορεστίων».183

64 Κωστόπουλος

Ανακοίνωση της Νομαρχίας Κοζάνης (ΑΣΚΙ).

Σύµφωνα µε όλες τις ενδείξεις, η τελική απόφαση για το ζήτηµα πάρθηκε τον Μάρτιο του 1949, µετά την πανηγυρική αλλαγή πολιτικής του ΚΚΕ και εν όψει της σχεδιαζόµενης παναστρατιάς για την κατάλυση του «κράτους» της ΠΔΚ. Η πρωτοβουλία για την «ανακίνησιν» του θέµατος ανήκε στον στρατάρχη Παπάγο, οι σχετικές δε υπηρεσιακές διαβουλεύσεις πραγµατοποιήθηκαν σε δύο φάσεις.

Στις 11 Μαρτίου συνεδρίασε το Συµβούλιο Πολιτικών Υποθέσεων του υπουργείου Εξωτερικών, υπό την προεδρία του µόνιµου υφυπουργού Παναγιώτη Πιπινέλη, µε συµµετοχή εκπροσώπων του ΓΕΣ, της ΚΥΠ, του υφυπουργείου Τύπου και άλλων φορέων. Από την οµιλία του Πιπινέλη πληροφορούµαστε ότι από καιρό είχε αποφασιστεί «όπως οι πλέον επικίνδυνοι εκ των Σλαύων της Μακεδονίας αποµακρυνθούν των βορείων µας επαρχιών, δοθέντος ότι η αποµάκρυνσις ολοκλήρου του πληθυσµού αυτού θα ήτο αδύνατος, διότι θα προεκάλει αντιδράσεις διπλωµατικής και οικονοµικής φύσεως»· σύµφωνα δε µε διαβεβαιώσεις του υπουργείου Δηµοσίας Τάξεως, «η προσπάθεια της επιλογής» των υπό εκτόπιση προσώπων «έχει ήδη προχωρήσει σηµαντικώς, και αποµένει η εκτέλεσις του µέτρου της αποµακρύνσεως των 10-20 χιλιάδων φανατικών βουλγαριζόντων εις τα ενδότερα της χώρας, καθώς και η έκδοσις Ψηφίσµατος ήτις θα επιτρέψη την αφαίρεσιν παρ’ αυτών της ελληνικής ιθαγενείας και του δελτίου εργασίας». Οι «οριστικές αποφάσεις» επρόκειτο να παρθούν «κατ’ αυτάς», από µια σύσκεψη αντιπροσώπων του ΓΕΣ και των υπουργείων Εξωτερικών, Δηµοσίας Τάξεως, Γεωργίας και Προνοίας. Για τον έµπειρο διπλωµάτη, η πολιτική συγκυρία µετά τη 2η Ολοµέλεια του ΝΟΦ πρόσφερε µια µοναδική ευκαιρία για τη λήψη ριζικών µέτρων, που δεν έπρεπε να πάει χαµένη: «Ευρισκόµεθα ήδη εν καθυστερήσει των µέτρων άτινα έπρεπε να είχον ληφθεί από µακρού και υπάρχει, ως εκ τούτου, φόβος να φανή η ενέργειά µας ως συνέπεια των τελευταίων γεγονότων. Εν τούτοις όµως, έστω και µε καθυστέρησιν, πρέπει να προλάβωµεν, διότι, όταν τα σηµερινά γεγονότα χαλαρωθούν, µαζί δε µε αυτά λησµονηθή η σηµερινή πικρά των εντύπωσις, η πολιτική της επιεικίας θα κυριαρχήση, ως συνήθως, και πάλιν οι κύριοι αυτοί θα µείνουν εις τας θέσεις των, διά να απειλήσουν την ακεραιότητα και την ειρήνην της Χώρας µας».184

Η τελική σύσκεψη πραγµατοποιήθηκε στις 23 Μαρτίου στο ΓΕΣ, µε συµµετοχή εκπροσώπων των υπουργείων Εξωτερικών, Εσωτερικών και Δηµοσίας Τάξεως και κάποιων άλλων παραγόντων, υπό την προεδρία ξανά του Πιπινέλη. Από τις αποφάσεις που πάρθηκαν εκεί γνωρίζουµε µόνο τα σχετικά µε την επιβολή µιας ενιαίας υπηρεσιακής ορολογίας για «τον καταλληλότερον από εθνικής απόψεως χαρακτηρισµόν των εν Β. Ελλάδι εχόντων ως µητρικήν γλώσσαν και οµιλούντων συνήθως το γνωστόν σλαυοµακεδονικόν ιδίωµα». Ως εθνικά ορθή επιλογή προκρίθηκε τελικά η ονοµασία «Σλαυόφωνοι», «αποκλειοµένου παντός άλλου όρου»· µια σειρά από υπουργεία διατάχθηκαν έτσι να επιβάλουν στους υφισταµένους τους την αποκλειστική χρησιµοποίησή του, «τηρουµένης ούτω ενιαίας στάσεως παρ’ όλων των αρµοδίων υπηρεσιών επί του εν λόγω ζητήµατος».185 Όσον αφορά τα υπόλοιπα ζητήµατα, η µοναδική διαθέσιµη αναφορά στις αποφάσεις της σύσκεψης περιέχεται σε σχετικά πρόσφατη έκδοση της ΠΓΔΜ, η οποία σκιαγραφεί το «άκρως απόρρητο διάταγµα» της ίδιας µέρας (αντίγραφο του οποίου φέρονται να διαθέτουν τα κρατικά «Αρχεία Μακεδονίας»), χωρίς, όµως, να παραθέτει αποσπάσµατά του. Από τα συµφραζόµενα προκύπτει πάντως ότι τα σχέδια για µετακίνηση χιλιάδων Σλαβοµακεδόνων προς νότον, µε µαζική αφαίρεση ιθαγενειών και δελτίων εργασίας δεν έγιναν δεκτά – µε αυτή τη µορφή τουλάχιστον. Απεναντίας, ως κύριος στόχος φαίνεται πως τέθηκε η αφοµοίωση των «Σλαβόφωνων Ελλήνων» στην υπόλοιπη ελληνική κοινωνία.186

65 Κωστόπουλος

Φωτογραφία από το χωριό Λαιμός Πρέσπας, από περιοδεία του βασιλικού ζεύγους τον Ιούνιο του 1950 στη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη (Γ.Γ. Επικοινωνίας-Γ.Γ. Ενημέρωσης).

Με δεδοµένες τις εξελίξεις των επόµενων χρόνων, το κείµενο µίας από τις βασικές εισηγήσεις στην εν λόγω σύσκεψη αποδεικνύεται κάτι παραπάνω από διαφωτιστικό. Ο λόγος για το «Υπόµνηµα περί των παραµεθορίων βουλγαροφώνων πληθυσµών» που υπέβαλε τον Νοέµβριο του 1948 στο ΓΕΣ ο βουλευτής Φίλιππος Δραγούµης, µετά από σύσκεψή του µε τις αρχές και «διαφόρους παράγοντας εκ των καταστραφέντων και καταφυγόντων εις Καστορίαν Ελλήνων της υπαίθρου».187 Κεντρική ιδέα του ντοκουµέντου ήταν η ανάγκη να προληφθεί «το ενδεχόµενον αναγνωρίσεως υπό του ΟΗΕ εθνικής µειονότητος “σλαυοµακεδονικής”» κι «εξασφαλίσεως µειονοτικών δικαιωµάτων» στους σλαβόφωνους Μακεδόνες της Βόρειας Ελλάδας µε δυτική παρέµβαση, µετά την επικείµενη συντριβή του ΔΣΕ. Όσον αφορά την προτιµητέα ορολογία, ο Δραγούµης πρότεινε –χωρίς επιτυχία– τη µετονοµασία των Σλαβοµακεδόνων σε «Βουλγαρόφωνους», µε το σκεπτικό ότι έτσι «διασπάται κάπως η µακεδονική ενότης» και (χάρη στις ελληνοβουλγαρικές ανταλλαγές πληθυσµών της δεκαετίας του ’20) καθίσταται δυσκολότερη η αναγνώριση εθνικής µειονότητας στην ελληνική Μακεδονία. Ευµενέστερη υποδοχή φαίνεται πως είχε το δεύτερο σκέλος των εισηγήσεών του σχετικά µε την αποτελεσµατικότερη µέθοδο εξάλειψης του µειονοτικού προβλήµατος: διαφωνώντας µε «τας υστερικάς και δηµοκοπικάς κραυγάς των ισχυριζοµένων ότι όλοι οι σλαυόφωνοι είναι ανάγκη να εκδιωχθούν βιαίως κλπ», µέτρο το οποίο ο ίδιος θεωρούσε «απαράδεκτον διεθνώς και δυναµικώς απραγµατοποίητον», ο παλαίµαχος πολιτικός αντιπρότεινε µια διακριτική πολιτική σαλαµοποίησης και ήπιας εθνοκάθαρσης: εκδίωξη του σκληρού πυρήνα της µειονότητας (µε συλλογικές αφαιρέσεις ιθαγένειας, κατασχέσεις περιουσιών και «λελογισµένο» εποικισµό της µεθορίου µε ελληνόφωνους κατοίκους γειτονικών περιοχών), και ταυτόχρονο εξαναγκασµό των υπόλοιπων Σλαβοµακεδόνων στην απάρνηση της γλωσσοπολιτισµικής τους ιδιαιτερότητας. Στους σλαβόφωνους πολιτικούς πρόσφυγες που θα χάσουν την ελληνική υπηκοότητα και τα υπάρχοντά τους επειδή «απέδειξαν εµπράκτως ότι θέλουν να ανήκουν εις την “σλαυοµακεδονικήν”, την “βουλγαρικήν” ή άλλην εθνότητα», διαβάζουµε, «θα τους σταλούν εν ευθέτω καιρώ και αι οικογένειαί των, εφ’ όσον δεν θα τας έχουν ήδη παραλάβει µεθ’ αυτών εις τας νέας των πατρίδας. Εάν και µετά τούτο ηθέλοµεν ευρεθή ηναγκασµένοι διεθνώς ν’ αναγνωρίσωµεν την ύπαρξιν “σλαυοφώνου” ή “βουλγαροφώνου” γλωσσικής µειονότητος εν Ελλάδι, δεν θα τολµήση κανείς χωρικός να παρουσιασθή και να ζητήση είτε το άνοιγµα µειονοτικών σχολείων και ναών ή έστω και την απλήν διδασκαλίαν του ιδιώµατός των εις το ελληνικόν δηµοτικόν σχολείον του χωρίου του· διότι εν τω µεταξύ οι ρευστής συνειδήσεως βουλγαρόφωνοι θα έχουν παραδειγµατισθή εκ των συνεπειών της εκριζώσεως των σλαυοκοµµουνιστών πρακτόρων συγχωριανών των και θα έχουν διαφωτισθή καταλλήλως υπό των αρµοδίων αρχών µας».188

10. Η σκόνη της Ιστορίας

Η έκβαση του Εµφυλίου έκρινε, ως γνωστόν, την τύχη ενός σηµαντικού τµήµατος της σλαβοµακεδονικής µειονότητας της Βόρειας Ελλάδας. Από τους 55.000 πολιτικούς πρόσφυγες που κατέφυγαν το 1948-49 στην ΕΣΣΔ και τις υπόλοιπες χώρες του ανατολικού µπλοκ οι 20.000 περίπου ήταν Σλαβοµακεδόνες· το ίδιο και οι 18.000 από τους 25.000 πρόσφυγες που βρέθηκαν το ίδιο διάστηµα στη Γιουγκοσλαβία.189 Όσο για τους πεσόντες του πολέµου µεταξύ του σλαβόφωνου πληθυσµού, υπολογίζονται από την ιστοριογραφία της ΠΓΔΜ σε περίπου 20.000.190 Κατά την επίσηµη ελληνική ιστοριογραφία, η µαζική αυτή έξοδος συνιστούσε «ευεργετική παρενέργεια» της εµφύλιας τραγωδίας, καθώς «η Ελλάδα απαλλάχθηκε έτσι από µια ξενοσυνείδητη µειονότητα που απειλούσε ενεργά την ασφάλεια και την εσωτερική της ειρήνη».191 Η απογραφή πληθυσµού του 1951, η τελευταία που θα θέσει τα ευαίσθητα ερωτήµατα της (µητρικής ή «οµιλουµένης συνήθως») γλώσσας και της θρησκείας των κατοίκων της ελληνικής επικράτειας, κατέγραψε στην ελληνική Μακεδονία µόλις 36.894 άτοµα µε µητρική γλώσσα τη «σλαυική». Στην πραγµατικότητα, όπως προκύπτει από λίγο µεταγενέστερες απόρρητες υπηρεσιακές στατιστικές, ο αριθµός των σλαβόφωνων Ελλήνων πολιτών ήταν τουλάχιστον τετραπλάσιος.192

66 Κωστόπουλος

17.7.1950, επαναπατρισμός παιδιών από τη Γιουγκοσλαβία (Γ.Γ. Επικοινωνίας-Γ.Γ. Ενημέρωσης).

Για την εµπέδωση και διεύρυνση αυτής της επιτυχίας, η αρµόδια Γενική Διεύθυνση Αλλοδαπών του υπουργείου Εσωτερικών θα εισηγηθεί το 1952 µια σειρά µέτρων. Επιλεκτικό κατ’ αρχήν χαρακτήρα του όποιου επαναπατρισµού πολιτικών προσφύγων από τη Γιουγκοσλαβία σε αυστηρά εθνοτική βάση: «Κριτήριον βασικόν αποτελεί η Σλαυική καταγωγή. Δέον όπως αρνούµεθα απολύτως την επιστροφήν παντός προσώπου Σλαυικής καταγωγής υπό οιασδήποτε συνθήκας και αν ευρέθη τούτο εις τας Σλαυικάς χώρας (φυγάδες, βιαίως απαχθέντες, εκουσίως αναχωρήσαντες το 1941, Κ/συµµορίται)». Όσον αφορά πάλι τα σλαβόφωνα παιδιά του «παιδοµαζώµατος», τον επαναπατρισµό των οποίων το κράτος ήταν αδύνατον ν’ αρνηθεί εφόσον οι οικογένειές τους παρέµεναν στην Ελλάδα, «η εγκατάλειψίς των εις τας εστίας των κρίνεται ως εθνικώς ασύµφορος», δεδοµένου ότι «η διαβίωσίς των εις τας Χώρας του Παραπετάσµατος ήτο καλλιτέρα, εις τας πλείστας τουλάχιστον περιπτώσεις, εκείνης την οποίαν δύναται να παράσχη εις ταύτα σήµερον η οικογενειακή περίθαλψις», µε αποτέλεσµα «να θεωρήται απολύτως βέβαιον ότι η νοσταλγία του περιβάλλοντος εκείνου θα κρατή τα παιδιά ταύτα εις ψυχικόν σύνδεσµον προς τον Σλαυισµόν»· απαιτούνταν, ως εκ τούτο, «η λήψις Κρατικής µερίµνης προς Εθνικήν διαπαιδαγώγησίν» τους. Το τρίτο µέτρο αφορούσε την «διευκόλυνσιν της εξ Ελλάδος αναχωρήσεως προς οιανδήποτε χώραν του εξωτερικού ατόµων ή οικογενειών Σλαυικής καταγωγής, κατά µείζονα δε λόγον, προσώπων των οποίων τα λοιπά µέλη οικογενείας» βρίσκονταν ήδη εκτός Ελλάδας. Στο τραπέζι ξανάµπαινε, τέλος, το γνωστό σχέδιο για τη διά νόµου «µετατόπισιν ολοκλήρων οικογενειών και υποχρεωτικήν εγκατάστασιν τούτων εις Νότιον Ελλάδα».193 Παρόµοιες εισηγήσεις, για την εκ νέου τροποποίηση του εθνολογικού χάρτη των «ευπαθών» περιοχών της ελληνικής Μακεδονίας µε διοικητικά µέσα, θα εξακολουθήσουν να διατυπώνονται από στρατιωτικές και άλλες υπηρεσίες µέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50.194

Ακολούθησε η σιωπηρή τακτοποίηση των µητρώων του έθνους, µε τη σταδιακή αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας από χιλιάδες «αλλογενείς» πολιτικούς πρόσφυγες ή µετανάστες. Ένα σχετικά µικρό τµήµα τους έχασε την ιθαγένειά του, όπως και οι «Έλληνες το γένος» πολιτικοί πρόσφυγες, βάσει της έκτακτης νοµοθεσίας του Εµφυλίου (ΛΖ΄ Ψήφισµα της 4.12.1947). Για τους υπόλοιπους χρησιµοποιήθηκε ένα διάταγµα του1927, σύµφωνα µε το οποίο «αλλογενείς, εγκαταλιπόντες το Ελληνικόν έδαφος άνευ προθέσεως επανόδου, αποβάλλουσι την Ελληνικήν ιθαγένειαν» µε µια απλή (και µη δηµοσιευτέα) διαπιστωτική πράξη του υπουργείου Εσωτερικών· µετά το 1955, τη διάταξη αυτή διαδέχθηκε το παρεµφερές άρθρο 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας.195 Όπως διαπιστώνουµε από τους οικείους φακέλους των αρχείων του υπουργείου Εξωτερικών, ο όλος µηχανισµός τέθηκε σε λειτουργία τον Δεκέµβριο του 1949, αµέσως µετά τη συντριβή της «ανταρσίας». Μια φορά το µήνα, τα κατά τόπους Κέντρα Αλλοδαπών έστελναν στην προϊστάµενή τους Κεντρική Διεύθυνση δύο ονοµαστικές καταστάσεις «αλλογενών» κατοίκων του αντίστοιχου νοµού, «απολεσάντων την Ελληνικήν Ιθαγένειαν ως καταφυγόντων εις όµορα κράτη» ή –γενικά– «εις το εξωτερικόν». Η µία από τις καταστάσεις αφορούσε αποκλειστικά και µόνο τους «καταφυγόντας εις Βουλγαρίαν», η άλλη όλους τους υπολοίπους. Η διαφορά είχε προφανώς να κάνει όχι τόσο µε τεχνικά ζητήµατα (αφού η δεύτερη οµάδα περιλάµβανε περιπτώσεις εντελώς ανόµοιες, από την Αλβανία ως τις χώρες της Δύσης), όσο µε την ανάδειξη της ενδεχόµενης «βουλγαροφροσύνης» κάποιων φυγάδων σε ιδιαίτερη –και κατά πάσα πιθανότητα επιβαρυντική– κατηγορία. Στη συνέχεια, η Διεύθυνση Ιθαγενείας του υπουργειου Εσωτερικών ενηµέρωνε για την αφαίρεση των ιθαγενειών τις αρµόδιες νοµαρχίες και τα στρατολογικά γραφεία, για τη διαγραφή των εν λόγω προσώπων από δηµοτολόγια και µητρώα αρρένων. Η όλη διαδικασία ήταν άκρως απόρρητη.196

Από το 1950 και µετά, το Μακεδονικό –ιδίως στην «εσωτερική», µειονοτική του διάσταση– αποτελεί πια για τις ελληνικές κυβερνήσεις ένα «ανύπαρκτο» ζήτηµα. Αφ’ ενός µεν επειδή, σύµφωνα µε τον επίσηµο λόγο, οι νίκες του Εθνικού Στρατού στον Γράµµο και το Βίτσι επέβαλαν την αποχώρηση των «σλαβοσυνείδητων» από την ελληνική επικράτεια και την οριστική πλέον εξάλειψη κάθε µειονοτικής παρουσίας ή διεκδίκησης. Αφ’ ετέρου, επειδή η Ελλάδα των εθνικοφρόνων νίκησε και αντλεί από τη νίκη της αυτή το δικαίωµα να µην το συζητήσει. «Εάν υπάρχει µειονότης τούτο είναι ζήτηµα εσωτερικόν και εποµένως δεν δύναται ν’ αποτελέση αντικείµενον διαπραγµατεύσεων µετ’ άλλης χώρας», εξηγεί π.χ. τον Ιούνιο του 1950 στον Γιουγκοσλάβο επιτετραµµένο, παρουσία του πρωθυπουργού Νικολάου Πλαστήρα, ο µόνιµος υφυπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Πολίτης· όταν δε αυτός τον «ερωτά εάν είναι γεγονός ότι υπάρχει σλαυική µειονότης εν Μακεδονία», θα (ξανα)πάρει την απάντηση «ότι υπάρχουσι µειονότητες εν Ελλάδι αλλά ότι αύται δεν δύνανται ν’ αποτελέσωσιν αντικείµενον διαπραγµατεύσεων µετά ξένων χωρών».197 Μια ελαφρά διαφορετική συλλογιστική, στο ίδιο όµως µήκος κύµατος, θ’ αναπτύξει µερικούς µήνες αργότερα στη Βουλή ο πρώην υπουργός Εξωτερικών, Ιωάννης Σοφιανόπουλος: «Το να οµιλώµεν περί προστασίας µειονοτήτων, αι οποίαι εµπράκτως επέδειξαν έλλειψιν νοµιµοφροσύνης προς το στεγάζον αυτάς Κράτος, είναι αυτόχρηµα απαράδεκτον. Εάν αι ελάχισται αυταί άλλως τε µειονότητες είναι υπαρκταί κατ’ ουσίαν, είναι πάντως ανύπαρκται και µη προστατεύσιµοι κατά το Διεθνές Δίκαιον».198

Η κρατική διαχείριση αυτού του «ανύπαρκτου» ζητήµατος κατά τις επόµενες δεκαετίες ξεφεύγει εντελώς από το πλαίσιο του παρόντος κειµένου. Με την απόσταση των εξήντα χρόνων που µας χωρίζουν από τότε, µπορούµε πάντως να επισηµάνουµε πως οι στρατηγικές επιλογές του 1949-50 για τη ριζική επίλυση του εγχώριου (σλαβο)µακεδονικού αποδείχθηκαν από απόσταση οι µακροβιότερες αποφάσεις των ηµερών: ούτε η µεταπολίτευση του 1974, ούτε η «Αλλαγή» του 1981, ούτε η «εθνική συµφιλίωση» του 1989 στάθηκε δυνατό ν’ ανακαλέσουν τον εξοστρακισµό των διπλά ηττηµένων του 1949 από τον εθνικό κορµό. Η κοινή υπουργική απόφαση 106841 της 29ης Δεκεµβρίου 1982, µε την οποία επιτράπηκε ο ελεύθερος επαναπατρισµός των πολιτικών προσφύγων του Εµφυλίου, εξαίρεσε ως γνωστόν από το ευεργετικό αυτό µέτρο τους «µη Έλληνες το γένος». Η ίδια δικλίδα ασφαλείας διατηρήθηκε και στους ν. 1540/1985 (για την επιστροφή των δηµευµένων περιουσιών των πολιτικών προσφύγων) και 1863/1989 (για την άρση των συνεπειών του Εµφυλίου), ενώ ακόµη και το οφθαλµοφανώς προεκλογικό άνοιγµα των συνόρων για µερικές µόνο µέρες, το Πάσχα του 1985 και το καλοκαίρι του 2003, προκάλεσε εκρήξεις αγανάκτησης εκ µέρους της τότε δεξιάς αντιπολίτευσης. Έτσι, για ένα τµήµα των (τότε και νυν) Ελλήνων πολιτών, οι θεσµικές πληγές του Εµφυλίου παραµένουν ακόµη ανοιχτές.

Bιβλιογραφία

ΑΣΚΙ/ΚΚΕ: Αρχείο ΚΚΕ, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Αθήνα.

ΑΣτΔ: Αρχείο Στέφανου Δραγούµη, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

ΑΦΔ: Αρχείο Φίλιππου Δραγούµη, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

ΓΑΚ/ΑΒΑ: Αρχείο Βασιλικών Ανακτόρων, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αθήνα.

ΓΑΚ/ΑΣΓΜΣ: Αρχείο Συντονιστικού Γραφείου Ξένων και Μειονοτικών Σχολείων, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Καβάλα-Αθήνα.

ΕΛΙΑ/ΑΑΧ: Αρχείο Αθανασίου Χρυσοχόου, Ελληνικό Λαογραφικό και Ιστορικό Αρχείο,Θεσσαλονίκη.

ΙΑΜ/ΓΔΔΜ: Αρχείο Γενικής Διοικήσεως Δυτικής Μακεδονίας,Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας,Θεσσαλονίκη.

ΙΑΜ/ΓΔΜ: Αρχείο Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη.

ΙΑΜΜ/ΑΙΠ: Αρχείο Ιωάννη Πολίτη, Ιστορικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη, Κηφισιά.

ΙΑΥΕ: Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών Αθήνα.

King’s Kollege – Liddell Hart Centre for Military Archives,Captain Evans «General Report» (1945).

PRO – FO 371/43775, A.R. Burn, «Minority Problems. Greece», συνηµ. Σε Leeper to Eden, Cairo 29.5.1944, no.107.

PRO – FO 371/48185, Salonica Bureau, «The Macedonian Autonomy Movement in North West Greece: its Setting and Recent History», October 1945.

ЦДА ЦентраленДържавенАрхив [Κεντρικό Κρατικό Αρχείο], Σόφια.

Αλβανός Ραϋµόνδος, Κοινωνικές συγκρούσεις και πολιτικές συµπεριφορές στην περιοχή της Καστοριάς (1922-1949), αδηµοσίευτη διδακτορική διατριβή, Τµήµα Πολιτικών Επιστηµών ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2005.

Αµύντας Κοσµάς, Αναµνήσεις ενός καπετάνιου, Μπίµπης, Θεσσαλονίκη[1982].

Αντωνίου Κωνσταντίνος, Η σλαυική και κοµµουνιστική επιβουλή και η αντίστασις των Μακεδόνων, Θεσσαλονίκη 1950.

Βότσης Πέτρος, Μακεντόντσετο. Οδοιπορικό µιας πικρίας, Πλέθρον, Αθήνα 1998.

Γ΄ Σώµα Στρατού – Γραφείον Διαφωτίσεως, Τι ζητούν οι Βούλγαροι µέσ’ στη Μακεδονία;, Θεσσαλονίκη 1948

Γενικόν Επιτελείον Στρατού –Διεύθυνσις Πληροφοριών, Κατάθεσις “Φάνη” Ταγ/ρχου Α2 Γραφείου Γενικού Αρχηγείου Συµµοριτών, Εν Αθήναις 1949.

Γιαγγιώργος Κίτσος, Σκιαγράφηση της Εθνικής Αντίστασης στη Φλώρινα, Αθήνα 1990.

Γούναρης Βασίλης, Εγνωσµένων κοινωνικών φρονηµάτων. Κοινωνικές και άλλες όψεις του αντικοµµουνισµού στη Μακεδονία του Εµφυλίου Πολέµου, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2002.

Γρηγορίου Εµµανουήλ, Το βουλγαρικόν όργιον αίµατος εις την Δυτικήν Μακεδονίαν, Πυρσός, Αθήναι 1947.

Δασκαλάκης Απόστολος, Ιστορία Ελληνικής Χωροφυλακής 1936-1950, Αρχηγείον Χωροφυλακής, 2 τ., Αθήναι 1973.

Δηµοκρατικός Στρατός Ελλάδας, Έτσι άρχισε ο Εµφύλιος, Γλάρος, Αθήνα 1987.

Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αρχεία Εµφυλίου Πολέµου, 16 τ., Αθήνα 1998.

Δορδανάς Στράτος, Το αίµα των αθώων. Αντίποινα των γερµανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία, 1941-1944, Εστία, Αθήνα 2007.

Ζαφειρόπουλος Δηµήτριος, Το ΚΚΕ και η Μακεδονία, Αθήναι 1948.

Καράβας Σπύρος, «Οι ξενοσυνείδητοι της XVης Μεραρχίας», Αρχειοτάξιο, τεύχ. 11, 2009, σ. 111-43.

Καρδαράς Χρήστος, Η βουλγαρική προπαγάνδα στη γερµανοκρατούµενη Μακεδονία. Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης (1941-44), Επικαιρότητα, Αθήνα 1997.

Κολιόπουλος Ιωάννης, Λεηλασία φρονηµάτων, 2 τ., Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1994-1995.

Κοµµουνιστικό Κόµµα Ελλάδας, ΚΚΕ. Επίσηµα Κείµενα, τ. 5ος (1940-1945), ΚΚΕ (Εσωτερικού), χ.τ. 1973.

Κοµµουνιστικό Κόµµα Ελλάδας, Το ΚΚΕ. Επίσηµα Κείµενα, τ. 6ος (1945-1949), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1987.

Κόντης Βασίλης, Σφέτας Σπυρίδων (επιµ.), Εµφύλιος πόλεµος. Έγγραφα από τα γιουγκοσλαβικά και βουλγαρικά αρχεία, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1999.

Κουµαρίδης Γιώργος, «ΣΝΟΦ και σλαβοµακεδονικά τάγµατα (1943-44)», Αρχειοτάξιο, τεύχ. 11, 2009, σ. 55-87.

Koύφης Παύλος, Άλωνα Φλώρινας. Αγώνες και θυσίες, Αθήνα 1990.

Koύφης Παύλος, Λαογραφικά Φλώρινας-Καστοριάς, Αθήνα 1996.

Κωνσταντινίδης Σ.Μ., Η Φλώρινα εις τας φλόγας. Συµβολή εις την Ιστορίαν της Δυτικής Μακεδονίας, Έκδοσις εφ. “Έθνος”, Φλώρινα 1957.

Κωστόπουλος Τάσος, Η απαγορευµένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην Ελληνική Μακεδονία, Μαύρη Λίστα, Αθήνα 2000.

Κωστόπουλος Τάσος, «“Αξονοµακεδονικό” Κοµιτάτο και Οχράνα. Μια πρώτη προσέγγιση», Αρχειοτάξιο, τεύχ. 5, 2003, σ. 40-51.

Κωστόπουλος Τάσος, «Αφαιρέσεις ιθαγένειας: η σκοτεινή πλευρά της νεοελληνικής Ιστορίας (1926-2003)», Σύγχρονα Θέµατα, τεύχ. 83, 2003, σ. 53-75.

Κωστόπουλος Τάσος, «Το όνοµα του Άλλου: από τους “Ελληνοβούλγαρους” στους “ντόπιους Μακεδόνες”», στο Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισµού & Γενικής Παιδείας, Μειονότητες στην Ελλάδα. Επιστηµονικό Συµπόσιο (7-9.11.2002), Αθήνα 2004, σ. 367-403.

Κωστόπουλος Τάσος, «Ο εµφύλιος Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908): εκδοχές του κρατικού µονοπωλίου της συλλογικής µνήµης», Τα Ιστορικά, τεύχ. 45, 2006, σ. 393-432.

Κωτσόπουλος Σταύρος, «Η Εθνική Αντίσταση στη Δυτική Μακεδονία», αδηµοσίευτο δακτυλόγραφο από το αρχείο του ΚΚΕ που παραχώρησε στον συγγραφέα ο εκλιπών Παύλος Κούφης.

Κωφός Ευάγγελος, Η βαλκανική διάσταση του Μακεδονικού ζητήµατος στα χρόνια της Κατοχής και στην Αντίσταση, Αθήνα 1989.

Κωφός Ευάγγελος, «Το Μακεδονικό στις σχέσεις ΚΚΕ-ΚΚΓ κατά τα τέλη του 1944: η αποστολή του Ανδρέα Τζήµα στον Τίτο», στο Συλλογικό, Μακεδονία και Θράκη 1941-1944, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη1998, σ.125-56.

Μητσόπουλος Θανάσης, Το 30ό σύνταγµα του ΕΛΑΣ, Editex, Γενεύη 1971.

Μιχαηλίδης Ιάκωβος, «Σλαβοµακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία», στο Συλλογικό, Πρόσφυγες στα Βαλκάνια. Μνήµη και ενσωµάτωση, Πατάκης, Αθήνα 2004, σ. 43-82.

Μιχαηλίδης Ιάκωβος, Τα πρόσωπα του Ιανού, 2 τ., Πατάκης, Αθήνα 2004 και 2007.

Μιχαηλίδης Ιάκωβος, «Οι Σλαβόφωνοι στην Ελλάδα, 1919-1949», στο Συλλογικό, Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο, Πατάκης, Αθήνα 2008, σ. 317-54.

Μόδης Γεώργιος, Χωριά φρούρια της Μακεδονίας, Τύποις Χ. Περγαµαλή, Αθήναι 1950.

Μόδης Γεώργιος, Πόλεµος και Κατοχή, Πάπυρος, Αθήνα [2] 1972.

Μόδης Γεώργιος, Αποµνηµονεύµατα, Εκδόσεις Πανεπιστηµίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2003.

Μπόνης Κωνσταντίνος, Η Φλώρινα κατά την Κατοχήν, Θεσσαλονίκη 1982.

Μπράµος Κώστας, Σλαβοκοµµουνιστικαί οργανώσεις εν Μακεδονία. Προπαγάνδα και επαναστατική δράσις, Θεσσαλονίκη 1953.

Νεδέλκος Γεώργιος, Αναµνήσεις απ’ την Εθνική Αντίσταση στη Δυτική Μακεδονία, Αριστείδου, Φλώρινα 2000.

Παπαθανασίου Παρµενίων, Για τον ελληνικό βορρά, 2 τ., Παπαζήση, Αθήνα [2] 1997.

Παπαϊωάννου Αχιλλέας, Το Βίτσι ως γεωπολιτικός και ιστορικός χώρος, Μπίµπης, Θεσσαλονίκη χ.χ.

Παπακυριακόπουλος Ιωάννης, Βούλγαροι και Ιταλοί εγκληµατίαι πολέµου εν Μακεδονία, Αετός, Αθήναι 1946.

Πένης Δηµήτρης, Πρέσπα η Ελληνική (Αποµνηµονεύµατα ενός αγωνιστή), ΕΛΜΑ 93, Σόφια 2007.

Πεφάνης Δώρος, ΝΟΦ. Η σλαυική αράχνη, Αθήναι 1947.

Πεφάνης Δώρος, Οι Έλληνες Σλαυόφωνοι της Μακεδονίας και οι Ελληνόβλαχοι, Αθήναι 1949.

Πυλάης Κυριάκος, Μνήµες Βιώµατα-Στοχασµοί, 1870-1990, Αθήνα 1990.

Συνόπουλος Λυκούργος, Αποµνηµονεύµατα ενός καστοριανού παιδιού της πιάτσας (1937-1957), Καστοριά 1998.

Σφέτας Σπυρίδων, Όψεις του µακεδονικού ζητήµατος στον 20ό αιώνα, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001.

Υφυπουργείον Τύπου και Πληροφοριών, Η εναντίον της Ελλάδος κοµµουνιστική επιβουλή, Αθήναι 1947.

Φλάισερ Χάγκεν, Στέµµα και σβάστικα, 2 τ., Παπαζήσης, Αθήνα 1990-1995.

Χατζηνικολάου Νίκος (Καπετάν Μαύρος), Ταραγµένα χρόνια στο Νέστο, Νιραγός, Θάσος 2008.

Χρυσοχόου Αθανάσιος, Η Κατοχή εν Μακεδονία, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 6 τ., Θεσσαλονίκη 1949-1952.

hristidès Christοpher, Le Camouflage Macédonien à lalumière des faits et des chiffres, Société Hellénique d’Éditions S.A., Αθήνα 1949.

Hammond N.G.L., “The Allied Military Mission in Northwestern Macedonia 1943-44”, Balkan Studies, τεύχ. 32/1, 1991, σ. 107-44.

Hammond N.G.L., The Allied Military Mission and the Resistance in West Macedonia, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη1993.

Kofos Evangelos, Nationalism and Communism in Macedonia, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1964.

Kofos Evangelos, The impact of the Macedonian question on civil conflict in Greece (1943-1949), ΕΛΙΑΜΕΠ, Αθήνα1989.

Κostopoulos Tasos, “Counting the‘Other’: Official Census and Classified Statistics in Greece (1830-2001)”, Jahrbücher für Geschichteund Kultur Südosteuropas, τεύχ. 5, 2003, σ. 55-78.

Kostopoulos Tassos, “‘How the North was won’: épuration ethnique, échange des populationset politique de colonisation dans la Macédoine grecque”, European Journal of Turkish Studies (http://www.ejts.org/)

Rossos Andrew, “The Macedoniansof Aegean Macedonia: a British Officer’s Report,1944”, Slavonicand East European Review, τεύχ.69/2, 1991, σ. 282-309.

Rossos Andrew, “Incompatible Allies: Greek Communism and Macedonian Nationalism in the Civil War in Greece, 1943-1949”, The Journal of Modern History, τεύχ. 69, 1997, σ. 42-76.

Vukmanović Svetozar (General Tempo), Struggle for the Balkans, Merlin, Λονδίνο1990.

Андоновски Христо, Македонците под Грциjа во борбата против фашизмот (1940-1944), Институт за Национална Историjа, Σκόπια 1968.

Архив на Македониjа, Егеjска Македониjа во НОБ, 6 τ., Σκόπια 1971-1983.

Архив на Македониjа, Егеjска Македониjа во антифашистичката воjна, 3 τ., Σκόπια 1985-1996.

Даскалов Георги, Участта на Българите в Егейска Македония, 1936-1946, Σόφια 1999.

Кирjазовски Ристо, «Некои моментаод културно-просветната деjност на Македонците од jугозападниот дел на Егеjска Македониjа во време на НОБ (1943-1944)», Гласник, τεύχ. 3, 1972), σ. 101-8.

Кирjазовски Ристо, Народно-Ослободителниот Фронт и другите организации на Македонците од Егеjска Македониjа (1945-1949), Култура, Σκόπια 1985.

Кирjазовски Ристо, Македонците иодносите на КПJ и КПГ (1945-1949), Култура, Σκόπια 1995.

Македонски Научен Институт, Национално-освободителното движение на Македонските и Тракийските Българи, 1878-1944, τ. 4 (1919-1944), Σόφια 2003.

Мамуровски Ташко, Паскал Митревски и неговото време (1912-1978), Институт за Национална Историjа, Σκόπια 1992.

Пановска Лилjана, Теророт воегеjскиот дел на Македониjа 1941-1944, Институт за Национална Историjа, Σκόπια 1995.

Пеjов Наум, Македонците и граѓанската воjна во Грциjа, Институт за Национална Историjа, Σκόπια 1968.

Поп-Jаневски Лазо, Костурско село Д’мбени, Σκόπια 1996.

Симовска Лидиjа, «Македонската периодична публицистика во Егеjска Македониjа во Haродноослободителната Борба (1941-1944)», Гласник, τεύχ. 2, 1975, σ. 145-74.

Симовски Тодор, «Сеќавања за Мирка Гинова», σε Таско Мамуровски, Мирка Гинова (1916-1946). Живот идело, Институт за Национална Историjа, Σκόπια 1996, σ. 119-39.

Шандански Иван, «Въоръжената самозащита на Българите в Егейска Македония (Март – Септември 1943г.)», Известия на Държавните Архиви, 94 (2007), σ.34-94.

Разкази и спомени од борбата, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, χ.τ. 1961.

Τάσος Κωστόπουλος, «Το Μακεδονικό στη δεκαετία του ’40», στο Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τόμος Δ΄, Ανασυγκρότηση - Εμφύλιος - Παλινόρθωση 1945-1952, μέρος 1ο, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009, σ. 363-415. Ηλεκτρονική αναδημοσίευση: Academia.

Σημειώσεις

1 Tasos Kostopoulos, “Counting the ‘Other’: Official Census and Classified Statistics in Greece (1830-2001)”, Jahrbucher fur Geschichte und Kultur Sudosteuropas, τ. 5, 2003, σ. 65-8 & 73-4· Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα, Μαύρη Λίστα, Αθήνα 2000, σ. 27-33· Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Μετακινήσεις σλαβόφωνων πληθυσμών. Ο πόλεμος των στατιστικών, Κριτική, Αθήνα 2003, σ. 219-242.

2 Γεννάδειος Βιβλιοθήκη – Αρχείο Στεφ. Δραγούμη, φ. 217, έγγρ. 5·Централен Държавен Архив (Σόφια), ф. 1546, оп. 1, а.е. 390, л. 1-8.

3 Τάσος Κωστόπουλος, «Ο εμφύλιος Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908): εκδοχές του κρατικού μονοπωλίου της συλλογικής μνήμης», Τα Ιστορικά, τ. 45, Δεκ. 2006, σ. 406-414.

4 ΙΑΜ/ΓΔΜ, φ.108, Χ Μεραρχία Δυτ. Μακεδονίας (επιτελάρχης Γ. Σαλβάνος), «Μελέτη επί της εθνολογικής συνθέσεως της περιοχής της Μεραρχίας και του δυνατού της εγκαταστήσεως προσφύγων εν αυτή», Βέρροια 9.4.1925, σ. 2.

5 Μικρή αλλά χαρακτηριστική λεπτομέρεια: βασική δραστηριότητα της (παράνομης) ΟΚΝΕ Δενδροχωρίου, γύρω στο 1930, ήταν η αντιμετώπιση της παράνομης εκμετάλλευσης ή καταπίεσης των χωρικών από δασκάλους και χωροφύλακες με ανώνυμες καταγγελίες στις προϊστάμενές τους αρχές (Лазо Поп-Jаневски, Костурско село Д’мбени, Σκόπια 1996, σ. 70-71).

6 Κωνσταντίνος Καραβίδας, Αγροτικά, Εθνικόν Τυπογραφείον, Εν Αθήναις 1931, σ. 306-307

7 Γεώργιος Μόδης, Απομνημονεύματα, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 191-193·Σταύρος Κωτσόπουλος, «Η Εθνική Αντίσταση στη Δυτική Μακεδονία», αδημοσίευτο δακτυλόγραφο από το αρχείο του ΚΚΕ, σ. 36-37· ΙΑΜ/ΓΔΔΜ, φ. 8.3, διάφορα έγγραφα. Αντίστοιχα προληπτικά μέτρα πάρθηκαν εναντίον και άλλων μειονοτήτων, από τους Τσάμηδες της Θεσπρωτίας μέχρι τους Ιταλούς της Πάτρας. Για τα σχετικά υπηρεσιακά σχέδια: Απόστολος Δασκαλάκης, Ιστορία Ελληνικής Χωροφυλακής 1936-1950, Αρχηγείον Χωροφυλακής, Αθήναι 1973, τ. Α, σ. 79-80.

8 ΕΛΙΑ – Αρχείο Αθ. Χρυσοχόου (ΕΛΙΑ/ΑΑΧ), φ. 1, εγγρ. 9, Υφυπουργείον Δημοσίας Ασφαλείας – Διεύθυνσις Υπηρεσίας Αλλοδαπών, «Βουλγαρική προπαγάνδα. Δελτίον Πληροφοριών Μηνός Ιουλίου ε.έ.», Εν Αθήναις 12.8.1941, σ. 9.

9 Αθανάσιος Χρυσοχόου, Η Κατοχή εν Μακεδονία, ΕΜΣ, τ. Β1, Θεσσαλονίκη 1950, σ. 17· Георги Даскалов, Участта на Българите в Егейска Македония, 1936-1946, Σόφια 1999, σ. 152-154.

10 Αθ. Χρυσοχόου, Η Κατοχή…, ό.π., τ. Β1, σ. 17.

11 ΕΛΙΑ/ΑΑΧ/1/8, «Εισηγητικόν Σημείωμα»· ΓΑΚ-Αρχείο Εμμ. Τσουδερού, φ. Ε16, εγγρ.038, Δ. Λαμπράκης προς Τσουδερό, τέλη Ιαν. 1944· Γεώργιος Μόδης, Πόλεμος και κατοχή, Πάπυρος, Αθήνα 21972, σ. 145.

12 Για μια τέτοια τυπική περίπτωση, βλ. ΓΑΚ - Αρχείο ΕΟΝ, φ.10/ΧΧV, εγγρ. 249· Γεώργιος Νεδέλκος, Αναμνήσεις απ’ την Εθνική Αντίσταση στη Δυτική Μακεδονία, Αριστείδου, Φλώρινα 2000, σ. 10-111· ΔΣΕ, Έτσι άρχισε ο Εμφύλιος, Αθήνα 1987, σ. 81.

13 Κωνσταντίνος Μπόνης, Η Φλώρινα κατά την Κατοχήν, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 11-14.

14 Σ.Μ. Κωνσταντινίδης, Η Φλώρινα εις τας φλόγας, Έθνος, Φλώρινα 1957, σ. 26-27.

15 Г. Даскалов, Участта…, ό.π., σ. 213 και 405· ЦДА, ф. 176, оп. 8, а.е. 1067, л. 9-10.

16 Αθ. Χρυσοχόου, Η Κατοχή…, ό.π., τ. Β1, σ. 245.

17 Г. Даскалов, Участта…, ό.π., σ. 145-147 και 212· Κ. Μπόνης, Η Φλώρινα…, ό.π., σ. 20-22.

18 Δημήτριος Ζαφειρόπουλος, Το ΚΚΕ και η Μακεδονία, Αθήναι 1948, σ. 8· Г. Даскалов, Участта…, ό.π., σ. 176-183.

19 Χρήστος Καρδαράς, Η βουλγαρική προπαγάνδα στη γερμανοκρατούμενη Μακεδονία. Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης (1941-44), Επικαιρότητα, Αθήνα 1997, σ. 57-58· Г. Даскалов, Участта…, ό.π., σ. 149· Κωνσταντίνος Αντωνίου, Η σλαυική και κομμουνιστική επιβουλή και η αντίστασις των Μακεδόνων, Θεσσαλονίκη 1950, σ. 62· FO/371/43775, A.R. Burn, «Minority Problems. Greece», συνημ. σε Leeper to Eden, Cairo 29.5.1944, no. 107.

20 Νικόλαος Ηγουμενίδης, Σκέψεις επί Μακεδονικών προβλημάτων, Έδεσσα 1945, σ. 4-6.

21 Αθ. Χρυσοχόου, Η Κατοχή…, ό.π., τ. Β1, σ. 150.

22 Στο ίδιο, σ. 60 και 71· Г. Даскалов, Участта…, ό.π., σ. 177-178.

23 ЦДА, ф.1816к, оп.1, а.е.64, л.1-6, Σπύρο Ατανάσωφ, Ντ. Μπατσάνωφ και Π. Λαζένκωφ προς πρωθυπουργό Φίλωφ, Φλώρινα 28.6.1942.

24 Κ. Μπόνης, Η Φλώρινα…, ό.π., σ.32-5.

25 Στην επιστολή των τριών αναφέρεται παρεμπιπτόντως και η «γνωστή» περίπτωση ενός άλλου «απατεώνα εμπόρου», ονόματι Ντόνεσκι, στην Έδεσσα. Για μια εντελώς διαφορετική –κι εξιδανικευτική– περιγραφή της ίδιας διαδικασίας από έναν εθνικιστή βούλγαρο ιστορικό: Г. Даскалов, Егейска…, όπ.π., σ.283 και 785.

26 Αθ. Χρυσοχόου, Η Κατοχή…, ό.π., τ. Β1, σ. 6.

27 ΕΛΙΑ/ΑΑΧ/7/127, Αθ. Χρυσοχόου, «Οδηγίαι», αρ.πρ. ΕΠ 666, συνημ. Σε Γ. Τσολάκογλου προς ΓΔΜ και «άπαντα τα Υπουργεία», Εν Αθήναις 6.4.1942, αρ.πρ.εμπ. 370.

28 Κ. Μπόνης, Η Φλώρινα…, ό.π., σ. 15-16.

29 Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και σβάστικα, τ. Α, Παπαζήσης, Αθήνα 1990, σ. 226.

30 Κ. Μπόνης, Η Φλώρινα…, ό.π., σ. 18-26· ΙΑΥΕ/1944/2.4, Κ. Μπόνης προς Γ. Τσολάκογλου, Εν Φλωρίνη 19.8.1941, αρ. πρ. εμπ. 80.

31 Ο Ιός, «Μεσόβουνο 23.10.1941. Η ανατομία μιας σφαγής», Ελευθεροτυπία, 27.10.2002· Στράτος Δορδανάς, Το αίμα των αθώων, Εστία, Αθήνα 2007, σ. 92-102.

32 ΕΛΙΑ/ΑΑΧ/15/338, Διοίκησις Χωροφυλακής Καστορίας, «Ετησία έκθεσις ξένων προπαγανδών», Καστορία 3.1.1944, αρ.πρ.34/1/1· Δ. Ζαφειρόπουλος, Το ΚΚΕ…, ό.π., σ. 14-16· Ραϋμόνδος Αλβανός, «Κοινωνικές συγκρούσεις και πολιτικές συμπεριφορές στην περιοχή της Καστοριάς (1922-1949)», αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2005, σ. 218-219.

33 Στ. Κωτσόπουλος, «Η Εθνική…», ό.π., σ. 163-164· Г. Даскалов, Участта…, ό.π., σ. 212, 234· Л. Поп-Jаневски, Костурско…, ό.π., σ. 111-116· Лилjана Пановска, Теророт во егеjскиот дел на Македониjа 1941-1944, ИНИ, Σκόπια 1995, σ. 60-62· Κυριάκος Πυλάης, Μνήμες - Βιώματα - Στοχασμοί, 1870-1990, Αθήνα 1990, σ. 158.

34 Τάσος Κωστόπουλος, «“Αξονομακεδονικό” Κομιτάτο και Οχράνα. Μια πρώτη προσέγγιση», Αρχειοτάξιο, τ. 5, Μάιος 2003, σ. 41-44.

35 Στρ. Δορδανάς, Το αίμα…, ό.π., σ. 393.

36 Г. Даскалов, Участта…, ό.π., σ. 542, 843-844.

37 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/412-φ. 23/5/21, «Γρίβας» [Γ. Καραμίχας] προς Μακεδονικό Γραφείο, 6.8.1944.

38 Τ. Κωστόπουλος, «“Αξονομακεδονικό” Κομπάτο…», ό.π., σ. 45-50· Στ. Κωτσόπουλος, «Η Εθνική…», ό.π., σ. 91.

39 N.G.L. Hammond, The Allied Military Mission and the resistance in West Macedonia, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 141-142.

40 ΕΛΙΑ/ΑΑΧ/14/318, Κέντρον Αλλοδαπών (μοίραρχος Χ. Δασκαλόπουλος) προς Διεύθυνσιν Υπηρεσίας Αλλοδαπών, Εν Θεσσαλονίκη 3.7.1943, αρ. πρ. ΔΥ.

41 Г. Даскалов, Участта…, ό.π., σ. 449, 453-454· Λυκούργος Συνόπουλος, Απομνημονεύματα ενός καστοριανού παιδιού της πιάτσας (1937-1957), Καστοριά 1998, σ. 125.

42 ΙΑΥΕ/1944/1.3, Δ.Χ.Καστοριάς – Γρ. Ειδικής Ασφαλείας (μοίραρχος Β. Λάγιος) προς ΔιεύθυνσινΥπηρεσίας Αλλοδαπών, «Μηνιαία έκθεσις δράσεως των προπαγανδών και συμμοριών», Καστορία 4.12.1943, αρ. 62/2/2.

43 Ευάγγελος Κωφός, Η βαλκανική διάσταση του Μακεδονικού ζητήματος στα χρόνια της Κατοχής και στην Αντίσταση, Αθήνα 1989, σ. 9· Добрин Мичев, «ВМРО в годините на войната», σε Македонски Научен Институт, Национално-освободителното движение на Македонските и Тракийските Българи, 1878-1944, τ. 4 (1919-1944), Σόφια 2003, σ. 371-383.

44 Г. Даскалов, Участта…, ό.π., σ. 428.

45 Κ. Αντωνίου, Η σλαυική…, ό.π., σ. 105.

46 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/412-φ. 23/5/19, Π.Ε. Έδεσσας προς Μ.Γ. του ΚΚΕ, 6.8.1944.

47 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-φ. 23/8/221, «Θάνος» (Γιώργος Φουρκιώτης) προς «Τάσιο» (Τάσο Κουντουρέλη), 11.5.44.

48 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-φ. 23/8/224, «Θάνος» προς «Θεόφιλο», 5.6.44.

49 Ενδεικτικά: ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/412-φ. 23/5/22, «Νίκος» (Τ. Παπαδόπουλος), «Έκθεση της Γραμματείας της Π.Ε. Έδεσσας» προς το Γραφείο Περιοχής Μακεδονίας του ΚΚΕ, 6.8.44· ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/412-18, «Πάνος» (Ευρ. Καπετάνιος) προς «Αλέκο» (Λ. Στρίγγο), 22.7.44· ΙΑΜ/ΓΔΔΜ/20.1, 30ό Σύνταγμα ΕΛΑΣ, «Έκθεσις πεπραγμένων μηνός Ιουλίου 1944».

50 ΚΚΕ. Επίσημα Κείμενα, τ. 5Ος (1940-1945), έκδοση του ΚΚΕ Εσωτερικού, χ.τ. 1973, σ. 157-158, 615, 197.

51 Στο ίδιο, σ. 95-96, 124.

52 Το Εθνικό μας πρόβλημα και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας, Αθήνα 1943, σ. 30.

53 Κ. Πυλάης, Μνήμες…, ό.π., σ. 216· Δ. Ζαφειρόπουλος, Το ΚΚΕ…, ό.π., σ. 58· «Αθάνατος» (Χ. Χαραλαμπίδης), «Έκθεσις», 5.6.1944, σε Егеjска Македониjа во НОБ 1944-1945, Σκόπια 1971, σ. 419· Στράτος Κέντρος, «Η Εθνική Αντίσταση στη Δυτική Μακεδονία (1941-1944)», στο Συλλογικό, Η δεκαετία 1940-1950 στη Δυτική Μακεδονία, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 304.

54 Ευ. Κωφός, Η βαλκανική…, ό.π., σ. 13-26· «Αθάνατος», «Έκθεσις», ό.π., σ. 419-423· Τάσος [Κουντουρέλης] προς Αμπάς (24.5.44), στο ίδιο, σ. 413-5· ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-23/8/72, Ζαχαρίας [Δρόσος] προς ΚΕ ΙΧ Μεραρχίας ΕΛΑΣ, «Έκθεση για τη δημιουργία - δράση και αποστασία του τάγματος Γκότση», 20.10.44. Οι ενέργειες αυτές θεωρούνταν συχνά προβληματικές ακόμη κι από τοπικά στελέχη του ΚΚΕ και του ΣΝΟΦ με σαφή φιλογιουγκοσλαβικό προσανατολισμό (Егеjска…, ό.π., σ. 341, 504-511).

55 Σε συνομιλία του π.χ. με στέλεχος του ΚΚ Βουλγαρίας, ο Τίτο ξεκαθάρισε (20.11.44) ότι «όσον αφορά τα σύνορα, δεν μπορεί να εγερθεί το ζήτημα για την ελληνική Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη κλπ.» (Веселин Ангелов [επιμ.], Македонският въпрос в българо-югославските отношения 1944-1952 г., Главно Управление на Архивите, Σόφια 2004, σ. 19).

56 Svetozar Vukmanović (General Tempo), Struggle for the Balkans, Merlin, Λονδίνο 1990, σ. 215, 227.

57 Sv. Vukmanović, Struggle…, ό.π., σ. 224-226· Егеjска…, ό.π., σ. 156-158· Αθ. Χρυσοχόου, Η Κατοχή…, ό.π., τ. Β2, σ. 352-354.

58 Тодор Симовски, «Сеќавања за Мирка Гинова», σε Таско Мамуровски, Мирка Гинова (1916-1946). Живот и дело, ИНИ, Σκόπια 1996, σ. 125-139.

59 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/412-φ. 23/5/4, «Νίκος» (Τ. Παπαδόπουλος) προς Μ.Γ., 30.3.44.

60 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/412-φ. 23/5/21, «Γ. Γρίβας» (Γιώργης Καραμήχας) προς Αντιπροσωπεία Πιερίων του Μ.Γ., «Έκθεση για την κατάσταση των εαμικών οργανώσεων Έδεσσας και Γιαννιτσών», 6.8.44· ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/408-φ. 23/1/38, Μ.Γ. προς Π.Γ. του ΚΚΕ, Ελεύθερη Ελλάδα 15.8.44, σ. 2.

61 Λάζαρος Ντάμος προς Δυτικομακεδονικό Γραφείο Κ.Ε. Του ΚΚΕ (24.1.44), σε Егеjска…, ό.π., σ. 340-341.

62 Andrew Rossos, “The Macedonians of Aegean Macedonia: a British Officer’s Report,1944”, Slavonic and East European Review, τ. 69/2, Απρ. 1991, σ. 298-299· N.G.L. Hammond, “The Allied Military Mission in Northwestern Macedonia 1943-44”, Balkan Studies, τ. 32/1, 1991, σ. 119· ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/412-φ. 23/5/126, Π.Ε. Γιαννιτσών («Γιάννης») προς ΜΓ, «Έκθεση δράσης για το τρίμηνο Μαρτίου-Μαΐου 1944», 20.6.44.

63 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/412-φ. 23/5/10, «Πάνος» (Ευριπίδης Καπετάνιος) προς «Αλέκο» (Λεωνίδα Στρίγγο), 27.5.44· ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-φ:23/8/60, «Περικλής» (Α. Αντωνόπουλος), «Έκθεση δράσης της Οργάνωσης Καστοριάς για τον Μήνα Ιούνη [1944]», χ.χ.

64 Έκθεση των Μ. Κεραμιτζήεφ και Ηλ. Δημάκη προς την ΚΕ του ΚΚΕ (2.6.1949), σε Егеjска Македониjа во НОБ. 1949, Σκόπια 1983, σ. 312. Επίσης: Στ. Κωτσόπουλος, «Η Εθνική…», ό.π., σ. 179· Ташко Мамуровски, Паскал Митревски и неговото време, ИНИ, Σκόπια 1992, σ. 20-21· Γιώργος Κουμαρίδης, «ΣΝΟΦ και σλαβομακεδονικά τάγματα (1943-44)», Αρχειοτάξιο, τ. 11, Ιούν. 2009, σ. 60-63.

65 Егеjска…, ό.π., σ. 368-70.

66 Στ. Κωτσόπουλος, «Η Εθνική…», ό.π., σ. 202-203. Για τα «10.000 μέλη»: Христо Андоновски, Македонците под Грциjа во борбата против фашизмот (1940-1944), ИНИ, Σκόπια 1968, σ. 116· Т. Мамуровски, Паскал Митревски…, ό.π., σ. 25.

67 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-φ. 23/8/220, Οργανωτική κατάσταση της Π.Ε. Φλώρινας, Απρίλης 1944. Επισημαίνεται ότι «λείπουν στοιχεία από 2 αχτίδες» (σε σύνολο 11), λόγω πρόσφατων συλλήψεων που πραγματοποίησαν εκεί οι αρχές κατοχής. Η περιφέρεια είχε συνολικά 96 πόλεις και χωριά (ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-φ. 23/2/232).

68 Егеjска…, ό.π., σ. 388-390. Για τη συνδιάσκεψη του ΣΝΟΦ Φλώρινας, βλ. Στ. Κωτσόπουλος, «Η Εθνική…», ό.π., σ. 186-189.

69 Τ. Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη…, ό.π., σ. 192· Στ. Κωτσόπουλος, «Η Εθνική…», ό.π., σ. 184-185· Ристо Кирjазовски, «Некои момента од културно-просветната деjност на Македонците од jугозападниот дел на Егеjска Македониjа во време на НОБ (1943-1944)», Гласник, τ. 3, 1972, σ. 103-105.

70 Егеjска…, ό.π., σ. 393-394.

71 Εφ. Слобода, 1.7.1944, σ. 1, 4. Επίσης: εφ. Славjано-Македонски Глас, 25.3.1944 και 3.4.1944· Славяно-Македонски Глас, «Ειδική έκδοση» χ.χ.

72 Ευ. Κωφός, Η βαλκανική…, ό.π., σ. 19· Т. Мамуровски, Паскал Митревски…, ό.π., σ. 23-24· Στ. Κωτσόπουλος, «Η Εθνική…», ό.π., σ. 212-214 και έκθεση του ίδιου προς το ΠΓ του ΚΚΕ (28.1.44), σε Егеjска Македониjа во антифашистичката воjна, τ.VII/2, Σκόπια 1985, σ. 20-21.

73 Ν. Πέγιος προς Γ. Γιαννούλη (31.5.44), σε Егеjска…, ό.π., 1971, σ. 416-419.

74 Егеjска…, ό.π., σ. 115-116 (προκήρυξη του ΣΝΟΦ), 408-410 (προκηρύξεις του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ) και 133-135 (προκήρυξη του ΜΛΑΜΦ-Κ).

75 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/408-φ. 23/1/53, Λ. Στρίγκος προς Π.Γ., 12.9.1944· ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-φ. 23/8/58, Π.Ε. Καστοριάς (Μυλωνάς) προς Μ.Γ. (Τάσο), χ.χ., και φ. 23/8/48, «Περικλής» προς «Τάσο», 11.5.1944.

76 Στ. Κωτσόπουλος, «Η Εθνική…», ό.π., σ. 190-192· Егеjска…, ό.π., σ. 397-398.

77 A. Rossos, «The Macedonians…», ό.π., σ. 305-306· εφ. Слобода, 1.7.1944, σ. 1.

78 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/408-φ. 23/1/22, Μ.Γ. ΚΚΕ, «Εγκύκλιος προς την οργάνωση Καστοριάς», 23.5.44.

79 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/412-φ. 23/5/7, «Νίκος» (Τ. Παπαδόπουλος) προς Μ.Γ., «Έκθεση για το Μάρτιο 1944», 10.4.44.

80 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/408-φ. 23/1/38, Μ.Γ. προς Π.Γ. του ΚΚΕ, Ελεύθερη Ελλάδα 15.8.44· ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-φ:23/8/231, «Θάνος» (Γ. Φουρκιώτης) προς «Αλέκο» (Λ. Στρίγκο), 8.9.44.

81 Ευ. Κωφός, Η βαλκανική…, ό.π., σ. 27-28, 57-65· Κ. Πυλάης, Μνήμες…, ό.π., σ. 217-218· Αμύντας Κοσμάς, Αναμνήσεις ενός καπετάνιου, Θεσσαλονίκη [1982], σ. 110-114· Θανάσης Μητσόπουλος, Το 30ό σύνταγμα του ΕΛΑΣ, Γενεύη 1971, σ. 388-390· Х. Андоновски, Македонците…, ό.π., σ. 177-182, 190-197· Егеjска…, ό.π., σ. 491-494, 522-530· ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-φ. 23/8/72, Ζαχαρίας [Δρόσος] προς ΚΕ ΙΧ Μεραρχίας, «Έκθεση για τη δημιουργία-δράση και αποστασία του τάγματος Γκότση», 20.10.1944.

82 Για δυο τυπικά παραδείγματα: ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-φ. 23/8/247, διοικητικός αντιπρόσωπος Φλωρίνης Γ. Τζώρτζης προς Δ.Ε. Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, Φλώρινα 11.11.44, αρ.πρ. εμπ. 8· Егеjска…, ό.π., σ. 510, 522-523.

83 Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες για τη μεταφύτευση «του καθεστώτος των στελεχών της Ακροναυπλίας μέσα στο λαό» είναι οι επισημάνσεις του Μοραΐτη πολιτικού επιτρόπου της ΙΧ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ, Ρένου Μιχαλέα (Егеjска…, ό.π., σ. 494-495, 503-511, 522-530 – ιδίως σ. 506-507).

84 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-φ. 23/8/228, «Θάνος» (Γ. Φουρκιώτης) προς «Αλέκο» (Λ. Στρίγκο), Αύγουστος 1944, και φ. 23/8/258, «Θάνος» προς Μ.Γ., Φλώρινα 20.1.45.

85 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ415-φ. 23/8/235, «Θάνος» προς «Τάσιο» (Κουντουρέλη), 19.9.44· Στ. Κωτσόπουλος, «Η Εθνική…», ό.π., σ. 290.

86 Γ. Κουμαρίδης, «ΣΝΟΦ…», ό.π., σ. 71-72· Patrick Evans, «General Report» (1945), σ. 31-32.

87 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/412-φ. 23/5/154, έκθεση «Φώτη» («υπεύθυνου παρακολούθησης» της Π.Ε. Γιαννιτσών), 20.10.1944.

88 Αναλυτικά σε Τ. Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη…, ό.π., σ. 192-198.

89 Γ. Τζώρτζης, «Η Φλώρινα. Ιστορία και αγώνες», στο Συλλογικό, Φλώρινα. Η ακριτική ελληνική σκοπιά, Φλώρινα 1954, σ. 63· Γιώργος Μίντσης, 80 χρόνια ελεύθερη Έδεσσα, Έδεσσα 1992, σ. 102.

90 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-φ. 23/8/249, «Θάνος» προς Κ.Ο.Π.Μ. [Φλώρινα], 3.12.44.

91 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-φ. 23/8/68, «Φώτης» προς Κ.Ο.Π.Μ., 23.9.44, και φ. 23/8/74, «Περικλής» (Α. Αντωνόπουλος) προς Κ.Ο.Π.Μ., Οκτ. 1944.

92 ΙΑΥΕ 1952/10.1, Δ. Ανδρεάδης, «Η κατάστασις εις την Βόρειον Ελλάδα», Εν Αθήναις 6.12.1945.

93 Για μια καταγραφή αυτών των βιαιοτήτων χωριό προς χωριό, βλ. κυρίως το υπόμνημα του ΔΣΕ προς τον ΟΗΕ (Έτσι άρχισε ο Εμφύλιος, Γλάρος, Αθήνα 1987, σ. 25-93) και τις εκθέσεις που δημοσιεύονται στη συλλογή Егеjска Македониjа во НОБ.

94 ΙΑΥΕ 1945/39.11, νομάρχης Φλωρίνης Α. Μαυρίδης, «Βραχεία έκθεσις περί της συνθέσεως και δράσεως των κατοίκων περιφερείας Αμυνταίου κατά την τελευταίαν τετραετίαν», Μάιος 1945. Επίσης: Σόλων Γρηγοριάδης, «Ο άγριος διωγμός των Σλαβομακεδόνων», Ριζοσπάστης, 13.1.1946.

95 Τ. Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη…, ό.π., σ. 198-199.

96 ΓΑΚ Ν. Καβάλας, Χρήστος Τάσκας, «Απομνημονεύματα 1944-1945», σ. 309, 317-324.

97 ΓΑΚ/ΑΒΑ/439, Χρ. Ζαλοκώστας, «Εντυπώσεις εκ περιοδείας εις την Β. Ελλάδα», Αθήναι 31.10.45.

98 ΓΑΚ/ΑΒΑ/439, Χρ. Ζαλοκώστας, «Σημείωμα επί της δημοσίας τάξεως κατά την 6ην Ιουλίου», Αθήναι 6.7.46· πρβλ. Ο Ιός, «Ο στρατός-φάντασμα της εθνικοφροσύνης», Ελευθεροτυπία, 17.5.2009.

99 Eleni Haidia, «The Punishment of Collaborators in Northern Greece, 1945-1946», σε Mark Μazower (ed.), After the war was over, Πρίνστον-Οξφόρδη 2000, σ. 42-61.

100 Για μια ενδεικτική λίστα: Έτσι άρχισε…, ό.π., σ. 83-84.

101 ΓΑΚ Φλώρινας/ Κ.5.1/ΣΑΕ 2, Γ. Δαβίδης, «Αυτοβιογραφία», σ. 36-39.

102 Για μια τέτοια διαταγή (Πολυπόταμος Φλώρινας 27.9.45), βλ. Πολιτικός Συνασπισμός Κομμάτων του ΕΑΜ, Λευκή Βίβλος. Δημοκρατικός νεοφασισμός (Ιούλης-Οκτώβρης 1945), Αθήνα 1945, σ. 47. Επίσης: Παύλος Κούφης, Άλωνα Φλώρινας, Αθήνα 1990, σ. 96· Егеjска Македониjа во НОБ. 1946, Σκόπια 1976, σ. 115.

103 Παύλος Κούφης, Λαογραφικά Φλώρινας-Καστοριάς, Αθήνα 1996, σ. 28-30· Loring Danforth, The Macedonian conflict, Princeton University Press, Πρίνστον 1995, σ. 185-187.

104 Evangelos Kofos, Nationalism and Communism in Macedonia, IMXA, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 148· Ιάκωβος Μιχαηλίδης, «Σλαβομακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες στη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία», στο Συλλογικό, Πρόσφυγες στα Βαλκάνια. Μνήμη και ενσωμάτωση, Πατάκης, Αθήνα 2004, σ. 46-47· Κωνσταντίνος Κατσάνος, «Το Mακεδονικό Ζήτημα (1950-1967): Η γιουγκοσλαβική οπτική», στο Συλλογικό, Το Μακεδονικό στα ξένα αρχεία, Μίλητος, Αθήνα 2008, σ. 55.

105 Ενδεικτικά: «Οι Σουδήται», Έθνος, 4.9.45· «Οι Σουδήται», Ελευθερία, 23.4.1946· Γ. Χ. Μόδης, «Οι Σουδήται της Ελλάδος», Ελληνικός Βορράς, 12.3.47· Τ. Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη…, ό.π., σ. 202-203· Ιάκωβος Μιχαηλίδης, «Οι Σλαβόφωνοι στην Ελλάδα, 1919-1949», στο Συλλογικό, Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο, Παπαζήσης, Αθήνα 2008, σ. 350-353.

106 Για μια αναλυτική επισκόπηση αυτών των εισηγήσεων: Tassos Kostopoulos, «‘How the North was won’: epuration ethnique, echange des populations et politique de colonisation dans la Macedoine grecque», European Journal of Turkish Studies (http://www.ejts.org/), § 37-38.

107 ΙΑΥΕ 1945/39, εκθέσεις Α. Μαυρίδη για τις περιοχές Φλώρινας (15.5.45) και Αμυνταίου (26.5.45).

108 ΙΑΥΕ 1945/12 (αλληλογραφία μελών της επιτροπής με το Υπ.Εξ.)· ΑΦΔ/69/446-450 (στατιστικοί πίνακες).

109 ΑΦΔ/104/134, υπουργός Δημ. Τάξεως Σπ. Θεοτόκης προς υπ. Εξωτερικών, Εν Αθήναις 24.7.1946, αρ.πρ. 115/10/26/78, Απόρρητον - Επείγον - Επί αποδείξει.

110 ΙΑΥΕ 1945/39.7, Δ. Βλαστάρης προς διάφορες υπηρεσίες, «Καταγραφή Βουλγαροφρόνων -Ρουμανοφρόνων», Εν Αθήναις 21.12.1945, αρ.πρ. 115/10/26/39, Κατεπείγουσα - Απόρρητος - Εμπιστευτική.

111 ΑΦΔ/104/134, Σπ. Θεοτόκης, ό.π. (24.7.1946).

112 Στο ίδιο, σ. 3.

113 Στο ίδιο, σ. 2-4.

114 Στο ίδιο, σ. 3.

115 Ιωάννης Σταθόπουλος – Βασίλειος Βαρδάκης, Η ελληνική ιθαγένεια, Αθήναι 1953, σ. 235.

116 Υφυπουργείον Τύπου και Πληροφοριών, Η εναντίον της Ελλάδος κομμουνιστική επιβουλή, Αθήναι 1947, σ. 158-60.

117 Αναλυτικά για την επιτροπή: Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Τα πρόσωπα του Ιανού. Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις την περίοδο του ελληνικού Εμφύλιου Πολέμου (1947-1949), Πατάκης, Αθήνα 2007, σ. 55-95.

118 Senate Committee on Foreign Relations, American Foreign Policy. Basic documents 1941-1949, Arno Press, Ν. Υόρκη 1971, σ. 758.

119 Για την Πολιτική Επιτροπή: Андоновски 1968, σ. 202-204, και Егеjска…, ό.π. (1971), σ. 268-269· για την ΤΟΜΟ: Ристо Кирjазовски, Народно-Ослободителниот Фронт и другите организации на Македонците од Егеjска Македониjа (1945-1949), Култура, Σκόπια 1985, σ. 101-105.

120 Εφ. Δελτίο - Билтен, 1, 17.7.1945.

121 ΑΦΔ/104/55-57· πρβλ. Φ. Δραγούμης, «Ενωμένη Ομόσπονδη Μακεδονία», Εμπρός, 24.1.1946.

122 Егеjска Македониjа во НОБ. 1946, Σκόπια 1976, σ. 189.

123 Егеjска Македониjа во НОБ. 1945, Σκόπια 1973, κι Егеjска Македониjа во НОБ. 1946, Σκόπια 1976, ιδίως σ. 92.

124 Οργανωτικές καταστάσεις ανά χωριό (9.2.46), σε Егеjска…, ό.π. (1976), σ. 97-106.

125 Έκθεση του Μιχ. Κεραμιτζήεφ στο «Παν-Νοφίτικο Αχτίφ» της 20.5.1947, παρατίθεται σε Егеjска Македониjа во НОБ. 1947, Σκόπια 1980, σ. 162.

126 Егеjска…, ό.π. (1973), σ. 229.

127 Р. Кирjазовски, НОФ и другите…, ό.π., σ. 113-115· Егеjска..., ό.π., σ. 233, 282, 402.

128 Егеjска…, ό.π. (1976), σ. 130. Βλ. επίσης τις λίστες «οργανωτικών καθηκόντων» του ΝΟΦ (Σεπτ. 1945) σε Егеjска…, ό.π. (1973), σ. 302-305.

129 Егеjска…, ό.π. (1973), σ. 55.

130 Егеjска…, ό.π. (1976), σ. 106.

131 Σπυρίδων Σφέτας, Όψεις του μακεδονικού ζητήματος στον 20ό αιώνα, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 166-170· Р. Кирjазовски, НОФ и другите…, ό.π., σ. 156-165, και 1995, σ. 11-32· Andrew Rossos, “Incompatible Allies: Greek Communism and Macedonian Nationalism in the Civil War in Greece, 1943-1949”, The Journal of Modern History, τ. 69, Μαρτ. 1997, σ. 58-62.

132 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/415-φ. 23/8/88, Κ.Ο. Καστοριάς, «Έκθεση πάνω στην οργανωτική κατάσταση της Κ.Ο.Κ. και του Νομού γενικά», 15.1.1947.

133 Ристо Кирjазовски, Македонците и односите на КПJ и КПГ (1945-1949), Култура, Σκόπια 1995, σ. 27-28.

134 Evangelos Kofos, The impact of the Macedonian question on civil conflict in Greece (1943-1949), Αθήνα 1989, σ. 19-20.

135 ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/408-φ. 23/1/170, Λ. Στρίγκος προς ΠΓ, Θεσσαλονίκη 14.2.1947.

136 Р. Кирjазовски, НОФ и другите…, ό.π., σ. 183-184· Егеjска…, ό.π. (1980), σ. 149-177.

137 Р. Кирjазовски, НОФ и другите…, ό.π., σ. 210-253· A. Rossos, “Incompatible…”, ό.π., σ. 64-69· Σπ. Σφέτας, Όψεις…, ό.π., σ. 174-178 Егеjска Македониjа во НОБ. 1948, Σκόπια 1981, σ. 16-49, 266-268, 302-311.

138 Παντελής Βαϊνάς, «Ο Δημοκρατικός Στρατός και οι Σλαβομακεδόνες», Δημοκρατικός Στρατός, 10.1948, σ. 408-12.

139 ΚΚΕ, Επίσημα κείμενα, τ.6ος (1945-1949), Αθήνα 1987, σ. 337-338, 366-367· Ev. Kofos, Nationalism…, ό.π., σ. 177-183, και 1989, σ. 27-28· Егеjска Македониjа во НОБ. 1949, Σκόπια 1983, σ. 44-45, 52-55, 117-118, 137-169· Р. Кирjазовски, НОФ и другите…, ό.π., σ. 255-264, 286-312· A. Rossos, “Incompatible…”, ό.π., σ. 71-73· Σπ. Σφέτας, Όψεις…, ό.π., σ. 182-196.

140 Комунистичската Организациjа на Егеjска Македониjа (ΚΟΕΜ), χ.τ.έ. 1949, σ. 4, 25-26.

141 Р. Кирjазовски, НОФ и другите…, ό.π., σ. 293-312· Σπ. Σφέτας, Όψεις…, ό.π., σ. 195-201· Резолуциjа на раководниот актив на К.О.Е.М. За националистичката – издаjничка клика на Керамидчиев - Гоче, χ.τ. 1949, σ. 8, 10, 18-20, 38. Για την επιστολή των Γκότσε-Κεραμιτζήεφ (2.6.49): Егеjска…, ό.π. (1983), σ. 311-331.

142 Η τρίχρονη εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας 1946-1949, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998, σ. 416.

143 Φίλιππος Ηλιού, Ο ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος. Η εμπλοκή του ΚΚΕ, Θεμέλιο, Αθήνα 2004, σ. 316.

144 Η τρίχρονη…, ό.π., σ. 415-416· Ιορντάν Μπάεφ, Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος. Διεθνείς διαστάσεις, Φιλίστωρ, Αθήνα 1996, σ. 210-211. Για τα σχετικά σενάρια: Ev. Kofos, The impact…, ό.π., σ. 28-31.

145 Για τη σχετική αλληλογραφία ΚΚΓ- ΚΚΕ (3-8.3.1949): ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/367/8-14 και Β. Κόντης, Σπ. Σφέτας (επιμ.), Εμφύλιος Πόλεμος. Έγγραφα από τα γιουγκοσλαβικά και βουλγαρικά αρχεία, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 128-134.

146 «Народна Просвета», Непокорен, 1/6 (20.2.1948), σ. 13.

147 Τ. Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη…, ό.π., σ. 206-210.

148 Р. Кирjазовски, НОФ и другите…, ό.π., σ. 181.

149 Στο ίδιο, σ. 167.

150 Στο ίδιο, σ. 165-166· Τ. Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη…, ό.π., σ. 210-211.

151 Βασίλης Γκανάτσιος (Χείμαρρος), Ένας δάσκαλος καπετάνιος, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 448-449.

152 Νίκος Χατζηνικολάου (Καπετάν Μαύρος), Ταραγμένα χρόνια στο Νέστο, Νιραγός, Θάσος 2008, σ. 372.

153 Κ. [Νίκος Ζαχαριάδης], «Μερικές παρατηρήσεις πάνω στο άρθρο του σ. Π. Βαϊνά», Δημοκρατικός Στρατός, Δεκ. 1948, σ. 28-29.

154 Ev. Kofos, Nationalism…, ό.π., σ. 183· Егеjска… , ό.π. (1983), σ. 192-193· Δημοκρατικός Στρατός, Μάης 1949, σ. 355.

155 Β. Κόιτσεφ, «Συμπεράσματα από το ΒΣυνέδριο του ΝΟΦ», Δημοκρατικός Στρατός, Μάης 1949, σ. 317. Πρόκειται για τον Παντελή Βαϊνά, διοικητή της 16ης μεραρχίας, και τον ίδιο τον Κόιτσεφ, μέλος του Ανώτατου Πολεμικού Συμβουλίου.

156 Τ. Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη…, ό.π., σ. 204. Ιδίως ο τελευταίος αριθμός είναι μάλλον καθαρά προπαγανδιστικός, αφού οι συνολικές δυνάμεις του ΔΣΕ σε Γράμμο-Βίτσι-Καϊμακτσαλάν υπολογίζονταν σε περίπου 14.000 μαχητές.

157 ΓΕΣ, Κατάθεσις «Φάνη» Ταγ/ρχου Α2 Γραφείου Γ.Α. Συμμοριτών, Εν Αθήναις 1949, σ. 30.

158 Βλ. χαρακτηριστικά τις επισημάνσεις ενός ντόπιου στρατιωτικού στελέχους του ΔΣΕ που διατηρούσε καλές σχέσεις με τους Σλαβομακεδόνες: Αμύντας, Αναμνήσεις…, ό.π., σ. 240-242.

159 Για τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της βορειοελλαδικής εθνικοφροσύνης της περιόδου, αλλά και τον καθοριστικό ρόλο των ποικιλώνυμων κρατικών και παρακρατικών φορέων στη σταδιακή συγκρότηση αυτού του ηγεμονικού μπλοκ, βλ. Βασίλης Γούναρης, Εγνωσμένων κοινωνικών φρονημάτων, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2002.

160 Αναλυτικά γι’ αυτό το συσχετισμό: Τ. Κωστόπουλος, «Ο εμφύλιος Μακεδονικός Αγώνας…», ό.π., σ. 414-425.

161 Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, Θεμέλιο, Αθήνα 1983, σ. 496-504, 513-514.

162 Φίλιππος Δραγούμης, «Εισαγωγή», σε Δ. Ζαφειρόπουλος, Το ΚΚΕ…, ό.π., σ. λδ.

163 Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, συνεδρίαση της 6.5.1947, σ. 739. ΑΦΔ/69/447, «Πίναξ κοινοτήτων και συνοικισμών Νομαρχίας Καστορίας».

164 ΑΦΔ/69/447, «Πίναξ κοινοτήτων και συνοικισμών Νομαρχίας Καστορίας».

165 Τ. Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη…, ό.π., σ. 205· Егеjска…, ό.π. (1980), σ. 156, 214, 381.

166 Για ένα τέτοιο παράδειγμα: Στ. Κωτσόπουλος, «Η Εθνική…», ό.π., σ. 91-92· Ριζοσπάστης, 26.6.1946.

167 Έτσι άρχισε…, ό.π., σ. 78-80· Ριζοσπάστης, 1.2.1947, σ. 2, 11.3.1947, σ. 2, και 11.6.1947, σ. 4· Егеjска…, ό.π. (1976), σ. 231 και (1980), σ. 69, 97, 144, 155, 157, 214, 312· ΑΣΚΙ/ΚΚΕ/408-φ. 23/1/161 και 163, Λ. Στρίγκος προς ΠΓ, Θεσσαλονίκη 19.10.46 και 28.10.46.

168 A. Rossos, «The Macedonians…», ό.π., ιδίως σ. 308-309· Evans, “General Report”, ό.π.

169 ΙΑΥΕ 1945/39, Χρ. Νάλτσας προς Υπ.Εξ., Εν Κοζάνη 8.11.1945, αρ.πρ. Ε.Π.952.

170 Егеjска…, ό.π. (1973), σ. 241, και (1976), σ. 152, 325, 342.

171 Γεώργιος Μόδης, Χωριά φρούρια της Μακεδονίας, Αθήναι 1950. Για μια πρώιμη επισκόπηση του φαινομένου απ’ τον ίδιο: Γ.Χ. Μόδης, «Η κατάστασις», Έθνος (Φλώρινα), 3.7.1948.

172 Егеjска…, ό.π. (1980), σ. 410-411. Εκτός από το νομό Πέλλης, η συγκεκριμένη περιφέρεια περιλάμβανε επίσης τις (εν μέρει σλαβόφωνες) επαρχίες Ναούσης του Ν. Ημαθίας και Παιονίας του Ν. Κιλκίς.

173 Έτσι άρχισε…, ό.π., σ. 60, 93.

174 Έκθεση του Κ. Μπόνη προς το ΔΣ του ΙΜΧΑ (~1968), σ. 2-3.

175 Γ. Μόδης, Απομνημονεύματα, ό.π., σ. 481.

176 Ενδεικτικά: ΑΦΔ/88/142, Κοινοτικό Συμβούλιο Ξυνού Νερού προς Νομάρχην Φλωρίνης, Εν Ξυνώ Νερώ 28.4.1947, αρ. πρ. 286· ΑΦΔ/88/143, 153, δήμαρχος Καστοριάς Σ. Τσεμάνης προς Φ. Δραγούμη, Καστοριά 1 και 15.5.47· ΑΦΔ/88/185, Αγ. Τζήμας προς τον ίδιο, 5.9.1948.

177 Έθνος (Φλώρινα), 19.6.1948, σ. 1, και 26.6.1948, σ. 2.

178 Για μια έξοχη βιωματική καταγραφή αυτής της πραγματικότητας, από τη σκοπιά ενός σλαβόφωνου παιδιού: Πέτρος Βότσης, Μακεντόντσετο. Οδοιπορικό μιας πικρίας, Αθήνα 1998.

179 ΓΑΚ/ΑΒΑ/440, Θ. Μπαγλανέας προς πρωθυπουργό, υπουργούς Εν. Δυνάμεων, Εσωτερικών, Δημ. Ασφαλείας και Β. Ελλάδος, ΓΕΣ, ΓΣ.Σ. και Γ.Δ. Κεντρ. Μακεδονίας, Εν Εδέσση 19.10.46.

180 ΑΣΚΙ/Δωρεά Στ. Γκιουλάκη, φ. 2, ΓΕΣ – Α2 Δσις, «Έκθεσις επί της ανθελληνικής δράσεως των σλαυοφρόνων πληθυσμών της παραμεθορίου μειονότητος», Αθήναι 6.1.1948, σ. 20-21· πρβλ. Σπύρος Καράβας, «Οι ξενοσυνείδητοι της XVης Μεραρχίας», Αρχειοτάξιο, τ. 11, 2009, σ. 142.

181 ΙΑΥΕ 1948/1238, Αρ. Μπασιάκος προς Υπ.Εξ., Θεσσαλονίκη 28.1.1948, αρ. πρ. 82.

182 ΑΦΔ/104/160, Φ. Δραγούμης, «Υπόμνημα περί των παραμεθορίων βουλγαροφώνων πληθυσμών», Αθήναι 12.11.1948, σ. 17-18.

183 «Πρέσπα - Βίτσι – Κορέστια», Φωνή της Καστορίας, 29.4.1948, σ. 1.

184 ΙΑΥΕ 1950/38.3, ΥΠΕΞ –Συμβούλιον Πολιτικών Υποθέσεων, «138η Συνεδρίασις» (11.3.1949), σ. 4 και 16-17.

185 Τάσος Κωστόπουλος, «Το όνομα του Άλλου: από τους “Ελληνοβούλγαρους” στους “ντόπιους Μακεδόνες”», στο Συλλογικό, Μειονότητες στην Ελλάδα, Αθήνα 2004, σ. 385-386.

186 Macedonian Academy of Sciences and Arts, Macedonia and its relations with Greece, Σκόπια 1993, σ. 82-83.

187 Φωνή της Καστορίας, 24.10.48 και 14.11.48.

188 ΙΑΥΕ 1950/39.8 και ΑΦΔ/104/160, ό.π.· εκτενή αποσπάσματα σε Τ. Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη…, ό.π., σ. 216-218.

189 Ι. Μιχαηλίδης, «Σλαβομακεδόνες…», ό.π., σ. 48, 58-59· Κ. Κατσάνος, «Το Μακεδονικό…», ό.π., σ. 54-55.

190 Стоjан Киселиновски, Егеjскиот дел на Македониjа, Култура, Σκόπια 1990, σ. 140· Тодор Симовски, Населените места во Егеjска Македониjа, Σκόπια 1998, τ. A, σ. Xlv.

191 Ev. Kofos, Nationalism…, ό.π., σ. 186.

192 Σπ. Καράβας, «Οι ξενοσυνείδητοι…», ό.π., σ. 119-121· ΚΥΠ, «Στοιχεία διά την περίοδον του 1954», Άκρως Απόρρητον· Υπ.Εξ. - ΑΠολιτική Διεύθυνσις (Δ. Μπίτσιος), «Σημείωμα» [Ιούνιος 1965]· ΚΥΠ - Τμήμα Εθνικών Θεμάτων, «Συνοπτική έκθεσις περί των γιουγκοσλαβικών ενεργειών εις τον νομόν Φλωρίνης και της εν αυτώ καταστάσεως», Ιούνιος 1965, Άκρως Απόρρητον, Παράρτημα Ε, «Στατιστικά στοιχεία πληθυσμού νομού Φλωρίνης». Εντυπωσιακότερη είναι η ανακρίβεια της απογραφής όσον αφορά τους «ακραίους» νομούς (Καστοριάς, Θεσσαλονίκης, Δράμας), όπου η σλαβοφωνία σχεδόν «εξαφανίζεται» στατιστικά, τη στιγμή που χωριά αμιγώς (ή κατά συντριπτική πλειοψηφία) σλαβόφωνα εξακολουθούν να κατοικούνται από χιλιάδες ανθρώπους.

193 ΓΑΚ/ΑΣΓΜΣ/11, Δ. Βλαστάρης, «Έκθεσις περί των εν Ελλάδι βιούντων Σλαυοφώνων», Αθήναι 1.5.1952, αρ.πρ. 421/3/3/11, σ. 21-2.

194 Τ. Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη…, ό.π., σ. 229-232· Σπ. Καράβας, «Οι ξενοσυνείδητοι…», ό.π· Ευάγγελος Κωφός, «Ελληνικό κράτος και μακεδονικές ταυτότητες (1950-2003)», στο Συλλογικό, Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο, Παπαζήσης, Αθήνα 2008, σ. 368.

195 Τάσος Κωστόπουλος, «Αφαιρέσεις ιθαγένειας: η σκοτεινή πλευρά της νεοελληνικής Ιστορίας (1926-2003)», Σύγχρονα Θέματα, τ. 83, Δεκ. 2003, σ. 53-75.

196 ΙΑΥΕ 1950/63.4, διάφορα έγγραφα.

197 ΙΑΜΜ/ΑΙΠ/53, «Σημείωμα επι της συνομιλίας του Επιτετραμμένου της Γιουγκοσλαυίας μετά του προέδρου της Κυβερνήσεως», [Αθήνα] 10.6.1950.

198 Επίσημα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, 30.11.1950, σ. 128.

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018 03:43
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.