Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2021 15:01 Γράφτηκε από

 

 

Leopoldo Múnera Ruiz

 

Ένα πλήθος σε επισφαλείς συνθήκες - Για τις απεργίες στην Κολομβία

 

 

Η συλλογική απόφαση για απεργία κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19 έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Το κάλεσμα προς τους Κολομβιανούς να βγουν στους δρόμους και να διαμαρτυρηθούν έγινε στις 28 Απριλίου 2021.1 Μετά από ένα χρόνο αυστηρού εγκλεισμού, απομόνωσης από την οικογένεια, εικονικοποίησης κάθε επικοινωνίας, ακραίων μέτρων υγιεινής, διαχειριζόμενου φόβου, αντιφατικών και ασταθών πολιτικών δημόσιας υγείας και αύξησης της ανεργίας και της κοινωνικής ανισότητας, το γεγονός ότι οι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους παρά την έλλειψη πραγματικών μέτρων ασφαλείας σήμαινε ότι οι άνθρωποι θεώρησαν τη διαμαρτυρία ως το μικρότερο από τα δύο κακά.

 

Η τραγική δράση

Η προτεινόμενη φορολογική μεταρρύθμιση, όπως και το βάζο με τα λουλούδια του Γιορέντε2, έδωσε την ευκαιρία να συγκλίνουν πολλαπλές κοινωνικές εξεγέρσεις, εκρήξεις που δεν είχαν ούτε ενιαίο ούτε κεντρικό προσανατολισμό. Ένα πλήθος, αποτελούμενο από άτομα που είχαν αναγκαστεί να μαζέψουν αρκετούς πόρους για τη διαβίωση των πυρηνικών οικογενειών τους, είδε τον κυνισμό της κυβέρνησης, η οποία ήθελε να αυξήσει τα φορολογικά της έσοδα θυσιάζοντας τους μισθούς των εργαζομένων προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου. Κυνισμός, σε αυτό το πλαίσιο, σημαίνει «η ξεδιάντροπη άσκηση και υπεράσπιση καταδικαστέων πράξεων και πρακτικών». Η ονομασία της φορολογικής μεταρρύθμισης ως «Νόμος της βιώσιμης αλληλεγγύης» (Ley de la solidaridad sostenible), ήταν ένας αισχρός τρόπος εμπαιγμού των ανθρώπων που εξαρτώνται είτε από τις δικές τους προσπάθειες είτε από την πραγματική αλληλεγγύη των στενότερων φίλων και μελών της οικογένειάς τους, και σε πολλές περιπτώσεις, από τη δημόσια και ιδιωτική φιλανθρωπία, για να επιβιώσουν. Έτσι, η απόφαση για απεργία υποκινήθηκε κατ’ αρχάς από ένα μάλλον ευρύ και πολύπλοκο σύνολο συναισθημάτων και συγκινήσεων, κυρίως εκείνων του θυμού και της αγανάκτησης.

Όσοι ηγήθηκαν ενεργά της απεργίας και συμμετείχαν στην κινητοποίηση στους δρόμους έχουν υποφέρει και υπομείνει τις επιπτώσεις της πανδημίας. Κάτω από ένα διαστρωματωμένο και ιεραρχημένο σύστημα υγείας, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν κατάλληλη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, ούτε έχουν την παραμικρή πιθανότητα να πετάξουν στη Φλόριντα για να εμβολιαστούν στις Η.Π.Α. Οι περισσότεροι περιμένουν εβδομάδες για να εξεταστούν ακόμη και για το Covid-19, αν ήταν τόσο τυχεροί. Ο καθένας έχει μια μητέρα, ή έναν θείο, ή μια αδελφή, ή έναν σύντροφο, που έχει επιστρέψει στο σπίτι του από το νοσοκομείο, για να καταλήξει μετά από μέρες σε υπερπλήρεις μονάδες εντατικής θεραπείας. Όλοι έχουν φίλους που μολύνθηκαν και στη συνέχεια πέθαναν επειδή αναγκάστηκαν να βγουν στους δρόμους για να έχουν κάτι να φάνε, ή παππούδες και γιαγιάδες που περιμένουν ακόμα την πρώτη δόση του εμβολίου, παρόλο που ήταν προγραμματισμένο να έχουν ήδη εμβολιαστεί πλήρως. Οι «διαδηλωτές» («manifestantes»), όπως τους αποκαλούν τα κυρίαρχα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κατανοούν ξεκάθαρα και συνειδητά τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται στο πλαίσιο μιας γενικής απεργίας που απαιτεί τη συλλογική τους παρουσία στους δρόμους. Και συνεχίζουν να συμμετέχουν σε δημόσιες και συλλογικές δράσεις που καταστέλλονται από το κράτος, τόσο νόμιμα όσο και παράνομα. Με αυτόν τον τρόπο, εκθέτουν τους εαυτούς τους στους κινδύνους του Covid-19 και στις σφαίρες που εκτοξεύονται από τους πράκτορες μιας τάξης πραγμάτων που δεν επιθυμούν να υπομείνουν άλλο.

Οι λεγόμενοι «μεγάλοι στοχαστές» («mentes lúcidas») και οι «ομιλούσες κεφαλές» («voces limpias») που ασκούν κριτική στους διαδηλωτές από διανοουμενίστικες θέσεις που θεωρούνται «αμόλυντες», κάνουν λάθος που τους χαρακτηρίζουν παράλογους και ανεύθυνους, καθώς οι διαμαρτυρίες τους έχουν ένα μάλλον ξεκάθαρο σκεπτικό πίσω τους. Οι διαδηλωτές επιλέγουν τους κινδύνους της πανδημίας επειδή δεν θέλουν να υποτάσσονται πλέον σε μια κοινωνική τάξη που τους καταδικάζει στη φτώχεια και τη δυστυχία, την ίδια τάξη που τους μετατρέπει σε φτηνό εργατικό δυναμικό, ενώ τους καθιστά συνένοχους στην ίδια τους την εκμετάλλευση -όπως στην περίπτωση των » αυτοαπασχολούμενων με ποδήλατα» (emprendedores en bicicleta).3

Η απεργία του 2021 έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας τραγικής δράσης, όπως στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου. Ο Αγαμέμνονας αναγκάστηκε να θυσιάσει την κόρη του, Ιφιγένεια, για να σώσει τους Αχαιούς πολεμιστές που πολεμούσαν μαζί του εναντίον της Τροίας· το έκανε αυτό, ενώ γνώριζε τη φοβερή μοίρα του να χαθεί από τα χέρια της Κλυταιμνήστρας κατά την επιστροφή του στις Μυκήνες. Οι διαδηλωτές της Κολομβίας αντιμετωπίζουν την ίδια τραγική μοίρα στους δρόμους, καθώς αναγκάζονται να επιλέξουν, κατά τη χειρότερη κορύφωση της πανδημίας, αυτό που θεωρούν ως το μικρότερο από τα δύο κακά. Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τη ζωή τους, θεωρούν ωστόσο ως μεγαλύτερο κακό την ενίσχυση της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής τάξης που διέπει την Κολομβία από τα τέλη του εικοστού αιώνα.

 

Πρώτη υποσημείωση

Την περασμένη εβδομάδα (17-23 Μαΐου 2021) έδωσα μια διάλεξη για τη βία και τα κοινωνικά κινήματα σε μια εκδήλωση που διοργάνωσε μια συλλογικότητα από το Τμήμα Νομικών και Πολιτικών Επιστημών του Universidad Nacional de Colombia. Στη διάλεξη αυτή υποστήριξα ότι η βία έχει μια δομική διάσταση που αποκλείει την αναγωγή της σε καθαρό εργαλείο. Η βία δομεί υποκειμενικότητες, κοινωνικές σχέσεις, εδάφη, μορφές ζωής και συλλογικές δράσεις. Κατά συνέπεια, η βία μπορεί να διαστρεβλώσει το νόημα μιας διαμαρτυρίας, ιδίως όταν την εκμεταλλεύονται παράγοντες που είναι εξωτερικοί προς τη διαμαρτυρία. Πριν από δύο ημέρες (25 Μαΐου) επικοινώνησαν μαζί μου τρεις νέοι ακτιβιστές από τα «σημεία αντίστασης» (puntos de resistencia) του Κάλι· ο ένας από αυτούς σπούδασε στο Universidad Nacional de Colombia και αυτή τη στιγμή ολοκληρώνει το πτυχίο του στο Universidad del Valle, οι άλλοι δύο, μια γυναίκα και ένας άνδρας, επιβιώνουν αναλαμβάνοντας περιστασιακές δουλειές (rebusque). Μου το είπαν: «αν και δεν καταλάβαμε όλα όσα είπατε, νομίζουμε ότι εν μέρει συμφωνούμε, αλλά θα θέλαμε να διευκρινίσουμε ένα πράγμα. Είμαστε παιδιά της βίας. Μεγαλώσαμε μέσα στη βία. Δεν μιλάμε μόνο για τη βία της πείνας, η οποία είναι επίσης βία, αλλά για τη βία των συμμοριών, των παραστρατιωτικών, των ανταρτών, της αστυνομίας, του στρατού, των ληστών, των κλεφτών, της βίας που όλοι εσείς ονομάζετε μικρο-διακίνηση και της βίας που αντιμετωπίζουν οι μητέρες και οι αδελφές μας στα σπίτια μας. Δεν είμαστε ούτε “καλοί νομοταγείς” πολίτες (personas “de bien”), ούτε “αξιοσέβαστα” άτομα (gente “sana”) που φορούν λευκά πουκάμισα.4 Γνωρίζουμε ότι η βία μας έχει “σημαδέψει”, είμαστε μετανάστες από την ύπαιθρο, εκτοπισμένοι με τη βία· αλλά δεν είμαστε “γάτες” που ανακάλυψαν ξαφνικά τη βία.5 Στις κοινότητές μας υπάρχει μια απεγνωσμένη «διαμάχη» (“cólicos”). Εξαιτίας αυτού, δεν θέλουμε να επιστρέψουμε στη βία στην οποία η κυβέρνηση και η άρχουσα τάξη αυτής της χώρας θέλουν να μας εγκλωβίσουν. Τα σημεία αντίστασης είναι τα ασφαλέστερα μέρη στις πόλεις μας. Προσπαθούμε να ελέγξουμε τη βία κατά τη διάρκεια της απεργίας, αλλά όταν μας πυροβολούν, μας βασανίζουν και μας βιάζουν επίσης, η βία ξεπηδά ακόμα και από τα πιο ειρηνικά σώματα. Προσπαθούμε να μην δικαιολογήσουμε τίποτα. Προσπαθούμε μόνο να σας πούμε ότι είμαστε φτιαγμένοι από βία και όμως, ότι συνεχίζουμε να αντιστεκόμαστε και θέλουμε να ξεπεράσουμε αυτή τη βία, αλλά είναι πολύ δύσκολο να το κάνουμε σε αυτή τη σκατένια κοινωνία».

 

Το νέο προλεταριάτο ή το πλήθος σε επισφαλείς συνθήκες

Οι διαμαρτυρίες του 2021 έχουν ένα κοινό στοιχείο που τις διαφοροποιεί από άλλες προηγούμενες διαμαρτυρίες, εκτός ίσως από αυτές που έλαβαν χώρα το 2019. Σε αυτές τις διαμαρτυρίες συμμετέχουν ομάδες που είναι τόσο ετερογενείς που έχουν αψηφήσει την ικανότητα των κοινωνιολόγων να τις χαρακτηρίσουν με κάποιο κοινό στοιχείο, για παράδειγμα ως μισθωτούς εργαζόμενους, ή με ένα κοινωνικό ή πολιτισμικό habitus [έξη]. Η γενική απεργία έχει συγκεντρώσει κοινωνικούς και πολιτικούς φορείς τόσο διαφορετικούς και τόσο ετερογενείς όπως άνεργους νέους, φοιτητές, μισθωτούς εργάτες, γείτονες, γυναίκες που συμμετέχουν ενεργά σε όλες τις πτυχές της διαμαρτυρίας (όχι μόνο σε καθήκοντα που σχετίζονται με τη φροντίδα), καθηγητές, δασκάλους, καλλιτέχνες κάθε είδους, αγρότες, ιθαγενείς, άτυπους εργαζόμενους, πολιτικούς ακτιβιστές, στελέχη ΜΚΟ, γιατρούς, νοσηλευτές κ.ο.κ. Μέσα σε αυτή την ετερογένεια, αυτό που τους ενώνει είναι μια άρνηση.

Μια τέτοια άρνηση αναφέρεται στην κοινωνική ζημιά ή παθολογία που καταδικάζει τους περισσότερους Κολομβιανούς σε μια κατάσταση απλής επιβίωσης, έτσι ώστε μια μικρή μειοψηφία να μπορεί να χτίσει την ευημερία της πάνω στη δυστυχία και την εργασία της πλειοψηφίας. Η αντίληψη όσων διαμαρτύρονται στο δρόμο είναι ξεκάθαρη: διαμαρτύρονται επειδή εδώ και δεκαετίες υπομένουν αφόρητες συνθήκες∙ επειδή οι ορίζοντες βιωσιμότητας για τους νέους συνεχίζουν να συρρικνώνονται∙ επειδή η απλήρωτη εργασία θα τους αναγκάσει να εργάζονται μέχρι τα βαθιά γεράματα ή να εξαρτώνται από τις οικογένειές τους για την επιβίωσή τους∙ επειδή μια μητέρα της οποίας το παιδί βρίσκεται στην πρώτη γραμμή (primera línea) της διαμαρτυρίας πρέπει να κάνει περιστασιακές δουλειές για να επιβιώσει,6 επειδή η κακοπληρωμένη οικιακή εργασία δεν αρκεί σε αυτούς τους εργαζόμενους ούτε για να θρέψουν τις οικογένειές τους, αναγκάζοντάς τους έτσι να στραφούν και στην άτυπη εργασία∙ επειδή μπροστά σε έναν ήδη ανεπαρκή μισθό που μόλις και μετά βίας καλύπτει τα έξοδα διαβίωσης, οι εργαζόμενοι αγχώνονται για το πώς η φορολογική μεταρρύθμιση θα αυξήσει τα έξοδα για τα ψώνια τους∙ επειδή η νέα γενιά εργαζομένων βλέπει ότι πρέπει να αποταμιεύει όλο και περισσότερα χρήματα για να πληρώνει φόρους σε ένα κράτος που μαστίζεται από τη διαφθορά και την ατιμωρησία.

Όπως λέει ο Andrés Felipe Parra στην ανάλυσή του των έργων του Καρλ Μαρξ, Συμβολή στην Κριτική της Φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ: «Εισαγωγή» (1843) και Η Γερμανική Ιδεολογία (1846), από την περιορισμένη προοπτική των παραγωγικών σχέσεων της υλικής ζωής, αυτό το μάλλον ποικιλόμορφο σύνολο ανθρώπινων όντων που είναι καταδικασμένο σε απλή επιβίωση θα ήταν το προλεταριάτο.7 Δηλαδή, «μια τάξη που δεν είναι τάξη», μια κοινωνική ομάδα που ορίζεται μόνο από μια άρνηση, καθώς αντιπροσωπεύει μια μορφή ζωής βασισμένη στην επιβίωση, πάνω στην οποία οργανώνεται η υπόλοιπη κοινωνία. Κοιτάζοντας πέρα από τις παραγωγικές σχέσεις, σήμερα θα μπορούσαμε επίσης να σκεφτούμε αυτή την ομάδα ως ένα πλήθος που ζει κάτω από επισφαλείς συνθήκες. Οι σημερινές κοινωνικές σχέσεις και οι αντίστοιχες μορφές πολιτικής οργάνωσης οδηγούν πολλούς να αντιμετωπίζουν –διανοητικά και συναισθηματικά– τον επικείμενο θάνατο ως καθημερινή πραγματικότητα. Η ίδια η ζωή είναι μόνιμα εκτεθειμένη, ευάλωτη στην απώλεια, και σήμερα πολλοί θεωρούν την πανδημία μικρότερο κίνδυνο σε σύγκριση με την κοινωνική παθογένεια που τους ρίχνει σε έναν αγώνα για την απλή επιβίωση.

 

Δεύτερη υποσημείωση

Ένας ακτιβιστής σε ένα από τα σημεία αντίστασης λέει τα εξής: «πριν, ήμασταν τίποτα, τώρα, για πρώτη φορά είμαστε κάτι δίπλα στον άλλον στους δρόμους, όπου μάλιστα κοιμόμαστε ανενόχλητοι – εκτός από την περίπτωση που δεχόμαστε επίθεση από την αστυνομία ή από ένοπλους «καλούς νομοταγείς πολίτες». Πίσω από τα οδοφράγματα, θα βρείτε τις λαϊκές συνελεύσεις και τα κοινοτικά συσσίτια, χάρη στα οποία κάποιοι έχουν πρόσβαση σε τρία γεύματα την ημέρα (los tres golpes) για πρώτη φορά από την αρχή της πανδημίας».8 Ένας άλλος μοιράζεται τον ακόλουθο προβληματισμό με τους φοιτητές του προπτυχιακού μου μαθήματος «Θεωρίες της Εξουσίας»: «η χώρα εξερράγη μέσα στα μούτρα τους. Δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει ότι δεν έχουμε καμία ελπίδα και ότι εξαιτίας αυτού θα συνεχίσουμε να βγαίνουμε στους δρόμους».

 

Ένας αντιεξεγερσιακός μηχανισμός

Η αίσθηση και η σκέψη για τα όρια της επιβίωσης, όπως συμβαίνει σήμερα στην Κολομβία, γεννά τη μοναδική και συλλογική επιθυμία για μια ζωή που αξίζει να ζει κανείς. Οι ετερογενείς αγώνες για άλλες μορφές ζωής, από μια τέτοια ποικιλομορφία φορέων, έχουν επίσης σπάσει τις αποδεκτές λογικές δράσης στο πλαίσιο της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης στη χώρα. Ως αντίδραση, το κράτος υιοθέτησε μια νέα προσέγγιση για την καταπολέμηση της εξέγερσης, βασισμένη στη σκέψη του Χιλιανού εντομολόγου και δημοσιογράφου Αλέξις Λόπεζ9. Ο Λόπεζ ανασύρθηκε από την αφάνεια όταν ο πρώην πρόεδρος, Άλβαρο Ουρίμπε Βέλεζ, τον ανέφερε επιδοκιμαστικά, όταν προσκλήθηκε στο Στρατιωτικό Πανεπιστήμιο της Κολομβίας (Universidad Militar).10 Το αντιφατικό και θεωρητικά ασυνεπές δόγμα που αναφέρεται ως «διάχυτη μοριακή επανάσταση» («revolución molecular disipada»), θα ήταν άσχετο, ένα απλό περίεργο αντικείμενο της λατινοαμερικανικής νεοναζιστικής σκέψης, αν δεν είχε χρησιμοποιηθεί ως εφαλτήριο για τον μηχανισμό της αντιεξέγερσης που χρησιμοποιήθηκε εναντίον της γενικής απεργίας. Έχει ήδη συσσωρεύσει έναν συγκλονιστικό αριθμό παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σύμφωνα με το INDEPAZ (Ινστιτούτο για τη Μελέτη της Ανάπτυξης και της Ειρήνης) και τη ΜΚΟ Temblores (Σεισμοί), μέχρι τις 7 Μαΐου είχαν ήδη αναφερθεί περισσότερες από 50 εξωδικαστικές εκτελέσεις, 12 βιασμοί και 548 αναγκαστικές εξαφανίσεις.

Η «διάχυτη μοριακή επανάσταση», εμπνευσμένη πιθανώς από τη φιλοσοφία των Ζιλ Ντελέζ και Φελίξ Γκουαταρί, προϋποθέτει την ύπαρξη ενός μεγάλου εξεγερσιακού κινήματος ενάντια στην κανονικότητα των κολομβιανών θεσμών. Σύμφωνα με αυτό το δόγμα, μια πρωτοπορία έχει οργανώσει αυτό το κίνημα από το παρασκήνιο, δίνοντάς του με επιτυχία μια αναρχική εξωτερική όψη, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν οριζόντιο, μοριακό και διάχυτο εμφύλιο πόλεμο με κύριο στόχο την ανατροπή της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης προκειμένου να την αντικαταστήσει με μια σοσιαλιστική ή κομμουνιστική δικτατορία. Αυτός ο ερμηνευτικός μηχανισμός δεν είναι μόνο ασυνεπής αλλά και αντιφατικός. Ο Λόπεζ και οι Κολομβιανοί οπαδοί του δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τους τρόπους με τους οποίους η κάθετη οργάνωση που οραματίζονται ως απάντηση στην απεργία, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το είδος της μοριακής επανάστασης που θεωρητικοποιήθηκε από τους Ντελέζ και Γκουαταρί, οι οποίοι, όπως ισχυρίζονται κατά τα άλλα, ενέπνευσαν το δόγμα τους. Με την αναγωγή του μοριακού στο μικρο-πολιτικό, το δόγμα εξαλείφει την υλιστική αντίληψη των Ντελέζ και Γκουαταρί για την επιθυμία ως παραγωγική ορμή, η οποία είναι το conatus [προσπάθεια], η εμμενής δυναμική μιας ανατρεπτικής δύναμης που αρθρώνεται με βάση την ποικιλομορφία και την πολλαπλότητα και όχι σε μια οργάνωση που εδράζεται σε μια προηγούμενη και κοινή ταυτότητα.

Ωστόσο, η εσωτερική συνοχή αυτής της προσέγγισης έχει μικρή σημασία σε σύγκριση με την απεργία του 2021. Αυτό που έχει σημασία είναι ο νέος μηχανισμός αντεπίθεσης που αρθρώνεται μέσω αυτού του δόγματος σε μια νέα πολεμική μηχανή. Μέσω αυτού του ιδεολογικού μηχανισμού, οι συνταγματικά προστατευόμενες δημόσιες διαμαρτυρίες μετατρέπονται σε πολεμικές πράξεις, οι διαδηλωτές σε εχθρούς που πρέπει να εξοντωθούν είτε σωματικά είτε συμβολικά, και η καταστολή σε εργαλείο που επιτρέπει στο κράτος να εκτελεί θανατηφόρες μικροεπεμβάσεις στους δρόμους της Κολομβίας. Η ιδεολογική τύφλωση που προκαλεί αυτός ο μηχανισμός δεν του επιτρέπει να κατανοήσει ότι όσο περισσότερο ο λαός περιορίζεται σε μια κατάσταση απλής επιβίωσης, τόσο πιο αποφασιστική, παρατεταμένη και ίσως ακόμη και βίαιη θα είναι η αντίσταση. Αλλά είναι επίσης πιθανό αυτή η ιδεολογία να λειτουργεί ως ένα ζευγάρι παρωπίδες, κάνοντας το κράτος να βλέπει το κράτος εξαίρεσης ως τη μοναδική πολιτική λύση στην κρίση νομιμότητας που γίνεται όλο και πιο οξεία.

 

Τρίτη υποσημείωση

Όταν με άκουσε να μιλάω γι’ αυτό το δόγμα, μια περιβαλλοντική αγωνίστρια μου απάντησε: «η τραγωδία είναι χειρότερη από αυτό που περιγράφεις, γιατί η κρατικά εγκεκριμένη βία τρέφεται από τη βία εκείνων που είναι απελπισμένοι». Στην πραγματικότητα, οι φυσικές βιαιότητες αναμειγνύονται με αντικρουόμενους τρόπους, και αυτό το μείγμα χρησιμοποιείται, τόσο από το κράτος όσο και από τα κυρίαρχα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για να κατασκευάσει την αφήγηση ότι βρισκόμαστε σε μια γενικευμένη κατάσταση πολέμου, η οποία στη συνέχεια δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την υιοθέτηση πιο αυταρχικών και δικτατορικών μέτρων.

 

Μεσοδιάστημα και Αντι-Μεσοδιάστημα

Κατά τη διάρκεια του φασισμού και ενώ βρισκόταν στη φυλακή, ο Αντόνιο Γκράμσι έγραψε για την «κρίση της εξουσίας» και για το μεσοδιάστημα που αυτή η κρίση άνοιξε. Εν μέσω μιας οδυνηρής κατάστασης, ενώ ήταν φυλακισμένος, μουτζούρωνε σε ένα σημειωματάριο: «Εάν η κυρίαρχη τάξη έχει χάσει τη λαϊκή συγκατάθεση, δηλ. δεν είναι πια “διευθύνουσα”, αλλά μονάχα “κυρίαρχη”, κάτοχος της καθαρής δύναμης καταναγκασμού, αυτό ακριβώς σημαίνει ότι οι μεγάλες μάζες είναι αποκομμένες από τις παραδοσιακές ιδεολογίες, δεν πιστεύουν πια σ’ αυτό που πίστευαν προηγούμενα κ.λ.π. Η κρίση συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι το παλιό πεθαίνει και το καινούργιο δεν μπορεί να γεννηθεί· και σ’ αυτό το μεσοδιάστημα συμβαίνουν τα πιο ποικίλα παθολογικά φαινόμενα.».11 Αν είμαστε αισιόδοξοι, στην Κολομβία βιώνουμε ένα μεσοδιάστημα στο οποίο το νέο πρέπει να γεννηθεί και εμείς πρέπει να βοηθήσουμε στη γέννα. Αλλά θα μπορούσαμε επίσης να βιώνουμε ένα αντι-μεσοδιάστημα, στο οποίο, όπως υποστήριξα στον πρόλογο της έκδοσης στην Κολομβία του βιβλίου του Boaventura de Souza Santos. Izquierdas del mundo ¡uníos! (2019), «πρόκειται για μια οπισθοδρομική μετάλλαξη, κατά την οποία αντί για κρίση της εξουσίας έχουμε τη μεταμόρφωσή της, η οποία μπορεί να ενισχυθεί κάτω από νέες ιδεολογικές βάσεις, ικανές να δώσουν νέα μορφή σε τέτοιες νοσηρές εκδηλώσεις όπως οι σημερινοί νεοεξουσιασμοί και νεοφασισμοί».12 Μέχρι τώρα, η απεργία έχει επικεντρωθεί σε αυτό που ο Γκουαταρί θα αποκαλούσε «απο-θεσμιστική στιγμή». Πρόκειται για μια στιγμή ικανή να καταστήσει ορατές τις ρωγμές της σημερινής κοινωνικής τάξης. Αλλά δεν είναι ακόμη μια συγκροτητική στιγμή. Η απεργία δεν έχει βρει ακόμη τον τρόπο να επιτρέψει ένα διαφορετικό είδος άρθρωσης από τα κάτω, ένα είδος ικανό να συγκεντρώσει άλλες εναλλακτικές λύσεις, ώστε η κολομβιανή κοινωνία να μπορέσει να μεταβεί από μια μικρο- σε μια μακρο-πολιτική της επιθυμίας. Η αβεβαιότητα στην οποία έχουμε υποβληθεί καθιστά δύσκολη την πρόβλεψη του δρόμου που θα ακολουθήσουμε.

Η αυταρχική διακυβέρνηση απειλεί να ανακόψει για άλλη μια φορά την επινόηση μορφών ζωής που υπερβαίνουν την απλή επιβίωση. Όπως και η βιασύνη ορισμένων να προσπαθήσουν να οργανώσουν τις πολλαπλές εκρήξεις διαμαρτυριών από την κορυφή, μέσω της καθοδηγητικής φωνής του ηγέτη ή της φωτισμένης διανόησης των Πανεπιστημίων, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με διάσπαρτες κοινωνικές συγκρούσεις κάθε είδους. Αν οι διαμαρτυρίες τεθούν αναγκαστικά κάτω από μια ενιαία πολιτική και προγραμματική λογική, όλα αυτά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια νέα συλλογική απογοήτευση.

 

Τελευταία υποσημείωση

Όταν ρώτησα έναν άλλον ακτιβιστή από τα σημεία αντίστασης ποια εναλλακτική λύση πρότειναν όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με την αδυναμία συνέχισης της απεργίας επ’ αόριστον, μου απάντησαν: «Κατά τη διάρκεια της οργάνωσης των λαϊκών συνελεύσεων αποκτήσαμε μια γνώση που δεν πρόκειται ποτέ να χάσουμε. Αυτή τη στιγμή, ούτε διαπραγματευόμαστε ούτε αναγνωρίζουμε κανέναν φορέα ως διαπραγματευόμενο για λογαριασμό μας, αλλά αν συμβεί κάτι καλό είμαστε πρόθυμοι να υποχωρήσουμε και να επιστρέψουμε μόνο αν παραβιάσουν τις συμφωνίες ή αν θελήσουν να επιμείνουν στην κανονικότητα που δεν αποδεχόμαστε πλέον». Θα γεννηθεί μια νέα πραγματικότητα ή θα βουλιάξουμε στην παλιά που είναι έτοιμη να μας παρασύρει όλους στην αυταρχική της άβυσσο;

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Leopoldo Múnera Ruiz, “A Multitude in Precarious Conditions – On the Colombian Strikes”, Spectre, 28 Ιουνίου 2021, https://spectrejournal.com/on-the-colombian-strikes/. Μετάφραση στα αγγλικά, Andrés Fabián Henao Castro. Αναδημοσίευση: Europe Solidaire Sans Frontièreshttp://www.europe-solidaire.org/spip.php?article59128 και International Viewpoint, 6 Αυγούστου 2021, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article7254.

 

Ο Leopoldo Múnera Ruiz είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Universidad Nacional de Colombia. Είναι επίσης ιδρυτής της ερευνητικής ομάδας για τη Σύγχρονη Πολιτική Θεωρία (TEOPOCO, σύμφωνα με το ισπανικό ακρωνύμιο), στο ίδιο Πανεπιστήμιο, και μέλος του Κέντρου Διεπιστημονικής Έρευνας: Democracy, Institutions, Subjectivity (CRIDIS, σύμφωνα με το γαλλικό ακρωνύμιο), στο Université Catholique de Louvain. Η έρευνά του κινείται γύρω από την κριτική μελέτη της εξουσίας, των κοινωνικών κινημάτων και της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου Rupturas y continuidades: poder y movimiento popular en Colombia 1968-1988 (Μπογκοτά: Universidad Nacional de Colombia, 1998), και έχει συν-επιμεληθεί με άλλους πολλά βιβλία, όπως: Los saberes múltiples y las ciencias sociales y políticas (Μπογκοτά: Universidad Nacional de Colombia, 2018), La Regeneración revisitada. Pluriverso y hegemonía en la construcción del Estado-nación en Colombia (Μεντεγίν: La Carreta, 2011) και Fragmentos de los Público-Político (Μεντεγίν: La Carreta, 2009).

 

 

Σημειώσεις

Οι σημειώσεις χωρίς καμιά ένδειξη είναι του συγγραφέα. Οι σημειώσεις με την ένδειξη (στο τέλος) [Trans] είναι του Andrés Fabián Henao Castro που μετέφρασε το άρθρο στα αγγλικά. Οι σημειώσεις με την ένδειξη στην αρχή) [Σ.τ.Μ.:] είναι της ελληνικής μετάφρασης.

1 Το κείμενο γράφτηκε αρχικά από τον Leopoldo Múnera Ruiz στις 27 Μαΐου 2021 και η μετάφραση στα αγγλικά από τον Andrés Fabián Henao Castro έγινε στις 24 Ιουνίου 2021. Από τις 28 Απριλίου έως τις 16 Ιουνίου 2021, το Υπουργείο Άμυνας κατέγραψε 13.544 δραστηριότητες διαμαρτυρίας που σχετίζονται με την απεργία, σε 864 από τους 1103 δήμους της Κολομβίας. Μόνο το 10% αυτών των δραστηριοτήτων καταγράφηκε ως διατάραξη, και αυτές κυρίως λόγω της συμμετοχής της κινητής ομάδας καταπολέμησης των ταραχών (ESMAD) της αστυνομίας.

2 Το ανθοδοχείο του Llorente («el florero de Llorente») είναι η έκφραση με την οποία οι Κολομβιανοί αναφέρονται στο συμβολικό γεγονός που πυροδότησε την Κολομβιανή Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στις 20 Ιουλίου 1810. Η φορολογική μεταρρύθμιση του Κολομβιανού προέδρου Iván Duque Márquez, στην προκειμένη περίπτωση, συγκρίνεται με το ανθοδοχείο του Joaquín González Llorente. Ο τελευταίος αρνήθηκε να δανείσει ένα από τα ανθοδοχεία του σε γνωστούς τότε ηγέτες υπέρ της Ανεξαρτησίας, οι οποίοι ήθελαν να τιμήσουν τον Antonio Villavicencio, γνωστό συμπαραστάτη του αγώνα της Ανεξαρτησίας. Η άρνηση του Llorente θεωρήθηκε το σημείο καμπής για το κίνημα της Ανεξαρτησίας που καλούσε τον λαό να βγει στους δρόμους και να κηρύξει την ανεξαρτησία από την Ισπανία.

3 Το «Emprendedores en Bicicleta» είναι μια έκφραση για να χαρακτηριστούν διακριτικά οι στρατηγικές επιβίωσης των ανθρώπων, για να κρυφτούν τα αυξανόμενα ποσοστά φτώχειας και ανεργίας, συνθήκες που εξαναγκάζουν τους ανθρώπους να αναλάβουν περιστασιακές δουλειές και να εμπλακούν στην ανεπίσημη οικονομία για να αντιμετωπίσουν τη δομικά επιβαλλόμενη επισφάλεια. [Trans.]

4 Στην πόλη Κάλι, ένα τμήμα της ανώτερης τάξης που αντιτίθεται στην απεργία και αυτοπροσδιορίζεται ως «καλοί νομοταγείς πολίτες» (personas de bien), φοράει λευκά πουκάμισα. Κάποιοι από αυτούς είναι οπλισμένοι και έχουν ενωθεί με την αστυνομία στην καταστολή των διαδηλώσεων στους δρόμους, κανένας δεν έχει ακόμη προσαχθεί στη δικαιοσύνη. [Trans.]

5 Οι «γάτοι» (gatos ή «γάτες») είναι ένας υποτιμητικός τρόπος για να αναφερθούν στους νέους της εργατικής τάξης ως ανώριμους και ανίσχυρους. [Trans.]

6 Primeras líneas, κυριολεκτικά «πρώτες γραμμές», είναι μια τακτική που χρησιμοποιείται στην σημερινή διαμαρτυρία, κατά την οποία οι νέοι σχηματίζουν μια γραμμή άμυνας γύρω από τη διαδήλωση για να την υπερασπιστούν από τη φαινομενικά αναπόφευκτη βία από την αστυνομία. Η τακτική αυτή προστατεύει έτσι το δημοκρατικό δικαίωμα της διαμαρτυρίας στους δρόμους, το οποίο αν και προστατεύεται συνταγματικά, απειλείται συνεχώς. [Trans]

7 Andrés Felipe Parra, La clase que no es una clase: Acción política y emancipación. Διδακτορική διατριβή (Μπογκοτά: Universidad Nacional de Colombia, 2016).

8 «Golpes», κυριολεκτικά «χτυπήματα», είναι ένας δημοφιλής τρόπος αναφοράς στα γεύματα που υποδηλώνει το αδιαχώριστο της διατροφής από τους αγώνες. [Trans].

9 [Σ.τ.Μ.:] Ο Alexis López είναι ακροδεξιός διευθυντής της Ραδιοτηλεόρασης Santiago de Chile – RST, που αυτοπροσδιορίζεται ως «εντομολόγος και επιστημονικός και ιστορικός ερευνητής, με σπουδές στη δημοσιογραφία, την πληροφορική και τις κλασικές γλώσσες...»

10 Η διαμάχη σχετικά με τον ρόλο του Aléxis López στον κολομβιανό στρατό μεγάλωσε όταν δημοσιοποιήθηκε ο ενεργός ρόλος του σε νεοναζιστικές οργανώσεις στη Χιλή. [Trans].

11 «L’aspetto della crisi moderna che viene lamentato come “ondata di materialismo” è collegato con ciò che si chiama “crisi di autorità”. Se la classe dominante ha perduto il consenso, cioè non è piú “dirigente”, ma unicamente “dominante”, detentrice della pura forza coercitiva, ciò appunto significa che le grandi masse si sono staccate dalle ideologie tradizionali, non credono piú a ciò in cui prima credevano ecc. La crisi consiste appunto nel fatto che il vecchio muore e il nuovo non può nascere: in questo interregno si verificano i fenomeni morbosi piú svarianti.». Antonio Gramsci, Quaderni del Carcere I (Τορίνο, Einaudi, 1930), §34, 311. [Σ.τ.Μ.:] Στα ελληνικά: Αντόνιο Γκράμσι, Παρελθόν και παρόν, Στοχαστής, Αθήνα 1974, σσ. 23, 24, μετάφραση Θανάσης Αθανασίου.

12 Leopoldo Múnera Ruiz, «Prefacio», στο Izquierda del mundo, ¡uníos!, Boaventura de Sousa Santos (Μπογκοτά, Siglo XXI Editores, 2019), 13-23.

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2021 15:24

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.