Τρίτη, 03 Μαϊος 2022 13:11

Το μέλλον των επιτροπών αντίστασης στο Σουδάν

 

 

Abdelsalam Mindas

Muzan Alneel

Magdi el Gizouli

 

Το μέλλον των επιτροπών αντίστασης στο Σουδάν

 

Μια συζήτηση με τους Abdelsalam Mindas, Muzan Alneel και Magdi el Gizouli

 

Εισαγωγή

Τον Δεκέμβριο του 2018 πραγματοποιήθηκε μια μαζική εξέγερση στο Σουδάν, η οποία εγκαινίασε μια συνεχιζόμενη επαναστατική διαδικασία που έχει εξελιχθεί σε δύο μεγάλα κύματα μέχρι στιγμής. Κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες, οι διαδηλώσεις διογκώθηκαν, μέχρι που τον Απρίλιο του 2019, μαζικές καθιστικές διαμαρτυρίες οδήγησαν στην πτώση του Ομάρ αλ-Μπασίρ, επικεφαλής του στρατιωτικού καθεστώτος που κατέστρεφε τη χώρα επί 30 χρόνια. Ο στρατός, επιδιώκοντας να διατηρήσει την εξουσία, απάντησε σε αυτό το πρώτο κύμα επαναστατικής δραστηριότητας με βιαιότητα, με πιο διαβόητη την 3η Ιουνίου 2019, όταν η βίαιη διάλυση της καθιστικής διαμαρτυρίας στο Χαρτούμ άφησε περισσότερους από εκατό διαδηλωτές νεκρούς και κατέστρεψε τη ζωή πολλών άλλων. Η πολιτική αντιπολίτευση, υπό την ομπρέλα των Δυνάμεων για την Ελευθερία και την Αλλαγή, απάντησε υπογράφοντας συμφωνία με τον στρατό τον Αύγουστο του 2019. Η συμφωνία αυτή, με τη μορφή συνταγματικού κειμένου, εγκαινίασε μια «μεταβατική περίοδο» διαμοιρασμού της εξουσίας μεταξύ του στρατού και της πολιτικής αντιπολίτευσης, στο τέλος της οποίας η εξουσία φαινομενικά θα είχε περάσει σε μια εκλεγμένη, πλήρως πολιτική κυβέρνηση. Οι διαμαρτυρίες ωστόσο συνεχίστηκαν σποραδικά στα δύο χρόνια που ακολούθησαν, καθώς ο στρατός παρέμεινε ο κυρίαρχος παράγοντας στην πολιτική και καθώς η κυβέρνηση –υπό τον πολιτικό πρωθυπουργό Αμπντάλα Χάμντοκ– αγνόησε τις εκκλήσεις για δικαιοσύνη και υποχρέωση λογοδοσίας. Αντιθέτως, ακολούθησε μια πολιτική νεοφιλελεύθερης οικονομίας.

Στις 25 Οκτωβρίου 2021, ο στρατός κατέλαβε και πάλι την εξουσία, κηρύσσοντας κατάσταση έκτακτης ανάγκης και ξεκινώντας μια εκστρατεία τρόμου σε μια προσπάθεια να ανακτήσει τον πλήρη έλεγχο της χώρας. Αυτό πυροδότησε ένα δεύτερο κύμα επαναστατικής δραστηριότητας. Σε αυτό το κύμα, η ηγεσία της αντίστασης μετατοπίστηκε από το κέντρο της το 2019 –την Ένωση Σουδανών Επαγγελματιών (SPA)– σε επιτροπές αντίστασης που βασίζονται στις γειτονιές σε ολόκληρη τη χώρα. Οι επιτροπές έχουν μέχρι στιγμής σταθεί σε σαφή και σταθερή αντίθεση απέναντι στον στρατό, καθώς και στις προσπάθειες περιφερειακών και δυτικών δυνάμεων να επιστρέψουν στη συμφωνία διαμοιρασμού της εξουσίας του 2019. Τα δύο πιο δυνατά συνθήματα των επιτροπών αντίστασης, τα οποία ο σουδανικός δρόμος έχει υιοθετήσει ως δικά του, συμπυκνώνουν τη θέση του για την πολιτική κατάσταση: «Η επιστροφή είναι αδύνατη» και «καμία διαπραγμάτευση, καμία συνεργασία και καμία νομιμοποίηση» για τον στρατό.

Αυτό που προσφέρει περισσότερα διδάγματα για τα κοινωνικά κινήματα παγκοσμίως είναι οι διάφορες δομές αντίστασης που υπάρχουν σήμερα στο Σουδάν, ιδίως αυτές των επιτροπών αντίστασης. Η SPA, το ηγετικό όργανο στο πρώτο κύμα της επανάστασης, αποτελούμενη κυρίως από συνδικάτα υπαλλήλων, μπόρεσε να πραγματοποιήσει μαζικές γενικές απεργίες και να κινητοποιήσει και να συντονίσει αποτελεσματικά την πολιτική ανυπακοή. Ωστόσο, το όργανο αυτό διαπραγματεύτηκε τελικά με τον στρατό και παραχώρησε τη θέση του σε αυτόν. Οι επιτροπές αντίστασης, οι οποίες διαδραμάτισαν επίσης σημαντικό ρόλο στο πρώτο κύμα, έχουν μετατοπισθεί τα τελευταία δύο χρόνια της «μετάβασης» σε έναν κεντρικό ηγετικό ρόλο που αγκαλιάζει μια πιο ριζοσπαστική πολιτική και άρνηση του status quo που προωθούν οι ελίτ πολιτικοί παράγοντες στο Σουδάν.

Τους τελευταίους μήνες, αρκετές επιτροπές αντίστασης, κυρίως οι επιτροπές αντίστασης του Μάιρνο (πολιτεία Σίνναρ), οι επιτροπές αντίστασης του Ουάντ Μαντάνι (πολιτεία Τζαζίρα) και οι επιτροπές αντίστασης της ευρύτερης περιοχής του Χαρτούμ, ηγήθηκαν της έκδοσης πολιτικών καταστατικών κειμένων που βασίστηκαν σε ευρεία διαβούλευση με τις γειτονιές τους, τις περιοχές τους και με άλλα επαναστατικά σώματα στις περιοχές τους. Τα κείμενα αυτά όχι μόνο συνδέουν το ζήτημα της κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας, του πολέμου και της πολιτικής καταστολής, του αποικιοκρατικού κράτους και των μετα-αποικιοκρατικών εκδοχών του, αλλά και σχεδιάζουν μια διαδικασία συμμετοχικής δημοκρατίας από κάτω προς τα πάνω, η οποία έρχεται σε έντονη αντίθεση με τα διάφορα μοντέλα εξουσίας από τα πάνω που υποστηρίζονται από τον στρατό, τις πολιτικές ελίτ και τις δυτικές δυνάμεις. Το πιο πρόσφατο προσχέδιο του Επαναστατικού Καταστατικού Κειμένου για τη Λαϊκή Εξουσία (στα αραβικά1) κυκλοφόρησε δημοσίως στις αρχές του μήνα (Απρίλιος 2022) για τελικές προτάσεις, σχόλια και κριτικές. Καθώς αυτός το καταστατικό κείμενο εξελισσόταν, επιτροπές αντίστασης σε 15 από τις 18 πολιτείες του Σουδάν, μαζί με άλλα επαναστατικά όργανα σε κάθε τόπο, έκαναν παρεμβάσεις, έκαναν κριτική και υποστήριξαν αλλαγές. Ο στόχος είναι να εκδοθεί ένας τελικός καταστατικός χάρτης που θα μπορεί να εγκριθεί από τις πολιτικές δυνάμεις σε ολόκληρη τη χώρα και θα λειτουργήσει ως το σχέδιο για το όραμα του επαναστατικού κινήματος για την αλλαγή.

Δεδομένης της ταχείας εξέλιξης των επιτροπών, τίθεται ένα ερώτημα: Τι ρόλο θα διαδραματίσουν οι επιτροπές αντίστασης στην επαναστατική διαδικασία στο μέλλον; Είναι πιθανόν να μετατραπούν σε πολιτικά κόμματα, να αποτελέσουν το έμβρυο των τοπικών κυβερνητικών συμβουλίων, ή μήπως θα εξαφανιστούν μόλις ανατραπεί η εξουσία του στρατού και ικανοποιηθούν τα τρέχοντα αιτήματα; Αυτό φυσικά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις οργανικές συνθήκες επί τόπου, καθώς αυτές είναι που έχουν διαμορφώσει τις επιτροπές περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Αλλά το ερώτημα είναι κρίσιμο για πολλούς λόγους, και όχι μόνο για την ποικιλομορφία των ίδιων των επιτροπών, οι οποίες, εκτός από την ενιαία απόρριψη του στρατού, τείνουν να αντανακλούν τις τοπικές τους κοινότητες όσον αφορά τα ταξικά συμφέροντα και τις περιφερειακές ανησυχίες. Δεδομένης της σημασίας των επιτροπών, υπήρξαν επίσης προσπάθειες, ανεπιτυχείς μέχρι στιγμής, να τις «χειραγωγήσουν» και να τις αξιοποιήσουν για να εξυπηρετήσουν διάφορες ατζέντες, είτε αυτές του στρατού, είτε των δυτικών χρηματοδοτών, είτε των σουδανικών πολιτικών κομμάτων που αισθάνονται πολιτικά εκτοπισμένα από αυτές.

Θέσαμε αυτό το ερώτημα σε τρεις Σουδανούς αριστερούς: στον Magdi el Gizouli, την Muzan Alneel και και τον Abdelsalam Mindas.

 

Ο Magdi el Gizouli είναι γνωστός Σουδανός διανοούμενος, η ιστοσελίδα του οποίου, StillSudan, αποτελεί πλατφόρμα σχολιασμού και ανάλυσης των σουδανικών υποθέσεων από το 2009. Ο Magdi είναι σήμερα συνεργάτης του Rift Valley Institute. Μεταξύ των πολλών δημοσιεύσεών του είναι η έκθεση Κινητοποίηση και αντίσταση στην εξέγερση του Σουδάν (2020)2.

Η Muzan Alneel είναι μηχανικός και Σουδανή ακτιβίστρια, η οποία έχει γράψει εκτενώς για την επανάσταση στο Σουδάν. Είναι συνιδρύτρια της δεξαμενής σκέψης για την καινοτομία, την επιστήμη και την τεχνολογία για την ανάπτυξη με επίκεντρο τον άνθρωπο (ITSinaD)-Σουδάν και μη μόνιμη συνεργάτης του Tahrir Institute for Middle East Policy (TIMEP). Στα άρθρα της περιλαμβάνεται το εξής: «Ο λαός του Σουδάν δεν θέλει να μοιραστεί την εξουσία με τους στρατιωτικούς καταπιεστές του» (2021)3. Για τους αραβόφωνους αναγνώστες αυτού του άρθρου, συνιστούμε να παρακολουθήσουν το βίντεο με την ομιλία της Muzan σε πλήθος διαδηλωτών στην καθιστική διαμαρτυρία στο Χαρτούμ μπροστά από τη Γενική Στρατιωτική Διοίκηση το 20194. Είναι ένα μάθημα οργάνωσης για την ενίσχυση της ταξικής συνείδησης.

Ο Abdelsalam Mindas ήταν ο επίσημος εκπρόσωπος του συντονισμού των επιτροπών αντίστασης της Ομμπάντα και ένας από τους δύο επίσημους εκπροσώπους των επιτροπών αντίστασης της ευρύτερης περιοχής του Ομντουρμάν. Είναι γεωπόνος με πτυχίο αγροτικών σπουδών από το Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας του Σουδάν.

 

Magdi el Gizouli:

Θα έλεγα ότι οι επιτροπές αντίστασης είναι ο μεγαλύτερος, νεότερος και πιο ενεργός πολιτικός παράγοντας στη χώρα. Θα μπορούσαν να περιγραφούν ως «an sich». Μέσα στα λίγα χρόνια από το 2019 οι επιτροπές έχουν εξελιχθεί από μονάδες κινητοποίησης και κινήσεων ενάντια στον καταναγκαστικό μηχανισμό του κράτους σε ένα αρχιπέλαγος πολιτικών και οργανωτικών εμπειριών και προσανατολισμών.

Η κατηγορία an sich, που μεταφράζεται στα αγγλικά ως «καθ’ εαυτή», αντλείται από το εγελιανό λεξικό και έρχεται σε αντίθεση με την αναστοχαστική σαφή αυτοκατανόηση και την πλήρη für sich (ή «για τον εαυτό της») της αυτοσυνειδητοποίησης που θα συναντούσε ένας αναγνώστης των μαρξιστικών κλασικών στην Ιστορία και ταξική συνείδηση του Λούκατς. Οι εγελιανές κατηγορίες δεν είναι ένα απλό άνθος της θεωρίας, αλλά είναι άκρως απαραίτητες για την αντιμετώπιση της απόκλισης μεταξύ της δυνητικότητας και της πραγματικότητας των επιτροπών, μιας απόκλισης που κατά τη γνώμη μου μπορεί να αντιμετωπιστεί επαρκώς μόνο μέσω μιας διαλεκτικής της πράξης. Αυτό όμως δεν είναι εύκολο έργο και δεν πρέπει να υποτιμάται. Ο ίδιος ο Μαρξ δεν διατύπωσε μια θεωρία της ταξικής συνείδησης. Ο τρίτος τόμος του Κεφαλαίου τελειώνει με ένα σύντομο απόσπασμα με τίτλο «Τάξεις» που θέτει το ερώτημα «τι συνιστά μια τάξη;». Ο Μαρξ αμφισβητεί τον αυτονόητο ορισμό γύρω από την ταυτότητα των εσόδων και των πηγών εσόδων ως μη ικανοποιητική εξήγηση «με την πρώτη ματιά». Το χειρόγραφο διακόπτεται εδώ και το ερώτημα αναστέλλεται, ένα ερώτημα που στοιχειώνει πολλούς αναγνώστες του Κεφαλαίου!

Γιατί είναι σημαντικό να τεθεί το πρόβλημα της (ταξικής) συνείδησης σε αυτή τη συγκυρία; Στα αρχικά στάδια της εμφάνισής τους, οι επιτροπές αντίστασης των φτωχών εργατικών συνοικιών του Χαρτούμ, οι οποίες ήταν κρίσιμες για την κινητοποίηση και τη διατήρηση της λαϊκής οργής κατά του καθεστώτος του Μπασίρ, αντανακλούσαν την άτυπη μορφή των μέσων διαβίωσής τους. Η επιτροπή σε αυτό το πλαίσιο είχε έναν χαρακτήρα ανοικτής πρόσβασης που έμοιαζε με τις ad hoc ποδοσφαιρικές ομάδες της γειτονιάς, οι οποίες συγκροτούνταν την ώρα του παιχνιδιού και ανασυγκροτούνταν εκ νέου την επόμενη ημέρα ανάλογα με τις ανάγκες. Η λέξη επιτροπή προσδίδει μια παραταξιακή σταθερότητα που έρχεται σε αντίθεση με τη ρευστή φύση του πραγματικού σχηματισμού αυτών των δομών και προσκαλεί σε βιαστικούς παραλληλισμούς με την κομμούνα και το σοβιέτ.

Υπάρχει ένας ακριβής βορειοσουδανικός αραβικός όρος για τους απογευματινούς ποδοσφαιρικούς αγώνες ad hoc στις πλατείες της γειτονιάς: νταφούρι. Σε αντίθεση με το επίσημο παιχνίδι το νταφούρι δεν δεσμεύεται από τους συγκεκριμένους τυπικούς κανόνες του ποδοσφαίρου. Οι ομάδες αποτελούνται από τον διαθέσιμο αριθμό παικτών, η μπάλα μπορεί να είναι μια μάζα από κουρέλια που σχηματίζουν μπάλα, και ο διαιτητής, αν υπάρχει, δεν έχει απαραίτητα τον τελευταίο λόγο σε θέματα διαφωνίας. Δεν υπάρχει αφεντικό σε ένα νταφούρι. Το χρονοδιάγραμμα του παιχνιδιού δεν καθορίζεται από κάποιον εγγενή κανόνα αλλά από την ενέργεια των παικτών και ενδεχομένως από τη διαθεσιμότητα φωτισμού, οι παίκτες επιλέγουν να εγκαταλείψουν το παιχνίδι όταν εξαντλούνται ή όταν δεν αντέχουν την ήττα. Ένας τραυματισμένος παίκτης αντικαθίσταται εύκολα από έναν θεατή, ο οποίος επευφημείται για να συμμετάσχει στο παιχνίδι. Οι σχέσεις μεταξύ των παικτών νταφούρι βασίζονται σε μια «ηθική οικονομία» που περιλαμβάνει την αμοιβαία αναγνώριση, την εμπιστοσύνη, τις κοινωνικές και αθλητικές δεξιότητες και φυσικά την ανδρική συντροφικότητα. Μόλις μπουν στο παιχνίδι, η κοινωνική διαστρωμάτωση αναστέλλεται και κυριαρχεί ένα ισότιμο ήθος απόδοσης.

Οι επιτροπές αντίστασης των εργατικών συνοικιών του Χαρτούμ συγκροτήθηκαν κατά πολλούς τρόπους ως ομάδες dafoori για την πολιτική αναταραχή και ως εκ τούτου συνεχίζουν να αποτελούν πρόκληση για τους μηχανισμούς του συστήματος ασφαλείας. Χάρη σε αυτή την ιδιαίτερη συγκρότηση, οι επιτροπές αντίστασης αποδείχθηκαν ένα ελκυστικό πεδίο πολιτικής εμπλοκής. Ο μικροπωλητής, ο τεχνίτης, ο μεροκαματιάρης, ο μαθητής που εγκατέλειψε το σχολείο, καθώς και ο φοιτητής και ο πολιτικά έμπειρος απόφοιτος πανεπιστημίου –τόσο με όσο και χωρίς μισθωτή εργασία– συνασπίστηκαν στην επιτροπή αντίστασης της γειτονιάς με πεδίο δράσης την πορεία διαμαρτυρίας. Η πορεία διαμαρτυρίας καθόρισε επίσης το εξισωτικό επίπεδο της επιτροπής και το σύνολο των δεξιοτήτων που απαιτούνταν για τη διάκριση. Απέναντι στην κρατική βαρβαρότητα, ένα ήθος σταθερότητας, ηρωισμού και θυσίας έγινε χαρακτηριστικό γνώρισμα των επιτροπών και της προοπτικής τους. Οι επιτροπές απέκτησαν ονόματα που θύμιζαν ανδρικές αθλητικές ομάδες, όπως για παράδειγμα τα Λιοντάρια του αλ-Μπαρράρι και οι Τίγρεις της αλ-Αμπασίγια.

Σε αυτό το περιβάλλον της ανδρικής αυτοθυσίας, η αιχμή του δόρατος των επιτροπών ήταν βέβαιο ότι θα στρεφόταν κατά των νεαρών γυναικών, οι οποίες καλούνταν να διαπρέψουν στις συγκρούσεις με τους μηχανισμούς ασφαλείας, όπως οι ηρωικοί άνδρες συνάδελφοί τους, ή να αποδεχθούν τον προστατευτικό μανδύα τους στη γνωστή ουρά της επαναστατικής διαδρομής. Αυτή η σημαντική αντίφαση φάνηκε στις εκφράσεις και τις πράξεις που επισκίασαν τις πορείες διαμαρτυρίας της 8ης Μαρτίου με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας στο Χαρτούμ. Το κύριο ρεύμα των επιτροπών ανακοίνωσε μια πορεία διαμαρτυρίας με τίτλο «Πορεία του εκατομμυρίου γυναικών», απορρίπτοντας το σύνθημα «Φεμινιστική Πορεία» που διακήρυξαν οι ομάδες των νέων γυναικών, των οποίων ο ορίζοντας της απελευθέρωσης περιελάμβανε τη χειραφέτηση από τις πατριαρχικές απαγορεύσεις. Το αποτέλεσμα ήταν σημαντική σύγχυση και αμηχανία γύρω από το τι συνιστούσε επανάσταση. Η κυρίαρχη τάση των επιτροπών μιλούσε μια γλώσσα προτεραιοτήτων γύρω από την αντιπαράθεση με την κρατική εξουσία και οι επικριτές τους από το φεμινιστικό μπλοκ εμπνέονταν από τις ιδέες της κοινωνικής σύγκρουσης και των σχέσεων των φύλων. Αυτό είναι μόνο ένα ενδεικτικό παράδειγμα των ανταγωνισμών στο τερατώδες μεσοδιάστημα επανάστασης και αντεπανάστασης στο Σουδάν. Πέρα από τις εξωγενείς απειλές της συνθηκολόγησης και της χειραγώγησης που αναφέρατε στην ερώτησή σας, νομίζω ότι θα άξιζε να επισημάνουμε την ενδογενή απειλή της φετιχοποίησης των επιτροπών ως τέτοιων και του αυτοθυσιαστικού τρόπου λειτουργίας στον αγώνα τους ενάντια σε μια κτηνώδη κρατική τάξη.

 

Muzan Alneel:

Θεωρώ αρκετά σημαντική την παρατήρηση του Magdi σχετικά με τις δυνατότητες και τους κινδύνους των εγγενών χαρακτηριστικών των επιτροπών. Η αναλογία της ομάδας νταφούρι είναι χρήσιμη για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνονται οι αξίες και οι θέσεις μιας επιτροπής αντίστασης∙ ότι εκτός από τις εξωτερικές συνθήκες που τις επηρεάζουν, οι αξίες αυτές επηρεάζονται επίσης άμεσα από τη σύνθεση της επιτροπής/ομάδας. Αυτό έρχεται να προστεθεί σε κάτι που συχνά τονίζω σχετικά με τη γεωγραφική φύση των επιτροπών και το πώς αυτό συχνά έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στις θέσεις τους από ό,τι ένα προκαθορισμένο και συγκεκριμένο πολιτικό όραμα, μέχρι τώρα τουλάχιστον. Ο Magdi πρόσθεσε σωστά τα προσωπικά χαρακτηριστικά των μελών ως έναν άλλο παράγοντα, πέρα από τα ενδιαφέροντα και τις συνθέσεις των ομάδων μέσα στη γεωγραφία της γειτονιάς. Η αναλογία επεκτείνεται επίσης στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων που χρησιμοποιούν οι επιτροπές, οι οποίοι είναι πιο ρευστοί από τους μηχανισμούς που παρατηρούνται στα πολιτικά κόμματα ή στους κρατικούς θεσμούς. Σε αντίθεση με την πρώτη επίπτωση στις πολιτικές θέσεις, αυτή που αφορά τους μηχανισμούς θεωρώ ότι είναι θετική και δημιουργεί χώρο για εξάσκηση και θεωρητικοποίηση πάνω σε νέα μοντέλα οργάνωσης που μπορούν να ανταποκριθούν καλύτερα στις απαιτήσεις και τις πραγματικότητες της οργάνωσης στις γειτονιές, αν αντιμετωπιστούν, κριθούν και αναπτυχθούν με την απαιτούμενη σοβαρότητα.

Επιστρέφοντας στο κύριο ερώτημα σχετικά με το ρόλο που πρέπει να διαδραματίσουν οι επιτροπές στην επανάσταση στο μέλλον, πιστεύω ότι η πρόοδος της επαναστατικής διαδικασίας και οι ρόλοι διαφόρων πολιτικών φορέων –όχι μόνο των επιτροπών– σε αυτήν, θα διαμορφωθούν από το πώς και πόσο σοβαρά θα αντιμετωπίσουμε τα ζητήματα της ανοικοδόμησης των κρατικών δομών από τη βάση προς τα πάνω. Αυτό το ζήτημα συζητείται ευρέως και αναφέρεται άμεσα στον Επαναστατικό Καταστατικό Χάρτη για τη Λαϊκή Εξουσία που προτάθηκε από μια σειρά επιτροπών αντίστασης. Αυτός ο προτεινόμενος καταστατικός χάρτης προτείνει το σχηματισμό ενός ομοσπονδιακού νομοθετικού σώματος που θα ξεκινά από τα τοπικά συμβούλια, θα φτάνει σε δημοτικό, πολιτειακό και στη συνέχεια σε ομοσπονδιακό επίπεδο, και θα είναι αυτό το σώμα που στη συνέχεια θα επιλέγει τον επικεφαλής του εκτελεστικού κλάδου της κυβέρνησης. Το μοντέλο αυτό αντιστρέφει τη συνήθη προσέγγιση από πάνω προς τα κάτω που προτείνει η άρχουσα τάξη με όλες τις διαφορετικές ταμπέλες της. Ο τρόπος με τον οποίο ο λαός του Σουδάν επιχειρεί να εφαρμόσει αυτό το μοντέλο στην πράξη, καθώς και οι μεταλλάξεις και η εξέλιξή του –καθώς πρέπει να υποστεί πολλές αλλαγές κατά τη διαδικασία διαμόρφωσής του, αν η διαδικασία αυτή ανταποκρίνεται πραγματικά στις ανάγκες της κοινότητας και έχει ως στόχο τη δημιουργία του καλύτερου δυνατού τρόπου για την υλοποίηση της «λαϊκής εξουσίας»– θα καθορίσει τους νέους ρόλους πολλών, αν όχι όλων των φορέων. Οι επιτροπές μπορεί να εξελιχθούν και να γίνουν ο σπόρος αυτών των τοπικών συμβουλίων, ή μπορεί να γίνουν πολιτικά κόμματα, ή μια δομή λαϊκής εκπροσώπησης παράλληλα με το κράτος, μεταξύ πολλών άλλων δυνατοτήτων, ή μπορεί πράγματι να εξαφανιστούν επίσης.

Θεωρώ ότι το ζήτημα της οργάνωσης των γειτονιών και των χώρων εργασίας και της αναδιάρθρωσης του κράτους από τα κάτω προς τα πάνω είναι το κύριο ζήτημα της σουδανικής επανάστασης τώρα. Αυτή η οργάνωση από κάτω προς τα πάνω που προτείνεται στον επαναστατικό καταστατικό χάρτη είναι ένας οδικός χάρτης για το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης και του νέου καθεστώτος και παρουσιάζει τα πιο ξεκάθαρα βήματα προς την υλοποίηση του συνθήματος «όλη η εξουσία και ο πλούτος στο λαό». Η μεγαλύτερη απειλή γι’ αυτό είναι η πιθανότητα να αγνοηθεί αυτό το ζήτημα για χάρη των πιο γνωστών ελιτίστικων μοντέλων, όπως φαίνεται σήμερα στις προσπάθειες της ελίτ και των περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων να επιλέξουν και να διορίσουν μια κυβέρνηση από τις ελίτ – ωστόσο αυτό έχει σημειώσει μικρή επιτυχία λόγω της προσήλωσης της αντίστασης στο σύνθημα «3 Όχι»: «Όχι διαπραγμάτευση, όχι συνεργασία, όχι νομιμοποίηση». Η «φετιχοποίηση των επιτροπών», όπως το διατύπωσε ο Magdi, είναι μέρος του κινδύνου, καθώς μπορεί να καταπνίξει άλλες μορφές οργάνωσης ή μπορεί να στρέψει το ρεύμα προς τη διατήρηση των επιτροπών πάνω απ’ όλα, κάνοντας παράλληλα πιο δύσκολη την κριτική στις επιτροπές. Πιστεύω ότι αυτός ο κίνδυνος μπορεί να ελαχιστοποιηθεί μόνο με την εδραίωση της λαϊκής εξουσίας ως κύριου στόχου και κατευθυντήριας αρχής, την εστίαση στην οργάνωση και την κατάληψη της εξουσίας από τα κάτω προς τα πάνω και τον πειραματισμό στην οργάνωση και την οικοδόμηση του κράτους με γνώμονα τις επαναστατικές αρχές. Επί του παρόντος, αυτό ενσαρκώνεται στις προσπάθειες δημιουργίας τοπικών συμβουλίων και αξιοποίησής τους για την ανάληψη της παροχής υπηρεσιών και της διαχείρισης των πόρων στις περιοχές τους. Αυτό είναι ένα έργο που πρέπει να προσεγγιστεί με ένα ανοιχτό επαναστατικό μυαλό πρόθυμο να πειραματιστεί, να ασκήσει κριτική, να αξιολογήσει και να εξελίξει αυτές τις νέες οργανώσεις/κυβερνήσεις.

 

Abdelsalam Mindas5:

Από την έναρξή της στις 6 Δεκεμβρίου 2018, η σουδανική επανάσταση έχει προσφέρει ένα εξαιρετικό πλαίσιο. Έχει προσφέρει μια συσσώρευση αγώνων, έχει χαρίσει στο πεδίο της επαναστατικής διαπαιδαγώγησης νέες τακτικές, έχει προσθέσει ένα νέο κεφάλαιο γνώσης και έχει επαναπροσδιορίσει τις έννοιες της επανάστασης, της αντίστασης, του λαού, της εξουσίας, του αγώνα, των δυνάμεων, των συμφερόντων και των συμμάχων. Έβαλε τέλος στην έλλειψη ισορροπίας και στον κανόνα της ανεστραμμένης λογικής, ενώ διέδωσε εκλαϊκευμένα αυτές τις επαναπροσδιορισμένες έννοιες στις μάζες, εφαρμόζοντάς τες στην πραγματικότητα της επαναστατικής δημοκρατικής πρακτικής και χρησιμοποιώντας τες ως γενικό κριτήριο για τη διαμόρφωση επαναστατικών ατζέντων. Στο πλαίσιο αυτό, ο σουδανικός λαός δημιούργησε διάφορες οργανωτικές μορφές καθώς και εργαλεία ειρηνικής αντίστασης και επαναστατικής μαθητείας. Οι οργανώσεις αντίστασης εμφανίστηκαν στις κοινότητες και στους χώρους εργασίας, μεταξύ των οποίων οι επιτροπές αντίστασης, οι οποίες είναι οργανώσεις βάσης που θεμελιώνονται σε βάθος στην αρχή της μαζικής δημοκρατίας μαζί με την αναγνώριση ότι δεν υπάρχει παραδοσιακή ηγεσία εντός των επιτροπών. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με τη συμμετοχή όλων με τρόπο που μοιάζει με τις γενικές συνελεύσεις των συνδικάτων, έτσι ώστε η συνέλευση να αποτελεί την ανώτατη αρχή εντός της οργανωτικής δομής της επιτροπής αντίστασης.

Το ερώτημα που τέθηκε παραπάνω με οδηγεί να αναφερθώ στην κληρονομιά του επαναστάτη δασκάλου, του πρωτοπόρου αντιστασιακού και αρχιτέκτονα του αγώνα, Αμίλκαρ Λόπες ντα Κόστα Καμπράλ, ενός από τους μεγαλύτερους αντιαποικιακούς ηγέτες. Ο Καμπράλ ήταν αγκιτάτορας, εμψυχωτής, μαχητής, θεωρητικός της επανάστασης και πολιτικός ηγέτης. Χάραξε μια διευρυμένη πορεία για την επαναστατική θεωρία, αναπτύσσοντας τα έργα του Μαρξ και του Λένιν ώστε να ταιριάζουν στην αφρικανική πραγματικότητα, μέσω της προσθήκης της ανάλυσής του για τους οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες που επηρεάζουν τους αποικιοκρατούμενους λαούς. Ο Καμπράλ συνειδητοποίησε από νωρίς ότι τα αντιιμπεριαλιστικά κινήματα της εποχής χρειάζονταν μια επαναστατική μεθοδολογία και επεσήμανε ότι «η ιδεολογική ανεπάρκεια, για να μην πούμε η παντελής έλλειψη ιδεολογίας, μέσα στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα –η οποία οφείλεται βασικά στην άγνοια της ιστορικής πραγματικότητας την οποία τα κινήματα αυτά ισχυρίζονται ότι μετασχηματίζουν –αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες αδυναμίες του αγώνα μας ενάντια στον ιμπεριαλισμό, αν όχι τη μεγαλύτερη αδυναμία όλων».6 Ο Καμπράλ προχώρησε ακόμη παραπέρα, διευκρινίζοντας τη σημασία της οργανικής σχέσης μεταξύ επαναστατικής πρακτικής και θεωρίας. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «κάθε πρακτική παράγει μια θεωρία, και ότι αν είναι αλήθεια ότι μια επανάσταση μπορεί να αποτύχει ακόμα και αν βασίζεται σε τέλεια σχεδιασμένες θεωρίες, κανείς δεν έχει κάνει ακόμα μια επιτυχημένη επανάσταση χωρίς επαναστατική θεωρία.»7

Μετά από πολλές δεκαετίες κληρονομιάς του Καμπράλ, ωστόσο, βλέπω ότι το ιστορικό πλαίσιο είναι ο κοινός παράγοντας, καθώς δεν διέφερε από το σημερινό μας πλαίσιο, δηλαδή ότι εξακολουθούμε να κατοικούμε και να ζούμε στο πλαίσιο στο οποίο ο Καμπράλ διαμόρφωσε τις απόψεις του. Αυτό συμβαίνει επειδή οι κρίσιμες μάχες μας έχουν αναβληθεί. Σχετικά με αυτό, ο Καμπράλ είπε ότι το χειρότερο πράγμα στο φαινόμενο της αποικιοκρατίας είναι ότι απομακρύνει τους αποικιοκρατούμενους λαούς από τον κύκλο της ιστορίας, και όταν τους απομακρύνει από την ιστορία, δεν επιτρέπει στους συσχετισμούς των τοπικών δυνάμεων να διαμορφωθούν και να αναπτυχθούν σύμφωνα με τις τοπικές σχέσεις και την τοπική ιστορική κίνηση, με τρόπο που καμία συνεκτική μέθοδος διαλεκτικής ανάλυσης δεν μπορεί να αντλήσει από τους νόμους της τοπικής ανάπτυξης παρά μόνο μέσα από έναν παραμορφωμένο φακό που παρέχει η αποικιοκρατία και επηρεάζεται άμεσα από τους νόμους της ίδιας της κοινωνίας του αποικιοκράτη.

Με άλλα λόγια, ο αποικιοκράτης, στην προσπάθειά του να ελέγξει μια συγκεκριμένη χώρα, επιδιώκει να διαγράψει την ύπαρξη των αποικιοκρατούμενων, είτε εξοντώνοντας είτε αφομοιώνοντας και απαλλοτριώνοντας τον ιθαγενή πληθυσμό. Το τελευταίο είναι το πιο επικίνδυνο όπλο της αποικιοκρατίας, καθώς σταδιακά αφομοιώνει μέρος του ντόπιου πληθυσμού στην κουλτούρα του. Σύμφωνα με τον Καμπράλ, στην προσπάθειά της να καταστήσει την εκμετάλλευση των πόρων της χώρας που αποικίζει αιώνια υπόθεση, η αποικιοκρατία όχι μόνο δημιουργεί ένα πλήρες σύστημα καταστολής της κοινωνικής ζωής του αποικιοκρατούμενου λαού, αλλά προκαλεί και αναπτύσσει την πολιτισμική αλλοτρίωση σε ένα μέρος του πληθυσμού. Και αυτό είτε με τη συγχώνευση και την απόσπαση μελών του ιθαγενούς πληθυσμού για τη δημιουργία ταξικού χάσματος και κοινωνικής ιεραρχίας. Αυτή η νέα ελίτ αρχίζει στη συνέχεια να εκπροσωπεί τη νοοτροπία του αποικιοκράτη, να θεωρεί τον εαυτό της ανώτερο από τον λαό και να αποτελεί τους πιο πιστούς συμμάχους του αποικιοκράτη, προτιμώντας να ζει στη σκιά του παρά να ζει σε μια απελευθερωμένη πατρίδα. Εδώ ο Καμπράλ βλέπει την επιτακτική ανάγκη να αντιμετωπιστούν τόσο η αποικιοκρατία όσο και οι αφομοιωμένες ελίτ – αυτό που αποκαλεί πρόκληση της αποικιοκρατικής κυριαρχίας μέσω της επαναστατικής διαπαιδαγώγησης, μέσω της οικοδόμησης μιας επαναστατικής θεωρίας που θα πολιορκήσει την αποικιοκρατική νοοτροπία και θα δώσει εθνική συνείδηση στην απαλλοτριωμένη ελίτ ενσωματώνοντάς την στις μάζες μέσω του αγώνα και της μαζικής οργάνωσης.

Το συμπέρασμα του Αμίλκαρ Καμπράλ μπορεί να αναγνωσθεί στη σημερινή σουδανική επανάσταση. Δεδομένου ότι η σουδανική επανάσταση είναι μια επανάσταση εθνικής απελευθέρωσης και δεδομένου ότι το σύνθημά της είναι σαφές, βαθιά ριζωμένο και κινείται προς την κατεύθυνση της διάλυσης της κληρονομημένης αποικιοκρατικής κρατικής δομής, οι απαλλοτριωμένες ελίτ σκόπευαν να την αναγάγουν και να την παρουσιάσουν εξωτερικά ως κίνημα αντίστασης στην ολοκληρωτική εξουσία. Οι απαλλοτριωμένες ελίτ κατάφεραν επίσης να στερήσουν από το μαζικό κίνημα και τις οργανώσεις του την επαναστατική θεωρία, ιδιοποιούμενες την ικανότητα των μαζών να παράγουν θεωρία και δαιμονοποιώντας τη θεωρητική διαδικασία και την αναλυτική της προσέγγιση. Χρησιμοποίησαν επίσης άλλες μεθόδους για να διαχωρίσουν το μαζικό κίνημα από τα δικά του ζητήματα, να περιορίσουν την πολιτική του συνείδηση και να περιορίσουν την πολιτική στα ανώτερα κλιμάκια και στο «εφικτό». Οι ελίτ επιδίωξαν στην πράξη να διαχωρίσουν τις αντιστασιακές οργανώσεις από τα συνδικάτα στους τόπους κατοικίας και εργασίας, εγκαινιάζοντας μια ανεστραμμένη έννοια της δομής βάσης που στηρίζεται στη μονοπώληση και τις εκλογές, το αντίθετο από την αρχή της μαζικής δημοκρατίας, όπως διατυπώθηκε το 1970 από τον Σουδανό στοχαστή-μάρτυρα Άμπντελ-Χάλεκ Μαχτζούμπ. Σύμφωνα με τον Μαχτζούμπ, η μαζική δημοκρατία συνδέεται θεμελιωδώς με τα κοινωνικά συμφέροντα και ωθεί τις μάζες να συμμετέχουν συνεχώς στην επίτευξη των συμφερόντων τους. Επεσήμανε την ανάγκη οι μάζες να συμμετέχουν σαφώς στη διαμόρφωση της εξουσίας, στη χάραξη και την εφαρμογή πολιτικών και όχι μόνο στην εκλογή αντιπροσώπων με διαδικαστικό τρόπο, όπως συμβαίνει στις νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις.

Αυτό οδηγεί στον ακόλουθο ισχυρισμό: ότι ο ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν οι μαζικές οργανώσεις στους χώρους εργασίας και στις κατοικίες, προκειμένου να προστατεύσουν την επανάσταση και να τη βοηθήσουν να συνεχίσει να επιτυγχάνει τους στόχους της, ξεκινά πρώτα από τη συνειδητοποίηση της ιστορικής πραγματικότητας και την κατοχή των εργαλείων του αγώνα και της ανάλυσης για να μετασχηματίσουν αυτή την πραγματικότητα. Δεύτερον, ξεκινά με την εφαρμογή της αρχής της μαζικής δημοκρατίας βάσης, ξεκινώντας από τις οργανώσεις, την τοπική αυτοδιοίκηση και όλα τα επίπεδα εξουσίας, ώστε να αυξηθούν οι ευκαιρίες για τις μάζες να δημιουργήσουν μια πολιτική ατζέντα που να εκπροσωπεί τα συμφέροντά τους και η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα την ενότητα των εργαλείων και των στόχων, τα κοινά συμφέροντα, την ενότητα των ζητημάτων στέγασης και χώρων εργασίας και των οργανώσεών τους στη βάση ενός πολιτικού οράματος των μαζών. Τέλος, ξεκινάει από το μαζικό κίνημα που παύει να σπαταλά τις προσπάθειές του δημιουργώντας συμμαχίες με βάση τους στοιχειώδεις, τους πιο χαμηλούς συμβιβασμούς. Αντίθετα, θα πρέπει να κατευθύνει τις προσπάθειές του προς την ανάπτυξη και την ευημερία των οργανώσεών του, διευρύνοντας την ευρεία συμμετοχή των γνήσιων υποστηρικτών για να εμβαθύνει και να ριζώσει τα εργαλεία του αγώνα στην κοινωνία.

Η επιτυχία της επανάστασης στην επίτευξη των στόχων της εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο οι οργανώσεις της είναι σε θέση να συνεχίσουν, ο οποίος με τη σειρά του εξαρτάται από τη σύνδεσή τους με τις μαζικές τους βάσεις που τους δίνουν την πραγματική τους δύναμη. Αυτό προϋποθέτει την επέκταση των συμφερόντων των μαζών με την κατάληψη των θεσμών της εξουσίας από τα κατώτερα επίπεδα μέχρι την κορυφή, και ότι οι μάζες καταλαμβάνουν αυτή την εξουσία με την τοπικοποίηση και τον εκδημοκρατισμό της μέσω των τοπικών και κρατικών συμβουλίων και μέσω όλων των εκτελεστικών και δικαστικών δομών τους. Αυτός είναι ο μόνος εγγυητής και το κύριο κίνητρο για τις μάζες να περιφρουρήσουν την επανάστασή τους και να προστατεύσουν και να αναπτύξουν τις οργανώσεις βάσης τους. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτό σημαίνει αναπόφευκτα την οπισθοδρόμηση της επανάστασης και την κατάρρευση των οργανώσεών της. Και αν κάποιοι έχουν σκεφτεί να μετατρέψουν αυτές τις οργανώσεις σε πολιτικά κόμματα, αυτό δεν υπερβαίνει μια προσωρινή προσαρμογή στο status quo. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι οι αντιστασιακές οργανώσεις οικοδομούνται και εδραιώνονται με οργανωμένη εργασία, επαναστατική εκμάθηση, βασική δημοκρατική πρακτική και ξεκάθαρο πολιτικό όραμα.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Abdelsalam Mindas, Muzan Alneel, Magdi el Gizouli, “The Future of the Resistance Committees in Sudan”, Spectre, 14 Απριλίου 2022, https://spectrejournal.com/the-future-of-the-resistance-committees-in-sudan/. Αναδημοσίευση: Europe Solidaire Sans Frontières, http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article62120

 

 

Η Sara Abbas είναι ερευνήτρια και πολιτική επιστήμονας που δραστηριοποιείται στην οργάνωση της αλληλεγγύης στο Σουδάν. Ενδιαφέρεται για τη διασταύρωση των κοινωνικών κινημάτων, του φύλου και της αλλαγής του καθεστώτος, ιδίως στο Σουδάν, και έχει γράψει και επιμεληθεί διάφορα κείμενα για την επανάσταση του Δεκεμβρίου στο Σουδάν. Αυτή τη στιγμή εργάζεται πάνω σε ένα κείμενο σχετικά με τις πρακτικές και τις φαντασιώσεις που αναδύθηκαν στους επαναστατικά κατειλημμένους χώρους (τις «καθιστικές διαμαρτυρίες») κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Δεκεμβρίου στο Σουδάν.

Η Shireen Akram-Boshar είναι σοσιαλίστρια ακτιβίστρια με έδρα τη Βοστώνη. Έχει διοργανώσει και γράψει για την απελευθέρωση των Παλαιστινίων, την επανάσταση και τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα σε όλη τη Μέση Ανατολή. Πρόσφατα ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της δίπλωμα στην Εργασία, τα Κοινωνικά Κινήματα και την Ανάπτυξη από το School of Oriental and African Studies (SOAS) στο Λονδίνο, με μια μεταπτυχιακή διατριβή που ανέπτυξε μια ταξική ανάλυση της Πρώτης Ιντιφάντα. Κείμενα της Shireen έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Jacobin Magazine, Rampant Magazine, RS21 και άλλα. Συνέβαλε με ένα κεφάλαιο στο βιβλίο Palestine: A Socialist Introduction (Haymarket Books, 2021).

 

 

Εικόνα: Έργο της Σουδανής καλλιτέχνιδας Ένας Σατίρ

 

 

Σημειώσεις

1 «المیثاق الثوري لسلطة الشعب», https://drive.google.com/file/d/15ddBsbakzSm4Rbk-iv3RUamZ9zNLSiUy/view?fbclid=IwAR34yOkJnmGZKCxj-GC-Fgy-I8UkUpqaKdE2UbEw0uK7ZJdaNDypFg10678

2 Magdi el Gizouli, “Mobilization and Resistance in Sudan’s Uprising”, Rift Valley Institute, Ιανουάριος 2020, https://riftvalley.net/publication/mobilization-and-resistance-sudans-uprising

3 Muzan Alneel, “The People of Sudan Don’t Want to Share Power With Their Military Oppressors”, Jacobin, 24 Νοεμβρίου 2021, https://www.jacobinmag.com/2021/11/sudan-revolution-coup-strikes-power-sharing-protests.

4 «المهندسة مزن النيل - مخاطبة في ساحة الإعتصام بالقيادة», https://www.youtube.com/watch?v=nCUWcWXbcSk

5 Μεταφράστηκε στα αγγλικά από τα αραβικά από την Sara Abbas.

6 Αμίλκαρ Καμπράλ 1966. Το όπλο της θεωρίας. Ομιλία στην πρώτη τριηπειρωτική διάσκεψη των λαών της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής που πραγματοποιήθηκε στην Αβάνα τον Ιανουάριο του 1966. Amilcar Cabral, “The Weapon of Theory” (1966), Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/subject/africa/cabral/1966/weapon-theory.htm.

7 Ό.π.

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 03 Μαϊος 2022 13:27

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.