Πέμπτη, 06 Ιουλίου 2017 08:57

Ο σουρρεαλισμός. Το τελευταίο στιγμιότυπο της ευρωπαϊκής διανόησης

Walter Bengamin

Ο σουρρεαλισμός. Το τελευταίο στιγμιότυπο της ευρωπαϊκής διανόησης

Τα πνευματικά ρεύματα είναι σε θέση να δημιουργήσουν μια κλίση, αρκετά ικανοποιητική, για να εγκαταστήσει εκεί ο κριτικός τον υδροηλεκτρικό σταθμό του.

Μια τέτοια κλίση παρέχει στο σουρρεαλισμό η διαφορά του επιπέδου διανόησης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας.

Αυτό που ανάβλυσε το 1919 στη Γαλλία από τον κύκλο αερικών λογοτεχνών -αναφέρουμε αμέσως τα σπουδαιότερα ονόματα: André Breton, Louis Agagon, Pholippe Soupault, Robert Desnos, Paul Eluard-, μπορεί ενδεχόμενα να ήταν ένα αδύνατο ρυάκι, εξασθενημένο από τη νοτισμένη ανία της μεταπολεμικής Ευρώπης και τα τελευταία αυλάκια της Γαλλικής παρακμής. Οι παντογνώστες, που δεν έχουν προχωρήσει και σήμερα ακόμα πέρα από τις «αυθεντικές πηγές» της κίνησης, και που δεν ξέρουν και σήμερα ακόμα να λένε τίποτε άλλο, παρά το ότι μια κλίκα λογοτεχνών εξαπατά πάλι τη σεβαστή κοινή γνώμη, μοιάζουν λίγο με μια συγκέντρωση ειδημόνων, που συσκεπτόμενοι πάνω από μια πηγή εκφράζουν την πεποίθηση, ότι αυτό το μικρό ρυάκι δεν θα κινήσει ποτέ τουρμπίνες.

Ο Γερμανός παρατηρητής δεν βρίσκεται στην παραπάνω πηγή. Αυτή είναι η δυνατότητα του. Στέκεται στην κοιλάδα. Είναι σε θέση να υπολογίσει το δυναμικό της κίνησης. Αυτός, που σαν Γερμανός είναι εξοικειωμένος από καιρό με την κρίση της διανόησης, ή ακριβέστερα της ανθρωπιστικής αντίληψης για την ιστορία, ξέρει τι φρενίτιδα θέλησης έχει ξεσπάσει μέσα της, για να ξεπεραστεί το στάδιο των αιώνιων συζητήσεων και να παρθούν με κάθε αντίτιμο αποφάσεις γι’ αυτόν, που αναγκάστηκε να ζήσει στο πετσί του την ολότελα παρακινδυνευμένη θέση της ανάμεσα στον αναρχικό Σύνδεσμο και στην επαναστατική πειθαρχία, δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία, αν θεωρήσει με την πιο επιπόλαιη ματιά την κίνηση σαν «καλλιτεχνική», «ποιητική». Αν υπήρξε κάτι τέτοιο στην αρχή, δήλωνε ο Breton στην ίδια αυτή αρχή, πώς επιδίωκε τη ρήξη με την πρακτική, που παρουσιάζει στο κοινό τα λογοτεχνικά κατασταλάγματα μιας συγκεκριμένης μορφής ύπαρξης, κατακρατώντας αυτή τη μορφή για τον εαυτό της. Συντομότερα όμως και πιο διαλεκτικά διατυπωμένο σημαίνει το παραπάνω: Ανατιναζόταν εδώ ο χώρος της ποίησης από τα μέσα, καθώς βίωνε ένας κύκλος στενά συνδεδεμένων ανθρώπων «Ποιητική Ζωή», ως τα πιο ακραία όρια του δυνατού. και μπορεί κανείς να βασιστεί στα λόγια τους, όταν ισχυρίζονται, ότι το «Seson en Enfer», του Rimbaud, δεν έχει πια γι’ αυτούς κανένα μυστικό. Γιατί αυτό το βιβλίο αποτελεί όντως την πρώτη ιστορική πηγή μιας τέτοιας κίνησης. (Από τις πιο πρόσφατες εποχές. Σε παλαιότερους προδρόμους θα αναφερθούμε στη συνέχεια.) Είναι κανείς σε θέση να κάνει σχετικά με τα παραπάνω μια πιο τελεσίδικη και οξεία παρατήρηση από εκείνη του Rimbaud στο χειρόγραφο αυτού του βιβλίου; Εκεί όπου αναφέρεται «στο μετάξι των θαλασσών και των αρκτικών λουλουδιών», προσθέτει αργότερα στο περιθώριο: «Δεν υπάρχουν» («Elles n’ existent pas»).1

Το σε πόσο αφανή, παραμερισμένη ουσία υπήρξε πρωταρχικά ένθετος ο διαλεκτικός πυρήνας, που πήρε αργότερα τη μορφή του σουρρεαλισμού, έδειξε ο Aragon το 1924 - σε μια εποχή, όπου δεν διαφαινόταν ακόμα η εξέλιξη - με το «Vague de Rêves». Σήμερα διαφαίνεται.

Γιατί τέλειωσε χωρίς αμφιβολία το ηρωικό στάδιο ο Aragon μας άφησε τον κατάλογο των ηρώων του. Σε τέτοιες κινήσεις υπάρχει πάντοτε μια στιγμή, όπου η πρωταρχική ένταση του μυστικού δεσμού πρέπει να εκραγεί σε πραγματικό, εγκόσμιο αγώνα για εξουσία και κυριαρχία ή να παρακμάσει σαν ανοικτή διαμαρτυρία και να μετασχηματιστεί. Σ’ αυτή τη φάση μετασχηματισμού βρίσκεται για την ώρα ο σουρρεαλισμός. Τότε όμως, που ξεσπούσε με τη μορφή ενός γεμάτου έμπνευση ονειρικού κύματος ξεπερνώντας τους Ιδρυτές του, φαινόταν σαν το Ολοκληρωτικό, το Τέλειο, το Απόλυτο. Ο,τι ερχόταν σε επαφή μαζί του ενσωματωνόταν. Η ζωή φαινόταν αξιόλογη μόνον εκεί, όπου συνθλιβόταν στον καθένα το κατώφλι μεταξύ εγρήγορσης και ύπνου, σαν από βήματα ενός πλήθους, μιας παλίρροιας εικόνων που πηγαινοέρχονταν η γλώσσα πρόβαλε μόνη της εκεί, όπου αλληλοδιαπλέκονταν ήχος και εικόνα, εικόνα και ήχος με αυτόματη ακρίβεια και τόσο ευτυχή έκβαση, που δεν απέμενε πια σχισμή για τη δεκάρα του «πνεύματος». Εικόνα και γλώσσα έχουν το προβάδισμα. ο Saint-Pol Roux βάζει, όταν ξαπλώνει τα χαράματα για να κοιμηθεί, στην πόρτα του την επιγραφή: Le poèe travaille. Ο Breton σημειώνει: «Ήσυχα. Θέλω να διεισδύσω εκεί, που δεν διείσδυσε κανείς, ήσυχα! - Μετά από εσάς, αγαπητή γλώσσα». Αυτή έχει το προβάδισμα.

Όχι μόνο απέναντι στο πνεύμα. Και απέναντι στο Εγώ. Το όνειρο χαλαρώνει μέσα στο παγκόσμιο σύστημα την ατομικότητα σαν ένα κούφιο δόντι. Αυτή η χαλάρωση του Εγώ μέσω της μέθης αποτελεί ταυτόχρονα τη γόνιμη, ζωντανή εμπειρία, που επέτρεψε σ’ αυτούς τους ανθρώπους να ξεφύγουν από την έλξη της μέθης. Δεν είναι εδώ το κατάλληλο σημείο για μια σκιαγράφηση της σουρρεαλιστικής εμπειρίας σ’ όλο το εύρος της. Όποιος όμως έχει διακρίνει, ότι τα κείμενα αυτού του κύκλου δεν έχουν να κάνουν με λογοτεχνία, αλλά με αλλά: διαδήλωση, λόγο, ντοκουμέντο, μπλόφα, παραποίηση αν το θέλετε, ακριβώς όμως όχι με λογοτεχνία, ξέρει επίσης, πως αναφέρονται εκεί κατά γράμμα εμπειρίες, όχι θεωρίες, κι ακόμα λιγότερο φαντασιώσεις. και δεν περιορίζονται αυτές οι εμπειρίες καθόλου στο όνειρο, στις ώρες καπνίσματος χασίς ή όπιου. Γιατί είναι μια οικτρή πλάνη να νομίζουμε, ότι από τις «σουρρεαλιστικές εμπειρίες» γνωρίζουμε μόνο τις θρησκευτικές εκστάσεις ή τις εκστάσεις των ναρκωτικών. Όπιο για το λαό αποκάλεσε ο Lenin τη θρησκεία, και συσχέτισε έτσι αυτά τα δυο πράγματα περισσότερο, από όσο θα προτιμούσαν οι σουρρεαλιστές. Θα αναφερθούμε αργότερα στη γεμάτη ένταση και πάθος εξέγερση ενάντια στον καθολικισμό, με την οποία οι Rimbaud, Lautréamont και Apollinaire έφεραν στον κόσμο το σουρρεαλισμό. Άλλα η αυθεντική, δημιουργική υπέρβαση της θρησκευτικής θείας φώτισης δεν γίνεται βέβαια με τα ναρκωτικά. Ενυπάρχει σε μια εγκόσμια φώτιση, μια υλιστική ανθρωπολογική έμπνευση, που εισαγωγικό της στάδιο μπορούν να αποτελέσουν το χασίς, το όπιο και τα παρεμφερή. (Επικίνδυνο όμως. και εκείνο των θρησκειών είναι ακριβέστερο). Αυτή η εγκόσμια φώτιση δεν έβρισκε πάντοτε το σουρρεαλισμό αντάξιο της, ή αντάξιο του επιπέδου του και εκείνα ακριβώς τα κείμενα, που αποδεικνύουν αδιάσειστα αυτό το γεγονός, το απαράμιλλο «Paysan de Paris» του Aragon και η «Nadja» του Breton, εμφανίζουν πολύ ενοχλητικά σημεία ανεπάρκειας. Συναντούμε έτσι στη «Nadja» ένα εξαιρετικό απόσπασμα για τις «συναρπαστικές μέρες λεηλασίας στο Παρίσι στο όνομα των Sacco και Vanzetti» και ακολουθεί η διαβεβαίωση του Breton, ότι το βουλεβάρτο Bonne - Nouvelle εκπλήρωσε εκείνες τις μέρες τη στρατηγική επαγγελία της εξέγερσης, που υποδήλωνε πάντοτε το όνομα του. Παρουσιάζεται όμως και η κυρία Sacco, που δεν είναι η γυναίκα του θύματος του Fuller, αλλά μια voyante, μια μάντισα, που κατοικεί στο 3 Rue des Usines και ξέρει να πει στον Paul Eluard, ότι του μέλλουν κακά από την Nadja. Παραδεχόμαστε βέβαια στην παράτολμη πορεία του σουρρεαλισμού, που περνά πάνω από στέγες, αλεξικέραυνα, λούκια, βεράντες, ανεμοδείκτες, γύψινα ανάγλυφα - κάθε διακοσμητικό πρέπει να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τον κλέφτη αναρριχητή - παραδεχόμαστε σ’ αυτήν, πώς θα μπορούσε να φθάσει και στο υγρό πίσω δωμάτιο του πνευματισμού. Δεν μας ευχαριστεί όμως να τον ακούμε να χτυπά προσεκτικά το τζάμι ζητώντας πληροφορίες για το μέλλον του.

Και ποιος δεν θα ήθελε να ξέρει, ότι αυτά τα θετά παιδιά της επανάστασης διαχωρίζουν με τη μεγαλύτερη σαφήνεια τη θέση τους από όλα, όσα διαδραματίζονται στις μυστικές συγκεντρώσεις απελπισμένων χηρών, συνταξιούχων ταγματαρχών και εμιγκρέδων κερδοσκόπων;

Το βιβλίο του Breton διαθέτει κατά τα άλλα την ικανότητα της επεξήγησης μερικών βασικών χαρακτηριστικών αυτής της «εγκόσμιας φώτισης». Ο Breton αποκαλεί τη «Nadja», ένα «livre à porte battante», ένα «βιβλίο - πόρτα που ανοιγοκλείνει». (Στη Μόσχα καθόμουν σ’ ένα ξενοδοχείο, στο όποιο όλα σχεδόν τα δωμάτια ήταν κατειλημμένα από Θιβετιανούς Λάμα, που είχαν φθάσει εκεί για ένα συνέδριο όλων των βουδιστικών θρησκειών. Μου έκανε εντύπωση το πόσες πολλές πόρτες έμεναν πάντοτε μισάνοιχτες στους διαδρόμους του κτιρίου. Αυτό που φαινόταν αρχικά σαν σύμπτωση, μεταβλήθηκε σε μυστήριο. Με πληροφόρησαν: κατοικούσαν σ’ αυτά τα δωμάτια μέλη μιας αίρεσης, που φημίζονταν για το ότι δεν έμεναν ποτέ σε κλειστούς χώρους. Το σοκ, που ένιωσα τότε, θα πρέπει να το αισθανθεί ο αναγνώστης της «Nadja»). Το να ζει κανείς σ’ ένα γυάλινο σπίτι είναι μια επαναστατική αρετή par excellance. Αποτελεί και αυτό μια μέθη, μια ηθική επιδειξιομανία, που μας είναι απόλυτα αναγκαία. Ή διακριτικότητα σε ζητήματα ατομικής ύπαρξης έχει ολοένα και περισσότερο εξελιχθεί από αριστοκρατική αρετή σε υπόθεση των ανερχομένων μικροαστών. H «Nadja» πέτυχε την αυθεντική, δημιουργική σύνθεση λογοτεχνικού μυθιστορήματος και roman à clef.2

Δεν χρειάζεται κατά τα άλλα - και αυτό υποδεικνύει επίσης η «Nadja» - παρά να πάρει κανείς τον έρωτα στα σοβαρά, και να διακρίνει και σ’ αυτόν μια «εγκόσμια φώτιση». «Με απασχολούσε», αναφέρει ο συγγραφέας, «τότε ακριβώς (στο διάστημα δηλαδή της σχέσης με την Nadja) πολύ ο καιρός του Λουδοβίκου του 7ου, γιατί υπήρξε η εποχή των «αυλών του έρωτα», και προσπάθησα με μεγάλη ένταση να αναπαραστήσω την όψη της τότε ζωής». Ένας σύγχρονος συγγραφέας μας έχει δώσει τώρα μερικές λεπτομέρειες για τον ιπποτικό έρωτα της Προβηγκίας, οι όποιες οδηγούν σε εκπληκτικά συγγενή συμπεράσματα με τη σουρρεαλιστική σύλληψη του έρωτα. «Όλοι οι ποιητές του Νέου Στυλ έχουν» -αναφέρεται στο εξαιρετικό έργο «Ο Dante σαν ποιητής των επιγείων» του Erich Auerbach- «μια μυστική αγαπημένη, συμβαίνουν σε όλους οι ίδιες λίγο πολύ παράξενες ερωτικές περιπέτειες, σε όλους τους χαρίζει ή αρνείται ο Έρωτας δώρα, που μοιάζουν περισσότερο με μια φώτιση παρά με μια αισθησιακή απόλαυση, που καθορίζουν την εσωτερική και ίσως και την εξωτερική τους ζωή». Η διαλεκτική της μέθης είναι όντως ιδιόρρυθμη. Δεν αποτελεί ίσως κάθε έκσταση σε ένα κόσμο μια επαίσχυντη νηφαλιότητα στο συμπληρωματικό του; Που άλλου θέλει να καταλήξει ο ιπποτικός έρωτας -και αυτός, κανένας άλλος, συνδέει τον Breton με την τηλεπαθητική κοπέλα-, παρά στο ότι αποτελεί η αγνότητα και κάτι συναρπαστικό; Σε ένα κόσμο, που δεν συνορεύει μόνο με τους τύμβους της Όσιας Καρδίας του Ιησού και τους βωμούς της Παναγίας, αλλά και με το πρωινό πριν από μια μάχη ή μετά από μια νίκη.

Η κυρία είναι στον απόκρυφο έρωτα το πιο ασήμαντο. Έτσι και στον Breton. Είναι περισσότερο κοντά στα πράγματα, στα όποια είναι κοντά η Nadja, απ’ ότι σ’ αυτή την ίδια. και ποια είναι τότε τα πράγματα, στα όποια είναι αυτή κοντά; Δεν υπάρχει τίποτε αποκαλυπτικότερο για το σουρρεαλισμό από τον κανόνα τους. Από που ν’ αρχίσουμε λοιπόν; Μπορεί να καυχηθεί για μια εκπληκτική ανακάλυψη. Αυτός πρώτος συνάντησε το επαναστατικό δυναμικό που προβάλλει στα «παλιά», στις πρώτες σιδεροκατασκευές, στα πρώτα κτίρια εργοστασίων, στις πιο παλιές φωτογραφίες, στα αντικείμενα που άρχισαν να εκλείπουν, στα πιάνα με ουρά, στα πριν από πέντε χρόνια ρούχα, στα κοσμοπολίτικα στέκια, όταν γίνονται σιγά σιγά ντεμοντέ. Ποια είναι η σχέση αυτών των πραγμάτων με την επανάσταση - κανείς δεν μπορεί να έχει μια ακριβέστερη αντίληψη από εκείνη των σουρρεαλιστών. Το πώς μεταμορφώνονται η αθλιότητα, όχι μόνο η κοινωνική αλλά και η αρχιτεκτονική επίσης, η αθλιότητα του εσωτερικού, τα υποδουλωμένα αντικείμενα που υποδουλώνουν, σε επαναστατικό μηδενισμό - δεν το διέκρινε κανείς πριν από αυτούς τους οραματιστές και οιωνοσκόπους. Για να μην αναφερθούμε στο «Pasagge de l’ Opéra» του Aragon: ο Breton και η Nadja αποτελούν το ερωτικό ζευγάρι, που μετατρέπει σε επαναστατική εμπειρία, αν όχι πράξη, όλα όσα βιώσαμε σε μελαγχολικές διαδρομές με τραίνα (αρχίζουν τα τραίνα να γέρνουν), σε λησμονημένα από το θεό κυριακάτικα απογεύματα στις προλεταριακές συνοικίες των μεγαλουπόλεων, με την πρώτη ματιά μέσα από τα θολωμένα απ’ τη βροχή παράθυρα μιας νέας κατοικίας. Ωθούν οι δυο τους σε έκρηξη τις πανίσχυρες δυνάμεις της «ατμόσφαιρας», που είναι κρυμμένες σ’ αυτά τα πράγματα. Τι μορφή, νομίζετε, θα έπαιρνε μια ζωή, που θα επέτρεπε σε μια αποφασιστική στιγμή τον καθορισμό της σύμφωνα ακριβώς με το τελευταίο αγαπημένο τραγούδι του δρόμου;

Το τρυκ, που διευθύνει αυτό τον κόσμο πραγμάτων -είναι σκοπιμότερο να μιλάμε εδώ για ένα τρυκ παρά για μια μέθοδο- συνίσταται στην αποκατάσταση της ιστορικής θεώρησης του παρελθόντος απέναντι στην αντίστοιχη πολιτική. «Ανοίξτε μνήματα, νεκροί των πινακοθηκών, πτώματα πίσω από παραβάν, σε παλάτια, πύργους και μοναστήρια, να ο μυθικός κλειδοκράτορας, κρατώντας στο χέρι μια αρμαθιά με κλειδιά όλων των εποχών, ξέροντας πώς συνθλίβονται οι πιο πανούργες κλειδαριές, σας καλεί να προβάλετε στον κόσμο του σήμερα, να σμίξετε εκεί με τους εκφορτωτές, με τους μηχανικούς, με τον όχλο που εξευγενίζεται από το χρήμα, μέσα στα αυτοκίνητα τους, ωραία σαν αρματωσιές φεουδαρχικές, να εγκατασταθείτε στις μεγάλες διεθνείς ταχείες, στιλπνό κράμα με όλους αυτούς τους ανθρώπους, ζηλωτές προνομίων, που θα ελασματοποιηθούν όμως ανελέητα από το κύλισμα του πολιτισμού». Αυτά τα λόγια απέδωσε ο φίλος του Henri Hertz στον Apollinaire. Από τον Apollinaire προέρχεται αυτή η τεχνική. Την χρησιμοποίησε στον τόμο με τις νουβέλες του «L’ Hérésiarque» με μακιαβελικό υπολογισμό, για να κάνει θρύψαλα τον καθολικισμό (στον όποιο ήταν προσηλωμένος εσωτερικά).

Στο επίκεντρο αυτού του κόσμου πραγμάτων βρίσκεται το πιο ονειρεμένο από τα αντικείμενα τους, η ίδια η πόλη του Παρισιού. Αλλά μόνον η εξέγερση αναδεικνύει στην εντέλεια το σουρρεαλιστικό της πρόσωπο. (Έρημος δρόμος, όπου υπαγορεύεται η απόφαση από σφυρίγματα και πυροβολισμούς). και κανένα πρόσωπο δεν είναι σε τέτοιο βαθμό σουρρεαλιστικό, όσο το αυθεντικό πρόσωπο μιας πόλης. Κανένας πίνακας του de Chirico η του Max Ernst δεν μπορεί να παραβληθεί με το αιχμηρό διάγραμμα των εσωτερικών οχυρωμάτων της, που πρέπει πρώτα να εκπορθηθούν και να καταληφθούν, για να γίνει κανείς κύριος του πεπρωμένου τους και μέσα στο πεπρωμένο τους, στο πεπρωμένο των μαζών τους, και του δικού του. Η Nadja είναι ένας εκπρόσωπος αυτών των μαζών και εκείνου που τις εμπνέει επαναστατικά: «La grande inconscience vive et sonore qui m’ inspire me seuls actes probants dans le sens où toujouts je veux prouver, qu’ elle dispose à tout jamais de tout ce qui est à moi»3. Συναντούμε λοιπόν εδώ τον κατάλογο αυτών των οχυρών, με αρχή εκείνη την Place Maubert, οπού η βρομιά έχει διατηρήσει όσο πουθενά άλλου στο ακέραιο τη συμβολική της παντοδυναμία, μέχρι εκείνο το «Théâtre Moderne», το όποιο είμαι απαρηγόρητος που δεν γνώρισα. Άλλα στην περιγραφή από τον Breton του μπαρ στο επάνω πάτωμα - «ολοσκότεινα, τεχνητές φυλλωσιές, που χάνεσαι διασχίζοντας τες - ένα σαλόνι στο βυθό μιας λίμνης» - είναι κάτι, που μου φέρνει στη μνήμη εκείνη την ασύλληπτη αίθουσα του παλιού Prinzesse Cafe. Ήταν το πίσω δωμάτιο στον πρώτο όροφο με τα ζευγάρια του μέσα στο γαλάζιο φως. Το λέγαμε, «η Ανατομία»· ήταν το τελευταίο κέντρο για τον έρωτα. Σε τέτοια σημεία επεμβαίνει στον Breton με ένα πολύ περίεργο τρόπο η φωτογραφία. Μεταβάλλει τις οδούς, πύλες, πλατείες της πόλης σε εικονογραφήσεις ενός μυθιστορήματος πλανόδιου βιβλιοπώλη, αντλεί από αυτά τα αιωνόβια αρχιτεκτονήματα την κοινότοπη φαινομενικότητά τους, για να τη στρέψει με την πιο πηγαία ένταση σ’ εκείνο το απεικονιζόμενο γεγονός, στο όποιο παραπέμπουν κατά λέξη περικοπές με αριθμούς σελίδων, όπως ακριβώς στα παλιά βιβλία για τις καμαριέρες. και όλα τα μέρη του Παρισιού, που αναδύονται εδώ, είναι σημεία, στα όποια εκείνο, που υπάρχει μεταξύ αυτών των ανθρώπων, κινείται σαν μια περιστρεφόμενη πόρτα.

Και το Παρίσι των σουρρεαλιστών αποτελεί ένα «μικρό σύμπαν». που σημαίνει, ότι στο μεγάλο, τον κόσμο, τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά. και εκεί υπάρχουν carrefours, όπου αστράφτουν σαν πνεύματα σήματα από την κυκλοφορία, και εκεί βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη αδιανόητες αναλογίες και περιπλοκές γεγονότων. Είναι ο χώρος, που περιγράφει η λυρική ποίηση του σουρρεαλισμού. Κι αυτό πρέπει να σημειωθεί, έστω και μόνο, για να αποσοβηθεί η αναπόφευκτη παρεξήγηση του «l’ art pour l’ art». Γιατί το l’ art pour l’ art δεν θα έπρεπε να παίρνεται σχεδόν ποτέ, κατά γράμμα, όντας σχεδόν πάντοτε μια σημαία, κάτω από την οποία αρμενίζει ένα εμπόρευμα, που δεν μπορεί να δηλωθεί, γιατί του λείπει ακόμα το όνομα. Είναι ίσως καιρός, για να επιχειρηθεί ένα έργο, που θα έριχνε φως όσο κανένα άλλο στην κρίση των τεχνών, της οποίας είμαστε μάρτυρες: μια ιστορία της εσωτερικής ποίησης. Το ότι λείπει αυτή ακόμα, δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση σύμπτωση. Γιατί το να γραφεί, με τον τρόπο που το απαιτεί - δηλαδή όχι σαν συλλογικό έργο, στο όποιο οι επιμέρους «ειδικοί» θα «συμβάλλουν ό,τι πιο αξιόλογο» του κάθε χώρου, αλλά σαν στέρεα θεμελιωμένη γραφή του ενός, που ωθούμενος από εσώτερη ανάγκη εκφράζει λιγότερο την Ιστορία της εξέλιξης, από ότι την ολοένα ανανεούμενη πρωταρχική αναβίωση της εσωτερικής ποίησης - γραμμένη έτσι, θα αποτελούσε μια από εκείνες τις βαθυστόχαστες εξομολογήσεις, που μπορούν να απαριθμηθούν σε κάθε αιώνα. Στην τελευταία σελίδα τους θα συναντούσε κανείς την ακτινογραφία του σουρρεαλισμού. ο Breton εξηγεί στο «Intrduction au Discourse sur le peu de Réalité», το πώς ο φιλοσοφικός ρεαλισμός του μεσαίωνα είναι το θεμέλιο της ποιητικής εμπειρίας. Αλλά αυτός ο ρεαλισμός -η πίστη δηλαδή σε μια πραγματική ιδιαίτερη ύπαρξη των εννοιών, είτε έξω είτε μέσα στα πράγματα- έβρισκε πάντοτε πολύ γρήγορα το πέρασμα από τον λογικό κόσμο των εννοιών στο μαγικό κόσμο των λέξεων. Και μαγικοί πειραματισμοί λέξεων κι όχι καλλιτεχνικά παιχνιδίσματα είναι τα παθιασμένα φωνητικά και γραφικά παιχνίδια μετασχηματισμών, που διατρέχουν εδώ και δεκαπέντε χρόνια το σύνολο της λογοτεχνικής πρωτοπορίας, όπως κι αν ονομάζεται αυτή φουτουρισμός, ντανταϊσμός ή σουρρεαλισμός. Το πώς διαπλέκονται εδώ λόγος, μαγικός κανόνας και έννοια, δηλώνουν οι παρακάτω προτάσεις του Apollinaire από το τελευταίο μανιφέστο του: «L’ Esprit nouveu et les Poètes». Λέει εκεί, το 1918: «Δεν υπάρχει στην ποίηση ένα σύγχρονο αντίστοιχο της ταχύτητας και της απλότητας, με την οποία έχουμε όλοι μας συνηθίσει να χαρακτηρίζουμε με μια και μοναδική λέξη τόσο πολύπλοκες ουσίες όπως ένα πλήθος, ένα λαό, όπως το σύμπαν. Άλλα οι σημερινοί ποιητές συμπληρώνουν το κενό· η συνθετική ποίησή τους δημιουργεί νέες οντότητες, που η πλαστική τους εμφάνιση είναι το ίδιο πολύπλοκη με εκείνη των λέξεων για τις συλλογικότητες». Αν προχωρούν λοιπόν ο Apollinaire και ο Breton στην ίδια κατεύθυνση με ακόμα μεγαλύτερη ενεργητικότητα, και ολοκληρώνουν τη σύνδεση του σουρρεαλισμού με τον περιβάλλοντα κόσμο με τη δήλωση: «Οι κατακτήσεις της επιστήμης βασίζονται πολύ περισσότερο σε μια «σουρρεαλιστική παρά σε μια λογική σκέψη», αν παρουσιάζουν με άλλα λόγια την εξαπάτηση, την οποία βλέπει ο Breton να κορυφώνεται στην ποίηση (πράγμα βάσιμο), σαν θεμέλιο και της επιστημονικής και της τεχνικής εξέλιξης, είναι τότε μια τέτοια ενσωμάτωση υπερβολικά θυελλώδης. Είναι πολύ διδακτικό να παραβάλλουμε την ιλιγγιώδη διασύνδεση αυτής της κίνησης με το ασύλληπτο θαύμα των μηχανών -ο Apollinaire: «Οι παλιοί μύθοι έγιναν στο μεγαλύτερο μέρος τους πραγματικότητα, δεν έχουν τώρα οι ποιητές παρά να επινοήσουν νέους, τους οποίους θα μπορέσουν τότε να πραγματώσουν πάλι από τη μεριά τους οι εφευρέτες»- να παρομοιάσουμε αυτές τις υπέρθερμες φαντασίες με τις καλά εξαεριζόμενες ουτοπίες ενός Scheeerbart.

«Ή σκέψη κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας με κάνει να γελώ»· αυτή η φράση του Aragon προσδιορίζει με μεγάλη σαφήνεια, τον ποιο δρόμο είχε να διανύσει ο σουρρεαλισμός από τις απαρχές του μέχρι την πολιτικοποίηση του. Ο Pierre Naville που ανήκε αρχικά σ’ αυτή την ομάδα, χαρακτήρισε δίκαια την παραπάνω εξέλιξη διαλεκτική, στο εξαιρετικό κείμενο του «La Revolution et les Intellectuels». Κύριο λόγο σ’ αυτό το μετασχηματισμό μιας ακραίας διαλογιστικής στάσης σε επαναστατική αντιπολίτευση παίζει η εχθρότητα της αστικής τάξης απέναντι σε οποιαδήποτε εκδήλωση ριζοσπαστικής πνευματικής ελευθερίας. Αυτή η εχθρότητα ώθησε το σουρρεαλισμό προς τα αριστερά. Πολιτικά γεγονότα, προπαντός ο πόλεμος στο Μαρόκο, επιτάχυναν την εξέλιξη. Με το μανιφέστο «Οι διανοούμενοι ενάντια στον πόλεμο στο Μαρόκο», που δημοσιεύτηκε στην «Humanité», αποκτήθηκε μια ριζικά διαφορετική πλατφόρμα από εκείνη, που προσδιοριζόταν π.χ. από το πασίγνωστο σκάνδαλο στο γεύμα του Saint-Pol Roux. Τότε, λίγο μετά τον πόλεμο, όταν οι σουρρεαλιστές, αισθανόμενοι πώς απειλείται η γιορτή ενός τιμώμενου από αυτούς ποιητή από την παρουσία εθνικιστικών στοιχείων, ξέσπασαν στην κραυγή «Ζήτω η Γερμανία», παρέμεναν στα όρια του σκανδάλου, μπροστά στο όποιο η αστική τάξη είναι ως γνωστή το ίδιο χοντρόπετση, όσο ευαίσθητη απέναντι σε κάθε δράση. Είναι αξιοσημείωτη κάτω από την επίδραση τέτοιων πολιτικών προμηνυμάτων η συμφωνία απόψεων μεταξύ Apollinaire και Aragon για το μέλλον του ποιητή. Τα κεφάλαια «Καταδίωξη» και «Φόνος» στο «Poète assassiné» του Apollinaire περιέχουν την περίφημη περιγραφή ενός πογκρόμ εναντίον των ποιητών. οι εκδοτικοί οίκοι καταλαμβάνονται με έφοδο, τα βιβλία με τα ποιήματα ρίχνονται στη φωτιά, οι ποιητές δολοφονούνται. και οι ίδιες σκηνές διαδραματίζονται ταυτόχρονα σ’ όλο τον κόσμο. Στο «Imagination» του Aragon η συντροφιά καλείται με την προαίσθηση μιας τέτοιας φρίκης σε μια τελευταία σταυροφορία.

Για να γίνουν τέτοιες προφητείες κατανοητές και να εκτιμηθεί από στρατηγική άποψη η γραμμή που προσέγγισε ο σουρρεαλισμός, πρέπει να εξεταστεί ο τρόπος σκέψης, που είναι διαδεδομένος στην επονομαζόμενη συνετή αριστερή αστική διανόηση. Αυτός εκδηλώνεται με αρκετή σαφήνεια στο σημερινό προσανατολισμό προς τη Ρωσία των παραπάνω κύκλων. Ούτε λόγος φυσικά εδώ για τον Béraud, που άνοιξε το δρόμο των ψευδολογιών για τη Ρωσία, ή για τον Fabre-Luce, που τριποδίζει ακολουθώντας τον στην ανοιγμένη οδό σαν φρόνιμος γάιδαρος, φορτωμένος με όλες τις αστικές δυσανασχετήσεις. Άλλα πόσο προβληματικό είναι και το ίδιο το τυπικά μεσολαβητικό βιβλίο του Duhamel. Πόσο δύσκολα υποφερτός ο επιβεβλημένα ορθός, ο επιβεβλημένα θαρραλέος και εγκάρδιος λόγος των προτεσταντών θεολόγων, που το διατρέχει. Πόσο φθαρμένη η υπαγορευμένη από την αμηχανία και τη γλωσσική άγνοια μέθοδος του τυχαίου συμβολικού φωτισμού των πραγμάτων. Πόσο προδοτική η συνόψισή του: «Η αυθεντική, βαθύτερη επανάσταση, εκείνη που θα μπορούσε κατά κάποιο τρόπο να μεταβάλει την ουσία της ίδιας της σλαβικής ψυχής, δεν έχει γίνει ακόμα». Είναι τυπικό χαρακτηριστικό αυτής της αριστερής γαλλικής διανόησης -όπως ακριβώς και της αντίστοιχης ρωσικής-, ότι η θετική λειτουργία της προέρχεται στο ακέραιο από ένα αίσθημα υποχρέωσης όχι απέναντι στην επανάσταση, αλλά στην παράδοση του πολιτισμού. Η συλλογική της προσφορά, στο βαθμό που είναι θετική, μοιάζει μ’ εκείνη των συντηρητών. Πολιτικά όμως και οικονομικά πρέπει να υπολογίζει κανείς πάντοτε απ’ αυτήν τον κίνδυνο της δολιοφθοράς.

Το πιο ενδεικτικό του συνόλου της παραπάνω αριστερής αστικής τοποθέτησης είναι η αθεράπευτη σύζευξη ιδεαλιστικής ηθικής και πολιτικής πρακτικής. Μερικά κεντρικά σημεία του σουρρεαλισμού, της σουρρεαλιστικής μάλιστα παράδοσης, γίνονται κατανοητά μόνο σε αντιδιαστολή με τους αμήχανους συμβιβασμούς της «ηθικότητας». Αυτή η κατανόηση δεν έχει προωθηθεί ακόμα αρκετά. Το να εκληφθεί ο σατανισμός ενός Rimbaud κι ενός Lautréamont σαν αντίστοιχο του l’ art pour l’ art σε ένα κατάλογο σνομπισμού, ήταν πολύ παραπλανητικό. Άλλα αν αποφασίσει κανείς να ανοίξει αυτό το ρομαντικό ομοίωμα, θα βρει εκεί κάτι χρήσιμο. Τη λατρεία του Κακού σαν ένα, ρομαντικό βέβαια πάντοτε, μηχανισμό απολύμανσης και απομόνωσης της πολιτικής από κάθε ηθικολόγο ερασιτεχνισμό. Μ’ αυτή την πεποίθηση και συναντώντας στον Breton το σενάριο ενός έργου τρόμου, κεντρικό σημείο του οποίου αποτελεί η διαφθορά ενός παιδιού, θα γυρίζαμε ίσως μερικές δεκαετίες πίσω. Μεταξύ 1865 και 1875 δούλευαν μερικοί μεγάλοι αναρχικοί, χωρίς να ξέρει ο ένας για τον άλλο, στις καταχθόνιες μηχανές τους. και το εκπληκτικότερο: έβαλαν ανεξάρτητα ο ένας απ’ τον άλλο το ρολόι τους την ίδια ακριβώς ώρα, και σαράντα χρόνια αργότερα εκραγήκαν στη Δυτική Ευρώπη ταυτόχρονα τα κείμενα του Dostojewski, του Rimbaud και του Lautréamont. Θα μπορούσαμε για μεγαλύτερη ακρίβεια να επιλέξουμε από το συνολικό έργο του Dostojewski εκείνο το μέρος, που δημοσιεύτηκε πραγματικά μόνο γύρω στο 1915: το «Η εξομολόγηση του Stavrogin» από τους «Δαιμονισμένους». Αυτό το κεφάλαιο, που έχει πάρα πολλά κοινά σημεία με την τρίτη ωδή των «Chants de Maldoror», περιλαμβάνει μια τεκμηρίωση του Κακού, η οποία εκφράζει μερικά μοτίβα του σουρρεαλισμού με μεγαλύτερη ένταση από οποιονδήποτε σημερινό εκπρόσωπο του... Γιατί ο Stavrogin η είναι ένας σουρρεαλιστής avant la lettre. Δεν ένιωσε κανείς όπως αυτός, το πόσο είναι αφελής η αντίληψη των στενόμυαλων, ότι εμπνέεται βέβαια το καλό από το Θεό, παρ’ όλη την ανδρική αρετή εκείνου που το ασκεί το Κακό όμως προέρχεται εξ ολοκλήρου από το αυθόρμητο μας, είμαστε λένε σ’ αυτό ανεξάρτητα και πέρα για πέρα αυτεξούσια οντά. Κανείς δεν διέκρινε όπως αυτός την έμπνευση ακόμα και στη χυδαιότερη πράξη και ακριβώς σ’ αυτήν. Αντιλήφθηκε παραπέρα την αισχρότητα σαν κάτι προσχεδιασμένο, τόσο στην πορεία του κόσμου, όσο και μέσα σ’ εμάς τους ίδιους, κάτι για το όποιο είμαστε προδιατεθειμένοι, αν όχι προορισμένοι, όπως ο ιδεαλιστής αστός την αρετή. ο θεός του Dostojewski δεν έπλασε μόνο ουρανό και γη, άνθρωπο και ζώα, αλλά και τη χυδαιότητα, την εκδίκηση, την ωμότητα. Κι εδώ ακόμα δεν επέτρεψε αυτός στο διάβολο να ανακατευθεί στην τέχνη του. Γι’ αυτό είναι όλα στο έργο του τόσο πηγαία, ίσως όχι «εξαίσια», αλλά αιώνια νέα «όπως την πρώτη μέρα», και με μια απόσταση χάους από τα κλισέ, μέσα από τα όποια παρουσιάζεται στο Φιλισταίο η αμαρτία.

Το πόσο μεγάλη είναι η ένταση, που κάνει τους αναφερθέντες ποιητές ικανούς για μια τέτοια εκπληκτική επίδραση από τόσο μακριά, αποδεικνύει με ένα περιπαικτικό ύφος η επιστολή, που απευθύνει ο Isidore Ducasse στις 23 Οκτωβρίου 1869 στον εκδότη του, για να τον πείσει για το εύσχημο της ποίησης του. Τοποθετεί εκεί τον εαυτό του στην ίδια σειρά με τους Mickiewicz, Milton, Sauthey, Alfred de Mussel, Baudelaire και λέει: «Όξυνα φυσικά λίγο τον τόνο, για να εισάγω κάτι καινούριο σ’ αυτή τη λογοτεχνία, που δεν υμνεί την απελπισία, παρά για να συντρίψει τον αναγνώστη και να τον κάνει στη συνέχεια να ποθήσει ακόμα περισσότερο σαν αντίδοτο το Καλό. Υμνείται λοιπόν τελικά πάντοτε το Καλό, μόνο που η μέθοδος είναι πιο φιλοσοφημένη και λιγότερο απλοϊκή από εκείνη της παλιάς σχολής, της οποίας επιζώντες εκπρόσωποι είναι μόνον ο Victor Hugo και μερικοί άλλοι». Αν έχει όμως το διορατικό βιβλίο του Lautréamont μια παραμικρή κι οποιαδήποτε συνάφεια, αν μπορεί πολύ περισσότερο να τοποθετηθεί σε μια τέτοια, τότε είναι εκείνη της εξέγερσης. Ήταν γι’ αυτό το λόγο πολύ ευνόητη και καθόλου άσκοπη καθ’ εαυτή η απόπειρα, που έκανε ο Soupault το 1927 στην έκδοση των απάντων του να αποδώσει στον Isidore Ducasse μια πολιτική ζωή. Δεν υπάρχουν δυστυχώς τεκμήρια γι’ αυτήν, κι αν πρότεινε ο Soupault μερικά, στηρίχτηκε σε μια σύγχυση. Μια ανάλογη απόπειρα για τον Rimbaud είχε απεναντίας ευτυχή έκβαση, και η υπεράσπιση της αυθεντικής εικόνας του απέναντι στο σφετερισμό των καθολικών με τους Claydel και Berrichon αποτελεί επίτευγμα του Marcel Coulon. ο Rimbaud είναι καθολικός, μάλιστα, σύμφωνα όμως με την περιγραφή του ίδιου, στο ελεεινότερο μέρος του, εκείνο που δεν παύει αδιάκοπα να καταγγέλλει, να το εκθέτει στο μίσος το δικό του και του καθενός, στην περιφρόνηση τη δική του κι ολονών: στο μέρος που τον εξαναγκάζει να ομολογήσει πως δεν καταλαβαίνει την εξέγερση. Αυτή είναι όμως η ομολογία ενός κομμουνάριου, που δεν κατάφερε ο ίδιος αρκετά, κι όταν έστρεφε την πλάτη στην ποίηση, είχε αποχαιρετήσει κιόλας από καιρό με τα πρώτα ποιήματα του τη θρησκεία: «Μίσος, σ’ εσένα εμπιστεύθηκα το θησαυρό μου», γράφει στο «Seson en Enfer». Γύρω κι απ’ αυτά τα λόγια θα μπορούσε να αναρριχηθεί μια ποιητική του σουρρεαλισμού, απλώνοντας μάλιστα τις ρίζες της βαθύτερα από εκείνη τη θεωρία της «Syrprise», της εκπλησσόμενης ποίησης, που προέρχεται από τον Apollinaire, μέχρι τα βάθη των συλλογισμών του Poe.

Από τον Bakunin δεν εμφανίστηκε πια στην Ευρώπη καμιά ριζοσπαστική αντίληψη για την ελευθερία, οι σουρρεαλιστές την έχουν. Είναι οι πρώτοι εξολοθρευτές του φιλελεύθερου ηθικο-ανθρωπιστικού αποστεωμένου ιδανικού της ελευθερίας, γιατί έχουν την πεποίθηση, ότι «η ελευθερία, που μπορεί να εξαγοραστεί σ’ αυτή τη γη μόνο με χιλιάδες σκληρότατες θυσίες, θέλει να προσφέρεται για απόλαυση απεριόριστη, σ’ όλη της την αφθονία και χωρίς οποιονδήποτε πραγματιστικό υπολογισμό, εφ’ όσον διαρκεί». Και τους παρέχουν τα παραπάνω την απόδειξη, «ότι ο αγώνας για την απελευθέρωση της ανθρωπότητας στην απλούστερη επαναστατική του μορφή (που είναι βέβαια, κι ακριβώς, η απελευθέρωση από κάθε άποψη) παραμένει το μοναδικό πράγμα, που αξίζει να υπηρετεί κανείς». Θα πετύχουν όμως τη σύντηξη αυτής της εμπειρίας της ελευθερίας με την άλλη επαναστατική εμπειρία, την οποία οφείλουμε βέβαια να αναγνωρίσουμε, επειδή την είχαμε: με το δημιουργικό, το δικτατορικό της επανάστασης; Με δυο λόγια - να συνδέσουν την εξέγερση με την επανάσταση; Πώς να φανταστούμε μια ύπαρξη, που προσανατολίζεται αποκλειστικά στο βουλεβάρτο Bonne - Nouvelle, σε χώρους του Le Corbusier και του Oud;

Ο προσεταιρισμός των δυνάμεων της μέθης για την επανάσταση, να ο λόγος της περιφοράς του σουρρεαλισμού σ’ όλα τα βιβλία και τις προσπάθειες. Το θεωρεί αυτό σαν το ιδιαίτερό του καθήκον. Για τους σουρρεαλιστές όμως δεν είναι αρκετό, γιατί ένας συντελεστής έκστασης είναι, όπως ξέρουμε, παρών σε κάθε επαναστατική πράξη, όντας ταυτόσημος με τον αναρχικό. Το να δοθεί όμως έμφαση αποκλειστικά σ’ αυτόν, θα σήμαινε να παραμεληθεί εντελώς η μεθοδική και πειθαρχημένη προετοιμασία της επανάστασης προς όφελος μιας μεταξύ άσκησης και προεορτίων ταλαντευόμενης πρακτικής. Εδώ έρχεται να προστεθεί μια υπερβολικά ανεπαρκής, μη διαλεκτική θεώρηση της φύσης της μέθης. Η αισθητική του peintre, του poéte «en état de surprise», της τέχνης σαν αντίδρασης του εκπλησσόμενου, έχει εμπλακεί σε μερικές ολέθριες ρομαντικές προκαταλήψεις. Κάθε σοβαρή διερεύνηση των απόκρυφων, σουρρεαλιστικών, φαντασμαγορικών χαρισμάτων και φαινομένων έχει σαν προϋπόθεση μια διαλεκτική διαπλοκή, που δεν θα γίνει ποτέ αποδεκτή από ένα ρομαντικό μυαλό. Γιατί ο γεμάτος πάθος ή φανατισμό τονισμός της αινιγματικής πλευράς του αινιγματώδους δεν θα ανοίξει παραπέρα το δρόμο· διαπερνούμε πολύ περισσότερο το μυστήριο μόνο στο βαθμό, που το ξαναβρίσκουμε μέσα στην καθημερινότητα, χάρη σε μια διαλεκτική οπτική, που αναγνωρίζει το καθημερινό σαν ανεξιχνίαστο, το ανεξιχνίαστο σαν καθημερινό. Η πιο παθιασμένη εξέταση τηλεπαθητικών φαινομένων π.χ. δε θα μας μάθει για την ανάγνωση (μια κατεξοχήν τηλεπαθητική διαδικασία) ούτε τα μισά, από όσα η εγκόσμια φώτιση της ανάγνωσης για τα τηλεπαθητικά φαινόμενα. Ή: η πιο παθιασμένη διερεύνηση της έκστασης του χασίς δε θα μας μάθει για τη σκέψη (ένα κατεξοχήν ναρκωτικό) ούτε τα μισά, από όσα η εγκόσμια φώτιση της σκέψης για την έκσταση του χασίς. ο αναγνώστης, ο σκεπτόμενος, ο αναμένων, ο περιπλανώμενος αποτελούν με τον ίδιο τρόπο τύπους του φωτισμένου, όπως ο καπνιστής οπίου, ο ονειρευόμενος, ο εκστασιαζόμενος. και είναι πιο εγκόσμιοι. Για να μην κάνουμε καθόλου μνεία για εκείνο το αποτρόπαιο ναρκωτικό - εμάς τους ίδιους - που το παίρνουμε μέσα στη μοναξιά.

«Να προσεταιριστούμε τις δυνάμεις της μέθης για την επανάσταση» - με άλλα λόγια: ποιητική πολιτική; «Nous en avons soupé. Καλύτερα οτιδήποτε άλλο!» Λοιπόν - θα σας κινηθεί ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον, για το πόσο πολύ ξεκαθαρίζει τα πράγματα μια περιοδεία στην ποίηση. Γιατί: τι είναι το πρόγραμμα των αστικών κομμάτων; Ένα κακό ποίημα της άνοιξης, που ξεχειλίζει από μεταφορές. Για τον σοσιαλιστή συνίσταται εκείνο «το ομορφότερο μέλλον των παιδιών και των εγγονιών μας», στο ότι θα ενεργούν όλοι «σα να ήταν άγγελοι» και θα έχει ο καθένας τόσα πολλά «σα να ήταν πλούσιος» και θα ζει ο καθένας «σα να ήταν ελεύθερος». Από αγγέλους, πλούτο, ελευθερία ούτε ίχνος. Όλα εικόνες μόνον. Κι ο θησαυρός των εικόνων αυτού του σοσιαλδημοκρατικού συλλόγου ποιητών; Το δικό τους «Gradus ad parnassum»; ο οπτιμισμός. Νιώθει όμως βέβαια κανείς μια διαφορετική ατμόσφαιρα στο κείμενο του Naville, όπου προβάλλει σαν αίτημα της ημερήσιας διάταξης η «οργάνωση του πεσιμισμού». Σαν εκπρόσωπος των φίλων λογοτεχνών του θέτει ένα τελεσίγραφο, μπροστά στο όποιο οφείλει αυτός ο ανεύθυνος, ερασιτεχνικός οπτιμισμός να ξεκαθαρίσει με σαφήνεια τη στάση του: που εντοπίζονται οι προϋποθέσεις της επανάστασης; Στην αλλαγή του φρονήματος ή των εξωτερικών συνθηκών; Αυτό είναι το θεμελιώδες ερώτημα, που καθορίζει τη σχέση πολιτικής και ηθικής και δεν επιτρέπει την παραμικρή απόκρυψη. ο σουρρεαλισμός προσεγγίζει ολοένα και περισσότερο την κομμουνιστική απάντηση του. και σημαίνει αυτό: πεσιμισμός σ’ ολόκληρο το μέτωπο. Μάλιστα και πέρα για πέρα. Δυσπιστία στο πεπρωμένο της λογοτεχνίας, δυσπιστία στο πεπρωμένο της ελευθερίας, δυσπιστία στο πεπρωμένο της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας, προπαντός όμως δυσπιστία, δυσπιστία και δυσπιστία σε κάθε συμβιβασμό: μεταξύ των τάξεων, μεταξύ των λαών, μεταξύ των ατόμων. και απεριόριστη εμπιστοσύνη μόνο στην I.G. Farben και στην ειρηνική τελειοποίηση της πολεμικής αεροπορίας. Τι όμως τώρα, υστέρα τι;

Καταξιώνεται εδώ η διορατικότητα, που απαιτεί στο «Traité du Style», το τελευταίο βιβλίο του Aragon, τη διάκριση μεταξύ μεταφοράς και εικόνας. Μια εύστοχη διορατικότητα σε προβλήματα ύφους, που πρέπει να διευρυνθεί. Διεύρυνση: πουθενά δεν συγκρούονται αυτές οι δύο - μεταφορά και εικόνα - τόσο δραστικά και τόσο ασυμφιλίωτα, όπως στην πολιτική. και οργάνωση του πεσιμισμού δεν σημαίνει λοιπόν τίποτε άλλο παρά· εξοστρακισμός της ηθικής μεταφοράς από την πολιτική και ανακάλυψη στο χώρο της πολιτικής πρακτικής του εκατό τοις εκατό χώρου της εικόνας. Αλλά αυτός ο χώρος δεν είναι πια καθόλου δυνατό να οριοθετηθεί με την περισυλλογή. Αν θεωρηθεί σαν διττό καθήκον της επαναστατικής διανόησης η ανατροπή της διανοητικής υπερίσχυσης της αστικής τάξης και η πρόσκτηση της σύνδεσης με τις προλεταριακές μάζες, έχει αποτύχει τότε αυτή σχεδόν ολοκληρωτικά στο δεύτερο μέρος του παραπάνω καθήκοντος, γιατί η σύνδεση δεν μπορεί πια να επιτευχθεί με την περισυλλογή. Κι όμως παρεμπόδισε το παραπάνω ελάχιστους, στο να επανατοποθετούν ολοένα το καθήκον σαν τέτοιο δήθεν και να ζητούν προλεταριακούς ποιητές, στοχαστές και καλλιτέχνες. Ο Trotzki απεναντίας αναγκάστηκε ήδη στο «Λογοτεχνία και Επανάσταση» - να επισημάνει, ότι αυτοί θα προέλθουν από μια νικηφόρα επανάσταση. Στην πραγματικότητα πρόκειται πολύ λιγότερο για το επιχείρημα μιας μεταβολής του αστικής προέλευσης καλλιτέχνη σε αυθεντία «Προλεταριακής Τέχνης», από ότι για εκείνο μιας λειτουργικοποίησής του σε σημαντικούς τόπους αυτού του χώρου της εικόνας, έστω και σε βάρος της καλλιτεχνικής δραστηριότητας του. Δεν θα έπρεπε ίσως, μάλιστα, να αποτελέσει η διακοπή της «καλλιτεχνικής σταδιοδρομίας» του ένα ουσιαστικό μέρος της παραπάνω λειτουργίας;

Ακόμα καλύτερα τότε τα ανέκδοτα που διηγείται. Κι ακόμα καλύτερος ο τρόπος διήγησης τους. Γιατί και στο αστείο, στη βρισιά, στην παρεξήγηση, παντού, όπου αναδεικνύει μια πράξη την ίδια την εικόνα της και υπάρχει, την ενδοβάλλει και την καταναλώνει, όπου αντικρίζει η εγγύτητα με τα μάτια τον ίδιο της τον εαυτό, ανοίγει αυτός ο ποθητός χώρος της εικόνας, ο κόσμος της πολύπλευρης και ολοκληρωμένης επικαιρότητας, που εξαφανίζει το «καλό δωμάτιο»· ο χώρος με μια λέξη, στον όποιο ο πολιτικός υλισμός και το φυσικό πλάσμα διαμοιράζουν τον εσωτερικό άνθρωπο, την ψυχή, το άτομο ή οτιδήποτε άλλο θελήσαμε να τους επισυνάψουμε με διαλεκτική δικαιοσύνη, έτσι ώστε να μη μείνει κανένα μέλος του αδιάσπαστο. Αλλά παρ’ όλα αυτά - μάλιστα ακριβώς μετά από μια τέτοια διαλεκτική εξόντωση - αυτός ο χώρος θα παραμείνει ακόμα χώρος εικόνας, και πιο συγκεκριμένα: χώρος σώματος. Γιατί βοήθεια καμιά, ή συμφωνία επισφαλής: ο μεταφυσικός υλισμός τύπου Vogt και Bucharin δεν επιτρέπει τη χωρίς ρήγματα διαπεραίωση του στον ανθρωπολογικό υλισμό, πράγμα που αποδεικνύει η εμπειρία των σουρρεαλιστών και προηγούμενα των Hebel, Georg Büchner, Nietzsche, Rimbaud. Παραμένει ένα υπόλοιπο. Η συλλογικότητα είναι επίσης σωματική και η φύση (Physis), οργανωμένη για τη συλλογικότητα με τη μορφή της τεχνικής, μπορεί να παραχθεί σύμφωνα με τη συνολική πολιτική και αντικειμενική πραγματικότητα της μόνο σ’ εκείνο το χώρο εικόνας, στον όποιο εξοικειωνόμαστε από την εγκόσμια φώτιση.

Μόνον όταν διεισδύσουν σ’ αυτήν το σώμα κι ο χώρος εικόνας τόσο βαθιά, ώστε κάθε επαναστατική ένταση να γίνεται σωματική συλλογική εννεύρωση, κάθε σωματική εννεύρωση της συλλογικότητας επαναστατική εκφόρτιση, θα έχει ξεπεράσει η πραγματικότητα τον ίδιο τον εαυτό της στο βαθμό που απαιτεί το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Οι σουρρεαλιστές είναι για την ώρα οι μοναδικοί, που έχουν αντιληφθεί τις σημερινές επιταγές του. Ανταλλάσουν, ένας προς έναν, την παντομίμα τους με την πλάκα ενός ξυπνητηριού, που κτυπά κάθε λεπτό εξήντα δευτερόλεπτα.

Πηγή: Βάλτερ Μπένγιαμιν, Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας / Ο σουρρεαλισμός / Για την εικόνα του Προυστ, Ουτοπία, Αθήνα 1983, σσ. 57-74. Μετάφραση: Μηνάς Παράσχης.

Walter Bengamin, «Der Sürrealismus. Die letzte Momentaufnahme der europäischen Intelligenz», Literarische Welt, τ. 5, Βερολίνο 1929.

Πίνακας: René Magritte, Jeune Fille Mangeant un Oiseau (Le Plasir) [1927]

Σημειώσεις

1 Οι παραπάνω στίχοι του Rimbaud είναι από το «Illuminations». Ο Benjamin τους συγκαταλέγει από λάθος στο «Seson en Enfer» (σ.τ.μ.).

2 Αφήγημα που στη θέση υπαρκτών προσώπων χρησιμοποιούνται φανταστικά ονόματα (σ.τ.μ.).

3 Το μεγάλο ασυνείδητο ζωηρό και ηχηρό, που μου εμπνέει τις μόνες πειστικές πράξεις, με την έννοια ότι θέλω πάντοτε να αποδεικνύω ότι διαθέτει αυτό αδιάλειπτα όλα όσα μου ανήκουν (σ.τ.μ.).

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 06 Ιουλίου 2017 09:03
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.