Σάββατο, 01 Απριλίου 2023 10:35

Ποιος μπορεί να σταματήσει τον Μόντι και το αυταρχικό του όραμα για την Ινδία;

 

 

Achin Vanaik

 

Ποιος μπορεί να σταματήσει τον Μόντι και το αυταρχικό του όραμα για την Ινδία;

 

 

Στην Ινδία, η καταδίκη του ηγέτη της αντιπολίτευσης Ραχούλ Γκάντι για συκοφαντική δυσφήμιση απασχολεί τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Η «μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου» δεν αντιμετωπίζει τη δυσφήμιση ζήτημα αστικού δικαίου και ο ηγέτης του Κόμματος του Κογκρέσου αντιμετώπισε τη δικαιοσύνη σε κατώτερο δικαστήριο στην πολιτεία Γκουτζαράτ, την πατρίδα του πρωθυπουργού Ναρέντρα Μόντι.

Και αυτό για μια δημόσια ομιλία στην οποία ο Γκάντι δήλωσε ότι ο πρωθυπουργός έχει το ίδιο επώνυμο με ένα ζευγάρι εύπορων προσώπων της κοινωνικής και επιχειρηματικής ζωής που καταδικάστηκαν για διαφθορά αλλά έφυγαν από τη χώρα. Το δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ του ενάγοντος, ενός βουλευτή του κόμματος Bharatiya Janata (BJP) που επίσης έχει το επώνυμο Μόντι και ο οποίος ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για δυσφήμιση ενός ολόκληρου μπλοκ προσώπων ενδιάμεσης κάστας.

Εάν η προσφυγή του Κόμματος του Κογκρέσου στα ανώτερα δικαστήρια αποτύχει, ο Γκάντι θα πρέπει να εκτίσει ποινή φυλάκισης δύο ετών. Με ύποπτα μεγάλη ταχύτητα έχει χάσει την ιδιότητα του βουλευτή και δεν μπορεί να παρίσταται ή να μιλάει στο Κοινοβούλιο. Ακόμη και πριν από αυτό το BJP είχε κατακρίνει περιφρονητικά το τετράμηνο (αρχές Σεπτεμβρίου 2022 έως τέλη Ιανουαρίου 2023) καθημερινό ταξίδι του με τα πόδια από το νοτιότερο άκρο της χώρας στο Κασμίρ για να «ενώσει τη χώρα» (Μπάρατ Τζόντο Γιάτρα). Αυτό όντως ενίσχυσε την προσωπική του δημόσια εικόνα και αύξησε το εθνικό του κύρος, αν και είχε μικρότερο αντίκτυπο στη δημοτικότητα του κόμματός του. Ακολούθησε μια εκστρατεία του BJP κατά του Γκάντι για «αντεθνική» συμπεριφορά, όταν, κατά τη διάρκεια της επακόλουθης επίσκεψής του στη Βρετανία, επέκρινε δημοσίως τον Μόντι και την κυβέρνησή του για εκφυλισμό της ινδικής δημοκρατίας.

 

Αντιπερισπασμός στο πλαίσιο του ευρύτερου παιχνιδιού

Όλα αυτά εξυπηρετούν έναν σημαντικό σκοπό αντιπερισπασμού για το BJP και τον Μόντι. Νωρίτερα φέτος, μια ξένη χρηματοοικονομική εταιρεία, η Hindenburg Research, δημοσίευσε μια έκθεση που εξέθετε τις σκοτεινές συναλλαγές του Γκαουτάμ Αντάνι, ενός κολλητού του Μόντι από την εποχή που ήταν πρωθυπουργός του Γκουτζαράτ. Όταν ο Μόντι έγινε πρωθυπουργός το 2014, η θέση του Αντάνι στον παγκόσμιο κατάλογο των δισεκατομμυριούχων σε δολάρια ήταν 608. Στα τέλη του 2022 είχε γίνει ο τρίτος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο. Το αεροπλάνο του Αντάνι έχει χρησιμοποιηθεί τακτικά από τον Μόντι για προεκλογική εκστρατεία και ο μεγαλοκαπιταλιστής –στο πλαίσιο επιχειρηματικών αντιπροσωπειών– έχει επανειλημμένα συνοδεύσει τον πρωθυπουργό στα επίσημα ταξίδια του στο εξωτερικό.

Η εγχώρια εικόνα του Μόντι ως αδιάφθορου απειλείται σοβαρά, πραγματικά για πρώτη φορά. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με προεξάρχοντα το Κόμμα του Κογκρέσου και τον Γκάντι, ζητούν από τη Λοκ Σάμπχα (την κάτω βουλή του ινδικού κοινοβουλίου) τη σύσταση μικτής κοινοβουλευτικής επιτροπής για τη διερεύνηση της υπόθεσης Αντάνι. Ως εκ τούτου, οι βουλευτές του BJP δημιούργησαν πανδαιμόνιο στη Λοκ Σάμπχα, επιμένοντας ότι όλες οι διαδικασίες στις υπόλοιπες ημέρες της συνεδρίασης του προϋπολογισμού πρέπει να ανασταλούν μέχρι ο Γκάντι να ζητήσει συγγνώμη για τα σχόλιά του στο εξωτερικό.

Η κυβέρνηση Μόντι και οι δυνάμεις της Χιντούτβα που έχουν εισχωρήσει στην κοινωνία επιδιώκουν να εγκαθιδρύσουν μια de facto εθνοκρατία. Αυτό δεν απαιτεί την πλήρη εξάλειψη της φιλελεύθερης δημοκρατίας και των συνδεόμενων δικαιωμάτων, η οποία θα μπορούσε να είναι αντιπαραγωγική –άλλωστε, ο πληθυσμός της πλειοψηφίας των Ινδουιστών πρέπει να πεισθεί να καλωσορίσει αυτό το σχέδιο– αλλά απαιτεί τη δραματική αποψίλωση των δομών της δημοκρατίας.

Το σύστημα ελέγχων και ισορροπιών μεταξύ εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας πρέπει να υπονομευθεί σοβαρά. Πολλά έχουν ήδη επιτευχθεί στην προσπάθεια να περιοριστεί η ανεξαρτησία του Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο θέτει τα πρότυπα για τα δικαστήρια που ακολουθούν, αλλά απαιτούνται περισσότερα. Μόλις πριν από λίγες ημέρες, το εν λόγω δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η απλή συμμετοχή σε απαγορευμένη οργάνωση –δηλαδή, η «ενοχή μόνο λόγω σύνδεσης», χωρίς τη διάπραξη οποιουδήποτε εγκλήματος– αρκεί για την εφαρμογή του πιο δρακόντειου νόμου της Ινδίας (του νόμου περί πρόληψης παράνομων δραστηριοτήτων), ο οποίος καθιστά εξαιρετικά δύσκολη και σπάνια την εγγύηση για οποιονδήποτε κατηγορούμενο και συλληφθέντα.

Ορισμένοι δημοσιογράφοι έχουν κατηγορηθεί με αυτόν τον τρόπο για τα «αντεθνικά» τους κείμενα. Σε ένα πλέον πιο καθημερινό και τακτικό επίπεδο, το πλήθος των υποτακτικών που ανήκουν σε οποιαδήποτε από τις διάφορες οργανώσεις που είναι προσηλωμένες στο έργο της Χιντούτβα καταθέτουν αγωγές στα κατώτερα δικαστήρια εναντίον πολλών αντιφρονούντων που αντιτίθενται δημοσίως, και/ή καταθέτουν «Αναφορές Πρώτης Πληροφόρησης» (FIR) που παρακολουθούνται δεόντως από μια πειθήνια αστυνομία στις δεκαεπτά από τις είκοσι οκτώ πολιτείες που κυβερνούνται σήμερα από το BJP και τους συμμάχους του. Ο σκοπός είναι να γίνει η ίδια η νομική διαδικασία (και το κόστος που συνεπάγεται) η τιμωρία, και να φοβηθούν άλλοι εν δυνάμει διαφωνούντες.

Τα περισσότερα από τα περιφερειακά πολιτικά κόμματα στην Ινδία αναγνωρίζουν πλέον ότι το BJP είναι αποφασισμένο να επεκτείνει την περιφερειακή εκλογική του εμβέλεια σε σημείο που τα κόμματα αυτά να γίνουν περιθωριακά ή να μην υπάρχουν πλέον. Αυτή η έμφαση στη νίκη στις εκλογές παραμένει κεντρική για το BJP. Γνωρίζει ότι πρέπει να διατηρήσει την εσωτερική και διεθνή νομιμοποίηση που προέρχεται από τη νίκη σε ουσιαστικά ελεύθερες και δίκαιες εκλογές. Μέχρι τον Μάιο του 2024 πρέπει να διεξαχθούν γενικές εκλογές και μια πιθανή τρίτη πενταετής θητεία είναι το βραβείο που περιμένει τον Μόντι και τις δυνάμεις της Χιντούτβα. Η νίκη θα σημάνει μια περαιτέρω δραματική εδραίωση της ηγεμονίας για μια ακροδεξιά κυβέρνηση που έχει αναμφισβήτητα φασιστικά χαρακτηριστικά.

Μόνο φέτος θα διεξαχθούν εννέα εκλογές για την πολιτειακή βουλή. Τρεις έχουν ήδη διεξαχθεί στα βορειοανατολικά, με το BJP να διατηρεί την κυριαρχία του. Εξασφάλισε την πλειοψηφία των εδρών στην Τριπούρα και είναι ο μικρότερος εταίρος σε συμμαχίες με ένα τοπικό κόμμα στις χριστιανικής πλειοψηφίας πολιτείες Μεγκαλάγια και Ναγκαλάντ. Οι δύο αυτές πολιτείες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική στήριξη του κέντρου, κάτι το οποίο ευνοεί όποιο κόμμα ή συνασπισμό κυβερνά στο Νέο Δελχί. Τα αποτελέσματα στις πέντε από τις υπόλοιπες έξι πολιτειακές εκλογές (μία είναι στη μικρή βορειοανατολική πολιτεία Μιζοράμ με χριστιανική πλειοψηφία) θα δώσουν μια ιδέα για το προς τα πού φυσάει ο πολιτικός άνεμος, υπέρ ή κατά του BJP, και με ποια ταχύτητα. Αυτόν τον Μάιο θα διεξαχθούν τοπικές εκλογές στην Καρνατάκα, που ήδη κυβερνάται από το BJP. Τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο τρεις σημαντικές πολιτείες της καρδιάς των Χίντι, το Τσατισγκάρ, το Ρατζαστάν και το Μάντια Πραντές –οι δύο πρώτες κυβερνώνται σήμερα από το Κογκρέσο, η δεύτερη από το BJP– θα πάνε στις κάλπες.

 

Ο παράγοντας Μόντι

Σε αυτό το σημείο υπεισέρχεται ο παράγοντας Μόντι, ο οποίος εξηγεί εν μέρει γιατί ο πρωθυπουργός είναι εχθρικός στην προσωπική κριτική. Είναι βουτηγμένος στην ιδεολογία της Χιντούτβα και πιστός στο μητρικό σώμα, τη Ράστριγια Σβαγιαμσεβάκ Σανκ (RSS – Rashtriya Swayamsevak Sangh / Εθνική Οργάνωση Εθελοντών), η οποία έχει τεθεί επικεφαλής μιας ευρύτερης οικογένειας οργανώσεων (Σανκ Παρίβαρ) και γέννησε φορείς όπως μια εκλογική πτέρυγα, εθνικές ομοσπονδίες φοιτητών, γυναικών και συνδικάτων, τους εθελοντές «στρατιώτες της καταιγίδας» και την πολιτιστική-θρησκευτική πτέρυγα, τη Βίσβα Χίντου Παρισάντ (VHP – Vishva Hindu Parishad / Παγκόσμιο Συμβούλιο Ινδουιστών). Αλλά ενώ η RSS επέμενε πάντα στο να παραμένουν οι πολιτικοί ηγέτες υποταγμένοι στην κουλτούρα της συλλογικής λήψης αποφάσεων, ο Μόντι έκανε μια αποφασιστική τομή αποφασίζοντας να χρησιμοποιήσει όλα τα επικοινωνιακά και άλλα μέσα για να προβάλει τον εαυτό του.

Όπως και να έχει, η απόκτηση της κρατικής εξουσίας από το BJP αύξησε σημαντικά την ικανότητα της Σανκ να προωθήσει τους στόχους της Χιντούτβα, μετατοπίζοντας έτσι τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ της RSS και του BJP περισσότερο υπέρ του τελευταίου. Δεδομένου ότι οι εκλογικές νίκες είναι με τη σειρά τους ζωτικής σημασίας για την απόκτηση κρατικής εξουσίας από το BJP, η εκλογική έλξη του Μόντι γίνεται πολύ πιο σημαντική. Η σημερινή εποχή της διαμεσολάβησης της πολιτικής ζωής και της ανταλλαγής μηνυμάτων έχει αναβαθμίσει κατά πολύ την προβολή της προσωπικής εικόνας. Επιπλέον, οι πολιτικές συγκλίσεις στην Ινδία σχεδόν όλων των αντιμαχόμενων κομμάτων προς πιο σκληρές ή πιο ήπιες εκδοχές της Χιντούτβα –και προς μια κοινή ανταποδοτική μορφή νεοφιλελευθερισμού στην οικονομία– σημαίνει ότι τα πολιτικά ελαττώματα είναι πιο κοινά και οι διαφοροποιητικές αρετές λιγότερο σημαντικές και πιο συγκεχυμένες.

Πράγματι, όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν επανειλημμένα ότι ο Μόντι είναι σημαντικά πιο δημοφιλής από το κόμμα του, και αυτό έχει πραγματικό εκλογικό αντίκτυπο∙ ακόμη και μεταξύ των ψηφοφόρων άλλων κομμάτων, σε εθνικό επίπεδο κατατάσσεται εύκολα μπροστά από όλους τους άλλους υποψηφίους, συμπεριλαμβανομένου του Ραχούλ Γκάντι.

Αυτοί είναι ουσιαστικοί πολιτικοί λόγοι για τους οποίους ο Μόντι πρέπει να προστατεύσει τη φήμη και την εικόνα του. Η εκλογική του απήχηση τον κρατά χωρίς αμφισβήτηση στο κόμμα του, στη Σανκ, και στην κυβέρνηση, όπου έχει συγκεντρώσει περισσότερη εξουσία για τη χάραξη τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής από οποιονδήποτε προηγούμενο πρωθυπουργό, με εξαίρεση τον Τζαβαχαρλάλ Νεχρού στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Αλλά αυτό δεν είναι όλη η ιστορία. Ο Μόντι είναι μια βαθιά εγωκεντρική προσωπικότητα. Για κάποιον που βλέπει τον εαυτό του ως δυνητικά ένα είδος παγκόσμιου ηγέτη –ο ίδιος ως η ενσάρκωση της Ινδίας ως Βισβαγκουρού ή «Παγκόσμιος Δάσκαλος»– κλονίστηκε σε μεγάλο βαθμό από το καθεστώς του ως διεθνούς παρία, όταν του αρνήθηκαν τη βίζα για να ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και ορισμένες χώρες της Ευρώπης μετά το αντιμουσουλμανικό πογκρόμ του Γκουτζαράτ το 2002. Ακόμα πονάει.

Κάθε περιστασιακός επισκέπτης της Ινδίας θα εκπλαγεί από τον πραγματικά γκεμπελίστικο τρόπο με τον οποίο οι εικόνες του Μόντι εμφανίζονται σε όλη τη χώρα (ιδίως, αλλά όχι μόνο, στις πολιτείες που κυβερνά το BJP) σε δημόσιους χώρους και στα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα ενημέρωσης, όπου η φωτογραφία του θα βρίσκεται σε οποιονδήποτε αριθμό διαφημιζόμενων κυβερνητικών έργων, μικρών ή μεγάλων, παλαιότερων και τωρινών (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν ξεκίνησαν ποτέ υπό την κυβέρνησή του). Ένα απίστευτο αλλά αποκαλυπτικό κατώτατο σημείο από αυτή την άποψη επιτεύχθηκε όταν κάθε πιστοποιητικό εμβολίου COVID-19 που δόθηκε στους Ινδούς είχε ανάγλυφη τη φωτογραφία του.

Ο Μόντι είναι ο πρώτος πρωθυπουργός που δεν έχει δώσει ποτέ δημόσια συνέντευξη Τύπου∙ αφήνει τους υπουργούς του να απαντούν σε ερωτήσεις στο Κοινοβούλιο και προτιμά πάντα τους μονολόγους που εκφωνεί σε προεκλογικές συγκεντρώσεις ή στο τακτικό ραδιοφωνικό του πρόγραμμα. Ένα πρόσφατο ντοκιμαντέρ του BBC για το πογκρόμ του 2002 δείχνει πόσο αδιάφορη, αν όχι συνωμοτική, φάνηκε να είναι η κυβέρνηση και η αστυνομία υπό την πρωθυπουργία του, και δείχνει επίσης τις στυγνές απαντήσεις του σε έναν Βρετανό δημοσιογράφο. Η ταινία αυτή, που είναι διαθέσιμη στα κινητά, απαγορεύτηκε αμέσως.

Μόλις πριν από λίγο καιρό το Κόμμα του Απλού Ανθρώπου (AAP / Άαμ Ααντμί Πάρτι) τύπωσε και κολλούσε αφίσες στο Δελχί που έγραφαν στα χίντι: «Ξεφορτωθείτε τον Μόντι και σώστε τη χώρα». Η αστυνομία του Δελχί, που υπάγεται στην κεντρική κυβέρνηση, διατάχθηκε να καταθέσει μηνύσεις κατά των υπευθύνων καθώς και να συλλάβει ορισμένους από αυτούς που ανέλαβαν την εκτύπωση. Το μήνυμα που στέλνεται είναι σαφές: το να είσαι κατά του Μόντι σημαίνει να είσαι κατά της Ινδίας και υποχείριο των ξένων εχθρών που θέλουν να υποβαθμίσουν την εθνική και διεθνή φήμη του, όταν η Ινδία υπό τον Μόντι τιμάται σήμερα ως πρόεδρος της G20, της οποίας οι διάφορες συναντήσεις θα πραγματοποιηθούν στην Ινδία καθ' όλη τη διάρκεια του 2023.

 

Η ενότητα της αντιπολίτευσης και το εγγύς μέλλον

Η επίθεση κατά του Γκάντι αποτελεί επίσης μέρος της στρατηγικής του μαστιγίου και του καρότου για την αποδυνάμωση της αντιπολίτευσης στο σύνολό της. Μήπως το γεγονός ότι τα περισσότερα άλλα κόμματα που δεν ανήκουν στο BJP έχουν ενωθεί με το Κογκρέσο στην καταγγελία της καταδίκης του Γκάντι αποτελεί ένδειξη αυξανόμενης ενότητας της αντιπολίτευσης για την προεκλογική εκστρατεία και τις εκλογές του 2024; Αυτό είναι υπερβολικά αισιόδοξο. Το Κογκρέσο είναι πλέον βασικά ένα περιφερειακό κόμμα, αλλά επειδή κυβερνά σε τρεις πολιτείες έχει ευρύτερη εθνική παρουσία από τα άλλα. Το AAP, που κυβερνά στο Δελχί και το Πουντζάμπ, και το Κογκρέσο Τριναμούλ (TMC / Πανινδικό Λαϊκό Κογκρέσο) στη Δυτική Βεγγάλη, σκοπεύουν να προωθηθούν σε εθνικό επίπεδο και βλέπουν ότι οι καλύτερες πιθανότητές τους για να το πετύχουν αυτό απαιτούν να παρέμβουν στη βάση του Κογκρέσου, όχι σε εκείνη του BJP. Τα άλλα κυβερνώντα κόμματα θα πρέπει να διευθετήσουν τους όρους συνεργασίας με το Κογκρέσο και θα είναι απρόθυμα να αποδεχθούν μια ηγεσία του Κογκρέσου σε οποιοδήποτε εθνικό μέτωπο που πρόκειται να δημιουργηθεί.

Το Αριστερό Δημοκρατικό Μέτωπο κυβερνά στην Κεράλα, όπου το Κογκρέσο είναι η αξιωματική αντιπολίτευση, δημιουργώντας έτσι τα δικά του δύσκολα προβλήματα. Η προεκλογική συμμαχία της Αριστεράς με το Κογκρέσο στην Τριπούρα είχε ως αποτέλεσμα η Αριστερά να τα πάει χειρότερα από ό,τι στις εκλογές για τη Βουλή του 2018. Το πιο σημαντικό είναι ότι ο αντι-BJPισμός και όχι καν ο αντι-Χιντουτβισμός είναι το μόνο κοινό νήμα μεταξύ των αστικών κομμάτων και αυτό δύσκολα μπορεί να αποτελέσει βάση για την επίτευξη μιας σοβαρής ιδεολογικής εναλλακτικής λύσης απέναντι στην κυβερνητική εξουσία.

Αυτό στο οποίο ίσως καταλήγουμε είναι κατά πόσον το θέμα της καταπολέμησης της διαφθοράς μπορεί να αποτελέσει τόσο τη συγκολλητική ουσία που θα κρατήσει την αντιπολίτευση λίγο πολύ ενωμένη όσο και τον παράγοντα που μπορεί να κινητοποιήσει αρκετό θυμό της κοινής γνώμης. Η διαφθορά είναι το ασφαλέστερο από τα θέματα, καθώς τα κόμματα, οι ομάδες και τα άτομα που ανήκουν στην Αριστερά, τη Δεξιά ή το κέντρο μπορούν να πηδήξουν στο συγκεκριμένο άρμα.

Μπορούν λοιπόν να υπάρξουν περαιτέρω αποκαλύψεις για την υπόθεση Αντάνι και θα είναι αρκετά επιζήμιες στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τις γενικές εκλογές; Σε τρεις περιπτώσεις στο παρελθόν της Ινδίας, αυτή η γραμμή κατά της διαφθοράς αποδείχθηκε πολιτικά αποτελεσματική. Το 1974, το Κίνημα JP συγκλόνισε σίγουρα την τότε κυβέρνηση της Ίντιρα Γκάντι. Στη συνέχεια, υπήρξε το σκάνδαλο αγοράς όπλων Bofors, το οποίο επέτρεψε σε έναν επιδιορθωμένο συνασπισμό κομμάτων να νικήσει την κυβέρνηση του Κογκρέσου του Ρατζίβ Γκάντι στις εκλογές του 1989. Τέλος, ήταν το κίνημα κατά της διαφθοράς του 2011 που θα ωθούσε το AAP στη νίκη στις εκλογές στο Δελχί δύο χρόνια αργότερα και θα βοηθούσε το BJP να φτάσει στην εξουσία το 2014.

Μέχρι το τέλος αυτού του έτους θα έχουμε μια καλύτερη αίσθηση του τι να περιμένουμε ή να ελπίζουμε στις γενικές εκλογές. Αλλά ας μην κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας. Ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα των εκλογών σε πολιτειακό ή εθνικό επίπεδο, για να νικήσουμε αποφασιστικά την ηγεμονία της Χιντούτβα θα χρειαστεί ένας πολύ πιο μακροχρόνιος αγώνας – με καθοριστικό τον ρόλο μιας νέας και πιο μαχητικής Αριστεράς.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Achin Vanaik, “Who Can Stop Modi and His Authoritarian Vision for India?”, Jacobin, 28 Μαρτίου 2023, https://jacobin.com/2023/03/narendra-modi-authoritarianism-hindutva-corruption-rahul-gandhi-opposition.

 

 

Ο Achin Vanaik είναι συγγραφέας και κοινωνικός ακτιβιστής, πρώην καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Δελχί και μέλος του Transnational Institute του Άμστερνταμ με έδρα το Δελχί. Είναι συγγραφέας του βιβλίου The Painful Transition: The Rise of Hindu Authoritarianism.

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 03 Φεβρουαρίου 2026 19:10

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.