Πέμπτη, 08 Μαρτίου 2018 09:49

Το Ιράν, η Σαουδική Αραβία, η Μέση Ανατολή: μια εξαιρετικά εκρηκτική περιοχή

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Gilbert Achcar

Το Ιράν, η Σαουδική Αραβία, η Μέση Ανατολή: μια εξαιρετικά εκρηκτική περιοχή

YC: Υπάρχει πολλή συζήτηση για ένα είδος «ψυχρού πολέμου» μεταξύ του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας. Πώς εκδηλώνεται συγκεκριμένα;

Εάν με ψυχρό πόλεμο καταλαβαίνουμε μια έντονη διένεξη, κατά την οποία η Σαουδική Αραβία και το Ιράν βρίσκονται σε στρατιωτικό-πολιτικό ανταγωνισμό και εμπλέκονται σε πολέμους με πληρεξούσιους μέσω παρεμβαλλόμενων χωρών, χωρίς να έρχονται σε άμεσο πόλεμο η μία εναντίον της άλλης, τότε αυτό συμβαίνει. Από την ίδρυσή του, το ιρανικό καθεστώς που προήλθε από την «Ισλαμική επανάσταση» του 1979 βρισκόταν σε διαρκή εχθρότητα με το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας. Αυτά είναι πολιτικά αντιθετικά καθεστώτα, αν και τα δύο βασίζονται στον ισλαμικό φονταμενταλισμό. Το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας συνδέεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν γεννήθηκε από την ανατροπή της μοναρχίας και είναι έντονα αντιαμερικανική. Αυτό που μετάτρεψε εδώ και καιρό τον ψυχρό πόλεμο σε θερμό είναι ο τρόπος με τον οποίο η εισβολή στο Ιράκ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ το 2003 άνοιξε το κουτί της Πανδώρας: έδωσε στο Ιράν την ευκαιρία να επεκτείνει και στη συνέχεια να εδραιώσει την επιρροή του στο Ιράκ, σε μια αραβική χώρα που συνορεύει με το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας. Μέχρι τότε, ο κύριος βοηθός του Ιράν στην περιοχή ήταν η Λιβανέζικη Χεζμπολάχ, αλλά αυτό παρέμενε μια σχετικά περιορισμένη ανησυχία για τους Σαουδάραβες. Από την άλλη πλευρά, η επέκταση της ιρανικής επιρροής στο Ιράκ αποτέλεσε για αυτούς μια πηγή μεγάλης ανησυχίας, η οποία ενισχύθηκε έκτοτε, ειδικά με τη νέα επέκταση της ιρανικής επιρροής με την ευκαιρία της λεγόμενης «Αραβικής Άνοιξης». Το Ιράν επωφελείται από την αποσταθεροποίηση της Αραβικής Μέσης Ανατολής: πρώτα από την αποσταθεροποίηση που προκάλεσε η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ και ύστερα απ’ αυτήν που προκλήθηκε από την «Αραβική Άνοιξη» λίγα χρόνια αργότερα. Μετά το Ιράκ, το Ιράν παρενέβη στη Συρία από το 2013, με περιφερειακούς βοηθούς αλλά και με Ιρανούς στην περιοχή. Ύστερα ήταν η στροφή της Υεμένης, όπου οι Χούθι υποστηρίχτηκαν από την Τεχεράνη, αν και ο ιρανικός στρατιωτικός ρόλος παραμένει περιορισμένος σε αυτή τη χώρα σε σύγκριση με το Ιράκ και τη Συρία.

Δεν λείπουν σχολιαστές στη Δύση που εξηγούν ότι αυτό που συμβαίνει εδώ είναι ένα νέο επεισόδιο του κοσμικού ανταγωνισμού των Σιιτών και των Σουνιτών. Τι πιστεύετε για αυτή την «ανάλυση»;

Είναι μια τυπικά «οριενταλιστική» εξήγηση με την υποτιμητική έννοια του όρου, που αναφέρεται σε μια λογική που κάθε φορά φέρνει τα πάντα πίσω σε πολιτισμούς που υποτίθεται ότι έχουν μόνιμη διάρκεια. Αυτό δεν έχει νόημα: η επονομαζόμενη σύρραξη Σουνιτών-Σιιτών δεν ήταν μια σημαντική πτυχή της περιφερειακής πολιτικής μέχρι την εισβολή στο Ιράκ και τον επακόλουθο εμφύλιο πόλεμο το 2006, που έλαβε θρησκευτικό χαρακτήρα, με την αντιπαράθεση των Σουνιτών εναντίον των Σιιτών στη χώρα αυτή. Είναι γεγονός όμως ότι, από την ισλαμική επανάσταση στο Ιράν, οι Σαουδάραβες - των οποίων η επίσημη ιδεολογία είναι έντονα αντισιιτική - έχουν παίξει το θρησκευτικό χαρτί για να απομονώσουν την ιρανική επανάσταση, εξηγώντας ότι ο χομεϊνισμός ήταν μια προσωποποίηση του σιιτισμού και ερχόταν σε αντίθεση με τον Σουνιτισμό. Οι ηγέτες της Ισλαμικής Δημοκρατίας, από την πλευρά τους, χρησιμοποίησαν βεβαίως τη σιιτική τους θρησκευτική ηγετική εξουσία για να επεκτείνουν την επιρροή τους στον αραβικό κόσμο. Παρενέβησαν στον Λίβανο, ιδίως για την ίδρυση, τον εξοπλισμό και τη χρηματοδότηση της Χεζμπολάχ, αλλά, κατά κανόνα, η δηλωμένη επίσημη πολιτική τους ήταν πιο Πανισλαμική παρά Σιιτική. Προσπάθησαν να επικαλούνται γενικά το Ισλάμ και σφυρηλάτησαν μάλλον ισχυρούς δεσμούς με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, οι οποίοι είναι Σουνίτες, αλλά φονταμενταλιστές σαν κι αυτούς. Ειδικότερα, υπερηφανεύονται για την υποστήριξη στην Χαμάς, του παλαιστινιακού κλάδου της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, ένα είδος διωνύμου της Χεζμπολάχ. Έτσι, υπήρχε μια παν-ισλαμική πολιτική του Ιράν που έφερνε σε αμηχανία τους Σαουδάραβες και δημιούργησε μια ισλαμική διαμάχη μεταξύ τους... Αυτό που συνέβη εντούτοις μετά την εισβολή στο Ιράκ και ιδιαίτερα μετά τον εμφύλιο πόλεμο στη χώρα είναι ότι είδαμε μια κλιμάκωση της θρησκευτικής πτυχής της ιρανικής πολιτικής, η οποία έχει καταστεί όλο και πιο αποφασιστική. Η Τεχεράνη επέκτεινε την επιρροή της στο Ιράκ παίζοντας το θρησκευτικό χαρτί, το οποίο στη συνέχεια έγινε ένα βασικό στοιχείο της στρατηγικής της. Αυτό συνέβαλε σημαντικά στη όξυνση της κατάστασης με τους Σαουδάραβες, οι οποίοι, φυσικά, δεν σταμάτησαν να εξαπλώνουν τη βίαιη θρησκευτική τους ιδεολογία. Το να λέμε ότι σήμερα υπάρχει μια θρησκευτική δυναμική στην περιοχή είναι αναμφισβήτητο, αλλά το να εξηγούμε αυτή τη δυναμική από το απλό γεγονός ότι υπάρχουν Σουνίτες και Σιίτες δεν εξηγεί τίποτα: είναι ταυτολογία. Πρόκειται για μια πολιτική διαδικασία που έδωσε στη σύγκρουση αυτή τη θρησκευτική διάσταση. Επιπλέον, μπορούμε να πούμε ότι όλες οι ιστορικές επιβιώσεις όπως η θρησκεία ή ο φυλετισμός, δεν είναι αιώνια πολιτισμικά στοιχεία, αλλά πολιτισμικά στοιχεία που έχουν διατηρηθεί ή ανακτηθεί και χρησιμοποιούνται για πολιτικούς σκοπούς... Γιατί δεν υπάρχουν πλέον πολέμοι μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών στην Ευρώπη, εκτός από τη σύγκρουση στη Βόρεια Ιρλανδία, όταν η Ευρώπη γνώρισε τέτοιες συγκρούσεις και πιο θανάσιμες, στο παρελθόν; Εάν αυτός ο θρησκευτικός παράγοντας παίζει τώρα έναν τέτοιο ρόλο στη Μέση Ανατολή, είναι για λόγους πολιτικής ιστορίας και όχι για πολιτιστικούς ή θρησκευτικούς λόγους. Η πηγή της σύγκρουσης δεν έγκειται στις θρησκευτικές διαφορές, αλλά σε πολύ βρώμικες συγκρούσεις συμφερόντων.

Όσον αφορά τον ιρανικό επεκτατισμό όπως καταγγέλλουν οι Σαουδάραβες, οι Αιγύπτιοι, οι δυτικές κυβερνήσεις... ποια είναι η πραγματικότητα; Υπήρξαν αυτές οι ευκαιρίες που δόθηκαν στο Ιράν για να αυξήσει την επιρροή του στο Ιράκ και τη Συρία, αλλά ποια είναι τα όρια αυτής της επιρροής και πώς διαμορφώνεται πραγματικά ως μια πιεστική απειλή για τα Σαουδαραβικά, τα Ισραηλινά ή τα Αμερικανικά συμφέροντα;

Υπάρχει απειλή για τις τρεις χώρες που αναφέρατε, στο βαθμό που το ιρανικό κράτος έχει μια πολιτική που είναι έντονα εχθρική ως προς αυτές. Θα ήθελα επίσης να τονίσω ότι ο επέκταση του ιρανικού καθεστώτος αποτελεί ταυτόχρονα απειλή για τους πληθυσμούς της περιοχής. Η εκμετάλλευση του θρησκευτικού παράγοντα κάνει τις κοινωνίες της περιοχής να εκρήγνυνται, κάτι που είναι εξαιρετικά σοβαρό. Αυτή η επεκτατική πολιτική καθοδηγείται κυρίως από τους Φρουρούς της Επανάστασης, που είναι ένα κράτος εν κράτει στο Ιράν: ελέγχουν έναν σημαντικό τομέα της οικονομίας της χώρας και αποτελούν την ένοπλη έκφραση του επεκτατισμού του καθεστώτος, από τη φύση τους ως στρατιωτική-πολιτική δύναμη. Είναι αυτοί που παρεμβαίνουν στο Ιράκ, στη Συρία, στο Λίβανο, όπου εποπτεύουν στρατεύματα που έχουν επιλεγεί σε θρησκευτική βάση. Δεν μπορείτε να είστε μέλος της Χεζμπολάχ, για παράδειγμα, χωρίς να είστε Σιίτης: πρόκειται για μια οργάνωση βασισμένη στη θρησκευτική ένταξη. Όλα αυτά παρουσιάζουν εξαιρετικά επικίνδυνα σχίσματα σ’ αυτές τις κοινωνίες. Οι Σαουδάραβες δεν είναι καλύτεροι, δεν υπάρχει αμφιβολία, αλλά στην προκειμένη περίπτωση η επιθετική πολιτική επέκτασης της Τεχεράνης έρχεται σε αντίθεση με τον συντηρητισμό των Σαουδαραβών. Δεν τους βλέπουμε να χτίζουν τοπικά ένοπλα δίκτυα όπως το κάνει το Ιράν. Ακόμη και στη Συρία, χρηματοδότησαν και υποστήριξαν ομάδες που δεν ελέγχουν πλήρως. Το βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας είναι υπερ-συντηρητικό και φοβάται αυτή την αποσταθεροποίηση της περιοχής, η οποία δεν φοβίζει καθόλου το Ιράν!

Εννοείτε ότι η αστάθεια ωφελεί το Ιράν, όχι τη Σαουδική Αραβία, που προτιμά τη διατήρηση του status quo;

Πάρτε τον Λίβανο ως παράδειγμα: οι Σαουδάραβες δεν έχουν δημιουργήσει και δεν προσπαθούν να δημιουργήσουν μια σουνιτική εκδοχή της Χεζμπολάχ, παρόλο που η Χεζμπολάχ έχει το μονοπώλιο της δύναμης στο Λίβανο. Το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας είναι σίγουρα πιο αντιδραστικό από το ιρανικό καθεστώς, κοινωνικά και πολιτισμικά, αλλά το Ιράν είναι πολύ πιο επιθετικό και επεκτατικό. Παίζει έναν ακόμη πιο επικίνδυνο ρόλο στο να δώσει θρησκευτικό χαρακτήρα στις συγκρούσεις στην περιοχή. Αυτό ήταν ένα ουσιαστικό αντίδοτο ενάντια στο επαναστατικό κύμα της «Αραβικής Άνοιξης». Εάν αυτό το κύμα δεν μπόρεσε να εξαπλωθεί στο Ιράκ, παρά τις προσπάθειες κοινωνικής κινητοποίησης, οφείλεται κυρίως στη θρησκευτική διάσπαση. Το ίδιο έγινε και στο Λίβανο. Εάν στη Συρία το καθεστώς ήταν σε θέση να αντισταθεί στο επαναστατικό κύμα και να αντεπιτεθεί, το έκανε επίσης αξιοποιώντας τον θρησκευτικό παράγοντα, αλλά και πρωτίστως χάρη στην υποστήριξη του Ιράν μέσω των θρησκευτικών πολιτοφυλακών που προέρχονται από το Ιράκ, τον Λίβανο, και το ίδιο το Ιράν (συμπεριλαμβανομένων στρατευμάτων που αποτελούνται από Αφγανούς πρόσφυγες στη δεύτερη χώρα, συχνά εξαναγκαστικά επιστρατευμένους). Αυτές οι πολιτοφυλακές παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση του καθεστώτος.

Αλλά τι γίνεται με το ιρακινό κράτος επί του παρόντος; Φαίνεται υπερβολικό να το περιγράψουμε ως υποτελές στο Ιράν, αλλά είναι βαθιά συνδεδεμένο με το Ιράν ενώ εξακολουθεί να λαμβάνει αμερικανική υποστήριξη.

Είναι παράδοξο, πράγματι. Για πολύ καιρό υπάρχει ανταγωνισμός σε συνδυασμό με συνεργασία μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν στο Ιράκ. Η αμερικανική εισβολή ξεκίνησε από την αρχή με τη συνενοχή του Ιράν, πράγμα που σημαίνει ότι οι Σουνίτες Άραβες εθνικιστές, όπως και οι Μπααθιστές, κατηγορούν τακτικά το Ιράν ότι είναι συνεργός των Ηνωμένων Πολιτειών και παρουσιάζονται ως θύματα μιας ιρανοαμερικανικής συνωμοσίας. Είναι αναμφισβήτητο ότι, όταν τα αμερικανικά στρατεύματα εισέβαλαν στο Ιράκ, έφεραν μαζί τους το Ανώτατο Συμβούλιο της Ισλαμικής Επανάστασης στο Ιράκ, πιστό στο Ιράν, καθώς και το Κόμμα Ντάουα, ένα σιιτικό κόμμα που συνδέεται με το Ιράν... Και επιπλέον η κατοχή ακόμη και τα τοποθέτησε στην κυβέρνηση! Μπορούμε να συζητήσουμε σε ποιο βαθμό ήταν ανοησία εκ μέρους της κυβέρνησης Μπους, αλλά υπήρχε αναμφισβήτητα κάποια ηλιθιότητα... Η ομάδα Μπους δήλωνε ακόμη, ένα χρόνο μετά την εισβολή, ότι είχαν ξεγελαστεί από έναν τυχοδιώκτη που ονομάζεται Τζαλαμπί, που ήταν ο κύριος πληροφοριοδότης τους στην ιρακινή περιπέτεια και αργότερα κατηγορήθηκε ότι ήταν διπλός πράκτορας για λογαριασμό του Ιράν. Το αποτέλεσμα, εν πάση περιπτώσει, είναι ότι εγκατέστησαν το Ιράν στην εξουσία στο Ιράκ, και το έκαναν όταν τα αμερικανικά στρατεύματα ήταν ακόμα εκεί. Εγκατέστησαν τον Μαλίκι ως αρχηγό της κυβέρνησης, ενώ αυτός είναι ο άνθρωπος που ενίσχυσε σημαντικά τους δεσμούς μεταξύ του ιρακινού κράτους που ανοικοδομούνταν και του Ιράν. Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν από το Ιράκ το 2011, άφησαν μια χώρα που ήταν πολύ περισσότερο εξαρτώμενη από την Τεχεράνη παρά από την Ουάσινγκτον. Και όταν, τρία χρόνια αργότερα, ο ISIS πραγματοποίησε τις επιτυχίες του στο Ιράκ, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξάρτησαν την παρέμβασή τους από την παραίτηση του Μαλίκι, του ανθρώπου που είχαν θέσει οι ίδιοι επικεφαλής της κυβέρνησης. Τον αντικατέστησαν με τον Αμπάντι, ο οποίος παίζει το χαρτί της ουδετερότητας, αλλά στην περιοχή, όποιος κι αν είναι ο σημερινός πρωθυπουργός, οι δυνάμεις που συνδέονται άμεσα με το Ιράν είναι τόσο ισχυρές, όσο και ο επίσημος στρατός, ο οποίος ελέγχεται από το Ιράν. Ο ηγέτης των Ιρανών Φρουρών της Επανάστασης περιφέρεται στην περιοχή, επισκέπτεται τα στρατεύματα, δίνει οδηγίες, όπως σε κατακτημένη περιοχή...

Πώς αναλύετε την αμερικανική πολιτική, ή ίσως τις αμερικανικές πολιτικές, ενόψει του χάους που φαίνεται να βασιλεύει αυτή τη στιγμή στην κορυφή του αμερικανικού κράτους; Είναι περισσότερο μια πολιτική ουράς / τυχοδιωκτική πολιτική απέναντι στις μηχανοραφίες της Σαουδικής Αραβίας ή μήπως οι ίδιοι οι Αμερικανοί έχουν εμπλακεί σε ελιγμούς; Έχουν σήμερα μια συνεκτική στρατηγική;

Στην πραγματικότητα δεν έχουμε δει ποτέ άλλοτε τέτοιες παραφωνίες στην Ουάσινγκτον. Ακόμη και κατά την εποχή του Watergate, δεν υπήρχαν παραφωνίες στην εξωτερική πολιτική. Σήμερα, υπάρχει ο Τραμπ, ο οποίος θα ήθελε να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη πολιτική, και το σύστημα, ο στρατός, το Πεντάγωνο, που δεν τον ακολουθούν σε πολλά πράγματα. Για να δώσουμε μόνο ένα παράδειγμα, ο Τραμπ είχε υποσχεθεί στον Ερντογάν να σταματήσει να υποστηρίζει τις κουρδικές δυνάμεις στη Συρία και το Πεντάγωνο είπε το ακριβώς αντίθετο ένα μήνα αργότερα. Ο Τραμπ στοιχηματίζει στην προσέγγισή του με τη Μόσχα και ήθελε να αναπτύξει μια πολιτική βασισμένη σε αυτή την προσέγγιση. Υπολόγισε στη Ρωσία για να απομακρύνει το Ιράν από τη Συρία, αλλά δεν πέτυχε. Είδε πολλά εμπόδια να ορθώνονται μπροστά στην επιθυμία του να έρθει πιο κοντά στον Πούτιν. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει το Πεντάγωνο, το οποίο αποφάσισε, από το 2014-2015, να στηριχθεί στους Σύριους Κούρδους, στις Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG) και χαίρεται που έκανε αυτή την επιλογή: είναι εξαιρετικοί μαχητές. Η Ουάσινγκτον τους έχει ωθήσει να δημιουργήσουν μια δύναμη, στην οποία εντάχθηκαν και Άραβες, τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), ώστε να μην εμφανίζονται πλέον ως αποκλειστικά κουρδική δύναμη. Οι SDF κέρδισαν τη μάχη εναντίον της ISIS στο έδαφος της Συρίας. Βλέπουμε όλη την πολυπλοκότητα αυτής της κατάστασης, όπου ένας ορισμένος καμπιστικός «αντιιμπεριαλισμός» (ο οποίος από την πλευρά του είναι αποκλειστικά αντιαμερικανικός και συχνά ακόμη και φιλορωσικός), όπως εκδηλώθηκε στη Συρία ή στη Λιβύη, δεν ταιριάζει με την κατάσταση. Υπάρχουν πράγματι περιπτώσεις, οι οποίες είναι σίγουρα εξαιρέσεις, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν, όπως και σήμερα στη Συρία, μια προοδευτική δύναμη στον αγώνα της εναντίον ενός αντιδραστικού εχθρού. Το YPG είναι αναμφισβήτητα στη Συρία η πιο προοδευτική δύναμη της χώρας, στο βασικό ζήτημα της κατάστασης των γυναικών ειδικότερα, παρά τα όρια που έχει και χωρίς να βουλιάζουμε στο παραλήρημα να πιστεύουμε ότι η Παρισινή Κομμούνα έχει επανιδρυθεί στις κουρδικές περιφέρειες της Συρίας. Τώρα αποδεικνύεται ότι αυτός είναι ο λαός που το Πεντάγωνο αποφάσισε να υποστηρίξει, γεγονός που προκάλεσε αναταραχή στα μυαλά των καμπιστών, τους οποίους δεν είδαμε να διαδηλώνουν εναντίον της αμερικανικής επέμβασης στη Συρία, διότι δύσκολα θα μπορούσαν να καταδικάσουν τις δυνάμεις που συνδέονται με το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK), μια οργάνωση που υποστήριζαν εδώ και πολλά χρόνια. Είναι προφανές ότι οι κουρδικές δυνάμεις δεν μπορούν να κατηγορηθούν ότι είχαν αποδεχθεί την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς την οποία θα είχαν συνθλιβεί από το ISIS. Η πόλη Κομπάνι δεν θα μπορούσε να σωθεί χωρίς την αμερικανική αεροπορική υποστήριξη και τα όπλα που ρίχτηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς τις κουρδικές δυνάμεις, προς ενόχληση της Άγκυρας. Αλλά ταυτόχρονα θα ήταν μεγάλο λάθος να βασίζονται οι Κούρδοι πάρα πολύ στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες αργά ή γρήγορα θα τους απογοητεύσουν. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Υπάρχει ένα είδος αμοιβαιότητας στον τρόπο που χρησιμοποιούν ο ένας τον άλλο σε αυτή τη φάση. Μόνο ένας ανόητος, στο όνομα του «αντιιμπεριαλισμού», θα τους κατηγορούσε γι’ αυτό, πράγμα που θα ισοδυναμούσε με πρόταση αυτοκτονίας σ’ αυτούς. Αλλά αυτό δεν είναι προφανώς αξιόπιστη υποστήριξη: η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τις YPG προς το παρόν ως προπύργιο όχι μόνο εναντίον του ISIS, αλλά και εναντίον του Ιράν. Το Πεντάγωνο ξέρει ότι αν έπεφταν τώρα οι Κούρδοι, οι Ιρανοί θα αποκτούσαν πιθανώς τον έλεγχο της περιοχής ανατολικά του Ευφράτη.

Πιστεύετε ότι ο «ψυχρός πόλεμος» μπορεί να αναθερμανθεί; Οι συγκρούσεις μεταξύ του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας γίνονται όλο και πιο θερμές, και αυτό που προκαλεί σύγχυση είναι η πολυπλοκότητα των παραγόντων, οι εντάσεις και συνεπώς ο κίνδυνος να ξεφύγουν τα πράγματα.

Οι Σαουδάραβες έχουν κάψει τα δάχτυλά τους: η εξόρμησή τους στην Υεμένη έχει αποτύχει. το μόνο που κατάφερε να παράξει είναι μια γιγαντιαία ανθρωπιστική καταστροφή. Δεν βλέπω πραγματικά το βασίλειο να ξεκινά μια στρατιωτική περιπέτεια ενάντια στο Ιράν, σε αντίθεση με άλλους, όπως το Ισραήλ ή οι Ηνωμένες Πολιτείες, ειδικά με μια διοίκηση Τράμπ που είναι τόσο έντονα αντιιρανική. Απ’ όλ’ αυτά δεν μπορεί να αποκλειστεί τίποτα. Πάρτε, για παράδειγμα, την πρόσφατη βομβιστική επίθεση των ΗΠΑ εναντίον των συριακών στρατευμάτων που σκότωσε περίπου εκατό άτομα. Αυτός ήταν ένας τρόπος να πουν: Μην προσεγγίζετε τις περιοχές όπου είμαστε παρόντες. Η κατάσταση μπορεί να κλιμακωθεί μεταξύ των Ιρανών και των Αμερικανών. Αυτό που μπλοκάρει τα πράγματα είναι η παρουσία της Ρωσίας, η οποία δεν επιθυμεί να συρθεί από την Τεχεράνη και ακόμη λιγότερο από το συριακό καθεστώς σε σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά είναι σίγουρα μια εκρηκτική κατάσταση.

Υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ αυτών των πολεμοχαρών κραυγών και των εξεγέρσεων της Αραβικής Άνοιξης του 2011; Μπορούμε να προσθέσουμε τώρα και την Ιρανική Άνοιξη, επειδή παρόλο που οι διαδηλώσεις στην αρχή του έτους τέλειωσαν γρήγορα, παραμένουν ακόμα χαρακτηριστικές. Υπάρχει σχέση μεταξύ της εξωτερικής πολιτικής και των εσωτερικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν;

Φυσικά. Υπάρχει ήδη μια αντικειμενική σχέση: αυτές οι στρατιωτικές περιπέτειες είναι δαπανηρές και το Ιράν ειδικότερα, πολύ περισσότερο από τους Σαουδάραβες, αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία είναι προϊόν των κυρώσεων και των τιμών του πετρελαίου, αφενός, αλλά και αυτής της πολιτικής της επέκτασης που η κυβέρνηση προσπαθεί τώρα να χρηματοδοτήσει ρίχνοντας τα βάρη στις πλάτες του πληθυσμού, εφαρμόζοντας τις συνταγές του ΔΝΤ. Πράγματι, το ΔΝΤ έχει κληθεί για διάσωση καθορίζοντας μια νέα οικονομική πολιτική στο Ιράν. Και ήταν οι συνταγές του που πυροδότησαν την έναρξη της λαϊκής εξέγερσης που είδαμε. Ένα από τα έντονα ζητήματα αυτής της εξέγερσης ήταν η απόρριψη από μέρους του πληθυσμού αυτής της περιφερειακής πολιτικής της επέκτασης. Ο λαός γνωρίζει πολύ καλά ότι οι περιπέτειες του καθεστώτος στο Ιράκ, τη Συρία και τον Λίβανο του κόστισαν πολύ και διεξάγονται με δικά του έξοδα. Όσον αφορά τους Σαουδάραβες, το οικονομικό τους πρόβλημα συνδέεται με την πτώση των τιμών του πετρελαίου, αλλά είναι μια πτώση που προκάλεσαν εσκεμμένα το 2014. Το βασίλειο είναι, φυσικά, πολύ πιο πλούσιο από το Ιράν.

Ο Μοχάμμεντ Βιν Σαλμάν, γνωστός ως MBS [από τα αρχικά του ονόματός του Mohamed Ben Salman], ο νέος Σαουδάραβας «ισχυρός άντρας», κάνει τη μετάβαση από τη βασιλεία μιας εκτεταμένης οικογένειας, του μεγέθους μιας φυλής με την φυλετική έννοια, στη βασιλεία μιας μόνο περιορισμένης οικογένειας, περισσότερο σύμφωνη με την μοναρχική παράδοση. Με άλλα λόγια και με κάποιο τρόπο, είναι το πέρασμα από τη συμμετοχή στην κρατική ιδιοκτησία μερικών χιλιάδων ανθρώπων, μελών του απογόνου του ιδρυτή του βασιλείου, σε μια δυναστεία που βασίζεται στους απογόνους του βασιλιά Σαλμάν, η οποία είναι πολύ μικρότερη και το πέρασμα από τη μεταβίβαση του θρόνου από αδελφό σε αδερφό στη μεταβίβαση από πατέρα σε γιο. Είναι μια επανάσταση του παλατιού, από κάθε έννοια της διατύπωσης. Εάν ο MBS ταρακουνάει το δέντρο της καρύδας (έχει συλλάβει αρκετά μέλη της διευρυμένης κυρίαρχης οικογένειας για να τους αναγκάσει να επιστρέψουν στο κράτος κάποιες από τις περιουσίες που έχουν συσσωρεύσει εκμεταλλευόμενα τα προνόμιά τους), δεν το κάνει καθόλου από ηθική ακεραιότητα αφού ο ίδιος έχει κάνει χειρότερα. Αυτό που επιτρέπεται σε μερικούς δεν επιτρέπεται πλέον σε άλλους και είναι επίσης ένας βολικός τρόπος να γεμίσουν τα ταμεία του κράτους.

Πώς θα μπορούσε να επιδεινωθεί η κατάσταση; Ακόμα κι αν και οι δύο δεν θέλουν έναν πραγματικό μετωπικό πόλεμο... Είπατε επίσης κάτι που μπορεί να ακούγεται περίεργο: οι Σαουδάραβες είναι φοβισμένοι και συντηρητικοί. Όμως, από μακριά φαίνεται ότι είναι εκείνοι που σπέρνουν τη αναταραχή σήμερα με την απαγωγή του πρωθυπουργού του Λιβάνου, με τον αποκλεισμό του Κατάρ, με την στρατιωτική επέμβαση στην Υεμένη. Ωστόσο, λέτε «σε αντίθεση με το Ισραήλ και το Ιράν». Θεωρείτε την πολιτική του Νετανιάχου τυχοδιωκτική;

Η ισραηλινή πολιτική υπήρξε για πολλά χρόνια τυχοδιωκτική, ειδικότερα μετά την εισβολή στον Λίβανο το 1982. Η πολιτική που ακολουθεί ο Νετανιάχου με το ακροδεξιό του υπουργικό συμβούλιο είναι μια πολιτική που προχωρά στην άκρη του γκρεμού, μια εξτρεμιστική πολιτική που ρίχνει μόνο λάδι στη φωτιά. Αυτή η πολιτική βρήκε τώρα έναν σύμμαχο στο πρόσωπο του Τραμπ, όπως δείχνει η θέση του για την Ιερουσαλήμ, η οποία είναι μια πρόκληση. Από την στρατιωτική πλευρά, ακόμη και ενόψει της εσωτερικής κατάστασης στο Ισραήλ, είναι απίθανο η χώρα να ξεκινήσει μια σημαντική επιχείρηση στο άμεσο μέλλον. Ωστόσο, η συχνότητα των άρθρων στον ισραηλινό τύπο σχετικά με τον «επερχόμενο πόλεμο» υποδηλώνει κάτι. Υπάρχει στο Ισραήλ μια ανησυχία για την πρόοδο του Ιράν στη Συρία. Το Ιράν έχει παρουσία στα ισραηλινολιβανικά σύνορα μέσω της Χεζμπολάχ και τώρα γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη στα σύνορα με τη Συρία. Αυτό είναι πράγματι ένα πρόβλημα για το Ισραήλ και, αργά ή γρήγορα, η ισραηλινή κυβέρνηση θα πρέπει να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα, εκτός εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες κατορθώσουν να βγάλουν το Ιράν από τη Συρία. Προς το παρόν, βασίζονται στη Ρωσία: ο Νετανιάχου (ένας μεγάλος φίλος του Πούτιν) και ο Τραμπ συμφωνούν σ’ αυτό. Αλλά κάθε φορά που υπάρχουν ιρανικοί ελιγμοί που θεωρούνται δυνητικά επικίνδυνοι γι’ αυτόν, ο ισραηλινός στρατός διεξάγει αεροπορικές επιδρομές. Και αυτό γίνεται αναγκαστικά με τη συμφωνία των Ρώσων, δεδομένου ότι έχουν εγκαταστήσει ένα ισχυρό αντιαεροπορικό σύστημα στη Συρία, το οποίο αποτρέπει τις ισραηλινές αεροπορικές δυνάμεις. Προς το παρόν, οι Ισραηλινοί στρατηγοί σημαδεύουν την επικράτειά τους, σχεδιάζουν κόκκινες γραμμές. Αλλά όλα θα εξαρτηθούν από το τι θα συμβεί με την ιρανική παρουσία στη Συρία κατά την προσεχή περίοδο. Εν πάση περιπτώσει, όλες οι πλευρές βρίσκονται σε επιφυλακή σε αυτήν την εξαιρετικά εκρηκτική περιοχή.

Μετάφραση: e la libertà

Gilbert Achcar, «Iran, Saudi Arabia, the Middle East: a highly explosive region», International Viewpoint, 27 Φεβρουαρίου 2018.

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 08 Μαρτίου 2018 09:55
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.