Σάββατο, 22 Ιουνίου 2024 17:04

Χαμάς: Μια μαρξιστική προσέγγιση

Διαδήλωση Παλαιστινίων στο Χαν Γιουνίς της Γάζας στις 30 Ιουλίου 2023. Οι διαδηλωτές διαμαρτύρονται για τις κακές συνθήκες διαβίωσης εξαιτίας του ισραηλινού αποκλεισμού, αλλά και για τις αντιλαϊκές πολιτικές της Χαμάς. AP Photo

 

 

Omar Hassan

 

Χαμάς: Μια μαρξιστική προσέγγιση

 

 

Η νέα Νάκμπα που πραγματοποιείται στη Γάζα έχει κάνει πιο ξεκάθαρο από ποτέ ότι ο αγώνας για την Παλαιστίνη είναι αγώνας ενάντια σε ολόκληρο το σύστημα του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή. Το Ισραήλ είναι ένα πυρηνικά εξοπλισμένο εθνοτικό κράτος που υποστηρίζεται απόλυτα από την αυτοκρατορία των ΗΠΑ και όλους τους συμμάχους της. Διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΗΕ ήταν ανίκανοι να παρέμβουν, περιοριζόμενοι στο να εκδίδουν δελτία τύπου με τα οποία παρακαλούν για την αποκατάσταση της βοήθειας. Για μήνες τα δυτικά μέσα ενημέρωσης ήταν άκριτοι επικροτητές της ισραηλινής γενοκτονίας, καλώντας τακτικά τους υποστηρικτές του πολέμου, ενώ φίμωναν τους Παλαιστίνιους και τους συμμάχους τους. Αν και η αφήγηση είναι πιο ανάμεικτη τώρα, εξακολουθεί να υπάρχει μια συντριπτικά φιλοσιωνιστική προκατάληψη. Επίσης, τα αραβικά και μουσουλμανικά καθεστώτα ήταν εντελώς παθητικά μπροστά σε αυτή την καταστροφή, προσφέροντας τη σιωπηρή έγκρισή τους καθώς το Ισραήλ εξαπολύει την καταστροφική του δύναμη εναντίον ενός ανυπεράσπιστου πληθυσμού.

Όλα αυτά μπορούν να εξηγηθούν σε σχέση με το διεθνές σύστημα κέρδους και εξουσίας. Η Μέση Ανατολή είναι μια περιοχή στρατηγικής σημασίας τόσο για το πετρέλαιο όσο και για το εμπόριο, και το Ισραήλ είναι το πιο ισχυρό κράτος σε αυτήν. Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ είναι ο κύριος σύμμαχος του Ισραήλ, δεν υπάρχει καμία πιθανότητα τα μέλη του ΝΑΤΟ ή άλλοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Αυστραλία, να κάνουν κάτι για να αμφισβητήσουν σοβαρά ή να περιορίσουν τις φιλοδοξίες του Ισραήλ. Και φυσικά, θεσμοί όπως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι εργαλεία του κατεστημένου, που είναι πιο πιθανό να αναπαράγουν ανόητα την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα παρά να ασκήσουν κριτική. Στη Μέση Ανατολή, πολλές από τις πιο σημαντικές χώρες της περιοχής –σκεφτείτε τη Σαουδική Αραβία, την Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα– έχουν ενταχθεί εδώ και καιρό στη δυτική τροχιά και εξομαλύνουν σταθερά τις σχέσεις τους με το Ισραήλ. Όσες δεν το έχουν κάνει, δεν ενδιαφέρονται να διακινδυνεύσουν τις δικές τους θέσεις για χάρη της αλληλεγγύης προς τους Παλαιστίνιους.

Μέσα σε αυτή την κατάσταση, το πρώτο καθήκον των σοσιαλιστών σε όλο τον κόσμο είναι να προσφέρουμε την αλληλεγγύη μας στους Παλαιστίνιους και τον απελευθερωτικό τους αγώνα και να απαντήσουμε στα ατελείωτα ψέματα και την προπαγάνδα που εξαπολύονται για να δικαιολογήσουν τη ρατσιστική υπόσταση του Ισραήλ. Για να γίνει αυτό οι σοσιαλιστές στην Αυστραλία και σε όλο τον κόσμο έχουν επιδοθεί στη διοργάνωση διαδηλώσεων, καθιστικών διαμαρτυριών, πικετοφοριών, αποκλεισμών, κατασκηνώσεων, απεργιών και φόρουμ για την ανάπτυξη και εμβάθυνση του κινήματος. Όμως, εν μέσω αυτού του ζωτικού ακτιβισμού, υπάρχει επείγουσα ανάγκη να πειστούν οι ακτιβιστές για τη θεμελιώδη σύνδεση μεταξύ του καπιταλισμού και της παλαιστινιακής καταπίεσης.

Στο πλαίσιο του ευρύτερου κινήματος, το ζήτημα της Χαμάς είναι μεγάλο. Για το Ισραήλ και τους συμμάχους του, η Χαμάς είναι μια τρομοκρατική οργάνωση, η τελευταία έκφραση της αγριότητας και της βίας που ενυπάρχει στους αραβικούς λαούς. Η ίδια η ύπαρξή της χρησιμεύει ως αυτονόητη δικαιολογία για τις πιο βίαιες ενέργειες του Ισραήλ. Το επιχείρημα αυτό έφτασε στο αποκορύφωμά του αμέσως μετά τη στρατιωτική επιχείρηση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου, η οποία συγκλόνισε συθέμελα την εφησυχασμένη και προς τα δεξιά κινούμενη ισραηλινή κοινωνία. Με επικεφαλής έναν ευάλωτο αλλά επίμονο Νετανιάχου, το Ισραήλ προσπάθησε να σώσει τα προσχήματα εξαπολύοντας μια άνευ προηγουμένου επίθεση εναντίον του λαού της Γάζας, η οποία δικαιολογήθηκε γελοία ως αυτοάμυνα. Οι τεράστιες απώλειες και οι σκληρότητες που εξαπολύθηκαν εναντίον του λαού της Παλαιστίνης δεν χρειάζεται να περιγραφούν εδώ, καθώς είναι γνωστές και αυξάνονται συνεχώς. Όλα αυτά δικαιολογήθηκαν εξοργιστικά ως εκστρατεία αυτοάμυνας κατά της Χαμάς.

Το ζήτημα της Χαμάς τίθεται επίσης στο διεθνές κίνημα αλληλεγγύης, συχνά για αντίθετους λόγους. Πολλοί υποστηρικτές της Παλαιστίνης δεν έχουν ιδέα για την ιστορία, την πολιτική ή την πρακτική της Χαμάς (ή των συμμάχων της τής Χεζμπολάχ ή των Χούθι). Θεωρούνται απλώς ως η μόνη ομάδα που είναι πρόθυμη να αντισταθεί στην ισραηλινή επιθετικότητα, γεγονός που οδηγεί πολλούς να καταλήγουν σε αρκετά άκριτη υποστήριξη των ενεργειών και των ηγετών της.

Κατά την ανάπτυξη μιας ανεξάρτητης ανάλυσης της Χαμάς, πρέπει να αποφύγουμε τις απλουστευτικές αντιδράσεις στη σιωνιστική προπαγάνδα ή την εξύμνηση μιας αφηρημένης «αντίστασης». Από τη μία πλευρά, υπερασπιζόμαστε απόλυτα το δικαίωμα των Παλαιστινίων να αγωνίζονται για την αυτοδιάθεση, ακόμη και με τη βία. Ωστόσο, η υπεράσπιση αυτών των βασικών εθνικών δικαιωμάτων δεν απαιτεί από εμάς να υπερασπιζόμαστε την όποια οργάνωση αναδεικνύεται στο προσκήνιο σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, και σίγουρα όχι να υπερασπιζόμαστε κάθε τακτική που χρησιμοποιείται. Αυτό θα ήταν τριτοκοσμικός εθνικισμός, όχι μαρξισμός. Ο αντιιμπεριαλισμός δεν είναι κάτι τόσο απλό όσο το να βάλουμε ένα συν εκεί που οι ιμπεριαλιστές βάζουν ένα πλην.

Αυτό το άρθρο θα προσπαθήσει επομένως να παρουσιάσει μια μαρξιστική ανάλυση της Χαμάς ως πολιτικής οργάνωσης. Θα ξεκινήσει με τη διερεύνηση της παρακμής του κοσμικού εθνικισμού σε όλη την περιοχή και στην Παλαιστίνη, η οποία επιδεινώθηκε από την αποδοχή της προδοτικής συμφωνίας του Όσλο από την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO). Διερευνώντας στη συνέχεια τη συντηρητική προσέγγισή τους για τη διακυβέρνηση της Γάζας, τη φιλική σχέση τους με τις αντιδραστικές καπιταλιστικές δυνάμεις της περιοχής και τον ασυνεπή αγώνα τους ενάντια στο Ισραήλ και τον ιμπεριαλισμό, θα γίνει φανερό ότι η Χαμάς είναι ανίκανη να επιτύχει οποιοδήποτε είδος παλαιστινιακής απελευθέρωσης.

Πολλές συζητήσεις για τη Χαμάς επικεντρώνονται στις συντηρητικές θρησκευτικές απόψεις της ή στη στάση της απέναντι στον ένοπλο αγώνα. Αλλά ενώ αυτοί οι παράγοντες είναι σημαντικοί, είναι δευτερεύοντες. Το πιο ουσιαστικό πράγμα που πρέπει να διαπιστωθεί είναι η θέση τους μέσα στην πολιτική οικονομία της παλαιστινιακής κοινωνίας, η οποία διαμορφώνει πάντα τη στάση τους σε μια σειρά από ζωτικά πολιτικά, οικονομικά και στρατηγικά ζητήματα. Το επιχείρημά μου είναι ότι η οργάνωση αντιπροσωπεύει μια συντηρητική μορφή αστικού εθνικισμού, η οποία σηματοδοτεί έναν ποιοτικό εκφυλισμό σε σχέση με προηγούμενες εποχές μαζικής αντίστασης στην Παλαιστίνη. Ως αστική δύναμη, είναι εντελώς ανίκανη να κινητοποιήσει το είδος του επαναστατικού μαζικού κινήματος που απαιτείται για να νικήσει τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που καταπιέζουν τους Παλαιστίνιους μαζί με τους εργάτες και τους φτωχούς σε όλη τη Μέση Ανατολή.

 

Η άνοδος της Χαμάς

Αναπτύσσοντας μια σοβαρή ανάλυση της Χαμάς, θα πρέπει να ξεκινήσουμε με την άνοδό της ως πολιτική τάση στην παλαιστινιακή κοινωνία. Η Χαμάς δημιούργησε για τον εαυτό της ένα προφίλ ως κίνημα αντίστασης εντός της Παλαιστίνης και στον ευρύτερο αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο με την απόρριψη των καταστροφικών συμφωνιών του Όσλο. Η δέσμευσή της για αντίσταση βρήκε απήχηση σε όσους αρνήθηκαν να αποδεχτούν ήσυχα το status quo της ισραηλινής κυριαρχίας και η καρδιά της, η πολιορκημένη Λωρίδα της Γάζας, σήμαινε ότι βρισκόταν στην πρώτη γραμμή της ουσιαστικής κοινωνικής, οικονομικής, στρατιωτικής και πολιτιστικής επίθεσης των Ισραηλινών. Όλοι αυτοί οι παράγοντες, σε συνδυασμό με τα μακρόχρονα και σχετικά αποτελεσματικά δίκτυα κοινωνικής πρόνοιας, μετέτρεψαν τη Χαμάς από τις απαρχές της ως περιθωριακό αντίπαλο της ηγεμονικής PLO στην πιο δημοφιλή πολιτική οργάνωση στην Παλαιστίνη.

Η Χαμάς ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 1987, όταν ξεκινούσε η πρώτη παλαιστινιακή Ιντιφάντα. Οι ρίζες της όμως ανάγονται στις αρχές του εικοστού αιώνα, με τη δημιουργία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Η Αδελφότητα, που ξεκίνησε στην Αίγυπτο από τον Χασάν αλ-Μπάννα στα τέλη της δεκαετίας του 1920, εξελίχθηκε σε ένα διεθνικό δίκτυο κληρικών και ακτιβιστών που οργανώθηκαν γύρω από ένα σύγχρονο αλλά κοινωνικά συντηρητικό πολιτικό Ισλάμ. Η Αδελφότητα προσπάθησε να δημιουργήσει τη βάση των υποστηρικτών της παρέχοντας υπηρεσίες πρόνοιας στους φτωχούς, οι οποίες χρηματοδοτούνταν από δωρεές των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων που ηγούνταν της οργάνωσης. Αυτή η εξάρτηση από τους γαιοκτήμονες, τα τζαμιά και τους επιχειρηματίες των πόλεων διαμόρφωσε τη σφοδρή εχθρότητά της προς τον αραβικό εθνικισμό και την αριστερά. Χρησιμοποιήθηκε ως όπλο κατά των σοσιαλιστών και των εθνικιστών καθ’ όλη τη διάρκεια της αντιαποικιακής εποχής και έλαβε σημαντική χρηματοδότηση και υποστήριξη από την μαριονέτα των Βρετανών, τον βασιλιά Φαρούκ της Αιγύπτου. Σε διάφορα σημεία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου η Αδελφότητα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καταπολέμηση της αριστεράς, τόσο ιδεολογικά όσο και φυσικά. Ως ανταμοιβή η οργάνωση συχνά λάμβανε χρηματοδότηση και πολιτική υποστήριξη από διάφορες αντιδραστικές κυβερνήσεις και πηγές.

Στην Παλαιστίνη, η Αδελφότητα είχε μόνο μια μικρή βάση στη Γάζα πριν από τη Νάκμπα του 1948. Αν και ο ισλαμισμός ήταν πάντα ισχυρότερος στη Γάζα από ό,τι στη Δυτική Όχθη, παραγκωνίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τους κοσμικούς εθνικιστές για δεκαετίες. Η ισλαμική οργάνωση άρχισε πραγματικά να αποκτά μαζική επιρροή μόνο τη δεκαετία του 1970. Εξάλλου, οι ισλαμιστές ενθαρρύνονταν πρώτα από την Αίγυπτο και μετά το 1954 από το Ισραήλ. Αυτό επέτρεψε σε γενιές ισλαμιστών οργανωτών να εντάξουν υπομονετικά τις θρησκευτικές, πολιτιστικές και κοινωνικές οργανώσεις τους και την ιδεολογία τους στον ευρύτερο πληθυσμό, ακόμη και όταν οι εθνικιστές και η αριστερά καταπιέζονταν σκληρά.[1]

Η θέση του πολιτικού Ισλάμ έλαβε τεράστια ώθηση από την ιρανική επανάσταση του 1979. Αν και ξεκίνησε ως μια λαϊκή και δημοκρατική εξέγερση κατά του υποστηριζόμενου από τη Δύση Σάχη, ο Χομεϊνί κατάφερε να καπηλευτεί την επανάσταση για να εγκαθιδρύσει μια καταπιεστική θεοκρατία, με τη βοήθεια των σημαντικότερων σταλινικών οργανώσεων. Παρά τον αυταρχικό και αντιδραστικό χαρακτήρα της, η νέα ισλαμική δημοκρατία εκμεταλλεύτηκε επιδέξια τα ζητήματα του αντι-ιμπεριαλισμού και της κοινωνικής δικαιοσύνης και κέρδισε διεθνώς οπαδούς.

Η φαινομενική επιτυχία αυτού του νέου καθεστώτος στην αμφισβήτηση της Δύσης ήρθε σε μεγάλη αντίθεση με τις καταστροφικές πολιτικές των κοσμικών εθνικιστών που ηγούνταν όλο και πιο αυταρχικών και νεοφιλελεύθερων εθνικιστικών κυβερνήσεων σε όλη την περιοχή. Αυτά τα καθεστώτα δεν ενδιαφέρονταν πλέον ούτε καν να προσποιούνται ότι στέκονταν στο πλευρό του λαού της Παλαιστίνης, γεγονός που αναδείχθηκε από την απόφαση της Αιγύπτου να συνάψει ειρήνη με το Ισραήλ το 1978. Η PLO δεν είχε καταφέρει να επιτύχει καμία μορφή κρατικής υπόστασης· οι τρομερές ήττες της στην Ιορδανία το 1970 και στο Λίβανο το 1982 έστειλαν τον κόσμο να αναζητήσει αλλού έμπνευση.

Η αριστερά στη Μέση Ανατολή, που κυριαρχούνταν ολοκληρωτικά από τον σταλινισμό, ήταν επίσης ανίκανη να θέσει μια εναλλακτική λύση. Τα κομμουνιστικά κόμματα και οι νέοι αριστεροί σχηματισμοί σε όλη την περιοχή ακολούθησαν σε μεγάλο βαθμό τις αντιδραστικές μετα-αποικιακές δικτατορίες και σε πολλές περιπτώσεις αποτέλεσαν ακόμη και μέρος των ψευδο-δημοκρατικών κυβερνητικών συνασπισμών τους. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Παλαιστίνης δεν αποτέλεσε ποτέ πόλο έλξης, αφού υποστήριξε τη διχοτόμηση των παλαιστινιακών εδαφών το 1948 και υπερασπίστηκε επί δεκαετίες το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει, την πιο συντηρητική θέση από όλα τα κύρια παλαιστινιακά κόμματα. Το Λαϊκό και το Δημοκρατικό Μέτωπο, που σχηματίστηκαν σε μεταγενέστερη εποχή με μια αρχικά πιο ριζοσπαστική πλατφόρμα, έγιναν σύντομα πιο μετριοπαθή υπό την επίδραση των σταλινικών θεωριών των «σταδίων» και των οπορτουνιστικών συμμαχιών τους με αντιδραστικές προσωπικότητες όπως ο Χαφέζ αλ-Άσαντ και ο Σαντάμ Χουσεΐν.

Έχοντας αναπτυχθεί σημαντικά ως αποτέλεσμα των δικών τους προσπαθειών και της αποτυχίας των εθνικιστικών και αριστερών δυνάμεων, η Παλαιστινιακή Μουσουλμανική Αδελφότητα δεχόταν αυξανόμενη πίεση για την άρνησή της να συμμετάσχει στην αντίσταση κατά του Ισραήλ. Μια μειοψηφία διασπάστηκε και σχημάτισε την πιο μαχητική Ισλαμική Τζιχάντ το 1981. Καθώς το αίσθημα για εξέγερση αυξανόταν κατά την περίοδο προετοιμασίας της Πρώτης Ιντιφάντα, ξέσπασε μια έντονη συζήτηση σχετικά με το μέλλον της οργάνωσης. Η παραδοσιακή άποψη της οργάνωσης ήταν ότι το φιλανθρωπικό έργο και η σταδιακή «ισλαμοποίηση» της κοινωνίας ήταν προϋπόθεση για κάθε απελευθερωτικό αγώνα. Η πλειοψηφία, ωστόσο, είχε πλέον καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήταν αδύνατο να καθυστερήσει άλλο η εμπλοκή τους στην ενεργό αντίσταση. Αυτή η πτέρυγα του κόμματος δεν απέρριπτε ρητά τη σημασία της ισλαμικής κοινωνικής εργασίας, αλλά μάλλον υποστήριζε ότι ο θρησκευτικός προσηλυτισμός μπορούσε και έπρεπε να συνυπάρχει με την ένοπλη αντίσταση. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε η οργάνωση που είναι γνωστή ως Χαμάς.

Η εναρκτήρια παρέμβαση της Χαμάς στην παλαιστινιακή πολιτική, την οποία οι άλλες παρατάξεις αντιμετώπιζαν ήδη με σκεπτικισμό, δεν καθησύχασε και πολύ τους επικριτές της. Από τη μία πλευρά, συμμετείχε ενεργά στην Πρώτη Ιντιφάντα μαζί με όλους τους άλλους. Ωστόσο, ακόμη και τότε υπήρχε μια τάση στρατιωτικοποίησης του αγώνα, και οι δραστηριότητές της διεξάγονταν γενικά χωριστά από τις άλλες οργανώσεις που συγκεντρώνονταν κάτω από το όνομα της PLO. Ο Τάρεκ Μπακόνι, συγγραφέας του Η Χαμάς συγκρατείται, συνοψίζει τη σεχταριστική και πολιτικά αντιδραστική προσέγγισή τους:

«Αντί να προσχωρήσει στην τοπική ηγεσία που συντονιζόταν με την PLO για να στηρίξει την εξέγερση, η Χαμάς ήταν ανταγωνιστική απέναντι της... Τα φυλλάδια που δημοσίευσε ήταν διαφορετικά στη γλώσσα και την αίσθηση από εκείνα που εξέδιδε επίσημα η ηγεσία της ιντιφάντα. Εισήγαγαν ένα θρησκευτικό στοιχείο σε μια εξέγερση που οι περισσότεροι Παλαιστίνιοι δεν θεωρούσαν ιδιαίτερα θρησκευτική. Τα συνθήματα της Χαμάς πολλαπλασιάστηκαν, ενώ τα γκράφιτι της επιτίθονταν σε Εβραίους και Χριστιανούς καθώς και σε κοσμικούς εθνικιστές.»[2]

Αλλά όπως κάθε μαζική εξέγερση, η Ιντιφάντα δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί για πάντα. Στη διάρκεια ετών κινητοποίησης και βίαιης καταστολής χιλιάδες ηγέτες και αγωνιστές φυλακίστηκαν και η βάση εξαντλήθηκε σε κάποια βαθμό. Ο ηγέτης της PLO, ο Γιάσερ Αραφάτ, διάλεξε αυτή τη στιγμή για να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ που έμειναν στην ιστορία ως οι συμφωνίες του Όσλο. Από την αρχή αυτές οι λεγόμενες «ειρηνευτικές συνομιλίες» ήταν μια παγίδα για να εκτονώσουν τη μαζική εξέγερση και να πείσουν την PLO να εγκαταλείψει κεντρικούς άξονες του απελευθερωτικού της προγράμματος. Αλλά ο Αραφάτ και οι άλλοι αστοί ηγέτες της Φατάχ και της PLO δεν ήταν απλά θύματα κάποιου ισραηλινού τεχνάσματος: ήταν πρόθυμοι και ενεργά συμμετέχοντες στην προδοσία του απελευθερωτικού αγώνα, ξεπουλώντας όλες τις αρχές τους για μια άνετη θέση μέσα στη διεθνή τάξη των κρατών. Τμήματα της αριστεράς, μαζί με εθνικιστές διανοούμενους όπως ο Έντουαρντ Σαΐντ, υποστήριξαν ότι το Όσλο δεν θα παρείχε στους Παλαιστίνιους ουσιαστική αυτοδιάθεση. Αλλά αυτές οι επικρίσεις αγνοήθηκαν, με τον Αραφάτ και την ομάδα του να είναι έτοιμοι να συμβιβαστούν με ένα κρατίδιο που θα αποτελείται από τη Γάζα και τμήματα της Δυτικής Όχθης. Ως προκαταβολή για αυτό το αμφίβολο αποτέλεσμα, η PLO αποδέχθηκε το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει ως εβραϊκό εθνοτικό κράτος, μαζί με το δικαίωμά του να ελέγχει το 80% της ιστορικής Παλαιστίνης, και παραιτήθηκε από τον ένοπλο αγώνα.

Η πολιτική δομή της παλαιστινιακής ζωής που γνωρίζουμε σήμερα διαμορφώθηκε ουσιαστικά κατά την περίοδο αυτή. Σε αντάλλαγμα για την εγκατάλειψη κάθε αρχής της παλαιστινιακής απελευθέρωσης, η PLO είχε τη δυνατότητα να δημιουργήσει μια ψευδοκρατική δομή με τη μορφή της Παλαιστινιακής Αρχής. Οι επικριτές παρατήρησαν ότι η Παλαιστινιακή Αρχή δεν ήταν ούτε Παλαιστινιακή ούτε Αρχή, με το Ισραήλ να ασκεί απεριόριστο έλεγχο στην ασφάλεια, τα σύνορα, το εμπόριο, το νερό, την ηλεκτρική ενέργεια και μια σειρά άλλων λειτουργιών που τυπικά ασκούνται από ένα κράτος. Το Όσλο τελικά κατέρρευσε επειδή το Ισραήλ δεν είχε καμία πρόθεση να κάνει ούτε μία παραχώρηση στους Παλαιστίνιους. Αλλά η αποτυχία των διαπραγματευτών να επιτύχουν συμφωνία στο Καμπ Ντέιβιντ το 2000 εξόργισε την παλαιστινιακή κοινωνία, η οποία δικαίως αισθάνθηκε ότι είχε δώσει πολλά και δεν είχε λάβει κανένα αντάλλαγμα.

Η Χαμάς κέρδιζε σταθερά υποστήριξη και κύρος μεταξύ των Παλαιστινίων αντιδρώντας σε κάθε βήμα αυτής της καταστροφικής διαδικασίας. Κατήγγειλε την αποδοχή της λύσης των δύο κρατών από τον Αραφάτ, την αυξανόμενη συνεργασία σε θέματα ασφάλειας μεταξύ παλαιστινιακών και ισραηλινών δυνάμεων και τη σιωπηρή εγκατάλειψη των παλαιστινιακών αιτημάτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος των προσφύγων να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Αντίθετα, υποστήριζε την ανανέωση της αντίστασης. Κέρδισε κύρος από τη Δεύτερη Ιντιφάντα, η οποία τερμάτισε οριστικά τη διαδικασία του Όσλο. Αυτή η Δεύτερη Ιντιφάντα ήταν μια πολύ πιο στρατιωτικοποιημένη υπόθεση από την προηγούμενη, και πολύ περισσότερο υπό τον έλεγχο των πολιτικών παρατάξεων. Κατά την εξέγερση οι αντάρτες της Φατάχ, της Χαμάς, της Ισλαμικής Τζιχάντ και του Λαϊκού Μετώπου συμμετείχαν σε κλιμακούμενες ένοπλες επιθέσεις εναντίον ισραηλινών στόχων. Η μάζα του πληθυσμού υποστήριξε την εξέγερση, αλλά συμμετείχε πολύ λιγότερο απ’ ό,τι την προηγούμενη φορά.

Το τέλος του Όσλο, η Δεύτερη Ιντιφάντα και η εκλογή μιας νέας ισραηλινής κυβέρνησης με επικεφαλής τον μαζικό δολοφόνο Αριέλ Σαρόν ώθησαν τη Χαμάς σε νέες και αντιφατικές κατευθύνσεις. Η Χαμάς αισθάνθηκε τώρα μια ευκαιρία να αξιοποιήσει την υποστήριξή της στη Γάζα και, για πρώτη φορά, να εδραιωθεί ως ηγετική παράταξη στην παλαιστινιακή πολιτική. Αποφάσισε να κατέβει σε μια σειρά τοπικών και δημοτικών εκλογών το 2005 και το 2006 και πέτυχε σημαντικά αποτελέσματα. Στη συνέχεια αποφάσισε, μετά από πολλές εσωτερικές συζητήσεις, να διεκδικήσει θέσεις στην Παλαιστινιακή Αρχή (ΠΑ). Αυτό ήταν ένα μεγάλο βήμα για το κόμμα, το οποίο είχε απορρίψει την ΠΑ ως το νόθο παιδί της διαδικασίας του Όσλο. Η ΠΑ δεν έχει καμία πραγματική εξουσία ή έλεγχο στα παλαιστινιακά εδάφη. Αντιθέτως, είναι καλύτερα κατανοητή ως μια κυβέρνηση κουίσλινγκ, ένα παλαιστινιακό Βισύ, η οποία λαμβάνει διεθνή χρηματοδότηση και υποστήριξη με αντάλλαγμα τη διαχείριση –και την καταστολή– των Παλαιστινίων για λογαριασμό του Ισραήλ.

Η Χαμάς θεώρησε ότι η συμμετοχή στις εκλογές αυτές ήταν ένα μέσο επιβεβαίωσης στον νέο της ρόλο ως σημαντικό κόμμα εντός του παλαιστινιακού κατεστημένου. Ο εκπρόσωπος του κόμματος Γαζί Χαμάντ παρουσίασε τη νέα αυτή στρατηγική:

«Η Χαμάς παρουσίασε μια εναλλακτική λύση, είπαμε ότι οι διαπραγματεύσεις από μόνες τους δεν αρκούν [η υπογράμμιση δική μου] για να επιτύχουμε τα δικαιώματά μας. Αυτό που χρειάζεται είναι μια στρατηγική από την ηγεσία των Παλαιστινίων, με πραγματική συναίνεση ως προς τους στόχους και μια σωστή ισορροπία μεταξύ πολιτικού και στρατιωτικού αγώνα. Αλλά είπαμε επίσης ότι προτεραιότητα είναι η μεταρρύθμιση και η αλλαγή του τρόπου διακυβέρνησης. Πώς μπορούμε να υποσχεθούμε την Ιερουσαλήμ και το δικαίωμα της επιστροφής όταν δεν μπορούμε να παραδώσουμε στο λαό μας ούτε μια φρατζόλα ψωμί;»[3]

Αυτή η επιφανειακά ελκυστική διατύπωση συνεπαγόταν υποβάθμιση του ορίζοντα από την απελευθέρωση στην επιτυχή διακυβέρνηση υπό κατοχή, μια μετατόπιση που συνεπαγόταν την αστυνόμευση των ένοπλων παρατάξεων, την καταστολή των αντιπάλων και τον πολιτικό συμβιβασμό. Αρχικά, ο στόχος τους δεν ήταν να κερδίσουν άμεσα, αλλά να σχηματίσουν συνασπισμό με τη Φατάχ και τα άλλα υπάρχοντα κόμματα. Όμως οι υποστηριζόμενες από τη Χαμάς λίστες τα πήγαν εκπληκτικά καλά, δίνοντας στο κόμμα απροσδόκητα τον έλεγχο των περισσότερων αστικών συμβουλίων και μια σημαντική πλειοψηφία στο Παλαιστινιακό Νομοθετικό Συμβούλιο. Αυτό το συγκλονιστικό αποτέλεσμα μεταμόρφωσε την παλαιστινιακή πολιτική.

Η Χαμάς, που εξελέγη με μια πλατφόρμα «αλλαγής και μεταρρύθμισης», υποσχέθηκε μια ρήξη με τα προηγούμενα δέκα χρόνια διαπραγματεύσεων και ταπείνωσης. Αν και συνέχισε να υπερασπίζεται το δικαίωμα να αντιστέκεται στην επεκτεινόμενη κατοχή του Ισραήλ, η έννοια της αντίστασης είχε πλέον επαναπροσδιοριστεί ριζικά. Οι ηγέτες της Χαμάς, αντί να καλέσουν σε νέο γύρο διαδηλώσεων ή ένοπλο αγώνα, έδωσαν μετριοπαθείς υποσχέσεις: θα βελτίωναν τη διεφθαρμένη και αναποτελεσματική παροχή βασικών υπηρεσιών και θα εγκατέλειπαν τις διαπραγματεύσεις που φαίνονταν μονομερείς. Ενώ στα χαρτιά υποστήριζε τον μακροπρόθεσμο στόχο της ενοποίησης της Παλαιστίνης από τον ποταμό μέχρι τη θάλασσα, επανειλημμένα η Χαμάς προσέφερε στο Ισραήλ μακροπρόθεσμες ανακωχές που βασίζονταν στο προηγουμένως αδιανόητο: ένα παλαιστινιακό κράτος εντός των συνόρων του 1967.[4] Αυτή η προγραμματική σύγκλιση με τη Φατάχ και την PLO είχε σχεδιαστεί για να διευκολύνει μια κυβέρνηση συνασπισμού. Ακόμα και μετά την κατάκτηση της πλειοψηφίας, η Χαμάς προσέφερε στη Φατάχ μια σειρά από υπουργεία – και αυτό παρά το γεγονός ότι η τελευταία είχε καθιερωμένο ιστορικό συνεργασίας με το Ισραήλ και είχε επικεφαλής το εκλεκτό τσιράκι του προέδρου των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους, τον Μαχμούντ Αμπάς.

Αλλά αυτές οι ιστορικές παραχωρήσεις δεν ήταν αρκετές για να κατευνάσουν τους εχθρούς της Χαμάς. Το Ισραήλ και οι δυτικοί σύμμαχοί του αρνήθηκαν να αποδεχθούν τη δημοκρατική διαδικασία, απορρίπτοντας ελαφρά τη καρδία το αποτέλεσμα μιας ελεύθερης και δίκαιης εκλογικής διαδικασίας, επειδή δεν τους άρεσε αυτό το αποτέλεσμα. Το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και η ΕΕ διέκοψαν αμέσως τους οικονομικούς, διπλωματικούς και στρατιωτικούς δεσμούς με την ΠΑ και επέβαλαν κυρώσεις στη νέα κυβέρνηση. Ενθαρρυμένος από αυτές τις επιθετικές πράξεις –και, πιθανώς, από παρασκηνιακές πιέσεις– ο Μαχμούντ Αμπάς ξεκίνησε ένα εν μέρει επιτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του νεοεκλεγέντος νομοθετικού σώματος. Η Χαμάς απέκρουσε εύκολα τη Φατάχ για να διατηρήσει τον έλεγχο της Γάζας, αλλά η Φατάχ μπόρεσε να χρησιμοποιήσει την υπάρχουσα δύναμή της για να εγκαθιδρύσει μια δικτατορία στη Δυτική Όχθη που διαρκεί μέχρι σήμερα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα παλαιστινιακό πολίτευμα διαιρεμένο πλέον στα δύο.

Το Ισραήλ απάντησε στη νίκη της Χαμάς μετατρέποντας τη Λωρίδα της Γάζας σε ζώνη καταστροφής, ακόμη και πριν από την τελευταία επίθεση. Έβαλαν στόχο να τιμωρήσουν τον πληθυσμό επειδή τόλμησε να εκλέξει τη Χαμάς. Πριν από την τελευταία επίθεση, περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν στο μικροσκοπικό έδαφος, εκ των οποίων πάνω από το 50% ήταν άνεργοι. Σύμφωνα με την Υπηρεσία Αρωγής και Έργων του ΟΗΕ, περίπου το 80% του πληθυσμού εξαρτιόταν από τη διεθνή βοήθεια για την επιβίωσή του και το 95% δεν είχε πρόσβαση σε καθαρό νερό λόγω της συστηματικής ισραηλινής πολιτικής. Η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε από μια ανάλγητη πολιορκία που στερεί από τους κατοίκους της Γάζας επαρκή υλικά για να ζήσουν τη ζωή τους. Οι ισραηλινοί πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες μιλούν τακτικά για την ανάγκη να «κουρέψουν το γκαζόν»:

«Το Ισραήλ πρέπει να απαλλαγεί από την αφελή πεποίθηση ότι η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Παλαιστινίων στη Γάζα θα μειώσει την τρομοκρατία. Στην πραγματικότητα, η αλήθεια είναι μάλλον το αντίθετο. ... Το Ισραήλ [έχει] σοφά υιοθετήσει μια υπομονετική στρατιωτική στρατηγική φθοράς ή “κουρέματος του γκαζόν”, η οποία σχεδιάστηκε, πρώτα και κύρια, για να βλάψει τις δυνατότητες του εχθρού.»[5]

Αυτή η λεπτότατα κωδικοποιημένη γλώσσα αναφέρεται στις τακτικές σφαγές αμάχων στη Λωρίδα της Γάζας και θα πρέπει να θέσει μια για πάντα τέρμα στην ψευδή αφήγηση ότι το Ισραήλ απλώς απαντά στις παλαιστινιακές προκλήσεις. Η σημερινή γενοκτονική επίθεση είναι επομένως καλύτερα κατανοητή ως ένα νέο στάδιο σε αυτή την ιστορική διαδικασία καταστολής και μαζικής δολοφονίας.

 

Χαμάς: ανασυσκευασμένος αστικός εθνικισμός

Όταν η Χαμάς αναδείχθηκε στις εκλογές του 2006 ως το πιο δημοφιλές κόμμα στην Παλαιστίνη, αντανακλούσε την επιθυμία για μια λιγότερο διεφθαρμένη και περισσότερο προσανατολισμένη στην αντίσταση πολιτική ηγεσία. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της θητείας της στην κυβέρνηση κατέληξε σε πολλές από τις ίδιες πρακτικές και αδιέξοδα με τους προκατόχους της στη Φατάχ και την PLO. Πράγματι, η διολίσθησή της από αντιστασιακή οργάνωση σε ένα αυταρχικό καθεστώς έτοιμο να διαπραγματευτεί με το Ισραήλ ήταν πολύ πιο γρήγορη από εκείνη της PLO.

Με μαρξιστικούς όρους, η Χαμάς είναι ένα κλασικό αστικό εθνικιστικό κόμμα. Ενώ πολλοί από τους ιδρυτές της ήταν εξαθλιωμένοι πρόσφυγες και χαμηλόβαθμοι κληρικοί, η οργάνωση έχει έκτοτε εξελιχθεί σε έναν θεσμό με ετήσιο προϋπολογισμό δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Όπως και η PLO, το κόμμα είναι υπέρ του καπιταλισμού και της αγοράς. Πολλοί από τους ηγέτες του είναι πάμπλουτοι και διαθέτουν τεράστια επενδυτικά χαρτοφυλάκια, ιδίως στην Τουρκία και τον Κόλπο. Ο πλούτος αυτός συσσωρεύτηκε μέσω των ακινήτων, της ισλαμικής χρηματοδότησης και της κατάχρησης της διεθνούς βοήθειας που προορίζεται για τη Γάζα. Το κόμμα έχει καλλιεργήσει σχέσεις με μια σειρά από καπιταλιστές σε όλο τον μουσουλμανικό κόσμο, χρησιμοποιώντας τους για να παρακάμψει τις κυρώσεις, να ανοίξει διπλωματικές πόρτες και ως πηγή δωρεών. Η Χαμάς έχει επίσης στενές σχέσεις με πλούσιους Παλαιστίνιους στη Γάζα. Μεταξύ άλλων, τα πρόσωπα αυτά βοηθούν στη χρηματοδότηση και τη λειτουργία του δικτύου σηράγγων που διαχειρίζεται η Χαμάς ως ένα είδος σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Αυτό αυξάνει τα έσοδα της ομάδας με τη μορφή φόρων και δωροδοκιών. Αυτό το στρώμα έχει επίσης επωφεληθεί από τον τομέα της γεωργίας και των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και γενικά απολαμβάνει πολύ καλύτερη ζωή από τα εκατομμύρια των απλών κατοίκων της Γάζας. Δεν υπήρξε καμία συζήτηση στο κόμμα όταν η Χαμάς πρότεινε έναν πλούσιο Παλαιστίνιο επιχειρηματία να γίνει υπουργός οικονομίας, εμπορίου και βιομηχανίας στο πρώτο της υπουργικό συμβούλιο, και δύο από τους τρεις υποψηφίους που εξετάστηκαν σοβαρά για τη θέση κλειδί του πρωθυπουργού ήταν Παλαιστίνιοι καπιταλιστές.[6] Αυτό αντανακλά τις φιλοκαπιταλιστικές στάσεις της Χαμάς και της ευρύτερης τάσης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας εντός του ισλαμισμού, οι οποίες ανέκαθεν υπερασπίζονταν το εμπόριο και την ατομική ιδιοκτησία ως βασικούς πυλώνες της κοινωνίας.

Πολλοί σχολιαστές και εμπειρογνώμονες έχουν καταγράψει τον τρόπο με τον οποίο η Χαμάς άμβλυνε σταδιακά την πολιτική της με την πάροδο του χρόνου. Στους παράγοντες που κρύβονται πίσω από αυτή τη μετατόπιση περιλαμβάνονται οι αυξανόμενες διασυνδέσεις της με τμήματα του παλαιστινιακού και του διεθνούς κεφαλαίου, η κατάσταση στη Γάζα που μετατοπίζει την ομάδα από την αντίσταση στη διακυβέρνηση, καθώς και οι αντικειμενικές προκλήσεις της αντιμετώπισης της συνεχιζόμενης πολιορκίας της Γάζας από το Ισραήλ. Σε κάθε περίπτωση, η Χαμάς έχει σαφώς μετατοπιστεί περαιτέρω προς τη συμφιλίωση με τις κυβερνητικές αρχές της Φατάχ –αν και όχι πάντα με την ίδια την οργάνωση– και, με αντιφατικό και άνισο τρόπο, με την ισραηλινή κατοχή. Η πρακτική της μέχρι την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, η οποία θα συζητηθεί ξεχωριστά, επιβεβαιώνει επίσης αυτή την προσέγγιση.

 

1. Η απελευθέρωση της Παλαιστίνης

Η παραδοσιακή θέση του παλαιστινιακού απελευθερωτικού κινήματος ήταν –ορθώς– η άρνηση αναγνώρισης της νομιμότητας του ισραηλινού κράτους. Αντιμέτωποι με ένα αποικιοκρατικό σχέδιο εποίκων που ξεκίνησε αρχικά από τον βρετανικό ιμπεριαλισμό απέναντι σε έναν γηγενή πληθυσμό, οι Παλαιστίνιοι είχαν και έχουν το απόλυτο δικαίωμα να απαιτήσουν την καταστροφή των δομών κατοχής και την αντικατάστασή τους από δημοκρατικούς θεσμούς ανοιχτούς σε όλους όσοι ζουν στην περιοχή που ήταν παλαιότερα γνωστή ως Παλαιστίνη. Αυτή η προοπτική δεν είναι απλώς μια πιο δίκαιη εναλλακτική λύση στο status quo. Αντίθετα, η ίδια η ύπαρξη των δομών απαρτχάιντ και η αέναη επέκταση του Ισραήλ –το οποίο έχει κωδικοποιημένο στο ίδιο του το DNA τον ρατσισμό και τον ιμπεριαλισμό– αποκλείει οποιαδήποτε διαρκή και δίκαιη ειρήνη. Η εγκατάλειψη αυτής της προοπτικής υπέρ της λεγόμενης λύσης των δύο κρατών ήταν μια καταστροφική παραχώρηση στον ιμπεριαλισμό και ένα σύμπτωμα του ευρύτερου εκφυλισμού της αριστεράς και των εθνικιστικών δυνάμεων. Η αποδοχή της λύσης των δύο κρατών και του «δικαιώματος ύπαρξης» του Ισραήλ δεν απέφερε ποτέ κανένα κέρδος για τον παλαιστινιακό λαό. Στην πραγματικότητα, μετά από δεκαετίες διαπραγματεύσεων και τη δημιουργία θεσμών που σχεδιάστηκαν για να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση, η κατάσταση για τους Παλαιστίνιους στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη δεν ήταν ποτέ χειρότερη.

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η Χαμάς ωφελήθηκε σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι ήταν η μεγαλύτερη παράταξη που αντιτάχθηκε δημόσια και συστηματικά στις συμφωνίες του Όσλο και στην ιδέα ενός κράτους μπαντουστάν. Το άρθρο 13 του πρώτου καταστατικού της αναφέρει ότι «οι λεγόμενες ειρηνικές λύσεις και οι διεθνείς διασκέψεις, έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές του Ισλαμικού Κινήματος Αντίστασης».[7] Η έννοια της χούντνα, ή της μακροπρόθεσμης κατάπαυσης του πυρός, εισήλθε σταδιακά στο λεξιλόγιό τους και έγινε αποδεκτό στοιχείο της στρατηγικής τους. Βασισμένη σε μια συγκεκριμένη ανάγνωση των ισλαμικών κειμένων, η έννοια αναπτύχθηκε ως μια προσπάθεια να ακροβατήσουν ανάμεσα στις αντικρουόμενες απαιτήσεις της διπλωματίας και της αντίστασης. Επιτρέπει στους ηγέτες της Χαμάς να διαπραγματεύονται με το Ισραήλ και τις αυτοκρατορικές δυνάμεις, ενώ παράλληλα προστατεύει την ομάδα από την κατηγορία του ξεπουλήματος.[8]

Δεδομένων όλων αυτών, οι επίμονες κατηγορίες ότι η Χαμάς αρνείται να αναγνωρίσει το υποτιθέμενο δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ είναι κυνικές και ανειλικρινείς. Στην πράξη, η Χαμάς έχει επανειλημμένα αποδεχθεί την ύπαρξη του Ισραήλ. Ο καταστατικός της χάρτης του 2017 διατηρεί την επίσημη αντίθεση της οργάνωσης στην ίδρυση του Ισραήλ, στις συμφωνίες του Όσλο που το αναγνωρίζουν και στη μετέπειτα συνεργασία της ΠΑ με τις Ισραηλινές Δυνάμεις Άμυνας. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι το νέο κείμενο τοποθετεί τη Χαμάς ως δυνητικό κυβερνητικό και διαπραγματευτικό εταίρο στο πλαίσιο μιας ανασυγκροτημένης ΟΑΠ, δηλώνοντας ότι η λύση των δύο κρατών είναι μια «φόρμουλα εθνικής συναίνεσης».[9]

Αλλά φυσικά, το τι γράφει ο καταστατικός χάρτης ή το πρόγραμμα ενός κόμματος είναι πολύ λιγότερο σημαντικό από το τι λέει και κάνει το κόμμα σε καθημερινή βάση. Στην πράξη, η στάση της Χαμάς απέναντι στο Ισραήλ μοιάζει εντυπωσιακά με εκείνη της Φατάχ τα πρώτα χρόνια του Όσλο. Έτσι, το 2001, ακριβώς όταν ξεκινούσε η δεύτερη Ιντιφάντα, ένα ηγετικό στέλεχος της Χαμάς κυκλοφόρησε ένα φυλλάδιο στο οποίο εξηγούσε ότι «η Χαμάς και η Ισλαμική Τζιχάντ μπορούν να συμφωνήσουν σε μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός, για μια καθορισμένη χρονική περίοδο, όπως δέκα χρόνια, κατά τη διάρκεια της οποίας ο παλαιστινιακός λαός μπορεί να δημιουργήσει το δικό του κράτος εντός των συνόρων του 1967, με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ, χωρίς να εγκαταλείψει ούτε μια σπιθαμή της ιστορικής Παλαιστίνης».[10] Το 2003 η Χαμάς συμφώνησε σε μονομερή κατάπαυση του πυρός με το Ισραήλ και μέχρι το 2005 η Χαμάς είχε υποχωρήσει ακόμη περισσότερο, υπογράφοντας τη Διακήρυξη του Καΐρου, η οποία υποσχόταν να «διατηρήσει μια ατμόσφαιρα ηρεμίας» –δηλαδή να σταματήσει τις επιθέσεις κατά του Ισραήλ– με αντάλλαγμα την ειρήνη και την απελευθέρωση των κρατουμένων.[11] Μετά την εκλογική τους νίκη το 2006 η Χαμάς συμφώνησε να «“σεβαστεί” όλες τις προηγούμενες συμφωνίες που είχε υπογράψει η ΟΑΠ, με το σκεπτικό ότι υποτίθεται ότι “διασφαλίζουν τα συμφέροντα του λαού μας”».[12]

Αλλά όπως και η Φατάχ πριν από αυτήν, η Χαμάς δεν κέρδισε τίποτα από αυτή την οπισθοδρόμηση. Το Ισραήλ δεν αποδέχθηκε ποτέ το παλαιστινιακό δικαίωμα για πραγματική αυτοδιάθεση, ούτε σταμάτησε ποτέ να χτίζει παράνομους οικισμούς σε κλεμμένη παλαιστινιακή γη. Πράγματι, αρνείται ακόμη και να καθορίσει τα δικά του σύνορα. Τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, ο Νετανιάχου δήλωσε ανοιχτά την αντίθεσή του στο να παραχωρήσει κάποτε στους Παλαιστίνιους οποιοδήποτε είδος κρατικής υπόστασης.

 

2. Αντιδημοκρατική διακυβέρνηση

Μια από τις τραγωδίες του παλαιστινιακού λαού είναι ότι ζει με το βάρος πολλαπλών στρωμάτων αυταρχισμού. Υποφέρει από τη γενοκτονική ισραηλινή κατοχή και την πολιορκία της Γάζας που επιβάλλουν το Ισραήλ και η Αίγυπτος, αλλά και από την αυταρχική διακυβέρνηση της Παλαιστινιακής Αρχής στη Δυτική Όχθη και της Χαμάς στη Γάζα.

Είναι αλήθεια ότι η Χαμάς κέρδισε την πλειοψηφία των εδρών σε ελεύθερες εκλογές το 2006, και η Φατάχ και οι ιμπεριαλιστές υποστηρικτές της αμέσως της αρνήθηκαν την ευκαιρία να κυβερνήσει. Με αυτή την έννοια, είναι αδύνατο να πούμε αν θα κυβερνούσε με δημοκρατικό τρόπο αν της δινόταν η ευκαιρία. Ωστόσο, το κόμμα έχει σαφώς βολευτεί με τη θέση του ως αδιαμφισβήτητος κυβερνήτης της Γάζας. Η Φατάχ και οι θυγατρικές οργανώσεις της στη Γάζα έχουν κατασταλεί επανειλημμένα όλα αυτά τα χρόνια, και ενώ η Ισλαμική Τζιχάντ και το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης μπορούν να λειτουργούν ανοιχτά, αυτολογοκρίνονται από φόβο για την καταστολή. Η Χαμάς έχει κατά καιρούς δηλώσει ότι θα ανεχόταν νέες εκλογές, αλλά άλλες φορές έχει δείξει κάποια επιφυλακτικότητα. Ο πρόσφατα εκλεγμένος ηγέτης Γιαχιά Σινουάρ απέκτησε τη φήμη του εκτελώντας προσωπικά δώδεκα Παλαιστίνιους που κατηγορήθηκαν ως «συνεργάτες» στο πλαίσιο του ρόλου του ως επικεφαλής της φοβερής Δύναμης Εσωτερικής Ασφάλειας της οργάνωσης. Ενώ είναι πιθανό κάποιοι από τους κατηγορούμενους να συνεργάζονταν με το Ισραήλ, πολλοί σκοτώθηκαν –και συνεχίζουν να σκοτώνονται– απλώς και μόνο επειδή ήταν ομοφυλόφιλοι.[13]

Όταν πρόκειται για την ταξική πάλη, η Χαμάς έχει αποδειχθεί εντελώς αντιδραστική. Η εχθρότητά της απέναντι στις προσπάθειες οργάνωσης των εργατών και των φτωχών αποκαλύφθηκε στις αρχές του 2019, όταν οι διαδηλώσεις σε όλη τη Γάζα απείλησαν να πυροδοτήσουν μια γενική απεργία με το σύνθημα «θέλουμε να ζήσουμε».[14] Το κίνημα ήταν μια απάντηση στην επίμονα υψηλή ανεργία στη Λωρίδα της Γάζας –που δεν οφείλεται φυσικά πρωτίστως στη Χαμάς, δεδομένης της πολιορκίας του Ισραήλ– αλλά και στην απόφαση της κυβέρνησης να αυξήσει τους φόρους στα τσιγάρα και σε μια σειρά από βασικά είδη διατροφής. Τα αιτήματα της διαμαρτυρίας περιλάμβαναν τη δημιουργία γραφείου εργασίας για την προστασία των εργατικών δικαιωμάτων, τη μείωση των τιμών στα βασικά είδη διατροφής και την αναστολή όλων των φόρων σε βασικά αγαθά. Οι διαμαρτυρίες οργανώθηκαν από έναν ευρύ συνασπισμό ακτιβιστών βάσης που υποστηρίζονται από όλες τις παρατάξεις εκτός από τη Χαμάς και την Ισλαμική Τζιχάντ. Όταν ο Μαχμούντ Αμπάς και η ΠΑ προσπάθησαν να τις χρησιμοποιήσουν ως μέσο υπονόμευσης της κυριαρχίας της Χαμάς στη Γάζα, οι ακτιβιστές εξέδωσαν μια δήλωση που διευκρίνισε τη στάση τους, η οποία έριχνε την ευθύνη για την κρίση πρώτα στο Ισραήλ και την Αίγυπτο, μετά στην ΠΑ που δεν πλήρωνε τους μισθούς των υπαλλήλων της στη Γάζα, και μόνο μετά στη Χαμάς.[15]

Κανένα από αυτά τα εξαιρετικά επεξεργασμένα μηνύματα και την πολιτική τοποθέτηση δεν σταμάτησε τη Χαμάς από τη φυσική συντριβή και την πολιτική συκοφάντηση του κινήματος. Απάντησαν υποβάλλοντας τους διαδηλωτές σε σκληρούς ξυλοδαρμούς για να τους διώξουν από τους δρόμους. Σύμφωνα με ένα εξαιρετικό άρθρο του Σάλεμ Αλ-Ράγιες για την φιλοαντιστατσιακή έκδοση Raseef22, η Χαμάς συνέλαβε στη συνέχεια περισσότερους από 1.000 ανθρώπους –συμπεριλαμβανομένων δεκάδων δημοσιογράφων και Παλαιστινίων παρατηρητών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων– των οποίων οι υποθέσεις παραπέμφθηκαν στη συνέχεια σε στρατιωτικά δικαστήρια.[16] Το πρόσχημα ήταν ότι πετάχτηκαν πέτρες∙ οι Ισραηλινοί θα ήταν περήφανοι. Όλη αυτή η καταστολή δικαιολογήθηκε με την παρουσίαση του κινήματος ως πράκτορα του Ισραήλ και της δεξιάς Παλαιστινιακής Αρχής. Έτσι, ο υπουργός της Χαμάς για θέματα προσφύγων, Άτεφ Ουντουάν, αναφέρθηκε σε μια εφημερίδα των Εμιράτων ότι ζήτησε από τους διαδηλωτές να φύγουν: «Η Χαμάς δεν θα πέσει και δεν θα παραδώσουμε την εξουσία σε κανέναν, οπότε για όσους δεν τους αρέσει αυτό, το πέρασμα της Ράφα είναι ανοιχτό για να μεταναστεύσουν».[17]

Οι διαδηλωτές επεσήμαναν επίσης την τεράστια ανισότητα μεταξύ των Παλαιστινίων στη Γάζα και γύρω από αυτήν. Κάποιοι κρατούσαν πλακάτ που έγραφαν «θέλουμε να ζούμε την ίδια ζωή με πολυτέλεια, χρήματα και αυτοκίνητα με τους γιους των ηγετών της Χαμάς», ενώ σε ένα viral βίντεο εμφανίστηκε μια γυναίκα να επιτίθεται στην ίδια αδικία:

«Μας απαγορεύεται να λέμε ότι πονάμε; Αφήστε τους ανθρώπους να λένε ό,τι θέλουν, γιατί τους καταπιέζετε; Όλη η Γάζα είναι άνεργη. Τα παιδιά μας έχουν χάσει 12 χρόνια από τη ζωή τους. Γιατί; Κάθε παιδί ενός αξιωματούχου της Χαμάς, μόλις γίνει 20 ετών, θα έχει ένα διαμέρισμα, ένα αυτοκίνητο, ένα τζιπ, ένα κτίριο και θα παντρευτεί, ενώ οι γιοι μας δεν έχουν τίποτα σε αυτή τη ζωή.»[18]

Το συναίσθημα αυτό έχει αυξηθεί καθώς η Χαμάς έχει διαφθαρεί όλο και περισσότερο από μια παρατεταμένη περίοδο μονοκομματικής διακυβέρνησης. Το πιο διαβόητο σύμβολο για αυτό είναι ο εξαιρετικός πλούτος των ηγετών και των μελών των οικογενειών της Χαμάς εκτός Γάζας, οι οποίοι ζουν μια παρακμιακή ζωή πολυτέλειας που θα περίμενε κανείς από μέλη της βασιλικής οικογένειας του Κόλπου. Έτσι, ενώ πολλοί υποστηρικτές της Χαμάς είναι ευτυχείς να επικαλούνται επιδοκιμαστικά την υπεράσπιση της αντιαποικιακής βίας από τον Φανόν, η καταγγελία του για τη διαφθορά και την ιδιοτέλεια της μετα-αποικιακής ελίτ είναι τουλάχιστον εξίσου σχετική. Το τελευταίο του βιβλίο, Της Γης οι Κολασμένοι, είναι διάσημο για την υπεράσπιση της επαναστατικής βίας, αλλά είναι επίσης γεμάτο οργή για τη νέα τάξη τοπικών ηγετών που αντικατέστησε την παλιά αποικιακή ελίτ. Τα κεφάλαια σχετικά με τους κινδύνους της εθνικής συνείδησης και του αυθορμητισμού είναι γεμάτα διορατικότητα όσον αφορά τα όρια του αστικού εθνικισμού και των αυτοαποκαλούμενων ηγετών του αγώνα:

«Ορισμένοι ντόπιοι συνεχίζουν να κερδοσκοπούν και να εκμεταλλεύονται τον πόλεμο, αποκομίζοντας τα κέρδη τους εις βάρος του λαού, ο οποίος ως συνήθως είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα και να ποτίσει με το αίμα του την πατρίδα του. Ο αγωνιστής που αντιμετωπίζει την αποικιοκρατική πολεμική μηχανή με τα ελάχιστα όπλα συνειδητοποιεί ότι ενώ γκρεμίζει την αποικιοκρατική καταπίεση, χτίζει αυτόματα ένα ακόμη σύστημα εκμετάλλευσης. Αυτή η ανακάλυψη είναι δυσάρεστη, πικρή και αηδιαστική: κι όμως όλα φαίνονταν τόσο απλά πριν: οι κακοί άνθρωποι ήταν από τη μια πλευρά και οι καλοί από την άλλη. Το διαυγές, εξωπραγματικό, ειδυλλιακό φως της αρχής ακολουθείται από ένα ημίφως που μπερδεύει τις αισθήσεις. Ο λαός ανακαλύπτει ότι το άδικο γεγονός της εκμετάλλευσης μπορεί να φορέσει μαύρο πρόσωπο ή αραβικό∙ και υψώνει την κραυγή “Προδοσία!”. Αλλά η κραυγή είναι λανθασμένη∙ και το λάθος πρέπει να διορθωθεί. Η προδοσία δεν είναι εθνική, είναι κοινωνική.»[19]

Στην περίπτωση της Παλαιστίνης, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη από ό,τι φανταζόταν ο Φανόν, επειδή οι ελίτ έχουν διαφθαρεί, ενώ η αποικιοκρατία παραμένει στη θέση της. Ωστόσο, η επιμονή του να θεμελιώνει τις αποτυχίες των αστών εθνικιστών στα υλικά τους προνόμια είναι απολύτως σωστή και ξεχνιέται από τους εθνικιστές του τρίτου κόσμου.

Όπως συμβαίνει με τις άρχουσες τάξεις σε όλο τον κόσμο, η Χαμάς προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τους πολιτιστικούς πολέμους γύρω από θέματα καταπίεσης για να εδραιώσει τη δημοτικότητά της και να καταστείλει την αντιπολίτευση. Στη Γάζα αυτό πήρε τη μορφή κινήσεων ήπιας ισλαμοποίησης, και οι γυναίκες ήταν τα πιο δημόσια και διαρκή θύματα αυτών των προσπαθειών.[20] Η Χαμάς προσπάθησε να υποχρεώσει τις γυναίκες να φορούν χιτζάμπ σε δημόσιους οργανισμούς και να τους απαγορεύσει το κάπνισμα σε δημόσιους χώρους, μαζί με άλλες γενικότερες αστυνομικές παρεμβάσεις στη συμπεριφορά τους. Η αντίσταση στην περιοχή είχε ως αποτέλεσμα πολλές από αυτές τις πολιτικές να εγκαταλειφθούν ή να καθυστερήσουν. Σε ένα περιστατικό, δύο εξέχουσες γυναίκες αποκαλύφθηκαν δημόσια, σε αντίθεση με την αυξανόμενη θρησκευτικότητα της κοινωνίας της Γάζας. Στη δημόσια δήλωσή τους οι ακτιβίστριες φρόντισαν να κατηγορήσουν την πολιορκία και την κατοχή του Ισραήλ, καθώς και τη Χαμάς, για την ανάπτυξη της συντηρητικής πολιτικής στη Λωρίδα.[21] Τα άτομα LBGT έχουν επίσης παρενοχληθεί και δολοφονηθεί από το καθεστώς, με την αντιδραστική λογική ότι τα άτομα LBGT μπορούν πιο εύκολα να μετατραπούν σε πληροφοριοδότες. Για όλους αυτούς τους λόγους και όχι μόνο, ήδη από το 2010 ο Παλαιστίνιος ερευνητής Χαλέντ Χρουμπ υποστήριζε ότι:

«Η ισλαμοποίηση που έχει επιβληθεί στη Λωρίδα της Γάζας –καταστολή των κοινωνικών, πολιτιστικών και δημοσιογραφικών ελευθεριών που δεν ταιριάζουν με τις απόψεις της Χαμάς– είναι μια κατάφωρη πράξη που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Πρόκειται για την αναπαραγωγή, υπό θρησκευτικό μανδύα, της εμπειρίας [άλλων] ολοκληρωτικών καθεστώτων και δικτατοριών.»[22]

Στην πράξη, λοιπόν, η Χαμάς έχει εγκαταλείψει εδώ και καιρό την πλήρη απελευθέρωση των παλαιστινιακών εδαφών και η κυριαρχία της στη Γάζα χαρακτηρίζεται από πολιτικές υπέρ της αγοράς και των πλουσίων, αντιδημοκρατική καταστολή της ελευθερίας του λόγου και των συναθροίσεων και συντηρητικό κληρικαλισμό.

Αυτές οι εμπειρίες οδήγησαν τους κατοίκους της Γάζας να γίνονται όλο και πιο επικριτικοί και δύσπιστοι απέναντι στη Χαμάς με την πάροδο των ετών. Μια εκτεταμένη έρευνα της παλαιστινιακής κοινής γνώμης που οργανώθηκε από το Παλαιστινιακό Κέντρο Έρευνας Πολιτικής και Δημοσκοπήσεων, η οποία διεξήχθη λίγο πριν από τις 7 Οκτωβρίου του περασμένου έτους, διαπίστωσε ότι μόλις το 32% των πιθανών ψηφοφόρων στη Γάζα θα ψήφιζαν τη Χαμάς σε υποθετικές εκλογές, ενώ το 32% θα προτιμούσε τη Φατάχ. Αυτό είναι χαμηλότερο από το 44,5% που κέρδισε η Χαμάς στις βουλευτικές εκλογές του 2006.[23]

 

Η Χαμάς και ο ένοπλος αγώνας

Παρά το γεγονός ότι η Χαμάς προσφέρει ατελείωτες παραχωρήσεις και συμβιβασμούς, το Ισραήλ αρνήθηκε να ικανοποιήσει οποιοδήποτε από τα βασικά αιτήματά της. Η παραλυτική πολιορκία έχει διατηρηθεί, όπως και οι αυστηροί έλεγχοι του Ισραήλ στα τρόφιμα, τη μετανάστευση, την οικονομία και οτιδήποτε άλλο.

Σε αυτό το πλαίσιο, αντιμέτωπη με την αδιάκοπη ισραηλινή καταπίεση και την αυξανόμενη εσωτερική εχθρότητα απέναντι στις αντιδραστικές πολιτικές της Χαμάς, η ένοπλη αντίσταση αποκτά νέο νόημα. Σε κάποιο βαθμό παραμένει μια τακτική που χρησιμοποιείται για να βελτιώσει τα διαπραγματευτικά χαρτιά της Χαμάς, και κατά καιρούς έχει οδηγήσει στην απελευθέρωση Παλαιστίνιων κρατουμένων, στη μερική χαλάρωση της πολιορκίας ή σε κάποια άλλη μικρή παραχώρηση. Αλλά εξίσου σημαντικό είναι ότι η χρήση ένοπλης βίας αποτελεί μια μορφή πολιτικής επικοινωνίας προς το παλαιστινιακό ακροατήριο και είναι ένας αποδεδειγμένος τρόπος για να κερδίσει κανείς μαζική υποστήριξη. Για παράδειγμα, η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου ενίσχυσε μαζικά την υποστήριξή της μεταξύ των Παλαιστινίων και του ευρύτερου αραβικού κόσμου, ιδιαίτερα στη Δυτική Όχθη. Το ίδιο πρακτορείο δημοσκοπήσεων που εντόπισε κατακόρυφη πτώση της υποστήριξης προς τη Χαμάς πριν από την 7η Οκτωβρίου διαπίστωσε ότι η δημοτικότητά της σχεδόν διπλασιάστηκε στη Γάζα και υπερδιπλασιάστηκε σε όλη τη Γάζα και τη Δυτική Όχθη.[24] Αυτή η άνοδος στην κοινή γνώμη φαίνεται να είναι αντίστοιχη και σε μεγάλο μέρος του αραβικού κόσμου, όπου μορφές της ένοπλης πτέρυγας της Χαμάς, όπως ο Μοχάμμεντ Ντέιφ και ο Γιαχιά Σινουάρ, εξυμνούνται ως ήρωες στον αγώνα κατά της ισραηλινής αποικιοκρατίας.

Από μαρξιστική άποψη, πρέπει να ειπωθεί ευθέως ότι οι κατεχόμενοι λαοί έχουν το δικαίωμα να αντισταθούν στην καταπίεσή τους, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ένοπλης βίας. Ακόμη και η αστική νομική θεωρία αναγνωρίζει αυτό το δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στις συμβάσεις της Γενεύης του 1949. Η αντίσταση στην άδικη ξένη και αποικιοκρατική κατοχή αποτελεί βασικό μέρος του λαϊκού πολιτισμού τόσο διαφορετικών πολιτικά χωρών όπως η Γαλλία, το Ιράκ, η Ινδία και το Βιετνάμ. Και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Παλαιστίνη τελεί υπό κατοχή, όχι μόνο στα εδάφη που έχουν κλαπεί από το 1967, όπως συνήθως γίνεται αντιληπτό, αλλά σε ολόκληρη τη γη που εκτείνεται από τον Ιορδάνη ποταμό μέχρι τη Μεσόγειο Θάλασσα. Έτσι, η ένοπλη αντίσταση των Παλαιστινίων είναι μια νόμιμη τακτική.

Ωστόσο, ο Παλαιστινιακός λαός χαρακτηρίζεται σταθερά ως τρομοκράτης επειδή αντιστέκεται στην κατοχή της χώρας του. Από την αρχή της ισραηλινής κατοχής της γης τους, καθιερώθηκε μια ρατσιστική αφήγηση που έκανε διάκριση μεταξύ των αγρίων Αράβων και των πολιτισμένων Ευρωπαίων Εβραίων. Το Ισραήλ και οι δυτικοί σύμμαχοί του αντιπαρατέθηκαν στην παλαιστινιακή αντίσταση πολύ πριν από την ύπαρξη της Χαμάς. Αυτό αντανακλά την επιθυμία του Ισραήλ να συντρίψει κάθε πηγή αντίστασης απέναντι στην παγίωση και επέκταση της αποικιοκρατικής επέκτασης του Ισραήλ.

Αντιμέτωποι με την ακατάπαυστη ισραηλινή βία και τις προκλήσεις, πολλές γενιές Παλαιστινίων αγωνιστών επέμειναν ότι η αντίσταση γενικά, και η ένοπλη αντίσταση ειδικότερα, είναι δικαίωμά τους και απόλυτη ανάγκη. Ωστόσο, δεδομένων των συντριπτικών πλεονεκτημάτων που κατέχει ο ισραηλινός στρατός, οι προσπάθειες ειδικά για ένοπλη αντίσταση έχουν γενικά αποτύχει να αποδυναμώσουν την ισραηλινή κατοχή ή να αποφέρουν μόνιμα αποτελέσματα. Για δεκαετίες η Φατάχ ταλαντευόταν μεταξύ φάσεων ένοπλου αγώνα και βασανιστικών ειρηνευτικών συνομιλιών, καμία από τις οποίες δεν εμπόδισε αποτελεσματικά την αποικιοκρατική επέκταση του Ισραήλ. Το Όσλο ήταν η τελική τους παράδοση, αλλά θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί από την αρχή, δεδομένης της ουτοπίας της εναλλακτικής τους στρατηγικής.

Η Πρώτη Ιντιφάντα αποτέλεσε μια σύντομη ανάπαυλα από αυτό το μοτίβο ακριβώς λόγω του μαζικού της χαρακτήρα. Δεκάδες χιλιάδες Παλαιστίνιοι απέκτησαν φωνή συμμετέχοντας στην πολυετή εξέγερση, η οποία περιελάμβανε διαμαρτυρίες στους δρόμους, απεργίες, συνδικαλιστική οργάνωση, φοιτητικές δράσεις, απεργίες πληρωμής ενοικίων, μποϊκοτάζ και πολλά άλλα. Ο μαζικός χαρακτήρας αυτής της αντίστασης δυσκόλεψε τους Ισραηλινούς να εξαπολύσουν συντριπτική βία και έδωσε στο κίνημα πρόσβαση σε διεθνή υποστήριξη. Δυστυχώς, αντί να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που δημιούργησε αυτό το κίνημα, ο Αραφάτ και η Φατάχ προσπάθησαν να το αξιοποιήσουν σε μάταιες ειρηνευτικές συνομιλίες που αργότερα έγιναν γνωστές ως Συμφωνίες του Όσλο.

Η Χαμάς ξεκίνησε αυτό το ταξίδι από τη στρατιωτική αντίσταση σε διπλωματικά αδιέξοδα δεκαετίες αργότερα, αλλά έχει διανύσει παρόμοιο έδαφος. Οι πρώτες επιθέσεις τους είχαν στόχο τον ισραηλινό στρατό και τους παράνομους οικισμούς. Η θέση αυτή εγκαταλείφθηκε μετά τη σφαγή των Παλαιστινίων πιστών στο τέμενος Ιμπραχίμι από έναν φασίστα Ισραηλινό έποικο κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού το 1994. Αυτή η εξωφρενική επίθεση ώθησε τη Χαμάς να υιοθετήσει μια παρόμοια τακτική στοχοποίησης αμάχων. Αλλά κάθε επίθεση της Χαμάς και άλλων αντιστασιακών ομάδων ακολουθήθηκε από ισραηλινά αντίποινα, το ένα πιο βίαιο από το άλλο, μια αλυσίδα κλιμακούμενης βίας που οδήγησε σε χιλιάδες νεκρούς Παλαιστίνιους.

Αυτή η εκστρατεία τρομοκρατικών επιθέσεων –η σωστή τεχνική λέξη για την ανατίναξη καφετεριών ή λεωφορείων σε περιοχές με άμαχο πληθυσμό– συνεχίστηκε για χρόνια και ήταν μια ολοκληρωτική καταστροφή για τους Παλαιστίνιους. Δεν αποδυνάμωσε ούτε στο ελάχιστο την ισραηλινή κατοχή. Στην πραγματικότητα, οι επιθέσεις έδωσαν στο Ισραήλ τη δικαιολογία να επεκτείνει και να εμβαθύνει τον έλεγχό του στη Δυτική Όχθη και την Ιερουσαλήμ, συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής του τείχους του απαρτχάιντ. Ταυτόχρονα, έδωσαν στους Ισραηλινούς και στη διεθνή μηχανή προπαγάνδας τους –ή αλλιώς γνωστά ως τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης– μια δικαιολογία για να συκοφαντήσουν το παλαιστινιακό κίνημα. Λιγότερο σημαντικό, αλλά και πάλι σημαντικό, οι επιθέσεις βοήθησαν στην επιτάχυνση της πορείας του ισραηλινού κοινού προς την ακροδεξιά και ενδυνάμωσαν τις πιο μιλιταριστικές και επιθετικές παρατάξεις. Έτσι, η εκστρατεία των τρομοκρατικών επιθέσεων –στην οποία συμμετείχαν και μέλη άλλων παρατάξεων, συμπεριλαμβανομένης της Φατάχ– ήταν μια ολοκληρωτική καταστροφή.

Αυτή η αποτυχία να επιτευχθεί κάτι θετικό είναι αρκετά χαρακτηριστική των τρομοκρατικών τακτικών, και γι’ αυτό οι μαρξιστές γενικά τους αντιτάχθηκαν, από τις ιρλανδικές ταραχές μέχρι την εποχή του Μπακούνιν και των Ρώσων ναρόντνικων. Ακόμα και όταν είναι επιτυχείς, ο τύπος της μυστικοπαθούς και μειοψηφικής οργάνωσης που εμπλέκεται σε αυτές τις μεθόδους υπονομεύει τις δυνατότητες δημοκρατικής, πόσο μάλλον σοσιαλιστικής, έκβασης του αγώνα.

Μετά από πολλές εσωτερικές και εξωτερικές συζητήσεις, η Χαμάς εγκατέλειψε την τακτική των βομβιστικών επιθέσεων αυτοκτονίας το 2005. Εκτός από τα πιο πρόσφατα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου, η ουσία του στρατιωτικού αγώνα της Χαμάς τα τελευταία 20 χρόνια περιλαμβάνει την εκτόξευση πυραύλων προς το Ισραήλ δίχως διακρίσεις. Η είδηση ενός γύρου εκτόξευσης ρουκετών αναπόφευκτα μεταδίδεται με φρίκη από τους δημοσιογράφους των διεθνών μέσων ενημέρωσης που εδρεύουν στο Ισραήλ. Αλλά η πραγματικότητα είναι ότι οι σχετικά πρωτόγονες ρουκέτες της Χαμάς δεν αποτελούν σχεδόν καμία απειλή για την ισραηλινή κοινωνία. Σύμφωνα με το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών, μόλις 21 άνθρωποι στο Ισραήλ σκοτώθηκαν με αυτόν τον τρόπο μεταξύ 2000 και 2013, ορισμένοι από τους οποίους ήταν προσωρινοί μετανάστες εργάτες.[25] Συγκριτικά, 183 Παλαιστίνιοι δολοφονήθηκαν από το Ισραήλ κατά τη διάρκεια ειρηνικών διαδηλώσεων στα σύνορα της Γάζας μόνο το 2018.[26] Έτσι, ως στρατιωτική τακτική, οι ρουκέτες έχουν αποδειχθεί θλιβερά ανεπαρκείς.

Οι επιθέσεις με ρουκέτες συμπληρώνονται από περιστασιακές εισβολές στο ισραηλινό έδαφος, όπου η Χαμάς και άλλες ένοπλες ομάδες επιδιώκουν να αιχμαλωτίσουν Ισραηλινούς στρατιώτες για να τους ανταλλάξουν με Παλαιστίνιους πολιτικούς κρατούμενους και να χαλαρώσουν ελαφρώς την πολιορκία της Γάζας. Η τακτική αυτή έχει αποδειχθεί χρήσιμη, αναγκάζοντας κατά καιρούς το Ισραήλ να απελευθερώσει χιλιάδες Παλαιστίνιους κρατούμενους. Αλλά είναι από τη φύση της ένα αρκετά αμυντικό μέτρο, χωρίς προοπτικές τερματισμού της κατοχής.

Στον απόηχο της 7ης Οκτωβρίου, προέκυψε μια συζήτηση στην Αριστερά για το πώς πρέπει να απαντήσουμε στην επίθεση, και γενικότερα στην ένοπλη αντίσταση. Πολλοί υιοθέτησαν μια προσέγγιση άνευ όρων και άνευ κριτικής υποστήριξη της Χαμάς και των στρατιωτικών ενεργειών της, εξυμνώντας την 7η Οκτωβρίου ως μια στιγμή απελευθερωτικού δυναμικού. Αλλά οι μαρξιστές πρέπει να κρίνουν τις τακτικές συγκεκριμένα και πολιτικά. Ενώ η ένοπλη αυτοάμυνα και η εξέγερση μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό μέρος των μαζικών κινητοποιήσεων, και σίγουρα των επαναστάσεων, η στρατιωτική πτυχή πρέπει πάντα να υποτάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική στρατηγική.

Υπάρχουν δύο παράγοντες για την αξιολόγηση οποιασδήποτε τακτικής και στρατηγικής. Ο πρώτος είναι να κρίνουμε αν μπορεί να βοηθήσει στον αγώνα για την αυτοδιάθεση των Παλαιστινίων. Φυσικά, καμία μεμονωμένη πράξη ή εκστρατεία δεν θα επιτύχει την πλήρη απελευθέρωση, οπότε η αξιολόγηση είναι αν βοηθάει να πάει ο αγώνας έστω και ένα μικρό βήμα μπροστά, είτε ενισχύοντας την πλευρά μας είτε αποδυναμώνοντας τον εχθρό με κάποιο τρόπο. Όταν κρίνουμε τη χρησιμότητα οποιασδήποτε δράσης, θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν συμβάλλει στην οικοδόμηση ενός κινήματος που μπορεί να επιτύχει πραγματική απελευθέρωση, και αν αναπτύσσεται ως μέρος ενός συνεκτικού στρατηγικού οράματος για το σκοπό αυτό. Αυτό ισχύει τόσο για μια απεργία ή διαμαρτυρία, ας πούμε για μια αύξηση μισθών ή για μια δράση για το κλίμα, όσο και για τον ένοπλο αγώνα. Το δεύτερο είναι τι είδους κοινωνικό σύστημα και πολιτική δυναμική εμπεριέχεται ή απελευθερώνεται από τη μέθοδο του αγώνα.

Στην Παλαιστίνη, ο ένοπλος αγώνας είχε πάντα μια ελκυστικότητα λόγω της βίας και της κτηνωδίας του ισραηλινού κράτους. Μέσα από την αντίστασή τους οι Παλαιστίνιοι ανακάλυψαν και ξαναβρήκαν την εθνική τους υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια. Αλλά το πρόβλημα με οποιαδήποτε στρατηγική που βασίζεται κυρίως στην ένοπλη αντίσταση είναι ότι το Ισραήλ διαθέτει μακράν τον ισχυρότερο στρατό στην περιοχή. Οι αυτοκρατορικές δυνάμεις έχουν προσφέρει στο Ισραήλ δισεκατομμύρια σε στρατιωτική και οικονομική βοήθεια, πράγμα που σημαίνει ότι οι στρατιωτικές του δυνατότητες υπερτερούν εκείνων των Παλαιστινίων. Και ενώ η πρώιμη PLO εμπνεύστηκε δικαίως από την ηρωική αντίσταση του Βιετνάμ στην αμερικανική κατοχή, οι δύο καταστάσεις είναι θεμελιωδώς διαφορετικές. Η αμερικανική αυτοκρατορία θα μπορούσε τελικά να αναγκαστεί να υποχωρήσει από το Βιετνάμ με την ουρά στα σκέλια, αλλά το ισραηλινό εθνοτικό κράτος δεν έχει πουθενά να πάει, πρέπει να πολεμήσει μέχρι θανάτου. Έτσι, ενώ η προθυμία συμμετοχής ή υποστήριξης της ένοπλης αντίστασης συχνά εκφράζει τη θαρραλέα άρνηση των καταπιεσμένων να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους για ελευθερία, στο παλαιστινιακό πλαίσιο υπάρχουν πραγματικά όρια στη χρησιμότητά της. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα τώρα που το ισραηλινό κράτος είναι μια εδραιωμένη παρουσία στη Μέση Ανατολή, με άφθονα όπλα, βαθιές τσέπες και ισχυρούς φίλους.

Ακόμα και αν η Χαμάς έχει υιοθετήσει πολλές από τις ίδιες αρχές της Φατάχ, η δέσμευσή της στην ένοπλη αντίσταση παραμένει το κύριο χαρακτηριστικό της. Δεν προβάλλεται κανένα επιχείρημα για το πώς οι σποραδικές πυραυλικές επιθέσεις ή οι απαγωγές μπορούν να βοηθήσουν στην επίτευξη μιας ελεύθερης Παλαιστίνης. Πράγματι, εκτός από την 7η Οκτωβρίου, η οποία αιφνιδίασε πλήρως το Ισραήλ, οι επιθέσεις της Χαμάς είναι αρκετά συμβολικές χειρονομίες. Απλώς δεν υπάρχει δυνατότητα ουσιαστικής επιθετικής στρατιωτικής νίκης κατά του ισραηλινού στρατού και η Χαμάς δεν παρουσιάζει ένα σοβαρό πρόγραμμα για την υπέρβαση της δομικής ανισορροπίας ισχύος. Υπό αυτή την έννοια, η ένοπλη αντίσταση που εξαπολύει κατά καιρούς το κόμμα είναι πιο χρήσιμο να κατανοηθεί ως ένα πολιτικό κόλπο, ένα μέσο με το οποίο οι ηγέτες της Χαμάς εκμεταλλεύονται τη θαυμαστή γενναιότητα και την αφοσίωση της βάσης τους για να κερδίσουν την προσοχή και να βοηθήσουν το κόμμα να κερδίσει μικρές βελτιώσεις μέσω των διαπραγματεύσεών του με το Ισραήλ.

Φυσικά, τα τεχνάσματα μπορούν να είναι αποτελεσματικά, αν συνδυαστούν με μια ευρύτερη στρατηγική. Ωστόσο, εκτός του ότι δεν είναι δυνατόν να νικήσει το Ισραήλ, ο ένοπλος αγώνας είναι επίσης άμεσα αντίθετος με εκείνη τη μαζική επαναστατική αντίσταση που μπορεί να επιτύχει τη ριζοσπαστική δημοκρατία και την οικονομική ισότητα που απαιτούνται για την πραγματική απελευθέρωση των Παλαιστινίων. Ο στρατιωτικός αγώνας, ειδικά από τους αντάρτες, είναι εγγενώς ιεραρχικός από πάνω προς τα κάτω και μυστικοπαθής. Οι προγραμματισμένες επιθέσεις δεν μπορούν να προβληθούν εκ των προτέρων και οι πρωταγωνιστές του περιορίζονται σε μικρές ομάδες μαχητών και όχι στη μάζα του πληθυσμού. Οι αποδείξεις για αυτή την αντίθετη θέση είναι άφθονες. Το ριζοσπαστικό δυναμικό της Δεύτερης Ιντιφάντα υποσκελίστηκε γρήγορα από τις ένοπλες επιθέσεις που εξαπέλυσαν οι διάφορες πολιτικές παρατάξεις. Μια παρόμοια διαδικασία έλαβε χώρα το 2021, όπου μια συνεχιζόμενη εκστρατεία διαμαρτυριών και απεργιών από τα κάτω ενάντια στην έξωση των Παλαιστινίων από την κατεχόμενη Ανατολική Ιερουσαλήμ ουσιαστικά καταπνίγηκε αφού η Χαμάς αποφάσισε να εκτοξεύσει ρουκέτες στο Ισραήλ – και να ξεκινήσει έτσι έναν κύκλο βίας. Η δράση αυτή αύξησε τη δημοτικότητα της Χαμάς ως εθνικής δύναμης αντίστασης, αλλά περιόρισε τις δυνατότητες συνεχούς μαζικής κινητοποίησης. Ακόμη και σε χώρες όπου ο ένοπλος αγώνας πέτυχε, η εθνική απελευθέρωση με αυτό το μέσο δεν έφερε δημοκρατικά αποτελέσματα. Έτσι, στο Βιετνάμ, την Αλγερία και αλλού, οι επίλεκτες ομάδες ανταρτών που ηγήθηκαν των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων απλώς εγκαθίστανται ως οι νέοι καταπιεστικοί δικτάτορες. Για τους σοσιαλιστές, οι οποίοι δεν είναι εθνικιστές, αλλά ενδιαφέρονται να ωθήσουν κάθε αγώνα προς την επαναστατική δημοκρατία και την οικονομική δικαιοσύνη, ένα τέτοιο αποτέλεσμα στην Παλαιστίνη θα ήταν απολύτως μη ικανοποιητικό.

Ίσως η πιο καταλυτική απόδειξη ότι ο ένοπλος αγώνας, όπως διεξάγεται από τη Χαμάς, δεν αποτελεί απειλή για το Ισραήλ βρίσκεται στις ενέργειες των ίδιων των Ισραηλινών. Το ανεκτίμητο βιβλίο της Πάουλα Καρίντι για τη Χαμάς τεκμηριώνει λεπτομερώς πώς το Ισραήλ έχει επανειλημμένα παρέμβει για να εμποδίσει το κόμμα να φιμώσει την ένοπλη πτέρυγά του. Πολλές φορές οι παλαιστινιακές παρατάξεις έχουν βρεθεί κοντά στο να συμφωνήσουν σε εκεχειρίες που βασίζονται σε ένα πρόγραμμα διαλόγου με το Ισραήλ με βάση τις συμφωνίες του Όσλο, μόνο και μόνο για να σαμποταριστούν οι συνομιλίες από το Ισραήλ. Κατά τη διάρκεια της φάσης των βομβιστικών επιθέσεων αυτοκτονίας, η Χαμάς προσφέρθηκε να σταματήσει να στοχοποιεί αμάχους σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, με την προϋπόθεση ότι το Ισραήλ θα συμφωνούσε να κάνει το ίδιο. Το Ισραήλ δεν συμφώνησε. Μια άλλη φορά, οι Παλαιστίνιοι ήταν κοντά στο να διαπραγματευτούν μεταξύ τους μια εκεχειρία και να εγκαταλείψουν εντελώς τις επιθέσεις αυτοκτονίας. Όταν το Ισραήλ το ανακάλυψε, έριξε μια βόμβα ενός τόνου στο σπίτι ενός ηγέτη της Χαμάς, ματαιώνοντας την προοπτική για τα επόμενα χρόνια.[27]

Αυτή η ιστορία καθιστά σαφές ότι το Ισραήλ δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την ειρήνη με τους Παλαιστίνιους, και σίγουρα όχι με τη Χαμάς. Αλλά αντανακλά επίσης την απόλυτη αυτοπεποίθησή του ότι η ένοπλη παλαιστινιακή αντίσταση δεν αποτελεί απειλή για την επιβίωση του Ισραήλ. Ενισχύοντας αυτό το σημείο, Ισραηλινοί δημοσιογράφοι αποκάλυψαν πρόσφατα το βαθμό στον οποίο ο Νετανιάχου ήταν πρόθυμος να χρηματοδοτήσει τη Χαμάς –συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής της πτέρυγας– μέσω του Κατάρ. Το σκεπτικό του ήταν ότι η διατήρηση της διαίρεσης μεταξύ της Χαμάς στη Γάζα και της ΠΑ στη Δυτική Όχθη απέκλειε οποιαδήποτε εφαρμογή μιας λύσης δύο κρατών. Αυτή η στρατηγική υποστήριξης των ισλαμιστών για την αποδυνάμωση της Φατάχ χρονολογείται εδώ και δεκαετίες. Αλλά αν η Χαμάς ή η στρατηγική της αποτελούσε οποιαδήποτε θεμελιώδη απειλή για το Ισραήλ, αυτό δεν θα ήταν μια βιώσιμη επιλογή.

Σε κάποιο βαθμό, τα γεγονότα των τελευταίων έξι μηνών έχουν αλλάξει ριζικά την κατάσταση. Είναι πολύ νωρίς για να ξέρουμε τι ακριβώς σκεφτόταν η Χαμάς όταν εξαπέλυσε την επίθεση στις 7 Οκτωβρίου, ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της δολοφονικής απάντησης του Ισραήλ, ή ακόμη και τι θα συμβεί μέσα στο ίδιο το Ισραήλ. Υπάρχουν πολλά, πολλά μεταβλητά μέρη. Αλλά ήδη είναι σαφές ότι τα στρατιωτικά «επιτεύγματα» της 7ης Οκτωβρίου, όσο δραματικά και αν ήταν, δεν προώθησαν την παλαιστινιακή υπόθεση ούτε κατά ένα βήμα. Ποτέ στο παρελθόν καμία αραβική δύναμη δεν είχε κάνει τόση ζημιά στο Ισραήλ, και όμως το αποτέλεσμα ήταν μια αδιανόητη οπισθοδρόμηση για την παλαιστινιακή υπόθεση, συγκρίσιμη μόνο με τη Νάκμπα του 1948.

Η Χαμάς και οι υποστηρικτές της προσπάθησαν να επιχειρηματολογήσουν ότι η σημερινή κατάσταση σηματοδοτεί μια νίκη για την παλαιστινιακή υπόθεση. Μερικές φορές υποστηρίζεται ότι η Χαμάς μπορεί να διεκδικήσει τα εύσημα για την τρέχουσα αύξηση της δημόσιας υποστήριξης προς τους Παλαιστίνιους σε όλο τον κόσμο. Αλλά αυτό είναι πραγματικά υπερβολικό – με αυτή τη λογική ο Οσάμα Μπιν Λάντεν θα μπορούσε να πάρει τα εύσημα για το ιστορικό κίνημα κατά του πολέμου στο Ιράκ. Οι μαζικές συγκεντρώσεις δεν έγιναν ως αποτέλεσμα της 7ης Οκτωβρίου, αλλά παρά την 7η Οκτωβρίου. Αντανακλούν μια ανθρωπιστική και αλληλέγγυα απάντηση στη γενοκτονική σφαγή του Ισραήλ και την ενσωμάτωση του παλαιστινιακού αγώνα σε ένα ευρύτερο αντιρατσιστικό πλαίσιο, δημοφιλές σε τμήματα της νεολαίας. Άλλοι έχουν υποστηρίξει ότι η Χαμάς χρειάζεται απλώς να επιβιώσει από την επίθεση του Ισραήλ για να έχει πετύχει τη νίκη. Αλλά το καλύτερο σενάριο για τη Χαμάς είναι μια νέα «εκεχειρία» που θα της επιτρέψει να διατηρήσει την ηγεμονία της σε ό,τι έχει απομείνει από μια κατεστραμμένη και συρρικνωμένη Γάζα. Είναι δύσκολο να δει κανείς πώς θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι ένα τέτοιο σενάριο θα αποτελούσε πρόοδο για τον λαό της Παλαιστίνης σε σχέση με το status quo πριν από τον πόλεμο. Το θεμελιώδες σφάλμα εδώ είναι η σύγχυση των συμφερόντων της Χαμάς –για την οποία η επιβίωση από τον πόλεμο θα ήταν σαφώς ένα επίτευγμα που θα κερδιζόταν εις βάρος της τεράστιας παλαιστινιακής δυστυχίας– με εκείνα των Παλαιστινίων.

Εν πάση περιπτώσει, υπάρχουν πολλά που πρέπει να εξεταστούν πριν από την οριστική κρίση των πρόσφατων γεγονότων. Αλλά προς το παρόν μπορούμε να πούμε ότι η επίθεση έδωσε στο αιμοδιψές ισραηλινό κατεστημένο μια δικαιολογία για να επιφέρει μια ιστορική ήττα στον παλαιστινιακό λαό. Ο αριθμός των Παλαιστινίων θυμάτων και προσφύγων είναι πρωτοφανής, όπως και η φυσική εξαφάνιση της Λωρίδας της Γάζας και της πόλης της Γάζας, του δεύτερου μεγαλύτερου αστικού κέντρου της Παλαιστίνης. Αν και είναι κατανοητό ότι οι άνθρωποι προσπαθούν να προστατευτούν ψυχολογικά από τις τρομερές αλήθειες σχετικά με την εξελισσόμενη γενοκτονία, οι σοσιαλιστές έχουν την ευθύνη να κοιτάξουν την πραγματικότητα κατάματα. Πόσες ακόμα τέτοιες «επιτυχίες» μπορεί να αντέξει ο παλαιστινιακός λαός;

 

Επαναστατικές εναλλακτικές λύσεις

Ο αγώνας των Παλαιστινίων ταλαντεύεται μεταξύ ένοπλης αντίστασης και ειρηνευτικών συνομιλιών εδώ και δεκαετίες, σε δύο μεγάλους κύκλους. Ο πρώτος καθοδηγήθηκε από τη Φατάχ, ξεκινώντας περίπου την εποχή της μάχης του Καραμέχ το 1968 και τελειώνοντας με την προδοσία της συμφωνίας του Όσλο. Ο δεύτερος καθοδηγήθηκε από τη Χαμάς, ξεκινώντας στα τέλη της δεκαετίας του 1990, παρακινούμενη από την αυξανόμενη απογοήτευση για το Όσλο, και τελείωσε με τις δεκαετίες της δύσκολης συνύπαρξης μεταξύ της Χαμάς και του Ισραήλ. Η 7η Οκτωβρίου διέλυσε αυτό το status quo και είναι πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε τι θα ακολουθήσει. Αλλά ανεξάρτητα από αυτό, είναι σαφές ότι οι αστικές εθνικιστικές ηγεσίες τόσο της Φατάχ όσο και της Χαμάς απέτυχαν να φέρουν τους Παλαιστίνιους έστω και ένα βήμα πιο κοντά στην απελευθέρωση. Σύμφωνα με τα λόγια του Παλαιστίνιου διανοούμενου και δημοσιογράφου Χαϊντάρ Εΐντ, οι Παλαιστίνιοι αντιμετωπίζουν την επιλογή «μεταξύ της θρησκευτικής δεξιάς και της κοσμικής δεξιάς, ενώ μια αναγκαία εναλλακτική λύση απουσιάζει από το πεδίο».[28]

Ο βασικός λόγος είναι ότι και οι δύο είναι παγιδευμένες στο πλαίσιο του αστικού εθνικισμού, ο οποίος επιδιώκει απλώς να διεκδικήσει μια θέση για την Παλαιστίνη στη διεθνή καπιταλιστική τάξη. Το πρόβλημα με αυτή την προοπτική είναι ότι οι Ισραηλινοί και οι αυτοκρατορικοί υποστηρικτές τους δεν επιθυμούν μια τέτοια κατάσταση και δεν έχουν αποδεχτεί κανένα όριο στην αποικιοκρατική τους επέκταση. Τα αραβικά και μουσουλμανικά κράτη, στα οποία έχουν προσβλέψει για υποστήριξη γενιές παλαιστινιακών οργανώσεων, επίσης δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον να αντιμετωπίσουν τον πολύπλοκο ιστό οικονομικών και γεωπολιτικών σχέσεων που στηρίζουν το Ισραήλ. Πράγματι, είναι μέρος του συστήματος. Οι Παλαιστίνιοι δεν μπορούν να νικήσουν μόνοι τους την ένοπλη δύναμη αυτής της διεθνούς συμμαχίας της καπιταλιστικής αντίδρασης.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Αριστερά αντιλαμβανόταν πάντα το ζήτημα της Παλαιστίνης ως εγγενώς συνδεδεμένο με το ζήτημα του περιφερειακού και παγκόσμιου ιμπεριαλισμού. Εν μέρει αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η δημιουργία του Ισραήλ δεν αφορούσε ποτέ απλά την αποδυνάμωση του παλαιστινιακού λαού, αλλά ήταν μια προσπάθεια να φυτευτεί μια αφοσιωμένη, φιλοδυτική οντότητα σε μια περιοχή που έχει τεράστια στρατηγική σημασία λόγω των μεγάλων πετρελαϊκών αποθεμάτων της. Από τη δημιουργία του, το Ισραήλ βοήθησε να διατηρηθεί αρχικά η βρετανική και στη συνέχεια η αμερικανική ηγεμονία στην περιοχή, πειθαρχώντας στη διαδικασία κάθε αραβικό κράτος που απειλούσε να αμφισβητήσει το status quo, έστω και με ασήμαντους τρόπους. Το Ισραήλ υπήρξε ένα επιθετικό σκυλί που προσπάθησε να διατηρήσει τις άνισες οικονομικές και γεωπολιτικές δομές της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, συχνά σε συνεργασία με τμήματα της άρχουσας τάξης στον αραβικό κόσμο, κυρίως με τα κράτη του Κόλπου, για να αναχαιτίσει τα επαναστατικά κινήματα που σάρωναν περιοδικά την περιοχή. Με αυτόν τον τρόπο, η κοινωνία των εποίκων που δημιούργησαν οι Σιωνιστές αποδείχτηκε ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό προκεχωρημένο φυλάκιο του δυτικού ιμπεριαλισμού.

Υπάρχει και ένας άλλος λόγος για τον οποίο είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τον παλαιστινιακό αγώνα ως περιφερειακό, ακόμη και ως διεθνή αγώνα. Πρόκειται για τη δομή και τη φύση της κοινωνίας που προέκυψε ως αποτέλεσμα του ιστορικού αγώνα μεταξύ των σιωνιστών εποίκων και των γηγενών Παλαιστινίων κατοίκων. Σε αυτή την περίπτωση, αντί να ενσωματώσουν τον αυτόχθονα πληθυσμό στο εργατικό δυναμικό, όπως στη Νότια Αφρική, οι Ευρωπαίοι άποικοι προσπάθησαν να καθαρίσουν εθνοτικά τη γη ολοκληρωτικά. Αλλά σε αντίθεση με την Αυστραλία, τον Καναδά και τις ΗΠΑ, οι σιωνιστές δεν τα κατάφεραν τόσο καλά ώστε να εξαφανίσουν τη συντριπτική πλειοψηφία των αρχικών κατοίκων. Αντίθετα, ο αριθμός των εποίκων και των αυτοχθόνων κατοίκων είναι περίπου ίσος, με εκατομμύρια περισσότερους Παλαιστίνιους να έχουν διασκορπιστεί ως πρόσφυγες.

Το αποτέλεσμα είναι μια υβριδική δομή, όπου μια εξαιρετικά εξελιγμένη καπιταλιστική κοινωνία έχει οικοδομηθεί πάνω και σε αντίθεση με τους πρώην κατοίκους της γης, η οποία όμως εξακολουθεί να είναι αναγκασμένη να συμμετέχει σε συνοριακούς πολέμους. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκώς στρατευμένη και φυλετικοποιημένη εβραϊκή κοινωνία, η οποία, παρά τις διάφορες κοινωνικές και οικονομικές διαστρωματώσεις της, ενώνεται εύκολα εναντίον των Παλαιστινίων ή των Αράβων εχθρών της. Η εβραϊκή ισραηλινή εργατική τάξη δεν έδρασε ποτέ από μια διεθνιστική προοπτική, εμποδιζόμενη από την ιδεολογική φυλακή την οποία κατέχουν και οργανώνουν οι εβραϊκές αποικιοκρατικές ελίτ. Υπάρχουν λίγες χώρες στη γη όπου ο εθνικισμός υπήρξε πιο αποτελεσματικός στην αναστολή και τη διαστρέβλωση της δυναμικής της ταξικής πάλης απ’ ό,τι το Ισραήλ, και δεν υπάρχει καμία προοπτική να αλλάξει αυτό βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα.

Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει καμία αίσθηση ότι η παλαιστινιακή εργατική τάξη είναι ικανή να αμφισβητήσει ριζικά τις ρατσιστικές δομές της ισραηλινής κοινωνίας από μόνη της, όπως συνέβη στη Νότια Αφρική κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980. Για τους Παλαιστίνιους, οι πολιτικές αποκλεισμού και γενοκτονίας του Ισραήλ σημαίνουν ότι δεν υπάρχει επαρκής βάση της εργατικής τάξης από την οποία να ξεκινήσει μια επαναστατική εξέγερση ενάντια στη ρατσιστική υπερδομή του ισραηλινού κράτους. Υπάρχουν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Παλαιστίνιοι εργάτες που ζουν στη Δυτική Όχθη και εργάζονται στο Ισραήλ. Επιπλέον, μέσα στο ίδιο το Ισραήλ υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός Παλαιστίνιων εργατών. Αλλά είναι γεγονός ότι οι Παλαιστίνιοι δεν έχουν κεντρική θέση στην παραγωγή, εκτός από μερικούς δευτερεύοντες τομείς όπως οι κατασκευές και η γεωργία. Ως επί το πλείστον, οι Παλαιστίνιοι αναγκάζονται να ζουν στο περιθώριο της ισραηλινής κοινωνίας. Υποτάσσονται στις ιδιοτροπίες της, ενώ δεν έχουν καμία σοβαρή δυνατότητα να επηρεάσουν τη λήψη αποφάσεων.

Μια περιφερειακή στρατηγική είναι απαραίτητη για την εξεύρεση μιας τέτοιας δύναμης, γι’ αυτό και οι Άραβες επαναστάτες υποστηρίζουν εδώ και καιρό ότι ο δρόμος προς την Ιερουσαλήμ περνάει από το Κάιρο, τη Βαγδάτη και τη Δαμασκό. Εκεί υπάρχουν εκατομμύρια εργαζόμενοι και έχουν τη δυνατότητα να καταστρέψουν τα καπιταλιστικά και ιμπεριαλιστικά δίκτυα εξουσίας που κυριαρχούν στην περιοχή. Η άρνηση της Φατάχ να παίξει ρόλο καταλύτη σε αυτού του είδους τους αγώνες οδήγησε στη συντριβή του παλαιστινιακού κινήματος και της ευρύτερης αριστεράς τόσο στην Ιορδανία όσο και στο Λίβανο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ένα διεθνές κίνημα που συνδέει τα δημοκρατικά και οικονομικά αιτήματα των λαών της περιοχής με την ελευθερία της Παλαιστίνης είναι η μόνη ελπίδα για δικαιοσύνη.

Η Αραβική Άνοιξη ήταν μια στιγμή σημαντικής ευκαιρίας για την παλαιστινιακή υπόθεση. Παρόλο που στο πλαίσιο της Αραβικής Άνοιξης του 2011 εκδηλώθηκε τεράστια συμπάθεια για την Παλαιστίνη, οι Παλαιστίνιοι ηγέτες απέτυχαν να της προσφέρουν ουσιαστική πολιτική υποστήριξη ή να προβάλουν αιτήματα για πρακτική αλληλεγγύη. Η Φατάχ, δεμένη με τις σαουδαραβικές ελίτ, υποστήριξε ουσιαστικά την παλιά τάξη πραγμάτων. Η Χαμάς συμμάχησε στενά με τη νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο και τους ομοϊδεάτες της διεθνώς, η οποία χρησιμοποίησε την Παλαιστίνη ως φύλλο συκής για να αποσπάσει την προσοχή από τις αντιδραστικές οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές της. Αλλά και αυτό έγινε από ρεαλισμό και όχι από δημοκρατικές αρχές. Ενώ η Χαμάς υποστήριξε αρχικά το κίνημα διαμαρτυρίας κατά του εγκληματικού καθεστώτος Άσαντ, όταν έγινε σαφές ότι ο Άσαντ θα επιβίωνε χάρη στην παρέμβαση του Ιράν και της Ρωσίας, γύρισε την πλάτη στους αντάρτες και τάχθηκε στο πλευρό του καθεστώτος.

Σε αντίθεση με αυτές τις άθλιες συναλλαγές, μια πραγματικά επαναστατική αντίσταση θα είχε κατανοήσει ότι η μοίρα της Παλαιστίνης ήταν συνυφασμένη με την τύχη αυτών των επαναστάσεων. Όμως, εκτός από το να εκθέσουν τα όρια της Φατάχ και της Χαμάς, οι επαναστάσεις του 2011 και του 2019 απέδειξαν ότι η απλή ανατροπή των παλαιών καθεστώτων και η αντικατάστασή τους με μια άλλη μορφή καπιταλιστικής κυριαρχίας δεν θα ήταν αρκετή για να επιτευχθούν οι επιθυμητές αλλαγές. Μόνο ένα σοσιαλιστικό επαναστατικό κίνημα που θα σαρώσει τους καπιταλιστές, τους στρατιωτικούς, τους κληρικούς και τους θρησκευτικούς σεκταριστές από την εξουσία σε όλη την περιοχή θα μπορούσε στη συνέχεια να βάλει στο στόχαστρο την Παλαιστίνη. Ένα τέτοιο κίνημα θα καθοδηγείται αναγκαστικά από την εργατική τάξη, τη μόνη πραγματικά αντικαπιταλιστική και αντιιμπεριαλιστική δύναμη στη Μέση Ανατολή.

Σήμερα το επιχείρημα αυτό επισκιάζεται από το γεγονός ότι αυτή η νέα γενιά υποστηρικτών της Παλαιστίνης πολιτικοποιείται σε ένα πλαίσιο όπου η εργατική τάξη και η σοσιαλιστική πολιτική βρίσκονται σε ιστορικό ναδίρ. Αυτό ισχύει όχι μόνο στη Μέση Ανατολή, αλλά και σε μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου. Σε αυτό το ιδεολογικό κενό είναι σύνηθες για τους ανθρώπους να πέφτουν στον αταξικό τριτοκοσμικό εθνικισμό, που εκδηλώνεται τώρα ως «αντιαποικιακός» λόγος. Υπό από αυτή την κατηγορία, οι υποστηρικτές της Παλαιστίνης μπορεί να βρεθούν να επευφημούν τις στρατιωτικές ακροβασίες που διεξάγουν οι Χούθι στην Υεμένη, την απόφαση της νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης της Νότιας Αφρικής να προσφύγει κατά του Ισραήλ στο Διεθνές Δικαστήριο και την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς. Κάθε μία από αυτές τις ενέργειες πιστεύεται ότι αντιπροσωπεύει την αντίθεση στον δυτικό ιμπεριαλισμό, αλλά δεν υπάρχει ένα ευρύτερο στρατηγικό όραμα που θα επέτρεπε την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας ή της χρησιμότητάς τους για το απελευθερωτικό κίνημα.

Το άρθρο αυτό προσπάθησε να προωθήσει μια πιο σοβαρή προσέγγιση της Χαμάς και των στρατηγικών της. Ο παλαιστινιακός λαός έχει υποφέρει πάρα πολλά όλα αυτά τα χρόνια, κυρίως στα χέρια των Ισραηλινών, αλλά και των αραβικών καθεστώτων, και λόγω των λανθασμένων χειρισμών και αποτυχιών των δικών του ηγετών. Η κατάσταση σήμερα στη Γάζα είναι ανυπόφορη. Ο στραγγαλισμός της Λωρίδας από τις ισραηλινές και αιγυπτιακές δυνάμεις συνεχίζεται για πάνω από μια δεκαετία, με αποτέλεσμα πολλοί να μην μπορούν να έχουν πρόσβαση στα πιο βασικά αγαθά της ζωής. Δεν έχουν γίνει εθνικές εκλογές από το 2006, καθώς η Φατάχ και η Χαμάς προτίμησαν να οχυρωθούν στις αντίστοιχες βάσεις τους παρά να διακινδυνεύσουν την πολιτική κρίση του λαού που ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν. Ούτε υπάρχουν πολιτικά κόμματα που μπορούν να αμφισβητήσουν την κυριαρχία των δύο αυτών οργανώσεων, προσφέροντας μια εναλλακτική λύση στις αποτυχημένες προσεγγίσεις τους. Εν τω μεταξύ, η ισραηλινή κοινωνία συνεχίζει την διολίσθησή της προς τον φασιστικό αυταρχισμό, υποστηριζόμενη από μια διακομματική συναίνεση στο αμερικανικό Κογκρέσο.

Σε αυτή την απελπιστική κατάσταση, οι σοσιαλιστές έχουν καθήκον να προσπαθήσουν να κερδίσουν αυτή τη νέα γενιά ακτιβιστών σε μια προοπτική που μπορεί πραγματικά να επιτύχει την απελευθέρωση. Και ενώ οι συνθήκες στην Παλαιστίνη καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την ανάπτυξη της λαϊκής αντίστασης, ο ηρωισμός της Μεγάλης Πορείας της Επιστροφής του 2018-19 δείχνει ότι οι παλαιστινιακές προσδοκίες για ένα δίκαιο μέλλον παραμένουν άσβεστες. Περισσότεροι από δώδεκα μήνες συνεχών μαζικών διαδηλώσεων χρησίμευσαν για να ενοποιήσουν τη Γάζα με έναν πρωτοφανή τρόπο, με επικεφαλής ανεξάρτητους ακτιβιστές που επέβαλαν ένα όραμα συλλογικού αγώνα που παραπέμπει στις ένδοξες ημέρες της Πρώτης Ιντιφάντα. Στο πλαίσιο μιας περιφερειακής αντεπανάστασης, αυτή η εμψυχωτική εκστρατεία απέτυχε να λάβει την πρακτική και πολιτική αλληλεγγύη που τόσο χρειαζόταν όσο και άξιζε. Ωστόσο, το κίνημα ανέδειξε ένα μέσο με το οποίο οι Παλαιστίνιοι μπορούν να οργανωθούν για να αντισταθούν στην κατοχή, και στην πορεία να επανέλθουν στην πολιτική φαντασία των προοδευτικών σε όλο τον κόσμο.

Τελικά, οι Παλαιστίνιοι, όπως και οι εργάτες και οι φτωχοί σε όλο τον κόσμο, πρέπει να αναπτύξουν ένα νέο επαναστατικό κίνημα που να μπορεί να αμφισβητήσει την ασφυκτική, επί δεκαετίες κυριαρχία των αστών εθνικιστών της Φατάχ και της Χαμάς.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Omar Hassan, “Hamas: A Marxist appraisal”, Marxist Left Review, τεύχος 27, φθινόπωρο 2024 “Palestine will be free”, 13 Ιουνίου 2024,  https://marxistleftreview.org/articles/hamas-from-resistance-to-containment/. Αναδημοσίευση: Europe Solidaire Sans Frontières, https://www.europe-solidaire.org/spip.php?article71059.

*

 

Σημειώσεις

[1] Caridi 2023, σσ. 61–3· Filiu 2012.

[2] Baconi 2018, σελ. 25.

[3] Usher 2006, σελ. 21.

[4] Caridi 2023, σσ. 171–78, Hroub 2010, σσ. 56–7.

[5] Inbar 2018.

[6] Caridi, σσ. 234–5.

[7] Hamas 1988.

[8] Caridi 2023, σσ. 171–78, Hroub 2010, σσ. 56–7.

[9] Hamas 2017.

[10] Baconi 2018, σελ. 40.

[11] Usher 2005.

[12] Baconi 2018, σελ. 119.

[13] Khoury & Kubovich 2024, Zilber 2023.

[14] Abuheweila and Kershner 2019.

[15] Humaid 2019.

[16] Al-Rayes 2019.

[17] Adam 2019.

[18] Liebermann 2019.

[19] Fanon 1963, σσ. 144–5 [Frantz Fanon, Της Γης οι Κολασμένοι, σελ. 120 – σε διαφορετική απόδοση].

[20] Kear 2018, σσ. 157–63.

[21] Kear 2018, σελ. 162.

[22] Hroub 2010. Τα σχόλιά του αναδημοσιεύτηκαν σε δεξιό ιστότοπο, για λόγους που είναι αρκετά προφανείς, αλλά δεν είναι τσιράκι του Ισραήλ. Βλέπε Middle East Media Research Institute 2010.

[23] Shikaki 2024.

[24] Shikaki 2024.

[25] Israel Ministry of Foreign Affairs 2013.

[26] Human Rights Council 2019.

[27] Caridi 2023, σελ. 303. Η Καρίντι στηρίζει όλα αυτά στις αναμνήσεις του πρώην πράκτορα της MI6 Άλαστερ Κρουκ, τότε βασικού συμβούλου της ΕΕ για τη μεσανατολική πολιτική. Caridi 2023, σελ. 303.

[28] Eid 2021.

*

 

Βιβλιογραφία

Abuheweila, Iyad and Isabel Kershner 2019, “Hamas Crackdown on Gaza Protests Instills Fear”, New York Times, 24 March. https://www.nytimes.com/2019/03/24/world/middleeast/gaza-protests-hamas.html

Al-Rayes, Salem 2019, “Between a rock and resistance: how Hamas crushes dissent in Gaza”, Raseef22, 8 Απριλίου. https://raseef22.net/english/article/1072896-between-a-rock-and-the-resistance-how-hamas-crushes-dissent-in-gaza

Adam, Ali 2019, “Hamas crackdown on protests snuffs out a push for change in Gaza”, The National News, 24 Απριλίου. www.thenationalnews.com/world/mena/hamas-crackdown-on-protests-snuffs-out-a-push-for-change-in-gaza-1.839824

Baconi, Tariq 2018, Hamas Contained: The Rise and Pacification of Palestinian Resistance, Stanford University Press.

Caridi, Paula 2023, Hamas: From Resistance to Regime, Seven Stories Press.

Eid, Haidar 2021, “Palestinian elections: reconstructing the status quo”, Mondoweiss, 11 February. https://mondoweiss.net/2021/02/palestinian-elections-reconstructing-the-status-quo/

Fanon, Franz 1963, The Wretched of the Earth, Grove Press [Frantz Fanon, Της Γης οι Κολασμένοι, Κάλβος, Αθήνα 1971].

Filiu, Jean-Pierre 2012, “The Origins of Hamas: Militant Legacy or Israeli Tool?”, Journal of Palestine Studies, 41(3), σσ. 54–70.

Khoury, Jack and Yaniv Kubovich 2024, “Hamas Files Found by Israel in Gaza Detail Execution of Senior Member Accused of Being Gay”, Haaretz, 3 Απριλίου 2024, πρόσβαση από https://www.haaretz.com/middle-east-news/palestinians/2024-04-03/ty-article-magazine/.premium/hamas-files-found-by-israel-in-gaza-detail-execution-of-senior-member-accused-of-being-gay/0000018e-9e6d-d64e-afce-fffd62370000

Hamas 1988, The Covenant of the Islamic Resistance Movement. https://avalon.law.yale.edu/20th_century/hamas.asp

Hamas 2017, Charter, Middle East Eye, 2 Μαρτίου. https://www.middleeasteye.net/news/hamas-2017-document-full

Hroub, Khaled 2010, Hamas: A Beginner’s Guide (δεύτερη έκδοση), Pluto Press.

Humaid, Mariam 2019, “Gaza rights groups denounce Hamas crackdown on protests”, Al Jazeera, 19 Μαρτίου. https://www.aljazeera.com/news/2019/3/19/gaza-rights-groups-denounce-hamas-crackdown-on-protests

Human Rights Council 2019, Report of the independent international commission of inquiry on the protests in the Occupied Palestinian Territory, 25 Φεβρουαρίου. https://www.ohchr.org/sites/default/files/Documents/HRBodies/HRCouncil/CoIOPT/A_HRC_40_74.pdf

Inbar, Efraim 2018, “‘Mowing the grass’ in Gaza”, The Jerusalem Institute for Strategy and Security, 25 Ιουνίου. https://jiss.org.il/en/inbar-mowing-the-grass-in-gaza/

Israel Ministry of Foreign Affairs 2013, “Victims of Palestinian Violence and Terrorism since September 2000”. https://web.archive.org/web/20130703052746/http://www.mfa.gov.il:80/mfa/foreignpolicy/terrorism/palestinian/pages/victims%20of%20palestinian%20violence%20and%20terrorism%20sinc.aspxvictims%20of%20palestinian%20violence%20and%20terrorism%20sinc.aspx

Kear, Martin 2018, Hamas and Palestine: The contested road to statehood, Routledge.

Liebermann, Oren 2019, “Hamas accused of violent crackdown on Gaza protests”, CNN, 19 Μαρτίου. https://edition.cnn.com/2019/03/19/middleeast/gaza-protests-intl/index.html

Middle East Media Research Institute 2010, “The Islamists’ Claims to Promote an Islamic Culture Are Hollow”, Ειδική αποστολή No. 3314, 22 Οκτωβρίου. https://www.memri.org/reports/palestinian-researcher-islamists-claims-promote-islamic-culture-are-hollow#_edn1

Shikaki, Khalil 2024, “Palestine Report – Report 1 Domestic Balance of Power and Palestinian-Israeli Relations Before and After October 7th”, Arab Barometer. https://www.arabbarometer.org/wp-content/uploads/Arab-Barometer-PSR-Palestine-Report-Part-I-EN-.pdf

Usher, Graham 2005, “The New Hamas. Between Resistance and Participation”, Middle East Report Online, 21 Αυγούστου. https://merip.org/2005/08/the-new-hamas/

Usher, Graham 2006, The Democratic Resistance: Hamas, Fatah, and the Palestinian Elections, Journal of Palestinian Studies, 35(3), σσ. 20–36.

Zilber, Neri 2023, “‘Dead man walking’: How Yahya Sinwar deceived Israel for decades”, Financial Times, 6 Νοεμβρίου. https://www.ft.com/content/de78c7a0-f8f0-403e-b0db-eb86d6e76919

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 23 Ιουνίου 2024 12:06

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.