Κυριακή, 13 Μαΐου 2018 20:19

Μια Σύντομη Ιστορία της Τουρκικής Αριστεράς, Μέρος 1ο: Από τις απαρχές μέχρι το πραξικόπημα του 1980

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Το εξώφυλλο του Yeni Hayat («Νέα Ζωή»), της εφημερίδας του Λαϊκού Κομμουνιστικού Κόμματος. Πηγή: toplumsol.org. Η λεζάντα γράφει: «Bütün Dünya Emekçileri, Birleşininiz!» («εργάτες όλου του κόσμου, ενωθείτε!»)

Εισαγωγικό σημείωμα του Left East

Πήραμε συνέντευξη από τον πολυγραφότατο Τούρκο αριστερό σχολιαστή Φώτη Μπενλισόι για την ιστορία της τουρκικής αριστεράς, από τις οθωμανικές αρχές μέχρι σήμερα. Στο πρώτο μέρος, ο Benlisoy παρέχει μια ιστορικά τεκμηριωμένη προοπτική για υπόβαθρο και τις προοπτικές των σημερινών κινημάτων για την αντιμετώπιση του αυταρχικού συντηρητισμού που επικρατεί σήμερα. Περιγράφει επίσης τις επανειλημμένες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της της αριστεράς μεταξύ της υπεράσπισης των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων και της υπεράσπισης ενός ενιαίου, κυρίαρχου τουρκικού εθνικού κράτους.

Φώτης Μπενλισόι

Μια Σύντομη Ιστορία της Τουρκικής Αριστεράς, Μέρος 1ο: Από τις απαρχές μέχρι το πραξικόπημα του 1980

Left East: Ένας από τους στόχους του καλοκαιρινού σχολείου του LeftEast στην Ισταμπούλ (15-20 Ιουλίου 2016) ήταν να ενθαρρύνει τις σχέσεις μεταξύ της Τουρκικής και της Ανατολικοευρωπαϊκής αριστεράς. Την ίδια στιγμή, τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια εκείνων των ημερών (μια απόπειρα πραξικοπήματος από τμήματα του στρατού την οποία ακολούθησε αμέσως ένα αντιπραξικόπημα του καθεστώτος του Ερντογάν) εμπόδισαν όχι μόνο να εμφανιστούν οι περισσότεροι Τούρκοι συμμετέχοντες αλλά και κατέστησε απολύτως σαφές σε μας γιατί οι αριστερές μας είναι τόσο διαφορετικές. Επιτρέψτε μου λοιπόν να εκμεταλλευτώ τις γνώσεις σας για τη διεθνή ιστορία της τουρκικής αριστεράς και να σας ρωτήσω για τις σχέσεις της με την ανατολικοευρωπαϊκή αριστερά, ξεκινώντας από την (οθωμανική) αρχή.

Φώτης Μπενλισόι: Η οθωμανική αριστερά ήταν σε μεγάλο βαθμό απόγονος του βαλκανικού-ανατολικοευρωπαϊκού σοσιαλισμού. Κατ’ αρχάς, υπάρχουν οι εθνικές επαναστατικές οργανώσεις της Αρμενίας, οι οποίες επηρεάστηκαν έντονα από το ρωσικό λαϊκιστικό κίνημα. Κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα, οι οργανώσεις αυτές (η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία και ο Χίντζακ) είχαν κοινωνικές ρίζες στην Οθωμανική Αρμενία και είχαν αναδείξει σοσιαλιστικά-λαϊκιστικά θέματα. Η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία (Tashnak) είχε γίνει μέλος της Δεύτερης Διεθνούς το 1907. Στην άλλη άκρη της αυτοκρατορίας, υπάρχουν δύο διαφορετικά είδη βαλκανικού σοσιαλισμού. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η διάσημη Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης (Φεντερασιόν), η οποία υπερασπίζει μια θέση σχετικά με το εθνικό ζήτημα που μοιάζει με τον αυστριακό μαρξισμό και τη Μπουντ στη Ρωσία. Αν και ήταν μια οργάνωση που εκπροσώπησε κυρίως Εβραίους εργάτες, επιδίωξε να απευθύνει έκκληση στους Έλληνες, Βουλγάρους και Μουσουλμάνους εργάτες. Η Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης υποστήριξε ότι όλες οι εθνότητες στην αυτοκρατορία θα πρέπει να έχουν τις δικές τους σοσιαλιστικές οργανώσεις και ότι αυτές θα πρέπει να οργανώνονται στο πλαίσιο μιας ομοσπονδίας. Μια τέτοια κατανόηση σχετικά με την αυτόνομη οργάνωση των εθνικοτήτων ήταν το κλειδί για τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Σοσιαλιστική Ομοσπονδία της Θεσσαλονίκης συνδέθηκε επίσης με τη Δεύτερη Διεθνή. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η βουλγαρική σοσιαλδημοκρατία (ειδικά η «στενή» - Τέσνι - φράξιά της) που διαδραμάτισε τεράστιο ρόλο στη διαμόρφωση των πρώτων σοσιαλιστικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων στην Ισταμπούλ. Με την υποστήριξη ορισμένων διεθνών ηγετών της σοσιαλδημοκρατίας όπως ο Πάρβους και ο Ρακόφσκι, μορφές όπως ο Βασίλ Γκλαβίννοφ και ο Τεοντόρ Σιβατσέφ συνέβαλαν στην εισαγωγή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αυτού που ο Λαρς Λιχ ονομάζει «Ερφουρτισμό», δηλαδή τις βασικές αρχές της ευρωπαϊκής (γερμανικής) σοσιαλδημοκρατίας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης την επίδραση της αριστερής πτέρυγας της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (IMRO). Ένα μέλος αυτής της οργάνωσης ήταν ο Ντιμιτάρ Βλάχοφ, ο οποίος εξελέγη το 1908 βουλευτής από τη Θεσσαλονίκη και έθεσε σταθερά στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο το ζήτημα των δικαιωμάτων των εργατών.

Ωστόσο, οι πρώτοι οργανωτικοί και προγραμματικοί δεσμοί με τον σοσιαλισμό της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων αποδείχθηκαν βραχύβιοι. Όπως είναι γνωστό, η μετάβαση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Τουρκική Δημοκρατία χαρακτηρίστηκε από εθνοκάθαρση και γενοκτονία. Οι εθνικιστικές συγκρούσεις των ετών 1912-1922 εξάλειψαν τις πρώτες πολυεθνικές σοσιαλιστικές προσπάθειες και αυτή η ρήξη οδήγησε στο σχηματισμό σοσιαλιστικών κινήσεων καθαρά εθνικών (ελληνικών, τουρκικών κλπ.). Στη συνέχεια, οι σχέσεις μεταξύ της τουρκικής αριστεράς και της ανατολικοευρωπαϊκής αριστεράς περιορίζονται στα όρια μάλλον γραφειοκρατικών σχέσεων στο πλαίσιο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος με προσανατολισμό προς στη Μόσχα. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα είχε ένα «εξωτερικό γραφείο» με έδρα την Ανατολική Ευρώπη, με εγκαταστάσεις ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών. Πρέπει κανείς να παραδεχτεί ότι οι δεσμοί αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με τη ζωντάνια της προγραμματικής και οργανωτικής επαφής στα τέλη της οθωμανικής περιόδου.

Left East: Το 1920, στο Κογκρέσο των Λαών της Ανατολής, τη μεγάλη πρώιμη πρωτοβουλία της Κομιντέρν απέναντι στον μη δυτικό κόσμο, η τουρκική αντιπροσωπεία ήταν ίσως η μεγαλύτερη εκτός της πρώην ρωσικής αυτοκρατορίας και τον ίδιο χρόνο ιδρύθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας, για να κατασταλεί όμως σύντομα από την κεμαλική κυβέρνηση. Και όμως για τις επόμενες δύο δεκαετίες, η ΕΣΣΔ διατήρησε φιλικές σχέσεις με την Τουρκική Δημοκρατία. Οι Τούρκοι κομμουνιστές δεν αισθάνονταν προδομένοι από την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης / Κομιντέρν σε μια κυβέρνηση της εθνικής μπουρζουαζίας που τους κατέστελλε ενεργά;

Φώτης Μπενλισόι: Η τουρκική αριστερά που εμφανίστηκε μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου είχε τρεις ρίζες. Η πρώτη προέρχεται από τους οθωμανούς αιχμαλώτους πολέμου στη Ρωσία που είχαν αποδεχτεί τον μπολσεβικισμό. Αυτή η ομάδα, με επικεφαλής τον Μουσταφά Σουπχί, σχημάτισε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας υπό την αιγίδα της Σοβιετικής Δημοκρατίας και της Τρίτης Διεθνούς. Μια δεύτερη ομάδα σχηματίστηκε από τους φοιτητές που ήρθαν από τη Γερμανία, επηρεασμένοι από την επαναστατική αναταραχή εκεί –γι’ αυτό ονομάστηκαν Τούρκοι Σπαρτακιστές– και από άλλους πολιτικούς εξόριστους όπως ο Σεφίκ Χιουσνού. Αυτοί σχημάτισαν το Türkiye İşçi ve Çiftçi Sosyalist Fırkası στην Κωνσταντινούπολη, ενώ κάποια μέλη της ομάδας εντάχθηκαν αργότερα στον εθνικό αγώνα στην Άγκυρα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της κατοχής μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από βρετανικές, γαλλικές και ιταλικές δυνάμεις, υπήρξε στην Ισταμπούλ ένα δυναμικό εργατικό κίνημα που επέτρεψε τη συγκρότηση διαφόρων σοσιαλιστικών ομάδων με κάποια επιρροή στους εργάτες της πόλης. Τέλος, η τρίτη ομάδα αποτελείται από μάλλον ετερογενείς ομάδες με συμπάθειες προς τους Μπολσεβίκους στην ΕΣΣΔ που ήταν διάσπαρτες σε όλη την Ανατολία.

Η κύρια δεξαμενή στρατολόγησης αυτών των αριστερών ρευμάτων προήλθε από πρώην μέλη της Επιτροπής της Ένωσης και της Προόδου (ΕΕΠ) [στμ. Νεότουρκοι]. Ο πνευματικός αποπροσανατολισμός και η υπαρξιακή κρίση που ακολούθησε το τέλος του πολέμου έφεραν πολλά πρώην μέλη της ΕΕΠ στις επαναστατικές ιδέες και στον μπολσεβικισμό. Ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτικής, πνευματικής και στρατιωτικής ελίτ της Ένωσης, έστρεψε το βλέμμα του στους Μπολσεβίκους ως πηγή έμπνευσης σε εκείνη τη στιγμή οξείας κρίσης. Το νέο σοβιετικό καθεστώς εμφανίστηκε ως η μόνη ελπίδα για τη σωτηρία της αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τα λόγια του Ντογάν Αβτσίογλου, το «να γίνει μπολσεβίκος αντί να γίνει αρμενικός» φάνηκε η μόνη επιλογή που έμενε για να σώσει την τουρκική ανεξαρτησία. Έτσι, κάθε συστατικό της τουρκικής αριστεράς σε αυτή την περίοδο, δηλαδή το Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα, η Εταιρεία του Πράσινου Στρατού, η Λαϊκιστική Ομάδα στην Εθνική Συνέλευση, το επίσημο Κομμουνιστικό Κόμμα, το Halk İştirakiyun Fırkası (Λαϊκό Κομμουνιστικό Κόμμα) πλημμύρισαν από μια μάζα μελών της ΕΕΠ. Πολλοί διανοούμενοι και ακτιβιστές που μέχρι το τέλος του πολέμου ήταν φλογεροί Τούρκοι εθνικιστές και μάλιστα παντουρκιστές έστρεψαν το βλέμμα τους προς τον μπολσεβικισμό.

Αυτό που εντυπωσιάζει τον παρατηρητή των νεο-ανεπτυγμένων τουρκικών αριστερών ρευμάτων αυτής της περιόδου είναι ο κεντρικός ρόλος που αποδίδεται στο Ισλάμ. Στην Ανατολία σε πολλές περιπτώσεις ο μπολσεβικισμός αντιμετωπίζεται απλώς ως επέκταση των ισλαμικών αρχών. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον βουλευτή της Προύσα, Σεΐχ Σερβέτ, ο οποίος ήταν επίσης ένας από τους ιδρυτές του Λαϊκού Κομμουνιστικού Κόμματος της Τουρκίας (Halk İştirakiyun Fırkası), οι αρχές των μπολσεβίκων μοιάζουν με την Εποχή της Ευτυχίας (Asr-ı Saadet), που είναι η περίοδος που έζησε ο Προφήτης. Όλο και περισσότερο η μπολσεβίκικη επανάσταση ερμηνεύονταν σύμφωνα με τη διχοτόμηση και τον ανταγωνισμό Ανατολής/Δύσης. Κατά συνέπεια, οι Μπολσεβίκοι θεωρήθηκαν ως εκπρόσωποι της Ανατολής που επέφεραν θανάσιμα χτυπήματα στη Δύση, ως προάγγελοι της εξέγερσης της Ασίας και της αναπόφευκτης κατάρρευσης της Ευρώπης.

Αλλά η άνοδος της αριστερής αντιπολίτευσης που απειλούσε την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ Πασά σχετικά με το εθνικό κίνημα θα οδηγούσε στην αλλαγή της στάσης του ενάντια σε αυτά τα ρεύματα. Επιπλέον, οι σχέσεις με τους Μπολσεβίκους και την νεοαναδυόμενη κομμουνιστική αριστερά έγιναν μέρος του σιωπηρού ανταγωνισμού μεταξύ του Μουσταφά Κεμάλ και των εξορισμένων ηγετών της Ένωσης για την ηγεσία του εθνικού αγώνα. Το ζενίθ της δύναμης της αριστεράς ήταν η εκλογή από την Εθνοσυνέλευση του Ναζίμ Μπέι, βουλευτή από το Τοκάτ και ηγετικής μορφής της Λαϊκής Ομάδας (Halk Zümresi), στην οποία οι αριστεροί ήταν πολύ δραστήριοι, στο υπουργείο Εσωτερικών αντί του Ρεφέτ Πασά, του ευνοούμενου υποψήφιου του Μουσταφά Κεμάλ. Ο Ναζίμ Μπέι αναγκάστηκε να παραιτηθεί αργότερα και ο Μουσταφά Κεμάλ Πασά υιοθέτησε μια πολιτική καταστολής απέναντι στα αριστερά ρεύματα.

Για να συγκρατήσει και να ελέγξει την αυξανόμενη επιρροή των μπολσεβίκων και των αριστερών ομάδων στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση, ο Μουσταφά Κεμάλ έκανε ακόμη το μάλλον περίεργο βήμα για την ίδρυση ενός «επίσημου» Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας με «λογικούς και αξιόπιστους φίλους» στις 18 Οκτωβρίου του 1920. Αυτό το κόμμα στόχευε στη μονοπώληση της φιλο-κομμουνιστικής πολιτικής. Τέτοιοι τακτικοί ελιγμοί συνοδεύονταν από πολιτική βία: Τον Ιανουάριο του 1921 δολοφονήθηκε ο Μουσταφά Σουπχί (ο αρχηγός του Κομμουνιστικού Κόμματος που αναγνωριζόταν από την Τρίτη Διεθνή) και 15 σύντροφοί του δολοφονήθηκαν στην Τραπεζούντα. Στη συνέχεια το νόμιμο Λαϊκό Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας απαγορεύτηκε και οι βουλευτές του συνελήφθησαν. Η Εταιρεία του Πράσινου Στρατού διαλύθηκε. Την άνοιξη του 1921 το νεοσυσταθέν Υπουργείο Θρησκευτικών Υποθέσεων εξέδωσε μία «φάτουα» που καταδίκασε τον μπολσεβικισμό ως μια επικίνδυνη και ψευδή τάση και κάλεσε τους πιστούς να αποχωρήσουν από το Λαϊκό Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας.

Μετά την καταστολή που ξεκίνησε το 1921, η μοίρα της Τουρκικής Αριστεράς γινόταν όλο και περισσότερο εξαρτημένη από την παλίρροια των τουρκο-σοβιετικών σχέσεων. Στην Τουρκοσοβιετική συνθήκη φιλία και εμπορίου της 16ης Μαρτίου 1921, η κυβέρνηση της Άγκυρας συμφώνησε να καταστείλει όλη την παντουρανική αναταραχή και με τη σειρά της η σοβιετική κυβέρνηση συμφώνησε να μην ενθαρρύνει την αντι-κυβερνητική αναταραχή στην Τουρκία.

Το τέλος των εχθροπραξιών και η απελευθέρωση της χώρας άλλαξαν δραματικά τον τόνο της σχέσης μεταξύ των Κεμαλιστών και της Μόσχας. Το Λαϊκό Κομμουνιστικό Κόμμα τελικά διαλύθηκε και κατηγορήθηκε για κατασκοπεία υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης και πολλοί μαχητές συνελήφθησαν. Ωστόσο, παρά το νέο αυτό κύμα καταστολής, η Κομιντέρν δεν άσκησε πίεση για απελευθέρωση των κρατουμένων και, αντίθετα, στο τέταρτο συνέδριο της, τόνισε τη σημασία της τουρκο-σοβιετικής φιλίας πριν από τη Διάσκεψη της Λωζάνης. Το Δεύτερο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς υιοθέτησε μετά από έντονη συζήτηση τη θέση υποστήριξης των αστικών εθνικιστικών αντιιμπεριαλιστικών αγώνων. Το Τρίτο Συνέδριο, το οποίο συγκλήθηκε το 1921, εξέδωσε έκκληση υποστήριξης των Κεμαλιστών και του Εθνικού Απελευθερωτικού Κινήματος. Μετά από αυτή τη γραμμή, το Τέταρτο Συνέδριο δήλωσε «την υποστήριξή του σε κάθε εθνικό επαναστατικό κίνημα ενάντια στον ιμπεριαλισμό», συμπεριλαμβανομένου του Τουρκικού, και επιβεβαίωσε τις αποφάσεις του Τρίτου Συνεδρίου σχετικά με την υποστήριξη των κομμουνιστών των αποικιακών ή ημιαποικιακών χωρών προς την εθνικιστική μπουρζουαζία. Σύμφωνα με την Κομιντέρν, «στην αποικιακή Ανατολή αυτή τη στιγμή το βασικό σύνθημα για να προχωρήσουμε ήταν το αντιϊμπεριαλιστικό ενιαίο μέτωπο» και «το αίτημα στενής συμμαχίας με τη προλεταριακή σοβιετική δημοκρατία ήταν το σημείο-κλειδί του αντιιμπεριαλιστικού ενωμένο μέτωπο.»

Έτσι, η κυβέρνηση της Άγκυρας βεβαιώθηκε για άλλη μια φορά ότι θα μπορούσε να καταστείλει το εθνικό της Κομμουνιστικό Κόμμα χωρίς να θέσει σε κίνδυνο την υποστήριξη και την καλή θέληση της σοβιετικής κυβέρνησης. Οι προηγούμενοι σοβιετικοί εκπρόσωποι όπως ο Σερίφ Μανάτοφ, οι οποίοι προσπάθησαν δραστήρια να οργανώσουν κομμουνιστικές ομάδες στην Ανατολία, αντικαταστάθηκαν από περισσότερους «αξιόπιστους» και πιο «διπλωματικούς» αντιπροσώπους όπως ο Σεμιόν Αράλοφ. Οι διωκόμενοι Τούρκοι κομμουνιστές κατηγορήθηκαν ακόμη και για «αριστερό τυχοδιωκτισμό» και, ως εκ τούτου, ήταν αναξιόπιστοι. Επομένως, αυτή όλη η διαδικασία αποκάλυψε ότι οι τουρκο-σοβιετικές σχέσεις βασίζονταν ολοένα και περισσότερο σε κυβερνητική βάση. Η εξάρτηση από το εκκρεμές των τουρκο-σοβιετικών σχέσεων οδήγησε το τουρκικό κομμουνιστικό κίνημα να γίνει μια απομονωμένη αίρεση με αλλοπρόσαλλες πολιτικές. Μη μπορώντας να κάνει μαζική δουλειά λόγω της συνεχιζόμενης καταστολής και αναγκασμένο να παραμείνει παράνομο, το κίνημα παρέμεινε μικρό και αναποτελεσματικό.

Left East: Η ιστορία της τουρκικής αριστεράς μου φαίνεται μια ιστορία ασυνεχειών. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 -70, μια άλλη σημαντική στιγμή για την τουρκική αριστερά, αυτή αποτελούσε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ φιλο-σοβιετικών, μαοϊκών, χοτζεϊκών, τροτσκιστικών ομάδων, πνευματικών κύκλων, αστικών και αγροτικών, κούρδων και αλεβιτών ανταρτών. Όπως μπορείτε να φανταστείτε, στα μάτια της Ανατολικής Ευρώπης, που συνδέει αυτή την περίοδο της αριστεράς με αγώνες ανάμεσα στον «σοσιαλισμό με ένα ανθρώπινο πρόσωπο» και τον νεο-σταλινισμό, με το κράτος να εξισορροπεί μεταξύ των δύο, αυτό φαίνεται πολύ πλούσιο και εξωτικό. Για να μην χαθούμε σε ένα χάος του αλφαβήτου από αρκτικόλεξα οργανώσεων, θα μπορούσατε να μας πείτε για τις κύριες συζητήσεις και τις στρατηγικές στην τουρκική αριστερά εκείνης της περιόδου; Εκτός του επίσημου τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο υποτίθεται ότι εξακολουθούσε να παίρνει οδηγίες από τη Μόσχα, υπήρχε και αν ναι ποια ήταν η σχέση μεταξύ τμημάτων της τουρκικής αριστεράς και της ανατολικοευρωπαϊκής ή της σοβιετικής αριστεράς;

Φώτης Μπενλισόι: Με τη δεκαετία του 1960 η Τουρκία εισήλθε σε μια εικοσαετή περίοδο κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι απέκτησαν εμπειρίες σχεδόν κάθε μορφής κοινωνικού αγώνα: από το κίνημα των νέων μέχρι τις αγροτικές κινητοποιήσεις, από τα κινήματα της εργατικής τάξης μέχρι τις αντάρτικες δραστηριότητες στις πόλεις. Μπορούμε εύκολα να πούμε ότι αυτά τα είκοσι χρόνια, μέχρι το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980, αποτελούν την ακμή της τουρκικής αριστεράς. Η δεκαετία του 1960 είναι τα εποικοδομητικά χρόνια για την τουρκική αριστερά, με την έννοια ότι ήταν η πρώτη φορά που οι αριστεροί συμμετείχαν και καθοδήγησαν μαζικούς αγώνες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το Τουρκικό Εργατικό Κόμμα (TİP) αποτέλεσε την κύρια προσπάθεια για ένα ανεξάρτητο, αριστερό πολιτικό κόμμα με ταξική βάση. Το κόμμα πήρε το 3% των ψήφων στις εκλογές του 1965 και μπήκε στο κοινοβούλιο. Ωστόσο, ο ιδεολογικός και πολιτικός αγώνας μέσα στο αριστερό κίνημα οδήγησε σε πολλές διασπάσεις στο Εργατικό Κόμμα και στη δημιουργία διαφόρων οργανώσεων στη δεκαετία του 1970. Ένα μεγάλο ρήγμα ήταν μεταξύ των φιλο-ρωσικών και των φιλο-κινεζικών οργανώσεων. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 οι μεγάλες οργανώσεις της τουρκικής αριστεράς (εκτός από το Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα) ήταν πρώην γκεβαρικά και πρώην αριστερά λαϊκίστικα κινήματα όπως η Devrimci Yol (Επαναστατικός Δρόμος) και η Kurtuluş (Απελευθέρωση).

Στην πραγματικότητα, ήταν το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 που δοκιμάστηκε η τουρκική αριστερά. Δεδομένου ότι παρά το επίπεδο των κοινωνικών αγώνων εκείνης της εποχής, η αριστερά δεν μπόρεσε να παρουσιάσει ένα συνεκτικό πολιτικό πρόγραμμα και στρατηγική, ειδικά ως εναλλακτική λύση απέναντι στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα του Κεμαλισμού. Υπήρχαν συνθήματα όπως «μια η λύση – επανάσταση» αλλά καμία επαναστατική στρατηγική. Παρόλο που υπήρχε μια ζωντανή ατμόσφαιρα πολιτικής και θεωρητικής δημιουργικότητας στη δεκαετία του 1960, κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1970 κυριαρχούσε ένας ορισμένος δογματισμός. Οι έτοιμες φόρμουλες των φιλοσοβιετικών, μαοϊκών, χοτζεϊκών και γκεβαριστικών κινημάτων θεωρήθηκαν επαρκείς για να εξηγήσουν σχεδόν κάθε θεωρητικό και πολιτικό πρόβλημα. Μια παλαιότερη ανάλυση της Κομιντέρν σχετικά με τον Κεμαλισμό ως προοδευτικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα είχε επίσης μια μόνιμη επίδραση στον στρατηγικό προσανατολισμό πολλών οργανώσεων. Υπήρχαν επίσης ελαττώματα σταλινικής προέλευσης - τόσο θεωρητικά (θεωρία σταδίων) όσο και οργανωτικά (μονολιθικότητα, έλλειψη δημοκρατίας). Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ο πολιτικός και οργανωτικός κατακερματισμός και ιδιαίτερα οι ενίοτε βίαιοι εσωτερικοί αγώνες μεταξύ των αριστερών ομάδων. Αυτές οι (μερικές φορές αιματηρές) αντιπαραθέσεις, ιδίως στις μαζικές οργανώσεις όπως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι φοιτητικές οργανώσεις κλπ., είχαν καταστροφικά αποτελέσματα για την αξιοπιστία της αριστεράς.

Ένας σημαντικός παράγοντας που καθόριζε την τύχη της τουρκικής αριστεράς κατά τη διάρκεια αυτών των ετών ήταν οι βίαιες συγκρούσεις με την ακραία δεξιά που ξέσπασαν ιδιαίτερα από το 1975-1976, πρώτα στα πανεπιστήμια και στη συνέχεια σε αρκετές περιοχές της χώρας. Αυτές οι συγκρούσεις που κινούνταν μερικές φορές στη γραμμή των θρησκευτικών (Σουνίτες-Αλεβίτες) ή εθνικών (Τούρκοι-Κούρδοι) διαιρέσεων, με την αριστερά να είναι δυσανάλογα ισχυρή μεταξύ εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, προκάλεσαν περίπου 5.000 θανάτους. Αυτά αποτελούσαν μέρος μιας «στρατηγικής της έντασης» που επιδιώχθηκε σκόπιμα από το τουρκικό κράτος. Στο πλαίσιο της αδυναμίας των διαδοχικών κυβερνήσεων να αποκαταστήσουν την τάξη παρά την κήρυξη έκτακτης ανάγκης σε πολλές πόλεις, ο στρατός επέτρεψε την επιδείνωση της κατάστασης ώστε να μπορέσει να παρέμβει και να παρουσιαστεί ως ο αποκαταστάτης της τάξης που απειλείται από τους «κομμουνιστές». Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 η αριστερά βρισκόταν σε μια αμυντική θέση, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τις φασιστικές επιθέσεις. Ωστόσο, η φύση της ίδιας της αντιφασιστικής πάλης είχε επίσης σαν αποτέλεσμα την απομόνωση των επαναστατικών στελεχών από τους απλούς ανθρώπους οι οποίοι ήταν και οι ίδιοι στόχος του φασιστικού τρόμου. Έτσι, μέχρι το 1979-1980 τα λαϊκά κινήματα ήταν σε υποχώρηση και η αριστερά ήταν μπερδεμένη και κατακερματισμένη. Ως εκ τούτου, όταν έγινε το στρατιωτικό πραξικόπημα τον Σεπτέμβριο του 1980, δεν υπήρξε μαζική αντίσταση σε αυτό και τα αριστερά στελέχη και οι πολιτικές οργανώσεις βρέθηκαν μάλλον απομονωμένες. Έτσι, η στρατιωτική χούντα ανέστειλε αρκετά εύκολα όλες τις πολιτικές και συνδικαλιστικές δραστηριότητες και μάντρωσε δεκάδες χιλιάδες πολιτικούς ακτιβιστές.

Όσον αφορά τους δεσμούς της τουρκικής αριστεράς με την ανατολικοευρωπαϊκή αριστερά κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, πρώτα πρέπει να τονίσω την μάλλον περιορισμένη διεθνιστική προοπτική της τουρκικής αριστεράς. Όταν κοιτάζουμε πίσω εκείνα τα χρόνια, είναι κάτι το εκπληκτικό ότι η τουρκική αριστερά παρακολούθησε μάλλον παθητικά τα διεθνή επαναστατικά γεγονότα που συγκλόνισαν τον κόσμο στη δεκαετία του ’70. Για παράδειγμα, ούτε η πορτογαλική επανάσταση ούτε η κατάρρευση της ελληνικής δικτατορίας, ούτε το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Χιλή, ούτε το κίνημα της Αλληλεγγύης στην Πολωνία θεωρήθηκαν ευκαιρίες για να αντλήσουν θεωρητικά μαθήματα. Φυσικά υπήρξε μια αφηρημένη αίσθηση αλληλεγγύης προς τους αγώνες που διεξάγονται στον κόσμο, αλλά γενικά υπήρξαν περιορισμένες μόνο προσπάθειες να δούμε και να συζητήσουμε αυτές τις εμπειρίες ως πολιτικά μαθήματα ή να διαμορφώσουμε πρακτικούς διαύλους διεθνούς αλληλεγγύης. Έτσι, κάθε σύνδεση με την ανατολικοευρωπαϊκή αριστερά ήταν περιορισμένη στο πλαίσιο της διεθνούς συνεργασίας κάθε οργάνωσης. Φυσικά, οι οργανώσεις με προσανατολισμό τη Μόσχα είχαν πολύ περισσότερες επαφές με τα επίσημα κομμουνιστικά κόμματα του Ανατολικού Μπλοκ. Οι οργανώσεις με προσανατολισμό το Πεκίνο ήταν επίσης μέρος διεθνών δικτύων και μέχρι τη σταδιακή ρήξη των σινο-αλβανικών σχέσεων στα μέσα της δεκαετίας του ’70 απολάμβαναν ιδιαίτερα ισχυρούς δεσμούς με το αλβανικό ομόλογό τους για ορισμένο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι δεσμοί αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με έναν επαναστατικό διεθνισμό και θα πρέπει να θεωρηθούν γραφειοκρατικές επαφές μεταξύ των κρατικών γραφειοκρατιών και των κομματικών γραφειοκρατιών.

Μετάφραση: e la libertà

Foti Benlisoy, «A Brief History of the Turkish Left, Part 1: from the Origins to the 1980 Coup», LeftEast, 3 Μαΐου 2018,

Ο Φώτης Μπενλισόι, είναι ιστορικός και συνιδρυτής του ελληνοτουρκικού εκδοτικού οίκου Ιστός/Istos, στον οποίο έχουν δημοσιευτεί βιβλία για τις διαδηλώσεις στην Ελλάδα, την Τυνησία και την Αίγυπτο και για το κίνημα Γκεζί, στα τουρκικά. Αρθρογραφεί στο Başlangıç και σε άλλες ιστοσελίδες. Έχει γράψει επίσης πολλά άρθρα σε ελληνικές εφημερίδες και ιστοσελίδες.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 13 Μαΐου 2018 21:03
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.