Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016 12:26

Επανάσταση και αντεπανάσταση στη Συρία

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Κώστας Κούσιαντας

 

Το δικτατορικό καθεστώς των Άσαντ προέκυψε μέσα από μια διαδικασία καταστολής της ριζοσπαστικής λαϊκής βάσης του μπααθικού κινήματος τη δεκαετία του '60. Ο στόχος του ήταν η ανάπτυξη του συριακού καπιταλισμού με κέντρο το κράτος και για να μπορέσει η συριακή αστική τάξη (σουνιτική κατά βάση) να αντιμετωπίσει τους ανταγωνιστές γείτονές της (αστικές τάξεις της Τουρκίας, του Ισραήλ και του Ιράκ), προχώρησε σε συνεργασίες με την ΕΣΣΔ και το Ιράν. Αυτή η πολιτική σηματοδοτούσε τον υποτιθέμενο «αντιιμπεριαλιστικό» χαρακτήρα του καθεστώτος και αποτέλεσε το κριτήριο για να υποστηριχθεί από το μεγαλύτερο τμήμα της συριακής αριστεράς.

Το καθεστώς κατάφερε να διαλύσει κάθε μορφή ανεξάρτητης οργάνωσης της εργατικής τάξης και της νεολαίας, συγκροτώντας συνδικαλιστικές και νεολαιίστικες οργανώσεις υπό τον άμεσο έλεγχό του. Επιπλέον, κάθε μορφή αντιπολίτευσης -κυρίως της αριστεράς που δεν υποστήριξε τη δικτατορία (διασπάσεις του Κομουνιστικού Κόμματος και του κόμματος Μπάαθ)- διαλύθηκε με καταστολή.

Το καθεστώς των Άσαντ, παρά τις διαφορές του με τον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό και τους συμμάχους του στην περιοχή, επεδίωκε πάντα να έρθει σε συμφωνία μαζί τους και γι’ αυτό, συνεργάστηκε σε κρίσιμες φάσεις: τη δεκαετία του ‘70 η Συρία εισέβαλε στο Λίβανο για να εμποδίσει τις αριστερές δυνάμεις να επικρατήσουν στον πόλεμο με τις δεξιές (υποστηριζόμενες από το Ισραήλ και τη δύση) πολιτικές δυνάμεις. Στον πρώτο πόλεμο των ΗΠΑ και των συμμάχων τους εναντίον του Ιράκ, η Συρία συμμετείχε στρατιωτικά στο πλευρό των ΗΠΑ. Και από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 συνεργάστηκε με τις ΗΠΑ στα πλαίσια του πολέμου κατά της τρομοκρατίας.

Η άνοδος στην εξουσία του Μπασάρ αλ-Άσαντ συνέπεσε με τις επιτακτικές ανάγκες του συριακού καπιταλισμού να εναρμονιστεί με τους κανόνες ένταξης στην παγκόσμια αγορά, πραγματοποιώντας νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις, οι οποίες έπληξαν τεράστια τμήματα της κοινωνίας: εργαζόμενους, νεολαία, αγρότες, μικρομεσαία τμήματα των πόλεων. Η ανεργία άρχισε να αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς, οι πραγματικοί μισθοί συρρικνώνονταν και τα ποσοστά αυτών που ζούσαν κάτω ή λίγο πάνω από τα όρια φτώχειας αυξάνονταν, ενώ όλο και περισσότεροι αγρότες αναγκάζονταν να ξεπουλήσουν τη γη τους στους καπιταλιστές της υπαίθρου. Οι συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης, συμπληρώνονταν με την ένταση του αυταρχισμού του καθεστώτος.

Συριακή Άνοιξη

Αυτές οι συνθήκες επικρατούσαν στη Συρία όταν ξεκίνησαν οι πρώτες διαδηλώσεις της Αραβικής Άνοιξης που οδήγησαν στην ανατροπή του Μπεν Άλι και του Μουμπάρακ.

Τον Μάρτιο του 2011 ξεκίνησαν μαζικές διαδηλώσεις και στη Συρία, σε όλες σχεδόν τις πόλεις, αλλά και στην ύπαιθρο. Η κοινωνική σύνθεση αυτών των κινητοποιήσεων ήταν τα στρώματα του πληθυσμού που πλήττονταν από τη στροφή του καθεστώτος στον νεοφιλελευθερισμό και κυρίως η νεολαία, ένα κοινωνικό στρώμα, το οποίο είχε υποστεί τη συμπύκνωση των καταστροφών αυτής της στροφής: ανεργία χωρίς καμιά προοπτική, οικονομική εξαθλίωση και ένταση της καταστολής. Παρά την μαζική συμμετοχή εργαζομένων, η εργατική τάξη δεν μπορούσε να κινητοποιηθεί οργανωμένα και να αναδείξει ένα σαφές ταξικό περιεχόμενο: η δικτατορία είχε διαλύσει κάθε προσπάθεια ανεξάρτητης εργατικής οργάνωσης και επιπλέον, η αριστερά, η οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει να εκφράσει μια ταξική προοπτική, συνεργαζόταν, στη συντριπτική της πλειοψηφία, με το καθεστώς και ως εκ τούτου ήταν διαλυμένη και απαξιωμένη στα μάτια των λαϊκών μαζών.

Το κίνημα αυτό ξεκίνησε με αιτήματα για περισσότερες δημοκρατικές ελευθερίες. Για το καθεστώς όμως, αυτό, σηματοδοτούσε την έναρξη μιας διαδικασίας, που θα μπορούσε να οδηγήσει στη διάλυση ολόκληρου του δικτατορικού μηχανισμού – του μοναδικού πολιτικού οργάνου της συριακής άρχουσας τάξης, στην κορυφή του οποίου βρισκόταν ο ίδιος ο Άσαντ. Από την αρχή οι κινητοποιήσεις αντιμετωπίστηκαν με αιματηρή αστυνομική καταστολή, η οποία όμως είχε αντίθετα αποτελέσματα. Οι κινητοποιήσεις μετατράπηκαν σε μαζική εξέγερση με βασικό αίτημα την πτώση του μπααθικού καθεστώτος, το οποίο, για να αποφύγει την ανατροπή του, αποφάσισε να μετατρέψει την εξέγερση σε εμφύλιο πόλεμο, κινητοποιώντας τον στρατό.

Όμως η άμεση επαφή στρατιωτών με εξεγερμένες λαϊκές μάζες οδήγησε στην αποδιάρθρωση του στρατού, καθώς μεγάλα τμήματα στρατιωτών προσχωρούσαν στους εξεγερμένους, συνήθως μαζί με τον οπλισμό τους. Η εξουσία του μπααθικού καθεστώτος κατέρρεε και οι εξεγερμένοι άρχισαν να παίρνουν υπό τον έλεγχό τους γειτονιές, πόλεις και επαρχίες.

Στις απελευθερωμένες περιοχές συγκροτήθηκαν «συντονιστικές λαϊκές επιτροπές», οι οποίες ήταν μια προσπάθεια οργάνωσης του κινήματος από τα κάτω και οι οποίες ανέλαβαν την οργάνωση της ζωής των κατοίκων για να καλυφθούν οι ανάγκες που προέκυπταν από την κατάρρευση των κρατικών υποδομών. Οι επιτροπές αυτές αποτέλεσαν μορφές δημοκρατικής αυτοδιαχείρισης και πεδίο δράσης όλων των καταπιεσμένων. Μέσα σ’ αυτές έπαιξαν ενεργό ρόλο μεγάλα τμήματα του γυναικείου πληθυσμού, οργανώνοντας την αντίστασή τους ενάντια στο καθεστώς, αλλά και ενάντια στην πατριαρχία. Βασικό χαρακτηριστικό αυτών των επιτροπών ήταν αντίθεσή τους στους θρησκευτικούς και εθνικούς διαχωρισμούς.

Εμφύλιος

Οι μαζικές “λιποταξίες” των στρατιωτών, ανάγκασαν το καθεστώς να στηριχτεί στα ένοπλα σώματα καταστολής που δημιούργησε με τη βοήθεια του Ιράν και στις σιιτικές πολιτοφυλακές της Χεζμπολάχ (και αργότερα από το Ιράκ). Ταυτόχρονα ο Άσαντ επιχείρησε να πυροδοτήσει θρησκευτικές αντιπαραθέσεις, παρουσιάζοντας την εξέγερση ως σουνιτικό πραξικόπημα και απελευθερώνοντας από τις φυλακές μέλη σουντικών τζιχαντιστικών ομάδων.

Την πρώτη περίοδο η δράση και η επιρροή των ισλαμιστικών οργανώσεων ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Ενεργό ρόλο στο κίνημα έπαιζε ένα πλήθος αγωνιστών/στριών, που προέρχονταν από αριστερές διασπάσεις του μπααθισμού, του νασερισμού και της κομουνιστικής αριστεράς, ακτιβιστές/ίστριες των κινημάτων εκδημοκρατισμού της προηγούμενης δεκαετίας και νέοι/ες που δραστηριοποιήθηκαν μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης. Όμως δεν αναπτύχθηκαν μέσα στο κίνημα αριστερές πολιτικές οργανώσεις, οι οποίες να επιχειρήσουν να συντονίσουν τις αντιστάσεις και να αναδείξουν τα αιτήματα του κινήματος σε ένα ενιαίο πολιτικό πλαίσιο και σε μια ενιαία πολιτική κατεύθυνση.

Αυτή η πολιτική αδυναμία είχε άμεσες επιπτώσεις στο επίπεδο της στρατιωτικής της άμυνας. Η ανάγκη των επαναστατών να αντιμετωπίσουν την καταστολή των καθεστωτικών δυνάμεων καθώς και οι μαζικές “λιποταξίες” στρατιωτών οδήγησαν στο σχηματισμό των ένοπλων επαναστατικών ομάδων του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, ο οποίος ποτέ δεν απέκτησε ενιαία δομή και διοίκηση, καθώς έλειπε ένας ενιαίος επαναστατικός πολιτικός φορέας γύρω από τον οποίο θα μπορούσε να συντονιστεί.

Αυτό το πολιτικό και στρατιωτικό κενό είχε ως συνέπειες την αντοχή του καθεστώτος Άσαντ, το οποίο ποτέ δεν αντιμετώπισε πρόβλημα εσωτερικής διάσπασης, την εμφάνιση ισλαμιστικών ομάδων οι οποίες προσπάθησαν να καλύψουν αυτό το κενό και τη δημιουργία μιας αστικής αντιπολίτευσης –κυρίως στο εξωτερικό- η οποία προσπάθησε να αναδειχτεί σε συνομιλητή των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (διεθνών και περιφερειακών) και του καθεστώτος.

Ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις

Παρά τη διαδεδομένη αντίληψη, οι δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν είχαν ποτέ ως στόχο την ανατροπή του μπααθικού καθεστώτος. Αυτό το οποίο επιδίωξαν ήταν η απομάκρυνση του Άσαντ και ένας συμβιβασμός της φιλοδυτικής αστικής αντιπολίτευσης με το καθεστώς, καθώς ο βασικός τους φόβος ήταν ότι η κατάρρευση του μπααθικού μηχανισμού θα οδηγούσε στην ανάδειξη ανεξέλεγκτων πολιτικών δυνάμεων (όπως είχε συμβεί στο Ιράκ) που θα αποσταθεροποιούσαν την περιοχή. Η κορύφωση του συριακού εμφυλίου συνέπεσε με τις προσπάθειες των ΗΠΑ να αποσύρουν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις από την περιοχή και να έρθουν σε συμφωνία με το Ιράν. Επιπλέον, τόσο οι ΗΠΑ, όσο και οι ΕΕ δεν ήθελαν να εμπλακούν σε αντιπαράθεση με τη Ρωσία, στενή σύμμαχο του Άσαντ.

Για τις περιφερειακές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (Τουρκία, Σαουδική Αραβία, μοναρχίες του Κόλπου και Ιράν) η Συρία αποτέλεσε ένα πεδίο οξύ ανταγωνισμού για την επιρροή τους στην Μέση Ανατολή. Το Ιράν χρηματοδότησε και εξόπλισε τις δυνάμεις του Άσαντ (το ίδιο έκανε και η Ρωσία), ενώ οι άλλες περιφερειακές δυνάμεις άρχισαν να ενισχύουν τις ισλαμιστικές οργανώσεις οι οποίες αναδείχτηκαν μέσα από τα πολιτικά και στρατιωτικά αδιέξοδα της επανάστασης.

Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον αναπτύχθηκε η ISIS, πρώτα στο Ιράκ και μετά στη Συρία, ως βασική έκφραση της απογοήτευσης των μαζών της Μέσης Ανατολής από τα αδιέξοδα των αραβικών εξεγέρσεων και της προσπάθειας των καθεστώτων της περιοχής να δώσουν θρησκευτικό χαρακτήρα στις κοινωνικοπολιτικές αντιπαραθέσεις.

Οι τζιχαντιστικές δυνάμεις ήρθαν σε ευθεία σύγκρουση με τους στόχους της συριακής επανάστασης και στις περιοχές που επικράτησαν συνέτριψαν κάθε επαναστατική δράση. Ταυτόχρονα, οι δυνάμεις αυτές έδωσαν τη δυνατότητα στο καθεστώς να επιβιώσει, όχι μόνο γιατί συγκρούστηκαν με τις δημοκρατικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης, αλλά και γιατί δημιούργησαν μία κατάσταση, όπου οι μόνες εναλλακτικές ήταν ο ισλαμιστικός τζιχαντισμός και το μπααθικό καθεστώς. Το αδιέξοδο που δημιουργούσαν οι μαζικές σφαγές και οι καταστροφές από τις καθεστωτικές δυνάμεις από τη μια, και το καθεστώς τρόμου που εφάρμοζε η ISIS στις περιοχές που καταλάμβανε από την άλλη, οδήγησε στην προσφυγοποίηση εκατομμυρίων Σύριων και στην αποδυνάμωση της επανάστασης.

Παρ' όλ' αυτά, οι δυνάμεις του καθεστώτος εξασθενούσαν συνεχώς, ενώ η επέκταση της ISIS σταμάτησε κυρίως μπροστά στην αντίσταση των Κούρδων στο Κομπάνι, αλλά και ομάδων Σύριων ανταρτών.

Η ενεργή επέμβαση του ρωσικού ιμπεριαλισμού στον συριακό εμφύλιο -με την έγκριση της ΕΕ και των ΗΠΑ- έγειρε αποφασιστικά την πλάστιγγα υπέρ του καθεστώτος. Οι ρωσικοί βομβαρδισμοί, κυρίως εναντίον των δυνάμεων της συριακής αντιπολίτευσης, ανέδειξαν ως μοναδικές εναλλακτικές, την ISIS από τη μια και το καθεστώς του Άσαντ από την άλλη. Μέσα στο κλίμα που δημιουργήθηκε μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι και την αδυναμία του συνασπισμού των ΗΠΑ να συντρίψουν την ISIS, η Ρωσία επέβαλε και οι δυτικές δυνάμεις αποδέχτηκαν τον Άσαντ, ως τον βασικό συνομιλητή στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την επίλυση της συριακής κρίσης.

Από την άλλη, ο δυτικός ιμπεριαλισμός φαίνεται αυτή τη στιγμή να προσπαθεί να επέμβει στη συριακή κρίση μετατρέποντας σε πολιτική συμμαχία την στρατιωτική συνεργασία που ξεκίνησε από τα τέλη του 2014 με τις κουρδικές δυνάμεις της Ροτζάβα. Η ηγεσία του κουρδικού κινήματος, ταλαντευόμενη το προηγούμενο διάστημα ανάμεσα στο καθεστώς του Άσαντ και την αντιπολίτευση, φαίνεται να επιδιώκει τη συνεργασία με τις ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα και με τη Ρωσία, προκειμένου να έρθει σε συμφωνία με τον Άσαντ. Μια τέτοια εξέλιξη όμως, θα φέρει αντιμέτωπο το κουρδικό εθνικοαπλευθερωτικό κίνηνα της Ροτζάβα με τις αραβικές μάζες της περιοχής, τις οποίες εξοντώνουν οι βομβαρδισμοί του ευρωατλαντικού και του ρώσικου ιμπεριαλισμού. Είναι όμως σαφές, ότι η δημοκρατία της Ροτζάβα, μέρος κι αυτή της συριακής επανάστασης, δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς την ενότητα των λαών της Συρίας και της Μέσης Ανατολής, ενάντια στους ιμπεριαλιστικές και ενάντια στις δικτατορίες.

Κατά τα άλλα, οι λαϊκές μάζες της Συρίας, ηττημένες, αποδεκατισμένες και κυνηγημένες, έχουν αποκτήσει μια πολύ σημαντική εμπειρία αγώνα. Αυτή την εμπειρία μεταφέρουν σήμερα συγκρουόμενες με τις πολιτικές της Ευρώπης φρούριο, γκρεμίζοντας φράχτες και σύνορα και εμπνέοντας ολόκληρους πληθυσμούς προσφύγων και μεταναστών που κινούνται και κινητοποιούνται μαζί τους.

Κι αυτός είναι ένας ακόμα λόγος για να είναι ευπρόσδεκτες.

 

Δελτίο Θυέλλης, τεύχος 44, Απρίλιος 2016

Γράφτηκε από 
Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016 18:03
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.