Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020 22:34

Καλοί και κακοί Μουσουλμάνοι στο Σιντσιάνγκ

 

 

David Brophy

 

Καλοί και κακοί Μουσουλμάνοι στο Σιντσιάνγκ

 

Ένα τεράστιο δίκτυο στρατοπέδων για όποιους εμφανίζουν το παραμικρό σημάδι «εξτρεμισμού», όπου, σύμφωνα με μερικούς πρώην κρατούμενους, οι Μουσουλμάνοι προτρέπονται να απαρνηθούν τη θρησκεία τους. Κλείσιμο και κατεδάφιση τζαμιών, με έντονη επιτήρηση αυτών που εξακολουθούν να λειτουργούν. Σοβαροί περιορισμοί στην τήρηση της τελετουργικής νηστείας, αρκετοί για να αποθαρρύνουν όλους, εκτός από τους πιο αφοσιωμένους πιστούς. Αυτά αποτελούν μέρος των κατηγοριών ότι η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (ΛΔΚ) διεξάγει μια σαρωτική εκστρατεία εναντίον του Ισλάμ – κάτι που ορισμένοι ακτιβιστές κατακρίνουν ως πλήρη απαγόρευση της θρησκείας. Από την πλευρά της, η Κίνα απάντησε με ένα μείγμα αγανάκτησης και έλλειψης κατανόησης, ενώ οι αρχές της ΛΔΚ υποστηρίζουν ότι ακολουθούν μόνο τα διεθνή πρότυπα αντιεξτρεμισμού και αποριζοσπαστικοποίησης. Οι εκπρόσωποι της κινεζικής κυβέρνησης τονίζουν αυτό που βλέπουν ως παγκόσμια συναίνεση για την ανάγκη καταπολέμησης της ριζοσπαστικοποίησης μέσω προληπτικών μέτρων που εντοπίζουν, απομονώνουν και επανεντάσσουν δυνητικούς εξτρεμιστές. Μια πρόσφατη προπαγανδιστική ταινία στην κινεζική κρατική τηλεόραση αναφέρει τα κέντρα αποριζοσπαστικοποίησης στη Γαλλία και τη Βρετανία ως προηγούμενο για τις προσπάθειες της Κίνας στο Σιντσιάνγκ (China Central Television 2019). Ενώ οι Κινέζοι εμπειρογνώμονες αναγνωρίζουν ότι η κλίμακα είναι διαφορετική, μπορούν να το εξηγήσουν και αυτό: η αστυνόμευση του δυτικού αντιεξτρεμισμού, που επικεντρώνεται μόνο σε επιλεγμένα άτομα, δεν έχει κάνει αρκετά για να αποτρέψει τις συνεχιζόμενες τρομοκρατικές ενέργειες (Doyon 2019). Η πιο σαφής στρατηγική της Κίνας όχι μόνο δικαιολογείται, αλλά είναι και η λογική προέκταση των δυτικών μεθόδων.

Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο είναι πιθανό να διεξαχθεί ο πόλεμος των λέξεων για το ζήτημα του Σιντσιάνγκ στο προσεχές μέλλον και αξίζει να προβληματιστούμε για τον καλύτερο τρόπο να το κατανοήσουμε. Μπορεί να είναι άβολο να το παραδεχτούμε, αλλά η κινεζική θέση έχει τη δική της υποκείμενη λογική. Ναι, οι προσπάθειες της Κίνας για την αναδιοργάνωση της ισλαμικής θρησκευτικής ζωής είναι μιας κλίμακας που φαίνεται να υπονομεύει τα ίδια τα θεμέλια της πίστης. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι αυτές οι πολιτικές ενσωματώνουν μια ευρέως διαδεδομένη άποψη σχετικά με την ανάγκη προσαρμογής του Ισλάμ σε «σύγχρονα» κοινωνικά πρότυπα και προοπτικές. Ήταν ο Μπαράκ Ομπάμα αυτός ο οποίος είπε το 2016 ότι «μερικά ρεύματα του Ισλάμ δεν έχουν περάσει από μια αναμόρφωση που θα βοηθούσε τους ανθρώπους να προσαρμόσουν τα θρησκευτικά τους δόγματα στη νεωτερικότητα» (Goldberg 2016). Το όραμα του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΚ) για ένα κινεζοποιημένο Ισλάμ συμβατό με τη σοσιαλιστική νεωτερικότητα αντικατοπτρίζει την αναφορά του Ομπάμα σε μια εξιδανικευμένη χριστιανική πορεία της θρησκευτικής εξέλιξης.

Το κομματικό κρατικό σύστημα της Κίνας επιτρέπει την ταχεία εφαρμογή μιας συναίνεσης των ελίτ σε μαζική κλίμακα, ενώ οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι μερικώς, αν και σε καμία περίπτωση επαρκώς, περιορισμένες από τις πολιτικές ελευθερίες και τις δυνατότητες αντίστασης. Πρέπει να είμαστε ευγνώμονες που εξακολουθούν να υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί. Ωστόσο, η κριτική των πολιτικών της Κίνας δεν πρέπει να παραμείνει περισσότερο σ’ αυτές τις συστημικές διαφορές. Για όσους βρίσκονται εκτός της Κίνας, μια ισχυρή κριτική της στρατηγικής της Κίνας, η οποία προσφέρει ένα σχέδιο για μια αποτελεσματική αντίδραση, πρέπει να επεκταθεί στις φιλοσοφικές βάσεις που οι πολιτικές τους παραμένουν κοινές με τον εγχώριο Πόλεμο Κατά της Τρομοκρατίας στη Δύση. Εάν δεν το κάνουμε αυτό υπάρχει σοβαρός κίνδυνος. Εξάλλου, η απροθυμία της Δύσης να αντιμετωπίσει τα πολιτικά αίτια της τρομοκρατικής βίας είναι πιθανό να καταλήξει να επικυρώσει το σημείο στο οποίο η Κίνα στηρίζει τη δικιά της περίπτωση – ότι η πιο περιορισμένη στρατηγική της αντιριζοσπαστικοποίησης στη Δύση θα αποτύχει να τερματίσει την τρομοκρατία. Ελλείψει μιας πιο ριζοσπαστικής κριτικής που επιτίθεται στους όρους αυτής της συζήτησης, οι ξένοι επικριτές της Κίνας ίσως καταλήξουν σε αποτυχία.

Πώς έγιναν οι Ουιγούροι Μουσουλμάνοι

Μια αυξανόμενη εστίαση στο Ισλάμ στις συζητήσεις για το Σιντσιάνγκ –με πολλές αναφορές που τονίζουν τη μουσουλμανική ταυτότητα των Ουιγούρων ή απλώς περιγράφουν την Κίνα ως καταπιεστική για τους «Μουσουλμάνους»– είναι κάτι καινούριο. Θα υποστηρίξω ότι αυτό είναι δικαιολογημένο, αλλά μπορούμε επίσης να αναγνωρίσουμε εξωτερικούς παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτό το πλαίσιο. Εκτός της Κίνας, η θρησκευτική ελευθερία βρίσκεται μαζί με τα ανθρώπινα δικαιώματα ως ένα από τα πιο αναγνωρισμένα και ευρέως αποδεκτά σημεία αναφοράς των διεθνών ομάδων πίεσης. Όπως έχει παρατηρήσει η Elizabeth Shakman Hurd (2015), μετά την 9/11 η θεσμοποίηση αυτού του λόγου οδήγησε στην επανεξέταση των διαφόρων παγκόσμιων συγκρούσεων με θρησκευτικούς όρους. Η έμφαση στην «μουσουλμανική» ταυτότητα των θυμάτων της Κίνας παρέχει επίσης ένα βολικό σημείο πρόσβασης για τους δυτικούς παράγοντες που ελπίζουν να πείσουν τις χώρες με πλειοψηφία Μουσουλμάνων να πάρουν θέση εναντίον των πολιτικών της Κίνας. Επίσης, η θρησκευτική ταυτότητα των Ουιγούρων δίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες την ευκαιρία να αποκαταστήσουν κάποια χαμένη αξιοπιστία τους ως υπερασπιστές των μουσουλμανικών συμφερόντων. Όπως το έθεσε ο Benny Avni (2018) στην The New York Post, οι Ουιγούροι είναι «ένα μοντέλο φιλοαμερικανικής μουσουλμανικής κοινότητας».

Μερικοί Ουιγούροι αμφισβητούν αυτή την έμφαση, υποστηρίζοντας ότι αυτό δεν είναι ζήτημα θρησκείας αλλά εθνικότητας. Εν μέρει, αυτή η αντίδραση αντικατοπτρίζει μια μακρόχρονη τάση των διανοουμένων των Ουιγούρων να υποβαθμίσουν το ρόλο του Ισλάμ στην ουιγουρική ταυτότητα και να αντιμετωπίσουν τη δυσάρεστη κατάσταση τους ως προϊόν αντικρουόμενων, ακόμη και ασυμβίβαστων, εθνικών διεκδικήσεων στο έδαφος του Σιντσιάνγκ. Παράλληλα με αυτό, ένας γενικά αντικομμουνιστικός πολιτικός προσανατολισμός οδήγησε συχνά τους Ουιγούρους να διαχωριστούν από τα αίτια που στρέφουν τους Μουσουλμάνους ενάντια στον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ, όπως η Παλαιστίνη. Είναι αρκετά ενδιαφέρον ότι τέτοια συναισθήματα παραμένουν ακόμη και μεταξύ των Ουιγούρων που προσελκύονται σε τζιχαντιστικές πολιτοφυλακές στη Συρία. Όπως αναφέρθηκε από τον Gerry Shih (2017), οι Ουιγούροι μαχητές εκφράζουν θαυμασμό για το Ισραήλ και τον «τρόπο με τον οποίο οι Εβραίοι έχτισαν τη χώρα τους». Ωστόσο, παραμερίζοντας αυτούς τους προβληματισμούς, οι επικριτές των Ουιγούρων φαίνεται να έχουν κάποιο επιχείρημα: αν η Κίνα ακολουθούσε μια αντιμουσουλμανική πολιτική, τότε δεν θα περίμενε κανείς να εκκαθαρίσει τους Μουσουλμάνους Κινεζόφωνους1 Χουί στο Σιντσιάνγκ; Οι Ουιγούροι φαίνεται να καταλήγουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όχι επειδή είναι Μουσουλμάνοι, αλλά επειδή είναι Ουιγούροι.

Αυτή η αντίρρηση αντιμετωπίζεται καλύτερα με βάση την εμπειρία μας στη Δύση. Δεκαοκτώ χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, έχουμε εξοικειωθεί με την ιδέα της «φυλετικοποίησης» των Μουσουλμάνων. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στους αστυνομικούς και τους πολιτικούς να αναφέρουν τους ανθρώπους ως «μουσουλμανικής εμφάνισης». Έχει οδηγήσει σε έξαρση των επιθέσεων σε Σιχ που φορούν τουρμπάνι, τους οποίους μπερδεύουν με τους Μουσουλμάνους οι ισλαμοφοβικοί επιτιθέμενοι. Το αντίστροφο αυτής της συσχέτισης της θρησκευτικής ταυτότητας με τα ορατά αναγνωριστικά χαρακτηριστικά ήταν ο «εξισλαμισμός» της εθνικής ταυτότητας. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι άνθρωποι περιγράφονται πώς φαίνονται, πρώτα ως Μουσουλμάνοι και ύστερα ως μέλη μιας συγκεκριμένης εθνικότητας. Ο αυτοπροσδιορισμός έχει μικρή βαρύτητα απέναντι στην ικανότητα του κράτους και των μέσων μαζικής ενημέρωσης να κατασκευάζουν κοινωνικές ομάδες.

Ο Λευκός που προσηλυτίζεται στο Ισλάμ στην Αυστραλία ή στις Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται (ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο ντύνεται) να μην αντιμετωπίσει καθόλου τον στιγματισμό και τις διακρίσεις που απευθύνονται σε ομόθρησκους Μουσουλμάνους που ταιριάζουν με το στερεότυπο του σκουρόχρωμου Μουσουλμάνου. Με απλά λόγια, δεν θα είναι φυλετικοποιημένος ως Μουσουλμάνος. Με τον ίδιο τρόπο, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι στο Σιντζιάνγκ οι Ουιγούροι έχουν γίνει φιλετικοποιημένοι Μουσουλμάνοι με τρόπους που δεν έχουν γίνει οι Κινεζόφωνοι Χουί. Τα χαρακτηριστικά της Κεντρικής Ασίας χαρακτηρίζουν όλο και περισσότερο την κατηγορία «Μουσουλμάνοι», δηλαδή, περισσότερο από ό,τι την κατηγορία «Ουιγούροι», μια ταξινόμηση που χάνει την αξιοπιστία της σε διοικητικό επίπεδο, καθώς οι υποσχέσεις του κινεζικού συστήματος μινζού (民族) –τα εθνικά (ή εθνοτικά) δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο σύνταγμα– δεν λαμβάνονται υπόψη. Στο πιο ομοιογενές εσωτερικό της Κίνας, φυσικά, η κατάσταση διαφέρει. Εκεί, παρά τον υψηλό βαθμό πολιτιστικής αφομοίωσης τους, η κοινωνική ζωή του Χουί τους ξεχωρίζει ως διαφορετικούς και βλέπουμε ένα κλίμα ισλαμοφοβικής καχυποψίας απέναντί τους. Η φυλετική και πολιτιστική απόσταση δεν είναι πράγματα που μπορούν να μετρηθούν αντικειμενικά. Τα ορατά σημάδια ή τα διακριτικά έθιμα αποκτούν σημασία μόνο σε συγκεκριμένα πολιτικά πλαίσια.

Η θεωρητική προσέγγιση των Ουιγούρων ως φυλετικοποιημένων Μουσουλμάνων είναι συμβατή με την ανάλυση που υπογραμμίζει την έννοια του βαθύτερου φυλετικού διαχωρισμού στο Σιντσιάνγκ (π.χ. Hunerven 2019), αλλά έχει το πλεονέκτημα ότι μας επιτρέπει να συμπεριλάβουμε τις δικαιολογίες της Κίνας για τις πολιτικές της με τους δικούς τους όρους. Αυτές οι δικαιολογίες δεν επικεντρώνονται στη φυλή ή την εθνότητα, αλλά στον εξτρεμισμό και την τρομοκρατία – τις δύο κατευθυντήριες κατηγοριοποιήσεις της πιο πρόσφατης «Λευκής Βίβλου για το Σιντσιάνγκ» του Συμβουλίου του Κράτους (Γραφείο Πληροφοριών του Συμβουλίου του Κράτους 2019). Στη διαδικασία μετατροπής των Ουιγούρων σε φυλετικοποιημένους Μουσουλμάνους, η μορφή του «τρομοκράτη» παίζει σαφώς έναν υπερμεγέθη ρόλο. Οι Κινέζοι αξιωματούχος περιγράφουν τώρα όλους τους Ουιγούρους που εμπλέκονται σε βίαιες ενέργειες ως τρομοκράτες. Στις κοινοτικές αναταραχές του Ουρουμκί [Ürümqi] το 2009, σύμφωνα με τη Λευκή Βίβλος «χιλιάδες τρομοκράτες επιτέθηκαν σε πολίτες, κυβερνητικά όργανα, δημόσια ασφάλεια και αστυνομικούς». Στην καταστολή τους από το 2014, η Κίνα ισχυρίζεται ότι «συνέλαβε 12.995 τρομοκράτες». Μέσα σ’ ένα παγκόσμιο κλίμα όπου το στερεότυπο του τρομοκράτη είναι ο σκουρόχρωμος Μουσουλμάνος, η επιλογή των συντακτών να εντάξουν κάθε βίαιη ενέργεια των Ουιγούρων στο Σιντσιάνγκ στην κατηγορία της τρομοκρατίας καθιερώνει, με τον πιο προκατειλημμένο τρόπο, μια εικόνα των Ουιγούρων ως Μουσουλμάνων.

Εκ πρώτης όψεως, η Κίνα φαίνεται να κάνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που υποστηρίζω. Πράγματι, η Λευκή Βίβλος του Μάρτη του 2019 προχωρεί σε μεγάλο βαθμό στην υποβάθμιση της ισλαμικής ταυτότητας των Ουιγούρων: «Το Ισλάμ δεν είναι ούτε αυτοχθόνες πεποιθήσεις των Ουιγούρων και άλλων εθνοτικών ομάδων ούτε η μοναδική θρησκεία του λαού των Ουιγούρων. Σήμερα στο Σιντσιάνγκ, ένας αρκετά μεγάλος αριθμός ανθρώπων δεν πιστεύει στη θρησκεία ή πιστεύει σε άλλες θρησκείες εκτός από το Ισλάμ». Φυσικά, αυτή η επιθυμία να επιβληθεί η σωστή γραμμή σχετικά με το ενδεχόμενο της υπεροχής του Ισλάμ στο Σιντσιάνγκ είναι από μόνη της μια αντανάκλαση της ανησυχίας του κράτους για τη μουσουλμανική ταυτότητα των Ουιγούρων. Αυτή η επιμονή στην μόνο πρόσφατα και ατελή ισλαμοποίηση των Ουιγούρων έχει ιστορικά το παράδοξο αποτέλεσμα να αυξάνει το ρητορικό ισλαμοποίηση των Ουιγούρων στο παρόν.

Η φιλελεύθερη ισλαμοφοβία της Κίνας

Είναι λοιπόν πιθανό ένα ισλαμοφοβικό κλίμα να κυριαρχήσει και να δικαιολογήσει τη χάραξη πολιτικής, ενώ τα ορατά σημάδια της διαφοράς εξακολουθούν να διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο αυτό το κλίμα αντιμετωπίζεται από διαφορετικές ομάδες Μουσουλμάνων. Μπορούμε λοιπόν, και πρέπει, να τοποθετήσουμε τη συζήτησή μας για την καταστολή που επιβάλλεται στις μειονότητες των τουρκόφωνων του Σιντσιάνγκ, μέσα σε μια ανάλυση για την ισλαμοφοβία. Αυτό δεν είναι το μόνο δυνατό πλαίσιο για αυτή τη συζήτηση, βέβαια, αλλά θα αποτελέσει το επίκεντρο αυτού του άρθρου.

Παράλληλα με τις σημερινές φυλετικές διαστάσεις, είναι σημαντικό να εξεταστεί η δυναμική της ίδιας της ισλαμοφοβίας. Η ισλαμοφοβία δεν εκφράζεται πάντα με τη μορφή μιας γενικής εχθρότητας απέναντι στους Μουσουλμάνους. Στο βιβλίο του The Muslims Are Coming!, ο Arun Kundnani περιγράφει πώς, μετά τον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας, οι δυτικές ανησυχίες γύρω από το Ισλάμ πήραν δύο μορφές. Η πρώτη ήταν ένας συντηρητικός λόγος, ο οποίος δημιούργησε ασυμβίβαστο μεταξύ του Ισλάμ και της Δύσης – δηλαδή του Ισλάμ ως εγγενώς καθυστερημένου, με τους Μουσουλμάνους προδιατεθειμένους στη βία λόγω της θρησκείας τους. Η δεύτερη ήταν ένας φιλελεύθερος λόγος, ο οποίος διαμόρφωσε μια διάκριση μεταξύ του «καλού» Ισλάμ που μπορεί να συμφιλιωθεί με τη δυτική κοινωνία και του «κακού» Ισλάμ, το οποίο προωθεί την αποξένωση και την εχθρότητα προς τη Δύση. Ενώ αυτό το «κακό» Ισλάμ μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης της ριζοσπαστικοποίησης, το «καλό» Ισλάμ μπορεί να λειτουργήσει ως σύμμαχος εναντίον του. Ο Kundnani δείχνει πώς αυτός ο φιλελεύθερος λόγος, παρόλο που φαινομενικά είναι πιο ανοιχτόμυαλος, έχει εγκρίνει τις κρατικές παρεμβάσεις στη μουσουλμανική θρησκευτική και κοινωνική ζωή που είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, εκτεταμένες απ’ ό,τι στη συντηρητική τους μορφή.

Σε διάφορα στιγμές της κινεζικής ιστορίας, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι τα ισλαμικά έθιμα ή οι θεολογικές αρχές είναι σε κάποιο βαθύ επίπεδο ασυμβίβαστα με την κινεζική κουλτούρα. Κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα, ορισμένοι αξιωματούχοι των Κινγκ ζητούσαν από τον αυτοκράτορα να καταστείλει το δόγμα για αυτούς τους λόγους. Τα δικαστήρια συνήθως απέρριπταν τέτοιες απόψεις, αν και τελικά εφάρμοζαν ορισμένους κατασταλτικούς κανόνες εναντίον των κινεζόφωνων Μουσουλμάνων στο εσωτερικό, γεγονός που αντανακλούσε την άποψη τους γι’ αυτούς ως ιδιαίτερα επιρρεπείς στη βία. Παρ’ όλ’ αυτά, ακόμη και σε περιόδους σύγκρουσης, ήταν σπάνιο για τους αξιωματούχους να καταλογίσουν βία εναντίον του κράτους ή εναντίον των Χαν2 σε κάθε εγγενές ελάττωμα της ισλαμικής πίστης. Παρόλο που συχνά δυσφημεί τις μη κινεζικές θρησκείες, η πνευματική παράδοση της Κίνας δεν είχε «οριενταλιστικό» λόγο συγκρίσιμο με αυτόν της Δύσης, κάτι το οποίο αποτελεί επαρκή εξήγηση για τη μουσουλμανική αντι-αποικιοκρατική βία από την άποψη της μετάδοσης του «φανατισμού». Μέχρι σήμερα, οι κινεζικές αναλύσεις τείνουν να αποδίδουν τα υψηλά επίπεδα αντίστασης στο προ-ΛΔΚ Σιντσιάνγκ όχι στη θρησκευτική επιθετικότητα αλλά στην ανάμειξη ξένων ιμπεριαλιστών. Σε ένα πρόσφατο δοκίμιο για τα δυτικά σύνορα της Κίνας, για παράδειγμα, ο Wang Hui (2017) επαναφέρει τους ισχυρισμούς ότι μια επανάσταση υπό την ηγεσία των Σούφι στη δεκαετία του 1820 ήταν μέρος μιας βρετανικής ιμπεριαλιστικής συνωμοσίας. Η Λευκή Βίβλος της Κίνας του Μάρτη του 2019 μεταφέρει ένα παρόμοιο μήνυμα περιγράφοντας τον Πανισλαμισμό της περιόδου της Δημοκρατίας ως δημιουργία «πρώην αποικιοκρατών».

Εάν κάποιος συνδεθεί με τα κινεζικά σόσιαλ μίντια σήμερα, θα βρει σίγουρα αυτοαποκαλούμενους «Εχθρούς των Μουσουλμάνων» [«Muslim-haters»] (穆黑) που εκφράζουν αυτό που ο Kundnani περιγράφει ως «συντηρητική» άποψη – ότι το Ισλάμ δεν βελτιώνεται και δεν έχει θέση στη σύγχρονη κοινωνία. Μεγάλο μέρος αυτής της κινεζικής ρητορικής μίσους βρίσκει γόνιμο έδαφος σε έναν ολέθριο ανατροφοδοτούμενο κύκλο με τη δυτική ισλαμοφοβία στο διαδίκτυο. Οι αναλυτές, όπως ο James Leibold, επισημαίνουν ότι στο περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης της Κίνας που χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό λογοκρισίας, η δυνατότητα τέτοιων απόψεων να κυκλοφορούν με σχετική ελευθερία μπορεί να αντικατοπτρίζει μια ορισμένη συνεργασία ανάμεσα σ’ αυτές και το κράτος (Leibold 2016). Σε επίσημο επίπεδο, ωστόσο, είναι δύσκολο να βρεθούν κινεζικές δηλώσεις που θα μπορούσαν να συγκριθούν με την επιδείνωση της συντηρητικής αντιισλαμικής ρητορικής της Δύσης. Μεταξύ των υποψηφίων για τις πρόσφατες εκλογές της Αυστραλιανής Γερουσίας, για παράδειγμα, η Pauline Hanson είπε ότι «το Ισλάμ είναι μια ασθένεια, πρέπει να εμβολιαστούμε ενάντια σε αυτήν», ενώ ο Fraser Anning ζήτησε μια «τελική λύση» στο πρόβλημα της μετανάστευσης των Μουσουλμάνων» (Remeikis 2017, Karp 2018).

Αντίθετα, ο επίσημος λόγος της Κίνας σχετικά με τους μουσουλμάνους είναι σχεδόν αποκλειστικά της φιλελεύθερης κατηγορίας, δημιουργώντας μια διχοτόμηση μεταξύ των αποδεκτών και των απαράδεκτων, μεταξύ των «καλών» και των «κακών» Μουσουλμάνων. Οι Κινέζοι εμπειρογνώμονες του αντιεξτρεμισμού μιλάνε ακριβώς όπως οι δυτικοί ομόλογοί τους: προειδοποιούν ενάντια στην ισλαμοφοβία, για την ανάγκη να διαχωριστεί ο «εξτρεμισμός» από οποιαδήποτε συγκεκριμένη θρησκεία και να αποφευχθεί η ενσωμάτωση των μέτρων κατά του εξτρεμισμού σε μια συζήτηση για την αντιτρομοκρατία (Wang 2018). Η πρόθεση του Κόμματος να «Κινεζοποιήσει» το Ισλάμ συνεπάγεται μια κανονιστική θεώρηση των ελαττωμάτων της θρησκείας όπως εφαρμόζεται σήμερα, αλλά εκφράζεται με αισιόδοξους όρους που προτείνουν διορθώσεις και ένα λαμπρό μέλλον για μια υγιέστερη και πιο κινεζική εκδοχή της πίστης.

Ένας τρόπος με τον οποίο αυτή η διχοτόμηση μεταξύ «καλού» και «κακού» που αναδεικνύεται στο Σιντσιάνγκ σήμερα είναι η διχοτόμηση μεταξύ των μειονοτήτων που μιλάνε τουρκικά και του Χουί που μιλάνε κινεζικά. Αυτή η συσχέτιση των Μουσουλμάνων του Σιντσιάνγκ με ενδεχομένως ανατρεπτικές ξένες επιρροές, σε αντίθεση με τους πιο εξημερωμένους Χουί, έχει ιστορικά προηγούμενα – αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι η γραμμή μεταξύ «καλών» και «κακών» Μουσουλμάνων δεν έχει σχεδιαστεί πάντοτε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Πριν από εκατό χρόνια, ο κυβερνήτης του Σιντσιάνγκ, ο Γιανγκ Ζενγκσίν, έτεινε να θεωρεί τη θρησκευτικότητα των Χουί ως αποκλίνουσα και ανεπιθύμητη. Αντιπαρέβαλε αυτό που θεώρησε ως φυλετική αφοσίωση των Χουί στους τοπικούς «Ανατολικούς» σεΐχ, στην θρησκευτικότητα των Ουιγούρων η οποία επικεντρώνεται περισσότερο στον Μουχάμμαντ («ευσεβείς πιστοί στις διδασκαλίες του Δυτικού Προφήτη») (Brophy 2013). Γράφοντας στη σκιά της Αυτοκρατορίας Τσινγκ, οι απόψεις του Γιανγκ συλλαμβάνουν μια στιγμή του χρόνου πριν ο κινεζικός εθνικισμός καταστήσει την εγγύτητα προς τον κινεζικό πολιτισμό ένα πρότυπο για να διαμορφώσει το μέτρο του πολίτη. Και γράφει πριν από την πρώτη από τις δύο εξεγέρσεις υπέρ της ανεξαρτησίας κατά την περίοδο της Δημοκρατίας, που οδήγησαν στην αναγνώριση των Ουιγούρων και όχι των Χουί, ως της κύριας απειλής για την κυριαρχία του Πεκίνου στο Σιντσιάνγκ. Αυτές οι δίδυμες αντιλήψεις για την πολιτισμική διαφορά και την τάση για μαχητικότητα διακρίνουν τώρα τους Ουιγούρους ως τους «κακούς» Μουσουλμάνους του Σιντσιάνγκ.

Είναι ακόμα σημαντικό ότι η διάκριση ισχύει και στην κοινότητα Ουιγούρων (ή Καζάκων, Κιργίζιων, κλπ.). Η λογική της φιλελεύθερης άποψης είναι ότι όταν η «εξτρεμιστική» ιδεολογία διαπερνά τη μουσουλμανική κοινότητα, βάζει ορισμένα, αλλά όχι όλα τα μέλη της, σε μια πορεία προς την ριζοσπαστικοποίηση. Οι περιγραφές αυτού του μονοπατιού διαφέρουν ως προς την έμφαση που δίνεται είτε σε θεολογικές αποκλίσεις είτε σε ατομικές ψυχολογικές σκέψεις: αυτά τα δύο είναι συνήθως δύσκολο να διαχωριστούν. Από αυτή την λογική προέκυψε ένας διεξοδικός λόγος, με επιστημονικές αξιώσεις, που επιτρέπει στις υπηρεσίες ασφαλείας να εντοπίζουν τα άτομα “υψηλού κινδύνου” και να λαμβάνουν μέτρα για την αποκατάστασή τους. Όπως έχουν σημειώσει άλλοι σχολιαστές (π.χ. Jamshidi 2019), οι λίστες που προειδοποιούν για σημάδια ριζοσπαστικοποίησης –ανάπτυξη γενειάδας, θρησκευτικά ενδύματα ή ακόμα και σταμάτημα του καπνίσματος– θυμίζουν άμεσα την Αντιμετώπιση του Βίαιου Εξτρεμισμού (CVE / Countering Violent Extremism) αλλού: Τα προγράμματα στα βρετανικά κανάλια ένα κλασικό παράδειγμα, όπως και η επιτήρηση από την αστυνομία της Νέας Υόρκης της μουσουλμανικής κοινότητας της Νέα Υόρκης.

Για την Κίνα, το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι κάτι αντιφατικό. Από τη μία πλευρά, η θεωρία της φιλελεύθερης αντιριζοσπαστικοποίησης τείνει να περιγράφει τους εξτρεμιστές ως παραποίηση της πραγματικής σημασίας του Ισλάμ. Αυτό συχνά δεσμεύει τον/την εμπειρογνώμονα για την τρομοκρατία σε έναν ορισμένο δικό του/της φονταμενταλισμό και η Κίνα δεν αποτελεί εξαίρεση. Το καθήκον της αποριζοσπαστικοποίησης, σύμφωνα με έναν Κινέζο μελετητή στο Κασγκάρ (Liu 2018), είναι να «αποκαταστήσει το βασικό μήνυμα των διδασκαλιών της θρησκείας» (还原宗教教义本身的主旨). Από την άλλη πλευρά, μιλώντας για «Κινεζοποίηση» φαίνεται να εννοείται ότι το Ισλάμ έγινε κάτι διαφορετικό όταν έφτασε στην Κίνα και συμμετείχε στην κοινή κινεζική κουλτούρα (中华文化). Δηλαδή, το Ισλάμ στην Κίνα έχει χαρακτηριστικά που το διακρίνουν από το Ισλάμ όπως αρχικά σχεδιάστηκε και όπως εφαρμόζεται αλλού (Zhang 2017). Η πνευματική γυμναστική που απαιτείται για να συμφιλιωθούν αυτές οι δύο αντιφατικές τάσεις πιθανόν να κρατήσει τους ειδικούς του Ισλάμ της Κίνας απασχολημένους, αλλά αυτές οι σχετικές ιδιαιτερότητες δεν πρέπει να αποκρύψουν την κοινή τους αποστολή με τον Πόλεμο Κατά της Τρομοκρατίας των ισλαμολόγων στη Δύση. Ο «μεταρρυθμιστικός πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», όπως το περιγράφει ο Kundnani, είναι «αυτός κατά τον οποίο οι κυβερνήσεις λένε στους πιστούς τι πραγματικά σημαίνει η θρησκεία τους και το υποστηρίζουν με την εξουσία που έχουν να ποινικοποιούν εναλλακτικές σημασίες» (2014, 107).

Ο δυτικός σχολιασμός του Ισλάμ της Κίνα

Επειδή ο λόγος της ΛΔΚ είναι τόσο μπερδεμένος με εκείνον της Δύσης, ο ξένος σχολιασμός της σχέσης του κινεζικού κράτους με το Ισλάμ συχνά αντιμετωπίζει δυσκολίες. Αν και προσπαθεί να επικρίνει τις πολιτικές της Κίνας, τείνει να αναπαράγει ορισμένες εικασίες οι οποίες προωθούν αυτές τις πολιτικές. Στην πιο χοντροκομμένη μορφή του, αυτός ο σχολιασμός απλά τρέφεται με σημαντικά στοιχεία της κινεζικής αφήγησης. Αν και η παλίρροια της αντιτρομοκρατικής συνεργασίας μεταξύ Κίνας και Δύσης μετά την 9η / 11 έχει υποχωρήσει, έχει αφήσει πίσω ένα κατάλοιπο από χαμηλής ποιότητας ειδικούς που υποστηρίζουν περισσότερο ή λιγότερο τον ισχυρισμό της Κίνας ότι πολεμάει ένα σοβαρό εσωτερικό τρομοκρατικό εχθρό. Ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε από το Hoover Institute το 2018, για παράδειγμα, ενώ επικρίνει την κινεζική καταστολή, περιγράφει το «Ισλαμικό Κίνημα του Ανατολικού Τουρκμενιστάν[sic]» (ETIM) ως «τη μεγαλύτερη εγχώρια εξτρεμιστική ομάδα στην Κίνα» και παπαγαλίζει κατηγορίες ότι αυτή η οργάνωση έχει πραγματοποιήσει περισσότερες από 200 επιθέσεις (Auslin 2018). Η άποψη του συγγραφέα περί «ασυμβίβαστων εντάσεων» προβλέπει μια μακρόχρονη πάλη μέχρις εσχάτων μεταξύ της Κίνας και των οργανωμένων Ουιγούρων τρομοκρατών.

Οι περισσότεροι συγγραφείς σήμερα είναι πιο επιφυλακτικοί σε τέτοιους ισχυρισμούς και επέκριναν τη συναίνεση της κυβέρνησης Μπους να θεωρήσει το νεφελώδες ΕΤΙΜ τρομοκρατική οργάνωση. Το ένστικτο αυτών των σχολιαστών είναι αυστηρά επικριτικό για τις προσπάθειες της Κίνας να δώσει έμφαση στην κλίμακα της τρομοκρατικής απειλής στο Σιντσιάνγκ. Αλλά ταυτόχρονα, οι όροι του αντιτρομοκρατικού λόγου της Κίνας είναι τόσο οικείοι, τόσο όμοιοι με τον τρόπο που η ίδια η Δύση ενοχοποιεί τους εγχώριους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της, που είναι δύσκολο να ξεφύγουν εξ ολοκλήρου και οι πιο καλοπροαίρετες κριτικές μπορούν εύκολα να υποκύψουν σ’ αυτούς.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, ένα πρόσφατο άρθρο στο περιοδικό The Economist για τους μουσουλμάνους Χουί της νοτιοδυτικής επαρχίας Γιουνάν, στο οποίο ο συγγραφέας επικρίνει τις «χοντροκομμένες προσπάθειες της Κίνας να κινεζοποιήσουν την πίστη» ως αντιπαραγωγικες (Chaguan 2019). Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα των πατριωτών Κινέζων Μουσουλμάνων πολιτικών από τις αρχές του εικοστού αιώνα, ο συγγραφέας επικρίνει τους σημερινούς αξιωματούχους της ΛΔΚ για την άγνοια τους για αυτό το ήδη υπάρχον Κινεζοποιημένο Ισλάμ. Αλλά τότε, ο συγγραφέας συναντά τους μουσουλμάνους Χουί που αποτυγχάνουν να συμμορφωθούν με την προτιμώμενη απ’ αυτόν εικόνα για αυτούς. Αυτοί οι Χουί απορρίπτουν το χαντίθ που λέει ότι «η αγάπη για την πατρίδα είναι μέρος της πίστης» (χουμπμπ αλ-ουάταν μιν αλ-ιμάν) και απομακρύνονται έτσι από το πατριωτικό, Κινεζοποιημένο Ισλάμ που επαινεί ο συγγραφέας. Γι’ αυτό θεωρούνται «ιστορικά αδαείς». Αυτό που ξεκινά ως κριτική της εκστρατείας Κινεζοποίησης του Ισλάμ της Κίνας καταλήγει να ενισχύσει μία από τις βασικές εικασίες αυτής της εκστρατείας: ότι υπάρχει ένα ιστορικά αυθεντικό πατριωτικό κινεζικό Ισλάμ και ότι οι Μουσουλμάνοι που πιστεύουν με διαφορετικό τρόπο αντιλαμβάνονται τη θρησκεία τους λανθασμένα.

Στην περίπτωση του Σιντσιάνγκ, διαβάζει συχνά κάποιος για το «μετριοπαθές, Σούφι» Ισλάμ που είναι η πρακτική των Ουιγούρων, που αποσκοπεί συνήθως στην κριτική της κινεζικής απεικόνισης του Σιντσιάνγκ ως περιοχής γεμάτης με εξτρεμισμό. Είναι αλήθεια ότι ο Σουφισμός και οι συναφείς πρακτικές προσκυνήματος, κύκλων διαλογισμού (zikr) κλπ., είναι από καιρό ένα σημαντικό μέρος της θρησκευτικής ζωής στο Σιντσιάνγκ. Αλλά αυτές οι αναφορές φέρουν το φορτίο ενός σαφώς δυτικού λόγου για τον Σουφισμό ως μια διαλογιστική, ανανεωμένη μορφή του Ισλάμ, καθιστώντας το ένα τέλειο αντίβαρο για την εξτρεμιστική ιδεολογία. Στην πραγματικότητα, αυτή η δυτική μυθολογία που περιβάλλει τον Σουφισμό δεν αντέχει και πολύ στον ιστορικό έλεγχο. Οι Σούφι στο Σιντσιάνγκ έχουν αποδείξει ότι είναι απόλυτα ικανοί για θρησκευτικό δογματισμό και για συμμετοχή σε βία εναντίον των πολιτικών εχθρών τους. Ήταν οι Σούφι αυτοί που καθοδήγησαν την αντίσταση του 19ου αιώνα εναντίον των Κίνγκ και κρίνοντας από τις αναφορές στον «ισανισμό» (依禅派)3 σε πρώιμους απολογισμούς της ΛΔΚ, ήταν οι Σούφι αυτοί που πρόβαλαν τη σκληρότερη αντίσταση στην άφιξη του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού στη λεκάνη του Ταρίμ κατά τη δεκαετία του 1950 (National People’s Congress Ethnic Affairs Committee 1956). Η κριτική εναντίον της καταστολής στην Κίνα σε σχέση με τις παραδόσεις των Σούφι της περιοχής πιθανότατα να μην έχει νόημα σε ένα κινεζικό ακροατήριο. Και το πιο σημαντικό, η διατήρηση της έννοιας του αυτόχθονος «μετριοπαθούς» Ισλάμ υποδηλώνει την αποδοχή του αντιθέτου: ένα ξένο, μη Σούφι, «εξτρεμιστικό» ή ίσως «Σαλαφιτικό» Ισλάμ. Αυτή είναι ακριβώς η διχοτόμηση στην οποία στηρίζονται οι πολιτικές της Κίνας, και οι αξιωματούχοι της ΛΔΚ τη χρησιμοποιούν για να εξηγήσουν αυτές τις πολιτικές στον κόσμο. Σε μια συνάντηση με αξιωματούχους των θρησκευτικών υποθέσεων το 2018, για παράδειγμα, ο πρεσβευτής της Κίνας στο Πακιστάν τους είπε ότι «η κινεζική κυβέρνηση είναι ο φορέας της σουφικής και μετριοπαθούς σκέψης» (Hussain 2018).

Προφανώς, έχοντας επίγνωση της χρήσης στην οποία μπορεί να τοποθετηθεί το πλαίσιο του μετριοπαθούς Σούφι εναντίον του ριζοσπάστη Σαλαφιστή, ένα από άλλη άποψη εξαιρετικό άρθρο του James Millward (2019) στο The New York Review of Books εξακολουθεί να βασίζεται σε αυτό, αλλά αντιστρέφοντάς το. Αντί να βλέπει την παρακμή ενός αυτόχθονος Σούφι Ισλάμ και την εμφάνιση πιο αυστηρών μορφών θρησκευτικότητας ως τάση που προέρχεται μέσα από την ίδια την μουσουλμανική κοινότητα, επιρρίπτει τις ευθύνες στο ίδιο το κινεζικό κράτος: «Οι κινεζικές πολιτικές τείνουν να υπονομεύουν το αυτόχθον Ισλάμ των Ουιγούρων και να επιβάλουν, μέσω της κομματικά ελεγχόμενης Ισλαμικής Ένωσης της Κίνας, μια εξιδανικευμένη εκδοχή του Ισλάμ που σχεδιάστηκε εν μέρει για τη σουνιτική πρακτική όπως προωθείται από τη Σαουδική Αραβία». Με μια καλύτερη αναγνώριση των θρησκευτικών παραδόσεων του Σιντσιάνγκ –κάτι που θα μπορούσαν να προσφέρουν οι Ουιγούροι θρησκευτικοί λόγιοι– θα αποφεύγονταν η ανάγκη για τις λανθασμένες παρεμβάσεις του κινεζικού κράτους.

Σήμερα, με την απέχθεια της για τα ιερά και την περίτεχνη αρχιτεκτονική των τζαμιών, θα μπορούσε να υπάρξει μια ορισμένη σύγκλιση μεταξύ της κινεζικής πολιτικής και των συνταγών του Ουαχαμπιτικού Ισλάμ. Αναμφίβολα, υπήρξε η λογική πίσω από αυτή τη σύγκλιση στον εκσυγχρονισμό της ΛΔΚ από την ίδρυσή της. Αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία για το ρόλο οποιασδήποτε εσκεμμένης σχέσης Πεκίνου-Σαουδικής Αραβίας για να παραγκωνιστεί στο Σιντσιάνγκ ένα Ισλάμ που έχει ως κέντρο το ναό. Υπάρχουν πολλά περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία που δείχνουν, όπως θα περίμενε κανείς, ότι η τήρηση των γραφών [«scripturalism»] και η επακόλουθη κριτική του Σουφισμού είχαν τοπικές ρίζες, ενώ παράλληλα τροφοδοτούνταν από την συνεχιζόμενη ανταλλαγή μεταξύ των Μουσουλμάνων του Σιντσιάνγκ και του ευρύτερου ισλαμικού κόσμου και όλα αυτά πριν από την Κομμουνιστική Επανάσταση. Αμφισβητήσιμη από ιστορική άποψη, η αφήγηση του Millward παραμένει σταθερά μέσα στο παράδειγμα μετριοπαθές/εξτρεμιστικό, χαράσσοντας μια αντίθεση μεταξύ του αυτόχθονου ουιγουρικού Ισλάμ και κάτι άλλου ξένου προς αυτό. Η μετατόπιση της ευθύνης για ένα κακοήθες Ισλάλ σε σαουδαραβικό στιλ από τους ίδιους τους Μουσουλμάνους του Σιντσιάνγκ στο κινεζικό κράτος απλώς δεν κατασκευάζει τη ρητορική γροθιά για την οποία προορίζεται. Εξάλλου, πολλοί στη Δύση αναγνωρίζουν τον προηγούμενο ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών ως προς τη βοήθεια στο τζιχάντ στο Αφγανιστάν και αλλού, υποστηρίζοντας παράλληλα την ανάγκη για επεμβατική αντιτρομοκρατική αστυνόμευση ώστε να εξαλειφθούν οι εξτρεμιστικές μορφές του Ισλάμ σήμερα.

Αυτά είναι κάποια παραδείγματα των τρόπων με τους οποίους οι αναλύσεις για το Σιντσιάνγκ αναπαράγουν τον μεταρρυθμιστικό λόγο για τους «καλούς» Σούφι και τους «κακούς» σκριπτουραλιστές [«scripturalists»]. Ωστόσο, κατά περιόδους, η προσπάθεια να ασκηθεί κριτική στην καταπίεση της Κίνας στο Σιντσιάνγκ σπρώχνει τους συγγραφείς σε κάτι που προσεγγίζει τον «συντηρητικό» λόγο περί ουσιαστικής ασυμβατότητας μεταξύ Κίνας και Ισλάμ. Όπως έχω συζητήσει, αυτή η άποψη δεν αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό της κινεζικής πνευματικής παράδοσης. Οι Κομφουκιανοί διανοούμενοι θα μπορούσαν να δυσφημίσουν έντονα όλες τις μη κινέζικες πίστεις, αλλά η προκατάληψη τους δεν τους οδήγησε στο σημείο να προβλέψουν μια αναπόφευκτη σύγκρουση μεταξύ της Κίνας και των Μουσουλμάνων της. Αυτή η προοπτική, ωστόσο, είχε εξέχουσα θέση στα ακαδημαϊκά έργα εκτός της Κίνας. Εμφανίστηκε πρώτα τον δέκατο ένατο αιώνα, κατά την περίοδο των μουσουλμανικών εξεγέρσεων εναντίον των Κινγκ, όταν καθιερώθηκε η άποψη ότι το Ισλάμ ήταν μια ανερχόμενη δύναμη στην Κίνα, η οποία θα μπορούσε τελικά να θέσει σε κίνδυνο τα δυτικά (και ρωσικά) συμφέροντα. Ο λόγος αναζωπυρώθηκε στη δεκαετία του 1970, καθώς οι σχολιαστές στη Δύση όλο και περισσότερο γνώριζαν το Ισλάμ ως παγκόσμια πολιτική δύναμη. Σε ένα άρθρο του 1977 με τίτλο «Το ασυμβίβαστο μεταξύ του Ισλάμ και της κινεζικής τάξης», ο αναλυτής και ιστορικός των Ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών Raphael Israeli υποστήριξε ότι η «μουσουλμανική παρουσία στην Κίνα ... αποτελούσε πάντα μια πρόκληση, ορισμένες φορές και μια απειλή, για το κινεζικό σύστημα. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι το Ισλάμ, δεν έχει καθόλου πρόθεση να αφομοιωθεί πολιτιστικά με την κινεζική κοινωνία, αντίθετα τροφοδότησε τα διακριτικά του χαρακτηριστικά και τόνισε την υπεροχή του, κάτι σχεδόν ανύπαρκτο σε άλλες μειονοτικές κουλτούρες στο Μέσο Βασίλειο» (Israeli 1977). Το 1978, ο ιστορικός του Χάρβαρντ, Joseph Fletcher, πρότεινε μια παρόμοια ανάλυση των Τουρκόφωνων Μουσουλμάνων του Σιντσιάνγκ, υποστηρίζοντας ότι μπορούσαν να αποδεχθούν μόνο προσωρινά την κυριαρχία ενός μη Μουσουλμάνου αυτοκράτορα και ότι έτσι ζούσαν κάτω από την «υποχρέωση του τζιχάντ» (Fletcher 1978).

Σήμερα, οι περισσότερες ακαδημαϊκές εργασίες για το Ισλάμ στην Κίνα εξετάζουν την αμφισβήτηση αυτών των απόψεων, αλλά η επιδείνωση της κατάστασης στο Σιντσιάνγκ οδήγησε στην επανεμφάνισή τους, τώρα με μια μορφή περισσότερο αντι-ΚΚΚ. Σε ένα πρόσφατο άρθρο, επίσης στο The New York Review of Books, ο Ian Johnson (2018) παρουσιάζει μια ζοφερή εικόνα της δυνατότητας συνύπαρξης Μουσουλμάνων και μη Μουσουλμάνων στο Σιντσιάνγκ. Εστιάζοντας στη δυναστεία των Κινγκ, υπογραμμίζει αυτό που θεωρεί αδυναμία του κινέζικου κράτους να φιλοξενήσει τον πλουραλισμό, που εκδηλώθηκε εκείνη τη στιγμή στην «βουδιστική πολιτικο-θρησκευτική ουτοπία» των Κινγκ, αλλά απορρέει τελικά από «παλαιότερα και βαθύτερα προβλήματα στην κινεζική κοσμοαντίληψη». Ωστόσο, στο ίδιο άρθρο, ο Johnson αναφέρει επίσης τη «μονολιθική άποψη της αλήθειας» της Αβραάμικης θεολογίας, μια φράση που αποτελεί περισσότερο από υπαινιγμό ότι υπήρξαν πολιτισμικά εμπόδια στην ανοχή και τη συνύπαρξη και από τις δύο πλευρές. Ισχυρίζεται ότι η μαχητική αντίσταση αποτελούσε άμεση απάντηση στην κυριαρχία των Κινγκ στο Σιντσιάνγκ και είχε ως κίνητρο το γεγονός ότι οι Μουσουλμάνοι του Σιντσιάνγκ δεν αισθάνονταν Κινέζοι, δεν φαίνονταν σαν Κινέζοι, δεν μιλούσαν κινέζικα, δεν μοιράζονταν κινέζικες αξίες και μύθους και ιστορίες ή, γενικά, δεν ήθελαν να είναι κομμάτι της Κίνας».

Για άλλη μια φορά, αυτό που έχει ως στόχο να προσφέρει μια κριτική στις πολιτικές της Κίνας στο Σιντσιάνγκ καταλήγει να χάσει ένα μεγάλο μέρος της δύναμης της. Ο Johnson αναφέρει τον ιστορικό Johan Elverskog για την άποψη ότι «δεν μπορούμε να πούμε ότι το Ισλάμ είναι ασυμβίβαστο με την Κίνα ή την κινεζική κουλτούρα». Όμως, όπως το περιγράφει, η γραμμή σφάλματος στο Σιντσιάνγκ καταλήγει να μοιάζει πολύ με μια Χαντινγτόνια σύγκρουση των πολιτισμών. Από αυτή την προοπτική, είτε είναι το κινεζικό κράτος είτε είναι το Ισλάμ τελικά υπεύθυνο, αρχίζει να τίθεται περισσότερο θέμα έμφασης. Και ανεξάρτητα από το πού μπορούμε να καταλήξουμε σε αυτό το ερώτημα, το παράδειγμα του Johnson δεν προσφέρει πολλά περιθώρια για να σκεφτεί κανείς λύσεις για την κρίση που αντιμετωπίζει σήμερα το Σιντσιάνγκ: αν η αντιπαράθεση έχει τόσο βαθιές ιστορικές και πολιτιστικές ρίζες, τι μπορεί να ελπίζει κανείς να κάνει γι’ αυτό;

Προς την υπεράσπιση της θρησκευτικής ελευθερίας

Υπάρχουν προφανώς λόγοι για να είναι κανείς απαισόδοξος όσον αφορά την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων στο Σιντσιάνγκ. Ευτυχώς, όμως, η αφήγηση του Johnson δεν μας παρέχει την πλήρη εικόνα. Ενώ η Αυτοκρατορία των Κινγκ ήταν αμείλικτη προς τους εχθρούς της μεταξύ της θρησκευτικής ελίτ του Σιντζιάνγκ (κυρίως των Σούφι που υποστήριζαν ότι κατάγονται από τον Προφήτη Μουχάμμαντ), μπορεί να δει κανείς την ιστορία του δέκατου όγδοου αιώνα ως μια περίοδο σημαντικής διευκόλυνσης προς τον μουσουλμανικό πληθυσμό της περιοχής. Φυσικά, αν η βασιλεία του Κιανλόνγκ του ισχυρού Κινγκ παρέχει ένα λειτουργικό μοντέλο για τη σημερινή ΛΔΚ είναι αμφισβητήσιμο. Η άποψή μου εδώ είναι απλά ότι η ιστορία δεν είναι καθόλου μονοσήμαντη και δεν πρέπει να την επιτρέψουμε να υπαγορεύει μια συγκεκριμένη άποψη για το παρόν.

Μετά την ανάληψη του ελέγχου του Κασγκάρ το 1759, ο Κιανλόνγκ διέταξε αμέσως την αποκατάσταση του κύριου ιερού των Σούφι της πόλης. Ενώ ήταν επιφυλακτικός για την επιρροή που ασκούσαν τα εναπομείναντα μέλη των ελίτ θρησκευτικών οικογενειών του Σιντσιάνγκ, η τακτική του ήταν να τους φιλοξενήσει με πολυτέλεια στο Πεκίνο, από όπου συνέχισαν να έρχονται σε επαφή με τη μουσουλμανική κοινωνία της λεκάνης του Ταρίμ. Ο Johnson έχει δίκιο όταν γράφει ότι δεν υπήρχε τζαμί μέσα στην Απαγορευμένη Πόλη του Πεκίνου – κατά την άποψή του, είναι ένδειξη ότι το απέκλεισαν από το «θρησκευτικό σύστημα» των Κινγκ. Αλλά υπήρχε ένα τζαμί ακριβώς απέναντι, ένα καλά εξοπλισμένο συγκρότημα που χτίστηκε για να στεγάσει αυτή την κοινότητα των Μουσουλμάνων του Σιντσιάνγκ, και γνωρίζουμε ότι ο αυτοκράτορας πραγματοποιούσε ετήσιες επισκέψεις. Ενώ πιθανότατα πολύ περισσότερο ενημερωμένος και ενδιαφερόμενος για τις βουδιστικές παραδόσεις του Θιβέτ, ο Κιανλόνγκ ήταν εξίσου πρόθυμος να ανακαλύψει τι είχαν οι μουσουλμάνοι του Σιντσιάνγκ να προσφέρουν στη δυναστεία όσον αφορά τις πνευματικές ικανότητες και να προσέλαβε ιερείς τους για να διεξάγουν τελετές βροχής μέσα και γύρω από την πρωτεύουσα. Όταν στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα ανακαλύφθηκαν ξανά στο Σιντσιάνγκ δίκτυα Σούφι [του τάγματος των] Νακσμπαντί που ήταν πιστοί στους εχθρούς της δυναστείας, η αντίδραση του Κιανλόνγκ δεν ήταν να ξεκινήσει μια αιματηρή έρευνα, αλλά να διασκορπίσει το δίκτυο διορίζοντας τα μέλη του σε χαμηλόβαθμες θέσεις. Μόνο στη δεκαετία του 1820, 60 χρόνια μετά την κατάκτηση των Κινγκ, οι θρησκευτικές ελίτ των αντιφρονούντων ήταν σε θέση να ξεκινήσουν σοβαρή αντίσταση εναντίον των Κινγκ και οι προσπάθειες αυτές δεν έγιναν ομόφωνα αποδεκτές από τους ντόπιους.

Από την άποψη του Πεκίνου, φυσικά, όλα αυτά είναι δευτερεύουσας σημασίας. Σύμφωνα με την επίσημη ρητορική ήταν η άφιξη του «Παντουρκισμού» και του «Πανισλαμισμού» στις αρχές του εικοστού αιώνα που έθεσε τα θεμέλια για το σημερινό βίαιο εξτρεμισμό. Αλλά και εδώ η ιστορία μπορεί να περιπλέξει τα πράγματα. Αυτές οι ιδεολογίες του εικοστού αιώνα δεν έφεραν αυτομάτως μαζί τους μια κριτική της κινεζικής κυριαρχίας στο Σιντσιάνγκ και πιο συχνά εξέφραζαν την ελπίδα για αντι-αποικιοκρατική συνεργασία με την Κίνα. Η Λευκή Βίβλος του 2019 αναφέρει τον Μασ‘ούντ σαμπρί και τον Μουχάμμαντ Αμίν Μπουγρά ως εκπροσώπους αυτών των τάσεων ριζοσπαστικοποίησης, αλλά και οι δύο άντρες πέρασαν μεγάλο μέρος της ζωής τους, δουλεύοντας παράλληλα με τους Κινέζους εθνικιστές στο Κουομιτάνγκ – σχεδόν το βιογραφικό σημείωμα που θα περίμενε κανείς από ένα ζευγάρι εξόριστων εξτρεμιστών. Ένας τρίτος πολύ δυσφημισμένος κακός αυτής της περιόδου είναι ο Σαμπίτ Νταμουλά, ο οποίος υπήρξε πρωθυπουργός της βραχύβιας δημοκρατίας του Ανατολικού Τουρκιστάν το 1933-1934. Ωστόσο, παρόλο που προφανώς εμπνεύστηκε από τη «Σαλαφιτική» θεολογία, δεν υπάρχει τίποτα στα κείμενά του που να δείχνει ότι αισθάνθηκε θρησκευτικά υποχρεωμένος να διεξάγει αντι-κινεζική αντίσταση. Σε ένα ταξίδι στη Μέση Ανατολή στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Σαμπίτ Νταμουλά έγραψε άρθρα που περιγράφουν τους Μουσουλμάνους στο Σιντσιάνγκ να απολαμβάνουν σχεδόν πλήρη θρησκευτική ελευθερία, κατευθύνοντας τα περισσότερα από τα παράπονά του εναντίον των δραστηριοτήτων των Ευρωπαίων ιεραποστόλων. Οι απόψεις του ήταν σύμφωνες με εκείνες των εξέχοντων Αράβων θεωρητικών του πολιτικού Ισλάμ, όπως του Ρασίντ Ρίντα, ο οποίος έκρινε ότι ενώ η Κίνα βρισκόταν έξω από τον ισλαμικό κόσμο και ήταν, μιλώντας κυριολεκτικά, Νταρ αλ-Χαρμπ (Οίκος του πολέμου), αυτό δεν επέβαλε στους μουσουλμάνους καμία υποχρέωση να αμφισβητήσουν την κινεζική κυριαρχία (Halevy 2019). Η προτιμώμενη πορεία δράσης, πίστευε, ήταν ο προσηλυτισμός στην πίστη.

Το συμπέρασμα που πρέπει να βγει από όλα αυτά είναι ότι δεν μπορεί να χαραχθεί μια ευθεία γραμμή από τις θεολογικές απόψεις στις πολιτικές προτάσεις. Ακριβώς όπως ο Σουφισμός δεν καλλιέργησε απαραιτήτως έναν πλουραλιστικό ειρηνισμό, ούτε και η έκκληση για επιστροφή στα βασικά κείμενα του Ισλάμ –στο Κοράνι και τα Χαντίθ– δεν συνοδευόταν πάντα από μια άκαμπτη αντικινεζική μαχητική δραστηριότητα. Στις μεταβαλλόμενες πολιτικές συνθήκες που αντιμετώπισε κατά την επιστροφή του στο Σιντσιάνγκ, ο Σαμπίτ Νταμουλά υποστήριξε την εξέγερση σε όλη την επαρχία απ’ την οποία γεννήθηκε η Δημοκρατία του Ανατολικού Τουρκιστάν και δικαιολόγησε αυτή την προσπάθεια για ανεξαρτησία με θρησκευτικούς όρους. Αλλά η συμμετοχή του σε αυτή την πράξη αντίστασης δεν ήταν συνάρτηση της ερμηνείας του για το Ισλάμ. Η πνευματική γενεαλογία την οποία η Κίνα επιδιώκει να παρουσιάσει για την εκστρατεία της ενάντια στην «εξτρεμιστική ιδεολογία» δεν μπορεί να πραγματοποιήσει το έργο για το οποίο έχει σχεδιαστεί.

Αυτή η ανάγκη να διαχωρίσουμε την ανάλυση της πολιτικής βίας από την τυπολογία του Ισλάμ είναι τόσο πραγματική σήμερα όσο ήταν και στο παρελθόν. Είτε διατυπωθούν με όρους θελογικών αποκλίσεων, είτε με ψυχολογικούς όρους για αλλοτρίωση και κρίση ταυτότητας, οι εξηγήσεις που βασίζονται στις έννοιες της «εξτρεμιστικής ιδεολογίας» δεν παρέχουν μια πειστική διάγνωση της προέλευσης της τρομοκρατικής βίας και δεν μπορούν, επομένως, να δικαιολογήσουν αποτελεσματικά τα μέσα για την αντιμετώπισή τους. Ήδη, πολλοί ειδικοί έχουν μιλήσει εναντίον των αβάσιμων εικασιών που δικαιολογούν την αστυνόμευση από τη CVE [Αντιμετώπιση του Βίαιου Εξτρεμισμού], υποστηρίζοντας ότι η εμπειρική έρευνα για την τρομοκρατία απλά δεν υποστηρίζει τις κατευθυντήριες εικασίες της (Ross 2016). Στην καλύτερη περίπτωση, αυτές οι θεωρίες παρέχουν ασαφείς συσχετίσεις, οι οποίες δεν έχουν μεγάλη σημασία ελλείψει αυστηρότερων μελετών ομάδων ελέγχου. Όταν εκφράζονται, σχεδόν όλες οι δικαιολογίες για τρομοκρατική βία επικεντρώνονται σε πολιτικά παράπονα, τα οποία δεν κατάφεραν να βρουν εναλλακτικές διεξόδους έκφρασης.

Ο ισχυρισμός ότι είναι πολιτικοί οι παράγοντες που ωθούν ορισμένους Ουιγούρους σε πράξεις βίας, θα προκαλέσει λίγες αντιρρήσεις σε ένα δυτικό ακροατήριο με προδιάθεση να αναγνωρίσει τις αποτυχίες της πολιτικής της Κίνας. Ωστόσο, η επισήμανση αυτή στην Κίνα είναι πιθανόν να είναι αναποτελεσματική όσο οι δικές μας πρακτικές αστυνόμευσης των Μουσουλμάνων αποκρύπτουν αυτή τη βασική αλήθεια. Για να μην αναφέρουμε τα αναγνωρισμένου κύρους, καλά χρηματοδοτούμενα ιδρύματα που επικυρώνουν τη θεωρία πίσω από αυτές τις πρακτικές αστυνόμευσης της Δύσης και τα οποία συνέβαλαν στη διάδοση ενός αμφισβητούμενου δόγματος αντιριζοσπαστικοποίησης στην Κίνα. Ως εκ τούτου, οι επικριτές πρέπει να επανεξετάσουν τις αντανακλαστικές εκκλήσεις προς την Κίνα να συμμορφωθεί με τους «διεθνείς κανόνες». Οι διεθνείς κανόνες σχετικά με αυτό το ζήτημα είναι ακριβώς αυτό που πρέπει να αμφισβητήσουμε. Αντ’ αυτού, πρέπει να εργαστούμε για να διασώσουμε την αρχή της γνήσιας θρησκευτικής ελευθερίας από τη ζημία που έχει υποστεί μέσω του παγκόσμιου πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Οι Μουσουλμάνοι στην Κίνα αξίζουν την ελευθερία να προσεύχονται στα ιερά των Σούφι ή να μην το κάνουν, όπως αυτοί θα κρίνουν κατάλληλο. Πρέπει να είναι ελεύθεροι να επιμείνουν στην αποκλειστική εγκυρότητα των αρχικών κειμένων του Ισλάμ ή να μην το κάνουν, όπως αυτοί θα κρίνουν σκόπιμο. Και αν θέλουν να αντιπαρατεθούν μεταξύ τους για τον καλύτερο τρόπο να είναι Μουσουλμάνοι, θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να το κάνουν χωρίς το κινεζικό κράτος, οι μη Μουσουλμάνοι εμπειρογνώμονες της Κίνας ή οι ξένοι επικριτές να παρεμβαίνουν σε αυτή τη συζήτηση για να επιλέξουν πλευρά, προωθώντας τις προτιμώμενες φωνές, ενώ ταυτόχρονα θα υπονομεύουν τους άλλες ως ξένες και μη αυθεντικές. Για να ξανασκεφτούμε τη συζήτηση με αυτό τον τρόπο, πρέπει να απελευθερωθούμε από τα δικά μας βαθιά ριζωμένα παραδείγματα του καλού απέναντι στο κακό, του μετριοπαθούς απέναντι στο εξτρεμιστικό Ισλάμ, τα οποία, ακόμα και όταν επικαλούνται ένα κριτικό πνεύμα, μπορεί να χρησιμεύσουν για να επικυρώσουν τις κρατικές παρεμβάσεις στις μουσουλμανικές κοινότητες.

 

Μετάφραση: e la libertà

Πηγή: David Brophy, «Good and Bad Muslims in Xinjiang», Made in China Journal, 9 Ιουλίου 2019 και Europe Solidaire Sans Frontières, 9 Ιουλίου 2019. 

 

Βιβλιογραφικές αναφορές:

Auslin, Michael R. 2018. ‘The Long Encounter: China and Islam’s Irreconcilable Tensions.’ The Caravan 1819. https://www.hoover.org/research/long-encounter-china-and-islams-irreconcilable-tensions.

Avni, Benny. 2018. ‘China is Inventing a Whole New Way to Oppress a People.’ The New York Post, 17 Σεπτεμβρίου. https://nypost.com/2018/09/17/china-is-inventing-a-whole-new-way-to-oppress-a-people/.

Brophy, David. 2013. ‘Correcting Transgressions in the House of Islam: Yang Zengxin’s Buguozhai wendu on Xinjiang’s Muslims.’ In Islam, Society and States Across the Qazaq Steppe (18th – Early 20th Centuries), edited by Niccolò Pianciola and Paulo Sartori, 267–96. Βιέννη: Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften.

Chaguan. 2019. ‘History Shows the Folly of China’s Paranoia about Islam.’ The Economist, 19 Ιανουαρίου. https://www.economist.com/china/2019/01/19/history-shows-the-folly-of-chinas-paranoia-about-islam?fsrc=scn/tw/te/bl/ed/historyshowsthefollyofchinasparanoiaaboutislamchaguan.

China Central Television. 2019. ‘新疆的反恐去极端化斗争 [China’s Counter-Terrorism and Deradicalization Struggle].’ 19 Μαρτίου. https://v.ifeng.com/c/01fd04c2-71e5-4a12-9a61-6076b20ccce9.

Doyon, Jérôme. 2019. ‘“Counter-extremism” in Xinjiang: Understanding China’s Community-Focused Counter-Terrorism Tactics.’ War on the Rocks, 14 Ιαουναρίου. https://warontherocks.com/2019/01/counter-extremism-in-xinjiang-understanding-chinas-community-focused-counter-terrorism-tactics/.

Fletcher, Joseph. 1978. ‘The Heyday of the Ch’ing Order in Mongolia, Sinkiang, and Tibet.’ In The Cambridge History of China. Vol. 10, edited by John K. Fairbank, 351–408. Κέμπριτζ: Cambridge University Press.

Goldberg, Jeffrey. 2016. ‘What Obama Actually Thinks about Radical Islam.’ The Atlantic, 15 Ιουνίου. https://www.theatlantic.com/international/archive/2016/06/obama-radical-islam/487079/.

Halevi, Leor. 2019. ‘Is China a House of Islam? Chinese Questions, Arabic Answers, and the Translation of Salafism from Cairo to Canton, 1930-1932.’ Die Welt des Islams 59: 33–69.

Hunerven, Adam. 2019. ‘Spirit Breaking: Capitalism and Terror in Northwest China.’ Chuang 2: 485–525.

Hussain, Javed. ‘Religious Affairs Minister Discusses Treatment of Xinjiang Muslims with Chinese Envoy.’ Dawn, 19 Σεπτεμβρίου. https://www.dawn.com/news/1433886.

Israeli, Raphael. 1977. ‘Muslims in China: The Incompatibility between Islam and the Chinese Order.’ T’oung Pao 63, no. 4/5: 296–323.

Jamshidi, Maryam. 2019. ‘The War on Terror’s Reeducation Camps.’ Jacobin, 12 Ιανουαρίου.  https://jacobinmag.com/2019/01/uyghur-reeducation-camps-china-war-on-terror.

Johnson, Ian. 2018. ‘The Uighurs and China’s Long History of Trouble with Islam.’ The New York Review of Books, 23 Νοεμβρίου. https://www.nybooks.com/daily/2018/11/23/the-uighurs-and-chinas-long-history-of-trouble-with-islam/.

Karp, Paul. 2018. ‘MPs Widely Condemn Fraser Anning’s “Final Solution” Speech.’ The Guardian, 15 Αυγούστου. https://www.theguardian.com/australia-news/2018/aug/15/mps-widely-condemn-fraser-annings-final-solution-speech.

Kundnani, Arun. 2014. The Muslims are Coming! Islamophobia, Extremism, and the Domestic War on Terror. Λονδίνο και Νέα Υόρκη: Verso.

Leibold, James. 2016. ‘Creeping Islamophobia: China’s Hui Muslims in the Firing Line.’ China Brief 16, no. 10: 12–15. https://jamestown.org/program/creeping-islamophobia-chinas-hui-muslims-in-the-firing-line/.

Liu, Menggang. 2018. ‘有效谋划和推进新疆“去极端化”研究 [A Study on Effectively Planning and Implementing ‘Deradicalisation’ in Xinjiang].’ 新西部 [The New Western Region], Μάρτιος: 31–32.

Millward, James. 2017. ‘“Reeducating” Xinjiang’s Muslims.’ The New York Review of Books, 7 Φεβρουαρίου. https://www.nybooks.com/articles/2019/02/07/reeducating-xinjiangs-muslims/.

National People’s Congress Ethnic Affairs Committee ed. 1956. 新疆维吾尔自治区若干调查材料汇编 [A Compilation of Certain Survey Materials on the Xinjiang Uyghur Autonomous Region].

Remeikis, Amy. 2017. ‘Pauline Hanson Says Islam is a Disease Australia Needs to “Vaccinate”.’ The Sydney Morning Herald, 24 Μαρτίου. https://www.smh.com.au/politics/federal/pauline-hanson-says-islam-is-a-disease-australia-needs-to-vaccinate-20170324-gv5w7z.html.

Ross, Alice. 2016. ‘Academics Criticize Anti-Radicalisation Strategy in Open Letter.’ The Guardian, Σεπτεμβρίου 29. https://www.theguardian.com/uk-news/2016/sep/29/academics-criticise-prevent-anti-radicalisation-strategy-open-letter.

Shakman Hurd, Elizabeth. 2015. Beyond Religious Freedom: The New Global Politics of Religion. Πρίνστον: Princeton University Press.

Shih, Gerry. 2017. ‘Uighurs Fighting in Syria Take Aim at China.’ AP News, 23 December. https://apnews.com/79d6a427b26f4eeab226571956dd256e.

State Council Information Office of the People’s Republic of China. 2019. The Fight Against Terrorism and Extremism and Human Rights Protection in Xinjiang. http://english.www.gov.cn/archive/white_paper/2019/03/18/content_281476567813306.htm.

Wang, Hui. 2017. ‘两洋之间的新大同想象 [Imagining a New Great Unity Between the Two Oceans].’ 爱思想 [Aisixiang]. http://www.aisixiang.com/data/106828.html.

Wang, Xin. 2018. ‘反极端主义视角下的中外去极端化比较研究 [A Comparative Study of Chinese and Foreign Deradicalization from the Point of View of Anti-Extremism].’ 中国人民公安大学学报 [Journal of the People’s Public Security University of China] 3: 47–59.

Zhang, Lijuan. 2017. ‘关于新疆伊斯兰教中国化的若干思考 [Some Thoughts on the Sinicisation of Islam in Xinjiang].’ 中国宗教 [China’s Religions] 6: 46–47.

 

 

 

Σημειώσεις

1 [Σ.τ.Μ.:] Μεταφράζουμε τον όρο «Sinophone», ο οποίος αποτελεί έναν νεολογισμό που δηλώνει όσους μιλάνε μια από τις διάφορες κινεζικές γλώσσες στην Κίνα και σε άλλες περιοχές της Ασίας.

2 [Σ.τ.Μ.:] Οι Χαν (漢人) είναι η μεγαλύτερη εθνική ομάδα της Κίνας.

3 [Σ.τ.Μ.:] Ο όρος «ishanism» (‘依禅派’) δηλώνει την ιδεολογία των οπαδών του Χαζράτ Ισαάν Σαχ (Χουατζά Σαγίντ Μιρ Μαχμούντ Χάουαντ ιμπν Σαρίφ Νακσμπαντί, 1563 - 1642), ο οποίος τιμάται ως άγιος από τα σουφικά τάγματα της Κεντρικής Ασίας και υπήρξε ο πατέρας του ιδρυτή του σουνιτικού τάγματος των Νακσμπαντί. Θεωρείται επίσης “Σαγίντ”, δηλαδή απόγονος του ίδιου του Προφήτη Μουχάμμαντ (μέσω της κόρης του Φατίμα αζ-Ζάχρα και του εξαδέρφου του ‘Άλι ιμπν Αμπού Τάλιμπ.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020 00:05