Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2022 01:58

Τι θα γίνει τώρα με την ουκρανική σύγκρουση;

 

 

International Socialist Alternative

 

 

Τι θα γίνει τώρα με την ουκρανική σύγκρουση;

 

 

Ο πρόεδρος Πούτιν έχει πλέον ανακοινώσει ότι η Ρωσία θα αναγνωρίσει την ανεξαρτησία των δύο αμφισβητούμενων περιοχών στην Ουκρανία – του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ. Έχει δώσει εντολή στα ρωσικά στρατεύματα να ενεργήσουν ως «ειρηνευτικές δυνάμεις». Αυτό σηματοδοτεί ένα ακόμη εξαιρετικά επικίνδυνο στάδιο σε αυτό που θα μπορούσε να καταλήξει ως ο χειρότερος πόλεμος που έχει δει η Ευρώπη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι πολεμοκάπηλοι έχουν καλλιεργήσει υστερία εδώ και πάνω από τρεις μήνες. Οι δυτικές δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι η ρωσική κατοχή της Ουκρανίας θα αρχίσει – 3 π.μ. τοπική ώρα στις 16 Φεβρουαρίου. Καθώς πλησίαζε η καταληκτική ημερομηνία, οι κραυγές των πολεμοκάπηλων γίνονταν όλο και πιο δυνατές και ένας ορισμένος βαθμός πανικού άρχισε να επικρατεί στην Ουκρανία. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την κινητοποίηση στρατευμάτων και εφέδρων. Οι αεροπορικές εταιρείες σταμάτησαν τις πτήσεις, ενώ οι θέσεις σε όσες ήταν ακόμη ενεργές αυξήθηκαν στο πενταπλάσιο της τιμής τους – ο πόλεμος, άλλωστε, είναι πάντα κερδοφόρος για κάποιους! Σαράντα χώρες ανακοίνωσαν ότι εκκενώνουν οικογένειες διπλωματών από το Κίεβο – ορισμένες μεταφέρθηκαν στην πόλη Λβιβ της Δυτικής Ουκρανίας. Είκοσι ναυλωμένες πτήσεις οργανώθηκαν για να επιτρέψουν σε VIPs ολιγάρχες και τις οικογένειές τους να διαφύγουν, ενώ στρατιωτική βοήθεια και εξοπλισμός κατέκλυσαν την Ουκρανία.

Εν τω μεταξύ, ζητήθηκε από τον πληθυσμό να «μην πανικοβληθεί»!

Καθώς περνούσε η προθεσμία, μια ρωσική εφημερίδα σχολίασε κυνικά ότι «ο πόλεμος αναβλήθηκε». Πολλοί Ουκρανοί αναμφίβολα αναστέναξαν με ανακούφιση όταν ξύπνησαν την Τετάρτη. Η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς των ΗΠΑ για επικείμενη επίθεση «επαίσχυντους». Ζήτησε από τα μέσα ενημέρωσης να την ενημερώσουν για τις μελλοντικές ημερομηνίες μιας ρωσικής επίθεσης στην Ουκρανία, ώστε να μπορέσει να προγραμματίσει τις διακοπές της. Το Κρεμλίνο δήλωσε, στις 16 Φεβρουαρίου, ότι νίκησε «την υστερία που έχει ξεσηκωθεί σε όλο τον κόσμο, η οποία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια απολύτως πρωτοφανής εκστρατεία (παρα)πληροφόρηρησης για να προκαλέσει και να οδηγήσει σε εντάσεις στην Ευρώπη».

Παρόλα αυτά οι εντάσεις συνέχισαν να κλιμακώνονται. Ο Λευκός Οίκος ισχυρίστηκε ότι επίκειται η εισβολή στην Ουκρανία. Ο Μπόρις Τζόνσον δήλωσε ότι το Κρεμλίνο θα καταλάβει ολόκληρη τη χώρα και η υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου Λιζ Τρας έκανε λόγο για κατάληψη της Ανατολικής Ευρώπης από τη Ρωσία.

Το Κρεμλίνο διέψευσε αυτούς τους ισχυρισμούς, αρνούμενο ότι έχει σχέδια εισβολής. Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας διένειμε βίντεο που έδειχναν στρατεύματα και εξοπλισμό να επιστρέφουν στους στρατώνες. Αλλά αντί να επιστρέψουν τα ρωσικά στρατεύματα στη Λευκορωσία «για κοινές ασκήσεις» ανακοινώθηκε ότι θα παραμείνουν για πάντα. Η ρωσική επίδειξη πυγμής συνεχίστηκε με νέα πολεμικά παιχνίδια που διεξήχθησαν το Σαββατοκύριακο για τη δοκιμή υπερηχητικών βαλλιστικών πυραύλων.

 

Αυξάνονται οι συγκρούσεις στην Ανατολική Ουκρανία

Το Σαββατοκύριακο (19-20/2) υπήρξαν νέα ανησυχητικά σημάδια. Το πρωί της Παρασκευής ξεκίνησε με ανταλλαγές πυροβολικού κατά μήκος των συνόρων μεταξύ του εδάφους που ελέγχεται από το Κίεβο και των αμφισβητούμενων δημοκρατιών της ανατολικής Ουκρανίας – Ντονέτσκ και Λουχάνσκ (DNR/LNR). Όπως επισημαίνουν οι κάτοικοι της περιοχής, αυτό δεν ήταν ιδιαίτερα νέο, καθώς ο πόλεμος συνεχίζεται εδώ και 8 χρόνια, με πάνω από 14.000 να έχουν χάσει τη ζωή τους, αλλά αυτή ήταν μια δραματική κλιμάκωση. Οι παρατηρητές του ΟΑΣΕ (Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη) ανέφεραν ότι έλαβαν χώρα σε περισσότερες από 30 τοποθεσίες. Αργότερα μέσα στην ημέρα, το τζιπ που ανήκε στον αρχηγό της αστυνομίας του Ντονέτσκ ανατινάχθηκε έξω από το γραφείο του, αν και ένας κάτοικος της περιοχής σχολίασε ότι δεν είχε δει ποτέ τόσο υψηλόβαθμους αξιωματικούς να οδηγούν ένα τόσο φτηνό αυτοκίνητο.

Τη Δευτέρα (21/2) πραγματοποιήθηκε μια σαφώς σκηνοθετημένη τηλεοπτική συνεδρίαση του ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας. Το ένα μετά το άλλο, υψηλόβαθμα στελέχη ζήτησαν την αναγνώριση των δύο αμφισβητούμενων δημοκρατιών DNR/LNR. Όταν ο Γενικός Εισαγγελέας μίλησε εκτός γραμμής λέγοντας ότι υποστηρίζει το αίτημα για την ένταξη της DNR/LNR στη Ρωσική Ομοσπονδία, διορθώθηκε από τον Πούτιν, ο οποίος είπε ότι αυτό δεν συζητείται: συζητάμε απλώς την αναγνώριση της ανεξαρτησίας των δύο δημοκρατιών.

Αργότερα το βράδυ ο Πούτιν εμφανίστηκε στην τηλεόραση για να «απευθυνθεί στο έθνος». Σε μια μισάωρη αναδρομή στην ιστορία που πήγαινε πίσω στον 9ο αιώνα εξήγησε πώς η Ουκρανία ήταν μέρος της Ρωσίας. Σε ένα σημαντικό μέρος της ομιλίας του επιτέθηκε στον Λένιν και τους Μπολσεβίκους, οι οποίοι, όπως είπε, «δημιούργησαν τη σύγχρονη Ουκρανία, χρησιμοποιώντας πολύ βάναυσες μεθόδους απέναντι στην ίδια τη Ρωσία με τον διαχωρισμό, με ξήλωμα μέρους της ιστορικής της επικράτειας». Ο Στάλιν ωστόσο, σύμφωνα με τα λόγια του Πούτιν, «την παραμονή και μετά τον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο» [Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος] την ένωσε ξανά με την ΕΣΣΔ...». Συνέχισε υποστηρίζοντας τη σταλινική προσέγγιση του εθνικού ζητήματος μετά την επανάσταση, όταν ο Στάλιν προσπάθησε να δημιουργήσει τη Ρωσική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία με την Ουκρανία υποταγμένη ως μέρος της Ρωσίας, σε αντίθεση με τον σχηματισμό της ΕΣΣΔ από τον Λένιν με την Ουκρανία ως ισότιμο εταίρο.

Στη συνέχεια περιέγραψε το κύμα διαφθοράς που είχε καταλάβει την Ουκρανία, την έλλειψη δημοκρατίας και, όπως είπε, το δυτικής έμπνευσης πραξικόπημα που είχε πάρει την εξουσία το 2014. Κατήγγειλε ότι οι κυβερνώντες οργάνωσαν παρενοχλήσεις, πραγματική τρομοκρατία εναντίον όσων αντιτάχθηκαν σε αυτές τις «αντισυνταγματικές ενέργειες». Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, κοινωνικοί ακτιβιστές χλευάζονται και εξευτελίζονται δημόσια. Οι ουκρανικές πόλεις πλήττονται από ένα κύμα πογκρόμ και βίας, μια σειρά από φανερές και ατιμώρητες δολοφονίες. Πολλοί από όσους παρακολουθούσαν αυτή την ομιλία θα αναρωτηθούν αν μιλούσε για την ίδια τη Ρωσία!

Τελείωσε ανακοινώνοντας ότι η Ρωσία θα αναγνωρίσει πλέον επίσημα την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της DNR και της LNR. Ρωσικά στρατεύματα έχουν διαταχθεί να μεταβούν στις δύο δημοκρατίες ως «ειρηνευτικές δυνάμεις». Μέσα σε λίγες ώρες αναφέρθηκε ότι ρωσικά τανκς βρίσκονται ήδη στο Ντονέτσκ.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά επικίνδυνη κίνηση. Ένας «ανώτερος Αμερικανός διπλωμάτης» πρότεινε χθες ότι «η μετακίνηση ρωσικών στρατευμάτων στην περιοχή του Ντονμπάς δεν θα ήταν κάτι καινούργιο». Αλλά αυτό είναι αξιοσημείωτα αφελές. Είναι ήδη σαφές ότι θα υπάρξει σύγκρουση για το πού θα είναι τα σύνορα των «ανεξάρτητων δημοκρατιών».

Ούτε το DNR ούτε το LNR καταλαμβάνουν το σύνολο των πρώην περιοχών Ντονέτσκ και Λουχάνσκ, σημαντικά τμήματα της περιοχής, στην περίπτωση του Ντονέτσκ πάνω από το 40% των 4 εκατομμυρίων κατοίκων και τα δύο τρίτα της περιοχής παραμένουν υπό τον έλεγχο του Κιέβου. Ο Λεονίντ Καλάσνικοφ, υψηλόβαθμο στέλεχος της ρωσικής Δούμας και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, ζήτησε από τα στρατεύματα να καταλάβουν το σύνολο των δύο περιοχών. Εάν ο ρόλος των «ειρηνευτικών δυνάμεων» είναι να αντιμετωπίσουν τα ουκρανικά στρατεύματα στην παρούσα γραμμή του μετώπου για να καταλάβουν το σύνολο αυτών των περιοχών, υπάρχει ένας πολύ πραγματικός κίνδυνος ο πόλεμος να κλιμακωθεί δραματικά εκτός ελέγχου.

 

Υπάρχει ακόμη ελπίδα για τη διπλωματία;

Μετά τη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου το Σαββατοκύριακο (19-20/2), οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις μπορεί να συνεχιστούν, αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι είναι πολύ αργά για να υπάρξει κάποια διαφορά. Η πρώτη αντίδραση του Μακρόν και του Σολτς στην ανακοίνωση του Πούτιν ήταν να εκφράσουν την απογοήτευσή τους, ελπίζοντας όμως ότι οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να συνεχιστούν.

Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης του Μονάχου ο Ζελένσκι εξέφρασε πραγματική δυσαρέσκεια για την αδράνεια της Δύσης. Οι ΗΠΑ προσπάθησαν από την αρχή να παρουσιάσουν ένα ενιαίο μέτωπο με την ΕΕ εναντίον της Ρωσίας. Έπρεπε να ξεπεράσουν τη γερμανική αντίσταση στην απειλή κυρώσεων κατά του αγωγού Nord Stream 2. Μιλώντας στο συνέδριο ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Άντονι Μπλίνκεν επαίνεσε την υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας και μέλος του κόμματος των Πρασίνων Ανναλένα Μπάερμποκ για δράση της με συντονισμένο και συμπληρωματικό τρόπο, ενώ ο καγκελάριος Σολτς υποσχέθηκε ότι η Γερμανία χρειάζεται «Αεροπλάνα που πετούν, πλοία που μπορούν να βγουν στη θάλασσα, στρατιώτες που είναι βέλτιστα εξοπλισμένοι για τα επικίνδυνα καθήκοντά τους – αυτά είναι πράγματα που μια χώρα του μεγέθους μας, μια χώρα που φέρει μια πολύ ιδιαίτερη ευθύνη μέσα στην Ευρώπη, πρέπει να μπορεί να αντέξει οικονομικά. Το οφείλουμε και στους συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ». Αλλά πίσω από τις αιμοσταγείς ομιλίες από ανθρώπους όπως ο Τζόνσον, οι εκκλήσεις του Ζελένσκι για την έναρξη «προληπτικών κυρώσεων» κατά της Ρωσίας έπεσαν στο κενό.

Στη συνέχεια, η προσοχή στράφηκε στον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν. Κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης του Μονάχου ανακοίνωσε ότι είχε «προσωπικές διαβεβαιώσεις» από τον πρόεδρο Πούτιν. Δεν είναι η πρώτη φορά, βέβαια, που ένας παγκόσμιος ηγέτης επιστρέφει από μια διάσκεψη στο Μόναχο επικαλούμενος τέτοιες διαβεβαιώσεις, όπως έκανε ο πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Νέβιλ Τσάμπερλεν το 1938 μετά τη συνάντησή του με τον Χίτλερ. Ο υπουργός Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου μίλησε για την «οσμή του Μονάχου» υπονοώντας ότι το αποτέλεσμα ήταν μια επανάληψη του «κατευνασμού» πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τουλάχιστον ο Μακρόν δεν κούνησε ένα κομμάτι χαρτί. Παρ’ όλα αυτά, το επόμενο προβλεπόμενο στάδιο θα ήταν η επιστροφή στο «σχήμα της Νορμανδίας» – διαπραγματεύσεις μεταξύ Γαλλίας, Γερμανίας, Ουκρανίας και Ρωσίας για την εφαρμογή του Μινσκ 2 και το καθεστώς της DNR/LNR. Αν υπάρχει έστω και η παραμικρή πιθανότητα τώρα για μια διπλωματική συμφωνία, αυτή θα είναι σε αυτές τις γραμμές.

Δεν θα είναι καθόλου εύκολο να επιτευχθεί συμφωνία. Η Ρωσία θα χρησιμοποιήσει την ουσιαστική κατοχή των δύο δημοκρατιών για να ασκήσει τεράστια πίεση στο Κίεβο, ακόμη και αν δεν εισβάλει περαιτέρω στη χώρα. Ο Ζελένσκι όμως θα δεχθεί τεράστια πίεση για να μην υποχωρήσει. Αλλά η ίδια η ύπαρξη της DNR/LNR θα εμποδίσει την Ουκρανία να ενταχθεί κάποτε στο ΝΑΤΟ ή την ΕΕ, κράτη που δεν μπορούν να εγγυηθούν τα σύνορά τους δεν γίνονται δεκτά.

 

Οδύνη στην Ανατολική Ουκρανία

Οι κάτοικοι της DNR/LNR αντιμετωπίζουν σήμερα το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης. Κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, οι φιλορώσοι πολέμαρχοι ηγέτες ανακοίνωσαν την κινητοποίηση των αμυντικών τους δυνάμεων και την εκκένωση των γυναικών, των παιδιών και των ηλικιωμένων στη Ρωσία. Δεκάδες χιλιάδες έφυγαν κατά τη διάρκεια της νύχτας, αλλά εγκαταλείφθηκαν να κοιμούνται σε παμπάλαια λεωφορεία σε θερμοκρασίες υπό το μηδέν. Πολλοί αισθάνονται ότι έχουν πανικοβληθεί για να φύγουν χωρίς λόγο – μια μητέρα διηγήθηκε πώς την έπεισαν να φύγει με τα παιδιά της, χωρίς καν να προλάβει να το πει στον σύζυγό της.

Εν τω μεταξύ, οι Ρώσοι πολιτικοί είναι κυνικά εκτός πραγματικότητας. Καθώς η ρωσική τηλεόραση καλύπτει την άφιξη λεωφορείων με προσφυγόπουλα και γιαγιάδες που κλαίνε, από την Ανατολική Ουκρανία, βουλευτές προτείνουν να στεγαστούν στα διαμερίσματα όσων πέθαναν από τον Covid. Άλλοι προτείνουν να χάσουν οι κρατικοί υπάλληλοι τον 13ο μισθό τους (ένα μπόνους που παίρνουν στο τέλος του έτους για να αντισταθμίσουν τους πενιχρούς μισθούς τους) και να πληρώσουν γι’ αυτούς. Ασθενείς που αναρρώνουν από σοβαρές ασθένειες διώχνονται από τα νοσοκομεία και φοιτητικές εστίες καταλαμβάνονται για να φιλοξενήσουν πρόσφυγες.

Πολλές αναφορές από το εσωτερικό του DNR/LNR δείχνουν ότι υπάρχει μεγάλος σκεπτικισμός απέναντι στις αρχές. Άνθρωποι που μιλούν ανώνυμα στον Τύπο λένε ότι οι επιθέσεις είναι μεγαλοποιημένες, διαμαρτύρονται ότι δεν μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά στο τηλέφωνο, γνωρίζοντας ότι τους ακούνε. Όπως σχολίασε ένας: «Οι εύποροι, οι επιχειρηματίες, οι τραπεζίτες και οι ληστές – όλοι έφυγαν το 2014». Άλλοι μιλούν για πόλεμο που υποδαυλίζεται από τους πολιτικούς.

 

Θυσιάζονται τα συμφέροντα των απλών Ουκρανών

Η Ουκρανία είναι πιθανό να υποστεί τις συνέπειες για μήνες, αν όχι για χρόνια. Οι ξένες εταιρείες έχουν φύγει και έχει σημειωθεί φυγή κεφαλαίων ύψους 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων ως αποτέλεσμα του αυξημένου πολεμικού πυρετού, ποσό που επισκιάζει την οικονομική βοήθεια ύψους μόλις 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων που υποσχέθηκαν οι ΗΠΑ και η ΕΕ την περασμένη εβδομάδα.

Αυτό αποτυπώθηκε από τον Volodymyr Zelensky μιλώντας κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια αυτό το Σαββατοκύριακο. Μίλησε για την Ουκρανία ως την «ασπίδα της Ευρώπης», αλλά παραπονέθηκε ότι από το 2014 τόσο το ΝΑΤΟ όσο και η ΕΕ αρνούνται να την δεχτούν ως μέλος. Προειδοποίησε ότι το «σχήμα της Βουδαπέστης» [η συμφωνία του 1994 βάσει της οποίας η Ουκρανία εγκατέλειψε τα πυρηνικά όπλα με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφαλείας] άφησε τη χώρα χωρίς όπλα και χωρίς ασφάλεια. Σε αυτή την περίπτωση, είπε, «είμαστε απαλλαγμένοι από τις υποχρεώσεις μας». Συνέχισε: «Αν μας λένε κάθε μέρα ότι αύριο θα γίνει πόλεμος, τι θα συμβεί στη χώρα εκτός από πανικό; Τι θα γίνει με την οικονομία μας; Θα μας πείτε: κάντε μεταρρυθμίσεις, βελτιώστε τη διαχείρισή σας, καταπολεμήστε τη διαφθορά – και τότε θα σας βοηθήσουμε. Αλλά στα σύνορά μας υπάρχουν 150.000 στρατιώτες. Μήπως θα έπρεπε να κάνετε κάτι γι’ αυτό, πριν απαιτήσετε να κάνουμε κάτι εμείς;»

 

Ένας νέος ψυχρός πόλεμος

Η σημερινή κατάσταση αποτελεί μέρος της εξελισσόμενης πόλωσης και αναδιάταξης του κόσμου μεταξύ των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων των ΗΠΑ και της Κίνας. Το ΝΑΤΟ έχει εντείνει την παρουσία του στην Ανατολική Ευρώπη, έχοντας πλέον βάσεις στην Πολωνία, τη Ρουμανία και τις τρεις χώρες της Βαλτικής, οι οποίες συνορεύουν με την πρώην Σοβιετική Ένωση. 12.000 στρατιώτες του ΝΑΤΟ υποστηρίζουν το ένα τέταρτο του ενός εκατομμυρίου ντόπιου προσωπικού σε αυτές τις χώρες. Από το 2016, το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ έχει στείλει στρατιωτική βοήθεια ύψους 1,65 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην Ουκρανία, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο έχει στείλει 1,7 δισεκατομμύρια δολάρια από το 2020. Άλλες δυνάμεις του ΝΑΤΟ, όπως ο Καναδάς, η Γαλλία και η Τουρκία, καθώς και οι χώρες της Βαλτικής, έχουν επίσης βοηθήσει, αν και σε πολύ μικρότερη κλίμακα. Κατά τη διάρκεια των σημερινών εντάσεων, το ΝΑΤΟ στέλνει με ταχείς ρυθμούς περισσότερες μονάδες και εξοπλισμό στην Ουκρανία και τους γείτονές της. Αυτό είναι μια πραγματική συνέπεια της σκληρής πολιτικής της κυβέρνησης Μπάιντεν, η οποία χαρακτηρίζει την Κίνα ως «κύριο ανταγωνιστή» και τη Ρωσία ως «τον πιο επικίνδυνο».

Οι προσπάθειες του Μπάιντεν να πείσει τη Γερμανία και τη Γαλλία να παρουσιάσουν ένα ενιαίο μέτωπο προσκρούουν στα συμφέροντά τους. Δεν είναι λιγότερο σημαντικό ότι, αν όντως εξελιχθεί ολοκληρωτικός πόλεμος, θα υπάρξει οικονομική κρίση και ένα τεράστιο κύμα προσφύγων. Η Γερμανία εξαρτάται από τη Ρωσία για τον ενεργειακό εφοδιασμό της, ιδίως το φυσικό αέριο, οι κυρώσεις εναντίον της οποίας θα οδηγήσουν σε ενεργειακές ελλείψεις και σε μαζική αύξηση των τιμών για τους καταναλωτές της ΕΕ. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι ΗΠΑ πιέζουν την ΕΕ να αλλάξει τους προμηθευτές ενέργειας, ώστε να μην εξαρτάται τόσο πολύ από τη Ρωσία. Η Γερμανία έχει δεχθεί πιέσεις να άρει την υποστήριξή της για τον Nord Stream 2, ο οποίος αναμένει την τελική πιστοποίηση για να ξεκινήσει τη λειτουργία του.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι ΗΠΑ απέσυραν απροσδόκητα την υποστήριξή τους για τον αγωγό της Ανατολικής Μεσογείου, ο οποίος θα επέτρεπε την άμεση μεταφορά ενέργειας από το Ισραήλ και τη Μέση Ανατολή στην Ευρώπη. Φαίνεται ότι αυτό έγινε για να κατευνάσει την Τουρκία, καθώς ο Ερντογάν έχει εκφράσει την ανοιχτή υποστήριξή του προς την Ουκρανία σε αυτή την κρίση και προσφέρει μια οδό από την πίσω πόρτα για τη μεταφορά όπλων στο Κίεβο. Ένα εργοστάσιο κατασκευής τουρκικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών έχει ήδη κατασκευαστεί στο Κίεβο.

Αφού ο Λευκός Οίκος φώναζε για εβδομάδες για τον λύκο, διπλασίασε τις φωνές του, προβλέποντας επιχειρήσεις προβοκάτσιας [“false flag”1] από τους Ρώσους ως πρόσχημα για την εισβολή. Η στρατιωτική στρατηγική του Κρεμλίνου περιλαμβάνει τη διεξαγωγή «υβριδικού πολέμου»: τη συνδυασμένη χρήση ηλεκτρονικού πολέμου, μέσων που μπορούν να διαψευστούν (μισθοφόροι), πολιτικών παρεμβάσεων και προκλήσεων. Δεν είναι μόνη της σε αυτό. Οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Γαλλία και άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις εφαρμόζουν εδώ και καιρό τέτοιες μεθόδους. Η χρήση τους, ωστόσο, στον σκοτεινό κάτω κόσμο, κάνει δύσκολη την ανάλυση του ποιος έκανε τι, πότε και πού. Το επικίνδυνο μείγμα δυτικής πολεμοκαπηλείας και ρωσικού κυβερνοπολέμου έχει δημιουργήσει μια κατάσταση που σύντομα θα είναι αδύνατο να ελεγχθεί.

 

Ρωσικός ιμπεριαλισμός

Οι πολιτικές του Κρεμλίνου έχουν επίσης σκληρύνει την τελευταία δεκαετία. Όταν τώρα διαμαρτύρεται για την επέκταση του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη, ξεχνάει ότι κατά την πρώτη δεκαετία της διακυβέρνησης Πούτιν «συνεργάστηκε» με το ΝΑΤΟ, επιτρέποντάς του μάλιστα να χρησιμοποιεί μια αεροπορική βάση στη Ρωσία ως ενδιάμεσο σταθμό για το Αφγανιστάν. Όταν εξελέγη για πρώτη φορά ο Πούτιν μίλησε ακόμη και για την πιθανότητα ένταξης της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ! Όμως, μέχρι το 2019 βρισκόταν σε άμεσο ανταγωνισμό. Έχοντας ενισχύσει τη θέση της σε παγκόσμιο επίπεδο στη Συρία και την Κεντρική Αφρική, αύξησε την επιρροή της στη Λευκορωσία και το Καζακστάν. Το πιο ανησυχητικό για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό είναι ότι η σινορωσική συνεργασία διευρύνεται. Κατά τη διάρκεια των Χειμερινών Αγώνων του Πεκίνου ο Σι και ο Πούτιν υπέγραψαν μια νέα συμφωνία για την αύξηση των ενεργειακών προμηθειών της Ρωσίας προς την Κίνα με αντάλλαγμα την κοινή αντίθεση σε νέες «πολύχρωμες επαναστάσεις».

Ενδεικτικές της ατμόσφαιρας μέσα στην οποία λαμβάνει πλέον τις αποφάσεις του το Κρεμλίνο είναι οι φωτογραφίες από τις συζητήσεις του Πούτιν στο μακρύ τραπέζι, πρώτα με τον Μακρόν και αργότερα με τον υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ και τον υπουργό Άμυνας Σεργκέι Σοϊγκού στο τέλος ενός ακόμη μακρύτερου τραπεζιού! Από την έναρξη της πανδημίας, ο Πούτιν έχει απομονωθεί από την κοινωνία και οι συμβουλές που λαμβάνει είναι όλο και πιο ασύμμετρες. Ο Λαβρόφ, κατά τη διάρκεια της συνάντησής, του έδωσε αναφορά για τις συζητήσεις με τον Μακρόν και άλλους. Το σχόλιό του ήταν ότι αν και δεν υπήρξε πρόοδος στα κύρια αιτήματα της Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένης της υποχώρησης του ΝΑΤΟ στα όρια του 1997, υπήρξαν ενδιαφέρουσες εξελίξεις σε άλλους τομείς. Ο Λαβρόφ είπε ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο για διπλωματία, αλλά αν ο Πούτιν ήθελε, θα έπρεπε να προχωρήσει στην αναγνώριση της DNR/LNR.

Μια επίσημη απόφαση για την αναγνώριση των δύο δημοκρατιών πέρασε στην Κρατική Δούμα, με πρωτοβουλία του αντιδραστικού κομμουνιστικού κόμματος. Ενώ πολλοί βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος ψήφισαν υπέρ της απόφασης, η θέση του Κρεμλίνου ήταν να λάβει γνώση της απόφασης, να υποδηλώσει ότι οι βουλευτές της Δούμας αντανακλούν την κοινή γνώμη και να αφήσει στον Πούτιν την απόφαση για το πότε θα υπογράψει την πρόταση, Το υπουργείο Εξωτερικών εξέφρασε επίσης την αντίθεσή του στην άμεση αναγνώριση των δημοκρατιών.

Παρά την αυταρχικότητα του, το καθεστώς πρέπει να λάβει υπόψη του αν οι Ρώσοι θα δεχτούν έναν πόλεμο για την Ουκρανία. Το 2022 δεν είναι το 2014, όταν ένα μαζικό πατριωτικό κύμα προέκυψε μετά την κατάληψη της Κριμαίας. Χωρίς καμιά ψυχική διάθεση για έναν πόλεμο κατά της Ουκρανίας, οι περισσότεροι Ρώσοι έχουν να παλέψουν με το χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο, τον κλιμακούμενο πληθωρισμό και, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, με πάνω από ένα εκατομμύριο «επιπλέον θανάτους». Η δυσπιστία σε οτιδήποτε λέει η κυβέρνηση αυξάνεται. Υπάρχουν αναφορές για αντίθεση σε μια πλήρη εισβολή ακόμη και μέσα στις τάξεις του στρατού και των ειδικών υπηρεσιών.

Ο Πούτιν μπορεί να χαίρεται που έχει την υποστήριξη του Πεκίνου, αλλά αν ένας παρατεταμένος πόλεμος εξαντλήσει τους οικονομικούς πόρους, μπορεί κάλλιστα να χρειαστεί να ζητήσει από τον Σι να τον διασώσει.

 

Η θέση των σοσιαλιστών για την Ουκρανία

Αυτή η κατάσταση αποδεικνύει αυτό που είπαμε πριν από 30 χρόνια, όταν κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση: ούτε οι οικονομίες, ούτε τα εθνικά και δημοκρατικά δικαιώματα των ανθρώπων της περιοχής θα προστατεύονταν με την αποκατάσταση του καπιταλισμού.

Οι σοσιαλιστές δεν πρέπει να παίρνουν θέση μεταξύ των διαφόρων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Δεν είναι καθήκον μας να κρίνουμε τους ισχυρισμούς των Ρώσων ότι ήταν ο ουκρανικός στρατός που ξεκίνησε τους βομβαρδισμούς από το πυροβολικό, ή του Κιέβου (που επαναλαμβάνεται από τον Λευκό Οίκο) ότι οι δυνάμεις των αμφισβητούμενων δημοκρατιών ήταν υπεύθυνες και ότι επρόκειτο για ρωσικής έμπνευσης επιχειρήσεις προβοκάτσιας [“false flag”] για να δικαιολογήσουν μια εισβολή. Είναι επίσης πιθανό οι επιθέσεις να μην εγκρίθηκαν από το Κρεμλίνο, αλλά να οργανώθηκαν από τους αντιδραστικούς ηγέτες των δύο δημοκρατιών για να ωθήσουν τη Ρωσία να επέμβει.

Αλλά αυτό που είναι σημαντικό είναι το δικαίωμα της Ουκρανίας να είναι ένα ανεξάρτητο κράτος. Η ISA [International Socialist Alternative] τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ αυτού του δικαιώματος. Όλα τα ιμπεριαλιστικά στρατεύματα είτε από τη Ρωσία, είτε από το ΝΑΤΟ πρέπει να αποσυρθούν από την Ουκρανία και την Ανατολική Ευρώπη αμέσως. Για να μειωθεί η ένταση, τα ρωσικά στρατεύματα που βρίσκονται σήμερα κατά μήκος των συνόρων θα πρέπει να επιστρέψουν στα στρατόπεδα.

Από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν η Ουκρανία έγινε ανεξάρτητη, η άρχουσα ελίτ της και οι ολιγάρχες που την υποστηρίζουν έχουν εμπλέξει τη χώρα στη σύγκρουση μεταξύ των παγκόσμιων οικονομικών δυνάμεων. Οι φυσικοί πόροι της χώρας, οι τράπεζες και οι μεγάλες εταιρείες πρέπει να φύγουν από τα χέρια των ολιγαρχών και των πολυεθνικών και να περάσουν στη δημόσια ιδιοκτησία, υπό δημοκρατικό εργατικό έλεγχο.

Ταυτόχρονα, η Ουκρανία πρέπει να σεβαστεί τα δικαιώματα των δικών της μειονοτήτων και περιφερειών. Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι ήταν οι προσπάθειες της κυβέρνησης μετά το Euromaidan να περιορίσει τα δικαιώματα της ρωσικής γλώσσας και ο φόβος μιας μερίδας του πληθυσμού για την αύξηση της ακροδεξιάς επιρροής που δημιούργησαν την αρχική δυσαρέσκεια την οποία εκμεταλλεύτηκε στη συνέχεια το ρωσικό καθεστώς. Τα γλωσσικά δικαιώματα πρέπει να γίνονται σεβαστά. Εάν μια μειονότητα ή μια περιοχή θέλει αυτονομία, ή ακόμη και να αποσχιστεί, θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να το κάνει. Αλλά οποιαδήποτε απόφαση πρέπει να λαμβάνεται χωρίς στρατιωτική παρουσία και με δημοκρατικές ψηφοφορίες, ελεγχόμενες από τον τοπικό πληθυσμό.

Δεν μπορούμε να έχουμε καμία εμπιστοσύνη σε καμία από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η Δύση έχει αποδείξει ξανά και ξανά –στο Ιράκ, τη Συρία, τη Σερβία, τη Λιβύη και αλλού– ότι δεν είναι εγγυητής της δημοκρατίας ή της κυριαρχίας (ενός κράτους). Υπερασπίζεται τα συμφέροντα της καπιταλιστικής τάξης που εκπροσωπεί. Και η Ρωσία σίγουρα δεν είναι υπερασπιστής του «σλαβικού» λαού που υποτίθεται ότι υποστηρίζει· οι ίδιες οι ενέργειές της εναντίον του ίδιου του ρωσικού λαού το αποδεικνύουν. Το ρωσικό κράτος ενεργεί για να υποστηρίξει τα συμφέροντα της ρωσικής ολιγαρχίας, όπως ακριβώς και η Δύση. Τα «ειρηνευτικά του στρατεύματα» δεν βρίσκονται στην Ουκρανία για να «διατηρήσουν την ειρήνη», αλλά για να υπερασπιστούν τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της ρωσικής άρχουσας ελίτ.

Οι σοσιαλιστές πρέπει να μιλήσουν και να καλέσουν σε ένα μαζικό αντιπολεμικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Αυτό μπορεί να μην είναι το πιο εύκολο έργο, καθώς πολλοί που θα αντιτάσσονταν στις ιμπεριαλιστικές επιθέσεις σε χώρες όπως το Ιράκ είναι τώρα διχασμένοι. Κάποιοι υποστηρίζουν τη Ρωσία και την Κίνα αντιτιθέμενοι στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, άλλοι αντιτίθενται στη ρωσική επίθεση, δίνοντας πλήρη υποστήριξη στην Ουκρανία και τους ιμπεριαλιστές υποστηρικτές της.

Ως σοσιαλιστές, όμως, δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε τη μία ή την άλλη ιμπεριαλιστική δύναμη καθώς τσακώνονται για την τύχη της Ουκρανίας. Η μοίρα της ως ανεξάρτητης χώρας, απαλλαγμένης από εξωτερικές επεμβάσεις, δεν μπορεί να αφεθεί στην άρχουσα ελίτ του δυτικού ή του ρωσικού κεφαλαίου. Μόνο ένας ενωμένος αγώνας της εργατικής τάξης ενάντια στους πολεμοκάπηλους σε κάθε χώρα μπορεί να δημιουργήσει την κατάσταση στην οποία η Ουκρανία μπορεί να είναι πραγματικά ανεξάρτητη.

Η ουκρανική εργατική τάξη πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε αυτό. Αν οργανωθεί για να υπερασπιστεί τα σπίτια και τις θέσεις εργασίας από στρατιωτική επίθεση, αν διασφαλίσει ότι ο αγώνας δεν θα εκτραπεί σε εθνικιστικές ή φιλοκαπιταλιστικές κατευθύνσεις, διεξάγοντας έναν ενιαίο αγώνα όλων των εργαζομένων στην Ουκρανία, ανεξάρτητα από την εθνικότητα ή τη γλώσσα, θα μπορούσε να απευθύνει μια ισχυρή έκκληση για αλληλεγγύη στους εργαζόμενους στη Ρωσία, την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Ενωμένοι με αυτόν τον τρόπο, η εργατική τάξη και η νεολαία μπορούν να βάλουν τέλος στον εφιάλτη του πολέμου, να εγγυηθούν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και να ανοίξουν το δρόμο για μια νέα, δημοκρατική και σοσιαλιστική κοινωνία.

Μετάφραση: elaliberta.gr

International Socialist Alternative, “What Now for Ukrainian Conflict?”, ISA, 22 Φεβρουαρίου 2022, https://internationalsocialist.net/en/2022/02/new-cold-war-2?fbclid=IwAR3zS_UE7ZrlVDPtDUrvUIB9U2WA9KKfcXFdbqoX_lI39OFYMnLSsJ8gvsM

 

 

Σημειώσεις

1 [Σ.τ.Μ.:] Με τον όρο “false flag” δηλώνεται μια εχθρική ενέργεια που πραγματοποιεί ο ένας από τους δύο αντιπάλους, εναντίον δικών του δυνάμεων, παρουσιάζοντάς την ως προκλητική εχθρική ενέργεια της αντίπαλης πλευράς, προκειμένου να έχει ένα εύσχημο πρόσχημα για να επιτεθεί, παρουσιάζοντας την επίθεσή του ως άμυνα. Ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται μάλλον μετά την εισβολή των Ναζί στην Πολωνία, όταν, την προηγούμενη νύχτα, μέλη των SS επιτέθηκαν στον ραδιοφωνικό πύργο Gleiwitz, στη γερμανική πλευρά των συνόρων με την Πολωνία. Παρουσίασαν αυτή την ενέργεια ως επίθεση των Πολωνών, για να δικαιολογήσουν την εισβολή την επόμενη μέρα.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2022 15:03

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.