Τετάρτη, 20 Ιανουάριος 2016 17:51

Ελλάδα, ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία και η έννοια της «Εργατικής Κυβέρνησης»

Κατηγορία Πολιτική

Steve Bloom

[Σημείωση του Steve Bloom: Σε αυτό το κείμενο θα χρησιμοποιήσω έναν όρο που έχω, γενικά, εξοστρακίσει από το προσωπικό μου λεξιλόγιο για τον 21o αιώνα: «δικτατορία του προλεταριάτου» Το κάνω αυτό γιατί βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την πρόκληση της κατανόηση ενός κειμένου από το 1922, στο οποίο εμφανίζεται ο όρος αυτός. Το κείμενο αυτό αναφέρεται από τον Alan Thornett (και από άλλους, θα πρέπει να προσθέσω) για την υπεράσπιση μιας συγκεκριμένης θεωρητικής προσέγγισης στα πρόσφατα γεγονότα στην Ελλάδα. Αν και ο Thornett δεν αναφέρει το μέρος του κειμένου της Κομιντέρν όπου αναφέρεται στη «δικτατορία του προλεταριάτου», εγώ το κάνω, γιατί είναι ένα βασικό τμήμα, αν θέλουμε στη πραγματικότητα να κατανοήσουμε το ζήτημα που εξετάζεται. Ζητώ από τους αναγνώστες να έχουν κατά νου ότι το 1922 ο όρος «δικτατορία του προλεταριάτου» σήμαινε, απλώς, μια επαναστατική κατάσταση που βασίζονταν στην δημοκρατική εξουσία της εργατικής τάξης. Γίνονταν αντιληπτή σαν «δικτατορία» της συνολικής εργατικής τάξης, πάνω στην συνολική καπιταλιστική τάξη και όχι σαν δικτατορία κάποιου ατόμου, ή του «κόμματος της πρωτοπορίας» πάνω στην κοινωνία. Αυτή η τελευταία αντίληψη είναι μια έννοια της «κομμουνιστικής δικτατορίας», η οποία ήταν αδιανόητη πριν εδραιώσει ο Στάλιν την προσωπική ολοκληρωτική του διακυβέρνηση στην ΕΣΣΔ στα μέσα της δεκαετίας του 1920.]

Το International Viewpoint  έχει δημοσιεύσει μια συλλογή από άρθρα για την Ελλάδα και την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ.1 Στο παρόν σχόλιο θέλω να ασχοληθώ κυρίως με τη συμβολή του AlanThornett, με τίτλο: «Η συνθηκολόγηση της ηγεσίας Τσίπρα και ο ρόλος του ‘‘αριστερού ευρωπαϊσμού’’».2 Θα εξετάσουμε ειδικότερα τον ισχυρισμό του Thornett ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν, τουλάχιστον δυνητικά, ένα παράδειγμα μιας «εργατικής κυβέρνησης» -όπως η έννοια αυτή αναπτύχθηκε από την Κομιντέρν σε ένα σύνολο θέσεων που εγκρίθηκαν στο Τέταρτο Συνέδριό το 1922. Θα επιβεβαιώσουμε ότι η προσέγγιση του Thornett αντανακλά τόσο μια παρεξήγηση του κειμένου της Κομιντέρν όσο και έναν αποπροσανατολισμό όσον αφορά την ίδια την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Ας ξεκινήσουμε την έρευνά μας, ωστόσο, με ένα απόσπασμα από ένα διαφορετικό άρθρο που το International Viewpoint περιλαμβάνει στην ίδια συλλογή, γραμμένο από την CatarinaPríncipe και τον DanRussell με τίτλο «Αναζητώντας τις Σωστές Ερωτήσεις».3

Η Príncipe και ο Russell εκφράζουν άμεσα τον ίδιο αποπροσανατολισμό όπως ο Thornett σχετικά με τα καθήκοντα των επαναστατών στην Ελλάδα το 2015: «Όσοι από εμάς δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα της κρατικής εξουσίας, θα πρέπει τουλάχιστον να μάθουμε τα σωστά διδάγματα τόσο από τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και από την ιστορία μέσα από την οποία αυτός γεννήθηκε.»

Θα έλεγα, όμως, ότι δεν μπορούμε ούτε καν να «αναζητήσουμε τις σωστές ερωτήσεις», πόσο μάλλον «να μάθουμε το σωστά διδάγματα» μέχρι να συνειδητοποιήσουμε ότι από τον Ιανουάριο του 2015, αμέσως μετά τη νίκη του στις εκλογές, η κρίσιμη αντιπαράθεση που ο ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να εμπλακεί ήταν, ακριβώς, με «το ζήτημα της κρατικής εξουσίας» - και ειδικότερα με τη φύση και τα όρια της κυβερνητικής εξουσίας που είχε έρθει στα χέρια του, και επομένως, με την ανάγκη να οικοδομήσει μια εναλλακτική εξουσία που θα βασίζεται σε ένα κινητοποιημένο μαζικό κίνημα, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποσχέσεις της προεκλογικής εκστρατείας που ο Τσίπρας είχε δώσει στο λαό της Ελλάδας.

Κατά μία έννοια, φυσικά, «το ζήτημα της κρατικής εξουσίας» είναι κάτι που οι επαναστάτες αντιμετωπίζουν διαρκώς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ακόμη και σε δραστηριότητες όπως μια απεργία ή μια καμπάνια για την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων. Μα εγώ θα επιμείνω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπισε αυτό το ζήτημα άμεσα και έντονα, αμέσως μόλις τα αποτελέσματα των εκλογών έγιναν γνωστά στην Ελλάδα τον περασμένο Ιανουάριο.

Ένα συλλογικό λάθος

Όλα τα άρθρα που παρουσιάζονται από τους συντάκτες International Viewpoint ακολουθούν ένα σταθερό μοτίβο σκέψης, αντανακλώντας τον ίδιο γενικό αποπροσανατολισμό: Αυτό που πήγε στραβά στην Ελλάδα, μας λένε, είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν κατόρθωσε να εκπληρώσει τις σωστές κυβερνητικές πολιτικές μετά την εκλογή του το Γενάρη 2015. Διαφωνώ, αν και είναι αλήθεια ότι ο Τσίπρας απέτυχε να ακολουθήσει τις σωστές πολιτικές.

Αυτό που πήγε στραβά στην Ελλάδα ήταν, ότι τόσο ο Τσίπρας όσο και η αριστερή αντιπολίτευση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ προσέγγισαν τα καθήκοντά τους με την αντίληψη ότι η κυβερνητική εξουσία που ήρθε στα χέρια του Τσίπρα, τον Ιανουάριο, ήταν το βασικό και καθοριστικό εργαλείο για να διεξάγει έναν αγώνα αντι-λιτότητας ενάντια στην ΕΕ, διαφωνώντας μόνο σχετικά με το ποια είναι τα συγκεκριμένα διοικητικά βήματα, που η κυβέρνηση θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να κάνει. Και οι δύο, τόσο ο Τσίπρας όσο και οι επικριτές του στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, απέτυχαν στο να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα όπως ακριβώς προσδιορίζονταν: αμέσως μόλις σχηματίσθηκε ο κυβερνητικός συνασπισμός τον Ιανουάριο, ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε στη συνέχεια να «αντιμετωπίσει το ζήτημα της κρατικής εξουσίας» με μια πολύ πραγματική και άμεση έννοια.

Η κυβερνητική εξουσία που ήρθε στα χέρια Τσίπρα ήταν στην καλύτερη περίπτωση μόνο ένα στομωμένο εργαλείο. Η πραγματική ελπίδα ήταν να αναπτυχθεί μια πάλη που θα μπορούσε να ξεπεράσει και να συντρίψει τους περιορισμούς που επιβάλλονται σε οποιαδήποτε κυβέρνηση από τις πραγματικότητες του ελληνικού αστικού κράτους και των σχέσεών του με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η σημασία της μαζικής κινητοποίησης παίρνει τιμητική θέση στα άρθρα που παρουσιάζονται στο International Viewpoint. Αλλά είναι, σαφές, ότι στα άρθρα αυτά την αντιλαμβάνονται σαν συμπλήρωμα στις ενέργειες που ο Τσίπρας θα μπορούσε να κάνει ως επικεφαλής του κράτους. Μια σωστή αντίληψη των καθηκόντων, όμως, πρέπει να είναι το αντίστροφο.

Αν και διαφωνώ με την απόρριψη από την ΟΚΔΕ Σπάρτακος (ελληνικό τμήμα της Τετάρτης Διεθνούς), του εκλογικού συνασπισμού μεταξύ ΑΝΤΑΡΣΥΑ και Λαϊκής Ενότητας το Σεπτέμβριο, στη διακήρυξή τους4 που εξηγούν αυτή την απόρριψη, εντοπίζουν καίρια την πολιτική ουσία του προβλήματος, επισημαίνοντας «αυτό που οδήγησε στην ολοκληρωτική αφοσίωση του ΣΥΡΙΖΑ στα μνημόνια και το ευρώ είναι… ο κυβερνητισμός, η διαχείριση και η μεταρρύθμιση του κράτους».

Και αυτή η επισήμανση από την ΟΚΔΕ Σπάρτακος οδηγεί απευθείας στη συζήτησή μας σχετικά με την αντίληψη ή παρανόηση του AlanThornett, για μια «εργατική κυβέρνηση». Ο Thornett γράφει σαν η Κομμουνιστική Διεθνής, στα 1922, να προσέγγιζε τα πράγματα από την ίδια σκοπιά, όπως οι Principe και Russell το 2015: παρουσιάζει μια διαδικασία κατά την οποία μια τέτοια κυβέρνηση θα μπορούσε να αναλάβει τα καθήκοντά της με εκλογικά μέσα και στη συνέχεια, να χρησιμοποιήσει τη θέση της σαν ένα εργαλείο για την προώθηση των συμφερόντων των μαζών, χωρίς άμεσα «να αναμετρηθεί με το ζήτημα της κρατικής εξουσίας.» Αλλά «ο κυβερνητισμός, η διαχείριση και η μεταρρύθμιση του κράτους» δεν ήταν στην ατζέντα της Τρίτης Διεθνούς. Η Κομιντέρν ήταν στην πραγματικότητα, επικεντρωμένη σε ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα: Πώς να πάρει τον έλεγχο της κυβέρνησης και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσει αυτόν τον έλεγχο σαν εργαλείο για την ενεργητική «αντιμετώπιση του αστικού κράτους», με στόχο την ανατροπή της αστικής εξουσίας και την αντικατάστασή της με ένα διαφορετικό είδος κρατικής εξουσίας.

Ο Thornett γράφει:

«Έχουμε υποστηρίξει, κατά τη διάρκεια της κρίσης και της αντιπαράθεσης στην Ελλάδα, ότι η κατάσταση που δημιουργήθηκε αύξησε την δυνατότητα για μια εργατική κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση η οποία, αν και θα αναλάβει τα καθήκοντα με βουλευτικές εκλογές (με τον καπιταλισμό ακόμα άθικτο), θα ενεργεί με συνέπεια προς το συμφέρον της εργατικής τάξης, ακόμη και αν αυτό σήμαινε τη λήψη μέτρων (προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό της και να εφαρμόσει το πρόγραμμά της) που θα είναι αντίθετα προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και θα τα πάρει σε μια σοσιαλιστική κατεύθυνση. Πρόκειται για αχαρτογράφητα νερά, αλλά πρόκειται για μια σαφή πιθανότητα.

Αυτό δεν συνέβη επειδή η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ συνθηκολόγησε στο βασικό της αίτημα (στην πραγματικότητα στην λογική της ύπαρξής της), που ήταν να αντιταχθεί στη λιτότητα.»

Αυτό δεν είναι αρκετό. Αυτό δεν συνέβη επειδή η κυβέρνηση που εξελέγη τον Ιανουάριο προσπάθησε να κάνει ελιγμούς μέσα στα όρια της συμφωνίας των αστικών σχέσεων εξουσίας, αντί να δημιουργήσει και στη συνέχεια να βασισθεί σε εναλλακτικούς θεσμούς εξουσίας. Ο Αλέξης Τσίπρας, κρατώντας όσο πιο σφιχτά μπορούσε να ελπίζει κανείς την ατζέντα του της αντι-λιτότητας, δεν μπορούσε να ενεργήσει με τον τρόπο που προτείνει ο Thornett χωρίς να προωθήσει συνειδητά και δραστικά την ανάπτυξη μιας εναλλακτικής κρατικής εξουσίας στην Ελλάδα, έστω και εμβρυακά. Δεν υπήρχε δυνατότητα για τον αγώνα κατά της λιτότητας να κερδίσει έδαφος χωρίς ένα αυτοοργανωμένο μαζικό κίνημα από τα κάτω, το οποίο θα άρχιζε να αποτελεί απειλή για το ίδιο το αστικό κράτος. Αυτό, και μόνον αυτό, θα μπορούσε να αναγκάσει σε γνήσιες παραχωρήσεις από την ΕΕ.

Η κυβέρνηση Τσίπρα επέλεξε συνειδητά μια διαφορετική πορεία, οπωσδήποτε, μια πορεία των διαπραγματεύσεων στη κορυφή που μετέτρεψε τις μάζες σε παθητικούς παρευρισκομένους. Παρά το γεγονός ότι εδώ υπάρχει ένας κύκλος ανάδρασης μεταξύ του αιτίου και του αποτελέσματος, θα ήθελα να προσπαθήσω να πω ότι η αλυσίδα αρχίζει από ένα σημείο που είναι το αντίθετο από αυτό που προσδιορίζει ο Thornett. Ο Τσίπρας δεν απέτυχε να δημιουργήσει μια εργατική κυβέρνηση, επειδή εγκατέλειψε τη δέσμευσή του στον αγώνα κατά της λιτότητας. Εγκατέλειψε τον αγώνα κατά της λιτότητας επειδή δεν υπήρχε άλλη επιλογή αφού αντιλαμβάνονταν τα καθήκοντά του σαν «κυβερνητισμό, διαχείριση και μεταρρύθμιση του κράτους» - δηλαδή αφού δεν μπορούσε να αντιληφθεί τη δημιουργία μιας πραγματικής κυβέρνησης των εργαζομένων.

Ο Thornett συνεχίζει:

«Η συζήτηση γύρω από την συγκρότηση μιας τέτοιας κυβέρνησης (ουσιαστικά μιας προσωρινής κυβέρνησης) υπό αυτές τις συνθήκες δεν είναι κάτι καινούργιο, φυσικά. Συζητήθηκε το Τρίτο Συνέδριο της Κομιντέρν το 1922, αφού το άμεσο επαναστατικό κύμα που γεννήθηκε από τη ρωσική επανάσταση είχε υποχωρήσει και η Κομιντέρν έπρεπε να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα ότι ο αγώνας επρόκειτο να είναι πολύ πιο μακροχρόνιος και ότι οι αγώνες για την εξουσία δεν θα ακολουθήσουν αναγκαστικά το σοβιετικό μοντέλο.

Η πρόταση που προέβαλε η Κομιντέρν ήταν ότι μια τέτοια κυβέρνηση (που θα εκλεγεί με το καπιταλισμό να εξακολουθεί να υφίσταται), θα μπορούσε να είναι το όχημα για εξελίξεις πέρα από τα όρια του καπιταλισμού, παρά τους περιορισμούς που ο καπιταλισμός θα προσπαθήσει να της επιβάλει και ανεξάρτητα από το αν η ηγεσία μιας τέτοιας κυβέρνησης έβλεπε τον εαυτό της να παίζει έναν τέτοιο ρόλο, όταν αναλάμβανε τα καθήκοντα. Με άλλα λόγια, θα πρόκειται για μια μεταβατική κυβέρνηση.»

Μέχρι εκεί που πηγαίνει δεν είναι κακό. Αλλά σταματά απότομα στο ζήτημα που ήταν στην πραγματικότητα το επίκεντρο του θεωρητικού έργου που επιτελέσθηκε από την Κομμουνιστική Διεθνή το 1922. Η Τρίτη Διεθνής δεν είχε την αντίληψη ότι μια «εργατική κυβέρνηση» έρχεται στην εξουσία και στη συνέχεια, μέσα από τη διοικητική διαδικασία αυτής της κυβέρνησης, θα προωθηθούν τα συμφέροντα των μαζών, χωρίς την ανατροπή του καπιταλισμού. Αντίθετα, ενδιαφέρονταν για μια διαφορετική διαδικασία: πώς θα μετακινηθεί από μια εργατική κυβέρνηση αυτού του τύπου, αν ποτέ έρθει στην εξουσία, σε μια γνήσια επαναστατική κυβέρνηση που να βασίζεται σε μια επαναστατική κατάσταση. Η περιγραφή του Thornett τελειώνει με τον σχηματισμό της «μεταβατικής κυβέρνησης». Για την Κομιντέρν ωστόσο είναι το σημείο που αρχίζει η πιο ενδιαφέρουσα και κρίσιμη εργασία. Ανέπτυξαν το κείμενο που εξετάζουμε για τον αποκλειστικό σκοπό να σκεφθούν το πώς θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι κομμουνιστές την «εργατική κυβέρνηση», προκειμένου να προωθήσουν μια πραγματική μετάβαση σε μια κομμουνιστική δικτατορία.

Η προοπτική της Κομιντέρν

Ο Thornett αναφέρεται στις θέσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όσο αυτές περιγράφουν την πραγματικότητα του ζητήματος. Αλλά αποτυγχάνει στο να κάνει μια διάκριση που είναι ζωτικής σημασίας, εάν στόχος μας είναι να κατανοήσουμε το τι πραγματικά προσπαθούν να πουν οι λέξεις που παραθέτει:

Το ψήφισμα σχετικά με την τακτική στο Τέταρτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, δήλωνε τα εξής. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί και για την ελληνική κατάσταση σήμερα:

«Σαν ένα γενικό προπαγανδιστικό σύνθημα, ‘‘η κυβέρνηση των εργατών (ή των εργατών και των αγροτών [όπου υπάρχουν αγρότες])’’ μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν οπουδήποτε. Ως άμεσο πολιτικό σύνθημα, όμως, η κυβέρνηση των εργατών είναι περισσότερο σημαντικό σε χώρες όπου η αστική κοινωνία είναι ιδιαίτερα ασταθής, όπου ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των κομμάτων των εργατών και της αστικής τάξης θέτει το ζήτημα της κυβέρνησης στην ημερήσια διάταξη σαν ένα πρακτικό πρόβλημα που απαιτεί άμεση λύση. Στις χώρες αυτές, το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης απορρέει αναπόφευκτα από ολόκληρη τη τακτική του ενιαίου μετώπου».

Συνεχίζει: «μια τέτοια κυβέρνηση των εργαζομένων είναι δυνατή μόνο εάν έχει γεννηθεί μέσα από τους αγώνες των ίδιων των μαζών και υποστηρίζεται από τις μαχητικές οργανώσεις των εργατών που δημιουργήθηκαν από τα πιο καταπιεσμένα στρώματα των εργατικών μαζών. Ακόμη και μια εργατική κυβέρνηση, που προκύπτει από καθαρά κοινοβουλευτικούς συνδυασμούς, δηλαδή που είναι αμιγώς κοινοβουλευτικής προέλευσης, μπορεί να προσφέρει την ευκαιρία για την αναβίωση του επαναστατικού εργατικού κινήματος. Προφανώς, η γέννηση και η συνέχιση της ύπαρξης μιας γνήσιας κυβέρνησης των εργατών, που επιδιώκει επαναστατικές πολιτικές, θα πρέπει να οδηγήσει σε μια σκληρή πάλη με την αστική τάξη, και πιθανώς σε εμφύλιο πόλεμο. Ακόμα και μια απόπειρα του προλεταριάτου να σχηματίσει μια εργατική κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει από την αρχή την πιο αποφασιστική αντίσταση από την αστική τάξη. Το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης έχει έτσι τη δυνατότητα της συνένωσης του προλεταριάτου και το ξεκίνημα του επαναστατικού αγώνα».i

Σημειώστε ότι αυτές οι δύο παράγραφοι από το κείμενο της Κομιντέρν μιλάνε για δύο διαφορετικά πράγματα. Το πρώτο (αυτό που το κάνει, πράγματι, να ακούγεται σαν την ελληνική κατάσταση το 2015) είναι απλώς η εξέταση του ζητήματος των συνθημάτων. Η δεύτερη, όμως, περιγράφει μια «εργατική κυβέρνηση» όχι ως σύνθημα, αν και αναφέρεται στο σύνθημα στην τελευταία φράση της, αλλά ως μια πραγματική κυβέρνηση που θα μπορούσε να έρθει στην εξουσία επειδή οι κομμουνιστές προβάλλουν αυτό το σύνθημα. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι η πραγματικότητα που περιγράφεται στην δεύτερη παράγραφο δεν μοιάζει καθόλου με την Ελλάδα το 2015. Δεν υπήρξε καμία «εργατική κυβέρνηση... που ακολούθησε επαναστατικές πολιτικές», και ούτε «σκληρή πάλη με την αστική τάξη» -εκτός εάν κάποιος πιστεύει ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του Τσίπρα και της ΕΕ μπορούν πράγματι να χαρακτηρισθούν με αυτό το τρόπο. Είχαμε μόνο την δυνατότητα και την μεγάλη ανάγκη για έναν τέτοιο αγώνα και σίγουρα δεν ήταν ένας «πιθανός εμφύλιος πόλεμος». Οι μαζικές δράσεις που θα μπορούσαν να είχαν ωθήσει τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση είχαν ήδη υποχωρήσει.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προέκυψε «από ένα κοινοβουλευτικό συνδυασμό», αλλά δεν «παρέχει την ευκαιρία για την αναβίωση του επαναστατικού εργατικού κινήματος». Μάλλον το αντίθετο συνέβη στην πραγματικότητα. Οι μάζες στην Ελλάδα, μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου, επέλεξαν στο μεγαλύτερο μέρος τους, απλά να περιμένουν τα αποτελέσματα που η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί να φέρει χωρίς αγώνα, μέσα από μια διαδικασία διαπραγμάτευσης.

Αν ο Thornett απλώς είχε πει, ότι οι συνθήκες στην Ελλάδα ήταν συμβατές με την προβολή του συνθήματος, ή της ιδέας, μιας «κυβέρνηση εργατών» αυτό θα ήταν αρκετά αληθινό, και σύμφωνο με τη σκέψη της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Αλλά όταν αυτός ισχυρίζεται ότι οι ίδιες δύο λέξεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν σαν ένας περιγραφικός χαρακτηρισμός για την πραγματική κυβέρνηση που σχηματίστηκε από το Τσίπρα και το ΣΥΡΙΖΑ - έστω και δυνητικά για το τι θα μπορούσε να είναι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – τότε ο ίδιος και η Τρίτη Διεθνής έχουν χωρίσει τους δρόμους τους. Τα θεσμικά όργανα της μαζικής πάλης, που μια «κυβέρνηση εργατών» αυτού του τύπου απαιτεί, απλώς δεν υπήρχαν. Ούτε ο Τσίπρας ούτε κάποια πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ είχε σαν προοπτική την ανάπτυξή τους σαν πρωταρχικό καθήκον.

Γίνεται πλέον δυνατόν να προσδιορίσουμε άμεσα το βασικό σφάλμα στην εκτίμηση του Thornett: «Έχουμε υποστηρίξει, κατά τη διάρκεια της κρίσης και της αντιπαράθεσης στην Ελλάδα, ότι η κατάσταση που δημιουργήθηκε αύξησε την δυνατότητα για μια εργατική κυβέρνηση». Αυτό είναι λάθος, αφού «η δυνατότητα» εδώ σαφώς δεν σημαίνει «εξαιρετικά απομακρυσμένη πιθανότητα», αλλά κάτι πιο κοντά στο «τάση προς αυτή την κατεύθυνση». Δεν υπήρχε, στην πραγματικότητα, μια τέτοια τάση. Υπήρχε μόνο μια εξαιρετικά μικρή πιθανότητα. Ωστόσο, είναι σαφές ότι ο Thornett εξαρτά όλες τις ελπίδες του από αυτήν ακριβώς την εντελώς απίθανη τροπή των γεγονότων:

«Παρά το γεγονός ότι η ηγεσία Τσίπρα είχε αρχίσει να συμβιβάζεται σχετικά με το πρόγραμμα της αμέσως μόλις ανέλαβε καθήκοντα (και ακόμη πιο πριν), η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ διατήρησε τη δυνατότητα να κινηθεί ριζοσπαστικά προς τα αριστερά ενώ εμμένει στη θέση της ενάντια στη λιτότητα.»

Ο Κώστας Λαπαβίτσας διατυπώνει την ίδια σκέψη σε ένα άλλο κείμενο που δημοσιεύτηκε από το International Viewpoint σαν μέρος της συλλογής («Αφύπνιση της Ευρωπαϊκής Αριστεράς»)5, λέγοντάς μας ότι o Τσίπρας θα μπορούσε να μεταπηδήσει στο σωστό δρόμο «όταν τα πραγματικά ταξικά ζητήματα τέθηκαν στο τραπέζι». (Δεν ήταν άραγε στο τραπέζι τον Ιανουάριο;;!!) Ο Λαπαβίτσας θεωρεί ότι αυτή η δυνατότητα ήταν ακόμα στο παιχνίδι, «μέχρι την εβδομάδα μετά το δημοψήφισμα».

Ίσως. Μια τέτοια εξέλιξη σίγουρα δεν αποκλείεται θεωρητικά. Αλλά ήταν, όπως επισημάνθηκε, εξαιρετικά απομακρυσμένη. Και δεν μπορώ να φανταστώ την Κομιντέρν ποτέ να προτείνει μια πολιτική η επιτυχία της οποίας θα εξαρτιόταν από τον τρόπο που ένας συγκεκριμένος αρχηγός κράτους θα μπορούσε να μεταπηδήσει. Όχι, θα είμαι αρκετά τολμηρός ώστε να ισχυριστώ ότι η Κομμουνιστική Διεθνής θα υποστήριζε μια ενεργό πολιτική για να βοηθήσει την ώθηση του κινήματος της εργατικής τάξης να μεταπηδήσει στο σωστό δρόμο, ανεξάρτητα από το τι επιλέξει να κάνει κάποιος συγκεκριμένος ηγέτης. Αυτό, από μόνο του, δείχνει ότι Λαπαβίτσας και Thornett μοιράζονται μια προοπτική που έχει ελάχιστα κοινά με εκείνη της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1922.

Μια κυβέρνηση με μια ρεφορμιστική στρατηγική δεν μεταμορφώνεται αυθόρμητα σε μια «εργατική κυβέρνηση» του τύπου που συζητάμε - τουλάχιστον όχι πολύ συχνά. Μια τέτοια δυνατότητα , επομένως, δεν είναι κάτι που οφείλουμε να περιμένουμε ή να σχεδιάζουμε. Θα έπρεπε να είναι σαφές από την αρχή ότι η κυβέρνηση Τσίπρα ήταν μια ρεφορμιστική κυβέρνηση με μια ρεφορμιστική στρατηγική, και αυτή τη συνειδητοποίηση πρέπει να έχει γνώμονα ο προσανατολισμός των επαναστατών - παρά μια ελπίδα ή μια προσευχή ότι τα γεγονότα κατά κάποιον τρόπο θα τα ωθήσει ο Τσίπρας που θα γίνει ξαφνικά ο ηγέτης της ταξικής πάλης που δεν υπήρξε ποτέ.

Επαναστατικοί στόχοι: 1922 και σήμερα

Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, οι θέσεις της Κομιντέρν είχαν σαν σκοπό να προετοιμάσουν ένα στελεχιακό δυναμικό απαραίτητο για τη πάλη μέσα σε ή και με οποιαδήποτε κυβέρνηση αυτού του τύπου που θα μπορούσε να προκύψει, προκειμένου να εγγυηθούν μια πραγματική μετάβαση προς ένα γνήσια προλεταριακό κράτος. Η Τρίτη Διεθνής δεν προσπαθούσε να αναπτύξει μια στρατηγική για την ταξική πάλη, στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας. Μπορούμε τώρα να πάμε την έρευνά μας ένα βήμα παραπέρα, γιατί η Κομμουνιστική Διεθνής το 1922 επίσης είχε κατανοήσει ότι αυτή η μεταβατική μορφή, στην πραγματικότητα δεν μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για να λυθεί το άμεσο πρόβλημα της αυτοάμυνας της εργατικής τάξης. Είτε μέσα σε αυτήν είτε η ίδια ήταν κάτι εντελώς ανεπαρκές.

Αυτό είναι που λένε οι θέσεις της Κομιντέρν:

«Παρά τα μεγάλα πλεονεκτήματά του, το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης έχει επίσης τους κινδύνους του, όπως ακριβώς έχει κάθε ενιαιομετωπική τακτική. Σαν προφύλαξη από αυτούς τους κινδύνους, τα κομμουνιστικά κόμματα δεν θα πρέπει να παραβλέπουν το γεγονός ότι παρόλο που κάθε αστική κυβέρνηση είναι ταυτόχρονα μια καπιταλιστική κυβέρνηση, δεν είναι αλήθεια ότι κάθε εργατική κυβέρνηση είναι πραγματικά προλεταριακή, ότι είναι ένα επαναστατικό όργανο της προλεταριακής εξουσίας.

Η Κομμουνιστική Διεθνής πρέπει να προβλέψει τις ακόλουθες δυνατότητες:

1) Μια φιλελεύθερη κυβέρνηση των εργαζομένων. Υπάρχει ήδη μια κυβέρνηση αυτού του είδους στην Αυστραλία. Ίσως να υπήρξε επίσης μία πριν από πολύ καιρό στην Αγγλία.

2) Μια εργατική κυβέρνηση σοσιαλδημοκρατών (Γερμανία).

3) Μια εργατική και αγροτική κυβέρνηση. Αυτό είναι δυνατό στα Βαλκάνια, την Τσεχοσλοβακία, κ.λπ.

4) Μια εργατική κυβέρνηση στην οποία συμμετέχουν κομμουνιστές.

5) Μια γνήσια προλεταριακή κυβέρνηση των εργαζομένων η οποία, στην πιο καθαρή της μορφή, μπορεί να εκπροσωπείται μόνο από το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Οι δύο πρώτοι τύποι εργατικών κυβερνήσεων, δεν αποτελούν επαναστατικές εργατικές κυβερνήσεις, αλλά μάλλον κυβερνήσεις που συγκαλύπτουν μια συμμαχία ανάμεσα στην αστική τάξη και τους αντεπαναστάτες ηγέτες της εργατικής τάξης.

[…]

Οι κομμουνιστές είναι έτοιμοι να βαδίσουν με τους εργάτες... οι οποίοι δεν έχουν ακόμη αναγνωρίσει την ανάγκη για την δικτατορία του προλεταριάτου. Κάτω από ορισμένες συνθήκες και με ορισμένες εγγυήσεις, οι κομμουνιστές είναι εξίσου έτοιμοι να υποστηρίξουν μια μη κομμουνιστική εργατική κυβέρνηση. Αλλά οι κομμουνιστές πρέπει με κάθε κόστος να εξηγήσουν στην εργατική τάξη ότι η απελευθέρωσή της μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με η δικτατορία του προλεταριάτου.

Οι άλλοι δύο τύποι της κυβέρνησης των εργαζομένων (αριθμός 3 και 4 στην παραπάνω λίστα-SB) είναι ότι οι τύποι στους οποίους οι κομμουνιστές μπορούν να συμμετέχουν, αν και ακόμα δεν αντιπροσωπεύουν τη δικτατορία του προλεταριάτου. Δεν αντιπροσωπεύουν μια αναγκαία μορφή μετάβασης προς τη δικτατορία, αλλά μπορεί να χρησιμεύσουν σαν σημείο εκκίνησης για την επίτευξη αυτής της δικτατορίας. Η πλήρης δικτατορία του προλεταριάτο μπορεί να επιτευχθεί μόνο από μια εργατική κυβέρνηση, που αποτελείται από κομμουνιστές.»ii

Οι αναγνώστες θα πρέπει να σημειώσουν ιδίως δύο σημεία σε αυτό το απόσπασμα:

- «Οι κομμουνιστές πρέπει, πάση θυσία, να εξηγήσουν στην εργατική τάξη ότι η απελευθέρωση της μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με τη δικτατορία του προλεταριάτου».

- Μια εργατική κυβέρνηση που δεν είναι ακόμα μια δικτατορία του προλεταριάτου μπορεί, ωστόσο, «να χρησιμεύσει σαν σημείο εκκίνησης για την επίτευξη αυτής της δικτατορίας». Αυτός είναι ο λόγος που οι κομμουνιστές επιθυμούν να συμμετέχουν και να υποστηρίξουν μια «εργατική κυβέρνηση», η οποία βασίζεται στην πραγματικότητα ενός εναλλακτικού κράτους σε εμβρυακή μορφή, ή προσπαθεί να δημιουργήσει ένα τέτοιο εναλλακτικό κράτος. Αυτή η πραγματικότητα ενός εναλλακτικού κράτους σε εμβρυακή μορφή (ή η δυνατότητα γι’ αυτό), στην οποία η κυβέρνηση των εργαζομένων επιχειρεί να στηριχθεί, είναι που δίνει τον χαρακτήρα της μεταβατικής κυβέρνησης και όχι κάποια συγκεκριμένη κυβερνητική πολιτική.

Έτσι μπορούμε να δούμε για άλλη μια φορά ότι ολόκληρη η εστίαση της Κομμουνιστικής Διεθνούς στην υιοθέτηση αυτών των θέσεων ήταν «το ζήτημα της κρατικής εξουσίας», της δημιουργίας μιας προλεταριακής δικτατορίας. Δεν ήταν ποτέ πώς να προωθήσουν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων και με την απουσία οποιουδήποτε αγώνα να δημιουργήσουν ένα προλεταριακό κράτος.

Ο ελληνικός λαός δεν πρέπει ποτέ να είναι εξαρτημένος από τον τρόπο με τον οποίο ο Αλέξης Τσίπρας, ακολουθώντας τη μοίρα του, θα αποφασίσει να μεταπηδήσει. Το πρωταρχικό καθήκον είναι να ενθαρρύνουμε την ίδια την πάλη ώστε να μεταπηδήσει στο σωστό δρόμο, αφήνοντας πίσω τον Αλέξη Τσίπρα, αν αρνηθεί να μεταπηδήσει μαζί με το μαζικό κίνημα. Όπως η Κομιντέρν το 1922, έτσι κι εμείς σήμερα, θα πρέπει να επικεντρωνόμαστε στον «αγώνα για την εξουσία» σαν κάτι που μας αφορά αμέσως και άμεσα, έστω κι αν η μετάβαση σε ένα πραγματικό προλεταριακό κράτος δεν είναι άμεσα στην ημερήσια διάταξη. Αυτό είναι αλήθεια, τόσο γιατί το ζήτημα της δημιουργίας ενός προλεταριακού κράτους αποτελεί το κύριο μέλημα του επαναστατικού κινήματος, αλλά και επειδή μόνο μια στρατηγική που είναι επικεντρωμένη σε αυτή την υπόθεση μπορεί, στην πραγματικότητα, να οδηγήσει στο είδος της αντεπίθεσης που χρειαζόμαστε σήμερα, προκειμένου να κερδίσουμε παραχωρήσεις από τους εμπόρους της λιτότητας, ακόμη και μέσα στο πλαίσιο της αστικής κοινωνίας.

Αν σκεφτούμε το χρόνο με μια πολιτική έννοια, η σοσιαλιστική επανάσταση είναι πιο απομακρυσμένη σήμερα από ό,τι ήταν στα 1922, όταν η Κομιντέρν αντιμετώπιζε αυτό το ζήτημα. Αυτό επηρεάζει πολλά πράγματα όσον αφορά την τακτική μας και τη στρατηγική. Αλλά αυτό δεν αλλάζει το πιο βασικό πράγμα: ότι μια επαναστατική πολιτική πρέπει να έχει σαν στόχο την επιδίωξη της επανάστασης, φέρνοντάς την πιο κοντά με τις πράξεις μας σήμερα, ακόμη και όταν δεν μπορούμε να κάνουμε επανάσταση σήμερα.

Ο Thornett περιγράφει πραγματικά το είδος του αγώνα που θα απαιτείτο στην Ελλάδα για να φέρει την επανάσταση πιο κοντά:

«Μια τέτοια στρατηγική θα εξαρτηθεί από την αλληλεπίδραση μεταξύ του μαζικού κινήματος στους χώρους εργασίας και στο δρόμο όπου το μαζικό κίνημα θα πιέζει τους εκπροσώπους του μέσα στη κυβέρνηση να εφαρμόσουν μια κλιμακούμενη σειρά από ριζοσπαστικά αιτήματα που με τη σειρά τους θα ενδυναμώνουν το μαζικό κίνημα. Αιτήματα τα οποία, οσοδήποτε μετριοπαθή (ή λογικά) μπορεί να φαίνονται από μόνα τους, θα αντιμετωπίζουν τα όρια αυτού που θα επιτρέπει το κεφάλαιο. Είναι από αυτή τη διαδικασία που τα θεσμικά όργανα της εργατικής δημοκρατίας μπορεί να αναδυθούν.»

Το ζήτημα είναι, ωστόσο, ότι αυτό το επίπεδο του αγώνα δεν πρόκειται να επιτευχθεί, ή τουλάχιστον όχι πολύ συχνά, χωρίς μια συνειδητή προσπάθεια από κάποιο πολιτικό σχηματισμό στελεχών, με επαρκή κρίσιμη μάζα και με εμφύτευση στην ταξική πάλη για να το επιτύχει. Όταν αντί γι’ αυτό ο σχηματισμός κάθεται πίσω περιμένοντας να δει με ποιο τρόπο θα μπορούσε να μεταπηδήσει ένας συγκεκριμένος ηγέτης, τίποτα δεν είναι πιθανό να συμβεί.

Συμπέρασμα

Δεν είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι αν η Κομμουνιστική Διεθνής πρότεινε μια συγκεκριμένη πορεία δράσης το 1922, εμείς σήμερα πρέπει δουλικά να τηρήσουμε την ίδια πορεία δράσης. Επαναλαμβάνω: έχουν αλλάξει πολλά από το 1922, τόσο στον κόσμο όσο και στην κατανόησή του από εμάς. Αλλά αν θέλουμε να αναφερόμαστε στις απόψεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς προκειμένου να υπερασπιστούμε μια συγκεκριμένη πολιτική έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ακριβείς στους ισχυρισμούς μας, και πλήρεις στην κατανόησή μας.

Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με το συμπέρασμα του Thornett:

«Μια πλατιά συζήτηση για όλα αυτά δεν θα μπορούσε να είναι πιο επείγουσα. Η πολιτική γίνεται όλο και πιο ασταθής σε όλη την Ευρώπη. Η κρίση παραμένει άλυτη. Η λιτότητα επιβάλλεται αδυσώπητα. Η εκλογή του Jeremy Corbin στην ηγεσία των Εργατικών είναι μια αντανάκλαση αυτού. Είτε πρόκειται για το Podemos στην Ισπανία είτε για κάποιο άλλο κόμμα με πλατιά βάση που δεν υπάρχει ακόμα, είναι γεγονός ότι θα υπάρξουν περισσότερα κόμματα με μια μαζική ριζοσπαστικοποίηση πίσω τους, που θα βρεθούν σε αυτή την κατάσταση και θα αντιμετωπίσουν όλα αυτά τα προβλήματα και τις προκλήσεις ξανά.

Το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα δεν μπορεί να υποστεί άλλη μια πανωλεθρία όπως αυτή που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.»

Αλλά μια άλλη καταστροφή δεν μπορεί να αποφευχθεί με το να γυροφέρνουμε γύρω από μια πολιτική που πιστεύει ότι η νίκη στις αστικές εκλογές μπορεί να οδηγήσει στην ανάληψη του ελέγχου της κυβέρνησης, χωρίς να «χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε ακόμα το ίδιο το ζήτημα της κρατικής εξουσίας». Οι πολιτικοί σχηματισμοί, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, ή το Podemos στην Ισπανία, ή το βρετανικό Εργατικό Κόμμα υπό τον Jeremy Corbyn, θα επιτύχουν μόνο αν εγκαταλείψουν οριστικά την προσπάθεια να κανονίσουν κάποια ευνοϊκή ρύθμιση χωρίς να αμφισβητούν άμεσα το καπιταλιστικό σύστημα και να αρχίσουν να ασχολούνται αντικειμενικά, έστω και αν δεν το έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει, με μια άμεση αντιπαράθεση με το ίδιο το αστικό κράτος.

Εάν ένα κόμμα της εργατικής τάξης καταφέρει να κερδίσει την κυβερνητική εξουσία πριν από την ανατροπή του καπιταλιστικού κράτους, η μόνη πραγματικά ουσιαστική δράση που μπορεί να κάνει είναι (σύμφωνα με τα λόγια του Michael Lebowitz στο socialist project,6 στη συζήτηση για τα ίδια ακριβώς γεγονότα) «να χρησιμοποιήσει την κυβερνητική εξουσία του... προκειμένου να υποστηρίξει την ανάπτυξη ενός νέου κράτους από τα κάτω».

Σε περίπτωση που αυτό δεν γίνεται, όλα τα υπόλοιπα είναι μόνο ευσεβείς πόθοι.

Οκτώβριος 2015

Πηγή: Steve Bloom, «Greece, SYRIZA in Power, and the Concept of a ''Workers' Government», Old and new project· αναδημοσίευση: International Viewpoint, 7 Ιανουαρίου 2016.

Σημειώσεις

1 «Lessons from Greece», International Viewpoint, 18 Σεπτεμβρίου 2015. 

2 Alan Thornett, «The capitulation of Tsipras leadership and the role of ‘left europeanism’», International Viewpoint, 16 Σεπτεμβρίου 2015. 

3 Catarina Príncipe και Dan Russell, «Asking the Right Questions», International Viewpoint, 18 Σεπτεμβρίου 2015. 

4 «OKDE–Spartakos statement on the upcoming elections», International Viewpoint, 9 Σεπτεμβρίου 2015. 

i Βλ. και 3η Διεθνής. Τα τέσσερα πρώτα Συνέδρια. Θέσεις, Αποφάσεις Μανιφέστα, Εργατική Πάλη, Αθήνα 2007, σσ. 396, 397 (σε άλλη μετάφραση).

5 Costas Lapavitsas, Sebastian Budgen, «Awakening the European Left», International Viewpoint, Σεπτεμβρίου 2015. 

ii 3η Διεθνής..., ό.π., σσ. 397, 398.

6 Michael Lebowitz, «Social Democracy or Revolutionary Democracy: Syriza and Us», Socialist Project, 2 Αυγούστου 2015. 

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 21 Ιανουάριος 2016 12:07
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.