Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018 15:26

Συρία: Οι κοινωνικές ρίζες της εξέγερσης

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Joseph Daher

Συρία: Οι κοινωνικές ρίζες της εξέγερσης

Πάνω από επτά χρόνια μετά την έναρξη της λαϊκής εξέγερσης στη Συρία, που όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε διεθνή πόλεμο, οι αιτίες αυτής της έκρηξης συχνά ξεχνιούνται. Όταν συζητιούνται, η συντριπτική πλειοψηφία των συγγραφέων περιορίζει την εξέγερση σε έναν αγώνα ενάντια στον αυταρχισμό, παραβλέποντας σχεδόν εξ ολοκλήρου τις κοινωνικοοικονομικές της ρίζες. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο οι σχέσεις παραγωγής στη σύγχρονη Συρία αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι στην πραγματικότητα ένα βασικό στοιχείο στην κατανόηση της λαϊκής βάσης της συριακής εξέγερσης. Το σημαντικότερο συστατικό στοιχείο του κινήματος ήταν οι οικονομικά περιθωριοποιημένοι σουνίτες εργάτες γης, μαζί με τους μισθωτούς εργάτες και τους αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους των πόλεων που πλήρωσαν τα βάρη των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, ιδιαίτερα από τότε που ανέβηκε στην εξουσία ο Μπασάρ αλ-Ασαντ το 2000. Η γεωγραφία των εξεγέρσεων στο Ιντλίμπ, τη Ντάρα’α και άλλες μεσαίου μεγέθους πόλεις καθώς και σε άλλες αγροτικές περιοχές παρουσιάζει ένα ενιαίο μοτίβο - όλες ήταν ιστορικά οχυρά του Κόμματος Μπά’αθ και επωφελήθηκαν από τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις τη δεκαετία του 1960.

Η επιτάχυνση του νεοφιλελευθερισμού υπό τον Μπασάρ αλ-Άσαντ

Η Συρία υπέστη μια ταχεία εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στη δεκαετία μετά την ανάληψη της εξουσίας από το Μπασάρ αλ-Ασαντ το 2000, οι οποίες αποτέλεσαν επίσης ένα μέσο με το οποίο ο νέος ηγέτης μπόρεσε να εδραιώσει την εξουσία του. Σε αντίθεση με τον πατέρα του, ο Μπασάρ επέτρεψε στην Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ να παρεμβαίνουν στη διαδικασία οικονομικής φιλελευθεροποίησης. Το 2005, η «κοινωνική οικονομία της αγοράς» υιοθετήθηκε ως νέα οικονομική στρατηγική στο 10ο Περιφερειακό Συνέδριο του Κόμματος Μπά’αθ. Με άλλα λόγια, ο ιδιωτικός τομέας αντί του κράτους θα γινόταν ο συνεταίρος και ο επικεφαλής στη διαδικασία οικονομικής ανάπτυξης και στην παροχή απασχόλησης (Abboud 2015: 55). Στόχος ήταν η ενθάρρυνση της ιδιωτικής συσσώρευσης κυρίως μέσω του ανοίγματος της οικονομίας στην αγορά, ενώ το κράτος αποχώρησε από βασικούς τομείς παροχής κοινωνικής πρόνοιας, επιδεινώνοντας τα ήδη υπάρχοντα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα.

Η προσέλκυση ξένων επενδύσεων και συριακών κεφαλαίων που παρέμεναν εκτός της χώρας από υπηκόους και ομογενείς, ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών, ήταν θεμελιώδης για αυτή τη νέα οικονομική στρατηγική. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις αυξήθηκαν από 120 εκατ. δολάρια το 2002 σε 3,5 δισ. δολάρια το 2010. Οι εισροές επενδύσεων οδήγησαν σε έκρηξη στο εμπόριο, στη στέγαση, στον τραπεζικό τομέα, στον κατασκευαστικό τομέα και στον τουρισμό (Hinnebush 2012: 100).

Το μερίδιο της ιδιωτικής οικονομίας συνέχισε να αυξάνεται, φθάνοντας το 65% του ΑΕΠ της Συρίας (πάνω από το 70% σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις) το 2010, ενώ ήταν και ο μεγαλύτερος εργοδότης. Περίπου το 75% του συριακού εργατικού δυναμικού εργαζόταν στον ιδιωτικό τομέα (Achcar 2013: 24).

Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές ωφέλησαν την ανώτερη τάξη της Συρίας και τους ξένους επενδυτές (ιδιαίτερα τις μοναρχίες του Κόλπου και την Τουρκία) εις βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας των Σύριων, οι οποίοι πλήττονταν από τον πληθωρισμό και το αυξανόμενο κόστος ζωής. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το καθεστώς επίσης μείωσε σημαντικά τους φόρους στα κέρδη του επιχειρηματικού τομέα τόσο για τους ομίλους όσο και για τα άτομα. Τα μέτρα αυτά εφαρμόστηκαν παρά το γεγονός ότι η φοροδιαφυγή ήταν ήδη ευρέως διαδεδομένη, φθάνοντας τα 100 δισεκατομμύρια συριακές λίρες το 2009 σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις (Seifan 2013: 109).

Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούσαν το 99% όλων των επιχειρήσεων στη Συρία, επηρεάστηκαν αρνητικά κατά το μεγαλύτερο μέρος από το άνοιγμα στην αγορά και την οικονομική απελευθέρωση.

Η συριακή οικονομία άρχισε όλο και περισσότερο να βασίζεται στις προσόδους, καθώς το μερίδιο των παραγωγικών τομέων μειώθηκε από 48,1% του ΑΕΠ το 1992 σε 40,6% το 2010, ενώ το μερίδιο των μισθών στο εθνικό εισόδημα ήταν χαμηλότερο από 33% το 2008-2009, σε σύγκριση με το σχεδόν 40,5% το 2004 - που σημαίνει ότι τα κέρδη και οι πρόσοδοι αποτελούσαν πάνω από το 67% του ΑΕΠ.

Αυτά τα μέτρα απελευθέρωσης συνοδεύτηκαν από τη μείωση των επιδοτήσεων, την ανάσχεση της επέκτασης της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα και τη μείωση του ρόλου του κράτους στις εγχώριες επενδύσεις. Οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης μειώθηκαν σημαντικά λόγω τω περικοπών στο συνταξιοδοτικό σύστημα κατά τη δεκαετία του 2000. Οι δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης και εκπαίδευσης δεν αυξήθηκαν ανάλογα με την αύξηση του πληθυσμού. Το μερίδιο στους τομείς της εκπαίδευσης και της υγειονομικής περίθαλψης ως ποσοστό των δαπανών του ΑΕΠ ήταν περίπου 4% και 0,4% πριν από το 2010. Στο πλαίσιο αυτό, το καθεστώς ξεκίνησε τη σταδιακή ιδιωτικοποίηση των σχολείων, ιδίως των πανεπιστημίων και των κολλεγίων, και της υγειονομικής περίθαλψης. Η διαδικασία αυτή συνοδεύτηκε από τη μείωση της ποιότητας και της ποσότητας των υπηρεσιών δημόσιας υγείας, η οποία ανάγκασε τους Σύριους να στραφούν στον ιδιωτικό τομέα για να απολαμβάνουν βασικές υπηρεσίες. Καταργήθηκαν επίσης οι επιδοτήσεις για βασικά είδη διατροφής καθώς και για φυσικό αέριο και άλλες πηγές ενέργειας. Η απελευθέρωση των τιμών σήμαινε ότι τα προϊόντα που είναι απαραίτητα για την καθημερινή ζωή γίνονταν ολοένα και πιο απρόσιτα για τις περισσότερες οικογένειες χαμηλού εισοδήματος (Abboud 2015: 55).

Η ευθύνη των κοινωνικών υπηρεσιών για την ελάφρυνση των αυξανόμενων ανισοτήτων μετατοπίστηκε ολοένα και περισσότερο στις ιδιωτικές φιλανθρωπικές οργανώσεις και επομένως στα αστικά και θρησκευτικά συντηρητικά στρώματα της συριακής κοινωνίας, ιδιαίτερα στις θρησκευτικές ενώσεις.

Στη γεωργία, η ιδιωτικοποίηση της γης πραγματοποιήθηκε εις βάρος αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων αγροτών στα βορειοανατολικά, ιδίως μετά την ξηρασία μεταξύ του 2007 και του 2009, όπου ένα εκατομμύριο αγρότες έλαβαν διεθνή βοήθεια και προμήθειες τροφίμων, ωθώντας 300.000 στη Δαμασκό, το Χαλέπι και σε άλλες πόλεις . Ωστόσο, αυτή η κοινωνική καταστροφή δεν πρέπει να θεωρείται ως συνέπεια μιας απλής φυσικής καταστροφής. Ακόμη και πριν από την ξηρασία, η Συρία έχασε το 40% του γεωργικού εργατικού δυναμικού της από το 2002 έως το 2008, το οποίο μειώθηκε από 1,4 εκατομμύρια σε 800.000 εργαζόμενους. Το ποσοστό απασχόλησης του τομέα μειώθηκε από 32,9 / 30% το 2000 σε μόλις 14 / 13,2% έως το 2011.

Τα μέτρα ελευθέρωσης της γεωργίας πραγματοποιήθηκαν υπό τον Μπασάρ αλ-Άσαντ από τα τέλη του 2000 με την ιδιωτικοποίηση κρατικών εκμεταλλεύσεων στο βορρά μετά από περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες συλλογικής ιδιοκτησίας. Ωστόσο, σύμφωνα με την ερευνήτρια Myriam Ababsa, οι πραγματικά ωφελημένοι αυτών των διαδικασιών ιδιωτικοποίησης ήταν παρόλα αυτά επενδυτές και επιχειρηματίες που μπόρεσαν να νοικιάσουν παράνομα πρώην κρατικές ιδιοκτησίες. Η ιδιοκτησία της γης συγκεντρώνονταν όλο και περισσότερο σε μικρό αριθμό χεριών. Το 2008, το 28% των αγροτών χρησιμοποιούσαν το 75% των αρδευόμενων εκτάσεων, ενώ το 49% είχε μόλις το 10%, αποδεικνύοντας τις ανισότητες στον τομέα αυτό.

Νεοφιλελεύθερες πολιτικές και επέκταση του δεσποτισμού

Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές και οι διαδικασίες εμβάθυνσης των ιδιωτικοποιήσεων δημιούργησαν νέα μονοπώλια στα χέρια συγγενών και άλλων προσώπων που συνδέονται με τον Μπασάρ αλ-Άσαντ και το καθεστώς, είτε μέσω οικογενειακών δεσμών είτε με δημόσιες και κυβερνητικές θέσεις ή θέσεις στον στρατό και τις υπηρεσίες ασφαλείας. Ο Ράμι Μαχλούφ, ο ξάδερφος του Μπασάρ αλ-Ασάντ και ο πλουσιότερος άνθρωπος στη Συρία, αντιπροσώπευε τη μαφιόζικης μορφής διαδικασία ιδιωτικοποίησης υπό την καθοδήγηση του καθεστώτος. Η τεράστια οικονομική αυτοκρατορία του περιελάμβανε τηλεπικοινωνίες, πετρέλαιο και φυσικό αέριο, καθώς και κατασκευές, τράπεζες, αεροπορικές εταιρείες, λιανικές πωλήσεις και άλλα (Seifan 2013: 113). Ο ρόλος των νέων επιχειρηματιών που προέκυψαν από την κρατική αστική τάξη και τους ανώτερους αξιωματούχους έγινε όλο και πιο σημαντικός στην οικονομική ζωή της Συρίας, αναλαμβάνοντας όλο και περισσότερο θέσεις που κατείχε η παλιά και παραδοσιακή αστική τάξη.

Έτσι, το καθεστώς επέκτεινε τις αρπακτικές του δραστηριότητες από τον έλεγχο των «εσόδων που προέρχονται από το κράτος» σε μια θέση που του επέτρεπε να κυριαρχεί στα «ιδιωτικά έσοδα» χωρίς να υπάρχει καν ελάχιστη διαφάνεια. Αυτά τα νέα εισοδήματα επέτρεψαν επίσης στις κυρίαρχες ελίτ να δημιουργήσουν ένα δίκτυο συνεργατών των οποίων η πίστη αγοράστηκε με μερίδια αγοράς και προστασία.

Οι κοινωνικοοικονομικές συνέπειες του νεοφιλελεύθερου σχεδίου στη Συρία

Η πολιτική εξουσία και οι οικονομικές πολιτικές του Μπασάρ αλ-Άσαντ οδήγησαν σε μια άνευ προηγουμένου κοινωνική εξαθλίωση, ενώ οι ανισότητες στον πλούτο συνέχισαν να αυξάνονται, παρά το γεγονός ότι το ΑΕΠ αυξήθηκε με μέσο ρυθμό 4,3% ετησίως από το 2000 έως το 2010 σε πραγματικούς όρους, αλλά ωφελούσε μόνο ένα μικρό στρώμα των οικονομικών ελίτ. Το ΑΕΠ υπερδιπλασιάστηκε, πηγαίνοντας από τα 28,8 δισεκατομμύρια δολάρια το 2005 στα 60 δισεκατομμύρια δολάρια περίπου το 2010.

Το 2003-2004, στο φτωχότερο 20% του πληθυσμού αναλογούσε μόνο το 7% των συνολικών δαπανών, ενώ στο πλουσιότερο 20% αναλογούσε το 45% των συνολικών δαπανών. Το 2007, το ποσοστό των Σύριων που ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας ήταν 33%, αντιπροσωπεύοντας περίπου επτά εκατομμύρια ανθρώπους, ενώ το 30% ήταν μόλις πάνω από αυτό το επίπεδο.

Το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό για άτομα ηλικίας 15 ετών και άνω στην πραγματικότητα μειώθηκε από 52,3% το 2001 σε 42,7% και 43,5% το 2010. Αυτό ήταν άμεσο αποτέλεσμα των αποτυχημένων νεοφιλελεύθερων πολιτικών του καθεστώτος, οι οποίες αποδείχθηκαν ανίκανες να απορροφήσουν στην αγορά εργασίας τους εν δυνάμει νεοεισερχόμενους, ιδίως τους νέους πτυχιούχους. Η συριακή οικονομία δημιούργησε μόνο 400.000 καθαρές θέσεις εργασίας από το 2001 έως το 2010, με ετήσιο ρυθμό αύξησης 0,9%, γεγονός που οδήγησε σε μείωση του ποσοστού απασχόλησης από 47% το 2001 σε 39% το 2010. Η μείωση του ποσοστού συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό πραγματοποιήθηκε τόσο στις αγροτικές όσο και στις αστικές περιοχές, αλλά ήταν πιο έντονη στην ύπαιθρο.

Οι γυναίκες υπέφεραν μαζικά από την εξέλιξη αυτή, καθώς το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό των γυναικών ηλικίας 15 ετών και άνω μειώθηκε από 21 και 20,4 σε 13,2 / 12,7 τοις εκατό μεταξύ 2001 και 2010 - ένα από τα χαμηλότερα στον κόσμο. Το ποσοστό συμμετοχής των ανδρών μειώθηκε επίσης από 81 σε 72,2% κατά την ίδια περίοδο.

Η οικονομική φιλελευθεροποίηση είχε επίσης συνέπειες στην αγορά εργασίας. Πριν από την εξέγερση, ο άτυπος τομέας συνέβαλε σημαντικά στη συριακή οικονομία. Υπολογίστηκε ότι συνεισέφερε περίπου το 30% της απασχόλησης και περίπου το 30-40% του ΑΕΠ, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 10ου Πενταετούς Σχεδίου, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο άτυπος τομέας ήταν τουλάχιστον τόσο παραγωγικός όσο ο επίσημος τομέας. Αξίζει να σημειωθεί ότι πάνω από το 50% των εργαζομένων του άτυπου τομέα ήταν μεταξύ 15 και 29 ετών, αποκαλύπτοντας τις μειούμενες ευκαιρίες που προσφέρονταν για τη συριακή νεολαία κατά τη διάρκεια της νεοφιλελευθεροποίησης.

Οι φτωχιές γειτονιές γύρω από τις πόλεις στην πραγματικότητα επεκτάθηκαν σημαντικά, ενώ η κερδοσκοπία των αστικών ακινήτων που απελευθερώθηκε από την εισροή κεφαλαίων του Κόλπου μαζί με τον τερματισμό των ελέγχων των ενοικίων οδήγησαν το κόστος στέγασης πέρα από τις δυνατότητες των μεσαίων στρωμάτων (Hinnebush 2012: 102). Αυτό ώθησε πολλούς Σύριους σε περιθωριακές περιοχές των πόλεων όπου αναγκάστηκαν συχνά να ζουν σε παράνομη κατοικία. Αυτό με τη σειρά του οδήγησε σε μια κρίση κατοικιών - έλλειψη περίπου 1,5 εκατομμυρίων επίσημων κατοικιών σύμφωνα με το οικονομικό κέντρο της Συρίας το 2007 (αναφέρεται στο Goulden 2011: 188-190), με τμήματα του πληθυσμού να γίνονται άστεγοι ή να ζουν σε ανεπίσημες περιοχές (Hinnebush 2012: 102). Για παράδειγμα, μεταξύ του 1981 και του 1994 ο άτυπος τομέας κάλυπτε το 65% των νέων στεγαστικών αναγκών στη Δαμασκό και το 50% για τη χώρα συνολικά (Goulden 2011: 188).

Οι εκτιμήσεις για το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε σε άτυπες κατοικίες ποικίλλουν, συνήθως κυμαίνονται από 30 έως 40 τοις εκατό. Μπορεί να έφτασαν το 50% (Goulden 2011: 188). Στο Χαλέπι, 29 άτυποι οικισμοί (από συνολικά 114 συνοικίες που καταγράφτηκαν από τον δήμο) κατέλαβαν περίπου το 45% της κατοικημένης περιοχής της πόλης και φιλοξενούσαν έναν συνολικό πληθυσμό 2,5 εκατομμυρίων (Ahmad 2012: 8). Εκτός από το ότι συχνά δεν δεν ήταν καλά κατασκευασμένες και συνεπώς επικίνδυνες για να ζει κανείς, αυτές οι γειτονιές δεν είχαν ιατρικές υπηρεσίες και είχαν λίγες εγκαταστάσεις δημόσιας υγείας (Goulden 2011: 201).

Το ποσοστό των φτωχών ήταν υψηλότερο στις αγροτικές περιοχές (62%) από ό, τι στις αστικές περιοχές (38%), ενώ πάνω από το ήμισυ (54,2%) όλων των ανέργων βρισκόταν σε αγροτικές περιοχές.

Υπήρξε συνεχής εξαθλίωση των αγροτικών περιοχών της Συρίας από τη δεκαετία του 1980, ενώ η ξηρασία που ξεκίνησε το 2006 επιτάχυνε την έξοδο από την ύπαιθρο. Η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε από τον ετήσιο ρυθμό αύξησης του πληθυσμού της τάξης του 2,5%, ο οποίος επηρέασε ιδιαίτερα τις μικρές έως μεσαίες πόλεις στις αγροτικές περιοχές, όπου ο πληθυσμός πολλαπλασιάστηκε συχνά από πέντε έως δέκα φορές από τη δεκαετία του 1980. Οι δημόσιες υπηρεσίες που παρέχονταν από το κράτος σε αυτές τις πόλεις δεν αυξήθηκαν, στην πραγματικότητα συχνά συρρικνώθηκαν ως αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, οδηγώντας σε επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης του τοπικού πληθυσμού (Baczko, Dorronsoro και Quesnay 2016: 46-47 ).

Συμπέρασμα

Η άνοδος της εξουσίας του Μπασάρ αλ-Άσαντ το 2000 ενίσχυσε σημαντικά την ιδιότυπη φύση του κράτους, η οποία χαρακτηρίζεται από το αυξανόμενο βάρος των καπιταλιστών μέσα στο εσωτερικό του κύκλου του καθεστώτος. Οι επιταχυνόμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές του οδήγησαν σε μια αυξανόμενη μετατόπιση της αρχικής κοινωνικής βάσης του καθεστώτος, την οποία αρχικά αποτελούσαν αγρότες, κυβερνητικοί υπάλληλοι και μερικά τμήματα της αστικής τάξης, προς μια καθεστωτική συμμαχία διαπλεκόμενων καπιταλιστών, με πυρήνα της τη συμμαχία κερδοσκόπων πολιτικών μεσιτών (με επικεφαλής την οικογένεια της μητέρας του Άσαντ) και την υποστηριζόμενη από το καθεστώς αστική τάξη και τις ανώτερες μεσαίες τάξεις.

Μεγάλα τμήματα των αποκλεισμένων λόγω της φιλελευθεροποίησης, ιδίως στα χωριά και τις μεσαίες πόλεις, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της εξέγερσης. Η απουσία δημοκρατίας και η αυξανόμενη εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων της συριακής κοινωνίας, στο πλαίσιο της διαφθοράς και της αυξανόμενης κοινωνικής ανισότητας, προετοίμασαν το έδαφος για τη λαϊκή εξέγερση, η οποία απλά περίμενε την κατάλληλη σπίθα. Οι πρώτοι διαδηλωτές στη χώρα εμπνεύστηκαν από τις εξεγέρσεις στην Τυνησία και την Αίγυπτο και είδαν την ευκαιρία να ξεκινήσουν ένα παρόμοιο κίνημα στη Συρία μετά από τα γεγονότα στη Ντάρ’α.

Βιβλιογραφία:

Ababsa, Myriam (2015), “The End of a World Drought and Agrarian Transformation in Northeast Syria (2007–2010)”, στο Hinnebusch R. (επιμ.) Syria: From authoritarian upgrading to revolution? (Syracuse University Press, Συρακούσες Νέα Υόρκη, 2015) σσ. 199-223.

Abboud, Samer (2015), “Locating the “Social” in the Social Market Economy”, στο Hinnebusch R. (επιμ.) Syria: From authoritarian upgrading to revolution? (Syracuse University Press, Συρακούσες Νέα Υόρκη, 2015) σσ. 45-65.

Achcar, Gilbert (2013), Le peuple veut, une exploration radicale du soulèvement arabe, Paris, Actes Sud.

Baczko Adam, Dorronsoro Gilles, and Quesnay, Arthur (2016), Syrie, Anatomie d’une guerre civile, Παρίσι, CNRS edition.

Goulden, Robert (2011), “Housing, Inequality, and Economic Change in Syria”, British Journal of Middle Eastern Studies, τόμος 38, τεύχος 2, 2011.

Hinnebush, Raymond (2012), “Syria: From authoritarian upgrading to revolution”, International Affairs, τόμος 88, τεύχος 1, σσ. 95–113.

Marzouq, Nabil (2013), “Al-tanmîyya al-mafqûda fî sûrîyya”, στο Bishara A. (επιμ.), Khalfîyyât al-thawra al-sûrîyya, dirâsât sûrîyya, Ντόχα, Κατάρ, Arab Center For Research and Policy Studies.

Matar Linda (2015), The Political Economy of Investment in Syria, Macmillan, ΗΒ, Palgrave.

Seifan, Samir (2013), “Sîyâsât tawzî’ al-dakhl wa dawrhâ fî al-înfijâr al-îjtimâ’î fî Sûrîyya”, στο Bishara A. (επιμ.), Khalfîyyât al-thawra al-sûrîyya, dirâsât sûrîyya, Ντόχα, Κατάρ, Arab Center For Research and Policy Studies.

Μετάφραση: e la libertà

Joseph Daher, «Syria: The Social Origins of the Uprising», Rosa Luxembourg Stiftung, Ιούλιος 2018. Αναδημοσίευση: سوريا الحرية للأبد – Syria Freedom Forever, 19 Ιουλίου 2018. International Viewpoint, 22 Ιουλίου 2018 και Alliance of Middle Eastern Socialists, 26 Ιουλίου 2018.

Στα ιταλικά: Joseph Daher, «Siria: le origini sociali della rivolta», Le Voci della Libertà, 21 Ιουλίου 2018. 

Στα τουρκικά: Joseph Daher, «Suriye: Ayaklanmanın sosyal kökenleri», Başlangıç, 23 Ιουλίου 2018.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018 15:43
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο