Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016 11:33

Το αίτημα να σταματήσουν οι επεμβάσεις στη Συρία είναι εντελώς ανεπαρκές

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Joseph Daher

Η κατάπαυση του πυρός στη Συρία που συνήφθη στις 9η Σεπτεμβρίου, 2016 μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας τερματίστηκε στις στις 19:00 της 19ης Σεπτεμβρίου και έληξε με πλήρη αποτυχία, από πολιτική, στρατιωτική ή ανθρωπιστική άποψη.

Για ορισμένα τμήματα της «αριστεράς» και ορισμένα τμήματα του αντιπολεμικού κινήματος στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, η αποτυχία της εκεχειρίας ήταν αποτέλεσμα της διεθνοποίησης του πολέμου στη Συρία. Έτσι εξηγείται από τον ακτιβιστή του Stop the War του Ηνωμένου Βασιλείου, Chris Nineham: «Το κεντρικό πρόβλημα είναι η διεθνοποίηση του πολέμου. Η Συρία έχει γίνει εδώ και χρόνια ένα θέατρο στο οποίο περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις ενδιαφέρονται για τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα - παρατείνοντας και εντατικοποποιώντας τη σύγκρουση. Αυτή η διαδικασία έχει αρχίσει να επιταχύνεται πρόσφατα και στην περίοδο πριν τις ανησυχητικές εκλογές στις ΗΠΑ υπάρχουν αυξανόμενες εκκλήσεις για μεγαλύτερη δυτική κλιμάκωση»1. Ο οποιοσδήποτε διαβάζει αυτό το άρθρο, θα παρατηρήσει ότι δεν υπάρχει ούτε μία λέξη για τις καταστροφικές πολιτικές του εγκληματικού και αυταρχικού καθεστώτος του Άσαντ, το οποίο είναι ο βασικός υπεύθυνος για το μισό σχεδόν εκατομμύριο θανάτων στη χώρα, τις αναγκαστικές μετακινήσεις εκατομμυρίων ανθρώπων εντός και εκτός της Συρίας και τις καταστροφές σε όλη τη χώρα. Δεν πρόκειται για μια απλή παράληψη και αυτός είναι ο λόγος, όπως θα δείξω στο κείμενό μου, που πιστεύω ότι αυτή η προσέγγιση, η οποία απλώς καλεί να σταματήσουν όλες οι παρεμβάσεις, βάζοντάς τες στο ίδιο επίπεδο, προκειμένου να επιτευχθεί η ειρήνη στη Συρία, όπως αναφέρει στο κείμενό του ο Nineham, όχι μόνο δεν είναι αρκετή, αλλά είναι και λάθος.

Κατ’ αρχάς, η εκεχειρία δεν τηρήθηκε από την πλευρά του καθεστώτος και των συμμάχων του. Οι στρατιωτικές συγκρούσεις συνεχίστηκαν με σφοδρότητα λίγες ημέρες πριν από την επίσημη λήξη της εκεχειρίας, ενώ η παράδοση της ανθρωπιστικής ενισχύσεις για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιορκημένων πόλεων έγινε με φειδώ, εκτός από την περίπτωση της πόλης της Ταλμπισέχ στην επαρχία Χομς στην οποία παραδόθηκε βοήθεια στις 19 Σεπτεμβρίου για πρώτη φορά από τον Ιούλιο. Η αυτοκινητοπομπή μετέφερε τρόφιμα, νερό και ιατρικές προμήθειες για έως και 84.000 άτομα. Αλλά οι περισσότερες αποστολές βοήθειας που προβλέπονταν στο πλαίσιο της εκεχειρίας δεν έχουν φτάσει ακόμη στις πολιορκημένες πόλεις. Για παράδειγμα, οι απελευθερωμένες περιοχές του Χαλεπίου (που δεν βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του καθεστώτος Άσαντ, ή του Ντά’ες ή της Φάταχ α-Σαμ, της πρώην Τζάμπχατ αν-Νούσρα), όπου περίπου 275.000 κάτοικοι υπόκεινται και πάλι, ύστερα από μια σύντομη διακοπή, σε μια φοβερή πολιορκία και σε στρατιωτικό βομβαρδισμό από το καθεστώτος και τους Ρώσους συμμάχους του, δεν έχουν λάβει ενισχύσεις, ενώ αυτό ήταν μία από τις προτεραιότητες της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός που συνήφθη μεταξύ της Ρωσίας και των ΗΠΑ. Ένοπλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης απέναντι στο καθεστώς του Άσαντ, μεταξύ των οποίων ομάδες του Ελεύθερου Συριακού Στρατού και των διαφόρων ισλαμικών φονταμενταλιστικών κινημάτων, ανακοίνωσαν λίγες ώρες πριν από τη λήξη της κατάπαυσης του πυρός ότι προετοιμάζονται να ξεκινήσουν μια νέα στρατιωτική επίθεση για να σπάσουν την πολιορκία που επιβλήθηκε στις απελευθερωμένες περιοχές του Χαλεπιού. Συριακά ή ρωσικά αεροσκάφη (αναμένεται να προσδιοριστεί από τους αυτουργούς της επίθεσης) χτύπησαν μια αυτοκινητοπομπή που μετέφερε βοήθεια κοντά στο Χαλέπι τη νύχτα μεταξύ 19 και 20 Σεπτεμβρίου, σκοτώνοντας, σύμφωνα με τη Συριακή Αραβική Ερυθρά Ημισέληνο (SARC), περίπου 20 αμάχους, μεταξύ των οποίων και τον επικεφαλής ενός από τα τοπικά παραρτήματά της, τον Ομάρ Μπάρακατ και προκάλεσαν ζημιές σε τουλάχιστον 18 από τα 31 φορτηγά του ΟΗΕ και της SARC καθώς και σε μια αποθήκη της SARC. Η αυτοκινητοπομπή μετέφερε βοήθεια για τους 78.000 ανθρώπους της δύσκολα προσεγγίσημης περιοχής Ουρμ αλ-Κούμπρα της επαρχίας του Χαλεπιού. Τουλάχιστον 36 άμαχοι σκοτώθηκαν στο Χαλέπι και την επαρχία του από συριακές ή ρωσικές επιδρομές το βράδυ της Δευτέρας.

Το Συριακό Παρατηρητήριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα τεκμηριώνει το θάνατο 237 ανθρώπων, μεταξύ των οποίων 38 παιδιών, από αεροπορικές επιδρομές στην πόλη Χαλέπι και τη γύρω περιοχή από τις 19 Σεπτεμβρίου, οπότε και έληξε η κατάπαυση του πυρός, μέχρι τις 26. Από αυτούς τους τεκμηριωμένους θανάτους, οι 162 ήταν στο ανατολικό Χαλέπι το οποίο έχει καταλάβει η αντιπολίτευση.

Η Ρωσία και το καθεστώς της Συρίας κατηγόρησαν επίσης τις ΗΠΑ ότι υπονόμευσαν την παράταση της κατάπαυσης του πυρός με τον βομβαρδισμό εναντίον δυνάμεων του Άσαντ στο Ντέιρ εζ-Ζορ από την υπό αμερικανική ηγεσία συμμαχία, σκοτώνοντας περισσότερους από 60 στρατιώτες, ενώ επέτρεψαν στους μαχητές του Ντά’ες να καταλάβουν το όρος Θούρντα, που δεσπόζει στο αεροδρόμιο που καταλήφθηκε από το καθεστώς. Αμερικανοί αξιωματούχοι είπαν ότι ήταν ένα λάθος και ζήτησαν συγγνώμη από τις οικογένειες των θυμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι για άλλη μια φορά ο Chris Nineham συντάχθηκε μ’ αυτή τη συγκεκριμένη έκδοχή γράφοντας: «Ένα πράγμα είναι σίγουρο, ο βομβαρδισμός των θέσεων του συριακού στρατού γύρω από Ντέιρ εζ-Ζορ από τις δυτικές συμμαχικές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Δανία και την Αυστραλία, που οδήγησε στο θάνατο 60 ή και περισσότερους Σύριους στρατιώτες, ήταν ένα μεγάλο πλήγμα για τις προοπτικές οποιασδήποτε τήρησης κατάπαυσης του πυρός».

Το καθεστώς Άσαντ τελικά ανακοίνωσε επίσημα στις 19 Σεπτεμβρίου ότι η περίοδος εκεχειρίας επτά ημερών είχε τελειώσει και κατηγόρησε τις «τρομοκρατικές ομάδες» (έναν όρο που χρησιμοποιεί το καθεστώς για όλες τις ομάδες της αντιπολίτευσης, είτε ειρηνικές είτε ένοπλες), ότι εκμεταλλεεύτηκαν την ηρεμία για να επανεξοπλιστούν, ενώ παραβίασαν το κατάπαυση του πυρός 300 φορές, και ορκίστηκε να «συνεχίσει την εκπλήρωση των εθνικών καθηκόντων του για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, προκειμένου επαναφέρει την ασφάλεια και τη σταθερότητα».

Αυτές οι κατηγορίες αποτελούν προσπάθειες για να αποκρυφτεί ότι η συνέχιση του πολέμου ξεκίνησε από τις δυνάμεις του καθεστώτος Άσαντ και των συμμάχων του, εναντίον Σύριων πολιτών και της αντιπολίτευσης κατά τη διάρκεια της εβδομάδας της κατάπαυσης του πυρός. Αεροπορικές επιδρομές της Ρωσίας και του καθεστώτος Άσαντ πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες περιοχές που έχουν καταληφθεί από την αντιπολίτευση κατά τη διάρκεια της εβδομάδας κατάπαυσης του πυρός, με αποτέλεσμα 26 άμαχοι να σκοτωθούν, μεταξύ των οποίων και 8 παιδιά. Στις 18 Σεπτεμβρίου, αεροπορικές επιδρομές του καθεστώτος στόχευσαν τις απελευθερωμένες περιοχές του Χαλεπιού σκοτώνοντας έναν άμαχο και έντεκα άλλους στην επαρχία της Ντέραα με τη ρίψη βαρελιών με εκρηκτικά.

Εν τω μεταξύ, η πολιορκημένη περιοχή της αλ-Ου’άερ στη Χομς, το τελευταίο οχυρό της πόλης που ελέγχεται από την αντιπολίτευση και όπου εξακολουθούν να ζουν περίπου 60.000 άτομα, βιώνει την ίδια μοίρα με την πόλη της Ντάραγια πριν από εβδομάδες. Επιτεύχθηκε συμφωνία με το καθεστώς για να μεταφερθεί ένα τμήμα των κατοίκων και των μαχητών/τριών στην περιοχή του Ιντλίμπ, που βρίσκεται στα χέρια της Φάταχ α-Σαμ (πρώην τζάμπχατ αν-Νούσρα) και του Άχραρ Σαμ. Ο κυβερνήτης της Χομς, Ταλάλ Μπαραζί δήλωσε στις 19 Σεπτεμβρίου ότι η εκκένωση θα γίνει με 22 λεωφορεία που θα μεταφέρουν περίπου 300 μαχητές/τριες και τις οικογένειές τους, περίπου 1.000 άτομα συνολικά.

Το καθεστώς του Άσαντ έχει χρησιμοποιήσει πολλές φορές αυτή τη στρατηγική των τοπικών συμφωνιών με πόλεις ή/και περιοχές που πολιορκούνται και βομβαρδίζονται συνεχώς, για να εκτοπίσει με τη βία τους ντόπιους που αντιτίθενται στο καθεστώς αναγκάζοντάς τους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για άλλες περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της αντιπολίτευσης. Οι περιοχές αυτές υφίστανται, όπως το Ιντλίμπ, βομβαρδισμούς από το καθεστώς και δεν διαθέτουν τα μέσα για να δεχτούν τους νεοεισερχόμενους, για να μην αναφέρουμε τις πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις στις οποίες μερικές φορές τους υποβάλλουν τα φονταμενταλιστικά ισλαμικά κινήματα σ’ αυτές τις περιοχές.

2 ruins photo for day of rage Oct 1

Σε πολιτικό επίπεδο, αυτή η κατάπαυση του πυρός ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, επειδή δεν αντιμετώπιζε τις πολιτικές ρίζες του προβλήματος στη Συρία: το καθεστώς του Άσαντ. Η συμφωνία προβλέπει μεγαλύτερο στρατιωτικό συντονισμό μεταξύ της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» στη Συρία, με στόχο τις ομάδες των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους και της Φατάχ α-Σαμ, με τη δημιουργία ενός Κοινού Κέντρου Υλοποίησης. Η συμφωνία δεν καταγγέλλει τις παρεμβάσεις, στην πλευρά του Άσαντ, της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, της Χεζμπολάχ και των διαφόρων άλλων σιιτικών φονταμενταλιστών πολιτοφυλακών, ενώ δεν λέει απολύρτως τίποτα για οποιαδήποτε πολιτική μετάβαση σε ένα δημοκρατικό σύστημα και για την αποχώρηση του δικτάτορα Άσαντ και της εγκληματικής κλίκας του. Αυτή η πολιτική συμφωνία συγκεκριμένα, οδήγησε στην πραγματικότητα στη σταθεροποίηση του καθεστώτος Άσαντ στα πλαίσια του προσχηματικά αποκαλούμενου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» για τα πολιτικά συμφέροντα των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτή η συμφωνία απορρίφθηκε από μεγάλα τμήματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, είτε της ένοπλης, είτε της ειρηνικής.

Εν τω μεταξύ, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις συνέχισαν την προέλασή τους στα συνοριακά εδάφη της Συρίας και την υποστήριξή τους σε ένοπλες ομάδες της αντιπολίτευσης (φατρίες του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, φατρίες Τουρκμένων και ισλαμικών φονταμενταλιστικών κινημάτων) για να επιβάλει μια μορφή τουρκικής «ζώνης ασφαλείας», εκκαθαρισμένης από τις κουρδικές δυνάμεις του PYD και και απ’ τον Ντάες. Στην πόλη της Τζαράμπλους, που κατέλαβε κατά τη διάρκεια αυτής της στρατιωτικής επέμβασης, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις προσπάθησαν να επιβάλουν ένα Τουρκμενικό συμβούλιο για την διακυβέρνηση της πόλης, αντί ενός άλλου συμβουλίου, το οποίο έχει εγκαθιδρυθεί εδώ και δύο χρόνια και έχει αναγνωριστεί από την προσωρινή κυβέρνηση και το συμβούλιο της επαρχίας του Χαλιού, και επιπλέον από όλους τους εκλογείς της Τζαράμπλους, σύμφωνα με τον Μοχάμεντ αλ-Άλι2, επικεφαλής του σημερινού συμβουλίου της Τζαράμπλους.

Ταυτόχρονα, η μεγάλη πλειοψηφία των συριακών κουρδικών πολιτικών κινημάτων, μεταξύ των οποίων το PYD και το Κουρδικό Εθνικό Συμβούλιο, έχουν εξοργιστεί από το πρόσφατο σχέδιο μετάβασης, που πρότεινε Ανώτατατη Επιτροπή Διαπραγματεύσεων της αντιπολίτευσης για την Εθνική Συμμαχία των Δυνάμεων της Συριακής Επανάστασης και της Αντιπολίτευσης, καθώς το σχέδιο δεν προβλέπει οποιαδήποτε μορφή ομοσπονδίας στη μεταπολεμική Συρία. Η Ανώτατατη Επιτροπή Διαπραγματεύσεων για την Εθνική Συμμαχία των Δυνάμεων της Συριακής Επανάστασης και της Αντιπολίτευσης πρότεινε την αρχή της διοικητικής αποκέντρωσης στη διαχείριση των υποθέσεων της χώρας. Το Κουρδικό Εθνικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελεί μέρος της Εθνικής Συμμαχίας των Δυνάμεων της Συριακής Επανάστασης και της Αντιπολίτευσης, αλλά έχει αποτύχει επανειλημμένα να αναγνωριστούν τα δικαιώματα των Κούρδων από αυτή την τελευταία ή από το προηγούμενο Εθνικό Συριακό Συμβούλιο στη διάσκεψη της Τύνιδας το 2011 και στα επόμενα συνέδρια στη Γενεύη και Ριάντ, δήλωσε ξεκάθαρα ότι «το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί μέρος της λύσης, αλλά μάλλον έναν κίνδυνο για μια δημοκρατική, πλουραλιστική και ενωμένη Συρία που θα εγγυάται τα πολιτιστικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα για όλες τις εθνοτικές, θρησκευτικές και γλωσσικές ομάδες της». Προσθέτει: «Όποιος διαβάζει το έγγραφο επισημαίνει αμέσως ότι το σημείο 1 των “Γενικών Αρχών” αναφέρεται αποκλειστικά στον αραβικό πολιτισμό και το Ισλάμ ως πηγές “για την πνευματική παραγωγή και τις κοινωνικές σχέσεις”». Ο ορισμός αυτός αποκλείει σαφώς άλλους πολιτισμούς - εθνικούς, γλωσσικούς ή θρησκευτικούς - και τοποθετεί σε εξέχουσα θέση τον πολιτισμό της πλειοψηφίας. Ως Κούρδοι της Συρίας αισθανόμαστε περιθωριοποιημένοι από αυτή τη στενή αντίληψη του συριακού λαού. Οι ομοιότητες μεταξύ αυτού του ορισμού και των σοβινιστικών πολιτικών του καθεστώτος του Άσαντ είναι αναμφισβήτητες»3.

Είναι αλήθεια ότι η Εθνική Συμμαχία των Δυνάμεων της Συριακής Επανάστασης και της Αντιπολίτευσης έχει από καιρό χάσει κάθε νομιμοποίηση να εκπροσωπήσει τις προσδοκίες της Συριακής Επανάστασης και των επαναστατών για δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα, λόγω των συμμαχιών της με δικτατορίες και αυταρχικά καθεστώτα στην περιοχή, ενώ συνεργάζεται με θρησκευτικές και αντιδραστικές δυνάμεις (Τζάις Ισλάμ) ή αναζητά περισσότερη συνεργασία μαζί τους (Άχραρ Σαμ και Φάταχ α-Σαμ). Η διαφθορά και η προώθηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών και η έλλειψη εκτίμησης για τη δημοκρατία, καθώς επιπλέον και η σοβινιστική και ρατσιστική πολιτική εναντίον του κουρδικού λαού, αντικειμενικά είναι σε αντίθεση με τους στόχους της οικοδόμησης μιας νέας Συρίας για όλους τους Σύριους, χωρίς διακρίσεις. Η ελπίδα για ριζική και ξεκάθαρη αλλαγή στηρίζεται περισσότερο στις λαϊκές οργανώσεις και τα τοπικά συμβούλια που εξακολουθούν να αγωνίζονται για τους αρχικούς στόχους της επανάστασης, όπως είδαμε κυρίως τον Φεβρουάριο κατά τη διάρκεια της μερικής κατάπαυσης του πυρός όταν διοργανώθηκαν μαζικές δημοκρατικές και μη θρησκευτικές διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα. Αυτοί οι άνθρωποι εξακολουθούν να υπάρχουν και εξακολουθούν να αγωνίζονται.

Συμφωνούμε με τα λόγια του Chris Nineham, «Το αντιπολεμικό κίνημα πρέπει να υψώσει τη φωνή του και να απαιτήσει να σταματήσουν οι ξένες επεμβάσεις που διαμελίζουν τη Συρία». Όλες οι διεθνείς και περιφερειακές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν ενάντια στα συμφέροντα του συριακού λαού και τους στόχους της επανάστασης για δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα, ενώ συχνά ενίσχυσαν τις θρησκευτικές και εθνοτικές εντάσεις στη χώρα. Ως εκ τούτου, οι παρεμβάσεις των συμμάχων του Άσαντ, κυρίως της Ρωσία και του Ιράν, ήταν πολύ πιο σημαντικές και καταστροφικές σε όλα τα επίπεδα. Και αντίθετα από τα δύο πιθανά συμπεράσματα που υπονοεί ή εξάγει ο Nineham για το περιστατικό του Ντέιρ εζ-Ζορ, ότι, «είτε στοιχεία στο δυτικό συνασπισμό εξακολουθούν να διεξάγουν έναν ακήρυχτο πόλεμο εναντίον του καθεστώτος Άσαντ, είτε οι ισχυρισμοί τους για την περιορισμένη σημασία των συμπτωματικών δολοφονιών ως αποτέλεσμα της βομβιστικής επίθεσής τους είναι εντελώς φανταστικοί». Αυτός ο πρώτος ισχυρισμός μπορεί να αγνοηθεί εντελώς· η σταθερή πολιτική των ΗΠΑ και των δυτικών κρατών δεν ήταν να αλλάξουν το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, αλλά να το διατηρήσουν, όπως αποδείξαμε σε προηγούμενα άρθρα4. Αυτό έχει γίνει επιπλέον και με την παρεμπόδιση οποιασδήποτε ένοπλης βοήθειας προς τις δημοκρατικές ομάδες του Ελεύθερου Συριακού Στρατού. Έτσι, απέχουμε πολύ από οποιονδήποτε «ακήρυχτο πόλεμο εναντίον του καθεστώτος Άσαντ».

Αυτό όμως δεν είναι αρκετό και οι ευθύνες θα πρέπει σαφώς να επισημανθούν στον πόλεμο στη Συρία. Πρέπει βέβαια να αντιταχθούμε στα ιμπεριαλιστικά τεχνάσματα καθώς είναι ενάντια στα συμφέροντα του συριακού λαού και έχουν καταστροφικές συνέπειες, αλλά δεν θα πρέπει να περιοριζόμαστε σε αυτό, αγνοώντας το ρόλο του καθεστώτος του Ασαντ, στον κίνδυνο να χάσουμε τον στόχο του τερματισμού του πολέμου. Υπό τις παρούσες συνθήκες, η συνέχιση του πολέμου από το καθεστώς του Άσαντ και τους συμμάχους του, της Ρωσίας, του Ιράν και της Χεζμπολάχ, εναντίον του συριακού λαού, καθιστά μέσα σε αυτό το πλαίσιο αδύνατο τον τερματισμό του πολέμου. Ένα απλό παράδειγμα είναι η εκστρατεία εναντίον του ιατρικού προσωπικού και των ιατρικών εγκαταστάσεων. Υπήρξαν 382 επιθέσεις σε ιατρικές εγκαταστάσεις στη Συρία από τον Μάρτιο του 2011, όταν άρχισε ο συριακός εμφύλιος πόλεμος και μέχρι τον Ιούνιο του 2016, σύμφωνα με τα στοιχεία που συνέλεξαν οι Γιατροί για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Από αυτά τα χτυπήματα, τουλάχιστον 344 - ή το 90% - διεξήχθησαν από συριακές κυβερνητικές δυνάμεις ή ρωσικές δυνάμεις που πολεμούν για λογαριασμό του προέδρου της Συρίας Μπασάρ αλ-Άσαντ. Οι δυνάμεις αυτές έχουν επίσης σκοτώσει πάνω από 700 μέλη του ιατρικού προσωπικού στη Συρία, σύμφωνα με τις στατιστικές των Γιατρών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα5.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οποιαδήποτε πολιτική μετάβαση για τον τερματισμό του πολέμου και προς ένα δημοκρατικό σύστημα πρέπει να περιλαμβάνει την αποχώρηση του δικτάτορα Άσαντ και της κλίκας του από την εξουσία, αλλιώς ο πόλεμος θα συνεχιστεί και θα προκαλέσει περισσότερες καταστροφές σε ανθρώπινες ζωές. Σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, όλοι οι εγκληματίες πολέμου πρέπει να λογοδοτήσουν για τα εγκλήματά τους, συμπεριλαμβανομένων και κατ’ αρχάς του Μπασάρ αλ-Άσαντ και της κλίκας του, δεδομένου ότι είναι ο κύριος υπεύθυνος για τους περίπου 500.000 θανάτους και τις αναγκαστικές μετακινήσεις εκατομμυρίων ανθρώπων από την αρχή της εξέγερσης τον Μάρτιο του 2011.

Ο τερματισμός του πολέμου είναι μια απόλυτη ανθρωπιστική και πολιτική αναγκαιότητα. Ο τερματισμός του πολέμου πρέπει να οδηγήσει στον τερματισμό της δυστυχίας εκατομμυρίων ανθρώπων μέσα και έξω από τη Συρία και να τους δοθεί η δυνατότητα να γυρίσουν πίσω στα σπίτια τους. Ο τερματισμός του πολέμου είναι επίσης ένας πολιτικός στόχος, επειδή είναι ο μόνος τρόπος για να αναδιοργανωθούν οι δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις και να παίξουν και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο στον αγώνα για μια νέα Συρία για όλους, χωρίς διακρίσεις, ενάντια στη δικτατορία του εγκληματικού καθεστώτος του Άσαντ και στις αυταρχικές πρακτικές των ισλαμικών φονταμενταλιστικών δυνάμεων. Παράλληλα, υπάρχει η ανάγκη για ενίσχυση του δημοκρατικού λαϊκού κινήματος και των δημοκρατικών ομάδων του Ελεύθερου Συριακού Στρατού που προασπίζονται τους στόχους της επανάστασης και συνενώνουν τα διάφορα μέρη του συριακού λαού για να αμφισβητήσουν τους θρησκευτικούς διαχωρισμούς και τον ρατσισμό.

Πρέπει να θυμόμαστε τη δράση της αγωνίστριας Ρίμα Ντάλι η οποία στάθηκε τον Απρίλιο του 2012 μπροστά στο Κοινοβούλιο της Συρίας στη Δαμασκό κρατώντας ένα πανό που έγραφε, «Σταματήστε τις δολοφονίες. Θέλουμε να οικοδομήσουμε μια χώρα για όλους τους Σύριους». Αυτό εξακλουθεί να είναι πραγματικά μια προτεραιότητα και ιδιαίτερα επίκαιρη μέσα στις σημερινές συνθήκες.

Μετάφραση: e la libertà


Joseph Daher, «Syria – Calling for an End to the Interventions is Not Nearly Enough», Peacenews, 26 Σεπτεμβρίου 2016 και سوريا الحرية للأبد - Syria Freedom Forever, 27 Σεπτεμβρίου 2016. 

Σημειώσεις

1 Chris Nineham, «Syria: Foreign Intervention and the End of the Ceasefire», Stop War Coalition, 20 Σεπτεμβρίου 2016.

2 Enab Baladi, «Turkey Trying to Impose Turkmen Council on Jarablus Administration: Sources», The Syrian Observer, 7 Σεπτεμβρίου 2016.

3 «Release: The HNC’s “Executive Framework” will neither bring peace nor equality», KNC Geneva Office, 20 Σεπτεμβρίου 2016.

4 Joseph Daher, «All the International Powers Want to Crush the Syrian Uprising», Peacenews, 12 Φεβρουαρίου 2016.

5 Jennifer Williams, «What Assad and Putin are doing in Syria is not counter-terrorism. It is barbarism.”», Vox, 26 Σεπτεμβρίου 2016.

Rima Dali

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016 12:04
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.