Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019 10:33

Η Αλγερία φλέγεται Κύριο

Chinedu Chukwudinma

Η Αλγερία φλέγεται

Η επανάσταση χτύπησε και πάλι στη Βόρεια Αφρική, καθώς οι μαζικές διαδηλώσεις ανάγκασαν τον δικτάτορα της Αλγερίας Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα να παραιτηθεί στις 2 Απριλίου. Παρά τη νίκη αυτή, οι Αλγερινοί συνέχισαν να διαδυλώνουν και τώρα απαιτούν την ανατροπή ολόκληρου του καθεστώτος.

Η πλατφόρμα ειδήσεων του Bloomberg εξέφρασε την απαισιοδοξία της για αυτές τις εξελίξεις όταν ένας σχολιαστής ισχυρίστηκε ότι οι «ακαθοδήγητες επαναστάσεις» είτε οδηγούν σε εμφύλιο πόλεμο είτε στον σφετερισμό τους από τον στρατό. Αντίστροφα, ένας αναλυτής του Al-Jazeera απέδωσε την απομάκρυνση του Μπουτεφλίκα στο «μη βίαιο χαρακτήρα» των διαδηλώσεων. Αυτές οι περίπλοκες ερμηνείες και οι προσπάθειες εξήγησης των γεγονότων δείχνουν ότι τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης δεν κατάφεραν να εντοπίσουν πού βρίσκεται η δύναμη στην Αλγερία.

Αντίθετα, υποστηρίζω ότι ο πολλαπλασιασμός των απεργιών πριν και μετά την πτώση του Μπουτεφλίκα υποδεικνύει ότι μόνο η εργατική τάξη έχει την δύναμη να οδηγήσει στην απελευθέρωση της αλγερινής κοινωνίας.

Η σημερινή επανάσταση αποτελεί ένα ακόμη κεφάλαιο στον αγώνα της Αλγερίας για την καταπολέμηση της δικτατορίας – μετά από την εξέγερση του 1988, την Βερβερική Άνοιξη του 2001 και τη γενική απεργία του 2003. Εκφράζει την αυξανόμενη αυτοπεποίθηση των εργαζομένων και τη δυσαρέσκειά τους για τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της κυρίαρχης τάξης. Στις 10 Μαρτίου η εργατική τάξη απάντησε στις εκκλήσεις για γενική απεργία και χρησιμοποίησε το κοινωνικό της βάρος για να ενισχύσει τις λαϊκές κινητοποιήσεις που είχαν ήδη βγει στους δρόμους. Το γεγονός συγχώνευσε τους πολιτικούς αγώνες ενάντια στο καθεστώς με εκείνους τους επί μέρους οικονομικούς αγώνες για ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο. Προς το παρόν, και οι δύο μορφές αγώνα εξακολουθούν να επηρεάζουν η μία την άλλη μέσω της παρουσίας διαδηλώσεων και απεργιών παντού. Αυτό ανοίγει την προοπτική για πιο βαθιές κοινωνικές αλλαγές.

Οι μάζες εισβαλουν στην ιστορία

Την Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019 πραγματοποιήθηκε εθνική διαμαρτυρία μετά την απόφαση του καθεστώτος να παρατήνει την προεδρία του Μπουτεφλίκα για πέμπτη θητεία. Οι διαδηλώσεις έγιναν ισχυρότερες την επόμενη εβδομάδα, με τρία εκατομμύρια ανθρώπους να καταλαμβάνουν τους δρόμους στις 48 επαρχίες της Αλγερίας. Η εξέγερση σηματοδότησε μια καμπή για τους Αλγερινούς που είχαν υπομείνει 20 χρόνια δικτατορίας και οικονομικών κακουχιών.

Όταν οι τιμές του πετρελαίου κατέρρευσαν το 2014, αυτό σήμαινε μείωση της κύριας πηγής εσόδων του καθεστώτος. Η αντίδρασή του ήταν να επιβάλει περαιτέρω περικοπές στις κοινωνικές υπηρεσίες και πάγωμα των μισθών. Ο κόσμος δεν ήταν πλέον πρόθυμος να το ανεχτεί. Οι κατά κύριο λόγο νέοι διαδηλωτές πιστεύουν επίσης ότι η δικτατορία είναι υπεύθυνη για την υψηλή ανεργία των νέων σε ποσοστό 30%. «Δεν υπάρχει τίποτα για τη νέα γενιά», είπε ένας. «Δεν υπάρχει ούτε δουλειά, ούτε κατοικία. Γι’ αυτό θέλουμε να φύγει ο Γέρος.»

Η επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου και η έλλειψη δημοκρατικών δικαιωμάτων που υφίστανται οι απλοί πολίτες, έρχεται σε αντίθεση με τη διαφθορά της πλούσιας ελίτ και τις ορατές φατριαστικές τους συγκρούσεις. Το 2018 ο Μπουτεφλίκα απέλυσε εξέχοντες αξιωματούχους της στρατιωτικής και μυστικής υπηρεσίας που συνδέονταν με ένα σκάνδαλο ναρκωτικών και αντικατέστησε τον πρόεδρο της εθνοσυνέλευσης. Η κίνηση φαινόταν να είναι μια άλλη προσπάθεια να μετατοπιστεί η ισορροπία εξουσίας προς τον προεδρικό κύκλο – την οικογένεια του Μπουτεφλίκα, τους μεγιστάνες της βιομηχανίας και μια φράξια του στρατού υπό την ηγεσία του στρατηγού Γκαΐντ Σάλεχ, επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων. Ήταν ένα σημάδι της αδυναμίας της άρχουσας τάξης, που είδαν τον αδύναμο ηλικιωμένο Μπουτεφλίκα (αόρατο στο κοινό από το 2013) ως το μόνο συναινετικό πρόσωπο ικανό να κυβερνήσει την Αλγερία. Η απόφαση της ελίτ να παρατείνει την κυριαρχία του για να διατηρήσει τα δίκτυα εξουσίας της απέτυχε, καθώς ο λαός ξεσηκώθηκε.

Η εξέγερση απέδειξε ότι οι Αλγερινοί ξεπέρασαν τον φόβο τους για την κρατική καταστολή και ξανακέρδισαν το δικαίωμα να διαδηλώνουν στο Αλγέρι, μια πόλη όπου οι διαδηλώσεις έχουν απαγορευτεί από το 2001. Τα καταπιεσμένα τμήματα της αλγερινής κοινωνίας διαδήλωσαν και συσπειρώθηκαν στους χώρους εργασίας τους. Οι δημοσιογράφοι και το προσωπικό έκαναν απεργία κατά της λογοκρισίας και ανάγκασαν τα κρατικά ΜΜΕ να καλύψουν τις διαδηλώσεις. Οι φοιτητές και οι εκπαιδευτικοί τους ακολούθησαν διοργανώνοντας πορείες από τα λύκεια και τα πανεπιστήμια τους. Δικαστές και δικηγόροι συμμετείχαν για πρώτη φορά στην ιστορία της Αλγερίας στο κύμα το διαδηλώσεων. Η αυτοπεποίθηση του κόσμους αυξήθηκε, καθώς τα συνθήματά τους εξελίχθηκαν από το «Όχι στην πέμπτη θητεία» και το «Μπουτεφλίκα φύγε», στο «Να πέσει το καθεστώς».

Οι απεργίες και η Ρόζα Λούξεμπουργκ

Η μαζική διαδήλωση σίγουρα δίχασε και τρομοκράτησε την κυρίαρχη τάξη, αναγκάζοντας μερικούς από τους υποστηρικτές του Μπουτεφλίκα και τον στρατηγό Γκαΐντ Σάλεχ να εκφράσουν την υποστήριξή τους προς τις λαίκές διεκδικήσεις. Αλλά ήταν η γενική απεργία στις 10 Μαρτίου που ανάγκασε τον Μπουτεφλίκα να ανακοινώσει δύο ημέρες αργότερα ότι δεν θα επιδιώξει άλλη θητεία. Οι μαζικές απεργίες που εξαπλώθηκαν σε όλη την Αλγερία έκλεισαν εργοστάσια και ολόκληρες βιομηχανικές περιοχές, κυρίως στην περιοχή της Καβυλίας και στο Αλγέρι. Οι εργαζόμενοι διοργάνωσαν συνεδρίαση μπροστά από την έδρα της δημόσιας εταιρείας υδρογονανθράκων Sonatrach –η οποία απασχολεί 120.000 άτομα– απαιτώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας, να σταματήσουν οι περικοπές θέσεων εργασίας και να φύγει το καθεστώς. Φώναζαν: «Οχι άλλες απολύσεις, όχι πια στο καθεστώς!» Οι απεργίες παρέλυσαν τα πιο ζωτικής σημασίας λιμάνια και το σύστημα δημόσιων συγκοινωνιών στις περισσότερες πόλεις και εξαπλώθηκαν σε διάφορους κρατικούς τομείς.

Όπως περιγράφει η Ρόζα Λούξεμπουργκ περισσότερο από έναν αιώνα πριν, η οικονομική πάλη και το πολιτικό κίνημα εναντίον του δικτάτορα τροφοδοτήθηκαν και ενισχύθηκαν το ένα από το άλλο, δίνοντας νέα ώθηση στον αγώνα.

Στις 15 Μαρτίου, η τελευταία ημέρα της απεργίας συνοδεύτηκε με την μεγαλύτερη πολιτική κινητοποίηση της Αλγερίας, με περισσότερους από 14 εκατομμύρια ανθρώπους στους δρόμους. Οι διαδηλωτές επικεντρώθηκαν τώρα στην απομάκρυνση του Μπουτεφλίκα. Οι απεργίες και οι διαδηλώσεις επιδείνωσαν τη διαίρεση στην κυρίαρχη τάξη και ο στρατηγός Σάλεχ ανέτρεψε τον Μπουτεφλίκα στις 2 Απριλίου. Μια νεαρή διαδηλώτρια δίνει μια εικόνα για την μαχητική διάθεση του λαού καθώς συνειδητοποιούσε αυτή την πρώτη νίκη: «Κοιμόμασταν αλλά τώρα έχουμε ξυπνήσει! Τώρα εμείς ο λαός έχουμε την αυτοπεποίθηση ότι μπορούμε να αλλάξουμε ολόκληρο το σύστημα.»

Στρατός εναντίον της εργατικής τάξης

Στο κλασικό κείμενο Κράτος και Επανάσταση ο Ρώσος επαναστάτης Λένιν αναφέρεται στα γραπτά του Καρλ Μαρξ για την Κομμούνα του Παρισιού του 1871. Ο Μαρξ έγραψε ότι εκεί όπου η εργατική τάξη είναι μειοψηφία, μια «πραγματική λαϊκή επανάσταση» θα μπορούσε να συμβεί μόνο αν οι εργαζόμενοι είναι σε θέση να ενώσουν τους καταπιεσμένους πίσω τους και να συντρίψουν την παλιά κρατική μηχανή. Αν και αυτό δεν συμβαίνει ακόμα στην Αλγερία, το μικρό προλεταριάτο απέδειξε με απεργίες ότι είναι η πιο ισχυρή κοινωνική τάξη. Ωστόσο, ο στρατός που παρέμεινε το βασικό πεδίο εξουσίας από τότε που η Αλγερία κέρδισε την ανεξαρτησία της από τη Γαλλία το 1962 αποτελεί εμπόδιο για την εργατική εξουσία.

Η προέλευση αυτού του προβλήματος εντοπίζεται στην κατάληψη της εξουσίας από τον στρατηγό Χουαρί Μπουμεντιέν, που σηματοδότησε τη μετατροπή του Εθνικού Μετώπου Απελευθέρωσης (FLN) από ένα συνασπισμό αντάρτικων δυνάμεων που καθοδήγησε τον αγώνα της ανεξαρτησίας σε δικτατορία στρατιωτικού κράτους το 1965. Είναι αρκετά συνηθισμένο να βλέπουμε το πρόσωπο του Μπουμεντιέν σήμερα στα πλακάτ των διαδηλωτών, επειδή αντιπροσωπεύει την προσπάθεια να οδηγήσει την οικονομική ανάπτυξη στην Αλγερία μέσω κρατικών επενδύσεων και εκβιομηχάνισης – σε έντονη αντίθεση με την λιτότητα και τον νεοφιλελευθερισμό των τελευταίων δεκαετιών.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και του 1970, ο Μπουμεντιέν εθνικοποίησε τις μεγάλες ξένες εταιρείες υδρογονανθράκων και ανακατεύθυνε τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου για την οικοδόμηση τοπικών βιομηχανιών όπως οι βιομηχανίες αυτοκινήτων, χάλυβα και ηλεκτρικής ενέργειας. Το κράτος μπορούσε να προσφέρει στους εργαζόμενους σταθερή απασχόληση, δωρεάν εκπαίδευση και υγειονομική περίθαλψη και άλλες κοινωνικές παροχές που εξακολουθούν να αξίζουν οι Αλγερινοί σήμερα.

Αλλά το καθεστώς των στρατηγών δεν ήταν φιλικό προς τους εργαζόμενους που είχαν καταλάβει τους χώρους εργασίας τους το 1964-66. Ως απάντηση στις απεργίες και τις καταλήψεις, το κράτος ενσωμάτωσε την μοναδική συνδικαλιστική οργάνωση της Αλγερίας, την Union General des Travailleurs Algérien (UGTA) μετά την εκκαθάριση του εθνικού γραμματέα της και τη διάλυση των τοπικών παραρτημάτων της. Οι εργατικές διαφορές στη συνέχεια υποβλήθηκαν σε διαπραγματεύσεις μεταξύ των ηγετών της UGTA και των υπουργών.

Η παγκόσμια ύφεση στα τέλη της δεκαετίας του 1970 οδήγησε στην πτώση των εξαγωγικών εσόδων της Αλγερίας και εμπόδισε την κρατική ανάπτυξη του Μπουμεντιέν. Ο Μπουμεντιέν πέθανε το 1978 και ο διάδοχός του Τσαντλί Μπεντζεντίντ μείωσε τις δημόσιες δαπάνες και άνοιξε την Αλγερία στο ελεύθερο εμπόριο και τις ιδιωτικοποιήσεις για να πάρει δάνεια από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα.

Ενώ ο νεοφιλελευθερισμός του Μπεντζεντίντ προκάλεσε μαζική ανεργία, εργασιακή ανασφάλεια και διάλυσε το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, προκάλεσε επίσης την πρώτη μεγάλη εξέγερση της εργατικής τάξης της Αλγερίας, γνωστή ως εξέγερση του Οκτώβρη του 1988. Η οικονομική κρίση μετά την κατάρρευση της τιμής του πετρελαίου στα μέσα της δεκαετίας του 1980 πυροδότησε απεργίες στο Αλγέρι, που κορυφώθηκαν σε μια αιματηρή εξέγερση στρέφοντας τους νέους ανθρώπους ενάντια στην αστυνομία και το στρατό. Η εξέγερση συντρίφτηκε από το κράτος, αλλά ανάγκασε τον Μπεντζεντίντ να υιοθετήσει ένα πολυκομματικό σύνταγμα και αναγνώρισε το δικαίωμα της πολιτικής οργάνωσης.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι περισσότεροι εργαζόμενοι υποστήριξαν ισλαμικά κόμματα. Ο Μαρξιστής Κρις Χάρμαν υποστήριξε ότι οι Μπουμεντιέν και Μπεντζεντίντ προώθησαν τον μετριοπαθή ισλαμισμό για να εξουδετερώσουν την επιρροή της αριστεράς και ότι αυτό άνοιξε την πόρτα για την άνθηση των ισλαμιστικών οργανώσεων. Για παράδειγμα, οι υπουργοί βοήθησαν συχνά τους ισλαμιστές να πάρουν κεφάλαια από επιχειρηματίες για την κατασκευή τεμένους.

Επειδή δεν υπήρχε ισχυρή, οργανωμένη της αριστεράς, οι φτωχοί εργάτες και οι αγρότες βρήκαν παρηγοριά στα τζαμιά, όπου η ρητορική των ισλαμιστικών δυνάμεων εναντίον της Δύσης και εναντίον της διαφθοράς υποκινούσε την οργή τους προς το καθεστώς του FLN. Το Ισλαμικό Μέτωπο Σωτηρίας (FIS) κέρδισε μεγάλους δήμους στις πρώτες ελεύθερες δημοτικές εκλογές της χώρας το 1990 και κέρδισε τον πρώτο γύρο των εθνικών εκλογών το 1992. Ο στρατός καθαίρεσε τον Μπεντζεντίντ και ξεκίνησε μια δεκαετία εμφυλίου πολέμου ενάντια στις ισλαμιστικές πολιτοφυλακές. Ο στρατός κατόρθωσε να συντρίψει την ισλαμική εξέγερση και εξασφάλισε την κυριαρχία του στην αλγερινή πολιτική. Οι εκλογές του 1998 το επιβεβαίωσαν. Ο Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα ορκίστηκε στην προεδρία, καθώς όλοι οι άλλοι επικρατέστεροι αντίπαλοί του κατηγόρησαν τον στρατό για εκλογική απάτη και απέσυραν τις υποψηφιότητές τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας.

Εν τω μεταξύ, το κράτος συνέχισε τα προγράμματα διαρθρωτικής προσαρμογής του ΔΝΤ και πούλησε δημόσιες επιχειρήσεις σε Αλγερινούς και ξένους ολιγάρχες.

Σήμερα, η απόφαση του στρατού να απομακρύνει τον Μπουτεφλίκα πρέπει να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια αποστράτευσης των μαζών – όχι μια προσπάθεια υποστήριξής τους. Ο στρατός έχει συμφέρον να σταματήσει την επανάσταση επειδή η επέκταση των μαζικών διαδηλώσεων θα μπορούσε να εντείνει τις υπάρχουσες αντιπαλότητες μεταξύ των στρατιωτικών διοικητών και να δημιουργήσει μεγαλύτερο ρήγμα ανάμεσα στους στρατιώτες και στους αρχηγούς τους.

Ωστόσο, οι Αλγερινοί εξακολουθούν να διαδηλώνουν ενάντια στην προσωρινή κυβέρνηση και καταδικάζουν την παρέμβαση του στρατηγού Γκαΐντ Σάλεχ. «Ο λαός δεν θέλει αλλαγή στο πλαίσιο του υπάρχοντος συντάγματος, θέλουμε να αλλάξουμε την κοινωνία με τους όρους μας, γι’ αυτό απορρίπτουμε τις κυβερνητικές ανακοινώσεις για εκλογές τον Ιούλιο», εξήγησε ένας φοιτητής. Στις διαδηλώσεις της 26ης Απριλίου, οι μάζες φώναζαν: «Μπορεί να υπάρξει μόνο ένας Γκαΐντ, ο λαός!»

Η οργάνωση των εργατών

Η αλγερινή εργατική τάξη έχει τη δυνατότητα να οικοδομήσει και να ενισχύσει τις δικές της οργανώσεις για να αντισταθμίσει την ισχύ των ενόπλων δυνάμεων. Η αναγνώριση από το Πρόεδρο Μπεντζεντίντ του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι ενθάρρυνε τη δημιουργία νέων ανεξάρτητων συνδικαλιστικών οργανώσεων, όπως η Confederation des Syndicats Autonome (CSA) στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Αυτά τα νέα συνδικάτα ήταν πιο μαχητικά από την UGTA και οργανώθηκαν απεργίες μεταξύ νέων τομέων της εργατικής τάξης στην εκπαίδευση, την υγεία και τις δημόσιες συγκοινωνίες.

Τα νέα συνδικάτα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο κατά την Βερβερική Άνοιξη το 2001, όταν ξέσπασαν ταραχές ως απάντηση στη δολοφονία ενός έφηβου από την αστυνομία. Το υπόβαθρο της εξέγερσης στη βόρεια περιοχή της Καβυλίας ήταν η μαζική ανεργία, η έλλειψη πολιτικής εκπροσώπησης καθόλη τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου, καθώς και η αστυνομική βαρβαρότητα που οδήγησε στο θάνατο του εφήβου.

Τα ζητήματα αυτά ενίσχυσαν κινήσεις για την αυτονομία της περιοχής και την επίσημη αναγνώριση της Βερβερικής γλώσσας. Τον Μάιο του 2001, οι εργαζόμενοι ανταποκρίθηκαν στις εκκλήσεις για γενική απεργία στις πόλεις Μπεζάια και Τιζί-Ουζού, δίνοντας νέα ζωή στην εξέγερση. Ένα μήνα αργότερα, οι εργαζόμενοι, οι αγρότες και οι μικρές επιχειρήσεις δημιούργησαν τις δικές τους δομές εξουσίας μέσω της ανάπτυξης τοπικών και διαπεριφερειακών επιτροπών σε ολόκληρη την περιοχή. Από τον Μάϊο έως τον Σεπτέμβριο, αυτές οι επιτροπές διοργάνωσαν πορείες στο Αλγέρι και μια εκδήλωση μισού εκατομμυρίου στο Τιζί-Ουζού, καθώς οι εργάτες εγκατέλειψαν τους χώρους εργασίας τους για να συμμετάσχουν στην πορεία.

Οι εργαζόμενοι σε συμμαχία με τους καταπιεσμένους αντέδρασαν ενάντια στο κράτος και σηματοδότησαν την εξέγερση με τα δικά τους αιτήματα, όπως η «υπεροχή των εκλεγμένων οργάνων έναντι των διορισμένων οργάνων και των δυνάμεων ασφαλείας». Η εξέγερση απέτυχε να εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα, εν μέρει επειδή οι ανεξάρτητες συνδικαλιστικές οργανώσεις δεν είχαν ρίζες αλλού. Ως εκ τούτου, ήταν πολύ αδύναμες για να αμφισβητήσουν τα γαλλικά και κρατικά ΜΜΕ που παρουσίασαν το γεγονός ως ζήτημα της ταυτότητας των Βερβέρων.

Παρόλο που παρόμοιες επιτροπές δεν έχουν ακόμη επανέλθει στην Αλγερία, τα ανεξάρτητα συνδικάτα δραστηριοποιήθηκαν στην επανάσταση του 2019. Ωστόσο, η CSA κάλεσε σε γενική απεργία στις 12 Απριλίου, προκαλώντας ελάχιστη ανταπόκριση εκτός του Αλγερίου και της Καβυλίας. Αυτό επιβεβαίωσε ότι τα ανεξάρτητα συνδικάτα εξακολουθούν να μην έχουν αρκετή επιρροή για να καθοδηγήσουν σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης. Αντ’ αυτού, πολλοί εργαζόμενοι προτιμούν να αγωνιστούν για τον έλεγχο της UGTA, η οποία ισχυρίζεται ότι έχει περισσότερα από 4 εκατομμύρια μέλη.

Στις 16 Μαρτίου, 50 μέλη συνδικάτων διοργάνωσαν καθηστική διαμαρτυρία έξω από τα κεντρικά γραφεία της UGTA ζητώντας την παραίτηση του γενικού γραμματέα Σίντι Σαΐντ. Αυτή η επιθετική κίνηση απέτυχε μετά την επίθεση που δέχτηκαν από απεργοσπάστες. Ωστόσο, ο πολλαπλασιασμός των πικετοφοριών και των απεργιακών συγκεντρώσεων κατά τη διάρκεια του Μαρτίου και του Απριλίου έδωσε στους εργαζόμενους την ευκαιρία να ξεκινήσουν μια μάχη για την ανάκτηση της ένωσης από το καθεστώς. Οι υπάλληλοι των ταχυδρομείων σε μια πικετοφορία δήλωσαν σε έναν δημοσιογράφο: «Ντροπή για την ηγεσία του συνδικάτου μας να πλαισιώνει τη διοίκηση της εταιρείας. Δεν καταλαβαίνουν ότι μόνο η απεργία μπορεί να προσφέρει αυτό θέλουμε». Στις 17 Απριλίου χιλιάδες εργαζόμενοι συγκεντρώθηκαν και πάλι έξω από τα κεντρικά γραφεία της UGTA ζητώντας την παραίτηση του γενικού γραμματέα.

Πολλοί συνδικαλιστές θυμούνται την ισχυρή διήμερη γενική απεργία της UGTA που παρέλυσε την Αλγερία τον Φεβρουάριο του 2003. Λιμάνια, αεροδρόμια, σιδηρόδρομοι, δημόσιες συγκοινωνίες, πρατήρια αερίου, τράπεζες, σχολεία, νοσοκομεία – οι περισσότερες εταιρείες του δημόσιου τομέα έκλεισαν. Η απεργία έγινε ύστερα από πίεση της ηγεσίας της UGTA από τα μέλη της να αναλάβει δράση εναντίον της ιδιωτικοποίησης του κρατικού τομέα από το καθεστώς του Μπουτεφλίκα. Αυτές οι μαζικές διαμαρτυρίες ανάγκασαν τον Μπουτεφλίκα και τον κύκλο του να υποχωρήσουν στον νεοφιλελευθερισμό. Δημόσιες εταιρείες που είχαν ιδιωτικοποιηθεί, όπως το συγκρότημα χαλυβουργίας Sider El Hadjar, επέστρεψαν στο κράτος. Τα αυξημένα έσοδα από το πετρέλαιο επέτρεψαν στο αλγερινό κράτος να επιδοτήσει τις τιμές των τροφίμων, να διατηρήσει δωρεάν την υγεία και τα σχολεία.

Ωστόσο, οι εργαζόμενοι είπαν στον Τύπο ότι η UGTA από το 2003 δεν έχει κάνει τίποτα γι’ αυτούς. Υπό την ηγεσία του Σίντι Σαΐντ, η ένωση είχε γίνει μια εκλογική μηχανή με στόχο να πείσει τους εργαζόμενους να ψηφίσουν τον Μπουτεφλίκα. Η παραίτηση του Σαΐντ θα αποτελούσε σοβαρό βήμα προς τα μπροστά για την εργατική τάξη. Θα άνοιγε τη δυνατότητα ανεξαρτησίας της UGTA από το κράτος και αυτό θα επέτρεπε στα μέλη να ξεκινήσουν περισσότερες εργατικές κινητοποιήσεις εναντίον των δικών τους αφεντικών και δικτατόρων.

Μια αργοπορημένη Αραβική Άνοιξη;

Το γαλλικό κίνημα των κίτρινων γιλέκων και η εξέγερση στο Σουδάν φαίνεται ότι είχαν μεγαλύτερη επιρροή στους Αλγερινούς απ’ ό,τι η Αραβική Άνοιξη του 2011. Οι Αλγερινοί επαναστάτες δημιούργησαν τον τελευταίο καιρό «Κίτρινα Γιλέκα» για να προστατεύσουν τους διαδηλωτές από την αστυνομία. Έχουν εκφράσει την υποστήριξή τους στα κίτρινα γιλέκα και την εχθρότητά τους στον γαλλικό ιμπεριαλισμό: «Μακρόν φρόντισε να μαζέψεις ξύλα γιατί φέτος δεν θα έχεις το φυσικό αέριό μας».

Παρόλο που χιλιάδες Αλγερινοί διαδήλωσαν μετά το ξέσπασμα της αιγυπτιακής και της τυνησιακής επανάστασης το 2010-11, ο αριθμός τους ήταν πολύ μικρότερος από ό,τι αλλού στην περιοχή. Ορισμένοι σχολιαστές υποστήριξαν ότι η εξέγερση απέτυχε επειδή ο Μπουτεφλίκα έκανε οικονομικές παραχωρήσεις όπως ήταν η μείωση των τιμών των τροφίμων. Άλλοι αποδίδουν την αποτυχία στο τραύμα που προκάλεσε ο αλγερινός εμφύλιος πόλεμος ή στο χάος στη Λιβύη και τη Συρία και στην αιγυπτιακή αντεπανάσταση.

Ο γείτονας της Αλγερίας, η Τυνησία, αποτελεί παράδειγμα για την επίτευξη μιας αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Επιπλέον, κατά την τελευταία δεκαετία της δικτατορίας Μπουτεφλίκα υπήρξε ένα αυξανόμενο κίνημα που μιλούσε για ζητήματα όπως η ανεργία των νέων και η σεξουαλική παρενόχληση. Οι διαδηλώσεις του 2011 μπορούν να θεωρηθούν μέρος αυτής της επιστροφής του ακτιβισμού του δρόμου από τους νέους που προετοίμασαν το δρόμο για την επανάσταση του 2019. Οι διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της κυριαρχίας του Μπουτεφλίκα παρέμειναν σποραδικές και ασύνδετες μεταξύ τους. Ο ένας αγώνας ξεσπούσε μόλις είχε εξαφανιστεί ο τελευταίος αφού είχε αντιμετωπίσει την καταστολή.

Στη σημερινή επανάσταση υπάρχει μεγαλύτερη αλληλεπίδραση μεταξύ του πολιτικού και οικονομικού αγώνα. Από τα τέλη Μαρτίου, οι εργαζόμενοι στην τουρκο-αλγερινή πολυεθνική εταιρεία διοργάνωσαν καθιστική διαμαρτυρία στο χώρο εργασίας για υψηλότερους μισθούς που εξελίχθηκε σε απεργία ενάντια στο καθεστώς. Η επαναστατική τους συνείδηση φαίνεται πολύ πιο ανεπτυγμένη από το 2011. Όπως ισχυρίστηκε ένας διαδηλωτής: «Μπορούμε να αλλάξουμε τα πάντα, δεν θέλουμε να χειραγωγηθούν τα κινήματα μας όπως το 2011 και δεν μπορείτε να κερδίσετε τη δημοκρατία με εκείνους που βρίσκονται στην κορυφή.»

Η αλγερινή επανάσταση του 2019 συνεχίζει να εμπλέκει όλα τα στρώματα της κοινωνίας, αλλά η εργατική τάξη αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις για την εμβάθυνση της επανάστασης. Πρέπει να απορρίψει την επιρροή του στρατού και να διατυπώσει τις δικές της διεκδικήσεις. Πρέπει να δημιουργήσει ανεξάρτητα συνδικάτα και θεσμούς για την κατάληψη της εξουσίας. Οι ιστορικές κληρονομιές των διαδηλώσεων στην Αλγερία, παράλληλα με τις διαρκείς απεργίες και τις διαδηλώσεις σήμερα, αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να μετατραπεί αυτή η δημοκρατική επανάσταση σε κοινωνική.

Μετάφραση: e la libertà

Chinedu Chukwudinma, «Algeria on fire», Socialist Review, τεύχος 446, Μάιος 2019

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2019 16:08

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.