Πέμπτη, 04 Ιουλίου 2024 19:35

Όταν η κατηγορία του αντισημιτισμού γίνεται όπλο στα χέρια του νεοφασισμού

 

 

Gilbert Achcar

 

Όταν η κατηγορία του αντισημιτισμού γίνεται όπλο στα χέρια του νεοφασισμού

 

 

Οι Άραβες έχουν συνηθίσει να κατηγορούνται για αντισημιτισμό κάθε φορά που οι Σιωνιστές και οι υποστηρικτές τους αδυνατούν να αντικρούσουν την κριτική τους για το κράτος του Ισραήλ και την καταπιεστική αποικιοκρατική συμπεριφορά του. Στην πραγματικότητα, οι ίδιοι οι εβραϊκής καταγωγής επικριτές του Σιωνισμού έχουν συνηθίσει να υφίστανται τις ίδιες συκοφαντίες, με αυξημένη σφοδρότητα, αφού οι Σιωνιστές τους θεωρούν «προδότες» ή «αυτομισούμενους» σύμφωνα με τη ρατσιστική λογική που υπαγορεύει ότι κάθε Εβραίος πρέπει να είναι Σιωνιστής (η οποία είναι η ίδια λογική που επικρατεί στη σκέψη εκείνων των οποίων η εχθρότητα προς τον Σιωνισμό αποτελεί ένα λεπτό πέπλο για μια ρατσιστική εχθρότητα προς τους Εβραίους στο σύνολό τους).

Αυτό που είναι καινούργιο τα τελευταία χρόνια είναι η διεύρυνση του πεδίου των ατόμων που στοχοποιούνται για αντισημιτισμό, ώστε να συμπεριλάβει ένα ευρύ φάσμα αριστερών επικριτών του κράτους του Ισραήλ, των οποίων η κριτική στάση έχει μακρά πολιτική ιστορία και οι οποίοι πείστηκαν, κατά τη διάρκεια δεκαετιών που κατηγορούσαν τις ισραηλινές κυβερνήσεις για τις αποικιοκρατικές ρατσιστικές πράξεις τους απέναντι στους Παλαιστίνιους, ότι μοιράζονταν αυτή τη στάση με τους αριστερούς Ισραηλινούς Εβραίους. Η επέκταση αυτή πήγαινε παράλληλα με την αυξανόμενη διολίσθηση της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής προς τα δεξιά και την ακροδεξιά, με την ώθηση και την ενθάρρυνση της τελευταίας.

Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου υπήρξε πρωτοπόρος σε αυτή την κατεύθυνση. Με πάρα πολλούς τρόπους, ο σιωνιστής πρωθυπουργός είναι πρωτοπόρος της παγκόσμιας ακροδεξιάς. Τον ρόλο αυτό τον έπαιξε ιδιαίτερα μετά την επιστροφή του στην εξουσία το 2009 και την επιμονή του στην κυβέρνηση, σημειώνοντας ρεκόρ διάρκειας της πρωθυπουργίας στο κράτος του Ισραήλ, καθώς κατείχε τη θέση για περισσότερα από δώδεκα χρόνια μέχρι το 2021, για να επιστρέψει και να την καταλάβει εκ νέου στα τέλη του 2022. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, ο Νετανιάχου αποτέλεσε πρότυπο για την παγκόσμια ακροδεξιά για τον ξεδιάντροπο οπορτουνισμό του, την ικανότητά του να ψεύδεται ξεδιάντροπα και την ικανότητά του να καταφεύγει χωρίς δισταγμό στις πιο άθλιες πολιτικές μεθόδους εναντίον των Ισραηλινών αντιπάλων του και να ξεπερνά τους πάντες στην άσκηση ενός σιωνιστικού αφορισμού των αντιπάλων πρωτοφανούς έκτασης, τον οποίο μετέτρεψε σε ιδεολογικό όπλο της επιλογής του.

Ο Νετανιάχου έχει γίνει ο αγαπημένος της παγκόσμιας ακροδεξιάς, όχι μόνο ως πρότυπο γι’ αυτούς, αλλά και λόγω των άοκνων προσπαθειών του να απαλλάξει τους συντρόφους του σε όλο τον κόσμο από την κατηγορία του αντισημιτισμού και να την αποδώσει σε αυτούς τους οποίους μισούν. Αυτό συνάδει σε μεγάλο βαθμό με τη σύμπτωση μεταξύ της ανόδου της ακροδεξιάς σε διεθνή κλίμακα και της ανόδου της ισλαμοφοβίας, μέσω του συνδυασμού μεταξύ της ρατσιστικής εχθρότητας προς τους μετανάστες που προέρχονται από χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία και της ιδεολογίας του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», που υποκινήθηκε από τις εγκληματικές επιθέσεις που πραγματοποίησαν η Αλ Κάιντα και το ISIS στον Παγκόσμιο Βορρά.

Στην προσπάθειά του να απαλλάξει την κατηγορία του αντισημιτισμού από τις πηγές του παραδοσιακού αντισημιτισμού της ακροδεξιάς, προκειμένου να την φορτώσει σε όποιον ασκεί κριτική στον σιωνισμό, ο Νετανιάχου έφτασε στο σημείο να επιχειρήσει να απαλλάξει εν μέρει τον ίδιο τον Αδόλφο Χίτλερ από την ευθύνη για τη διάπραξη της γενοκτονίας των Ευρωπαίων Εβραίων, επιρρίπτοντάς την στον Αμίν αλ-Χουσεϊνί, γεγονός που οδήγησε σε διαμαρτυρία και καταγγελία όλων των ιστορικών του Ολοκαυτώματος. Η πρόθεση του Νετανιάχου δεν ήταν μόνο να ενισχύσει τη ρατσιστική εχθρότητα προς τους Άραβες και τους μουσουλμάνους στο πρόσωπο του Αλ-Χουσεϊνί – το αγαπημένο επιχείρημα της σιωνιστικής προπαγάνδας για περισσότερα από ογδόντα χρόνια λόγω της ζημίας που έκανε στην παλαιστινιακή υπόθεση συνεργαζόμενος με τον γερμανικό ναζισμό και τον ιταλικό φασισμό κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόθεση του Νετανιάχου ήταν επίσης να αθωώσει την αντισημιτική ευρωπαϊκή ακροδεξιά στο πρόσωπο του Χίτλερ.

Έτσι, ο Νετανιάχου έγινε το αγαπημένο πρόσχημα για τους ηγέτες της παγκόσμιας ακροδεξιάς για να καλύψουν τον αντισημιτισμό τους, ακόμη και όταν είναι κραυγαλέος. Από τον Βίκτορ Όρμπαν, τον Ούγγρο πρωθυπουργό του οποίου το μίσος για τους Εβραίους δεν είναι μυστικό, μέχρι τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος πιστεύει ότι είναι καθήκον των Αμερικανών Εβραίων να είναι άνευ όρων πιστοί στο κράτος του Ισραήλ και την κυβέρνησή του, και από τον Βλαντιμίρ Πούτιν, ένα άλλο πρότυπο για την παγκόσμια ακροδεξιά, μέχρι τη Μαρίν Λεπέν, η οποία είναι πρόθυμη να κρύψει τον αντισημιτισμό που είναι ιστορικά εγγενής στο κίνημα του οποίου ηγείται, μια μακρά σειρά από προσωπικότητες της παγκόσμιας ακροδεξιάς έχουν γίνει οι καλύτεροι φίλοι του Νετανιάχου και της σιωνιστικής ακροδεξιάς κυβέρνησής του που τους μοιάζει τόσο πολύ. Ξεπερνούν τους πάντες στην υποστήριξή τους γιατί είναι ένας φτηνός τρόπος να κρύψουν το αντισημιτικό τους παρελθόν και παρόν, ειδικά όταν ο αριθμός των Ευρωπαίων Εβραίων έχει γίνει πολύ περιορισμένος μετά τη ναζιστική γενοκτονία, ενώ οι μετανάστες από τον Παγκόσμιο Νότο έχουν γίνει ο νέος προτιμώμενος αποδιοπομπαίος τράγος της ακροδεξιάς στον Παγκόσμιο Βορρά.

Μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση σε σχέση με όλα αυτά είναι η ανακοίνωση του Αμιχάι Σικλί, ενός από τους υπουργούς του Νετανιάχου και μέλους του κόμματός του Λικούντ, ότι ολόκληρη η ισραηλινή κυβέρνηση χάρηκε για τη νίκη που πέτυχε το κόμμα της Λεπέν στον πρώτο γύρο των γαλλικών βουλευτικών εκλογών την περασμένη Κυριακή. Ο Σικλί κατέχει υπουργικό χαρτοφυλάκιο που ειδικεύεται στις «υποθέσεις της διασποράς και την καταπολέμηση του αντισημιτισμού»!

Το χειρότερο είναι ότι τα κόμματα του πολιτικού «κέντρου» έχουν αποφασίσει να επωφεληθούν από την εργαλειοποίηση της κατηγορίας του αντισημιτισμού για δεξιούς σκοπούς στον αγώνα τους εναντίον των αριστερών αντιπάλων τους, όπως στην αποκρουστική εκστρατεία που διεξήχθη στη Βρετανία από τη συντηρητική δεξιά και τη δεξιά του Εργατικού Κόμματος («το κέντρο»), για την πολιτική εξόντωση του Τζέρεμι Κόρμπιν, και στην παρόμοια εκστρατεία που διεξήχθη εναντίον του Ζαν-Λυκ Μελανσόν στη Γαλλία από την «κεντροδεξιά» με επικεφαλής τον σημερινό πρόεδρο Μακρόν και τη δεξιά της αριστεράς, δηλαδή την «κεντροαριστερά».

Συμμετέχοντας σε αυτές τις εκστρατείες συκοφάντησης, χωρίς καν να στρέψουν τα πυρά τους ταυτόχρονα κατά της ακροδεξιάς και να εκθέσουν την υποκρισία της στο θέμα του αντισημιτισμού, οι «κεντρώες» δυνάμεις συνέβαλαν στην κάλυψη της ακροδεξιάς και έδωσαν αξιοπιστία στον ισχυρισμό της περί αθωότητάς της από τον αντισημιτισμό. Έτσι, έδωσαν προτεραιότητα σε αυτό το ζήτημα έναντι της καταδίκης του ρατσισμού κατά των μαύρων και κατά των μουσουλμάνων και της ξενοφοβίας εν γένει, την οποία η ακροδεξιά δεν ισχυρίζεται ότι έχει ξεπεράσει, αλλά είναι μάλλον περήφανη γι’ αυτήν και τη χρησιμοποιεί ως κεντρικό ιδεολογικό επιχείρημα στη δράση της. Έτσι, το «κεντρώο» πολιτικό φάσμα, από τη δεξιά έως την αριστερά, κατέληξε να συμμετέχει σε κοινές διαδηλώσεις κατά του αντισημιτισμού με την αντισημιτική ακροδεξιά, όπως συνέβη στη Γαλλία μετά την επιχείρηση της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας.

Το συμπέρασμα είναι ότι καθιστώντας την κατηγορία του αντισημιτισμού απόλυτο κακό σε σημείο που να υποβαθμίζονται όλες οι άλλες πτυχές του ρατσισμού και αποδεχόμενοι ότι «οι Εβραίοι» εκπροσωπούνται από μια σιωνιστική κυβέρνηση με επικεφαλής ένα κόμμα φασιστικής προέλευσης και στην οποία συμμετέχουν «νεοναζί» υπουργοί και Εβραίοι θρησκευτικοί φονταμενταλιστές, μια κυβέρνηση που έχει φέρει το «εβραϊκό κράτος» πιο κοντά στη «διαχείριση της αγριότητας» σύμφωνα με το μοντέλο που ενσαρκώνει το «ισλαμικό κράτος». Μια τέτοια στάση που υιοθετείται από τις «κεντρώες» δυνάμεις συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό και συνεχίζει να συμβάλλει στην ενίσχυση της παγκόσμιας ακροδεξιάς, όπως κάνουν και όταν την ακολουθούν σε άλλα θέματα, κυρίως στη ρατσιστική εχθρότητα απέναντι στους μετανάστες.

 

 

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

 2 Ιουνίου 2024 ,  جلبير الأشقر , « هل يمهّد قرع طبول الحرب على الجبهة اللبنانية لحرب شاملة؟» , القدس العربي

https://www.alquds.co.uk/%d8%b9%d9%86%d8%af%d9%85%d8%a7-%d8%aa%d8%b5%d8%a8%d8%ad-%d8%aa%d9%87%d9%85%d8%a9-%d8%a7%d9%84%d9%84%d8%a7%d8%b3%d8%a7%d9%85%d9%8a%d8%a9-%d8%b3%d9%84%d8%a7%d8%ad%d8%a7%d9%8b-%d8%a8%d9%8a%d8%af-%d8%a7/.

Gilbert Achcar, “When the accusation of antisemitism becomes a weapon in the hands of neofascism”, جلبير الأشقر / Gilbert Achcar, 2 Ιουλίου 2024, https://gilbert-achcar.net/accusation-of-antisemitism. Αναδημοσίευση: Links / International Journal of Socialist Renewal, 3 Ιουλίου 2024, https://links.org.au/when-accusation-antisemitism-becomes-weapon-hands-neofascism. International Viewpoint, 4 Ιουλίου 2024, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article8581.

 

 

 

 

 

 

 

                                 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 09 Ιουλίου 2024 22:18

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.