Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018 14:05

Τα Ιουλιανά του Ιράκ: Ένα μαζικό κίνημα ενάντια στη λιτότητα, τη διαφθορά και τον αυταρχισμό

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Τα Ιουλιανά του Ιράκ: Ένα μαζικό κίνημα ενάντια στη λιτότητα, τη διαφθορά και τον αυταρχισμό

Εισαγωγή του e la libertà

Ολόκληρο σχεδόν τον Ιούλιο το νότιο Ιράκ συγκλονίστηκε από μαζικές διαδηλώσεις, οι οποίες ξεκίνησαν λόγω της ανικανότητας της ιρακινής κυβέρνησης να καλύψει στοιχειώδεις ανάγκες του πληθυσμού για ηλεκτρισμό και υδροδότηση. Οι συχνές διακοπές του ρεύματος, που έχουν σαν αποτέλεσμα να μην μπορούν να λειτουργούν ψυγεία και κλιματιστικά, και του νερού, σε μια περιοχή στην οποία την εποχή αυτή η θερμοκρασίες μπορεί να φτάνουν και πάνω από τους 50 βαθμούς κελσίου, εξόργισαν τους Ιρακινούς και τους έβγαλαν μαζικά στους δρόμους. Ξεκινώντας στις 7 Ιουλίου από τη Βασόρα, οι διαδηλώσεις πολύ γρήγορα, ύστερα από τη δολοφονία ενός διαδηλωτή από την αστυνομία1, επεκτάθηκαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις του Νότιου Ιράκ: Νατζάφ, Κάρμπαλα, Μαϊσάν, Ντιγιάλα, Μουθάνα, Δι Καρ, μέχρι και την πρωτεύουσα, Βαγδάτη. Πολύ γρήγορα επίσης, διευρύνθηκαν οι μορφές δράσεις των διαδηλωτών: καταλήψεις πλατειών, αποκλεισμοί δρόμων πετρελαιοπηγών, επιθέσεις και καταλήψεις σε δημόσια κτήρια και επιθέσεις σε γραφεία του κυβερνώντος κόμματος. Πολύ γρήγορα επίσης διευρύνθηκαν και τα αιτήματα των διαδηλωτών, οι οποίοι άρχησαν να απαιτούν όχι μόνο την παροχή καλύτερων κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά και θέσεις εργασίας και καταπολέμηση της ανεργίας, αυξήσεις στους μισθούς και ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα, το οποίο να μην συγκροτείται με βάση τις θρησκευτικές κοινότητες – κάτι το οποίο ευνοεί τις ελίτ των θρησκευτικών κοινοτήτων. Επιπλέον όμως, στο στόχαστρο των διαδηλωτών δεν είναι μόνο η κυβέρνηση (που στηρίζεται από το Ισλαμικό Σιιτικό Κόμμα Ντάουα και η οποία εξακολουθεί να παραμένει στην εξουσία παρά το γεγονός ότι οι εκλογές του περασμένου Μαΐου έχουν αναδείξει πρώτη δύναμη τη συμμαχία Σά’ιρουν), αλλά και οι διεθνείς προστάτες της συμερινής κυβέρνησης: οι ΗΠΑ και το Ιράν2.

Οι διαδηλώσεις αυτές οι οποίες συνεχίζονται με μικρότερη ένταση μέχρι σήμερα, αναδεικνύουν μερικά κρίσιμα ζητήματα για το Ιράκ, αλλά και για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Το πρώτο ζήτημα είναι ότι οι διαδηλώσεις αυτές, οι οποίες από πολλές απόψεις αποτελούν συνέχεια προηγούμενων κυμάτων διαμαρτυρίας στο Ιράκ, οι οποίες ξεκίνησαν από το 2011, ως άμεσος αντίκτυπος της Αραβικής Άνοιξης και αναζωπυρώθηκαν το καλοκαίρι του 20153, σήμερα φαίνεται να σχετίζονται εν μέρει τουλάχιστον με τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις στο Ιράκ: την εκλογική νίκη της συμμαχίας Σά’ιρουν (βασικές δυνάμεις της οποίας είναι η παράταξη του Μουκτάντρα ασ-Σαντρ, του Σιίτη κληρικού που ηγήθηκε της αντικατοχικής αντίστασης των Σιιτών τη δεκαετία του 2000, αλλά και το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράκ). Η συμμαχία αυτή, παρά το γεγονός ότι στα ουσιώδη ζητήματα του αυταρχισμού, του θρησκευτικού σεκταρισμού και του νεοφιλελευθερισμού δεν έχει να προσφέρει καμιά εναλλακτική προοπτική, φαίνεται να είναι η μόνη πολιτική δύναμη που συνδέεται με το κίνημα του Ιουλίου.

Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα είναι ότι αν και αυτό το κίνημα έχει εξαπλωθεί μόνο στις σιιτικές περιοχές, ακόμα όμως και στις πιο συντηρητικές, όπως η Νατζάφ (έστω κι αν αυτοί/ές που συμμετέχουν δεν είναι μόνο μέλη της σιιτικής κοινότητας), έχει θέσει από τις πρώτες μέρες ως αίτημά του την απομάκρυνση της ιρανικής επιρροής από το Ιράκ. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι πολλοί. Κατ’ αρχάς, το Ιράν είναι μάλλον συνυπεύθυνο (αν δεν έχει την κύρια ευθύνη) για τις διακοπές της ηλεκτρικής ενέργειας και της υδροδότησης, καθώς το νότιο Ιράκ είναι εξαρτημένο για τον ηλεκτρισμό και την ύδρευση απευθείας από το Ιράν. Όμως υπάρχει ένα μεγαλύτερο πρόβλημα ιμπεριαλιστικής παρέμβασης του Ιράν στο Ιράκ. Η ιρακινές σιιτικές κυβερνήσεις, του Αλ-Μαλίκι πρώτα, του Αλ-Αμπάντι ύστερα, έχουν το φαινομενικά παράδοξο προνόμιο να απολαμβάνουν την ταυτόχρονη υποστήριξη τόσο του Ιράν όσο και των ΗΠΑ. Και οι δυο δυνάμεις υποστήριξαν την ιρακινή κυβέρνηση στον πόλεμο που εξαπέλυσε εναντίον του κουρδικού λαού μετά το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία του ιρακινού Κουρδιστάν τον Σεπτέμβριο του 20174. Από την άλλη πλευρά, η ιρακινή κυβέρνηση έχει προσφέρει στρατιωτική υποστήριξη τόσο στον πόλεμο των ΗΠΑ και της συμμαχίας τους εναντίον του Ντά’ες στο Ιράκ και τη Συρία, όσο και εναντίον της συριακής επανάστασης, στο πλευρό του Άσαντ και του Ιράν, στέλνοντας ιρακινές (σιιτικές) πολιτοφυλακές οι οποίες πολεμούν στη Συρία.

Το τρίτο κρίσιμο ζήτημα είναι ότι οι κινητοποιήσεις αυτές, παρά τις αδυναμίες τους και τα πολιτικά τους όρια, διατηρούν ζωντανή την ελπίδα της αντίστασης σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Πριν απ’ αυτές τις μαχητικές διαδηλώσεις που εξαπλώθηκαν σε ολόκληρο το νότιο Ιράκ αυτό τον Ιούλιο, το Ιρακινό Κουρδιστάν είχε συγκλονιστεί από βίαιες διαδηλώσεις της κουρδικής νεολαίας (κυρίως στο Σουλεϊμανί) τον Δεκέμβριο του 2017. Οι διαδηλωτές πυρπόλησαν τα γραφεία των κομμάτων στα οποία στηρίζεται το διαφθαρμένο και αυταρχικό πολιτικό σύστημα της Περιφερειακής Κυβέρνησης του Ιρακινού Κουρδιστάν και η αστυνομία απάντησε με αιματηρή καταστολή (έξι τουλάχιστον νεκροί διαδηλωτές)5.

Την ίδια περίοδο, τον Δεκέμβριο του 2017 και τον Ιανουάριο του 2018, ολόκληρο σχεδόν το Ιράν συγκλονίστηκε από μαζικές και μαχητικές κινητοποιήσεις εργατών, ανέργων, νεολαίας και γυναικών, με αιτήματα, τα οποία μοιάζουν πολύ με τα αιτήματα των Ιρακινών που κινητοποιήθηκαν τον Ιούλιο. Αυτό το κύμα διαδηλώσεων στο Ιράν, αποτέλεσε το κομβικό σημείο στην εξέλιξη και ανάπτυξη μιας πολύμορφης κινηματικής διαδικασίας, οι οποία περιλαμβάνει απεργίες, εργατικές δράσεις και καταλήψεις εργατικών χώρων, κινητοποιήσεις γυναικών ενάντια στον σεξισμό του κράτους και ενάντια στην πατριαρχεία, κινητοποιήσεις των εθνικών μειονοτήτων (Κούρδων κυρίως) και της νεολαίας για περισσότερα δικαιώματα και τον εκδημοκρατισμό του κράτους. Ένα από τα αιτήματα των διαδηλωτών στο Ιράν ήταν να σταματήσουν οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις της κυβέρνησής τους στις χώρες της περιοχής6.

Ένα μήμα μόλις πριν τις διαδηλώσεις στο Ιράκ, τον Ιούνιο του 2018, ένα μαζικό κίνημα εργατών, νεολαίας και φτωχών λαϊκών στρωμάτων στην Ιορδανία, κατάφερε ύστερα από διαδηλώσεις ενάντια στο νέο φορολογικό νομοσχέδιο, να ανατρέψει τον πρωθυπουργό της χώρας και να αναστείλει προσωρινά τις σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις7.

Το τέταρτο σημαντικό ζήτημα που αναδεικνύουν οι διαδηλώσεις στο Ιράκ είναι η δυσκολία των κινημάτων στη χώρα –και ευρύτερα στην περιοχή– να υπερβούν τις θρησκευτικές και εθνοτικές διαιρέσεις που έχουν καλλιεργθεί συστηματικά από τις άρχουσες τάξεις της περιοχής (διαχρονικά με τη βοήθεια των αποικιακών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων) και αναπαράγονται μέχρι σήμερα. Το Ιράκ αποτελεί από μια ορισμένη άποψη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: η μακροχόνια καταπίεση των Σιιτών και η ακόμα σκληρότερη (μέχρι εξόντωσης) των Κούρδων από την σουνιτική-μπααθική άρχουσα τάξη, παρείχε τις απαραίτητες οργανωτικές φόρμουλες με τις οποίες οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στο κατεχόμενο Ιράκ, σχεδίασαν το σύνταγμα της χώρας. Με βάση αυτό το σύνταγμα, η πολιτική εξουσία μοιράζεται μεταξύ των αρχουσών τάξεων τριών εθνοθρησκευτικών κοινοτήτων, των Κούρδων, των Σουνιτών και των Σιιτών (οι οποίοι έχουν τη μερίδα του λέοντος, όχι μόνο επειδή είναι πλειοψηφία, αλλά και χάρη στην υποστήριξη του Ιράν και των ΗΠΑ). Εξαρχής η σύγκρουση μεταξύ αυτών των τμημάτων των αρχουσών τάξεων του ιρακινού καπιταλισμού υπήρξε πολύ σκληρή, όμως στην κρίσιμη στιγμή, τη στιγμή δηλαδή που η εξουσία τους αμφισβητείται από τις λαϊκές τους μάζες, μπορούν να επιδείξουν πνεύμα συνεργασίας και ενότητας.

Οι διαδηλώσεις στο νότιο Ιράκ δεν επεκτάθηκαν στο κεντρικό, σουνιτικό Ιράκ, ούτε στο ιρακινό Κουρδιστάν, παρ’ όλο που οι λαϊκές μάζες και στις δυο αυτές περιοχές αντιμετωπίζουν τα ίδια, ή και χειρότερα, προβλήματα. Όπως αντιστοίχως, το αίτημα των Κούρδων του Ιράκ για αυτοδιάθεση δεν κινητοποιεί προς υποστήριξη λαϊκές δυνάμεις στο υπόλοιπό Ιράκ. Όμως, αυτό που σήμερα είναι το σημαντικό, δεν είναι μόνο η διαπίστωση της διάσπασης των αντιστάσεων, αλλά η ύπαρξη αυτών των κινημάτων, τα οποία αντικειμενικά θέτουν το ζήτημα της ενότητας ως προϋπόθεση της νίκης όλων, καθώς επίσης και το γεγονός ότι διαμορφώνονται από τα κάτω, μέσα στην «κοινωνία των πολιτών» και των τριών κοινοτήτων, προσπάθειες οι οποίες επιχειρούν να συνδέσουν τις αντιστάσεις και τους αγώνες σε ενιαίες προοπτικές.

Τελικά, το πιο σημαντικό ζήτημα που θέτουν αυτές οι διαδηλώσεις στο Ιράκ, είναι ότι η νίκη της αντεπανάστασης σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή μπορεί να μην συνιστά και τον θρίαμβό της. Πιθανόν –και ελπίζουμε– να πρόκειται για τη νίκη σε κάποιες μόνο μάχες ενός –ευρύτερης διάρκειας– κοινωνικού πολέμου, η έκβαση του οποίου δεν έχει ακόμα κριθεί.

Τα τέσσερα άρθρα που μεταφράζουμε και δημοσιεύουμε επιχειρούν να φωτίσουν πλευρές αυτής της πολύπλευρης διαδικασίας των κοινωνικών αντιστάσεων στο Ιράκ. Τα δύο πρώτα (του Nick Clark και του Phil Marfleet) περιγράφουν τις διαδηλώσεις του Ιουλίου, τα κίνητρα και τα αιτήματα των διαδηλωτών. Το τρίτο άρθρο (των Darya Najim και Krekar Mustafa) αποτελεί μια κριτική επισκόπηση των ορίων και των αδυναμιών αυτού του κινήματος και το τέταρτο άρθρο (του David Bacon, γραμμένο πριν από τις διαδηλώσεις) περιγράφει τις προσπάθειες του συνδικαλιστικού κινήματος στο Ιράκ να αρθρώσει μια ταξική προοπτική ενότητας της εργατικής τάξης.

Η μετάφραση των άρθρων έγινε από το e la libertà.

Nick Clark

Διαδηλώσεις στο Ιράκ απαιτούν χρηματοδότηση για βασικές υπηρεσίες

Τεράστιες διαδηλώσεις ξέσπασαν στο νότιο Ιράκ εναντίον της ανεργίας, του αυξανόμενου κόστος ζωής και της έλλειψης βασικών υπηρεσιών.

Χιλιάδες Ιρακινοί κατεβαίνουν στους δρόμους για αρκετές μέρες - και εισέβαλαν σε κυβερνητικά κτίρια, γραφεία και αεροδρόμια.

Ζητούν τη λήψη μέτρων για την άμβλυνση της ανεργίας και τη χρηματοδότηση των υπηρεσιών ηλεκτρικής ενέργειας και νερού. Περίπου 11% των Ιρακινών είναι άνεργοι σύμφωνα με επίσημες στατιστικές. Η ανεργία των νέων είναι διπλάσια σε μια χώρα όπου το 60% του πληθυσμού είναι κάτω των 24 ετών.

Οι Ιρακινοί στο νότο βρίσκονται επίσης αντιμέτωποι με την κακή ποιότητα του νερού και τις συχνές διακοπές ρεύματος, που καθιστούν τη ζωή τους εξαιρετικά δύσκολη στην καυτή θερινή ζέστη.

Διαδηλώσεις έχουν πραγματοποιηθεί στις πόλεις Βασόρα, Αμάρα, Νασιρίγια, Νατζάφ και στην πρωτεύουσα της Βαγδάτης.

Ένας διαδηλωτής είπε στο ειδησεογραφικό δίκτυο του Al Jazeera, «Διεκδικούμε αυτό που δικαιωματικά μας ανήκει. Η κυβέρνηση πρέπει να παρέχει καθαρό νερό, ευκαιρίες απασχόλησης, ηλεκτρική ενέργεια και βασικές υποδομές.»

Η ιρακινή κυβέρνηση ανταποκρίθηκε με βίαιη καταστολή. Τουλάχιστον τρεις διαδηλωτές σκοτώθηκαν καθώς η αστυνομία πυροβόλησε σε διαδηλώσεις και επιτέθηκε με δακρυγόνα και εκτοξευτές νερού.

Στρατιώτες

Ο Πρωθυπουργός Χάιντερ αλ-Αμπάντι έχει στείλει στρατιωτικές ενισχύσεις για την προστασία των εγκαταστάσεων πετρελαίου. Η κυβέρνηση έχει επίσης περιορίσει σοβαρά την πρόσβαση στο Διαδίκτυο.

Ορισμένα πρακτορεία ειδήσεων προσπαθούν να παρουσιάσουν τις διαμαρτυρίες σαν να προκαλούνται από τον θυμό εναντίον του Ιράν.

Η ιρανική πολιτική και οικονομική επιρροή έχει αυξηθεί στο Ιράκ μετά την ανατροπή του πρώην Ιρακινού δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν το 2003.

Το κυβερνών κόμμα Ντάουα του Ιράκ έχει στενούς δεσμούς με το Ιράν. Το Ιράν πρόσφατα διέκοψε την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο Ιράκ λόγω μιας διαφωνίας σχετικά με τις πληρωμές.

Οι διαδηλωτές έχουν φωνάξει συνθήματα όπως το «Ιράν δεν σε θέλουμε πια» και το «Έξω το Ιράν». Αλλά οι διαδηλωτές επισημαίνουν επίσης ότι τα οικονομικά προβλήματα του Ιράκ άρχισαν μετά την εισβολή και την κατοχή των ΗΠΑ και της Βρετανίας.

Μετά την ανατροπή του Χουσεΐν, οι ΗΠΑ επέβαλαν μεταρρυθμίσεις που ιδιωτικοποίησαν μεγάλα τμήματα των κυβερνητικών υπηρεσιών του Ιράκ. Αυτό ωφέλησε τις ιρακινές ελίτ και ενθάρρυνε τη διαφθορά.

Οι αμερικανικές επιχειρήσεις ανέλαβαν επίσης τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της βιομηχανίας πετρελαίου του Ιράκ. Σήμερα το πετρέλαιο αποτελεί το 99% των εξαγωγικών εσόδων του Ιράκ, αλλά παρέχει μόνο το 1% των θέσεων εργασίας.

Οι ΗΠΑ επέβαλαν επίσης μια μορφή κυβέρνησης βασισμένη σε μια θρησκευτική διαίρεση μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών Μουσουλμάνων.

Το σιιτικό κόμμα Ντάουα, υποστηριζόμενο από τη Δύση, κυριαρχεί από τότε στην κυβέρνηση του Ιράκ, αλλά κατέκτησε την τρίτη θέση στις πρόσφατες εκλογές και αγωνίζεται να κρατηθεί στην εξουσία. Στο Νότο, όπου έγιναν οι διαδηλώσεις, η πλειοψηφία είναι Σιίτες.

Ένας διαδηλωτής, ο 25χρονος άνεργος Οσάμα Αμπάς, ανέφερε στο πρακτορείο Reuters: «Από την πτώση του Σαντάμ το 2003 και μέχρι τώρα το μόνο που έχουν πει πραγματικά οι Σιίτες πολιτικοί είναι τα ψέματά τους. Πίνουμε ακόμα βρώμικο νερό και έχουμε ξεχάσει τι σημαίνει κλιματισμός κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού».

Nick Clark, «Protests in Iraq demand funding for key services», Socialist Worker, αρ. φ. 2613, 17 Ιουλίου 2018,

Phil Marfleet

Ο αγώνας για το μέλλον του Ιράκ

Οι πρόσφατες διαδηλώσεις στο Ιράκ είναι μια εύγλωτη απάντηση από τη μάζα των Ιρακινών στο αποτέλεσμα της αμερικανικής εισβολής το 2003.

Χιλιάδες άνθρωποι έχουν βγει στους δρόμους στις ιρακινές πόλεις και έχουν εισβάλει σε κυβερνητικά γραφεία, απαιτώντας χρηματοδότηση για βασικές υπηρεσίες όπως η ηλεκτρική ενέργεια και το νερό.

Οι ελλείψεις ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν μείζον πρόβλημα που καθιστά την καθημερινή ζωή σχεδόν ανυπόφορη για τους Ιρακινούς - ειδικά στην καρδιά του καλοκαιριού.

Το νότιο Ιράκ είναι ένα από τα πιο ζεστά μέρη του πλανήτη.

Αυτή τη στιγμή του χρόνου η θερμοκρασία στη Βασόρα είναι πάνω από 50 βαθμούς Κελσίου.

Αλλά υπάρχουν μόνο περιορισμένες παροχές ηλεκτρικού ρεύματος και συνεχείςς διακοπές, έτσι ώστε ο κόσμος να μην μπορεί να λειτουργήσει κλιματιστικά ή ακόμα και ψυγεία.

Ο κόσμος βρίσκεται στα όριά του.

Αλλά ξέρουν επίσης ότι τα αίτια αυτής της κρίσης μπορούν να εντοπιστούν κατευθείαν πίσω στην εισβολή - και τα αιτήματά τους είναι πολύ πολιτικά.

Περίπου 15 χρόνια μετά την εισβολή, οι Ιρακινοί εξακολουθούν να πληρώνουν πολύ βαρύ τίμημα.

Η κατοχή κατέστρεψε εντελώς την ιρακινή οικονομία και εγκαθίδρυσε επίσης ένα διεφθαρμένο και σεκταριστικό πολιτικό σύστημα.

Φυσικά, υπήρχε διαφθορά και την περίοδο Σαντάμ Χουσεΐν, αλλά πήρε μια εντατική μορφή μετά την εισβολή.

Το νέο σύστημα προκάλεσε τεράστια εξάπλωση των διεφθαρμένων πρακτικών. Αυτό ωφέλησε τις αμερικανικές εταιρείες.

Εξυπηρέτησε επίσης ορισμένους Ιρακινούς επιχειρηματίες και πολιτικούς, με τους οποίους οι ΗΠΑ έκαναν συμφωνίες.

Οι ΗΠΑ εμπέδωσαν ένα σεκταριστικό πολιτικό σύστημα το οποίο το Ιράκ δεν είχε δει ποτέ πριν.

Μετά το 2004, όλες οι εκλογές βασίστηκαν σε σεκταριστικά κόμματα επειδή αυτό είναι το σύστημα που οι Αμερικανοί σχεδίασαν για το Ιράκ αφού κατέστρεψαν το κράτος του Χουσεΐν.

Οι ΗΠΑ ευνόησαν ορισμένες εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες - ειδικότερα την ελίτ των Σιιτών.

Ενθάρρυνση

Αλλά στην πραγματικότητα όλα τα πολιτικά κόμματα και τα δίκτυα, την ανάπτυξη των οποίων οι οι ΗΠΑ ενθάρρυναν - οι Σουνίτες, οι Σιίτες, οι Κούρδοι και όλοι όλοι - επωφελήθηκαν από το διεφθαρμένο σύστημα.

Έχουν λοιπόν κοινό συμφέρον να το διατηρήσουν και να αρνηθούν τη μαζική πρόσβαση των Ιρακινών στους πόρους της χώρας.

Αυτό που είναι σημαντικό για τις σημερινές διαδηλώσεις - οι οποίες πραγματοποιούνται σε μεγάλη κλίμακα - είναι ότι τα δύο πράγματα που στοχεύουν είναι η διαφθορά και οι σεκταριστικές πολιτικές πρακτικές.

Ειδικότερα στην πόλη της Βασόρας ο κόσμος κρατάει πλακάτ και φωνάζει συνθήματα που επισημαίνουν ότι η Βασόρα δημιουργεί χρηματικά τεράστια ποσά από τα έσοδα του πετρελαίου.

Αλλά δεν βλέπει τίποτε από την άποψη των μισθών και της πρόσβασης σε βασικά πράγματα όπως ο ηλεκτρισμός και τα καύσιμα.

Υπάρχει θυμός. Περίπου το 95% των εσόδων του ιρακινού κράτους προέρχεται από το πετρέλαιο.

Ο κόσμος βλέπει ότι η κυβέρνηση αντλεί από αυτά τα τεράστια έσοδα από το πετρέλαιο - κάτι που συντηρεί την κυβέρνηση και διατηρεί το σύστημα των σεκταριστικών προνομίων.

Ωστόσο, στις περιοχές όπου βρίσκονται τα κοιτάσματα πετρελαίου οι άνθρωποι αγωνίζονται να επιβιώσουν.

Οι απλοί Ιρακινοί απαντούν πολύ καθαρά σε αυτό. Είναι ενάντια στη διαφθορά. Θέλουν να δουν τους πόρους της χώρας κατανεμημένους κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ανθρώπων. Και θέλουν να ξεφορτωθούν το σεκταριστικό σύστημα.

Λένε: πού πηγαίνουν τα χρήματα; Είναι στα χέρια των διεφθαρμένων πολιτικών. Ολόκληρο το σύστημα είναι σάπιο.

Διαδηλώσεις για αυτά τα ζητήματα έχουν αρχίσει στην πραγματικότητα από το 2011 - τη χρονιά της αραβικής άνοιξης. Γίνονται όλο και πιο διαδεδομένες κάθε χρόνο. Το 2015 και το 2016 οι διαδηλωτές κατέλαβαν την Πράσινη Ζώνη στο κέντρο της πρωτεύουσας της Βαγδάτης, διαμαρτυρόμενοι για τα ίδια πράγματα που διαμαρτύρονται και σήμερα.

Αυτός είναι ένας οχυρωμένος πυρήνας στην πόλη που δημιουργήθηκε από τις ΗΠΑ μετά την εισβολή.

Εκεί ήταν η διοίκηση της κατοχής, προστατευμένη από προστατευτικά εμπόδια για τις εκρήξεις και θωρακισμένα οχήματα. Αργότερα έγινε το κέντρο της ιρακινής κυβέρνησης.

Αυτές οι διαδηλώσεις συγκλόνισαν το καθεστώς. Η ιστορία που προβλήθηκε από τις ΗΠΑ μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων τους ήταν ότι η κρίση στο Ιράκ τελείωσε - είχαν εγκαθιδρύσει ένα νέο δημοκρατικό σύστημα και η ευημερία ερχόταν.

Αλλά το 2015-16 μια πολύ σκληρή κυβέρνηση αμφισβητήθηκε από μια μάζα διαδηλωτών. Τα συνθήματα ήταν πολύ συγκεκριμένα - όχι στη διαφθορά και ένα κράτος πολιτικών δικαιωμάτων.

Οι διαδηλώσεις καταστάλθηκαν, εν μέρει στη βάση του ισχυρισμού της κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία οι Ιρακινοί έπρεπε να ενωθούν ενάντια στο ISIS.

Αυτή ήταν η περίοδος κατά την οποία το ISIS κατέλαβε τμήματα του δυτικού και βορείου Ιράκ και είχε καταλάβει την πόλη Μοσούλη.

Η γραμμή της κυβέρνησης ήταν ότι οι διαδηλώσεις είναι ενάντια στην έκκληση για ιρακινή εθνική αλληλεγγύη εναντίον του ISIS.

Το ISIS έχει φύγει τώρα και η ιρακινή κυβέρνηση διατυμπανίζει την επιτυχία της, αλλά τώρα δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιήσει τη δικαιολογία του ISIS.

Με τις εκκλήσεις για ενότητα τώρα αχρηστευμένες, οι Ιρακινοί αισθάνονται πιο σίγουροι για την επιστροφή στα βασικά ζητήματα.

Η υπομονή έχει εξαντληθεί και οι διαδηλώσεις επιστρέφουν σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Σε αυτές τις διαδηλώσεις συμμετέχει κάθε είδος κόσμου. Αλλά είναι βασικά κινητοποιήσεις της εργατικής τάξης - και ένας πολύ σημαντικός αριθμός ατόμων που εμπλέκονται είναι νέοι.

Πριν από δύο χρόνια, μια αξιόπιστη ερευνητική ομάδα, η Διεθνής Ομάδα Κρίσεων (ICG), έδωσε μια πολύ καλά ελεγμένη έκθεση σχετικά με αυτό που ονόμασαν «γενιά του 2000».

Με αυτό εννοούσαν τους Ιρακινούς που είχαν μεγαλώσει στα εφηβικά τους χρόνια μετά την εισβολή και αντιμετώπιζαν τις συνέπειες της κατοχής.

Με την οικονομική κρίση από τη μία πλευρά και ένα θρησκευτικό πολιτικό σύστημα, το οποίο καλλιεργούσε την εθνοκάθαρση από αντίπαλες πολιτοφυλακές, πού βρίσκονται οι νέοι;

Αντιμετωπίζουν δύο επιλογές, όπως το έθεσε η ICG – πολέμα η φύγε [fight or flight].

Ήταν πολύ δύσκολο να βρουν μια αξιοπρεπή δουλειά, ή μερικές φορές ακόμα και οποιαδήποτε δουλειά.

Οι νέοι άνδρες αναγκάζονταν συνεχώς να ενταχθούν σε θρησκευτικές πολιτοφυλακές ανάλογα με το πού ζούσαν ή με βάση την εθνο-γλωσσική ταυτότητα.

Η άλλη επιλογή ήταν να φύγουν, και μετά την εισβολή υπήρξε μια συνεχής ροή ανθρώπων που εγκαταλείπουν το Ιράκ. Μέχρι τη συριακή αντεπανάσταση και τον εμφύλιο πόλεμο, το Ιράκ προσέφερε τον μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων από οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο.

Ειδικά οι νέοι εγκατέλειπαν τη χώρα. Θα πήγαιναν στις μεγάλες πόλεις του αραβικού κόσμου αρχικά στη Βηρυτό, στη Δαμασκό, στο Κάιρο ή ίσως στην Τουρκία.

Μετανάστευση

Στη συνέχεια, θα περνούσαν από τα διεθνή δίκτυα μετανάστευσης και πολλοί έφθασαν στην Ευρώπη.

Δεν υπήρχε ουσιαστικά κανένα μέλλον για αυτούς. Αλλά αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ότι αντί να παλέψουν στρατιωτικά ή να φύγουν, υπάρχει μια άλλη επιλογή συλλογικής μάχης και συλλογικής διαμαρτυρίας.

Γι’ αυτό πολλοί διαδηλωτές είναι νέοι. Και συνδέονται πολιτικά με δύο οργανώσεις.

Η μία είναι το πολιτικό δίκτυο που συνδέεται με τον κληρικό Μοκτάντα Ασ-Σαντρ. Προέρχεται από μια γνωστή οικογένεια Σιιτών και ηγήθηκε μιας πολιτοφυλακής που σε διάφορες στιγμές πολέμησε τις ΗΠΑ μετά την εισβολή.

Αλλά πριν από μερικά χρόνια μεταμορφώθηκε σε ένα είδος λαϊκιστή.

Προσπαθεί να ενταχθεί ο ίδιος σε αυτό το κίνημα που είναι τόσο εξοργισμένο από τη διαφθορά και τον σεκταρισμό, και να γίνει μια ηγετική φωνή του ριζοσπαστισμού.

Υποστήριξε λοιπόν τις διαδηλώσεις του 2015-2016 και αντιτάχθηκε επίσης στους ηγέτες των Σιιτών που συνδέονται με το Ιράν.

Το άλλο πολιτικό στοιχείο είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράκ έχει αναζωογονηθεί τα τελευταία χρόνια και προσελκύει αρκετή υποστήριξη από τους νέους.

Στις κοινοβουλευτικές εκλογές τον Μάιο, η οργάνωση του Σαντρ και το Κομμουνιστικό Κόμμα ενωθήκαν στη «Συμμαχία Σά’ιρουν».

Οι εκλογές είχαν πολύ χαμηλή προσέλευση, γεγονός που αντανακλούσε τον γενικό σκεπτικισμό σχετικά με το σύνολο του πολιτικού συστήματος.

Παρ’ όλα αυτά, ήταν επιτυχία για τη συμμαχία της ριζοσπαστική διαμαρτυρίας.

Κέρδισε τον μεγαλύτερο αριθμό εδρών - σε φρίκη τόσο των ΗΠΑ όσο και του Ιράν, όπου η κάθε πλευρά είχε τα δικά της ευνοούμενα πολιτικά κόμματα.

Τα άτομα που ψήφισαν για τη Συμμαχία Σά’ιρουν είναι οι κύριοι ακτιβιστές στους δρόμους σήμερα.

Πολλές από αυτές τις διαδηλώσεις είναι κατά κάποιο τρόπο αυθόρμητες - προκλήθηκαν από την κρίση ηλεκτρικής ενέργειας η οποία έσπρωξε τους ανθρώπους στα άκρα μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού.

Αλλά τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκαν επίσης δίκτυα ακτιβισμού. Αυτά θα είναι καθοριστικής σημασίας για την ενίσχυση και τη διάδοση των διαδηλώσεων.

Phil Marfleet, «The fight for Iraq’s future», Socialist Worker, αρ. φ. 2614, 22 Ιουλίου 2018,

Darya Najim και Krekar Mustafa

Οι διαδηλώσεις στο Ιράκ: βαθύς θυμός και απλές διεκδικήσεις

Σημείωση του Alliance of Middle Eastern Socialists: Παρακάτω δημοσιεύουμε ένα άρθρο γνώμης που υποβλήθηκε από δύο Ιρακινούς Κούρδους ακτιβιστές. Με το άρθρο αυτό και με μελλοντικά «άρθρα γνώμης», έχουμε ως στόχο να παρουσιάσουμε την αντιπαράθεση / συζήτηση και όχι απαραίτητα μια δήλωση θέσης της Συμμαχίας των Σοσιαλιστών της Μέσης Ανατολής.

Κάθε καλοκαίρι, βλέπουμε στο Ιράκ κύματα διαμαρτυριών για την έλλειψη απλών αλλά διαφορετικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου του νερού και της ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, οι διαμαρτυρίες φέτος είναι διαφορετικές και έχουν προσελκύσει μεγαλύτερη προσοχή από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Η Βασόρα έχει συγκλονιστεί περισσότερο από τις διαδηλώσεις, μια πόλη τεσσάρων εκατομμυρίων με ποσοστό ανεργίας 30% και το 22% του συνόλου του πληθυσμού να ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Οι διαδηλώσεις είχαν τουλάχιστον 16 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες. Οι διαδηλωτές έχουν απλά αιτήματα, αλλά δείχνουν πολύ θυμό που εκδηλώνεται με την πυρπόληση των αρχηγείων των πολιτικών κομμάτων και των κυβερνητικών κτιρίων. Παρά τα προβλήματά τους, αυτές οι διαδηλώσεις δείχνουν μια πλήρη αποτυχία του κράτους. Η χαμηλή προσέλευση των ψηφοφόρων στις εκλογές του Μαΐου ήταν μια σαφής απόδειξη ότι επρόκειτο να ακολουθηθεί από κάποια μορφή βίαιων διαμαρτυριών.

Οι διαδηλώσεις, ωστόσο, έχουν κάποια μειονεκτήματα. Οι περισσότεροι διαδηλωτές στους δρόμους των ιρακινών πόλεων είναι νέοι πτυχιούχοι χωρίς οργανωτικές δεξιότητες ή την ιδέα μιας εναλλακτικής λύσης για να δώσουν στα δικά τους αιτήματα αποτελεσματική έκφραση. Λόγω της έλλειψης ηγεσίας και οργάνωσης, αυτές οι διαδηλώσεις δεν μπόρεσαν να διατυπώσουν μια ατζέντα ή μια εναλλακτική λύση απέναντι στο σημερινό πολιτικό σύστημα. Ως εκ τούτου, απέτυχαν να μετατρέψουν τις διαδηλώσεις σε ένα κίνημα που να μπορεί να οδηγήσει στην απαίτηση ριζικής αλλαγής που χρειάζεται η χώρα. Ως εκ τούτου, οι διαμαρτυρίες είναι μια ακόμα αλυσίδα καταγγελιών στην οποία ορισμένοι σκοτώνονται, ενώ ακολουθούνται από πολύ λίγες έως καθόλου αλλαγές. Ως εκ τούτου, σιγά σιγά πλησιάζουν στο τέλος τους και ίσως περιοριστούν στις συναντήσεις της Παρασκευής. Αν και μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι οι βίαιες διαμαρτυρίες θα μπορούσαν τελικά να αναγκάσουν την κυβέρνηση να δράσει, η πρόσφατη ιστορία βίας του Ιράκ έχει μετατρέψει τη βία σε φυσιολογική και πιθανόν ακόμη και σε μια «φυσική» μορφή εκδηλώσεων.

Οι άνθρωποι είναι θυμωμένοι με την πολιτική ελίτ και την κυβέρνηση, αλλά κυρίως με εκείνους τους οποίους κατηγορούν ότι είναι ιρανικές και αμερικανικές μαριονέτες. Οι φετινές διαμαρτυρίες ξεχωρίζουν όσον αφορά την εκπροσώπιση διότι οι θρησκευτικές συγκρούσεις και ολόκληρη η ρητορική τους, ακόμα και αν αυτές είναι φρικτές, τουλάχιστον είναι οι δικές μας φρίκιες, είναι πλέον νεκρή. Οι άνθρωποι δεν αφοσιώνονται πλέον στους ηγέτες τους που δίνουν υποσχέσεις που ποτέ δεν εκπληρώνουν. Τα χρόνια που οι άνθρωποι εμπιστεύονταν τις πολιτικές ελίτ έχουν περάσει. Καθώς τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έχουν δείξει ότι αυτές οι υποσχέσεις είναι κενές, η υπομονή του κόσμου έχει τελικά εξαντληθεί. Ωστόσο, ο αντίκτυπος που έχει δημιουργήσει ο σεκταριστικός πόλεμος υπάρχει ακόμα. Η διαίρεση μεταξύ των τριών μεγαλύτερων ομάδων, Σιιτών, Σουνιτών και Κούρδων, εξακολουθεί να ισχύει. Όταν οι Σιίτες άρχισαν να διαμαρτύρονται, οι Σουνίτες και οι Κούρδοι δεν συμμετείχαν στις διαμαρτυρίες. Το ίδιο ισχύει για τις άλλες δύο ομάδες. Οι διαμαρτυρίες δεν μπορούν να αποκτήσουν πανεθνικό χαρακτήρα γι’ αυτόν τον συγκεκριμένο λόγο. Κάθε ομάδα θέλει ειρήνη με τους δικούς της όρους. Τα επακόλουθα του πολέμου εναντίον του ISIS και η εχθρότητα προς το κουρδικό δημοψήφισμα ενέτειναν τη θρησκευτική διαίρεση. Ο θυμός δεν τροφοδοτείται από θρησκευτικές διαιρέσεις, αλλά αυτές έχουν διασπάσει τις διαμαρτυρίες και τις έχουν καταστήσει λιγότερο παραγωγικές και αποτελεσματικές.

Αν και οι πολιτικές ελίτ είναι η προσωποποίηση της διαφθοράς, οι ρίζες των προβλημάτων είναι βαθύτερες. Τα προβλήματα οφείλονται στις ανεπαρκείς δομές που έχουν τεθεί σε εφαρμογή ειδικά μετά την εισβολή των ΗΠΑ το 2003. Βρίσκονται στην έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τα έσοδα από το πετρέλαιο που πουλάει το Ιράκ αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, όταν η απάντηση για το τι πραγματικά συμβαίνει με τα χρήματα είναι ακόμα θολή. Βρίσκονται μέσα σε αυτήν την ατέρμονη πατριαρχία που έχει δημιουργήσει μια νοοτροπία ανάμεσα στους ανθρώπους ώστε μερικοί να την δέχονται τυφλά ως την απόλυτη αλήθεια, και στην άποψη ότι αν και η διαφθορά και η άνιση κατανομή του πλούτου καταστρέφουν τη χώρα, δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί να γίνει γι’ αυτό.

Τα προβλήματα είναι διαρθρωτικά και ήταν πάντα εκεί από τότε που το Ιράκ έγινε κράτος. Αυτά τα προβλήματα οφείλονται στην πλήρη αποτυχία όχι μόνο της υπάρχουσας κυβέρνησης αλλά και του κράτους και του πολιτικού συστήματος. Αυτή η αποτυχία του πολιτικού συστήματος υπήρξε επίσης εξωτερική παρέμβαση μαζί με τις εθνοτικές και σεχταριστικές συγκρούσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν υπήρξαν η προσωποποίηση της εξωτερικής παρέμβασης και ο κόσμος δεν το ανέχεται πλέον. Οι συνεχείς αντιφάσεις και οι συνεχιζόμενοι πόλεμοι έχουν κάνει τους ανθρώπους σκεπτικούς για όλους τους εμπλεκόμενους· και συνέβαλαν επίσης στην άνοδο των εντάσεων στη χώρα. Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ πουλάνε την ιδέα μιας δημοκρατικής και κοσμικής κυβέρνησης, γύρισαν την πλάτη τους στο Ιρακίγια Μλοκ του Αγιάντ Αλάουι το 2010, ένα κοσμικό μπλοκ που κέρδισε τις εκλογές. Οι ΗΠΑ συμφώνησαν τελικά στο διορισμό του Μαλίκι, ενός θρησκευτικού και διεφθαρμένου πολιτικού που έριξε το Ιράκ σε εθνοτικές και σεχταριστικές συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της οκταετούς κυβέρνησής του. Αυτό το βήμα προκάλεσε μεγάλη ζημιά στον κοσμικό χαρακτήρα στο Ιράκ και στα κοσμικά κινήματα στο σύνολό τους στο Ιράκ, από την οποία δεν έχει ανακάμψει και μπορεί να μην ανακάμψει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εάν το κοσμικό κίνημα ερχόταν στην εξουσία το 2010, το ένα τρίτο του Ιράκ ίσως δεν είχε πέσει στο ISIS.

Οι κακοτυχίες που προκάλεσε η αποικιοκρατία παραμένουν ακόμα, επιβιώνουν και προστατεύονται από την πολιτική ελίτ για οικονομικά συμφέροντα. Ένας από τους κύριους λόγους για τα προβλήματα του Ιράκ τον περασμένο αιώνα ήταν το συγκεντρωτικό κράτος και η διακυβέρνησή του, ωστόσο η πολιτική ελίτ του «νέου Ιράκ» έχει οδηγήσει το Ιράκ σε μια πορεία ακόμα μεγαλύτερου συγκεντρωτισμού. Αυτή η μορφή εθνικού κράτους δεν έχει λειτουργήσει και δεν θα λειτουργήσει στο Ιράκ. Είναι καιρός να επανεξετάσουμε το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του. Το Ιράκ ως κράτος έχει φτάσει σε πλήρη δυσλειτουργία. Εκατομμύρια άνθρωποι είναι εξοργισμένοι με τη διαφθορά, αλλά αυτή η πολιτική ελίτ μπορεί να διατηρήσει τη δύναμή της και να επιβιώσει μόνο μέσω της διαφθοράς. Στην πραγματικότητα, η διαφθορά αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο του κράτους και του συστήματος. Η κυβέρνηση έχει φιμώσει τη διαφωνία με το πρόσχημα του πολέμου εναντίον του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους. Τώρα που η τρομοκρατική οργάνωση ηττήθηκε, οι άνθρωποι επισημαίνουν μια άλλη αποτυχία του κράτους, την ανικανότητά του να παρέχει δημόσιες υπηρεσίες. Αν αυτή η αδυναμία διαρκέσει, το Ιράκ μπορεί να αντιμετωπίσει την άνοδο ενός άλλου κύματος βίας και διαμαρτυριών.

Η Darya Najim είναι υποψήφια Διδάκτορας στο Κέντρο Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Λουντ της Σουηδίας. Σήμερα γράφει τη διατριβή της σχετικά με το γυναικείο κίνημα στη Ροζάβα της Βόρειας Συρίας.

Ο Krekar Mustafa ολοκλήρωσε το μάστερ του στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου. Η διατριβή του αφορά στην αποτυχία του κράτους στην περίπτωση του Ιράκ

Darya Najim and Krekar Mustafa, «Iraqi Protests: Deep Anger and Simple Demands», Alliance of Middle Eastern Socialists, 3 Αυγούστου 2018,

David Bacon

Στο Ιράκ, τα συνδικάτα βοηθούν στην ανοικοδόμηση της λαϊκής εξουσίας

Στις εθνικές εκλογές του Μαΐου στο Ιράκ, από τους 329 βουλευτές που εξελέγησαν, το Σά’ιρουν (που σημαίνει «Εμπρός» ή «Συμμαχία για Μεταρρυθμίσεις») σημείωσε τη μεγαλύτερη νίκη - 55 βουλευτές και 1,3 εκατομμύρια ψήφους. Το Σά’ιρουν περιλαμβάνει τους οπαδούς του ισχυρού Σιίτη ηγέτη Μουκτάντα ασ-Σαντρ, του Κομμουνιστικού Κόμματος του Ιράκ (ΚΚΙ), του Κόμματος Κίνημα Νεολαίας για την Αλλαγή, του Κόμματος Προόδου και Μεταρρύθμισης, της Δημοκρατικής Ομάδας του Ιράκ και του Κόμματος Κράτος της Δικαιοσύνης. Στη Βαγδάτη, το Σά’ιρουν κέρδισε το 23% των ψήφων, σχεδόν το διπλάσιο σε σχέση με τους αντιπάλους του.

Το πρόγραμμα της συμμαχίας του Σά’ιρουν ζητά να τερματιστεί το σύστημα που διένειμε τις πολιτικές θέσεις και την κυβερνητική στήριξη με βάση θρησκευτικές γραμμές, ένα σύστημα που επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά την κατοχή τους στο Ιράκ το 2011. Η στήριξη μιας κυβερνητικής δομής σε θρησκευτικά πολιτικά κόμματα οδήγησε σε ένα σύστημα πελατειακών σχέσεων και κατανομής των λαφήρων και κατά συνέπεια σε τεράστια διαφθορά. Όπως είπε ο Ασ-Σαντρ στην Arab Weekly: «Θα το πω αυτό παρά το αμάμα [τουρμπάνι] στο κεφάλι μου. Δοκιμάσαμε τους ισλαμιστές και απέτυχαν παταγωδώς. [Είναι] ώρα να δοκιμάσουμε ανεξάρτητους τεχνοκράτες.»8

Το Σά’ιρουν ζήτησε επίσης ανεξαρτησία από την ξένη κυριαρχία από τις ΗΠΑ και το Ιράν. Πριν από τις εκλογές, ένας υψηλόβαθμος Ιρανός πολιτικός, ο Αλί Ακμπάρ Βελαγιατί, απείλησε με αντίποινα αν οι ψηφοφόροι επέλεξαν το Σά’ιρουν: «Δεν θα επιτρέψουμε στους φιλελεύθερους και στους κομμουνιστές να κυβερνούν στο Ιράκ», είπε. Πολλοί κοσμικοί πολιτικοί καταδίκασαν τη δήλωση ως παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις του Ιράκ.

Στη σιϊτική ιερή πόλη Νατζάφ, μια από τις πιο συντηρητικές της χώρας, οι ψηφοφόροι εξέλεξαν την υποψήφια του ΙΚΚ, τη Σούχαντ αλ-Χάτεμπ, δασκάλα, ακτιβίστρια των δικαιωμάτων των γυναικών και αγωνίστρια εναντίον της φτώχειας. Μετά τη νίκη της είπε: «Θέλουμε κοινωνική δικαιοσύνη, πολιτικά δικαιώματα και είμαστε εναντίον του σεχταριστισμού και αυτό είναι που θέλουν και οι Ιρακινοί».

Ο συνασπισμός εξελίχθηκε από ένα λαϊκό κίνημα στους δρόμους των πόλεων του Ιράκ, με ρίζες στις διαδηλώσεις που χρονολογούνται από το 2010 και με την ανάπτυξη και τη δημοτικότητα των συνδικάτων της χώρας.

Το καλοκαίρι του 2010, καθώς οι θερμοκρασίες είχαν ανέβη πάνω από 48 βαθμούς Κελσίου, οι Ιρακινοί άρχισαν να βγαίνουν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για την έλλειψη ηλεκτρισμού. Από την έναρξη της κατοχής το 2003, οι αμερικανικές αρχές και αργότερα η ιρακινή κυβέρνηση δεν μπόρεσαν να παράσχουν ισχύ όλο το εικοσιτετράωρο, ειδικά σε περιόδους υψηλής ζήτησης. Καθώς οι διαδηλώσεις της Αραβικής Άνοιξης πραγματοποιούνταν σε όλη τη Μέση Ανατολή, οι νέοι Ιρακινοί άρχισαν να διοργανώνουν συγκεντρώσεις στην πλατεία Ταχρίρ στη Βαγδάτη, διεκδικώντας κυρίως θέσεις εργασίας και καλύτερες ηλεκτρικές υπηρεσίες. Αποκαλούσαν τις δράσεις τους την «Ιρακινή Άνοιξη».

Ο πρώην πρωθυπουργός Νούρι Αλ Μαλίκι αποκάλεσε τους νέους «αντάρτες και τρομοκράτες». Σαράντα πέντε άτομα έχασαν τη ζωή τους στην καταστολή που ακολούθησε, μεταξύ των οποίων 29 άτομα μόνο στις 25 Φεβρουαρίου 2011 (γνωστή ως «ημέρα οργής»9). Εκατοντάδες συνελήφθησαν.

Το 2015, οι Ιρακινοί άρχισαν να διαδηλώνουν κάθε Παρασκευή, καταγγέλλοντας τη διαφθορά των θρησκευτικών πολιτικών κομμάτων. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της πρωτοβουλίας για την αλληλεγγύη της ιρακινής κοινωνίας των πολιτών10: «Οι διαδηλωτές, κυρίως οι ακτιβιστές της νεολαίας και της κοινωνίας των πολιτών, αμφισβητούν το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, διεκδικούν ένα κοσμικό κράτος σε αντίθεση με ένα θρησκευτικό κράτος, ενάντια στον διαχωρισμό μεταξύ σουνιτικών και σιιτικών των πληθυσμών, [και] τα δικαιώματα των γυναικών και τα δικαιώματα των εργαζομένων [...]. Οι ιρακινές ομάδες δικαιωμάτων των γυναικών εργάζονται δραστήρια για να διασφαλίσουν ότι οι γυναίκες μπορούν να λάβουν μέρος στις διαδηλώσεις χωρίς να παρενοχλούνται.»

Οι νέοι κρατούσαν πανό με δυναμικά συνθήματα: «Το Κοινοβούλιο και το Ισλαμικό Κράτος είναι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος!», «Ο Ντά’ες γεννήθηκε από τη διαφθορά σας!», «Οι άνθρωποι δεν επιβιώνουν με τη θρησκεία αλλά με ψωμί και αξιοπρέπεια!», «Οι κλέφτες δρουν στο όνομα της θρησκείας» και «Όχι στον σεχταρισμό, όχι στον εθνικισμό, ναι στην ανθρωπιά

Πέρυσι, στις 11 Φεβρουαρίου, χιλιάδες άνθρωποι ξεκίνησαν μια μη βίαιη πορεία από την πλατεία Ταχρίρ προς την ισχυρά οχυρωμένη Πράσινη Ζώνη με τρία αιτήματα: τη μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος, την καταπολέμηση της διαφθοράς και την παροχή υπηρεσιών. Ειδικές κυβερνητικές δυνάμεις πυροβόλησαν τους διαδηλωτές καθώς διέσχιζαν τη γέφυρα Τζουμχουρίγια. Εννέα άνθρωποι σκοτώθηκαν και 281 τραυματίστηκαν.

Ο ρόλος των συνδικάτων

Η διεκδίκηση για μη-σεκταρισμό αντανακλά μια μακρά παράδοση στα ιρακινά συνδικάτα, τα οποία δεν έχουν οργανωθεί ποτέ με βάση τις θρησκευτικές διαχωριστικές γραμμές. Το ιρακινό εργατικό κίνημα ξεκίνησε τη δεκαετία του 1920 στη βιομηχανία πετρελαίου και στους εργαζόμενους σιδηροδρόμων και για δεκαετίες η χώρα ήταν η πιο βιομηχανοποιημένη στη Μέση Ανατολή. Τα συνδικάτά της, μέρος ενός ισχυρού αριστερού πολιτικού πολιτισμού, βοήθησαν να ανατραπεί ο υποστηριζόμενος από τους Βρετανούς βασιλιάς και να εγκαθιδρυθεί η εθνικιστική και σοσιαλιστική κυβέρνηση του Καρίμ Κάσεμ στη δεκαετία του 1950.

Ο πρωθυπουργός Κάσεμ ανατράπηκε και αργότερα εκτελέστηκε ύστερα από πραξικόπημα από το Μπααθικό Αραβικό εθνικιστικό κόμμα τον Φεβρουάριο του 1963 και ο Σαντάμ Χουσεΐν πήρε τελικά την εξουσία 16 χρόνια αργότερα με την υποστήριξη των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Κατέστειλε τα αριστερά κόμματα και επέτρεψε μόνο τα αδύναμα συνδικάτα που ελέγχονταν από την κυβέρνηση. Κάτω από την πρόσφατη κατοχή των ΗΠΑ, οι αρχές διατήρησαν τα συνδικάτα και την περιθωριοποιημένη αριστερά, δίνοντας προτεραιότητα στην ιδιωτικοποίηση της ιρακινής βιομηχανίας.

Μέχρι το 2015 το Ιράκ εξακολουθούσε να εφαρμόζει το νόμο του Σαντάμ Χουσεΐν11, ο οποίος απαγόρευε τις συνδικαλιστικές οργανώσεις του δημόσιου τομέα.

Από την αρχή της κατοχής, οι εργαζόμενοι έπρεπε να οργανωθούν παρά το παράνομο καθεστώς των συνδικάτων τους. Ένας νέος εργατικός νόμος του 2015 έδωσε σε όλους τους εργαζόμενους το δικαίωμα να σχηματίζουν συνδικάτα, εκτός από τους υπαλλήλους των δημοσίων υπηρεσιών, καθώς και των αστυνομικών δυνάμεων και των δυνάμεων ασφαλείας. Τα συνδικάτα απέκτησαν συλλογικά δικαιώματα διαπραγμάτευσης και το δικαίωμα στην απεργία. Πέρυσι, όμως, η απερχόμενη κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Χάιντερ αλ-Αμπάντι εξέδωσε ένα νέο νομοσχέδιο για τις επαγγελματικές ομοσπονδίες και τα συνδικάτα. Η εργατική τάξη αντιτάχθηκε, λέγοντας ότι απέτυχε να εγγυηθεί πλήρως τα δικαιώματα των εργαζομένων.

Πριν από ένα χρόνο, 3.000 εργαζόμενοι με περιστασιακή εργασία με σύμβαση) στη βιομηχανία ηλεκτροπαραγωγής και μεταφοράς δημιούργησαν σωματείο μετά την αδυναμία της κυβέρνησης να πληρώσει τους μισθούς τους για πέντε μήνες. Στη συνέχεια, ενώθηκαν με το σωματείο για τους μόνιμους εργαζομένους της βιομηχανίας για να σχηματίσουν το Γενικό Συνδικάτο των Εργαζομένων του Τομέα της Ηλεκτρικής Ενέργειας του Ιράκ.

Ύστερα από την απόλυση 100 ηγετών του σωματείου ηλεκτρισμού από την κυβέρνηση τον Μάρτιο, χιλιάδες εργαζόμενοι διοργάνωσαν καθιστικές διαμαρτυρίες σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής σε όλο το Ιράκ. Τα αιτήματά τους περιελάμβαναν την επαναπρόσληψη των απολυμένων εργαζομένων, μόνιμες θέσεις εργασίας και ένταξη στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης του Ιράκ, καθώς και ένα ελάχιστο μηνιαίο μισθό 300 δολαρίων ΗΠΑ.

Κάτω από την πίεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, το ιρακινό υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε πέρυσι σχέδιο νόμου περί κοινωνικής ασφάλισης που θα είχε αυξήσει τις συνεισφορές των εργαζομένων στα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης αυξάνοντας παράλληλα την ηλικία συνταξιοδότησης από 63 σε 65. «Η υιοθέτηση αυτού του σχεδίου θα οδηγήσει σε αύξηση της φτώχειας των Ιρακινών, αν και ζουν σε μία από τις πλουσιότερες σε πετρέλαιο χώρες στον κόσμο», δήλωσε η Χασμέγια Αλσααντάουι, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Συνδικάτων της Βασόρας και του σωματείου ηλεκτρικής ενέργειας. Η Αλσααντάουι είναι επίσης η πρώτη γυναίκα που ηγείται πανεθνικού σωματείου στο Ιράκ.

Στις 18 Μαΐου 2018, αμέσως μετά τις εκλογές, η ιρακινή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι δεν θα περιλάμβανε μόνο τους 30.000 περιστασιακούς συμβασιούχους εργαζομένους στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας12 στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, αλλά θα εξασφάλιζε τα ίδια δικαιώματα σε όλους τους 150.000 συμβασιούχους εργαζομένους σε όλο τον δημόσιο τομέα.

Μιλώντας στη συνεδρίαση της εκτελεστικής επιτροπής της IndustriALL Global Union τον Απρίλιο, η Αλσααντάουι είπε ότι τα αποτελέσματα των εκλογών ενεργοποίησαν τον κόσμο: «Οι εργαζόμενοι έχουν μεγάλες προσδοκίες. Έχουν δραστηριοποιηθεί σε διαδηλώσεις και σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης που απαιτούν τα δικαιώματά τους».

Τον Δεκέμβριο, οι εργαζόμενοι στην κρίσιμη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου σχημάτισαν τελικά ένα εθνικό δίκτυο οκτώ ανταγωνιστικών προηγουμένως συνδικάτων. Σύμφωνα με τον Χασάν Τζουμά’α, επικεφαλής της Ιρακινής Ομοσπονδίας Εργαζομένων Πετρελαίου: «Μία από τις σημαντικότερες προτεραιότητες είναι η ενότητα του συνδικαλιστικού κινήματος στο Ιράκ. Ξεκινήσαμε το πρώτο βήμα στον σημαντικότερο τομέα, στον κλάδο πετρελαίου και φυσικού αερίου.»

Οι στόχοι του δικτύου περιλαμβάνουν την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των συμβασιούχων και των μεταναστών εργαζομένων, οι οποίοι αποτελούν σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού της βιομηχανίας. Το πατρωτικό του πνεύμα είναι εμφανές στη δέσμευσή του να «προστατεύσει τον εθνικό πλούτο για τις μελλοντικές γενιές εναντίον των καπιταλιστικών εταιρειών που δεν σέβονται τα δικαιώματα και τις απόψεις των πολιτών» και «να σπρώξει τις ξένες εταιρείες να αναλάβουν την ευθύνη για τη διατήρηση των υποδομών των περιοχών κοντά σε κοιτάσματα πετρελαίου που εκτίθενται σε τοξικές εκπομπές.»

Ο Ντιά’α αλ-Ασάντι, διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Μουκτάντα ασ-Σαντ, δήλωσε πρόσφατα στην ιστοσελίδα ειδήσεων Al-Monitor ότι η εκλογική λίστα του Σά’ιρουν είναι «ένα σχέδιο μεταρρύθμισης που αντιπροσωπεύει τις ελπίδες και τις προσδοκίες των μειονεκτούντων και λιγότερο ευνοημένων ανθρώπων. Το έργο αυτό του Σά’ιρουν αποτελεί μια μεταβολή των ιδεολογικών δομών και μια απομάκρυνση από τους καθιερωμένους κανόνες που χαρακτήριζαν την πολιτική διαδικασία από το 2003.» Σύμφωνα με τον Ουέσαμ Χάσεμπ του Κέντρου Αλληλεγγύης13 που συνδέεται με το AFL-CIO: «Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι το πραγματικό πρόσωπο του Ιράκ. Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ των εργαζομένων.»

Αυτός ο συνδυασμός των διαδηλώσεων του δρόμου, του εκλογικού ακτιβισμού και της αυξανόμενης δύναμης των συνδικάτων αποτελεί σήμερα ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του πολιτικού τοπίου του Ιράκ, καθώς οι Ιρακινοί επιδιώκουν να ανοικοδομήσουν τη χώρα τους μετά από τέσσερις δεκαετίες πολέμου και μια πικρή δεκαετία ξένης κατοχής και κυριαρχίας.

David Bacon, «In Iraq, trade unions are helping to rebuild popular power», Equal Times, 25 Ιουνίου 2018, και (με διαφορετικό τίτλο): «Electoral success and growing membership of Iraqi trade unions», Europe Solidaire Sans Frontières, 25 Ιουνίου 2018,

Σημειώσεις

1 Μέσα σε δεκαπέντε μέρες είχαν σκοτωθεί 12 τουλάχιστον διαδηλωτές και είχαν τραυματιστεί εκατοντάδες: «Iraqs protests: What you need to know», Deutsche Welle, 22 Ιουλίου 2018,

2 Joseph Daher, «Οι εκλογές στο Ιράκ: Ο Σαντρ, ο θρησκευτικός σεκταρισμός και μια λαϊκή εναλλακτική», e la libertà, 25 Ιουνίου 2018.

3 Joseph Daher, «Ιράκ: οι άνεμοι της ελπίδας», e la libertà, 29 Αυγούστου 2015.

4 Για το δημοψήφισμα στο ιρακινό Κουρδιστάν: Joseph Daher, «Δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία των Κούρδων στο Βόρειο Ιράκ: Μεταξύ ελπίδας και αντιφάσεων», e la libertà, 12 Σεπτεμβρίου 2017. Joseph Daher, «Το ιρακινό Κουρδιστάν μετά το δημοψήφισμα», e la libertà, 18 Οκτωβρίου 2017. Joseph Daher, «Η κουρδική κρίση στο Ιράκ και στη Συρία», e la libertà, 28 Φεβρουαρίου 2018. 

5 «Διαδηλώσεις στο ιρακινό Κουρδιστάν – πέντε νεκροί διαδηλωτές», e la libertà, 21 Δεκεμβρίου 2017.

6 Για τις διαδηλώσεις και το κίνημα στο Ιράν: Frieda Afary, «Για τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στο Ιράν», e la libertà, 2 Ιανουαρίου 2018. Behrouz Jalilian, «Επαναστατική εξέγερση στο Ιράν: Η άποψη ενός αναγνώστη», e la libertà, 4 Ιανουαρίου 2018. Karwan Hewram, «Τι θέλουν οι άνθρωποι στο Ιράν, γιατί διαμαρτύρονται;», e la libertà, 4 Ιανουαρίου 2018. Foad Asabani, «Έκρηξη ριζοσπαστικοποίησης στο Ιράν», e la libertà, 5 Ιανουαρίου 2018. Hamid Mohseni, «Το Κίνημα No Future στο Ιράν Εναντιώνεται στην Ισλαμική Δημοκρατία», e la libertà, 8 Ιανουαρίου 2018. Συμμαχία Σοσιαλιστών της Μέσης Ανατολής, «Αλληλεγγύη στις λαϊκές διαμαρτυρίες στο Ιράν!», e la libertà, 20 Ιανουαρίου 2018. «Δήλωση από μια ομάδα διεθνών σοσιαλιστριών φεμινιστριών σε αλληλεγγύη με τις γυναίκες του Ιράν », e la libertà, 28 Φεβρουαρίου 2018. Béhrous Arefi, «Ιράν: Οι γυναίκες προκαλούν την θρησκευτική εξουσία», e la libertà, 9 Μαΐου 2018. «Ανοιχτή επιστολή από τη Συμμαχία Σοσιαλιστών/τριών της Μέσης Ανατολής προς τις ιρανικές εργατικές ενώσεις», e la libertà, 9 Μαΐου 2018. Frieda Afary, «Όχι στις ιμπεριαλιστικές πολεμικές πιέσεις του Τραμπ του Μπίν Σαλμάν, του Νετανιάχου, εναντίον του Ιράν. Υποστήριξη της προοδευτικής και επαναστατικής αντιπολίτευσης στο ιρανικό καθεστώς», e la libertà, 21 Μαΐου 2018. Frieda Afary, «Οι διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος στο Ιράν, οι προοπτικές του και η διεθνής αλληλεγγύη», e la libertà, 25 Ιουνίου 2018.

7 Ahmad Al-Sholi, «A Small Victory in Jordan», Jacobin, 24 Ιουνίου 2018. 

8 Mamoon Alabbasi, «Abadi toughens fight against corruption but challenges remain», The Arab Weekly, 3 Δεκεμβρίου 2017. 

9 Jane Arraf, «Iraqis stage “day of rage” despite government lockdown», The Christian Science Monitor, 25 Φεβρουαρίου 2011,

10 «Call for solidarity with Iraqi demonstrations», Iraqi Civil Society Solidarity Initiative (ICSSI), 28 Αυγούστου 2015,

11 David Bacon, «Iraqi unionists face prison in spite of proposed new labour law», Equal Times, 27 Νοεμβρίου 2013,

12 «Iraqi electricity workers win inclusion for 150,000 precarious workers», IndustriALL, 18 Μαΐου 2018,

13 Lily Frankel, «Wesam Chaseb: In Iraq, “Change Will Start from Unions”», Solidarity Center, 1 Νοεμβρίου 2016,

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018 14:48
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.