Κυριακή, 13 Ιουνίου 2021 13:50

Συρία: Η κλεμμένη επανάσταση

Tammam Azzam, The Place

 

 

Συρία: Η κλεμμένη επανάσταση

 

Συναντηθήκαμε με τη Σάλμα, τον Χάνι, τον Ματζντ, τον Οσάμα, τον Άμπου Σέλμα, ακτιβιστές που εμπνέονται από τις αξίες του αντι-αυταρχισμού και της άμεσης δημοκρατίας. Προερχόμενοι από τη Δαμασκό και τις γύρω περιοχές, ιδίως τη γνωστή πλέον Ντούμα (μια πολύ με θλιβερές αναμνήσεις) και το στρατόπεδο Γιαρμούκ, ζουν τώρα στην Τουλούζη, το Παρίσι και τη Βηρυτό, όπου έχουν έρθει για να «πάρουν μιαν ανάσα» και να προετοιμαστούν για τον επόμενο γύρο αγώνων. Γι’ αυτούς, η έκβαση της σύγκρουσης δεν μπορεί να είναι μια επιλογή του τύπου «Μπασάρ ή Σαρία», όπως ψέλνει η χορωδία, από την άκρα αριστερά έως την άκρα δεξιά. Αισθάνονται την σημερινή αποκατάσταση της εικόνας του τυράννου, που ρίχνει τη συριακή αντιπολίτευση στο ίδιο τσουβάλι με τους σαλαφιστές σκοταδιστές, σαν μαχαιριά στην πλάτη. Έχουν συντριβεί αλλά δεν υποκύπτουν. Αυτό θα ήταν σα να πρόδιδαν τους εαυτούς τους. Με αυτές τις μαρτυρίες, το CQFD θέλει να βοηθήσει να δοθεί φωνή σ’ αυτούς τους αόρατους ανθρώπους.

—GLAMMOUR: Groupe de liaison et d’action Méditerranée Moyen-Orient utopie Rojava

 

«Μας έκλεψαν την Επανάσταση!» μας λέει ο Ματζντ, πρώην ακτιβιστής της Συριακής Άνοιξης και τώρα πρόσφατα πρόσφυγας στη Γαλλία. Από τη λαϊκή εξέγερση τον Μάρτιο του 2011, έχουν στην συνέχεια δημιουργηθεί δίκτυα αντίστασης μεταξύ μαχητών στην εξορία και εκείνων που δουλεύουν στις απελευθερωμένες ζώνες της Συρίας. Αγνοημένα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που ευνοούν τις ατελείωτες γεωπολιτικές αναλύσεις, αυτά τα δίκτυα έχουν υποστεί άγρια καταστολή και αντιμετωπίζουν την ταχεία στρατιωτικοποίηση της εξέγερσης, παγιδευμένα από την ανάπτυξη ισλαμιστικών και τζιχαντιστικών κινημάτων που υποστηρίζονται από δυτικές και περιφερειακές δυνάμεις. Και τέλος, έχουν προδοθεί από μια επίσημη αντιπολίτευση επωνύμων εξόριστων που είναι διεφθαρμένη και άβουλη. Παρ’ όλα αυτά, τα δίκτυα αυτά προσπαθούν να διατηρήσουν ζωντανό το αρχικό επαναστατικό τους πνεύμα. Ακόμα και όταν αναγκάζονται να οργανώσουν την επιβίωσή τους σε πολιορκημένες περιοχές, το να μην παραδοθούν είναι η τελευταία τους ελπίδα για να δουν την τυραννία να πέφτει μια μέρα.

Από το λαϊκό κίνημα στην παρανομία

Το καλοκαίρι του 2012, λίγο περισσότερο από ένα χρόνο μετά την έναρξη της Συριακής Άνοιξης, το κοινωνικό κίνημα που αναδείχτηκε με τις πρώτες εβδομαδιαίες διαδηλώσεις, μετά τις προσευχές της Παρασκευής, αναγκάστηκε να βρεθεί στην παρανομία από τη βία της καταστολής που εξαπέλυσε ο Μπασάρ αλ Άσαντ. Δίκτυα αντίστασης των πολιτών σχηματίστηκαν στη Δαμασκό και τις γύρω πόλεις. Η Σάλμα, η οποία ζούσε με την οικογένειά της σε μια γειτονιά «νομιμοφρόνων» στο κέντρο της Δαμασκού, θυμάται: «Το κρίσιμο σημείο ήταν η Δαμασκός τον Ιούλιο του 2012 όταν δολοφονήθηκαν τέσσερις ανώτεροι στρατηγοί. Σημειώθηκαν μεγάλες λιποταξίες από το στρατό και το κλίμα μετατράπηκε σε εξέγερση. Στη συνέχεια, το καθεστώς άλλαξε την τακτική του. Οι διαδηλώσεις της Παρασκευής εξελίχθηκαν σε λουτρά αίματος. Δεν πήγαινα πια. Δεν υπήρχαν πλέον λαϊκές συγκεντρώσεις, αλλά παράνομες δραστηριότητες για την παροχή υλικοτεχνικής υποστήριξης και προμηθειών για τις απελευθερωμένες ζώνες.» Ο Χάνι, ο σύζυγός της, εξηγεί ότι πέρασε στην παρανομία την ίδια στιγμή που στις γειτονιές σχηματίζονταν πολιτοφυλακές αυτοάμυνας, από τις οποίες θα προέκυπτε ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός: «Δεν μπορούσαμε πλέον να κυκλοφορήσουμε στη Δαμασκό. Με συνέλαβαν με ένα χρηματικό ποσό από δωρεές που θα στέλνονταν στην ελεύθερη ζώνη. Άλλοι ακτιβιστές, παράνομοι μεταφορείς, βοήθησαν τους στρατιώτες να λιποτακτήσουν. Υπήρχαν ειδικοί αριθμοί τηλεφώνου όταν ένας στρατιώτης ήθελε να λιποτακτήσει. Συχνά ο μεταφορέας ρωτούσε: “Με ή χωρίς το όπλο σου;” Φυσικά, ήταν πιο σημαντικό με το όπλο.»

Ο Οσάμα, πρώην υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών που βρίσκεται τώρα στη Βηρυτό, επιβεβαιώνει αυτή την αλλαγή στη Ντούμα, μια «απελευθερωμένη» πόλη που βρίσκεται βορειοανατολικά της πρωτεύουσας στην ανατολική Γούτα: «Το 2012, αρχίσαμε να αισθανόμαστε πολιορκημένοι. Εκείνη την εποχή, έχασα στενούς συντρόφους που σκοτώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες στα σημεία ελέγχου. Δεν υπήρξε καμία σύλληψη, καμία δίκη, τίποτα. Φοβόμασταν να κινηθούμε. Το πρώτο άτομο που έχασα ήταν ο ανιψιός μου. Φοιτητής πανεπιστημίου, συνελήφθη και βασανίστηκε για 70 ημέρες. Στη συνέχεια, έχασα τον ξάδελφό μου, έναν έμπορο στη Ντούμα, που σκοτώθηκε από στρατιώτες του καθεστώτος. Μετά από αυτόν, έχασα έναν παιδικό μου φίλο που ζούσε στην ίδια γειτονιά, σκοτώθηκε από ελεύθερο σκοπευτή. Στο τέλος του 2014, υπήρχαν 24 ελεύθεροι σκοπευτές στη Ντούμα που κάλυπταν όλους τους δρόμους.» Ο Ματζντ συμμετείχε κι αυτός στο λαϊκό κίνημα στη Ντούμα ως αυτοδίδακτος δημοσιογράφος, καθώς προερχόταν από μια αναλφάβητη οικογένεια που δεν είχε ποτέ εμπλακεί σε πολιτικές δραστηριότητες.  «Οι πολιτικές συζητήσεις που προέκυψαν κατά τον συντονισμό της επανάστασης έπαψαν να υπάρχουν – το μέγεθος της βίας περιόρισε τις συζητήσεις σε μηδενικά επίπεδα. Η περιοχή ήταν διαιρεμένη, οριοθετημένη από τις θέσεις των ελεύθερων σκοπευτών. Όλες οι διαδηλώσεις εξαφανίστηκαν – οι ακτιβιστές παγιδεύτηκαν στην ανθρωπιστική κατάσταση έκτακτης ανάγκης που επέβαλε η καταστολή. Το αγωνιστικό πνεύμα άλλαξε, απλά είχαμε χάσει την επαναστατική πρωτοβουλία.»

Το δίκτυο «Ραζάν Ζεϊτούνα»

Ο Χάνι, η Σάλμα και ο Ματζντ είναι μέλη ενός από τα μεγαλύτερα δίκτυα που είναι ακόμα ζωντανά γύρω από τη Δαμασκό, ένα δίκτυο που συνδέεται με την τοπική συντονιστική επιτροπή και οργανώθηκε γύρω από την προσωπικότητα της Ραζάν Ζεϊτούνα. Αυτή ο νεαρή δικηγόρος από τη Δαμασκό, μαζί με τον σύζυγό της Ουάελ Χαμάντα και δύο συναδέλφισσές της (μεταξύ των οποίων και η συζύγος του συγγραφέα Γιασσίν αλ-Χατζ Σάλεχ) απήχθησαν το 2013 στη Ντούμα. Όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι η απαγωγή διαπράχθηκε από τον Ζάχραν Αλλούς της Τζάις αλ-Ισλάμ, έναν τοπικό πολέμαρχο ο οποίος απελευθερώθηκε από τη φυλακή από τις δυνάμεις του καθεστώτος. Η Ραζάν Ζεϊτούνα έχει συνεισφέρει στο Κέντρο Τεκμηρίωσης Παραβάσεων, το οποίο καταγράφει τα εγκλήματα του καθεστώτος και ζητά την απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων. Στη Ντούμα, εγκαινίασε ένα κέντρο προστασίας γυναικών, όπου περισσότερες από 300 γυναίκες λαμβάνουν τακτικά καλάθια επιβίωσης: για τους κατοίκους της Ντούμα, η επιβίωση έχει γίνει ένας τρόπος αντίστασης.

Ο Ματζντ αναφέρει: «Συμμετείχα ενεργά στο συντονισμό τοπικών προγραμμάτων, ιδίως για τα νοσοκομεία και την εκπαίδευση. Με την καταστολή, όλες οι δημόσιες υπηρεσίες έχουν σταματήσει. Συμμετείχα στη δημιουργία 7 εκπαιδευτικών κέντρων, τα οποία υποδέχονται 200 έως 250 παιδιά. Δίδαξα παιδιά από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Δημιουργήσαμε παιδαγωγικά παιχνίδια, πολύ διαφορετικά από το πειθαρχικό σχολείο του καθεστώτος. Η τοπική οικονομία είναι περιορισμένη αλλά σταθερή στις περιοχές της Γούτα, ιδίως στην κατασκευή ενδυμάτων. Υπάρχουν ακόμη πρώτες ύλες και εργαλεία παραγωγής, εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες εργοστάσια που τέθηκαν στην υπηρεσία της κοινότητας στην ελεύθερη ζώνη. Λόγω της απουσίας διεθνών επενδυτών ή ΜΚΟ, όπως ο Ερυθρός Σταυρός, έχουν γίνει άλλες συνδέσεις με το εξωτερικό και έχει δημιουργηθεί ένα δικό μας σύστημα χρηματοδότησης, με περιστασιακούς χρηματοδότες: ένα μηχανισμό μεταξύ των ρευμάτων των ατόμων που εισέρχονται με δολάρια, δηλαδή, εμάς ή τα δίκτυα υποστήριξής μας, και εκείνων που φεύγουν, των Σύριων που φεύγουν και ανταλλάσσουν το νόμισμά τους. Πρόκειται για μια τραπεζική λογική του πολέμου.» Ο Οσάμα το επιβεβαιώνει: «Το όραμά μας ήταν να βοηθήσουμε τους πολίτες. Ποτέ δεν σκεφτήκαμε να βοηθήσουμε τους στρατιώτες. Έχουν τη δική τους χρηματοδότηση. Δουλεύουμε σε διάφορους τομείς: υγεία, εκπαίδευση, τρόφιμα. Δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε με πολύ δομημένο τρόπο γιατί κινδυνεύουμε να μας ανακαλύψει το καθεστώς. Ήταν πολύ δύσκολο, είχαμε προβλήματα στη μεταφορά χρημάτων, τροφίμων, γιατί ακόμη και όταν θέλεις απλώς να μιλήσεις με κάποιον στο δρόμο, σε παρακολουθούν και σε ελέγχουν. Συχνά μετέφερα χρήματα από το ένα σπίτι στο άλλο, από το ένα άτομο στο άλλο, μερικές φορές έπρεπε να περπατήσω με χιλιάδες δολάρια, θα μπορούσε να μου κοστίσει τη ζωή μου.»

Ο Χάνι, πρώην συντηρητής παλαιών σπιτιών, ένα επάγγελμα που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το 2012, αφηγείται τα πρώτα βήματα της συλλογικότητας των ακτιβιστών μηχανικών που βοήθησε να ιδρυθεί στη Δαμασκό: «Το 2013, μπορούσαμε να πηγαινοερχόμαστε στην ελεύθερη ζώνη. Ήταν ένας άλλος κόσμος που διαμορφωνόταν, αποκομμένος από τα πάντα και κυρίως από βασικές ανάγκες όπως νερό, ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο. Ξεκινήσαμε δοκιμάζοντας μοντέλα κουζινών με ηλιακή ενέργεια, δεξαμενών υγροποιημένου αερίου, στη Δαμασκό, στη συνέχεια τα διανείμαμε σε άλλες περιοχές, προκειμένου να βρούμε εναλλακτικές λύσεις για τις κρατικές πηγές ενέργειας. Ένας αγρότης στη Ντούμα συμφώνησε να εφαρμόσει τις δοκιμές μας στην πράξη. Αυτό το δίκτυο είναι ενεργό για δύο χρόνια. Στην αρχή, λειτουργούσε από δωρεές, αλλά ο τοπικός πληθυσμός γινόταν όλο και πιο φτωχός. Επομένως, αναζητούμε εξωτερική υποστήριξη. Αυτός είναι ο τρόπος συμμετοχής μας στην επανάσταση, αλλά έχει μια απογοητευτική πλευρά, γιατί σήμερα η πραγματικότητα της αντίστασης βρίσκεται στο μέτωπο.»

Περίπου την ίδια εποχή, νότια της Δαμασκού στο παλαιστινιακό στρατόπεδο Γιαρμούκ, ο Αμπού Σέλμα, δάσκαλος Αραβικών στο πανεπιστήμιο, ίδρυσε το πρώτο δωρεάν σχολείο εκεί από τότε που ο δικτάτορας έθεσε την περιοχή αυτή σε αποκλεισμό. Αυτός ο πρώην μαχητής του Παλαιστινιακού Κομμουνιστικού Κόμματος αποστασιοποιήθηκε έκτοτε από την σχολή λόγω των σχέσεών της με το καθεστώς. Με τις αεροπορικές επιθέσεις τον Ιούλιο του 2012, το Γιαρμούκ πέρασε ξεκάθαρα με την επανάσταση. «Από την πρώτη βομβιστική επιδρομή, οι βομβαρδισμοί πραγματοποιούνται καθημερινά και έχουν στόχο τα σχολεία. Τα σχολεία του Γιαρμούκ που εξαρτιόνταν από την UNRWA (ΟΗΕ) έκλεισαν. Εγώ, η γυναίκα μου και μια ανιψιά μου βρήκαμε μια αίθουσα γάμου σε ένα υπόγειο που ονομάζεται “Η Χρυσή Αίθουσα της Δαμασκού”. έγινε “Η Σχολή της Δαμασκού”. Είχαμε δύο μέρες σχολείο που διαρκούσε μισή ημέρα και περίπου 1.200 μαθητές – οι αριθμοί κυμαίνονταν. Καθώς υπήρχε μεγάλη διαρροή εξειδικευμένου προσωπικού διδασκαλίας, παρέμειναν μόνο λίγα άτομα που είχαν πτυχία ή ειδικότητες: μερικές νέες γυναίκες με δίπλωμα λυκείου, στην αρχή των σπουδών τους στην καλύτερη περίπτωση. Υπήρχαν μόνο άλλοι δύο άντρες. Τους εκπαίδευσα όλους και έγιναν οι καλύτεροι δάσκαλοι σε όλη τη Συρία.» Και συνεχίζει: «Ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός αναπτύχθηκε κοντά στο κέντρο του Γιαρμούκ και το καθεστώς βομβάρδισε το κτίριό μας επτά φορές. Σχεδιάσαμε μια στρατηγική έτσι ώστε οι μαθητές να μην φεύγουν ταυτόχρονα. Ύστερα από ένα χρόνο, είχαν δημιουργηθεί άλλα πέντε σχολεία σε μερικές άλλες περιοχές στο Γιαρμούκ. Τρία παραμένουν μέχρι σήμερα. Πίσω από αυτό το έργο δεν υπήρχαν διεθνείς δωρητές, αλλά αφοσιωμένοι ιδιώτες που συγκεντρώθηκαν για να το χρηματοδοτήσουν. Η ιδέα μας ήταν να σώσουμε την κοινωνία των πολιτών του Γιαρμούκ ο,τι κι αν συμβεί ,προκειμένου η εκπαίδευση και η διδασκαλία να παραμείνουν διαχρονική προτεραιότητα πάνω από κάθε επιρροή.»

Αυτονομία παρά τον πόλεμο

Αυτά τα δίκτυα ακτιβιστών στη Ντούμα, όπως και σε άλλες ζώνες της Συρίας, εξαρτώνται περισσότερο ή λιγότερο από τα τοπικά συμβούλια, μέσω των οποίων η αντίσταση προσπάθησε να δομηθεί σε όλη τη χώρα. Τον Οκτώβριο του 2011, ο Ομάρ Αζίζ, ένας αναρχικός αγωνιστής που πέθανε στη φυλακή τον Φεβρουάριο του 2013, ίδρυσε την τοπική επιτροπή της Μπέρζα (δήμος βόρεια της Δαμασκού). Κάλεσε τους Σύριους να οργανωθούν σε αυτοδιοικητικά σώματα, ανεξάρτητα από το κράτος, μέσω οριζόντιων και συνεργατικών πρακτικών. Σήμερα, κάθε επαρχία έχει ένα συμβούλιο εκτός από τη Δαμασκό, την καρδιά του κρατικού συστήματος ασφαλείας.

Για τους περισσότερους από τους συνομιλητές μας, το να οργανωθούν σε τοπικό επίπεδο, μεταξύ άλλων και σε καθαρά ανθρωπιστικές αποστολές και αποστολές επιβίωσης, εκλαμβάνεται ως μια μορφή αντίστασης στην πολιτική καμένης γης των πολιορκημένων ζωνών που εφαρμόζει ο Μπασάρ αλ Άσαντ. Αρχικά, ήταν απαραίτητο να αποτραπεί πάση θυσία να σαρώσει αυτή η πολιτική τα πάντα στο πέρασμά της και ταυτόχρονα να δημιουργηθεί υποκατάστατη διοίκηση που θα αναλάμβανε τις δημόσιες υπηρεσίες που είχαν προτεραιότητα (δικαιοσύνη, νερό, απόβλητα). Η Σάλμα εξηγεί τη σημασία αυτών των τοπικών συμβουλίων: «Σε ορισμένες πόλεις, τα τοπικά συμβούλια κατάφεραν να πείσουν τους υπαλλήλους του δημόσιου τομέα να παραμείνουν στις θέσεις τους, ιδίως στα σχολεία και τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, ακόμη και αφότου το καθεστώς έκοψε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων στις ελεύθερες ζώνες για να τους παρακινήσει να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους.» Συνεχίζει: «Η Ντάραγια είναι το πιο προηγμένο έργο από την έναρξη της επανάστασης. Ήταν πάντα η πιο ανοιχτή πόλη με τις πρώτες πολιτικές πρωτοβουλίες που ξεκίνησαν το 2002 - 2003, όπως η δημοτική βιβλιοθήκη και ο οργανωμένος καθαρισμός του δρόμου για να καλυφθούν οι ελλείψεις του κράτους: αυτό τρομοκράτησε το καθεστώς. Η πόλη παρέμενε πάντα κινητοποιημένη παρά τους σφοδρούς βομβαρδισμούς υπό την ηγεσία του Μάχερ αλ Άσαντ, αδελφού του προέδρου, διοικητή της 4ης μεραρχίας. Η ζωή είναι δύσκολη κάτω από τον αποκλεισμό: δεν υπάρχει γεωργική γη που να την βοηθήσει να αντέξει την πολιορκία [σημείωση του CQFD: πάνω από 400 βαρέλια εκρηκτικών έχουν πέσει στην πόλη τους τελευταίους δύο μήνες (Οκτώβριος 2015)]. Όμως οι κάτοικοι δεν υποχωρούν στις πιέσεις του Άσαντ, ακόμα και όταν αυτός τους δελέασε με μια κατάπαυση του πυρός.» Η Ντάραγια, που βρίσκεται στο Ριφ [Επαρχία] κοντά στη Δαμασκό, θεωρείται η πιο επιτυχημένη εμπειρία των τοπικών συμβουλίων, παρόλο που έχει γίνει ένα από τα πιο σκληρά μέτωπα της σύγκρουσης: ήδη από το 2012, αποφασίστηκε ότι οι ένοπλες ομάδες θα υπόκεινται στην εξουσία του τοπικού συμβουλίου και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις θα συζητούνται με τις πολιτικές αρχές.

Ο Οσάμα μιλάει για τα τοπικά συμβούλια της Ντούμα: «Αυτή η πόλη βρίσκεται υπό πολιορκία για τουλάχιστον δύο χρόνια, αλλά συνεχίζει να αναζητά εναλλακτικές λύσεις και να ενώνεται χωρίς να επιστρέφει σε ένα ιεραρχικό σύστημα. Οι κάτοικοι κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα σύστημα της κοινωνίας των πολιτών και ενώ ζουν κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, αυτό είναι συστηματοποιημένο και οργανωμένο. Έχουμε ένα δημοκρατικά εκλεγμένο τοπικό συμβούλιο, το οποίο επιτελεί δημοτικό έργο. Οι στρατιωτικές ομάδες μένουν εκτός της πόλης, απαγορεύεται να οπλοφορούν μέσα στην πόλη.»

Ένας απαξιωμένος θεσμός: Η αντιπολίτευση στην εξορία

«Μέσα από τα τοπικά συμβούλια και τη διάρθρωση των αυτόνομων έργων, ελπίζαμε επίσης να οικοδομήσουμε μια νομιμοποιημένη αντιπροσωπευτικότητα, με την υποθετική προσδοκία της διεθνούς βοήθειας ή απέναντι στις ένοπλες ομάδες που εκμεταλλεύονται τα στρατιωτικά τους κατορθώματα και την ξένη χρηματοδότηση.» Ωστόσο, ο Αμπού Σέλμα υπενθυμίζει τα προβλήματα με τον ΟΗΕ: «Ξεκινήσαμε να στέλνουμε μηνύματα στον ΟΗΕ για να ανακοινώσουμε το άνοιγμα των σχολείων, τον αριθμό των μαθητών, τα προγράμματα και να καλέσουμε τους διεθνείς οργανισμούς να αναλάβουν την ευθύνη και να μας βοηθήσουν. Μας αγνόησαν. Αργότερα, στείλαμε λίστες με αρχεία εγγραφής και δεδομένα στην UNRWA. Τελικά αναγνώρισε τα σχολεία μας, αλλά υπό τον όρο ότι θα δίδασκαν το επίσημο συριακό πρόγραμμα σπουδών. Τουλάχιστον, οι μαθητές που έβγαιναν από τα σχολεία μας μπορούσαν να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους αλλού. Δεν υπήρξε, ωστόσο, καμία οικονομική βοήθεια.» Ο Ματζντ αναφέρθηκε επίσης στους τρόπους χρηματοδότησης των αυτόνομων προγραμμάτων, αυτή τη φορά μέσω των τοπικών συμβουλίων, από τα οποία η εξόριστη αντιπολίτευση και οι διεθνείς δωρητές είχαν ζητήσει να αναλάβουν τη διανομή της βοήθειας: «Εκλέχθηκε ένα νέο συμβούλιο για όλη την ανατολική Γούτα, επιφορτισμένο με τη διανομή των κονδυλίων. Το συμβούλιο ψήφισε για προϋπολογισμούς όπως το πρόγραμμα ασφάλειας, για παράδειγμα. Αλλά η αξιοποίηση αυτών των κονδυλίων από το εξωτερικό ήταν περίπλοκη. Επιπλέον, έρχονταν ανά τρίμηνο και όχι σε ετήσια βάση, γεγονός που καθιστούσε δύσκολο τον σχεδιασμό ενός εναλλακτικού οράματος για μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.»

Εκείνοι που εκπροσωπούν την επίσημη αντιπολίτευση στην εξορία σπάνια λαμβάνουν υπόψη αυτήν την πραγματικότητα για τους ακτιβιστές στην περιοχή. Οι Σύριοι επαναστάτες καταγγέλλουν σχεδόν ομόφωνα την ανικανότητα και την έλλειψη αξιοπιστίας αυτής της «αντιπολίτευσης του σαλονιού», αυτών των προνομιούχων διαπραγματευτών με τις μεγάλες δυνάμεις. Επικρίνουν το Συριακό Εθνικό Συμβούλιο για την προσπάθειά του να αποκτήσει τον κεντρικό έλεγχο των τοπικών συμβουλίων για τον οπορτουνισμό, τη διαφθορά και τις διαιρέσεις που το υπονομεύουν, καθώς και για τις απόπειρες του για διεθνή παρέμβαση σύμφωνα με τους μεταβαλλόμενους συσχετισμούς δυνάμεων στην περιοχή. Ο Μαρουάν, ένας νεαρός Σύριος που εξορίστηκε στο Παρίσι από το 2011, εκφράζει την απογοήτευσή του: «Οι εκπρόσωποι του Συριακού Εθνικού Συμβουλίου κερδίζουν αρκετές χιλιάδες δολάρια το μήνα, γεγονός που τους ενθαρρύνει να είναι ικανοποιημένοι με την αδράνεια τους. Αυτοί οι πρώην υποστηρικτές του Μπασάρ, τμήμα της ελίτ, εκπροσωπούνται ως αντιπολίτευση στην εξορία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί Σύριοι δεν πιστεύουν σε αυτούς: εκείνοι που έχουν τα μέσα δραπετεύουν, οι φτωχοί μένουν και πεθαίνουν. Πρόκειται πραγματικά για μια ταξική αντιπολίτευση στην εξορία.»

Η στρατιωτικοποίηση υπονομεύει τη λαϊκή αντίσταση

Η αντίσταση των πολιτών αποδυναμώνεται, καθώς έχει εγκαταλειφθεί από τους αυτοανακηρυγμένους αντιπροσώπους της, είναι ανίσχυρη απέναντι στις επανειλημμένες επιθέσεις του καθεστώτος Άσαντ και αποδυναμώνεται από τις απόπειρες κατάληψης της εξουσίας από πολιτοφυλακές που προέκυψαν ως αποτέλεσμα του πολέμου. Ταυτόχρονα, οι πολιτοφυλακές που επιδιώκουν την ηγεμονία μπόρεσαν να επωφεληθούν από τη στρατιωτική και υλικοτεχνική υποστήριξη των κρατών του Κόλπου και να παίξουν το δικό τους παιχνίδι επιρροής ανεξάρτητα από το κίνημα των πολιτών. Η Λέιλα, μια αναρχική και αντικαθεστωτική μπλόγκερ συνοψίζει τον αυξανόμενο ρόλο των ένοπλων ομάδων στην επαναστατική κατάσταση: «Ολοκληρωτικές ισλαμιστικές ομάδες, όπως ο Ντά’ες, απέκτησαν δύναμη χάρη στο χάος και άρχισαν να στρέφονται εναντίον των απελευθερωμένων περιοχών, των ακτιβιστών και του Ελεύθερου Στρατού, διαπράττοντας τρομερές εγκληματικές ενέργειες. Αυτή ήταν η εμφάνιση των εγκληματικών συμμοριών και των κερδοσκόπων του πολέμου. Η Συρία έγινε το πεδίο μάχης των πολέμων δι’ αντιπροσώπων, της αντιπαλότητας σουνιτών-σιιτών, των ξένων επεμβάσεων. Ιρανικά στρατεύματα και σιιτικές πολιτοφυλακές [Χεζμπολλάχ] καταλαμβάνουν τμήματα της επικράτειας, υποστηρίζοντας το καθεστώς. Οι εξτρεμιστές Ουαχάμπι έχουν έρθει να ενταχθούν στον Ντά’ες. Αυτό ήταν το τίμημα της προσπάθειάς μας για ελευθερία.»

Στο Γιαρμούκ, οι ακτιβιστές είχαν άμεσα πρόβλημα από την άφιξη της Τζάμπχατ αν-Νούσρα. Ο Αμπού Σέλμα μαρτυρεί για τις διαταγές που επιβάλλει η ισλαμιστική πολιτοφυλακή: «Κάποτε, οι άνδρες της Τζάμπχατ αν-Νούσρα ήρθαν να με δουν μαζί με τον εμίρη (ως ένδειξη σεβασμού για το θεσμό του σχολείου). Μου ζήτησαν να χωρίσω τα κορίτσια από τα αγόρια, στο όνομα του Ισλάμ. Τους είπα ότι ήμουν βέβαια μουσουλμάνος, αλλά ότι δεν μπορούσα να ανοίξω ένα δεύτερο σχολείο λόγω έλλειψης χρημάτων. Λόγω της εξαιρετικής κατάστασης, αποδέχθηκαν τελικά τη συνεκπαίδευση στο σχολείο. Μια δεύτερη φορά, ήρθαν να μου ζητήσουν να διδάσκω θρησκευτικά μία ώρα την εβδομάδα, πράγμα που αρνήθηκα. Μια άλλη φορά, έμπλεξα επειδή είχα οργανώσει μια γιορτή για τα παιδιά την εποχή του μικρού ‘Εΐντ [‘Εΐντ αλ-Φιτρ, το τέλος του Ραμαζανιού], με νέους εθελοντές, αγόρια και κορίτσια. Οι νέοι της ομάδας ήθελαν να συνεχίσουν τη γιορτή μεταξύ τους και τους άφησα. Ήταν μια οικογενειακή υπόθεση, μια καλή στιγμή. Αλλά η Τζάμπχατ αν-Νούσρα με κατηγόρησε ότι μετέτρεψα το σχολείο σε τόπο ακολασίας και με αποκάλεσε χορευτή του δρόμου, “όπως όλοι οι Γκορανί” [κάτοικοι του Ιορδάνη]. Ανταλλάξαμε έντονες κουβέντες και τους είπα ότι δεν είχαν κανένα δικαίωμα πάνω μου και ότι θα έπρεπε να απευθυνθούν στις αρχές.» Απειλούμενος, ο Αμπού Σέλμα κατέληξε να επιλέξει την εξορία, αρχικά στην Τουρκία και στη συνέχεια στη Γαλλία. «Το σχολείο εξακολουθεί να υπάρχει», λέει, «αλλά δεν είναι πλέον τόσο ελεύθερο. Αυτοί οι πολιτοφύλακες θέλουν να επιβάλουν ένα ισλαμιστικό πρόγραμμα. Αν γίνει αυτό, τότε είναι καλύτερα να κλείσει.»

Η επιλογή της μη συνεργασίας με τις πολιτοφυλακές

«Στη Ντούμα, η αυτοδιαχειριζόμενη εκπαίδευση δεν αντιμετώπιζε αυτές τις συγκρούσεις αξιών, παρόλο που υπήρχαν σαλαφιστές γονείς ανάμεσά μας. Αποφύγαμε να μπούμε σε θρησκευτική πολεμική, προσπαθήσαμε να μείνουμε σε κοινό έδαφος, με προτεραιότητα την κάλυψη του πόνου και της δυστυχίας του πληθυσμού. Υπήρχαν καθημερινές προσπάθειες, η ανάγκη να δημιουργηθεί μια συλλογική εμπειρία. Ο κοινωνικός διχασμός θα ήταν μια νίκη για το καθεστώς.» Ο Ματζντ μιλάει για τη ζωή υπό τη στρατιωτική διοίκηση της Τζάις αλ-Ισλάμ, μιας από τις πιο ισχυρές συνιστώσες του FIS (Συριακό Ισλαμιστικό Μέτωπο, μια συμμαχία ισλαμο-εθνικών ομάδων), και αφηγείται τις λογικές ανταγωνισμού και συνεργασίας που αναπτύσσονται καθημερινά στη Ντούμα. «Στη Ντούμα αυτή τη στιγμή, ο ηγέτης είναι ο Ζάχραν Αλλούς, ο οποίος διοικεί την πιο ισχυρή πολιτοφυλακή. Όλοι οι νέοι εντάσσονται στην Τζάις αλ-Ισλάμ. Δεν είναι λόγω ιδεολογίας ή επειδή τους αρέσει ο Αλλούς, αλλά επειδή πρέπει να αγωνιστούν, να μη μείνουν να υποφέρουν. Εδώ και δύο χρόνια, έχουμε περάσει από μια σχετική πολιορκία σε μια πλήρη πολιορκία. Οι βομβαρδισμοί έρχονται από τα ύψη της κοιλάδας της Γούτα, οι πύραυλοι καθορίζουν την καθημερινή μας ζωή. Δεν είναι όλοι οι μαχητές σαλαφιστές, αλλά μάλλον είναι σαλαφιστές λόγω των περιστάσεων. Παρόλο που είναι αλήθεια ότι η θρησκεία είναι πολύ παρούσα στη Συρία και μάλιστα από τη στιγμή που ο θάνατος είναι πλέον μέρος της καθημερινότητάς μας. Στην πραγματικότητα, οι πολιτοφυλακές αναδεικνύονται σε κυρίαρχες εξαιτίας της βαρύτητας των πόρων που έχουν στη διάθεσή τους. Η Σαουδική Αραβία ήταν η μόνη στρατιωτική υποστήριξη στο πεδίο Δεν υπήρξε καμία άλλη διεθνής ανταπόκριση. Η Δύση μας εγκατέλειψε ή κρύφτηκε πίσω από την καιροσκοπική παρέμβαση των κρατών του Κόλπου. Η κατάληψη της εξουσίας από ορισμένες πολιτοφυλακές είναι σαφές ότι δεν αποτελεί καθρέφτη της κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά μάλλον μια κατάσταση της γεωπολιτικής ισορροπίας δυνάμεων.»

Παρά τις έντονες επιφυλάξεις για τις αυστηρές αρχές που ισχυρίζονται ότι διέπουν την κοινωνική ζωή, το τοπικό συμβούλιο και η πολιτοφυλακή αναγκάζονται να συνεργαστούν σε θέματα αντίστασης στον Μπασάρ. Στη Ντούμα, η Τζάις αλ-Ισλάμ δημιούργησε έτσι ένα υποκατάστατο του συστήματος δικαιοσύνης του Άσαντ, ο οποίος έπαιξε το παιχνίδι της γενικευμένης ανασφάλειας, απελευθερώνοντας κρατούμενους του κοινού ποινικού δικαίου, περικόπτοντας τους μισθούς των λειτουργών της δικαιοσύνης και βομβαρδίζοντας τις δικαστικές υποδομές. Ο Ματζντ θεωρεί επίσης σχετικό τον απόλυτο έλεγχο της πολιτοφυλακής: «Στη Ντούμα, υπάρχει μια πολύ ισχυρή αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών και των ένοπλων επαναστατών. Πολλοί πιστεύουν ότι, δεδομένων των συνθηκών, η ιδεολογική σύγκρουση δεν έχει θέση. Στην πραγματικότητα, στην αρχή της στρατιωτικοποίησης, η προοδευτική ομάδα που συντόνιζε τη συγκέντρωση των επαναστατικών δυνάμεων σε όλη την Ανατολική Γούτα είχε επιλέξει να καλέσει τους σαλαφιστές και τους Αδελφούς Μουσουλμάνους σε συζητήσεις για εναλλακτικές λύσεις απέναντι στο κράτος, αναμένοντας την πτώση του καθεστώτος. Νομίζω ότι αν οι Σύριοι μπορούσαν να αποφασίσουν για την τύχη τους, πράγμα που μάλλον δεν θα συμβεί, δεν θα ήταν το μοντέλο της Σαουδικής Αραβίας αυτό που θα προέκυπτε από τη διαβούλευση. Οι Σύριοι είναι θρησκευόμενοι, συντηρητικοί υπό μια ορισμένη έννοια, αλλά οι ίδιοι αυτοί πιστοί είναι ικανοί να κινητοποιηθούν εναντίον του Αλλούς όταν αυτός γίνει αυταρχικός.»

Ο Χάνι περιγράφει μια εμπειρία από μια σαλαφιτική απαγόρευση: «Είχαμε βγει για το ιφτάρ [σπάσιμο της νηστείας] για να αγοράσουμε γλυκά. Ένας γενειοφόρος άνδρας με όπλο ήθελε να ελέγξει την ταυτότητά μας. Όταν μου επέστρεψε τα χαρτιά μου, με ρώτησε γιατί δεν έβαλα πέπλο στη γυναίκα μου. Του είπα ειρωνικά ότι εξακολουθούσα να ψάχνω για το παραδοσιακό φόρεμα της Ντούμα. Μου είπε να φορέσω οποιοδήποτε ύφασμα. Και του είπα ότι δεν ήμασταν στη Σαουδική Αραβία. Με απείλησε. Όμως οι άνθρωποι του φούρνου παρενέβησαν και του είπαν να ζητήσει συγγνώμη. Αργότερα, άλλοι άνθρωποι ήρθαν να ζητήσουν συγγνώμη για τη συμπεριφορά του, συμπεριλαμβανομένου του ανιψιού του, εκ μέρους του λαού της Ντούμα.» Ο Χάνι παραμένει πεπεισμένος ότι η πολιτοφυλακή δεν μπορεί να απαλλαγεί εντελώς από την κοινωνική δυναμική της πόλης: «Τέτοια επεισόδια δεν αποτελούν επαρκή λόγο για να παραιτηθούμε. Εξάλλου, οι γυναίκες του δικτύου Ραζάν δεν το βάζουν κάτω. Αυτοί οι τύποι είναι νέοι μικροί τοπικοί δεσπότες. Αλλά δεν είναι οι δολοφονικές δυνάμεις του Μπασάρ.»

Για τους ακτιβιστές του δικτύου, η στρατιωτικοποίηση της σύγκρουσης και η ανάπτυξη ορισμένων επαναστατικών ομάδων δεν πρέπει να διαγράψει το γεγονός ότι ο κύριος εχθρός είναι ο Μπασάρ: «Με το μέτωπο να ενοποιείται αναγκαστικά κάτω από το “Οτιδήποτε εκτός από τον Μπασάρ”, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί μια τέλεια πολιτική εναλλακτική λύση για τη Συρία. Αυτό που έχουμε προς το παρόν είναι η επανάσταση κατά της τυραννίας πάνω απ’ όλα.»

Αυτή η απουσία του δικού της πολιτικού σχεδίου, σε συνδυασμό με τις δύσκολες συνθήκες συνεργασίας λόγω αναγκαιότητας με τις ένοπλες ισλαμιστικές ομάδες στις απελευθερωμένες ζώνες, εμποδίζει σε μεγάλο βαθμό την αραβική και τη δυτική αριστερά να αναγνωρίσει δίκτυα τύπου Ραζάν ως συμμάχους προς υποστήριξη. Το παλιό αντιιμπεριαλιστικό προσωπείο γίνεται τότε το πρόσχημα γι’ αυτή την αριστερά για να υιοθετήσει τη χειρότερη θέση από όλες: την υποστήριξη του μπααθικού καθεστώτος, ακολουθώντας το παράδειγμα των πιο αντιδραστικών πολιτικών τάσεων.

Το θρησκευτικό επιχείρημα, το όπλο της αντεπανάστασης

Για τη Σάλμα, τον Χάνι, τον Ματζντ και τον Αμπού Σέλμα, το επιχείρημα του ισλαμοποίησης της αντιπολίτευσης ήταν επιζήμιο για το πολιτικό και λαϊκό κίνημα που ξεκίνησε το 2011. Ανταποκρίνεται λιγότερο στην κοινωνική πραγματικότητα του κινήματος και περισσότερο σε μια ρητορική που μεταφέρεται προς τα έξω και έχει εξυπηρετήσει το καθεστώς, εμφανίζοντάς το ως προστάτη των μειονοτήτων. «Δεν καταλαβαίνω την κατηγορία ότι οι Σύριοι επαναστάτες προκάλεσαν θρησκευτικό πόλεμο», επιμένει η Σάλμα. «Στο Ζαμπαντάνι, μια χριστιανική πόλη στη Συρία, ο κλήρος συμμετείχε ο ίδιος στην Επανάσταση. Ο πατέρας Πάολο δεν συμμετείχε για τον εαυτό του μόνο, αλλά συνειδητά ως χριστιανός. Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί αυτό: είχε κατανοήσει τη σημασία τού να σπάσει η εικόνα ενός κινήματος που χειραγωγείται από τον σουνιτικό ισλαμισμό, η οποία προβάλλεται από το καθεστώς στις διεθνείς συζητήσεις ή στα δυτικά μέσα ενημέρωσης.»

Για να αντικρούσει την εικόνα μιας επανάστασης που περιορίζεται σε σεχταριστικές πολιτοφυλακές, ο Χάνι θυμάται την χωρίς διακρίσεις συμμετοχή των μειονοτήτων, όπως οι Ισμαηλίτες της Σαλαμιέ στην αρχή της επανάστασης: «Συμμετείχαν στις ταξιαρχίες, στη διοικητική μέριμνα. Αυτό ήταν έξυπνο, διότι αντιπροσώπευαν μια υπεράνω υποψίας μειονότητα. Ήταν εκπληκτικό, πάντα τους θεωρούσαμε μέρος του κοτετσιού του Άσαντ! Φώναζαν κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης “Δεν γονατίζουμε μπροστά σε κανέναν, ούτε καν στον Θεό”, κάτι που φαίνεται αδιανόητο να λέγεται στη Συρία, η οποία παραμένει μια παραδοσιακή χώρα.» Η Σάλμα συνεχίζει: «Αν και οι ηγέτες των Δρούζων έχουν επιδείξει επίσημα την ουδετερότητά τους, πολλοί Δρούζοι έχουν αντισταθεί, επειδή υπάρχει μια μακρά παράδοση αντίστασης από την εποχή της γαλλικής εντολής. Υπήρξαν πολλές περιπτώσεις αποστασίας από τη στρατιωτική υπηρεσία, ιδίως στη Σουέιντα [μια περιοχή των Δρούζων βόρεια της Ντερά’α, του λίκνου της επανάστασης]. Για τακτικούς λόγους και για ένα παιχνίδι κοινοτικών συμμαχιών, το καθεστώς δεν επιτρέπει πια να γίνονται δολοφονίες στους δρόμους, που προκαλούσαν τη συμμετοχή των Δρούζων στην αντίσταση. Αργότερα, υπήρξε μια πιο ξεκάθαρη προσέγγιση με τους επαναστάτες. Το αποτέλεσμα σήμερα είναι, να αφήνει ο Μπασάρ τον Ντά’ες να τρομοκρατεί τους Δρούζους. Αυτό με κάνει να λέω ότι η Ντερά’α είναι μια περιοχή την οποία το καθεστώς θα μπορούσε να εγκαταλείψει στους επαναστάτες, επειδή μετά από αυτό το χωρίς επιστροφή σημείο, οι Δρούζοι δεν θα παίξουν άλλα παιχνίδια συμμαχίας με το καθεστώς.»

Για τη Σάλμα, «το επιχείρημα της θρησκείας χρησιμοποιείται ως πρόσχημα από όλα τα μέρη που εμπλέκονται στη σύγκρουση, από τον Μπασάρ μέχρι τις ξένες δυνάμεις. Είναι σαν να υπάρχει ένα σχέδιο δύο σταδίων, πρώτα να κάνουν τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι οι θρησκευτικές ομάδες είναι αδιάλλακτες, και στη συνέχεια να επιβάλουν ένα διαχωρισμό, μια διαίρεση ζωνών επιρροής, όπως στο Λίβανο, στο Ιράκ.» Ο Μαρουάν επιμένει στην πιθανότητα μιας καταστροφικής επέμβασης των περιφερειακών δυνάμεων με την υποστήριξη των διεθνών συμμάχων τους: «Η Συρία δεν είναι στα χέρια των Σύριων. Ακόμη και μέσω των θεσμών της αντιπολίτευσης, δεν έχουμε καταφέρει να υλοποιήσουμε την δημοκρατία. Οι υλικές ζημιές θα αποκατασταθούν μια μέρα από το Ιράν ή τη Σαουδική Αραβία. Για μένα, εκεί χάνεται η επανάσταση.»

Όταν τον Σεπτέμβριο, ο υπουργός Άμυνας Λε Ντριαν ανακοίνωσε τα πρώτα γαλλικά στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ντά’ες, Ρώσοι στρατιώτες αποβιβάστηκαν στο έδαφος στα βόρεια της χώρας και ένα κινεζικό αεροπλανοφόρο στάθμευσε στο συριακό λιμάνι της Ταρτούς, έγινε σαφές ότι καμία δύναμη δεν έχει τη βούληση να στηρίξει αυτή την εξέγερση των πολιτών, ούτε επιθυμεί πραγματικά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ.

Η αίσθηση της εγκατάλειψης και της εξορίας

Ποια ελπίδα απομένει για όσους αγωνίζονται ενάντια στο αίσθημα της εγκατάλειψης και της εξορίας, ότι θα δουν την ανοικοδόμηση μιας δημοκρατικής, πολυθρησκευτικής, πολυεθνικής και κοσμικής συριακής κοινωνικής δημοκρατίας, τη δημιουργία της οποίας επιδιώκουν; Καταδικάζοντας τη στροφή που πήρε η αντικειμενική συμμαχία μεταξύ του καθεστώτος και των εξωτερικών δυνάμεων και την ένοχη σιγή ασυρμάτου για εκείνους που πραγματικά ηγήθηκαν αυτής της λαϊκής εξέγερσης, ο Αμπού Σέλμα καταλήγει με πικρία: «Αυτή η δύναμη της αντιπολίτευσης έπρεπε να ήμασταν εμείς! Αλλά μας έσπρωξαν σε αδιέξοδα. Η διεθνής κοινότητα υποσχέθηκε στους μαχητές της αντίστασης μεγάλη υποστήριξη, η οποία δεν ήρθε ποτέ. Σήμερα, τα μέσα ενημέρωσης επικεντρώνονται σε πρωταγωνιστές της σύγκρουσης, οι οποίοι στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύουν μόνο μια μειοψηφία ανθρώπων. Ενώ είναι η πλειοψηφία του συριακού λαού που εξεγέρθηκε! Αλλά αυτό δεν έχει πλέον καμία αξία για τη Δύση. Όλοι έχουμε γίνει κατσαρίδες ή υποστηριχτές του Ντά’ες.» Αν και κανείς δεν ξέρει σήμερα τι πραγματικά θα συμβεί στη Συρία, με ή χωρίς τον Μπασάρ, ολόκληρη ή κατακερματισμένη, η μνήμη αυτής της αντίστασης θα πρέπει να αποτελέσει τη βάση για οποιασδήποτε αναδιοργάνωση.

 

Μετάφραση: e la libertà

«Syrie: La Révolution confisquée?», CQFD Mensuel de critique et d’expérimentation sociales, τ. 136, Οκτώβριος 2015. http://cqfd-journal.org/Syrie-La-Revolution-confisquee.

Στα αγγλικά (μετάφραση: Janet Koenig): «Syria: The Stolen Revolution», The Brooklyn Rail, Φεβρουάριος 2016, https://brooklynrail.org/2016/02/field-notes/syria-the-stolen-revolution.

Μια παλιότερη μετάφραση στα ελληνικά (την οποία συμβουλευτήκαμε, παρά τις ελλείψεις της): «Συρία: Η κλεμένη επανάσταση», Athens Indymedia, 13 Φεβρουαρίου 2016, https://athens.indymedia.org/post/1555362/.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2021 11:31

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.