Τρίτη, 06 Μαρτίου 2018 15:53

Ο πόλεμος δεν θα τελειώσει ακόμα στη Συρία

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Gilbert Achcar

Ο πόλεμος δεν θα τελειώσει ακόμα στη Συρία

Ο Ζιλμπέρ Ασκάρ συναντήθηκε με το περιοδικό Syrian Corner κατά τη διάρκεια της Εβδομάδας Ευαισθητοποίησης για τη Συρία, 2018. Ο Ασκάρ υποστηρίζει ότι η συριακή σύγκρουση δεν έχει τελειώσει και ότι για να δημιουργήσει ο Μπασάρ αλ-Άσαντ ένα νέο πολιτικό πλαίσιο, είναι απαραίτητη μια συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Ο Achcar αναφέρει ότι ο ρόλος του Ιράν σε μια μελλοντική Συρία είναι ένα από τα βασικά ζητήματα που διακυβεύονται και συζητά τον τουρκικό πόλεμο εναντίον του PYD, τον περιφερειακό ρόλο της Σαουδικής Αραβίας, τις διεθνείς ειρηνευτικές διασκέψεις για τη Συρία, τις πρόσφατες διαδηλώσεις στο Ιράν και τη νέα αμερικανική εξωτερική πολιτική για τη Μέση Ανατολή στη συνέντευξη που ακολουθεί.

Ο Ασαντ και ο Πούτιν δήλωσαν πρόσφατα ότι έχουν «κερδίσει τον πόλεμο». Έχει τελειώσει ο πόλεμος στη Συρία; Τι θα συμβεί με τον Μπασάρ αλ-Άσαντ;

Υπάρχουν πολλοί ευσεβείς πόθοι σε τέτοιες διακηρύξεις: εξακολουθούν να διεξάγονται μάχες στην περιοχή του Ιντλίμπ και στην Ανατολική Γούτα. Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι το καθεστώς, υποστηριζόμενο από το Ιράν και τη Ρωσία, έχει πλέον εδραιωθεί και δεν αντιμετωπίζει πια καμιά απειλή για την ύπαρξή του. Δύο φορές πριν βρέθηκε στα πρόθυρα μιας τεράστιας ήττας και διασώθηκε κάθε φορά από ξένη επέμβαση, πρώτα από το Ιράν, στη συνέχεια από τη Ρωσία. Το αποτέλεσμα είναι ότι το καθεστώς έχει τώρα το στρατιωτικό πλεονέκτημα. Αλλά όταν λέω «καθεστώς», αναφέρομαι στην πραγματικότητα στον άξονα Ρωσίας-Ιράν-Άσαντ, καθώς μόνο του το καθεστώς του Άσαντ δεν θα ήταν σε θέση να πετύχει κάτι τέτοιο. Αντίθετα, θα είχε ηττηθεί εδώ και πολύ καιρό.

Εξάλλου, εξακολουθεί να υπάρχει μια πολύ μεγάλη περιοχή της Συρίας εκτός του ελέγχου του καθεστώτος στη βορειοανατολική περιοχή, όπου κυριαρχούν οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF). Οι μονάδες προστασίας των Σύριων Κούρδων (YPG) με επικεφαλής το Κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας (PYD) αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των SDF. Ελέγχουν ένα τεράστιο τμήμα της Συρίας, που περιλαμβάνει ολόκληρη την περιοχή ανατολικά του Ευφράτη στα τουρκικά και ιρακινά σύνορα - και εκεί ακριβώς εμπλέκονται πραγματικά τα αμερικανικά στρατεύματα στην περιοχή. Δύο ακόμη περιοχές βρίσκονται υπό τον έλεγχο των YPG και των συμμάχων τους: η Μανμπίτζ, δυτικά του Ευφράτη και το Αφρίν, όπου πραγματοποιείται σήμερα η τουρκική επίθεση.

Πιο συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα των YPG: Η Τουρκία έχει ξεκινήσει μια επίθεση στην ελεγχόμενη από τις YPG περιοχή του Αφρίν. Αυτό συνιστά μια νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης;

Εδώ βρίσκεται μια σημαντική αντίφαση. Για πολλά χρόνια, οι δυτικές δυνάμεις ακολουθούν τον Τούρκο σύμμαχό τους, βασικό μέλος του ΝΑΤΟ, στην περιγραφή του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK) ως τρομοκρατικής οργάνωσης. Ο τουρκικός στρατός έχει εμπλακεί σε αρκετές επιθέσεις εναντίον των Κούρδων στην Τουρκία για πολλά χρόνια με την υποστήριξη των χωρών του ΝΑΤΟ.

Ωστόσο, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν να πολεμήσουν το ISIS τόσο στη Συρία όσο και στο Ιράκ το 2014, δεν ήθελαν να εμπλέξουν αμερικανικά στρατεύματα άμεσα σε μάχες στην περιοχή, αλλά πρόσφεραν αντ’ αυτού αεροπορική και υλική υποστήριξη στις τοπικές δυνάμεις. Έτσι, διαπίστωσαν ότι από στρατιωτική προοπτική οι καλύτεροι σύμμαχοι σε αυτή τη μάχη στη Συρία θα ήταν οι κουρδικές δυνάμεις. Η Ουάσιγκτον ενθάρρυνε τη δημιουργία των SDF, με τη συμπερίληψη Αραβών της Συρίας που ανήκουν κατά κύριο λόγο στην περιοχή που τελεί υπό τον έλεγχο των SDF, έτσι ώστε οι ΗΠΑ να μην εμφανίζονται ως εμπλεκόμενες σε μια εθνοτική σύγκρουση στην πλευρά της κουρδικής μειονότητας. Δεδομένου ότι όλοι γνωρίζουν ότι το PYD / YPG είναι στενά συνδεδεμένο με το PKK, αυτή η συμμαχία δημιούργησε ένα πολιτικό παράδοξο. Κατά την καταπολέμηση του ISIS, οι ΗΠΑ βασίστηκαν σε μια δύναμη που συνδέεται με ένα πολιτικό κίνημα που χαρακτηρίζεται επισήμως ως «τρομοκρατικό» από την Τουρκία και τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης της Ουάσινγκτον. Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι αυτό έχει ενοχλήσει τρομερά το τουρκικό κράτος, που εξοργίστηκε βλέποντας τις ΗΠΑ να συνεργάζονται με τον νούμερο ένα δημόσιο εχθρό του.

Αυτό έγινε ακόμη πιο έντονο από το γεγονός ότι ο Ερντογάν πραγματοποίησε μια απότομη εθνικιστική μετατόπιση το 2015, όταν το κόμμα του, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αυτό οφειλόταν στην αύξηση των ψήφων που συγκέντρωσε ένας αριστερός συνασπισμός στον οποίο το κουρδικό κίνημα διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο, αλλά οφειλόταν, κυρίως, στην απώλεια ψήφων προς τους ακροδεξιούς Τούρκους εθνικιστές. Αντιμέτωπος με αυτό, ο Ερντογάν επανέλαβε τον πόλεμο στους Κούρδους μετά από χρόνια ειρήνης με το κουρδικό κίνημα, καταφεύγοντας στην υποδαύλιση του τουρκικού εθνικισμού. Η ισλαμική συντηρητική μορφή του λόγου του δεν άλλαξε, αλλά σημειώθηκε μια νέα στροφή προς την κατεύθυνση του τουρκικού εθνικισμού και την ανανέωση της επίθεσης στους Κούρδους. Ο Ερντογάν διοργάνωσε δεύτερές εκλογές πέντε μήνες αργότερα, στις οποίες το κόμμα του επανέκτησε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Επί του παρόντος, το AKP βρίσκεται σε συμμαχία με το μεγαλύτερο ακροδεξιό τουρκικό εθνικιστικό κόμμα.

Βασικά, αυτή η στάση του Ερντογάν τον έφερε όλο και περισσότερο σε μια πορεία σύγκρουσης με τις ΗΠΑ. Οι εντάσεις με τη διοίκηση του Ομπάμα αυξήθηκαν. Ο Ερντογάν στοιχημάτισε για λίγο στη διοίκηση του Τράμπ - ο Ντόναλντ Τράμπ υποσχέθηκε να σταματήσει να υποστηρίζει τις κουρδικές δυνάμεις στη Συρία. Ωστόσο, το Πεντάγωνο αντιτάχθηκε, γιατί οι κουρδικές δυνάμεις έχουν αποδείξει ότι είναι εξαιρετικοί μαχητές και έχουν συμβάλει στην καταπολέμηση του ISIS.

Το Πεντάγωνο θεωρεί τις SDF ως το βασικότερο διαπραγματευτικό χαρτί που έχουν σήμερα στη Συρία. Γνωρίζουν ότι αν διακόψουν τους δεσμούς με τις SDF, το καθεστώς Άσαντ και οι δυνάμεις υπό την ηγεσία του Ιράν θα προσπαθήσουν αναπόφευκτα να ανακτήσουν την τεράστια στρατηγική περιοχή στα ανατολικά του Ευφράτη. Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ είναι αποφασισμένες να περιορίσουν την επέκταση του Ιράν στην περιοχή, το Πεντάγωνο δεν βλέπει άλλη επιλογή από το να στηρίζει τις συριακές-κουρδικές δυνάμεις και να συνεχίσει να υποστηρίζει τις SDF. Εκεί βρίσκονται οι τριβές.

Ο Ερντογάν προς το παρόν επιτίθεται εναντίον της περιοχής Αφρίν στη βορειοδυτική Συρία, στην οποία η πλειοψηφία είναι Κούρδοι. Η περιοχή αυτή δεν διαδραμάτισε κανένα ρόλο στην καταπολέμηση του ISIS και συνεπώς δεν ενδιέφερε τις ΗΠΑ. Δεν υπάρχουν αμερικανικά στρατεύματα εκεί. Αλλά ο Ερντογάν απείλησε να στραφεί εναντίον της Μανμπίτζ - όπου οι SDF υποστηρίζονται άμεσα με επί τόπου αμερικανική παρουσία. Η Ρωσία έδωσε το πράσινο φως για την παρέμβαση της Τουρκίας στην περιοχή Αφρίν, αποσύροντας από εκεί τα στρατεύματά της. Σκοπός της είναι να διευρύνει έτσι το χάσμα μεταξύ Τουρκίας και ΗΠΑ.

Όλη αυτή η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη και εδώ μπορούμε να ξανάρθουμε στο αρχικό ερώτημα: δεν έχουμε ακόμα φτάσει σε ένα τέλος στη Συρία. Οτιδήποτε σαν το η «αποστολή ολοκληρώθηκε», όπως ανακοίνωσε ο Μπους πολύ απρόσεκτα και άστοχα αμέσως μετά την κατοχή του Ιράκ και όπως ο Πούτιν έχει ανακηρύξει δύο φορές για τη Συρία, είναι απλώς ευσεβείς πόθοι. Τίποτα δεν έχει επιλυθεί στη Συρία. Το καθεστώς Άσαντ, ακόμη και με τη στήριξη της Ρωσίας, δεν έχει την ικανότητα να ελέγξει τη χώρα. Χρειάζεται το Ιράν. Ωστόσο, η παρουσία του Ιράν στη Συρία είναι απαράδεκτη τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για το Ισραήλ.

Θα ήταν διατεθειμένη η Τουρκία, εάν νικήσει τις κουρδικές δυνάμεις, να προχωρήσει τόσο πολύ ώστε να καταλάβει την Μανπίτζ;

Πράγματι, είναι πολύ δύσκολο ζήτημα, και αυτό που συμβαίνει τώρα είναι αρκετά ξεκάθαρο. Θα ήταν αρκετά δύσκολο για τις τουρκικές δυνάμεις να παραμείνουν στην περιοχή του Αφρίν για πολύ καιρό ακόμα και αν καταφέρουν να την καταλάβουν, καθώς θα υφίστανται διαρκείς επιθέσεις. Επιπλέον, θα έκαναν πόλεμο σε μια ξένη επικράτεια, χωρίς τη δικαιολογία ότι έχουν προσκληθεί από την επίσημη κυβέρνηση σε αντίθεση με τις δυνάμεις του Ιράν και της Ρωσίας.

Ο Ερντογάν παίζει με τη φωτιά. Έχει αναλάβει ένα μεγάλο ρίσκο με αυτή τη επιχείρηση. Αντιμετωπίζοντας τη δυσαρέσκεια ακόμη και μέσα στο κόμμα του, χρησιμοποιεί αυτή την εθνικιστική προσπάθεια για να εδραιώσει την εξουσία του. Αλλά μια στρατιωτική οπισθοδρόμηση θα μπορούσε να του κοστίσει πολύ.

Υπό ποιες συνθήκες θα έφευγε το Ιράν από τη Συρία;

Το Ιράν θα πρέπει να αναγκαστεί να φύγει. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί εάν υπάρξει μια ρωσοαμερικανική συμφωνία, με τη μορφή ενός ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών που θα προβλέπει ότι, βάσει μιας πολιτικής συμφωνίας που θα επιτευχθεί στη Γενεύη, όλα τα ξένα στρατεύματα που εισήλθαν στη Συρία μετά το 2011 (με εξαίρεση τους Ρώσους που ήταν ήδη στη Συρία πολύ πριν από αυτό το έτος) θα πρέπει να εγκαταλείψουν τη χώρα.

Θα ήταν δύσκολο για το Ιράν να πει «όχι», ειδικά εάν το συριακό καθεστώς αποτελεί μέρος αυτής της συμφωνίας. Ο Άσαντ δεν θα συμπαραταχθεί με το Ιράν αντί με τη Μόσχα, αν έπρεπε να επιλέξει. Η Μόσχα βασίζεται στις δυνάμεις του καθεστώτος στην περιοχή, ενώ το Ιράν καταλαμβάνει την περιοχή. Η Τεχεράνη δεν θα επέτρεπε στο συριακό καθεστώς το ίδιο περιθώριο αυτονομίας που θα του επέτρεπε η Μόσχα. Να προσθέσουμε επίσης ότι το ιρανικό καθεστώς είναι ιδεολογικά διαφορετικό από το καθεστώς της Συρίας. Το συριακό καθεστώς έχει απεικονιστεί από πολλούς ως προπύργιο ενάντια στον ισλαμικό φονταμενταλισμό, μολονότι υποστηρίζεται επί τόπου από ισλαμικές φονταμενταλιστικές δυνάμεις υπό την ηγεσία του Ιράν. Αυτό είναι επίσης μέρος της πολυπλοκότητας αυτής της κατάστασης.

Υπήρξαν ορισμένες σημαντικές διαδηλώσεις στο Ιράν από τις 28 Δεκεμβρίου του περασμένου έτους. Ποια επιρροή μπορεί να έχουν στην παρέμβαση του Ιράν στη Συρία;

Εάν το κίνημα συνεχιζόταν και εξακολουθούσε να επεκτείνεται, ίσως δημιουργούσε μια κατάσταση που υποχρέωνε το καθεστώς να επανεξετάσει την παρέμβασή του στη Συρία, η οποία καταδικάστηκε από τους διαδηλωτές. Αλλά το κίνημα υποχώρησε και εξαφανίστηκε και το καθεστώς απέκτησε ξανά τον έλεγχο. Βλέπουμε, ωστόσο, μια αύξηση της έντασης μεταξύ των δύο πτερύγων του καθεστώτος. Η ρεφορμιστική πτέρυγα που εκπροσωπείται από τον Ιρανό πρόεδρο Ρουχανί προσπαθεί να περιορίσει τη σκληροπυρηνική πτέρυγα της Επαναστατικής Φρουράς (Pasdaran), υποστηρίζοντας ότι η τελευταία και οι διεθνείς παρεμβάσεις της επιβαρύνουν την ιρανική οικονομία.

Εάν η κοινωνική αναταραχή ξαναρχίσει, τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν, αλλά προς το παρόν το καθεστώς έχει τον πλήρη έλεγχο. Επιπλέον, η Συρία αποτελεί σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί στην αντιπαράθεση της Τεχεράνης με τη διοίκηση του Τραμπ, ο οποίος απειλεί να ακυρώσει την πυρηνική συμφωνία. Μια τέτοια κίνηση θα έπαιζε το παιγνίδι των σκληροπυρηνικών και θα ενθάρρυνε συνεπώς τη συνέχιση της επέκτασης του Ιράν σε αντιδιαστολή προς την αμερικανική πίεση.

Πιστεύετε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) θα πρέπει να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο στην κριτική προς την Τουρκία για την επίθεση εναντίον των Κούρδων;

Η ΕΕ δεν κατάφερε να δράσει ανεξάρτητα από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε παγκόσμιο επίπεδο όσον αφορά πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα. Έχει συμπεριφερθεί μέχρι τώρα ως βοηθός των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό έχει γίνει ένα πρόβλημα για την Ευρώπη με τη διοίκηση του Τραμπ, επειδή είναι η πρώτη φορά που υπάρχει ένας πρόεδρος των ΗΠΑ ο οποίος βρίσκεται σε τέτοια πολιτική αντίθεση με το καθιερωμένο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα και τόσο κοντά στην ευρωπαϊκή άκρα δεξιά. Η κυβέρνηση Μπους είχε αντιμετωπίσει προβλήματα με κάποιες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όπως της Γαλλίας και της Γερμανίας, που αντιτάχθηκαν στην εισβολή στο Ιράκ λόγω διαφορετικών συμφερόντων. Αλλά η βρετανική κυβέρνηση του Τόνι Μπλερ, για παράδειγμα, συμμετείχε πλήρως στην πλευρά του Μπους.

Σχετικά με το ζήτημα της Παλαιστίνης, αποκρυσταλλώθηκε μια άποψη διαφορετική από της ΕΕ, γι’ αυτό και ο Πρόεδρος της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ), Μαχμούντ Αμπάς, προσπαθεί τώρα να κάνει τους Ευρωπαίους να αναγνωρίσουν το παλαιστινιακό κράτος. Και για το Ιράν υπάρχουν ανοικτές αποκλίσεις μεταξύ των Ευρωπαίων και της διοίκησης Τραμπ. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ήταν ικανοποιημένες από την πολιτική του Ομπάμα που οδήγησε στην πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, την οποία ο Τραμπ θεωρεί τη χειρότερη συμφωνία που έχει συναφθεί ποτέ από τις ΗΠΑ. Αν ακυρώσει την πυρηνική συμφωνία, αυτό θα δημιουργήσει μια ανοιχτή κρίση στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ευρώπη. Έτσι, η Παλαιστίνη και το Ιράν, προς το παρόν, είναι δύο επίμαχα ζητήματα στα οποία υπάρχει έντονη αντίθεση μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ. Ωστόσο, το συριακό ζήτημα δεν είναι ένα θέμα στο οποίο η Ευρώπη διατηρεί απόψεις αντίθετες με εκείνες των ΗΠΑ. Στη Συρία, η ΕΕ δεν επέδειξε ανεξάρτητη στάση μέχρι σήμερα.

Θεωρώντας ότι η σύγκρουση δεν έχει τελειώσει, νομίζετε ότι υπάρχει πιθανότητα ανασυγκρότησης, όπως ζητά ο Άσαντ;

Και πάλι, αυτό είναι ευσεβής πόθος. Η ίδια η Ρωσία έχει ζητήσει επανειλημμένα από την ΕΕ να χρηματοδοτήσει την ανασυγκρότηση της Συρίας. Έχει πολύ θράσος επειδή η Ρωσία έχει εξασφαλίσει μια θέση σύμφωνα με την οποία, εάν επρόκειτο να γίνει ανασυγκρότηση της Συρίας, θα διαδραματίσει βασικό ρόλο σε αυτήν. Η Μόσχα θα ήθελε τους Ευρωπαίους να χρηματοδοτήσουν την ανασυγκρότηση της Συρίας με τις ρωσικές εταιρείες να τσεπώνουν την μερίδα του λέοντος από τις συμβάσεις. Αλλά αυτό δεν θα συμβεί γιατί οι Ευρωπαίοι δεν θα εκταμιεύσουν χρήματα χωρίς το πράσινο φως των ΗΠΑ, το οποίο δεν θα δοθεί μέχρις ότου η Ουάσιγκτον να είναι πεπεισμένη ότι το Ιράν δεν θα επωφεληθεί από την κατάσταση. Υπό τις σημερινές συνθήκες, το Ιράν θα εξασφαλίσει αναγκαστικά ένα σημαντικό μέρος της αγοράς. Έτσι, η ανασυγκρότηση δεν θα βρίσκεται στην ατζέντα μέχρι να λυθεί αυτό το πολιτικό παζλ.

Η Ρωσία προσπαθεί να καθιερώσει ένα μεταπολεμικό πολιτικό πλαίσιο για τη Συρία. Έχουν αρχίσει να το κάνουν από τα τέλη του 2016, λίγο πριν ο Τραμπ αναλάβει την προεδρία. Περίμεναν απ’ αυτόν να εκπληρώσει την υπόσχεσή του για νέες σχέσεις με τη Ρωσία, αλλά προς το παρόν αυτό δεν συμβαίνει καθώς το κατεστημένο στην Ουάσιγκτον αντέδρασε με μια έντονα αντιρωσική θέση. Εν πάση περιπτώσει, ο Τραμπ δεν θα καταλήξει σε καμία συμφωνία με τους Ρώσους εάν δεν συμφωνήσουν να σταματήσουν τη συνεργασία με το Ιράν στη Συρία και να απωθήσουν τις δυνάμεις του από τη χώρα.

Για τον Τραμπ το ιδανικό σενάριο θα ήταν να καταλήξουν σε συμφωνία με τον Πούτιν, αναθέτοντας στους Ρώσους να φροντίζουν τη Συρία υπό την προϋπόθεση ότι θα απομακρύνουν το Ιράν. Σε αντάλλαγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να άρουν τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας και να τους προσφέρουν κάποιες παραχωρήσεις στην Ευρώπη. Αλλά αυτό δεν βρίσκεται προς το παρόν στον ορίζοντα.

Πιστεύετε ότι κάποιες από τις συνομιλίες στο Σότσι και στη Γενεύη θα αλλάξουν κάτι στη Συρία;

Αυτές οι συνομιλίες αφορούν τους όρους μιας πολιτικής διευθέτησης. Γνωρίζουμε με τι θα μοιάζει αυτή λίγο πολύ - μια μεταβατική περίοδος, ένα νέο σύνταγμα, νέες εκλογές, όλα αυτά με τον Ασσάντ να παραμένει στην εξουσία και να διεξάγει νέες προεδρικές εκλογές - οπότε δεν υπάρχει τίποτε καινούργιο που θα μπορούσαμε να περιμένουμε από αυτή την άποψη. Η Μόσχα και ο Ασαντ διακηρύσσουν ότι είναι πρόθυμοι να έχουν διεθνείς παρατηρητές που θα παρακολουθήσουν τις νέες εκλογές. Μπορεί να στοιχηματίζουν σε νίκη του Άσαντ σε ελεύθερες προεδρικές εκλογές σήμερα στη Συρία, επειδή το καθεστώς Άσαντ είναι ένα ενιαίο μπλοκ ενώ η αντιπολίτευση είναι πολύ διχασμένη. Το γεγονός ότι η αντιπολίτευση βρίσκεται σε χαοτική κατάσταση μπορεί να δώσει στο καθεστώς Άσαντ αρκετή αυτοπεποίθηση για να αποδεχτεί ένα τέτοιο σενάριο.

Ωστόσο, για να συμβεί κάτι τέτοιο, απαιτείται πρώτα μια διεθνής συμφωνία. Στις συνομιλίες του Σότσι με τη χορηγία της Μόσχας, συμμετείχαν μόνο η Ρωσία, η Τουρκία, το Ιράν, το καθεστώς της Συρίας και ένα αναξιόπιστο τμήμα της Συριακής αντιπολίτευσης. Στις συνομιλίες που πραγματοποίησε ο ΟΗΕ στη Γενεύη, εμπλέκονταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη. Δεν βλέπω τις ΗΠΑ να δέχονται μια συμφωνία που δεν προβλέπει την απόσυρση όλων των ξένων στρατευμάτων που εισήλθαν στη Συρία μετά το 2011. Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ θα πουν: «Είμαστε πρόθυμοι να φύγουμε από τη Συρία υπό την προϋπόθεση ότι και οι ιρανικές δυνάμεις θα την εγκαταλείψουν.» Γι’ αυτό οι ΗΠΑ έχουν κολλήσει επί του παρόντος στην περιοχή ανατολικά του Ευφράτη. Το μήνυμα της Ουάσινγκτον προς τους Ρώσους είναι: «Θα αφήσουμε τη Συρία σε εσάς αν την απαλλάξετε από τους Ιρανούς, διαφορετικά δεν θα το κάνουμε».

Η άποψη του Τραμπ για τη σύγκρουση είναι διαφορετική από την άποψη του Ομπάμα. Προσπαθεί να απομονώσει το Ιράν και αναγνώρισε την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του ισραηλινού κράτους. Γιατί οι πολιτικές τους είναι διαφορετικές και ποιες συνέπειες για την περιοχή θα έχει η πολιτική του Τραμπ;

Υπάρχουν διάφορα ζητήματα εδώ. Όταν πρόκειται για το Ισραήλ, ο Τραμπ απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο κοινό: τους Ευαγγελιστές και άλλους χριστιανούς σιωνιστές, οι οποίοι αποτελούσαν ένα μεγάλο μέρος της εκλογικής περιφέρειας των Ρεπουμπλικάνων υπό τον Μπους και εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό μέρος της βάσης των ψηφοφόρων του Τραμπ. Ο Μάικ Πενς, Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, είναι αντιπροσωπευτικός αυτού του τμήματος. Ξεπερνά ακόμα και το αφεντικό του στην φιλοϊσραηλινή ρητορεία. Αντίθετα, δεν υπάρχει συναίνεση για το θέμα αυτό στο ευρύτερο αμερικανικό σύστημα. Ακόμα και κάποιοι από τους ακόλουθους του Τραμπ δεν ήταν ευχαριστημένοι με τη στάση του για την Ιερουσαλήμ, η οποία είναι πολύ ιδεολογική. Το μόνο ζήτημα για το οποίο υπάρχει συναίνεση στη διοίκηση είναι η σκληρή στάση απέναντι στο Ιράν, αλλά σ’ αυτήν δεν περιλαμβάνεται ούτε η κατάργηση της πυρηνικής συμφωνίας.

Το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας εξακολουθεί να διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στη συριακή διαμάχη, ιδίως όσον αφορά το Ιράν;

Το άγχος ενθάρρυνε πάρα πολύ τους Σαουδαίους ηγέτες να κλιμακώσουν τις εχθροπραξίες εναντίον του Ιράν. Ήταν πολύ αδέξιοι στον χειρισμό επεισοδίων όπως η άσκηση πίεσης στο Κατάρ ή η αναγκαστική παραίτηση του Πρωθυπουργού του Λιβάνου, Σαάντ Χαρίρι, που κατέληξαν σε φιάσκο. Οι Σαουδάραβες ηγέτες δεν έχουν καμία δική τους στρατηγική όσον αφορά τη Συρία και ευθυγραμμίζονται πίσω από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα απομεινάρια της συριακής αντιπολίτευσης που συνδέονται με αυτούς έχουν αποδυναμωθεί πολύ. Έτσι, η συνολική επιρροή του Ριάντ στη Συρία είναι πολύ εξασθενημένη. Κύριο μέλημά του είναι να περιορίσει το Ιράν και να μειώσει την επιρροή του, και γι’ αυτό μπορεί να στηριχθεί μόνο στην Ουάσινγκτον.

Μετάφραση: e la libertà

Gilbert Achcar, «The war is far from being over in Syria», SOAS Syria society, 12 Φεβρουαρίου 2018  και International Viewpoint, 15 Φεβρουαρίου 2018. Η συνέντευξη έχει μεταφραστεί και στα ισπανικά: Gilbert Achcar, «La guerra en Siria está lejos de terminarse», Flores en Daraya, 13 Φεβρουαρίου 2018.

Ο Ζιλμπέρ Ασκάρ είναι Καθηγητής Αναπτυξιακών Μελετών στο SOAS [School of Oriental and African Studies] του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, καθώς και γνωστός συγγραφέας με επίκεντρο τη Μέση Ανατολή και τον Αραβικό Κόσμο. Κάποια από τα βιβλία του είναι: The Clash of Barbarisms: The Making of the New World Disorder, Saqi Books, 2006 [στα ελληνικά: Σύγκρουση βαρβαροτήτων: Η δημιουργία της νέας παγκόσμιας αταξίας, Πολύτροπον, Αθήνα 2006]. Μαζί με τον Νόαμ Τσόμσκι: Perilous Power: The Middle East and U.S. Foreign Policy, 2007 [Στα ελληνικά: Επικίνδυνη δύναμη. Η Μέση Ανατολή και η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ: Συζήτηση για την τρομοκρατία, τη δημοκρατία, τον πόλεμο και τη δικαιοσύνη, Πολύτροπον Αθήνα 2007]. Μαζί με τον Michel Warschawski: The 33-Day War: Israel’s War on Hezbollah in Lebanon and its Consequences, 2007 [στα ελληνικά: Η επίθεση των 33 ημερών. Ο πόλεμος του Ισραήλ κατά της Χεζμπολά στο Λίβανο και οι συνέπειές του, Πολύτροπον, Αθήνα 2007]. Και πιο πρόσφατα: The Arabs and the Holocaust: The Arab-Israeli War of Narratives (2010).

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 06 Μαρτίου 2018 16:18
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.