Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018 11:51

Η επικείμενη σφαγή στο Ιντλίμπ

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Joseph Daher

Η επικείμενη σφαγή στο Ιντλίμπ

Το καθεστώς του Σύριου δικτάτορα Μπασάρ Αλ Άσαντ απειλεί να εξαπολύσει μαζική επίθεση στην επαρχία Ιντλίμπ, συμπεριλαμβανομένης και μιας πιθανής επίθεσης με χημικά όπλα, σε μια προσπάθεια να συντρίψει ένα από τα τελευταία οχυρά της αντιπολίτευσης. Μια τέτοια επίθεση θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες για τους πολίτες, πολλοί από τους οποίους είναι πρόσφυγες από τον εμφύλιο πόλεμο και τα επτά χρόνια της προσπάθειας του Άσαντ να συντρίψει μια δημοκρατική εξέγερση.

Πάνω από επτά χρόνια από την αρχή της λαϊκής εξέγερσης της Συρίας, η οποία μετατράπηκε σταδιακά σε εξοντωτικό πόλεμο με διεθνή χαρακτήρα, η κατάσταση στη χώρα είναι καταστροφική σε όλα τα επίπεδα. Οι λαϊκές τάξεις είναι αυτές που έχουν πληγεί περισσότερο από την συνεχή σκληρή δοκιμασία.

Στα τέλη του 2017, περίπου 13,1 εκατομμύρια άνθρωποι στη Συρία χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια. Από αυτούς, 5,6 εκατομμύρια βρίσκονται σε οξεία ανάγκη καθώς είναι εκτοπισμένοι, είναι εκτεθειμένοι σε εχθροπραξίες και έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Περισσότερος από τον μισό πληθυσμό εκτοπίστηκε εσωτερικά ή εκτός της χώρας, καθώς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα σπίτια του λόγω του πολέμου.

Περισσότεροι από 920.000 άνθρωποι στη Συρία έχουν εκτοπιστεί κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες του τρέχοντος έτους, αριθμός ρεκόρ από τότε που ξεκίνησε η σύγκρουση. Και η ζωή των Σύριων προσφύγων στις γειτονικές χώρες σημαίνει φτώχεια, και πολιτικές εκμετάλλευσης και διακρίσεων.

Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτίμησε τον Ιούνιο του 2017 ότι περίπου το ένα τρίτο όλων των κτιρίων και το ήμισυ όλων των συριακών σχολείων και νοσοκομείων έχουν υποστεί βλάβη ή έχουν καταστραφεί. Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, το οποίο το 2010 ανερχόταν σε 60,2 δισεκατομμύρια δολάρια, μειώθηκε σε μόλις 12,4 δισεκατομμύρια δολάρια το 2016. Το 80% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας.

Το καθεστώς του Άσαντ εδραιώνει τη δύναμή του

Το καθεστώς του Μπασάρ Αλ Ασάντ, με τη βοήθεια των Ιρανών και Ρώσων συμμάχων του, καθώς και της Χεζμπολάχ του Λιβάνου, συνέχισε να ανακτά εδάφη. Εκτός της επικράτειας του Άσσαντ, οι στρατιωτικές επιθέσεις και οι βομβαρδισμοί εναντίον αμάχων συνεχίζονται. Τον Απρίλιο του 2018, οι δυνάμεις του καθεστώτος, με τη βοήθεια της Ρωσίας και του Ιράν, κατέκτησαν την Ανατολική Γούτα, κοντά στη Δαμασκό. Η επίθεση περιελάμβανε τη χρήση χημικών όπλων εναντίον αμάχων.

Ανάμεσα στα μέσα και τα τέλη του Ιούλη, μετά από μια στρατιωτική εκστρατεία και μια σειρά από αποκαλούμενες «συμφωνίες τοπικής συμφιλίωσης» - που οδήγησαν μερικές εκατοντάδες μαχητές της αντιπολίτευσης της Συρίας και τις οικογένειές τους που αρνήθηκαν τους όρους παράδοσης να επιβιβαστούν σε λεωφορεία και να πάνε στις περιοχές που ελέγχονται από την αντιπολίτευση στον βορά - το συριακό καθεστώς, επικουρούμενο από τους ρώσους συμμάχους του, ανέκτησε τον έλεγχο των επαρχιών Ντάρα’α και Κουνέιτρα.

Η επαρχία Ιντλίμπ, που φιλοξενεί σήμερα 2,5 με 3 εκατομμύρια άτομα - εκ των οποίων το 1,5 εκατομμύριο είναι εσωτερικά εκτοπισμένα άτομα - ελέγχεται κυρίως από τον τζιχαντιστικό συνασπισμό Χα’ιάτ Ταχρίρ ασ-Σαμ (HTS, υπό την ηγεσία της Τζάμπχατ αν-Νούσρα που συνδεόταν προηγουμένως με την Αλ-Κάιντα) που έχει επιβάλει τα δικά του θεσμικά όργανα και καταπιέζει βίαια τα δίκτυα ακτιβιστών και τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Η επαρχία Ιντλίμπ βρίσκεται σε ένα κρίσιμο γεωπολιτικό σταυροδρόμι μεταξύ της πρώτης γραμμής των φιλοκαθεστωτικών δυνάμεων γύρω από τη βορειοδυτική Συρία, την Τουρκία στα βόρεια και των περιφερειών που ελέγχονται από το Κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα (PYD), καθώς και των κατεχόμενων από την Τουρκία περιφερειών της γειτονικής επαρχίας του Χαλεπιού. Κάθε πλευρά έχει συμφέροντα που διακυβεύονται στο μέλλον του Ιντλίμπ.

Η περιοχή του Ιντλίμπ υπέστη εξοντωτικές βομβιστικές εκστρατείες από τις αεροπορικές δυνάμεις του καθεστώτος και τη Ρωσία, οι οποίες σκότωσαν και τραυμάτισαν πολλούς, παρά το γεγονός ότι εντάχθηκαν σε μια ζώνη «αποκλιμάκωσης» που συμφωνήθηκε από τη Ρωσία, το Ιράν και την Τουρκία τον περασμένο Σεπτέμβριο στην Αστάνα του Καζακστάν.

Χαρακτηρίζεται επίσης από μεγάλη αστάθεια με βίαιες συγκρούσεις μεταξύ του HTS και των αντίπαλων ένοπλων ομάδων, συμπεριλαμβανομένου του συνασπισμού Τζάμπχατ Ταχρίρ Σουρία (JTS με κορυφαίες οργανώσεις τις Άχραρ ασ-Σαμ, Νουρεντίν αζ-Ζίνκι, ομάδες που πρόσκεινται στην μουσουλμανική αδελφότητα και ορισμένες μικρές μονάδες του FSA) που χρηματοδοτείται από την Τουρκία, προκαλώντας την απόρριψη και την εχθρότητα των τοπικών πληθυσμών εναντίον αυτών των αντιδραστικών δυνάμεων. Αυτές οι αντιδραστικές ένοπλες ομάδες έχουν επίσης διαπράξει σημαντικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά των τοπικών πληθυσμών.

Παρά τις συνθήκες αυτές, οι δράσεις πολιτικής αντίστασης, στις οποίες οι γυναίκες παίζουν σημαντικό ρόλο, συνεχίστηκαν κατά της αντιδραστικής κυριαρχίας του HTS. Η αντίσταση έχει πάρει τη μορφή απεργιών, δημόσιων διαδηλώσεων, δημιουργίας γυναικείων κέντρων και ανακοινώσεων, αλλά χωρίς να συγκροτηθεί οργανωμένη δημοκρατική πολιτική αντιπολίτευση ικανή να αμφισβητήσει τις αντιδραστικές τζιχαντιστικές και σαλαφιστικές δυνάμεις.

Μαζικές διαδηλώσεις έγιναν σε όλα τα χωριά και τις πόλεις της επαρχίας Ιντλίμπ στις 8 Σεπτεμβρίου για να αντιταχθούν στις απειλές μιας στρατιωτικής εισβολής και υπέρ της ανατροπής του καθεστώτος. Τα μέλη του HTS κτύπησαν τους διαδηλωτές στην πόλη Ιντλίμπ πυροβολώντας με πραγματικά πυρά για να διαλύσουν τη διαδήλωση.

Η επιρροή της Τουρκίας στο Ιντλίμπ

Οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις έχουν σημαντική παρουσία στην επαρχία Ιντλίμπ, με 12 στρατιωτικά παρατηρητήρια. Η ανάπτυξη των τουρκικών δυνάμεων βασίζεται στη συμφωνία της Αστάνα με τη Ρωσία.

Ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πιέζει τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν να διασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει στρατιωτική επέμβαση κατά του Ιντλίμπ ενώ προσπαθεί να υποχρεώσει τον HTS να αυτοδιαλυθεί και να ενσωματωθεί στο ευρύτερο περιβάλλον των αντιπολιτευόμενων ένοπλων ομάδων της Συρίας, προκειμένου οι ντόπιοι μαχητές να ενταχθούν στο Τζάμπχατ Ταχρίρ Σουρία και στους ξένους μαχητές να δοθεί ασφαλές πέρασμα για να αποχωρήσουν από τη Συρία.

Η Τουρκία αύξησε επίσης την πίεση στον HTS, χαρακτηρίζοντας την οργάνωση ως τρομοκρατική ομάδα. Ο Αμπού Μοχάμμεντ αλ-Τζουλάνι, ο ηγέτης του HTS, όμως, αρνήθηκε αυτές τις προτάσεις και δημοσίευσε μια δήλωση που καταγγέλλει κάθε μορφή συμφιλίωσης.

Οι τουρκικές διαπραγματεύσεις με το HTS έγιναν για να αποτρέψουν ή να πείσουν τη Μόσχα και την Τεχεράνη να μην ξεκινήσουν μια επιθετική επιχείρηση στην επαρχία Ιντλίμπ.

Η Τουρκία θα ήθελε να διατηρήσει μια ζώνη ελέγχου κατά μήκος των συνόρων της, όπου θα μπορεί να διαχειρίζεται τις ροές των εσωτερικά εκτοπισμένων, να επαναπατρίζει πρόσφυγες από την Τουρκία και να επιτίθεται εναντίον του PYD και των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων.

Ωστόσο, ο Ερντογάν δεν κατάφερε να εξασφαλίσει δέσμευση για κατάπαυση του πυρός από τη Ρωσία και το Ιράν στην τριμερή σύνοδο κορυφής στην Τεχεράνη το Σεπτέμβριο. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι Τούρκοι αξιωματούχοι εξακολουθούσαν να συζητούν με τη Ρωσία και το Ιράν για μια διπλωματική λύση για να αποτρέψουν μια στρατιωτική επίθεση στο Ιντλίμπ.

Η Τουρκία ανέπτυξε άρματα μάχης στα σύνορά της μετά από αυτά τα γεγονότα και ενίσχυσε και μετέφερα επιπλέον δυνάμεις στα παρατηρητήρια. Η Άγκυρα έχει ενισχύσει τους ελέγχους των συνόρων της τα τελευταία χρόνια για να αποτρέψει την άφιξη νέων Σύριων προσφύγων.

Η Τουρκία ενίσχυσε επίσης τη στρατιωτική της δύναμη και ενίσχυσε την άμυνα των πιστών της φατριών στο συνασπισμό Τζάμπχατ Ταχρίρ Σουρία, με μαζική αποστολή πυρομαχικών και εκτοξευτών πυραύλων GRAD που φέρεται ότι πέρασαν τα σύνορα του Ιντλίμπ στις 12 Σεπτεμβρίου.

Ο Έρντογαν έγραψε επίσης σε άρθρο του στην Wall Street Journal ότι η επίθεση του συριακού καθεστώτος στο Ιντλίμπ «θα προκαλούσε ανθρωπιστικούς κινδύνους και κινδύνους ασφάλειας για την Τουρκία, την Ευρώπη και πέρα από αυτήν» ως έναν τρόπο για να πιέσει τις δυτικές χώρες.

Η κυβέρνηση της Τουρκίας προειδοποίησε την ΕΕ ότι δεν θα εμποδίσει τους νέους πρόσφυγες να κατευθύνονται προς την Ευρώπη και σε μια προφανή προσπάθεια να υπογραμμίσει τις προειδοποιήσεις και τις απειλές του Ερντογάν, μια φιλοκυβερνητική εφημερίδα δημοσίευσε έναν χάρτη στα αραβικά, δείχνοντας πώς οι Σύριοι πρόσφυγες μπορούν να περάσουν από την Τουρκία Ευρώπη. Ο χάρτης, που δημοσιεύθηκε από την Daily Sabah, φάνηκε να ενθαρρύνει τους Σύριους να κατευθυνθούν προς την Ευρώπη με σκοπό να εστιάσει την προσοχή της ΕΕ σε ένα πιθανό νέο κύμα αφίξεων.

Καθώς γράφεται αυτό το άρθρο, τα τουρκικά σύνορα παραμένουν επισήμως κλειστά για τους Σύριους πρόσφυγες που ελπίζουν να βρουν ασφάλεια, ενώ μόνο αυτοί που έχουν ανάγκη από επείγουσα ιατρική περίθαλψη επιτρέπεται να περάσουν. Ένας τοίχος από σκυρόδεμα σφραγίζει τα μεγαλύτερο μέρος από τα 620 μίλια των τουρκο-συριακών συνόρων.

Τουλάχιστον έξι άνθρωποι πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν κατά την είσοδο τους στο τουρκικό έδαφος τον Αύγουστο. Οι ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν πολλές τεκμηριωμένες καταχρήσεις από τους Τούρκους συνοριακούς στρατιώτες που είναι επιφορτισμένοι με την απαγόρευση της εισόδου των προσφύγων στη χώρα.

Τον Φεβρουάριο του 2018, η έκθεση του Human Rights Watch (HRW) τεκμηρίωσε τους θανάτους 10 ανθρώπων που προσπάθησαν να περάσουν στην Τουρκία από το Ιντλίμπ κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2017. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι άνθρωποι που πέτυχαν να διασχίσουν το τουρκικό έδαφος περικυκλώθηκαν από το προσωπικό ασφαλείας και απελάθηκαν πίσω στη Συρία, κατά παράβαση των διεθνών νόμων περί μη επαναπροώθησης που απαγορεύουν την αναγκαστική επιστροφή των αιτούντων άσυλο.

Η Τουρκία φιλοξενεί σήμερα περισσότερους από 3,5 εκατομμύρια Σύριους πρόσφυγες που έχουν καταγραφεί από τον ΟΗΕ. Η Άγκυρα διοικεί επίσης μια σειρά εσωτερικών στρατοπέδων εκτόπισης κατά μήκος των συνόρων της Συρίας και της Τουρκίας, σε μια περιοχή της βόρειας επαρχίας του Χαλεπιού της Συρίας, η οποία ελέγχεται από ένοπλες ομάδες της αντιπολίτευσης που υποστηρίζονται από την Τουρκία.

Η αρχή μιας μαζικής στρατιωτικής εκστρατείας;

Το καθεστώς του Άσαντ συγκέντρωσε τις δυνάμεις του στα σύνορα της επαρχίας, ενώ τα ρωσικά και συριακά πολεμικά αεροπλάνα επανέλαβαν μια εκστρατεία βομβιστικών επιθέσεων στο Ιντλίμπ και στην επαρχία της Βόρειας Χάμα, σκοτώνοντας περισσότερους από 25 πολίτες μετά από εβδομάδες ησυχίας, σε ένα προφανές πρελούδιο μιας μεγάλης κλίμακας επίθεσης.

Η Δαμασκός είχε ήδη καταλάβει κάποια χωριά στις νοτιοανατολικές περιοχές του Ιντλίμπ, χάρη σε μια επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 2017. Το Ιντλίμπ υπέστη επίσης 38 επιθέσεις κατά της ιατρικής της υποδομής κατά τους πρώτους έξι μήνες του 2018, πριν από την έναρξη της νέας βομβιστικής εκστρατείας, η οποία έχει ήδη έχει βάλει στο στόχαστρο τη νέα ιατρική υποδομή, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον δύο νοσοκομείων και δύο κλινικών.

Ταυτόχρονα, η Ρωσία έχει εδραιώσει τη στρατιωτική της παρουσία στα ανοικτά των ακτών της Συρίας με τη μεγαλύτερη ναυτική ανάπτυξη από την αρχή της σύγκρουσης.

Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας δήλωσε ότι περισσότερα από 25 πολεμικά πλοία και σκάφη υποστήριξης και περίπου 30 αεροσκάφη, συμπεριλαμβανομένων μαχητικών αεριωθούμενων αεροπλάνων και των στρατηγικών βομβαρδιστικών, θα συμμετάσχουν στις ναυτικές ασκήσεις της Μεσογείου, οι οποίες δήλωσε ότι θα διαρκέσουν το διάστημα 1-8 Σεπτεμβρίου.

Περιέλαβαν αντιαεροπορικές, αντι-υποβρυχιακές και ναρκαλιευτικές ασκήσεις και συμμετείχαν πλοία από τους Στόλους της Βόρειας, Βαλτικής και της Μαύρης Θάλασσας της Ρωσίας, μαζί με σκάφη από την Κασπία Θάλασσα.

Μετά από αυτές τις ναυτικές ασκήσεις, η Ρωσία ξεκίνησε στις 10 Σεπτεμβρίου τις μεγαλύτερες πολεμικές ασκήσεις από την πτώση της ΕΣΣΔ κοντά στα σύνορά της με την Κίνα, κινητοποιώντας 300.000 στρατιώτες σε μια επίδειξης δύναμης που θα περιλαμβάνει κοινές ασκήσεις με τον κινεζικό στρατό.

Η Μόσχα δήλωσε επίσης ότι το συριακό καθεστώς είχε κάθε δικαίωμα να διώξει τους «τρομοκράτες» από το Ιντλίμπ.

Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις και οι ΜΚΟ ανησυχούν για στρατιωτική επίθεση του καθεστώτος Άσαντ κατά του Ιντλίμπ, η οποία θα απειλούσε τη ζωή 900.000 εκτοπισθέντων πολιτών, οι οποίοι βρίσκονται ήδη σε επισφαλή κατάσταση. Δύο εκατομμύρια άνθρωποι εξαρτώνται από τη βασική βοήθεια που παραδίδεται από την Τουρκία και οι μάχες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μαζική έξοδο.

Περισσότεροι από 30.000 άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους στη βορειοδυτική Συρία από τότε που ο στρατός και οι σύμμαχοί του ξανάρχισαν τους βομβαρδισμούς στις αρχές Σεπτεμβρίου, δήλωσε η Υπηρεσία Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ (OCHA) στις 10 Σεπτεμβρίου. Περίπου οι μισοί από τους εκτοπισμένους μέχρι στιγμής έχουν μετακινηθεί σε στρατόπεδα, ενώ άλλοι πήγαν σε ανεπίσημους οικισμούς, παραμένοντας με την οικογένεια ή νοικιάζοντας κατοικίες.

Αυτό συμβαίνει παρά τις επίσημες δηλώσεις Ρώσων και Ιρανών αξιωματούχων που ισχυρίζονται ότι θα αποτρέψουν μια πιθανή καταστροφή. Τα δυτικά κράτη παρακολουθούν παθητικά τις τρέχουσες εξελίξεις, ενώ απειλούν με μια «πολύ ισχυρότερη αντίδραση» όπως οι προηγούμενες αεροπορικές επιθέσεις της Δύσης, μόνο αν η Δαμασκός χρησιμοποιεί χημικά όπλα.

Με άλλα λόγια, μια στρατιωτική εκστρατεία και μαζικές απώλειες αμάχων από το καθεστώς του Άσαντ και τους συμμάχους του θα γίνουν ανεκτές όσο χρησιμοποιούν «συμβατικά όπλα».

Παλεύοντας ενάντια στον Άσαντ και στα εγκλήματά του

Επιβεβαιώνοντας την αντιπαράθεση τους με τον τζιχαντιστικό συνασπισμό του HTS και άλλων αντιδραστικών ένοπλων ομάδων στο Ιντλίμπ, οι προοδευτικοί πρέπει να αντιταχθούν στο βομβαρδισμό και στις απειλές στρατιωτικής επίθεσης του καθεστώτος και των ξένων συμμάχων του ενάντια στο Ιντλίμπ, όπου κατοικούν ή έχουν καταφύγει εκατομμύρια πολίτες.

Όπως απόδειξαν οι λαϊκές διαδηλώσεις στις 8 Σεπτεμβρίου, μεγάλα τμήματα του τοπικού πληθυσμού αντιτίθενται τόσο στο καθεστώς όσο και στους ισλαμιστές φονταμενταλιστές αντιπάλους του.

Αυτές οι διαμαρτυρίες αποδεικνύουν πόσο λάθος είναι να εξισώσουμε τα εκατομμύρια των ανθρώπων στο Ιντλίμπ με τους τζιχάντιστους καταπιεστές τους. Κάτι τέτοιο είναι ένα από τα κόλπα που καθιέρωσε ο Άσαντ και οι λεγόμενοι «αντιιμπεριαλιστές» υποστηρικτές του για να δικαιολογήσουν τον πόλεμό του κατά των λαϊκών τάξεων της Συρίας.

Επιπλέον, μια τέτοια εξίσωση μιμείται τον «πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας» του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και την συνακόλουθη ισλαμοφοβία.

Αν δώσουμε λευκή επιταγή στο καθεστώς του Άσαντ για τα εγκλήματά του αυτό θα συνεπάγεται περαιτέρω προδοσία των λαϊκών τάξεων της Συρίας και της ηρωικής τους αντίσταση, η οποία με τη σειρά της θα αύξανε την αίσθηση της ατιμωρησίας των αυταρχικών και δεσποτικών κρατών της περιοχής, δίνοντάς τους την αυτοπεποίθηση και την δικαιολογία να συντρίψουν τους δικούς τους λαούς, αν θελήσουν να ξεσηκωθούν.

 

Μετάφραση: e la libertà

Joseph Daher, «The looming massacre in Idlib», SocialistWorker.org, 14 Σεπτεμβρίου 2018, Αναδημοσίευση: سوريا الحرية للأبد – Syria Freedom Forever, 15 Σεπτεμβρίου 2018, και International Viewpoint, 16 Σεπτεμβρίου 2018.

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018 15:54
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.