Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τρίτη, 04 Ιουνίου 2019 17:55

Ένα μνημόνιο για τη Βενεζουέλα Κύριο

Στα πλαίσια της προσπάθειας μας να ενημερώσουμε για την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Βενεζουέλα στην περίοδο που διανύουμε δημοσιεύουμε ένα σημαντικό άρθρο Άλμπερτ Σάντσεζ, μέλους της LTS, που γράφτηκε τον Νοέμβριο του 2018 (πριν την έναρξη της νέας κρίσης στην Βενεζουέλα) και περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο τα αντεργατικά μέτρα που υιοθέτησε η κυβέρνηση Μαδούρο το 2018.

Η Liga de Trabajadores por el Socialismo (LTS) είναι μία επαναστατική σοσιαλιστική οργάνωση της μορενικής τάσης του τροτσκιστικού ρεύματος. Μαζί με την Marea Socialista και το PSL είναι οι τρεις μεγαλύτερες τροτσκιστικές οργανώσεις στην Βενεζουέλα. Η LTS κράτησε πάντα σαφείς αποστάσεις από τον Τσαβισμό. Δεν εντάχθηκε ποτέ στο PSUV, ούτε συμμετείχε στις συζητήσεις και στις ζυμώσεις για την ίδρυση του. Ασκούσε και ασκεί σκληρή αριστερή αντιπολίτευση στις κυβερνήσεις Τσάβες και Μαδούρο.

e la libertà

Albert Sánchez

Ο Άλμπερτ Σάντσεζ είναι εργαζόμενος στην Sidor, στην Πολιτεία Μπολιβάρ

Ένα σχέδιο καπιταλιστικής προσαρμογής

Άθλιο Μνημόνιο: Το Υπουργείο Εργασίας δίνει απόλυτη ελευθερία στους εργοδότες για την εκμηδένιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων

Ένα επίσημο έγγραφο επιτρέπει γενικά σε εταιρείες και εργοδότες να μην πληρώνουν μισθολογικές παροχές, εγκαταλείποντας τα συλλογικά δικαιώματα των εργαζομένων στα χέρια μιας επιτροπής υπαλλήλων του Υπουργείου Εργασίας.

Το Μνημόνιο-Εγκύκλιος αριθ. 2792 του Υπουργείου Λαϊκής Εξουσίας για τη Διαδικασία Κοινωνικής Εργασίας (Υπουργείο Εργασίας), με ημερομηνία 11 Οκτωβρίου, που ήλθε στο φως της δημοσιότητας πριν από λίγες εβδομάδες, θα μπει στη σύγχρονη ιστορία της χώρας, ως ένα από αυτά τα επίσημα έγγραφα που δηλώνουν ρητά κήρυξη πολέμου στα δικαιώματα των εργαζομένων και τις συνθήκες διαβίωσής τους. Φυσικά, εξακολουθεί να είναι γεμάτο με φράσεις που υποτίθεται ότι είναι υπέρ των εργαζομένων, οι οποίες παραμένουν κενή και κυνική ρητορεία, μπροστά στο έντονα οπισθοδρομικό περιεχομένου του κειμένου.

Το έγγραφο συμπυκνώνει την πολιτική που εφαρμόζεται από την Εθνική Κυβέρνηση, υπό την ιδιότητά της ως εργοδότη σε όλο το δημόσιο τομέα της οικονομίας: γενική παραβίαση των ρητρών (μπόνους, επιδόματα, κλίμακες κ.λπ.) συμβάσεων και συμφωνιών. Το διαβόητο μνημόνιο δίνει «νομική» κάλυψη σε αυτό, δείχνει ότι είναι μια κυβερνητική πολιτική και την επεκτείνει σε ολόκληρη την εθνική οικονομία, προς ικανοποίηση του ιδιωτικού κεφαλαίου.

Το παραμύθι της «Ανάκαμψης και Ευημερίας» και του νέου μισθού που «Εγγυάται την Προοδευτικότητα»

Προσπαθούν να βασίσουν την επιθετική αντεργατική και υπέρ των επιχειρήσεων πολιτική του μνημονίου σε ελλειπή «επιχειρήματα», τελείως αβάσιμα, με τη μανία που είναι ήδη συνηθισμένη σε αυτήν την κυβέρνηση, να αποκαλεί τα πράγματα εντελώς αντίθετα από αυτό που είναι: Να αποκαλεί «συνταγματική εξουσία» την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, «δημοκρατικές εκλογές» τις εκλογικές απάτες με την απαγόρευση υποψηφίων και κομμάτων, την κατάρρευση της οικονομίας την ονομάζει «ανάκαμψη», το βάθεμα των δυσκολιών του λαού το αποκαλεί «ευημερία».

Το βασικό σκεπτικό είναι ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού (στις 20 Αυγούστου) στα 1.800 Bs.S. «αποκτά εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα από τις προηγούμενες αυξήσεις (...) δεν συνίσταται σε μεμονωμένη ενέργεια, αλλά αποτελεί μέρος ενός προγράμματος που γεννιέται από τη μελέτη του οικονομικού σχεδιασμού (...) μια πράξη μέσα σε ένα οργανικό και ολοκληρωμένο πρόγραμμα πολιτικής που επιδιώκει την οικονομική ανάκαμψη της χώρας.» Δηλαδή, όλες οι προηγούμενες μισθολογικές αυξήσεις του Μαδούρο, εκείνες του Τσάβες και εκείνες των προηγούμενων κυβερνήσεων ήταν κάτι απομονωμένο που δεν ανήκαν σε οικονομικό σχέδιο, και η μόνη που ανήκει είναι αυτή ... Σας παρακαλώ!

Ένα σχέδιο που επιδιώκει να «εξορθολογήσει τη δίκαιη κατανομή του πλούτου σε όλους τους εργαζόμενους» επειδή υπάρχουν «μεγάλες οικονομικές διαφορές που ενθάρρυναν την ύπαρξη προνομιούχων ομάδων μεταξύ των εργαζομένων».

Με βάση αυτή τη διαστρεβλωμένη υπόθεση, εξουσιοδοτείται να «αναθεωρήσει» προς τα κάτω ή να εξαλείψει τα δικαιώματα που αποκτήθηκαν στο παρελθόν «λόγω του ότι στον νέο Ελάχιστο Μισθό είναι πλήρως εγγυημένη η αρχή της προοδευτικότητας των εισοδημάτων του εργαζομένου». Σε απόλυτη συμφωνία με αυτό που δήλωσε ο υπουργός επικοινωνίας Χόρχε Ροντρίγκες χαμογελώντας, όταν η κυβέρνηση έδωσε το πρώτο δραστικό χτύπημα αυτής της πολιτικής, εγκρίνοντας τους νέους πίνακες μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, που ονομάστηκαν από τους εργαζόμενους ως «πίνακες πείνας»: «η πιο ευνοϊκή συλλογική σύμβαση, ο υψηλότερος μισθός στην πλέον συμφέρουσα συλλογική διαπραγμάτευση δεν θα υπερβεί ποτέ τον ελάχιστο μισθό (που υπάρχει) σε αυτόν τον νέο πίνακα».

Ο νέος μισθός σκοτώνει τα πάντα!

Έτσι, η δεύτερη οδηγία αναφέρει: «Στην περίπτωση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που είχαν υπογραφεί πριν από το Πρόγραμμα Ανάκαμψης, Ανάπτυξης και Οικονομικής Ευημερίας και είχε συμφωνηθεί μια ποσοστιαία τιμή αύξησης πάνω από την αρχή της κλίμακας του πίνακα ή της κατάταξης στον πίνακα του Ελάχιστου Εθνικού Μισθού ή ένας παράγοντας που την πολλαπλασιάζει, πρέπει να υποβληθεί σε αναθεώρηση».

Δηλαδή, η κυβέρνηση/εργοδότης αποφάσισε αυθαίρετα ότι ο κατώτατος μισθός είναι τόσο υπέροχος, ώστε κάθε υπολογισμός που ξεκινά με έναν πολλαπλασιαστή του πρέπει να «αναθεωρηθεί», ένας ευφημισμός για να μην πει ωμά και απλά ότι θα εξαλειφθεί ή θα μειωθεί στο ελάχιστο.

Η εργοδοτική και αντιδραστική εφαρμογή αυτής της ρήτρας είναι αυτό που επιβάλλουν, για παράδειγμα, στους εργαζόμενους στον πανεπιστημιακό τομέα.

Οι εργοδότες μπορούν να κάνουν ό, τι θέλουν με τα άλλα εργασιακά δικαιώματα!

Η τρίτη οδηγία αναφέρει ότι στις συλλογικές συμβάσεις που είχαν υπογραφεί πριν από το «πρόγραμμα ανάκαμψης», «στο περιεχόμενο των οποίων υπάρχουν συμφωνίες για οικονομικά και κοινωνικοοικονομικά οφέλη για τους εργαζόμενους που έχει συμφωνηθεί να πολλαπλασιάζουν την τιμή του Εθνικού Ελάχιστου Μισθού, τα ονομαστικά ποσά και οι ετήσιες αναπροσαρμογές τους πρέπει να υποβάλλονται σε επανεξέταση, εάν η αξία των παροχών αυτών θέτει σε κίνδυνο την πηγή και την κοινωνική διαδικασία της εργασίας». Και πάλι η γραμμή για «επανεξέταση» σε οτιδήποτε συμπεριλαμβάνει ποσά πάνω από τον κατώτατο μισθό, υιοθετώντας το επιχείρημα των εργοδοτών ότι μπορεί να «θέσει σε κίνδυνο την πηγή της εργασίας».

Η τέταρτη οδηγία αναφέρει: «Σε εκείνους τους εργασιακούς φορείς του ιδιωτικού τομέα που λόγω της πολυπλοκότητας της διάρθρωσης της δομής και των επιπέδων των πινάκων και των μισθολογικών κλιμάκων, δημιουργούνται μισθοί που θέτουν σε κίνδυνο την πηγή και την κοινωνική διαδικασία εργασίας, θα πρέπει να υπόκεινται σε αναθεώρηση».

Απλό και δραστικό, εάν ένας επιχειρηματίας θεωρεί ότι ορισμένα από τα δικαιώματα των εργαζομένων πριν από τις 20 Αυγούστου «θέτουν σε κίνδυνο την πηγή της εργασίας», τα δικαιώματα αυτά απλώς υπόκεινται σε «αναθεώρηση», δηλαδή διαγράφονται ή ακρωτηριάζονται.

Η έβδομη οδηγία αναφέρει ότι «σε εκείνους τους εργασιακούς φορείς, στους οποίους οι εργαζόμενοι απολαμβάνουν αδικαιολόγητα εργατικά οφέλη που χορηγούνται από τον εργοδότη, τα οποία, με τον τρόπο που τους χορηγήθηκαν είναι δαπανηρά και δύσκολο να τηρηθούν από τον εργοδότη του εργασιακού φορέα, και θέτουν σε κίνδυνο την πηγή και την κοινωνική διαδικασία της εργασίας, μπορούν να αναθεωρηθούν.»

Αυτά δεν είναι τα ίδια τα παλιά επιχειρήματα του εκβιασμού των εταιρειών ενάντια στις απαιτήσεις των εργαζομένων; Ότι αν μια τέτοια απαίτηση «είναι πολλά χρήματα για την εταιρεία», εάν «επηρεάζει την κερδοφορία», εάν «θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα» κλπ. κλπ.

Η κυβέρνηση λέει ουσιαστικά στους ντόπιους και ξένους επιχειρηματίες ότι μπορούν να καταπατήσουν οποιοδήποτε δικαίωμα της εργατικής τάξης που περιέχεται σε συλλογικές συμβάσεις ή σε άλλες διατάξεις, αν ο καπιταλιστής το θεωρεί «επαχθές» ή «θέτει σε κίνδυνο την πηγή της εργασίας». Αν οι ιδιώτες επιχειρηματίες παραβίαζαν ήδη συλλογικές συμβάσεις και δικαιώματα, τώρα, χάρη σε αυτή την καπιταλιστική και αυταρχική κυβέρνηση, έχουν την επίσημη άδεια για αχαλίνωτες επιθέσεις εναντίον των εργαζομένων.

Είναι, για παράδειγμα, αυτό που έκαναν στην Bimbo, με το αντίγραφο του μνημονίου στο χέρι, τα αφεντικά της πολυεθνικής, εξήγησαν στους εργαζόμενους ότι θα προσαρμόσουν μία από τις ρήτρες αύξησης των μισθών που προβλέπονται στη σύμβαση, στον «τεχνικό πίνακα» του υπουργείου, πιέζοντας τους εκπροσώπους των εργαζομένων να αποδεχθούν τους όρους της εταιρείας.

Η αλήθεια είναι ότι αυτό το υπουργείο θα μπορούσε κάλλιστα να αποκαλείται «Υπουργείο Εγγύησης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτών και των Εταιρικών Κερδών».

Ένας αντιδραστικός βοναπαρτισμός στην υπηρεσία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης

Η κυβέρνηση προχωρά χέρι-χέρι με το ιδιωτικό κεφάλαιο, εθνικό και ξένο, στην επιβολή αυτής της αντιδραστικής πολιτικής, η οποία παραβιάζει εντελώς τα δικαιώματα της εργατικής τάξης και ποδοπατά το άρθρο 89 του Συντάγματος, που καθιερώνει την προοδευτικότητα και την αναφαίρετη φύση των εργασιακών δικαιωμάτων, ως μέρος του σχεδίου προσαρμογής που επιδιώκει την «ανάκαμψη» της οικονομίας, διασφαλίζοντας τα συμφέροντα των καπιταλιστών και της διεφθαρμένης γραφειοκρατίας, ενώ ταυτόχρονα χτυπά σκληρότερα την εργατική τάξη και τους φτωχούς.

Αυτή η επίθεση επιδιώκει να επιβάλει μια δραστική ιστορική οπισθοδρόμηση επαναπροσδιορίζοντας τις σχέσεις εργαζομένων-εργοδοτών, ικανοποιώντας του εργοδότη, δίνοντας του μια άγραφη πλάκα και διαγράφοντας όλες τις προηγούμενες κατακτήσεις. Αυτό είναι βαθιά αντιδραστικό, επιθετικό περιεχόμενο, εναντίον της εργατικής τάξης και αυτό γίνεται από μια κυβέρνηση με τεράστια επίπεδα αυταρχισμού, καταστολής και πρακτικές προγραφών, τόσο με νόμιμες όσο και παρακρατικές δυνάμεις καταστολής, ένα καθεστώς που όλο και περισσότερο στηρίζεται στη δύναμη των Ενόπλων Δυνάμεων.

Υπό αυτή την έννοια, οι κατευθυντήριες γραμμές καταδεικνύουν ότι πρόκειται για ένα «τεχνικό πίνακα» ελεγχόμενο από το Υπουργείο Εργασίας, όπου ορίζεται η τύχη των δικαιωμάτων που πρέπει να «αναθεωρηθούν», συμπεριλαμβανομένης της «αναθεώρησης» των συλλογικών συμβάσεων του δημόσιου τομέα που έχουν υπογραφεί πριν από αυτό το «πρόγραμμα».

Έτσι, αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές αποσκοπούν στην εξάλειψη των διατάξεων του Οργανικού Νόμου του Εργατικού Δικαίου (LOTTT) που επιτρέπουν στους εργαζόμενους να προχωρούν σε αντιδράσεις και να κάνουν αγωνιστικές δράσεις όταν παραβιάζονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις… Οι κατευθυντήριες γραμμές του μνημονίου δίνουν «νομιμότητα» στην παραβίαση των συμβάσεων! Με αυτό και με τους «τεχνικούς πίνακες», επιδιώκουν να στερήσουν από τους εργαζόμενους το δικαίωμα άσκησης αγωνιστικών δράσεων, όπως δηλώσεις διαμαρτυρίας, στάσεις εργασίας και απεργίες.

Στο οποίο προστίθεται ότι, όταν το κρίνει απαραίτητο, η κυβέρνηση εμποδίζει τις πορείες των εργαζομένων, απολύει τους ηγέτες των εργαζομένων, αποδίδει κατηγορίες και φυλακίζει τους εργαζόμενους, συγκεντρώνει δικαστικές υποθέσεις κατασκευασμένες με τον απόλυτο έλεγχο του δικαστικού συστήματος, καταστέλλει ή δίνει το ελεύθερο σε ομάδες του παρακράτους («colectivos») να χτυπήσουν ή να εκφοβίσουν εργαζομένους που αγωνίζονται για το σεβασμό των δικαιωμάτων τους.

Στη μαρξιστική γλώσσα μιλάμε για βοναπαρτιστικά καθεστώτα, όταν το κράτος, βασικά η εκτελεστική εξουσία, «υψώνεται» τόσο πάνω από τις κοινωνικές τάξεις, αναπτύσσοντας τέτοια επίπεδα αυταρχισμού και διακριτικής ευχέρειας, εξάλειψη των μηχανισμών διαπραγμάτευσης και συμφωνιών, χαρακτηριστικών της αστικής δημοκρατίας, καθώς και τις άλλες επίσημες πολιτικές δυνάμεις, αποκτώντας μια τέτοια αυτονομία που προφανώς δεν υπακούει σε κάποια συγκεκριμένη τάξη (φαίνεται ότι «κυβερνά για τον εαυτό του» [se manda solo], για να χρησιμοποιήσουμε μια λαϊκή έκφραση), που όμως δεν κάνει το κράτος και το πολιτικό καθεστώς να χάσουν τον ταξικό τους χαρακτήρα, δηλαδή, δεν παύουν να είναι διαχειριστές των σχέσεων και της ταξικής δομής της κοινωνίας, εγγυώνται, ακόμη και «με τον δικό τους τρόπο», τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι ένας «αυταρχισμός» που εκφράζεται μόνο στο πολιτικό έδαφος ως άρνηση των δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, αλλά είναι «ουδέτερος» όσον αφορά τις οικονομικές και ταξικές συγκρούσεις, δεν είναι έτσι σε μια καπιταλιστική χώρα όπως είναι οι δικιά μας (όπου υπάρχουν επιχειρηματίες, τραπεζίτες, γαιοκτήμονες, μισθωτοί εργαζόμενοι, αγρότες χωρίς γη, κλπ.), ο βοναπαρτισμός είναι ένας εξουσιαστικός τρόπος διαχείρισης και διακυβέρνησης της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι ένας αστικός βοναπαρτισμός.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση του Μαδούρο, είναι ένας αντιδραστικός βοναπαρτισμός, μια αυταρχική κλίκα χωρίς τη λαϊκή υποστήριξη που στηρίζεται όλο και περισσότερο στην καταπίεση και την απάτη, που παραμένει στην εξουσία χάρη στην υποστήριξη των Ενόπλων Δυνάμεων και που διαχειρίζεται την πτώχευση του καπιταλισμού των εισοδηματιών και το δικό του πολιτικό καθεστώς προσπερνώντας τους θεσμούς και τους νόμους της ίδιας της αστικής δημοκρατίας. Έτσι, για να παραμείνουν στην εξουσία, έχουν ακυρώσει οποιαδήποτε άλλη εξουσία που δεν ελέγχουν και έχουν προικίσει τον εαυτό τους με μια δόλια «Εθνική Συνταγματική Συνέλευση» ως υπερδύναμη, στην οποία στην πραγματικότητα το ίδιο το Σύνταγμα αναστέλλεται, μια εξουσία που δεν εκφράζει τη λαϊκή βούληση αλλά την κυρίαρχη κλίκα που υποστηρίζει ο στρατός, απορρίπτοντας ότι θα αποτελούσε αληθινή συνταγματική δύναμη του λαού. Με αυτόν τον τρόπο, αγνοούν τα κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων, παραβιάζοντας ακόμη και τους δικούς τους νόμους και το Σύνταγμά τους, κάνοντας νεκρό γράμμα το άρθρο 91 που καθορίζει μισθό με βάση το κόστος του βασικού οικογενειακού καλαθιού.

Οι κατευθυντήριες γραμμές του Μνημονίου 2792 αποτελούν μέρος μιας βοναπαρτιστικής επίθεσης που καταπνίγει τις συμφωνίες, τα δικαιώματα και τους μηχανισμούς διαπραγμάτευσης που επιτεύχθηκαν από την εργατική τάξη με δεκαετίες αγώνων. Σημαντικοί τομείς της εργατικής τάξης της Βενεζουέλας κατέκτησαν το δικαίωμα να διαπραγματεύονται τις συνθήκες εργασίας και τους μισθούς, να έχουν νόμιμα έγγραφα όπου αυτά γράφτηκαν, να έχουν νόμους που να σέβονται αυτές τις συμφωνίες και τα δικαιώματα, αλλά τώρα ο Μαδούρο και η κυβέρνησή του απλά λένε: Κανένα από αυτά δεν έχει σημασία! Τίποτα από όλα αυτά δεν μετρά! Μόνο τα κριτήρια και οι κατευθυντήριες γραμμές της κυβέρνησης έχουν σημασία! Ένας αυταρχισμός για την επιβολή χειρότερων συνθηκών εκμετάλλευσης στην εργατική τάξη. Αυτό το έγγραφο προστίθεται στη μακρά βοναπαρτιστική επίθεση αυτής της κυβέρνησης και δείχνει σαφώς τον ταξικό (αστικό) του χαρακτήρα, εκφράζει τη συνύπαρξη των συμφερόντων μεταξύ κυβέρνησης και ιδιωτικού κεφαλαίου. Οι επιχειρηματίες, τόσο οι Κρεολοί [Στμ. Ντόπιοι λευκοί πλούσιοι] όσο και οι ξένοι, αποδέχονται πρόθυμα να είναι μέρος αυτού του βοναπαρτισμού, σχετικά με τις εργασιακές σχέσεις.

Το έγγραφο του Μνημονίου: https://www.laizquierdadiario.com.ve/IMG/pdf/lineamiento_para_las_negociaciones_colectivas.pdf

Μετάφραση: e la libertà

Albert Sánchez, «Memorando infame: Ministerio del Trabajo da vía libre a los patronos para eliminar derechos de los trabajadores», La Izquierda Diario, 24 Νοεμβρίου 2018 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2019 13:21