Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018 11:56

Αυτοκρατορικός ανταγωνισμός και κοινωνική καταστροφή στην Υεμένη

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Sumaya Α.

Αυτοκρατορικός ανταγωνισμός και κοινωνική καταστροφή στην Υεμένη

Η Υεμένη, με πληθυσμό 29 εκατομμύρια κατοίκους, αντιμετωπίζει σήμερα μία από τις χειρότερες ανθρωπιστικές καταστροφές του 21ου αιώνα. Από το 2015, έχουν εξαπολυθεί πάνω από 90.000 αεροπορικές επιδρομές στο έδαφος της Υεμένης, σκοτώνοντας δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και θέτοντας σε κίνδυνο τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων.

Αυτοί οι βομβαρδισμοί αποτελούν μέρος μιας στρατιωτικής επέμβασης που υποστηρίχθηκε από την Σαουδική Αραβία, τα τελευταία τρία χρόνια.

Η Σαουδική Αραβία και οι ΗΠΑ - των οποίων η συμμετοχή στην Υεμένη τα τελευταία χρόνια, και για πάνω από μια δεκαετία πριν, δεν έχει ακόμη εγκριθεί από το Κογκρέσο - ισχυρίζονται ότι η αδυσώπητη επίθεσή τους γίνεται για τη διασφάλιση της δημοκρατίας και την αποκατάσταση της τάξης στη χώρα.

Θα πρέπει να επισημανθεί η ειρωνεία μιας τέτοιας δήλωσης. Αυτές οι δύο χώρες, μαζί με άλλες στον στρατιωτικό συνασπισμό που επιτίθεται στην Υεμένη, πρέπει να δικαστούν για αναρίθμητες πράξεις, του παρελθόντος και του παρόντος, που βρίσκονται στον αντίθετο πόλο της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης.

Στον συνασπισμό που πολεμά την Υεμένη συμμετέχουν 10 κυβερνήσεις: του Κουβέιτ, του Κατάρ, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Αίγυπτου, της Ιορδανίας, του Μαρόκου, του Μπαχρέιν, της Σενεγάλης, του Σουδάν και της Σαουδικής Αραβίας. Υποστηρίζεται από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία, τη Γερμανία, τον Καναδά, την Τουρκία και, φυσικά, από τις ΗΠΑ - που είναι η ηγετική ιμπεριαλιστική δύναμη πίσω από αυτόν τον πόλεμο.

Και οι έξι χώρες που υποστηρίζουν την επέμβαση προσφέρουν όπλα, προμήθειες και υλικοτεχνική υποστήριξη, καθώς και βοήθεια για την επιβολή αποκλεισμού στις εμπορικές εισαγωγές και τη βοήθεια διεθνών οργανισμών. Ωστόσο, ο ρόλος των ΗΠΑ στον ανεφοδιασμό των αεροπλάνων της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ διασφαλίζει την συνέχιση των αεροπορικών επιχειρήσεων του στρατιωτικού συνασπισμού.

Ακόμη και πριν ξεκινήσει ο υποστηριζόμενος από τις ΗΠΑ Σαουδαραβικός πόλεμος στην Υεμένη, η χώρα ήταν η φτωχότερη στην περιοχή. Τώρα, με τον ασφυκτικό αποκλισμό του συνασπισμού, οι πολίτες της Υεμένης αντιμετωπίζουν αυτό που τα Ηνωμένα Έθνη θεωρούν ως «τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση στον κόσμο»1.

Από τότε που άρχισαν οι αεροπορικές επιθέσεις του συνασπισμού, περίπου 5.000 άμαχοι σκοτώθηκαν άμεσα, αν και ο αριθμός των θανάτων πιθανόν να είναι πολύ μεγαλύτερος λόγω της πείνας, των ασθενειών και άλλων παραγόντων που έχουν επιδεινωθεί ως αποτέλεσμα των βομβαρδισμών.

Ωστόσο ο πραγματικός εφιάλτης δεν είναι μόνο οι βόμβες που απειλούν να πέσουν σε τζαμιά, νοσοκομεία και σπίτια, αλλά και η εξάπλωση των ασθενειών ως αποτέλεσμα της έλλειψης καθαρού νερού, τροφίμων και γιατρών για τη θεραπεία των τραυματιών και των ασθενών.

Τον Απρίλιο αυτού του έτους, η επιδημία χολέρας εξαπλώθηκε στη χώρα. Αυτό που άρχισε με μερικές περιπτώσεις βαριάς μορφής βακτηριακής νόσου που εξαπλώθηκε με το νερό, έφτασε σε εννέα μήνες σε ένα τεράστιο ξέσπασμα που πλήττει περισσότερους από 900.000 ανθρώπους2.

Τα παιδιά της Υεμένης αντιμετωπίζουν τα χειρότερα επίπεδα υποσιτισμού. Σύμφωνα με το Save the Children3, ο πόλεμος και ο συνεχιζόμενος αποκλεισμός είναι από κοινού υπεύθυνοι για το θάνατο ήδη περίπου 40.000 παιδιών φέτος, και αυτός ο αριθμός θα μπορούσε να φτάσει στις 50.000 μέχρι το τέλος του έτους [του 2017]. Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της χώρας και το 80% του πληθυσμού χρειάζεται κάποια μορφή ανθρωπιστικής βοήθειας.

Γιατί συμβαίνει αυτό και ποιος φταίει;

Επί του παρόντος στην Υεμένη, οι δυνάμεις χωρίζονται σε δύο κύρια στρατόπεδα. Το πρώτο από αυτά είναι οι Ζαΐντι Χούθι, οι οποίοι τώρα ελέγχουν την πρωτεύουσα Σαναά και συμβάλλουν όλο και περισσότερο στην κλιμάκωση της βίας. Αυτή η ομάδα, γνωστή και ως Ανσάρ Αλλάχ, είναι ένα πολιτικό κίνημα που ανέβηκε στην εξουσία στη βόρεια Υεμένη τη δεκαετία του 1990, μετά την επανένωση του βορρά και του νότου της Υεμένης. Έχει χαλαρή σύνδεση με το Ιράν, τον κύριο περιφερειακό αντίπαλο της Σαουδικής Αραβίας.

Το δεύτερο στρατόπεδο αποτελείται από στοιχεία της παλαιάς κρατικής δομής υπό τον έλεγχο του ανατραπέντος πρώην αντιπροέδρου Αμπντραμπούχ Μανσούρ Χάντι, ο οποίος έχει μικρή λαϊκή υποστήριξη στη χώρα, αλλά υποστηρίζεται από τη Σαουδική Αραβία και αναγνωρίζεται διεθνώς.

Οι αυτοκρατορικές και περιφερειακές δυνάμεις που παρεμβαίνουν έχουν επίσης παράγει και χρηματοδοτήσει διάφορες ένοπλες ομάδες, όπως η Αλ Κάιντα, η κάθε μία με το δικό της πολιτικό πρόγραμμα.

Για να κατανοήσουμε τη σημερινή πολιτική σκηνή στην Υεμένη αξίζει να μιλήσουμε για την ιστορία της χώρας πριν από την εξέγερση του 2011.

Η σύγκρουση μεταξύ των Χούθι και της κυβέρνησης της Υεμένης που υποστηρίζεται από την αμερικανική συμμαχίας προκλήθηκε το 2004 από τον πρώην πρόεδρο Αλί Αμπντουλάχ Σάλεχ. Μετά από χρόνια καταστολής της αντίστασης των Χούθι μέσω καταπιεστικών νόμων και διακρίσεων, ο Σαλέχ διέταξε τη σύλληψη του Χουσεΐν Μπαντρεντίν αλ-Χουτζί, ενός από τους ηγέτες της Ανσάρ Αλλάχ. Αυτό βοήθησε να πυροδοτηθεί μια εξέγερση που διήρκεσε σχεδόν μια δεκαετία, οδηγώντας σε σύγκρουση τον μειονοτικό πληθυσμό Χούθι εναντίον των στρατευμάτων της Υεμένης.

Το 2011, καθώς οι λαοί σε όλο τον αραβικό κόσμο ξασηκώθηκαν ενάντια σε καταπιεστικούς δικτάτορες και μονάρχες, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έκαναν το ίδιο στην Υεμένη εναντίον του Σάλεχ4 - που, όπως κάνουν όλοι οι δικτάτορες, θεωρούσε εαυτό του μια αήττητη μορφή.

Η εξέγερση της Υεμένης ήταν ένα συναρπαστικό παράδειγμα λαϊκής επανάστασης και μαζικής κινητοποίησης. Μέσα σε μια εβδομάδα από την έναρξη της επανάστασης στην Υεμένη, ο Σάλεχ, ένας στενός σύμμαχος των ΗΠΑ, ανακοίνωσε ότι δεν θα είναι υποψήφιος για επανεκλογή. Ωστόσο, οι διαμαρτυρίες συνεχίστηκαν και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2011, ο Σάλεχ είχε δηλώσει ότι θα παραιτηθεί και θα μεταβιβάσει την εξουσία στον αντιπρόεδρό του τον Αμπντραμπούχ Μανσούρ Χάντι.

Ο Χάντι, όπως και ο Σάλεχ πριν απ’ αυτόν, δεν διέθετε μια βάση λαϊκής υποστήριξης μεταξύ των φυλετικών ηγετών ή σε οποιαδήποτε από τις μεγάλες δυνάμεις στην Υεμένη. Ως αποτέλεσμα, επέλεξε να συμμαχήσει με διάφορες ισλαμικές παρατάξεις, μερικές από τις οποίες υπήρχαν στην Υεμένη για πολλές δεκαετίες, όπως το Κόμμα Ισλάχ - ομάδα που ιδρύθηκε από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα κατά τη δεκαετία του 1990 και χρηματοδοτήθηκε από τη Σαουδική Αραβία.

Εν τω μεταξύ άλλοι ισλαμιστές, όπως η αλ-Κάιντα, άρχισαν να εγκαθίστανται στην περιοχή και συμμάχησαν με τον Χάντι και άλλες δυνάμεις ενάντια στους Χούθι, οι οποίοι είχαν αρχίσει να είναι η κυρίαρχη δύναμη της αντίστασης. Η παρέμβαση των δυνάμεων του συνασπισμού υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας έχει τροφοδοτήσει από τότε ακόμη περισσότερο τον σεχταρισμό και συνέβαλε στη διατήρηση της πολιτικής δυναμικής πίσω από αυτές τις ομάδες.

Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο χρόνων, ο Χάντι και οι σύμμαχοί του διεξήγαγαν έναν διαρκή πόλεμο ενάντια στους Χούθι και τους υποστηρικτές τους στο βόρειο τμήμα της Υεμένης. Η δημοκρατική αντίσταση στην κυβέρνηση του Χάντι συντρίφτηκε και συκοφαντήθηκε ως προσβολή της δημοκρατίας.

Αλλά τον Αύγουστο του 2014, αφότου η κυβέρνηση του Χάντι διπλασίασε τις τιμές των καυσίμων σε μια προσπάθεια να περιορίσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού της χώρας, οι μαζικές διαμαρτυρίες που κάλεσαν οι Χούθι εξαπλώθηκαν σε όλη την πρωτεύουσα. Οι κυβερνητικές δυνάμεις κατέστειλαν βίαια τις διαδηλώσεις, με αποτέλεσμα τη δολοφονία μιας γυναίκας που διαδήλωνε μπροστά στο προεδρικό μέγαρο.

Η εξέγερση δυνάμωσε και πέντε μήνες αργότερα οι Χούθι πήραν τον έλεγχο της πρωτεύουσας, αναγκάζοντας σε παραίτηση τον Χάντι και τους υπουργούς του. Ο ανατραπής Χάντι κατέφυγε στην πόλη Άντεν και εκεί, με την υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας, ανακήρυξε την πόλη σε νέα προσωρινή πρωτεύουσα.

Μέσα σε ένα μήνα, η Σαουδική Αραβία συγκέντρωσε τον στρατιωτικό συνασπισμό των χωρών της Μέσης Ανατολής, με την υποστήριξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες, και άρχισε έναν αδίστακτο πόλεμο στον πληθυσμό της Υεμένης.

Η στρατιωτική εκστρατεία, που ονομάστηκε Επιχείρηση Αποφασιστική Θύελλα, προοριζόταν να διαρκέσει μόνο λίγους μήνες και, στην πραγματικότητα, κηρήχθηκε επισήμως περισσότερο από ένα μήνα μετά από τότε που ξεκίνησε. Ωστόσο, σήμερα εισέρχεται στο τρίτο έτος.

Οι προηγούμενες συμμαχίες αναδιαρθρώθηκαν καθώς στοιχεία του παλιού καθεστώτος υπό την ηγεσία του Σάλεχ, συμμάχησαν με τους Χούθι, σε μια προσπάθεια να ανακτήσουν τον έλεγχο της χώρας. Αλλά ο Σάλεχ δεν περίμενε ότι η στρατιωτική επιχείρηση που διεξήγαγε η Σαουδική Αραβία θα συνεχιστεί για τόσο καιρό.

Νωρίτερα φέτος, σύμφωνα με φήμες που διαδίδονται, ο Σάλεχ προσπαθεί να διαπραγματευτεί με μέλη του συνασπισμού – σε μια προσπάθεια να στραφεί στους αρχικούς συμμάχους του. Στη συνέχεια, πριν από δύο εβδομάδες, ο Σάλεχ έδωσε μια τηλεοπτική συνέντευξη που ανέφερε την επιθυμία του να διαπραγματευτεί με τη Σαουδική Αραβία και τον Χαντί. Μια μέρα αργότερα, η συνοδεία του Σάλεχ έπεσε σε ενέδρα, και σκοτώθηκε.

Αυτό είναι το πεδίο της αντιπαράθεσης στη σημερινή Υεμένη: Οι εμπλεκόμενες δυνάμεις είναι πολλές, και οι συγκρούσεις που κυριαρχούν μεταξύ τους δεν δείχνουν κανένα σημάδι υποχώρησης. Εκείνοι που υφίστανται το κύριο βάρος των συνεπειών των συγκρούσεων είναι οι πολίτες της Υεμένης, οι οποίοι - είτε στην πόλη Σάαντα των Χούθι είτε στο Άντεν που ελέγχεται από τον Χάντι - ζουν με τη συνεχή απειλή του θανάτου, από τις αεροπορικές επιδρομές, τη χολέρα και τις ασθένειες ή τη λιμοκτονία.

Οι βομβαρδισμοί και ο αποκλεισμός που προκάλεσε ο συνασπισμός που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ είναι οι πρωταρχικοί παράγοντες που προκαλούν τον θάνατο και την καταστροφή στην Υεμένη.

Τα πλοία των ΗΠΑ βοηθούν στον αποκλεισμό της χώρας ελέγχοντας την πρόσβαση στα λιμάνια της Υεμένης, καθιστώντας την Ουάσινγκτον έναν από τους κύριους ενόχους στον αποκλεισμό της ανθρωπιστικής βοήθειας προς έναν πληθυσμό που αντιμετωπίζει αυτό που μπορεί να εξελιχθεί στον χειρότερο λιμό του κόσμου εδώ και δεκαετίες. Επτά εκατομμύρια άνθρωποι θα μπορούσαν να πεθάνουν εάν δεν επιτραπεί η εισαγωγή τροφίμων στη χώρα και δεν παρασχεθούν άμεσα φάρμακα για τη θεραπεία ασθενειών, όπως η χολέρα.

Τον Οκτώβριο του 2016, όταν ένα πλοίο του ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών εκτόξευσε πυραύλους εναντίον στόχων των Χούθι στη Σαναά5, το Πεντάγωνο προσπάθησε να πείσει το κοινό ότι η κλιμάκωση της βίας ήταν μια απάντηση στην απρόκλητη επίθεση εναντίον αμερικάνικων πλοίων από τις δυνάμεις των Χούθι.

Καμιά αλήθεια δεν υπάρχει σ’ αυτό. Οι ΗΠΑ παρεμβαίνουν στρατιωτικά στην Υεμένη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ξεκίνησε το πρόγραμμα πολέμου με μη επανδρωμένα αεροσκάφη6. Οι επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη είχαν ως αποτέλεσμα τη δολοφονία νωρίτερα φέτος του 8χρονου Ναουάρ Αλ-Αουλάκι, του οποίου η οικογένεια είχε γίνει στόχος για υποτιθέμενους δεσμούς με την Αλ Κάιντα.

Η επίθεση που σκότωσε τον Αλ-Αουλάκι ήταν η πρώτη στρατιωτική δράση που ανέλαβε ο Τραμπ μετά την ανάληψη των καθηκόντων του. Πριν από αυτό, ο Μπαράκ Ομπάμα διέταξε την επιχείρηση που σκότωσε το 16χρονο αδελφό του Αλ-Αουλάκι τον Ανουάρ το 2010.

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ είναι υπεύθυνη για πολύ περισσότερους θανάτους στην Υεμένη από ό,τι είτε η Αλ Κάιντα είτε οι Χούθι. Μόνο τα τελευταία δύο χρόνια, οι ΗΠΑ και ο σύμμαχός τους η Σαουδική Αραβία έχουν χτυπήσει σχολεία, νοσοκομεία, αεροδρόμια, γάμους, κηδείες και σπίτια, όλα στο όνομα της «εξάλειψης τρομοκρατικών πυρήνων». Οι ΗΠΑ δικαιολογούν πάντα τους θανάτους πολιτών λόγω «κακών πληροφοριών», αλλά η πραγματικότητα είναι ότι οι βομβιστικές εκστρατείες των ΗΠΑ και οι επιθέσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών προκαλούν αναπόφευκτα θανάτους αμάχων7.

Ενώ οι Η.Π.Α. χρησιμοποιούν την παρουσία της Αλ Κάιντα στην Υεμένη ως δικαιολογία για τις επιθέσεις τους με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και την υποστήριξη του αεροπορικού πολέμου που διεξάγεται από την Σαουδική Αραβία, οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους παρεμβαίνουν οι ΗΠΑ στη μικροσκοπική χώρα της Υεμένης έχουν πάντα να κάνουν με τα αυτοκρατορικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή.

Εκτός από τις συμφωνίες όπλων απ’ τις οποίες επωφελήθηκαν οι ΗΠΑ (μόλις αυτό το έτος, ο Τραμπ υπέγραψε μια συμφωνία όπλων μεταξύ ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας αξίας 110 δισεκατομμυρίων δολαρίων), οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να διασφαλίσουν ότι όποιος είναι στην εξουσία θα είναι ενδοτικός και πρόθυμος να προσαρμοστεί στην επιρροή τους και τον οικονομικό τους έλεγχο. Η κυβέρνηση του Χάντι, και πιο πριν η κυβέρνηση του Αλί Αμπντουλάχ Σάλεχ, έκανε ακριβώς αυτό. Ωστόσο, οι Χούθι, καθώς και οι λαϊκές διαδηλώσεις που συγκλόνισαν τη χώρα το 2011, απέχουν πολύ από αυτό.

Οι Σαουδάραβες, επίσης, έχουν πολλά να χάσουν εάν οι Χούθι διατηρήσουν τον έλεγχο ή αν γίνει μια άλλη λαϊκή εξέγερση στην Υεμένη. Η Υεμένη, αν και μικρή και αδύναμη, θα μπορούσε να εμποδίσει τη Σαουδική Αραβία να αποκτήσει πρόσβαση σε μερικές από τις πιο προσοδοφόρες εμπορικές οδούς στην Ερυθρά Θάλασσα. Χωρίς ένα καθεστώς ευθυγραμμισμένο με τα συμφέροντά τους στην Υεμένη, η Σαουδική Αραβία και οι σύμμαχοί της φοβούνται ότι αυτά τα λιμάνια θα μπορούσαν ελεγχθούν από άλλες δυνάμεις της περιοχής - κυρίως το Ιράν.

Οι άλλες δυνάμεις του συνασπισμού, όπως η Ιορδανία και η Αίγυπτος, είναι αντεπαναστατικές κυβερνήσεις ή μοναρχίες. Στην περίπτωση της Ιορδανίας, το καθεστώς στηρίζεται αποκλειστικά στις ενισχύσεις των ΗΠΑ για να διατηρηθεί στη ζωή. Όπως ακριβώς έστρεψε την πλάτη της στην Παλαιστίνη και άνοιξε το δρόμο για την πορεία του Τραμπ στην Ιερουσαλήμ, έτσι προδίδει την Υεμένη και συνωμοτεί με τις δυνάμεις που βομβαρδίζουν τη χώρα μεταρέποντάς τη σε συντρίμμια.

Η κοινωνική καταστροφή προκάλεσε προσφυγική κρίση - ακόμη και εκείνους που είναι σε θέση να ξεφύγουν από τη χώρα και να αναζητήσουν καταφύγιο στις ΗΠΑ ή στην Ευρώπη, τους γυρίζουν πίσω ή τους απελαύνουν.

Οι ίδιες πλούσιες χώρες που συνεργάζονται για τη δημιουργία και τη διατήρηση του πολέμου κλείνουν τις πόρτες τους, επικαλούμενες το φόβο της βίας και της έλλειψης κεφαλαίων. Αντίθετα, τα φτωχότερα έθνη, όπως το Τζιμπουτί και η Σομαλία - τα οποία έχουν επίσης καταστραφεί από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό - έχουν ανοίξει τις πόρτες τους στους φτωχούς πρόσφυγες.

Η απαγόρευση εισόδου Μουσουλμάνων από τον Trump, την οποία επενέφερε πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, αφορά ολόκληρο τον πληθυσμό της Υεμένης.

Βομβαρδισμοί στην πατρίδα τους και στη συνέχεια άρνησή να τους δεχτεί όταν φεύγουν - αυτό είναι ένα μοτίβο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και μια σημαντική υπενθύμιση του οργανικού δεσμού μεταξύ της εξωτερικής και της εσωτερικής πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι όταν διαμαρτυρόμαστε, πρέπει να απαιτούμε όχι μόνο «αφήστε τους να έρθουν» αλλά και «σταματήστε τον πόλεμο».

Μετάφραση: e la libertà

Sumaya Α., «Imperial rivalry and social disaster in Yemen», SocialistWorker.org, 13 Δεκεμβρίου 2017 και «Rivalidad imperial en Yemen», SocialistWorker.org, 11 Ιανουαρίου 2018. 

Σημειώσεις

1 «Statement by UNICEF Executive Director, Anthony Lake, WFP Executive Director, David Beasley and WHO Director-General, Dr. Tedros Adhanom Ghebreyesus, following their joint visit to Yemen», Reliefweb, 26 Ιουλίου 2017. 

2 Stephanie Nebehay, «Cholera could resurge in Yemen due to lack of aid, fuel: WHO», Reuters, 3 Δεκεμβρίου 2017.

3 Raf Sanchez, «More than 50,000 Yemeni children ‘‘will die by the end of the year’’», The Telegraph, 15 Νοεμβρίου 2017. 

4 David Whitehouse «Another Middle East tyrant at the brink», SocialistWorker.org, 28 Μαΐου 2011. 

5 Eric Ruder, «U.S. steps up its role in Saudi war on Yemen», SocialistWorker.org, 18 Οκτωβρίου 2016. 

6 Eric Ruder, «The undeclared drone war», SocialistWorker.org, 29 Απριλίου 2015. 

7 Azmat Khan, Anand Gopal, «The Uncounted», The New York Times, 16 Νοεμβρίου 2017. 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018 12:12
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο