Δευτέρα, 01 Ιουλίου 2019 12:38

Οι λαϊκές κινητοποιήσεις στην Αλγερία επέβαλαν τις πρώτες αποτυχίες στο καθεστώς

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Hocine Belalloufi

Οι λαϊκές κινητοποιήσεις στην Αλγερία επέβαλαν τις πρώτες αποτυχίες στο καθεστώς

Στη μνήμη του συντρόφου Achour Idir. Ακούραστου συνδικαλιστή και πολιτικού αγωνιστή που έφυγε τη νύχτα της 3-4 Απριλίου 2019.

Η πολιτική κρίση στην οποία βυθίζεται σήμερα η Αλγερία δεν έπεσε από τον ουρανό. Αποτελεί μέρος της συνέχειας μιας κρίσης του καθεστώτος, την οποία έχει εμβαθύνει.

Η κρίση του καθεστώτος

Ήδη εδώ και καιρό η κρίση του καθεστώτος εκδηλώθηκε με μια κρίση εκπροσώπησης που συγκεκριμενοποιήθηκε από τη μαζική λαϊκή δυσαρέσκεια στο εκλογικό επίπεδο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της επίσημης συμμετοχής (τα οποία διογκώνονται συστηματικά) μόνο το 50,7% ψήφισε στις τελευταίες προεδρικές εκλογές του 2014 έναντι του 74,56% το 2009. Μεταξύ των δύο εκλογών, ο εκλεγής υποψήφιος Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα είχε χάσει 4,5 εκατομμύρια ψήφους.

Ωστόσο, μέσω του Προεδρικού Συνασπισμού (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο - FLN [Front de libération national], Εθνική Δημοκρατική Συσπείρωση - RND [Rassemblement national démocratique], Αλγερινό Λαϊκό Κίνημα - MPA [Mouvement populaire algérien] και Ταντζαμούε Άμαλ α-Νταζάιρ -TAJ [Συσπείρωση για την Ελπίδα της Αλγερίας]) και των αφεντικών του (Φόρουμ των Διευθυντών των Επιχειρήσεων-FCE [Forum des chefs d’entreprise-FCE]) και των συνδικαλιστών δορυφόρων του (Γενική Ένωση Αλγερινών Εργαζομένων-UGTA [Union générale des travailleurs algériens]), η κυβέρνηση και η διοίκηση μονοπωλούν, κυρίως μέσω της δημόσιας και της ιδιωτικής τηλεόρασης, μια υποτονική πολιτική ζωή στην οποία περιθωριοποιήθηκε όλη η αντιπολίτευση. Εκτός της πελατείας του καθεστώτος, οι περισσότεροι Αλγερινοί δεν ψηφίζουν. Πολλά εκατομμύρια, ειδικά οι νέοι, που αποτελούν το 70% του πληθυσμού, δεν εγγράφονται στους εκλογικούς καταλόγους.

Τα κύρια «εκλεγμένα» θεσμικά όργανα δεν αντικατοπτρίζουν τα αποτελέσματα των εκλογών. Η προεδρία του Συμβουλίου του Έθνους (Γερουσία) και η θέση του Πρωθυπουργού κατελήφθησαν από δύο ηγέτες ενός μειοψηφικού κόμματος, του RND. Αυτοί ήταν ο Αμπντελκαντέρ Μπενσαλά, ο οποίος διετέλεσε Πρόεδρος της Δημοκρατίας από τις 9 Απριλίου μετά την παραίτηση του Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα και του Άχμεντ Ουγιαχία, η κυβέρνηση του οποίου διαλύθηκε στις 31 Μαρτίου. Οι εκλογές για την Γερουσία του Δεκεμβρίου του 2018 ήταν η σκηνή μιας μαζικής απάτης μεταξύ κομμάτων που «συμμάχησαν» με την «προεδρική πλειοψηφία» υπέρ του FLN.

Το πραξικόπημα κατά του προέδρου του Εθνικού Συνεδρίου του Λαού (NPC), Σαΐντ Μπουχάντζα, τον Οκτώβριο του 2018, επιβεβαίωσε την έλλειψη θεσμικής αξιοπιστίας. Είχε εκδιωχθεί παράνομα από τη θέση του και από το αξίωμά του από τα μέλη του δικού του κόμματος (FLN) και εκείνων που συγκροτούν τον «προεδρικό συνασπισμό». Ο πρωθυπουργός Άχμεντ Ουγιαχία ανέφερε το εξής: «Η ισχύς είναι πιο σημαντική από το Σύνταγμα».

Αλλά η κρίση τελικά έφτασε στο κύριο κόμμα του καθεστώτος, το FLN. Και στα πλαίσια της απόλυτης αδιαφάνειας τον Νοέμβριο του 2018, ο Γενικός Γραμματέας και η ηγεσία των πραξικοπηματιών απομακρύνθηκαν, όχι με την ψήφο των «ηγετών», αλλά με απόφαση της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Το κόμμα από τότε βρισκόταν σε πλήρη «αναδιοργάνωση».

Η δυσαρέσκεια δεν χαρίστηκε ούτε απέναντι στα κόμματα της αντιπολίτευσης που αγωνίστηκαν να πείσουν και να κινητοποιήσουν, όλες οι τάσεις από κοινού και τα οποία αντιμετώπισαν επαναλαμβανόμενες οργανικές κρίσεις. Το ίδιο ισχύει και για τις οργανώσεις των εργοδοτών και των εργαζομένων.

Οι περισσότεροι Αλγερινοί δεν πιστεύουν πλέον στη δυνατότητα πολιτικής εναλλαγής υπό το σημερινό καθεστώς. Οι ριζοσπάστες ισλαμιστές, που είχαν κερδίσει τις καρδιές πολλών πολιτών τη δεκαετία του 1980 και του 1990, δεν ήταν πλέον πολιτικά αξιόπιστοι, αλλά καμία άλλη δύναμη δεν κατόρθωσε να καταλάβει το χώρο που απελευθερώθηκε μ’ αυτό τον τρόπο.

Ξεκινώντας πριν από είκοσι χρόνια, η κυριαρχία του Μπουτεφλίκα χαρακτηρίστηκε από μια εντυπωσιακή και αδιάκοπη σειρά σκανδάλων: τη διακίνηση κοκαΐνης, τις περιπτώσεις διαφθοράς που αφορούσαν γη, τα μεγάλα δημόσια έργα (τον αυτοκινητόδρομο Ανατολής-Δύσης) και τις προμήθειες από ξένες πολυεθνικές εταιρείες (πολλαπλές περιπτώσεις, Sonatrach-ENI-Saipem), την υπόθεση Χαλίφα που αφορούσε σε σπατάλη δημόσιων πόρων για μια εταιρεία που ιδρύθηκε από ένα golden boy, τις ιδιωτικοποιήσεις που χρησιμοποιούν συμβολικό δηνάριο. Ο κατάλογος των σκάνδαλων είναι πολύ μεγάλος για να τον συνεχίσουμε, αλλά όλα έχουν ως κοινό τον ρόλο των μελών της νομενκλατούρας (υπουργούς, αστυνομία και στρατό κ.ά.) ή / και των παιδιών τους και της νέας αστικής τάξης.

Πολλοί Αλγερινοί θεωρούν τη διαφθορά μια απλή παρέκληση από ένα αφηρημένο κανόνα, θρησκευτικό ή κοσμικό, ο οποίος διατάζει να μην κλέβεις. Έτσι, το φαινόμενο γίνεται αντιληπτό στην καθαρά ηθική του διάσταση. Αυτό το αυθόρμητο ηθικό όραμα παγιώνεται από τον συνειδητό λόγο των υπερ-νεοφιλελεύθερων της αντιπολίτευσης, που μας αφηγείται τον μύθο ενός καπιταλισμού χωρίς δωροδοκία, όπου ο καθένας θα έχει αυτό που αξίζει, έναν καλό καπιταλισμό που υποτίθεται ότι υπάρχει αλλού.

Ωστόσο, αρκεί να παρακολουθήσουμε τις παγκόσμιες ειδήσεις για να συνειδητοποιήσουμε ότι η διαφθορά δεν λείπει από καμία χώρα και ότι ορισμένα «αξιοσέβαστα» κράτη ειδικεύονται ακόμη και στην ανακύκλωση των ποσών που προέρχονται από αυτήν. Η διαφθορά δεν είναι παρέκλιση. Αντίθετα, αποτελεί αντικειμενική αναγκαιότητα για τους πλούσιους, οι οποίοι είναι καταδικασμένοι να ανταγωνίζονται διαρκώς μεταξύ τους για να διατηρήσουν το μερίδιό τους στην αγορά, να αποκτήσουν νέο, να γεμίσουν τα βιβλία παραγγελιών τους, να εξαφανίσουν τους ανταγωνιστές τους και να ξεφύγουν από την εφορία που παίρνει τα χρήματά τους για την κατασκευή δρόμων, σχολείων και νοσοκομείων. Αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του καπιταλιστικού συστήματος.

Στην Αλγερία, η διαφθορά έχει διαδραματίσει ιδιαίτερο ιστορικό ρόλο τα τελευταία σαράντα χρόνια. Έχει συμβάλει, μαζί με τους νόμους που διαλύουν τον δημόσιο τομέα, στην εκδίωξη του αλγερινού λαού από αυτό που του ανήκε τυπικά μέσω της νομικά δημόσιας περιουσίας: εταιρείες, αγροτικές και αστικές εκτάσεις, κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία κ.ο.κ. Συνέβαλε στη ρύθμιση του εξωτερικού εμπορίου έτσι ώστε να αντικατασταθεί το πρώην κρατικό μονοπώλιο με το ιδιωτικό μονοπώλιο. Δεν είναι φυσικό ατύχημα, πολύ λιγότερο σφάλμα ή παρέκλιση, αλλά διαδικασία απαραίτητη για να επιτρέψει σε μια παράνομη μειονότητα να συσσωρεύει. Αυτή η διάσταση της διαφθοράς δεν έχει διαφύγει από τους ανθρώπους που έχουν καταλάβει τη σχέση μεταξύ της εξουσίας και του πλούτου.

Υπήρξε συγκέντρωση εξουσιών και παράλληλη άνοδος του αυταρχισμού. Η εκτελεστική εξουσία ενισχύθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια των διαφόρων θητειών του Μπουτεφλίκα. Ο υπερπροεδρικός χαρακτήρας του Συντάγματος και η εμφάνιση μιας προσωπολατρείας, εξωφρενικής και γκροτέσκας εκφράζουν την αντικειμενική αναγκαιότητα συγκέντρωσης εξουσιών γύρω από ένα άτομο για την ενοποίηση των διαφόρων φατριών και για την επιβολή πολιτικών που δεν έχουν απαραιτήτως συναίνεση.

Αυτό συνέβη με το ζήτημα Αμαζίγ, με την αναγνώριση της γλώσσας Αμαζίγ (των Βερβέρων) ως εθνικής και επίσημης γλώσσας και την ίδρυση Εθνικής Ακαδημίας της γλώσσας Αμαζίγ. Κάτω από την πίεση των μαζών, ο Μπουτεφλίκα πήρε αυτή την απόφαση, παρόλο που δεν υπάρχει συναίνεση στο καθεστώς. Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα: ιδιωτικοποίηση, επιδότηση των τιμών καταναλωτικών προϊόντων, της τιμή αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, του νερού και ούτω καθεξής. Η άλλη πλευρά του νομίσματος έγκειται στο γεγονός ότι αυτή η υπερσυγκέντρωση των εξουσιών καθιστά δύσκολη την επίτευξη συναίνεσης για το όνομα ενός διαδόχου.

Οι εσωτερικοί συμβιβασμοί και οι αντιφατικές αποφάσεις που πολλαπλασιάστηκαν τα τελευταία χρόνια επιβεβαίωσαν τις ρωγμές στο καθεστώς. Ο αμετακίνητος αξιωματικός της υπηρεσίας ασφαλείας, στρατηγός Μοχάμμεντ Μεντιέν, γνωστός ως «Τουφίκ», απολύθηκε ένα χρόνο μετά την επανεκλογή του Μπουτεφλίκα στην τέταρτη θητεία του το 2014 και η Διεύθυνση Υπηρεσίας Πληροφοριών και Ασφάλειας (DRS) που διεύθυνε έχει αναδιαρθρωθεί.

Το 2018, ο εντοπισμός σκάφους που περιείχε 701 χιλιόγραμμα κοκαΐνης είχε ως αποτέλεσμα την απόλυση του επικεφαλής της Διεύθυνσης Εθνικής Ασφάλειας (DGSN). Ο διάδοχός του κράτησε μόνο μερικούς μήνες και διάφορα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών που είχε κάνει στην αστυνομία, είχαν παγώσει από τον Υπουργό Εσωτερικών. Απαγορεύτηκε στους ανώτερους αξιωματικούς του Εθνικού Λαϊκού Στρατού (ANP) να εγκαταλείψουν τη χώρα και οι τραπεζικοί λογαριασμοί τους πάγωσαν πριν συλληφθούν. Η ανεξήγητη απελευθέρωσή τους ήρθε λίγο αργότερα. Επτά πρώην αστυνομικοί που κατηγορούνται για υπονόμευση της κρατικής ασφάλειας μετά από αστυνομικές διαμαρτυρίες κατά των δύσκολων εργασιακών συνθηκών το 2014 αθωώθηκαν στις 26 Φεβρουαρίου 2019.

Ένα από τα κύρια σημάδια της κρίσης του καθεστώτος είναι η ανικανότητά του να ολοκληρώσει τη διαδικασία διαρθρωτικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων που άρχισαν πριν από σαράντα χρόνια. Η πορεία προς την απορύθμιση έχει ξεκινήσει μετά το 1980, αλλά το κράτος συνεχίζει να διευθύνει την οικονομία. Η ενέργεια (υδρογονάνθρακες) και η εξορυκτική βιομηχανία παραμένουν στο δημόσιο τομέα προς απογοήτευση των υπερ-νεοφιλελεύθερων του καθεστώτος και της αντιπολίτευσης, καθώς και των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (G7) και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων τους (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα κτλ). Οι μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιήθηκαν (η Sider El Hadjar υπέρ της Arcelor-Mittal, η Asmidal, η οποία έγινε Fertial αφότου ο ισπανικός όμιλος Grupo Villar Mir έγινε πλειοψηφικός μέτοχος κτλ) επέστρεψαν στο κράτος.

Η προσπάθεια του Αλί Χαντντάντ, πρώην ηγέτη του Φόρουμ των Διευθυντών των Επιχειρήσεων-FCE (η κύρια οργάνωση των εργοδοτών) που συνελήφθη στις 31 Μαρτίου, να αγοράσει τις μετοχές του ισπανικού ομίλου, αποδυναμώθηκε χάρη στην κινητοποίηση εργαζομένων του συγκροτήματος. Η Προεδρία ανάγκασε την εκτελεστική εξουσία να ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης του κράτους, το οποίο ανέκτησε τον έλεγχο της εταιρείας. Ο νόμος για τη μείωση των τιμών των υδρογονανθράκων που ψηφίστηκε το 2005 δεν επικυρώθηκε από τον Πρόεδρο και τελικά τροποποιήθηκε ένα χρόνο αργότερα. Ο επενδυτικός νόμος –ο οποίος ορίζει ότι οι αλγερινές εταιρείες που συνεργάζονται με ξένους εταίρους πρέπει να κατέχουν την πλειοψηφία των μετοχών (51/49)– έχει διατηρηθεί. Οι εισαγωγές μειώθηκαν απότομα ως αποτέλεσμα κυβερνητικών μέτρων (ποσοστώσεις, απαγορεύσεις, βαριές φορολογικές επιβαρύνσεις κλπ). Η κυβέρνηση συνεχίζει επίσης την οικοδόμηση κοινωνικών κατοικιών, την επιδότηση τιμών, τη διατήρηση της ελεύθερης δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης και την απόρριψη της δημιουργίας εξωτερικού χρέους.

Αυτή η αντίφαση μεταξύ, αφενός, της πορείας που κατευθύνεται σαφώς προς τον νεοφιλελευθερισμό και αφετέρου, των διαλειμμάτων, των απότομων στροφών και των μόνιμων αποτυχιών έχει εδώ και πολλά χρόνια πυροδοτήσει εντάσεις εντός του καθεστώτος. Έχει επίσης τροφοδοτήσει μια υπερ-νεοφιλελεύθερη δημοκρατική αντιπολίτευση και μια αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια. Η ανεργία πλήττει το 11,7% του ενεργού πληθυσμού και αυξάνεται στο 28,3% μεταξύ των νέων ηλικίας 16 έως 24 ετών. Οι απόφοιτοι δεν μπορούν να βρουν ευκαιρίες απασχόλησης, ενώ το 43% των εργαζομένων δεν δηλώνεται στην κοινωνική ασφάλιση. Η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, των ανέργων, των ακτημόνων αγροτών και των φτωχών αγροτών, των μικρών βιοτεχνών και εμπόρων μειώνεται κάτω από το τριπλό αποτέλεσμα των αυξανόμενων τιμών, της υποτίμησης του δηναρίου και της στασιμότητας των μισθών και των συντάξεων. Ο περιορισμός των υποχρεώσεων του κράτους για εκπαίδευση και υγεία πλήττει σοβαρά τις λιγότερο προνομιούχες τάξεις. Το καθεστώς αμφισβητεί αυτό που έχει απομείνει από το κοινωνικό κράτος.

Αυτή η πολιτική, από την άλλη πλευρά, ευνοεί τις κυρίαρχες τάξεις (τους Αλγερινούς και τους ξένους καπιταλιστές, τους γαιοκτήμονες, τους εισαγωγείς, τους μεγάλους εμπόρους, τα ανώτερα ελεύθερα επαγγέλματα κτλ) που επωφελούνται από την παράνομη απαλλοτρίωση της περιουσίας του αλγερινού λαού (ιδιωτικοποίηση, «σύμπραξη» δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και ούτω καθεξής) και τη γενναιόδωρη βοήθεια που τους παρέχει το καθεστώς. Πολυεθνικές εταιρείες που καυχώνται για τις εξαγωγές λιπασμάτων ή τσιμέντου (Fertial, Lafarge και ούτω καθεξής) το κάνουν χάρη στις επιδοτήσεις του φυσικού αερίου από το κράτος. Το τσιμέντο εξάγεται σε μισή τιμή και ο δημόσιος όμιλος Sonelgaz έχει έλλειμμα 23 δισεκατομμυρίων δολαρίων!

Απέναντι στη νόμιμη αντίσταση των μαζών, η μόνη απάντηση είναι η καταπίεση: η προσφυγή στη δικαιοσύνη για την παρεμπόδιση του δικαιώματος απεργίας, η μετατροπή του εργατικού κώδικα σε καπιταλιστικό κώδικα, οι αυθαίρετες συλλήψεις υπαλλήλων, μπλόγκερς και δημοσιογράφων, οι απαγορεύσεις διαδηλώσεων και οι ανακρίσεις ακτιβιστών, ο ξυλοδαρμός των ποδοσφαιριστών και ούτω καθεξής. Τα αφεντικά της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας επιτίθενται άμεσα στους συνδικαλιστές. Το καθεστώς υπερασπίζεται τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων των κομπραδόρων που συνθέτουν όλο και πιο καθαρά τον αληθινό Δούρειο Ίππο του ιμπεριαλισμού.

Ένα από τα τελευταία, και όχι τα πιο ασήμαντα, σημάδια της κρίσης του καθεστώτος φαίνεται ακριβώς στη δυσκολία του να αντισταθεί στην ιμπεριαλιστική πίεση. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να υποστηρίζει την υπόθεση των λαών της Σαχάρας και της Παλαιστίνης και αρνήθηκε να υποστηρίξει τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Λιβύη, τη Συρία και την Υεμένη. Απορρίπτει κάθε συμμετοχή του Εθνικού Λαϊκού Στρατού (ANP) σε επιχειρήσεις εκτός των συνόρων του καθώς και την εγκατάσταση ξένων στρατιωτικών βάσεων στην Αλγερία και δεν δέχεται την εγκατάσταση κέντρων διέλευσης για τους μετανάστες. Ωστόσο, υπέγραψε μια «εξαιρετική συνεργασία» με τον γαλλικό ιμπεριαλισμό και διατηρεί άριστες σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από τις 18 Φεβρουαρίου έως την 1η Μαρτίου, ο ANP συμμετείχε, στη Μπουρκίνα Φάσο στη Μαυριτανία, σε μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις που ονομάζονται Flintlock 2019 και τέθηκε υπό την επίβλεψη της Διοίκησης Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ για την Αφρική (Africom). Στις ασκήσεις «Phoenix Express» που διοργάνωσε η Africom στην Ελλάδα τον Μάιο του 2018 υπήρξε συμμετοχή του αλγερινικού ναυτικού. Συνεπώς, υπάρχει μια αναμφισβήτητη μετατόπιση της εξωτερικής πολιτικής που μπορεί να τροφοδοτήσει μόνο τις αντιφάσεις μέσα σε ένα καθεστώς παραδοσιακά προσανατολισμένο προς την ΕΣΣΔ, στη συνέχεια στη Ρωσία (ειδικά σε στρατιωτικά θέματα) και το οποίο, πάνω απ’ όλα, ήταν προσανατολισμένο στην αδέσμευτη πολιτική.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι το αλγερινό καθεστώς δεν είναι ούτε μοναρχικό ούτε πραγματικά δημοκρατικό. Δεν είναι ούτε δικτατορία ούτε δημοκρατία. Δεν είναι ούτε θεοκρατία ούτε κοσμικό καθεστώς. Δεν είναι φιλοϊμπεριαλιστικό, αλλά δεν είναι πλέον αντιιμπεριαλιστικό. Δεν είναι υπερ-νεοφιλελεύθερο αλλά δεν είναι και αντι-νεοφιλελεύθερο. Η ανικανότητά του να επιλύει τις αντιφάσεις της αλγερινής κοινωνίας καθώς και τις δικές του αναπαράγει μόνιμα τις συνθήκες της κρίσης. Αυτή η ακινησία είναι ενδεικτική της αδυναμίας του να μεταρρυθμιστεί.

Κρίση ηγεμονίας

Σε αντίθεση με τον λόγο που διακηρύσσουν οι υπερ-νεοφιλελεύθεροι, η κρίση του καθεστώτος αφορά στα ζητήματα και τους ταξικούς αγώνες που διαπερνούν την αλγερινή κοινωνία. Προέρχεται κυρίως από την ανικανότητα ηγεμονίας των κυρίαρχων τάξεων.

Η πολιτική της φιλελευθεροποίησης καθοδηγείται από την εσωτερική μπουρζουαζία. Αυτό το ταξικό στρώμα δεν είναι εθνικό, διότι δεν έχει πλέον κυρίαρχο σχέδιο και αρνείται να αντιμετωπίσει οικονομικά, πολιτικά και διπλωματικά την ιμπεριαλιστική παγκόσμια τάξη. Αλλά συχνά εξαρτάται από τις δημόσιες παραγγελίες και εξακολουθεί να χρειάζεται την προστασία του κράτους για να συσσωρεύει απέναντι στη διεθνή αγορά.

Αυτό το στρώμα αντιμετωπίζει δύο παγίδες. Η πρώτη είναι η ενεργητική και παθητική αντίσταση των μαζών και ενός μέρους του κρατικού μηχανισμού. Για να περάσει τις μεταρρυθμίσεις της, αυτή η ομάδα υπό την ηγεσία του καθεστώτος αναγκάζεται να ελίσσεται, να προχωρεί και να υποχωρεί. Μέχρι σήμερα, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του και δεν ενσωματώθηκε πλήρως στην ιμπεριαλιστική τάξη. Δεν θέλει, αντίθετα, να επιστρέψει σε μια εθνική αναπτυξιακή πολιτική και στην αντίσταση στην ιμπεριαλιστική τάξη, όπως κάποιες χώρες εξακολουθούν να κάνουν, εν όλω ή εν μέρει και με περισσότερη ή λιγότερη συνοχή και αποφασιστικότητα.

Η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής (μπλοκάροντας τους μισθούς και τις συντάξεις, θέτοντας σε αμφισβήτηση τον κώδικα εργασίας, η ανεργία) το υποχρεώνει σε αναδίπλωση, αλλά δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει βία εναντίον των μαζών των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων που αρνούνται να δουν τις κατακτήσεις τους να γίνονται καπνός. Αυτό το τμήμα της αστικής τάξης αποδεικνύεται έτσι ανίκανο να αποκτήσει τη συναίνεση των εκμεταλλευόμενων και κυριαρχούμενων.

Η δεύτερη παγίδα με την οποία έρχεται αντιμέτωπη η εσωτερική φατρία έγκειται στην ανικανότητά της να εξασφαλίσει την υποστήριξη της άλλης φατρίας της μπουρζουαζίας, της κομπραδόρικης φατρίας που υπερασπίζεται μια υπερ-νεοφιλελεύθερη αντίληψη της ενσωμάτωσης / υποταγής στην παγκόσμια αγορά και την ιμπεριαλιστική τάξη. Έχει ενισχυθεί σημαντικά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες ως αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου που διευκόλυνε την καταστροφή και τη λεηλασία δημόσιων επιχειρήσεων που διέταξε το ΔΝΤ (με το σχέδιο διαρθρωτικής προσαρμογής που υπογράφτηκε το 1994) και τη μετατροπή μιας οικονομίας της Αλγερίας που ήθελε να είναι παραγωγική και βιομηχανική σε οικονομία παζαριού με βάση τις «εισαγωγές-εισαγωγές». Αυτή η φατρία των κομπραδόρων εξακολουθεί να δίνει έμφαση στην έλλειψη βούλησης για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και ενσωμάτωση στην παγκόσμια αγορά. Η φατρία της εσωτερικής μπουρζουαζίας βρίσκεται έτσι παγιδευμένη ανάμεσα στις λαϊκές μάζες από τη μία πλευρά και την κομπραδόρικη φατρία που υποστηρίζεται από τον ιμπεριαλισμό από την άλλη.

Η κομπραδόρικη φατρία έχει θέσει ως στόχο της την κατάκτηση της εξουσίας εδώ και αρκετά χρόνια. Έχει παραδοσιακά επίσημα κόμματα, τα κυριότερα είναι το Κίνημα της Κοινωνίας για την Ειρήνη (MSP - Mouvement de la Société pour la paix) που είναι προσανατολισμένο στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, τη Συνέλευση για τον Πολιτισμό και τη Δημοκρατία (RCD - Rassemblement pour la Culture et la démocratie), το κόμμα Ταλάιε Ελ Χουριάτ (Πρωτοπορία των Ελευθεριών) του πρώην Πρωθυπουργού Αλί Μπενφλίς, και μερικά κόμματα και προσωπικότητες που συγκεντρώθηκαν στο κίνημα Μουουάτανα (Πατρίδα)... Αλλά στηρίζεται κυρίως σε ένα πραγματικό, οργανικό κόμμα που αποτελείται από παραδοσιακά και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, ομάδες προβληματισμού, κινήματα όπως αυτό που υποστηρίζει τον πρώτο ολιγάρχη της χώρας, τον Ισαάντ Ρεμπράμπ, ο οποίος συνελήφθη στις 22 Απριλίου για «οικονομικά και χρηματοπιστωτικά εγκλήματα» και προσωπικότητες που αποτελούν μια ομάδα που είναι συχνά πιο δυναμική από τα επίσημα κόμματα. Αυτή η κομπραδόρικη φατρία έχει την υποστήριξη των ιμπεριαλιστικών κέντρων (των Δυτικών δυνάμεων, του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας κ.λπ.) που ασκούν συνεχείς πιέσεις στο αλγερινό καθεστώς.

Αυτή η φατρία επηρεάζει ένα μεγάλο τμήμα από ανθρώπους και ομάδες της αντιπολίτευσης που μοιράζονται βασικά το όραμά της για την ανάγκη διαρθρωτικών οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, αλλά που δεν τολμούν να την υποστηρίξουν ανοιχτά, από τον φόβο των αντιδράσεων του καθεστώτος. Γενικά, η ενσωμάτωση των νεόπλουτων στο καθεστώς μέσω των κομμάτων, των εκλεγμένων θεσμών και της άμεσης ή έμμεσης παρουσίας στρατιωτικών ή των συγγενών τους στην επιχειρηματική κοινότητα συμβάλλει σημαντικά στην αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων προς όφελός της. Επειδή ο αντίπαλός της που κυβερνά τη χώρα αυτή τη στιγμή εργάζεται γι αυτό και αυτή η ασυνέπεια τον καθιστά ανίκανο να επιστρέψει σε μια πολιτική εθνικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Θα έπρεπε να στηριχθεί στις μάζες.

Επομένως, η φατρία των κομπραδόρων παρουσιάζει μια ανερχόμενη δυναμική. Δουλεύει για για να κατακτήσει την ηγεμονία στις κυρίαρχες τάξεις. Αλλά η σχέση της με τις παγκόσμιες καπιταλιστικές δυνάμεις και τα ιμπεριαλιστικά κράτη την απομακρύνει από ένα τμήμα του βαθιού αλγερινού κράτους με τις ρίζες του στον πόλεμο της εθνικής απελευθέρωσης και τις αναπτυξιακές πολιτικές των δύο πρώτων δεκαετιών ανεξαρτησίας. Αυτοί οι τομείς είναι πολύ προσεκτικοί όσον αφορά την εθνική ανεξαρτησία και ασφάλεια.

Η φατρία των κομπραδόρων έχει επίσης τη μεγαλύτερη δυσκολία να αποκτήσει τη συναίνεση των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων επειδή το υπερ-νεοφιλελεύθερο οικονομικό και κοινωνικό της έργο είναι πιο σκληρό και πιο αμείλικτο. Θα μπορούσε, υπό αυτές τις συνθήκες, να αποκτήσει ισχύ μέσω της εκλογικής διαδικασίας; Και αν το πετύχει στη σημερινή κρίση ή επειδή είναι σήμερα η μόνη πολιτική εναλλακτική λύση απέναντι στο καθεστώς, ποια θα ήταν η αντίδραση των μαζών; Δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι και οι νέοι δεν είναι έτοιμοι να αποδεχθούν αυτή την πολιτική, αυτή η παράταξη είναι πιθανό, ότι ενώ ισχυρίζεται ότι είναι δημοκρατική, να κυβερνήσει αντιδημοκρατικά για να τους χορηγήσει το υπερ-νεοφιλελεύθερο μαγικό της φίλτρο.

Είναι αυτή η ανικανότητα ηγεμονίας των δύο φραξιών της μπουρζουαζίας που αποτελεί την αιτία της κρίσης του καθεστώτος, της ανικανότητάς τους να κυβερνούν μένοντας ενωμένες και να εξασφαλίζουν τη συγκατάθεση των εκμεταλλευόμενων και κυριαρχούμενων. Το καθεστώς δεν μπορεί να εκδημοκρατιστεί. Αυτή η κρίση έχει διαρκέσει χρόνια και έχει βαθύνει. Τη χρονιά του 2018 επιταχύνθηκε.

Λαϊκή κινητοποίηση και ανοιχτή πολιτική κρίση

Η κρίση ηγεμονίας θα μπορούσε να συνεχιστεί για μερικούς μήνες ή για χρόνια. Αλλά οι προεδρικές εκλογές που αρχικά είχαν προγραμματιστεί για τις 18 Απριλίου του 2019 έγιναν το έναυσμα για την πολιτική κρίση. Η ανακοίνωση της υποψηφιότητας του Μπουτεφλίκα για πέμπτη θητεία και, η αποκορύφωση του κυνισμού και της περιφρόνησης των κυβερνώντων απέναντι στον λαό με τον ισχυρισμό ότι οι πολίτες ήταν ευχαριστημένοι με αυτή την υποψηφιότητα κι ότι μάλιστα την περίμεναν με ανυπομονησία, έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Ούτε οι μάζες ούτε οι διαφορετικές αντιπολιτεύσεις θα μπορούσαν να το ανεχθούν.

Μέχρι τις 21 Φεβρουαρίου του 2019, καμία πολιτική ή κοινωνική δύναμη δεν απειλούσε το καθεστώς. Το τελευταίο αμφισβητείτο μόνο στα λόγια από ανήσχυρους και περιθωριοποιημένους αντιπάλους. Ακόμα και οι απεργίες των εργαζομένων που έτειναν να πολλαπλασιάζονται δεν το ανησυχούσαν πραγματικά. Έτσι λοιπόν, επρόκειτο να ανανεώσει τον απερχόμενο πρόεδρο ή, ακριβέστερα, την κορνιζαρισμένη φωτογραφία του που εκτίθονταν σε όλες τις περιπτώσεις (επίσημες τελετές, συναντήσεις κτλ) από τους ενθουσιώδεις υποστηρικτές του. Το status quo φαινόταν να είναι ο αξεπέραστος ορίζοντας της χώρας.

Αλλά η 22η Φεβρουαρίου ήταν το κρίσιμο σημείο με τις ανώνυμες κλήσεις στα κοινωνικά δίκτυα, τη θεαματική εμφάνιση των μαζών στην πολιτική σκηνή και ακολούθησε μια εβδομάδα αργότερα μια ιστορικά πρωτοφανής λαϊκή πλημμύρα στις 48 βελαγιές (επαρχίες)* της χώρας.

Αυτή η κινητοποίηση άλλαξε την πολιτική κατάσταση. Έσπασε το τείχος του φόβου και επέτρεψε την ανάκτηση του δικαιώματος της διαδήλωσης σε ολόκληρη τη χώρα, ιδιαίτερα στο Αλγέρι όπου είχε απαγορευτεί από το 2001. Ανάγκασε τα δημόσια μέσα μαζικής ενημέρωσης υπό την πίεση του προσωπικού τους (δημοσιογράφων, τεχνικών κτλ), να κάνουν πιο δίκαια ρεπορτάζ για την κατάσταση στη χώρα. Απελευθέρωσε ομιλίες και πρωτοβουλίες και άνοιξε το δρόμο για διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις από πολλές κοινωνικές ομάδες: φοιτητές, δικηγόρους, δημοσιογράφους, καθηγητές, γιατρούς και παραϊατρικά επαγγέλματα, καλλιτέχνες και συγγραφείς, μαθητές γυμνασίου κλπ. Όλα αυτά κατέληξαν στις ιστορικές πορείες της 1ης Μαρτίου που απαίτησαν την αποχώρηση ολόκληρου του καθεστώτος και όχι πλέον μόνο του Μπουτεφλίκα.

Αυτές οι διαδηλώσεις ανάγκασαν το καθεστώς να επιχειρήσει έναν τελευταίο ελιγμό για να προσπαθήσει να διατηρήσει το πάνω χέρι ακόμα κι αν είχε χάσει την πρωτοβουλία. Σε μια επιστολή που υποτίθεται ότι προερχόταν από τον Μπουτεφλίκα και διαβάστηκε στην τηλεόραση, ο υποψήφιος πρότεινε, αν επανεκλεγόταν, τη διεξαγωγή ανοικτής και χωρίς αποκλεισμούς Εθνικής Διάσκεψης μετά τις εκλογές για τον καθορισμό πολιτικών μεταρρυθμίσεων αλλά και οικονομικών μεταρρυθμίσεων τις οποίες οι πολίτες δεν ζητούσαν κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων. Η διάσκεψη αυτή θα είχε ως στόχο να ορίσει την ημερομηνία για πρόωρες προεδρικές εκλογές στις οποίες ο Μπουτεφλίκα υποσχέθηκε να μην συμμετάσχει.

Αλλά το απόγευμα που έγινε η ανακοίνωση, οι διαδηλώσεις της νεολαίας ξέσπασαν αυθόρμητα σε πολλές πόλεις, μεταφέρθηκαν την επόμενη μέρα με νέες φοιτητικές πορείες σε όλη τη χώρα και με την ανώνυμη ανακοίνωση μιας γενικής απεργίας. Περισσότερο από ποτέ, το λαϊκό κίνημα ενοποιήθηκε γύρω από το σύνθημα «Όχι στην πέμπτη θητεία» και την αποχώρηση ολόκληρου του καθεστώτος.

Το στρατόπεδο του λαού έχει από τότε πολλαπλασιάσει τις δράσεις του: μεγάλες διαδηλώσεις τις Παρασκευές στις 48 βελαγιές της χώρας, μόνιμες διαδηλώσεις φοιτητών και μαθητών λυκείου, δικηγόρων, καλλιτεχνών, υγειονομικού προσωπικού και ούτω καθεξής. Βρίσκεται στην επίθεση.

Αφού επέβαλε εκ νέου το δικαίωμά του να διαδηλώνει, προχώρησε σε ένα υψηλότερο στάδιο, αυτό των απεργιών. Οι τοπικές ή/και κλαδικές απεργίες πρώτα και στη συνέχεια μια γενική απεργία με ανώνυμα καλέσματα ή προερχόμενα από μια παλιά δομή αναζωογονημένη, με τη μεγαλύτερη αδιαφάνεια είναι αλήθεια: τη Συνδικαλιστική Συνομοσπονδία των Παραγωγικών Δυνάμεων (COSYFOP - Confédération syndicale des forces productives). Η είσοδος στο κίνημα του τοπικού παραρτήματος της UGTA στο ιστορικό εργατικό φρούριο της Ρουίμπα-Ρεγάια, ανατολικά του Αλγερίου, ξεκαθάρισε ποιο είναι το διακύβευμα για την εργατική τάξη: «Δεν μπορούμε να μείνουμε στο περιθώριο των βαθιών λαϊκών φιλοδοξιών που εκφράστηκαν, ενώνουμε τις φωνές μας για να πούμε ναι σε μια αλλαγή του συστήματος. Ένα σύστημα που διατηρεί αναπαλλοτρίωτη την ιδιοκτησία του λαού πάνω στον φυσικό πλούτο του έθνους, αποκαθιστά το ρόλο του κράτους στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και την καταπολέμηση της φτώχειας και της ανισότητας. Ένα σύστημα που ξεχωρίζει από τις ολιγαρχίες και ενισχύει την αξία της εργασίας και θέτει τους ανθρώπους στο επίκεντρο της ανάπτυξης. Ένα σύστημα που εγγυάται τις ατομικές και συλλογικές ελευθερίες και την ελεύθερη άσκηση του δικαιώματος οργάνωσης.» Αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο από το έργο της υπερ-νεοφιλελεύθερης πτέρυγας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η τελευταία, η οποία είναι υπέρ μιας πολύ πιο ριζοσπαστικής οικονομικής πορείας από εκείνη του καθεστώτος, προωθεί την προοπτική μιας μετάβασης που οδηγεί σε προεδρικές εκλογές.

Αυτή η επιθετική δυναμική του λαϊκού κινήματος του επέτρεψε να συγκεντρώσει τη στήριξη από συνδικαλιστικές οργανώσεις, ενώσεις και κινήματα. Έχει δεχτεί υποστήριξη από τα μέλη της ομοσπονδίας των εργοδοτών FCE (η οποία υποστήριζε τον Μπουτεφλίκα), από δημάρχους και μαχητές του FLN και από τον πολιτικά σημαντικό σύνδεσμο του εθνικού οργανισμού των Μοτζαχεντίν (βετεράνων) που αποτέλεσαν τη σπονδυλική στήλη της «επαναστατικής οικογένειας» στην οποία βασίστηκε το καθεστώς και οι οποίοι, εκτός από τη στήριξη που έδωσαν στους διαδηλωτές, καταδίκασαν την «συμπαιγνία μεταξύ των κομμάτων με επιρροή στο πλαίσιο του καθεστώτος και των διεφθαρμένων επιχειρηματιών που επωφελήθηκαν παράνομα από δημόσιο χρήμα.» Το ίδιο ισχύει για τον Σύνδεσμο Αποφοίτων του MALG (Ministère de l’armement et des liaisons générales / Υπουργείο Εξοπλισμών και Γενικών Διασυνδέσεων κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού πολέμου), ο οποίος δεν είναι άλλος από τον πρόγονο της αλγερινής μυστικής υπηρεσίας, με επικεφαλής τον πρώην υπουργό Εσωτερικών, Ντάχου Ουλντ Καμπλία.

Αυτή η δύναμη του κινήματος έχει αρκετές συνέπειες. Εκείνοι που προωθούνται ως υποψήφιοι υποχωρούν ο ένα μετά τον άλλο από την εκλογική μεταμφίεση της 18ης Απριλίου, όπως και ο πρόεδρος του MSP. Άλλοι, που γενικά εκπροσωπούσαν τα κόμματα (FFS, RCD κλπ.), είχαν ήδη ανακοινώσει την άρνησή τους να συμμετάσχουν στην ψηφοφορία. Ο Μοκράνε Αΐτ Λαρμπί, ένας αξιοσέβαστος δικηγόρος, υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και παλαίμαχος δημοκρατικός ακτιβιστής, εγκατέλειψε την ηγεσία της εκστρατείας για τον υποψήφιο Αλί Γεντιρί, μορφή στρατιωτικού αντιφρονούντα, καθώς και την εκλογική διαδικασία. Παρά την ακατανόητη επιμονή του καθεστώτος να τις διατηρήσει, οι προεδρικές εκλογές είχαν χάσει την αξιοπιστία τους.

Οι αντιπαραθέσεις της δεξιάς και της αριστεράς έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί. Η εμβληματική φυσιογνωμία του υπερ-νεοφιλελεύθερου δημοκρατικού στρατοπέδου, ο επικεφαλής του ομίλου Cevital, ο Ισαάντ Ρεμπράμπ, που κινητοποίησε τους εργάτες του και τους υπαλλήλους του για αρκετούς μήνες με την υποστήριξη των υπερ-νεοφιλελεύθερων κομμάτων της αντιπολίτευσης για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στον «αποκλεισμό των επενδύσεών του» από τις αρχές, ακύρωσε τη διαδήλωση της 5ης Μαρτίου που σχεδιάστηκε αρχικά στην Τιζί Ουζού (Καβυλία). Αλλά εξήγησε τη κίνησή του από το γεγονός ότι δεν ήταν η ώρα για «κλαδικές διεκδικήσεις», αλλά για μια «αλλαγή καθεστώτος». Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που υποστήριζε ότι οι βιομήχανοι δεν έπρεπε να ασχολούνται με την πολιτική.

Το καθεστώς αναγκάστηκε να υποχωρήσει

Οι μαζικές λαϊκές διαδηλώσεις τις Παρασκευές, 22 Φεβρουαρίου, 1 και 8 Μαρτίου του 2019, που κορυφώθηκαν σε μια γενική απεργία που άρχισε στις 10 Μαρτίου, ανάγκασαν τελικά το καθεστώς να υποχωρήσει. Στις 11 Μαρτίου, ο Μπουτεφλίκα ανακοίνωσε με επιστολή την απόφασή του να μην διεκδικήσει την πέμπτη θητεία, την ακύρωση των προεδρικών εκλογών στις 18 Απριλίου και «σημαντικές αλλαγές στην κυβέρνηση». Την ανακοίνωση αυτή ακολούθησε η απομάκρυνση του πρωθυπουργού Αχμέτ Ουγιαχία, του Υπουργού Εσωτερικών, Νουρεντντίν Μπεντουί, του ίδιου ανθρώπου που απειλούσε τον κόσμο μόλις πριν από λίγες εβδομάδες.

Αλλά η υπόσχεση του Μπουτεφλίκα για αλλαγή ήρθε πολύ αργά και ήταν πολύ περιορισμένη. Ο αλγερινός λαός είχε εκφράσει την άποψή του: δεν ήθελαν να παραμείνει ο Μπουτεφλίκα στη θέση του και απέρριψε τη διατήρηση των σημερινών ηγετών και θεσμών. Γι’ αυτό οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν την επομένη μέρα μετά την ανακοίνωση του Μπουτεφλίκα. Οι διαδηλωτές απέρριψαν την παράταση της τέταρτης θητείας μετά τις 18 Απριλίου και ζήτησαν την αποχώρηση του Προέδρου. Η γενική απεργία που ξεκίνησε στις 10 Μαρτίου συνεχίστηκε ως διαδικασία επανάκτησης της UGTA από τα μέλη της και ξεκίνησε από τις δομές της βάσης της. Τα αριστερά πολιτικά κόμματα αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην προεδρική πρωτοβουλία.

Η κινητοποίηση του Αλγερινού λαού τελικά είχε αποτέλεσμα. Ενάμιση μήνα μετά την εισβολή των λαϊκών μαζών στην πολιτική σκηνή, ο Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα παραιτήθηκε τελικά στις 2 Απριλίου. Δεν είχε ολοκληρώσει τη θητεία του και βγήκε από την πλαϊνή πόρτα της Ιστορίας. Οι διαδηλώσεις ολόκληρου του πληθυσμού κάθε Παρασκευή και των εργατών, των φοιτητών, των δικηγόρων, των δικαστών, των αρχιτεκτόνων, των γιατρών, των συνταξιούχων κατά τις εργάσιμες ημέρες, καθώς και οι τοπικές απεργίες και οι κλαδικές γενικές απεργίες υπερνίκησαν τη βούληση της προεδρικής κλίκας να παραμείνει.

Η παραίτηση του Μπουτεφλίκα ήταν μια τεράστια πολιτική νίκη, που κερδίθηκε παρά τον τελευταίο ελιγμό του παραιτηθέντος προέδρου ο οποίος, σε αντάλλαγμα της απόρριψης μιας πέμπτης θητείας, προσπάθησε να διευθύνει μια ελεγχόμενη μετάβαση για να εξασφαλίσει τη διαιώνιση του αυταρχικο-φιλελεύθερου ψευτοδημοκρατικού καθεστώτος για τρεις δεκαετίες. Πράγματι, στην επιστολή του της 11ης Μαρτίου προς τον αλγερινό λαό, ο Μπουτεφλίκα, σημειώνοντας την αποτυχία του να περάσει για πέμπτη θητεία:

- τυπικά και επίσημα παραιτήθηκε από την προεδρία,

- ακύρωσε, κατά παράβαση των δικών του νόμων, τις προεδρικές εκλογές της 18ης Απριλίου και ανακοίνωσε την έναρξη μιας μετάβασης που δεν ήταν χρονικά περιορισμένη στο τέλος της τέταρτης θητείας του,

- παρέμεινε, εξίσου παράνομα, στο αξίωμά του, μέχρι το τέλος της αναγγελθείσας μετάβασης,

- απέλυσε τον πρωθυπουργό Άχμεντ Ουγιαχία και ανέθεσε στον υπουργό Εσωτερικών Νουρεντντίν Μπεντουί να σχηματίσει μια νέα κυβέρνηση, ανοιχτής ακόμα και για την αντιπολίτευσης,

- ανακοίνωσε την πρόθεσή του να συγκληθεί το συντομότερο δυνατό μια Εθνική Συνδιάσκεψη χωρίς αποκλεισμούς, η οποία θα αποτελείται από εκπροσώπους των πολιτικών κομμάτων εξουσίας και της αντιπολίτευσης, τις «ελίτ» και άλλες «ανεξάρτητες προσωπικότητες» της «κοινωνίας των πολιτών».

Ο πρώην διπλωμάτης της Αλγερίας και του ΟΗΕ Λαχντάρ Μπραχίμι ανακλήθηκε για να διευθύνει ανεπίσημα την προετοιμασία αυτής της εθνικής συνδιάσκεψης. Ο ελιγμός απορρίφθηκε από τους Αλγερινούς, οι οποίοι πολλαπλασίασαν τις πορείες, τις καθιστικές διαμαρτυρίες και τις απεργίες καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας. Αυτή η κινητοποίηση επιδείνωσε τις διαφωνίες εντός της κυβέρνησης. Ο Άχμεντ Γκαΐντ Σάλεχ, Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Αρχηγός του Στρατού, ο οποίος ήταν ένας από τους πιο αποφασισμένους υποστηρικτές του Προέδρου, δεν ανέφερε πλέον το όνομά του στις ομιλίες του και επέμεινε στους προνομιακούς δεσμούς μεταξύ του λαού και του ANP. Στα δύο βασικά κόμματα του προεδρικού συνασπισμού, το RND και το FLN, υπήρξαν ατομικές και συλλογικές παραιτήσεις ακτιβιστών και εκλεγμένων αξιωματούχων και αιτήματα για την απόλυση των ηγετών τους Άχμεντ Ουγιαχία και Μόαντ Μουσιάρεμπ.

Η λαϊκή αποφασιστικότητα επηρέασε σοβαρά την εσωτερική συνοχή του καθεστώτος. Καθώς η νέα κυβέρνηση αργούσε να αναδυθεί, τα μέλη της βάσης του RND και του FLN αναμείχθηκαν. Πολλοί ακτιβιστές και εκλεγμένοι αξιωματούχοι και ακόμη και οι πιο μισητοί ηγέτες, όπως και οι αντίστοιχοι γενικοί γραμματείς τους, ο Άχμεντ Ουγιαχία και ο Μόαντ Μουσιάρεμπ, συντάχτηκαν ξεδιάντροπα με το κίνημα. Ο Γενικός Γραμματέας της UGTA (Γενική Ένωση των Αλγερινών Εργαζομένων) δεν άργησε να στοιχηθεί πίσω τους. Οι πιο οπορτουνιστές που είχαν υποστηρίξει τον Πρόεδρο μέχρι τότε καλούσαν τώρα δημοσίως να αποχωρήσει στο τέλος της τέταρτης θητείας του.

Τελικά συντάχθηκαν στις 26 Μαρτίου με τον ισχυρό άντρα του καθεστώτος. Ο Άχμεντ Γκαΐντ Σάλεχ ισχυρίστηκε ότι η μόνη λύση σήμερα βρίσκεται στην εφαρμογή του άρθρου 102 του Συντάγματος που προβλέπει την παραίτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας ή την απόλυση του λόγω εμποδίου ή θανάτου. Η διαδήλωση της Παρασκευής 29 Μαρτίου η οποία έβαζε στο ίδιο τουσβάλι τις διαφορετικές οικογένειες του καθεστώτος ανάγκασε τον Γκαΐντ Σάλεχ να εντείνει την πίεση στον Μπουτεφλίκα να παραιτηθεί.

Σήμερα, ο αρχηγός του Στρατιωτικού Επιτελείου παρουσιάζεται ως υπερασπιστής, όχι του Προέδρου τον οποίο μαχαίρωσε πισώπλατα, αλλά του λαϊκού κινήματος. Προσποιείται ότι αποκαλύπτει την ενδημική διαφθορά που πλήττει τη χώρα. Επιδιώκει να δρέψει τους καρπούς της παραίτησης του Μπουτεφλίκα.

Αλλά μέχρι τις 26 Μαρτίου, η αποχώρηση του αρχηγού του κράτους δεν ήταν στην προσωπική ατζέντα, ούτε του Άχμεντ Γκαΐντ Σάλεχ, ούτε κανενός ηγέτη. Ο καθένας θέλησε να επιβάλει την επιλογή Μπουτεφλίκα, πρώτα ως υποψήφιο για 5η θητεία, στη συνέχεια ως εκείνον που θα κατευθύνει μια ελεγχόμενη μετάβαση. Τα εκατομμύρια των διαδηλωτών τις Παρασκευές τους αποθάρρυναν. Αυτή η νίκη είναι επομένως εκείνη των ανθρώπων που αψήφησαν τις απαγορεύσεις της εξουσίας οργανώνοντας καθημερινές διαδηλώσεις χωρίς να ζητούν διοικητική άδεια ή ακόμη και να τις δηλώνουν. Η χαρά και η υπερηφάνεια για το ότι εξαναγκάστηκε ο Μπουτεφλίκα να παραιτηθεί δεν θα πρέπει να συγκαλύψει το γεγονός ότι το αυταρχικό-φιλελεύθερο καθεστώς με δημοκρατική πρόσοψη παραμένει σε ισχύ. Ο αλγερινός λαός δεν έχει ανακτήσει μέχρι στιγμής την περιφρονημένη κυριαρχία του.

Η «συνταγματική λύση» του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού είναι ένας πολιτικός ελιγμός για την επιδιόρθωση του καθεστώτος. Θυσιάζει τον Πρόεδρο για να αποτρέψει οποιαδήποτε προοπτική δημοκρατικής μετάβασης και συνταγματικής αλλαγής. Το άρθρο 102 συνεπάγεται τη διατήρηση του ισχύοντος Συντάγματος, της κυβέρνησης, του Συνταγματικού Συμβουλίου, των δύο Σωμάτων του Κοινοβουλίου και όλων των οργάνων του αυταρχικού καθεστώτος. Ορισμένα δικαιώματα έχουν παραχωρηθεί προσωρινά όσον αφορά τη δημιουργία ενώσεων, συνδικάτων και κομμάτων, αλλά το καθεστώς μπόρεσε να διατηρηθεί μετά τον Οκτώβριο του 1988, διότι ήταν υπεύθυνο για τη διοργάνωση των μελλοντικών προεδρικών εκλογών που αναμφισβήτητα κερδήθηκαν από τον υποψήφιο του καθεστώτος.

Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα αποτελούσε μάλιστα μια παλινδρόμηση σε σχέση με τον ελιγμό του Μπουτεφλίκα στις 11 Μαρτίου, καθώς θα απέκλειε τη μαριονέτα του την χωρίς αποκλεισμούς Εθνική Συνδιάσκεψη. Με το άρθρο 102, θα προχωρούσαμε από την ελεγχόμενη μπουτεφλίκια μετάβαση διευθυνόμενη από το καθεστώς στην απουσία μετάβασης. Θα ήταν βασικά μια επιστροφή στις 21 Φεβρουαρίου! Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί διαδηλωτές πρότειναν το σύνθημα της εφαρμογής των άρθρων 7 έως 12 που ξαναδίνουν στον λαό την πλήρη κυριαρχία του, αντί του άρθρου 102.

Η 2η Πράξη του Αγώνα: «Η συντακτική εξουσία ανήκει στον λαό»

Όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι το λαϊκό κίνημα δεν έχει βιώσει την πτώση που θέλει ο νούμερο δύο του RND, ο Σιχάμπ Σεντντίκ. Στις 5 Απριλίου απέρριψε ξανά με συντριπτική πλειοψηφία την επιλογή της διατήρησης του καθεστώτος που αντιπροσωπεύει η εφαρμογή του άρθρου 102.

Οι αυθόρμητες διαδηλώσεις που διαδέχονται η μια την άλλη μετά την 31η Μαρτίου σε ολόκληρη τη χώρα (από φοιτητές, δικηγόρους, συνταξιούχους κλπ.), το κάλεσμα της Συνομοσπονδίας Αυτόνομων Συνδικάτων (CSA - Confédération des syndicats autonomes) για γενική απεργία και διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Αλγέρι στις 10 Απρίλιο παρά την αντεπίθεση της αστυνομίας, μια απεργία υποστηριζόμενη από δικαστές και αξιωματούχους του τομέα της δικαιοσύνης, καθώς και οι νυχτερινές πορείες που ακολούθησαν την ανακοίνωση της παραίτησης του Προέδρου στις 2 Απριλίου απέδειξαν ότι το λαϊκό κίνημα απαιτεί μια πλήρη αλλαγή και δεν παρασύρεται στη γραμμή που θέλει τον Μπουτεφλίκα έναν αποδιοπομπαίο τράγο για όλο το καθεστώς.

Η παραίτηση του Προέδρου έφερε την πραγματική εξουσία, τον σκληρό πυρήνα του καθεστώτος στο προσκήνιο. Αυτή η πραγματική εξουσία δεν είναι αυτή του ANP. Ο Εθνικός Λαϊκός Στρατός αποτελείται από Ντζουνούντ (στρατιώτες), υπαξιωματικούς και αξιωματικούς. Αλλά η πραγματική δύναμη βρίσκεται στα πολύ υψηλά κλιμάκια της στρατιωτικής ιεραρχίας που αποτελεί την ένοπλη πτέρυγα του καθεστώτος. Από το 1962 μέχρι σήμερα, συνεχώς δημιουργούσε και ανέτρεπε τους Προέδρους και από το 1980 υποστήριξε μια αντεθνική, αντικοινωνική και αντιδημοκρατική νεοφιλελεύθερη πολιτική.

Είναι αυτή η ένοπλη πτέρυγα που επανέφερε και διαιώνιζε τη βασιλεία του Μπουτεφλίκα για είκοσι χρόνια, παραβιάζοντας το δικό της σύνταγμα που επιβλήθηκε με βία στον αλγερινό λαό. Και θέλει να αναγνωρίσει ο λαός τον εαυτό του στο ίδιο αυτό Σύνταγμα που κράτησε τους πολίτες σε μια κατάσταση πολιτικής υποταγής, ενώ ο αυτός αγωνίζεται για να διεκδικήσει τα πολιτικά του δικαιώματα.

Προσπαθώντας να παραπλανήσει τη λαϊκή κινητοποίηση με μια νομική κατασκευή (άρθρο 102) προκειμένου να διασωθεί ένα διεφθαρμένο αυταρχικό καθεστώς, ο σκληρός πυρήνας ανέλαβε τη μεγάλη ευθύνη και τον κίνδυνο να έρθει αντιμέτωπος με τον λαό και τον στρατό, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο το αλγερινό κράτος που βρίσκεται αντιμέτωπο με τις ορέξεις του ιμπεριαλισμού (G7, ΝΑΤΟ, Ισραήλ και ούτω καθεξής), την περιφερειακή αντίδραση (τις αραβικές μοναρχίες, την Τουρκία κλπ.) και τους εσωτερικούς τους συνδέσμους.

Το λαϊκό κίνημα δεν έκανε λάθος. Δεν στράφηκε κατά του ANP, του οποίου ο ρόλος είναι να υπερασπίζεται τον λαό, τα επιτεύγματά του και την κοινωνική του ευημερία, την εθνική του κυριαρχία επί του πλούτου, τα σύνορα και την πολιτική του κυριαρχίας. Εκατομμύρια φώναξαν: «Τζεΐς-Sιά’αμπ, Χάουα Χάουα» («Ο στρατός και ο λαός είναι αδέρφια»). Έκαναν το ίδιο με τα στοιχεία της αστυνομίας με τα οποία απέφυγαν να έρθουν αντιμέτωποι κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων.

Από την άλλη πλευρά, αντιτίθενται στο σχέδιο της ανώτατης στρατιωτικής ιεραρχίας για τη διατήρηση του καθεστώτος. Η προσφυγή στα άρθρα 7 έως 12 του ισχύοντος Συντάγματος μπορεί να αποτελέσει ένα παράθυρο που οδηγεί στην ελεύθερη έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία παραβιάζεται εδώ και πάρα πολύ καιρό. Αλλά η λύση στην παρούσα κρίση μπορεί να είναι μόνο πολιτική και αντισυνταγματική. Περιλαμβάνει τη σύσταση προσωρινής κυβέρνησης για την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας, την ικανοποίηση των λαϊκών αιτημάτων και τη διοργάνωση ευρείας συζήτησης σε ολόκληρη τη χώρα, μια συζήτηση που θα καταλήξει στην εκλογή μιας κυρίαρχης Συντακτικής Συνέλευσης.

Δύο μη δημοκρατικά σχέδια ή μια Συντακτική Συνέλευση;

Τρία σχέδια εμφανίζονται σήμερα, από τα οποία μόνο ένα αντιστοιχεί στα λαϊκά συμφέροντα.

Το πρώτο, που υποστηρίζεται από το καθεστώς, αποσκοπεί στη διατήρηση της εξουσίας της άδικης συνταγματικής τάξης. Το δεύτερο είναι μια σύντομη μετάβαση από την κορυφή προς τα κάτω που θα διατηρήσει ή θα αναδιοργανώσει ορισμένες πτυχές του ισχύοντος Συντάγματος. Είναι το σχέδιο της υπερ-νεοφιλελεύθερης αντιπολίτευσης, όλων των τάσεων (κοσμικής, εθνικιστικής, ισλαμικής). Εκφράζει τα συμφέροντα της κομπραδόρικης φράξιας της μπουρζουαζίας.

Υπό το πρόσχημα του επείγοντος, στοχεύει στην εκλογή Προέδρου που θα έχει, τελικά, τη «νομιμοποίηση» να επιβάλλει στον λαό τις «θυσίες που είναι απαραίτητες για την ευτυχία του»: την κατάργηση των επιδοτήσεων των τιμών για προϊόντα πρώτης ανάγκης, ηλεκτρική ενέργεια, νερό, φυσικό αέριο, βενζίνη και των κατακτήσεων στην υγεία και την εκπαίδευση. Μετατροπή του Κώδικα Εργασίας σε Κώδικα Κεφαλαίου. Παράταση του ορίου της ηλικίας συνταξιοδότησης, πάγωμα των μισθών, παρεμπόδιση του δικαιώματος απεργίας και συνδικαλιστικής οργάνωσης. Άνοιγμα της αλγερινής οικονομίας στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία με την επιστροφή στο εξωτερικό χρέος, τη μετατρεψιμότητα του δηναρίου, τη συνολική μείωση των τελωνειακών εμποδίων.

Η επιμονή του υπερ-νεοφιλελεύθερου ρεύματος να μπει η UGTA στο μουσείο είναι τόσο αποκαλυπτική όσο είναι και ύποπτη. Ενώ οι συνδικαλιστές και οι συνειδητοί εργαζόμενοι αγωνίζονται για την ανάκτηση αυτής της οργάνωσης που έχει πέσει στα χέρια μιας αντεργατικής γραφειοκρατίας, οι υπερ-νεοφιλελεύθεροι θέλουν να διαλύσουν αυτό το στρατηγικό εργαλείο υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων. Ένα στρατηγικό εργαλείο για την προοπτική μιας εθνικής (αντιιμπεριαλιστικής), δημοκρατικής (αντι-αυταρχικής) και κοινωνικής (αντι-νεοφιλελεύθερης) εναλλακτικής λύσης.

Το τρίτο σχέδιο υποστηρίζεται, με αποχρώσεις, από τα κόμματα, τα κινήματα και τις προσωπικότητες που υπερασπίζονται την εκλογή μιας Συντακτικής Συνέλευσης. Ο λαός, και μόνος αυτός, πρέπει να επιλέξει σε ποιον τύπο καθεστώτος προτίθεται να ζήσει κοινοβουλευτικά, προεδρικά ή αλλιώς.

Εναπόκειται σε αυτόν να αποφασίσει εάν επιθυμεί να διατηρήσει το μοναρχικό προεδρικό αξίωμα ή αν το Κοινοβούλιο, εκλεγμένο μέσω ενός πλήρως αναλογικού συστήματος, θα εκλέγει μια προεδρική κυβέρνηση, εάν θέλει ή όχι τη Γερουσία να ελέγχει και να αντιτίθεται στη βούληση της Λαϊκής Εθνοσυνέλευσης, ή προτιμά να εκλέγει αντιπροσώπους για μία ή περισσότερες θητείες. Αν θεσπίσει δικαίωμα ανάκλησης εναντίον οποιουδήποτε εκλεγμένου αξιωματούχου που προδίδει τους εκλογείς του, επιβεβαιώνοντας το σεβασμό για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και τον έλεγχο της κυβέρνησης. Εάν θεσπίσει, μαζί με τη σκονισμένη παλιά αντιπροσωπευτική δημοκρατία, μορφές άμεσης δημοκρατίας: επιτροπές γειτονιών και χωριών, επιχειρήσεων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ούτω καθεξής.

Στο σημερινό κλίμα μαζικής πολιτικοποίησης, η ιδέα της συντακτικής συνέλευσης μετατρέπεται σε συνείδηση, ενάντια στις συμβουλές των υπερ-νεοφιλελεύθερων του καθεστώτος και της αντιπολίτευσης. Οι αντίπαλοι της επιστροφής στην αληθινή κυριαρχία του λαού καταφεύγουν σε άθλιες σοφιστείες.

Η πρώτη είναι αυτή του «συνταγματικού κενού». Δραματοποιούν τα πράγματα με σκοπό, να τρομάξουν τον λαό. Προειδοποιούν ότι τα θεσμικά όργανα θα καταρρεύσουν εάν εγκαταλείψουμε το πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος. Ξεχνούν ότι, από το 1965 έως το 1976, η Αλγερία έζησε χωρίς Σύνταγμα. Αυτό δεν εμπόδισε το κράτος να λειτουργήσει, τοποθετώντας τη χώρα ανάμεσα στους κύριους ηγέτες της ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής, ανακτώντας το φυσικό πλούτο του εδάφους και του υπεδάφους, βελτιώνοντας την κατάσταση των λαϊκών μαζών από την άποψη της εκπαίδευσης, της υγείας και της εργασίας και θέτοντας τα θεμέλια μιας βιομηχανικής ανάπτυξης που έρχεται σε αντίθεση με την άθλια οικονομία του παζαριού του σήμερα. Ο λαός που κινητοποιείται μπορεί να δημιουργήσει ένα μεταβατικό πλαίσιο για να προχωρήσει σε μια συντακτική συνέλευση που θα είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη μιας νέας θεσμικής αρχιτεκτονικής.

Η δεύτερη σοφιστεία είναι αυτή του «επείγοντος». Ωστόσο, η μετάβαση από ένα δικτατορικό ή αυταρχικό καθεστώς σε ένα δημοκρατικό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εν ριπή οφθαλμού. Η διασφάλιση της πραγματικής και μαζικής συμμετοχής του λαού είναι απαραίτητη εάν θέλουμε να θέσουμε στέρεα θεμέλια για ένα μελλοντικό δημοκρατικό καθεστώς.

Τέλος, η τρίτη σοφιστεία είναι ένας απίστευτα μεγαλοποιημένος «ισλαμιστικός κίνδυνος» που υποβαθμίζει τη νίκη του αλγερινού λαού πάνω στον ένοπλο ισλαμισμό. Αυτή η θέση παραβλέπει την εξέλιξη μιας κοινωνίας βαθειά εμποτισμένης από τη θρησκευτική κουλτούρα αλλά η οποία οπωσδήποτε δεν έχει κερδιθεί σε ένα θεοκρατικό κρατικό σχέδιο όπως αποδεικνύεται από τα συνθήματα που φωνάζονται κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, την τεράστια παρουσία γυναικών στο κίνημα και την εκτεταμένη χρήση του εθνικού συμβόλου, που σημαίνει ότι η αλγερινή ταυτότητα είναι πολιτική και όχι πολιτισμική (θρησκευτική, γλωσσική και ούτω καθεξής). Ο ισλαμισμός πρέπει να συνεχίσει να παλεύεται πολιτικά και όχι με την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος που βασίζεται σε μια επιλεκτική ψηφοφορία ή σε μια νέα δημοκρατική πρόσοψη.

Οι συνθήκες για την εγκαθίδρυση ενός δημοκρατικού καθεστώτος αναμφισβήτητα ωριμάζουν, ακόμη και αν ο δρόμος είναι γεμάτος παγίδες. Η αποχή από τη μάχη με το πρόσχημα της έλλειψης εγγυήσεων ισοδυναμεί με την υποστήριξη της διατήρησης του status quo.

Το καθεστώς, μέσω του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου του Στρατού, αποσταθεροποιήθηκε για μια στιγμή από την αιφνίδια έκταση του λαϊκού κινήματος και σκοπεύει να ανακτήσει τον έλεγχο αναγκάζοντας το Συνταγματικό Συμβούλιο να ξεκινήσει να εφαρμόζει το άρθρο 102, το οποίο παρουσιάστηκε ως η κατάλληλη απάντηση στις λαϊκές διεκδικήσεις, παρ’ όλο που το φιλελεύθερο απολυταρχικό καθεστώς του οποίου αποτελεί μέρος δεν απομακρύνθηκε με τον Μπουτεφλίκα.

Αλλά ο λαός δεν το βλέπει με αυτόν τον τρόπο. Οι λαϊκές εκδηλώσεις χαράς που ακολούθησαν αμέσως την ανακοίνωση της παραίτησης του Προέδρου κατέστησαν σαφές ότι ο λαός δεν θα ικανοποιηθεί με μισή νίκη. Το καθεστώς αντιμετωπίζει έτσι άμεσα την πρόκληση των μαζών και θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε ένα πραξικόπημα ή να υποχωρήσει ξανά για να παραιτηθεί απέναντι στη λαϊκή βούληση.

Για να επιτύχει τους στόχους του, το λαϊκό κίνημα πρέπει να διπλασιάσει τις προσπάθειες και την κινητοποίησή του. Αλλά για να παράγουν τα πλήρη αποτελέσματα τους, αυτές οι προσπάθειες και η κινητοποίηση θα πρέπει να ενσωματωθούν σε μια σωστή τακτική με βάση μια αντικειμενική αξιολόγηση της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ των παρόντων στρατοπέδων και της εξέλιξής τους και σε μια σαφή συνειδητοποίηση των πραγματικών πολιτικών διακυβευμάτων που απορρέουν από αυτήν.

Μια επαναστατική κατάσταση;

Παρά τα φαινόμενα, δεν βρισκόμαστε σε μια επαναστατική κατάσταση, ακόμα κι αν αυτή τη στιγμή υπάρχουν αναμφισβήτητα δυνατότητες με αυτή την έννοια. Τα πράγματα θα μπορούσαν προφανώς να αλλάξουν, λίγο ή πολύ γρήγορα, αλλά κατά τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν βρισκόμαστε εκεί.

Έχοντας ως βασικό χαρακτηριστικό μια δυαδικότητα εξουσίας στην οποία αυτοί που βρίσκονται από κάτω δεν θέλουν κι εκείνοι που βρίσκονται από πάνω δεν μπορούν πλέον, μια επαναστατική κατάσταση οδηγεί αναπόφευκτα, σε μια δεδομένη στιγμή, σε μια άμεση αντιπαράθεση μεταξύ του πρώην κυβερνώντος καθεστώτος και του νέου, κάτι το οποίο περιλαμβάνει μια επανάσταση κατά την οποία το νέο καθεστώς πρέπει να ανατρέψει το παλιό και να πάρει τη θέση του. Σε μια τέτοια κατάσταση, οι επαναστάτες και τα πιο αποφασισμένα κομμάτια του λαϊκού κινήματος πρέπει να περάσουν στην επίθεση για να καταλάβουν την εξουσία.

Εντούτοις, έχοντας επίγνωση της ισχύος του αλλά και των ορίων του, το λαϊκό κίνημα δεν έχει μέχρι στιγμής επιλέξει την τακτική του ταύρου που ορμάει στον στόχο του, αλλά του βόα σφικτήρα που κρατάει το θήραμά του και σιγά-σιγά σφίγγει τους δακτυλίους του πάνω του.

Οι Αλγερινοί διαδηλώνουν, απαιτούν και συγκεντρώνονται τις καθημερινές και τις Παρασκευές. Οι εργαζόμενοι και οι σπουδαστές καταφεύγουν σε απεργιακές δράσεις πολλές φορές. Αλλά δεν καταλαμβάνουν μόνιμα τις πλατείες και δεν συμμορφώνονται με το σύνθημα της πολιτικής ανυπακοής, όπως έκανε το FIS το 1991 κατά τη διάρκεια της εξεγερσιακής απεργίας του. Δεν επιδιώκουν άμεση αντιπαράθεση με την αστυνομία, αλλά μάλλον την αποφεύγουν προσεκτικά. Δεν προχωρούν να καταλάβουν την Προεδρία στο Αλγέρι ή την έδρα της βελαγιάς (επαρχίας). Δεν έχουν ακόμη δημιουργήσει λαϊκές επιτροπές που θα αντικαταστήσουν τις βασικές επίσημες δομές του κράτους (δημαρχεία) όπως συνέβη στην Καβυλία το 2001.

Καταλαμβάνουν το δρόμο κάθε Παρασκευή για να δείξουν τη δύναμή τους, να δείξουν την πόρτα της εξόδου για τους υποστηρικτές του καθεστώτος, να ασκήσουν πίεση στο καθεστώς για να επιδεινωθούν οι αντιφάσεις του και να κάνουν τους ηγέτες να καταλάβουν ότι πρέπει όλοι να φύγουν. Στη συνέχεια επιστρέφουν στο σπίτι, επιστρέφουν στη δουλειά και πηγαίνουν στην επιχείρησή τους, περιμένοντας να μετρήσουν το πραγματικό πολιτικό αποτέλεσμα της δράσης τους σε σχέση με το καθεστώς και να προετοιμαστούν για τους επόμενους γύρους. Τα εκατομμύρια των Αλγερινών που έχουν διαδηλώσει μέχρι τώρα βρίσκονται σε μια δυναμική πίεσης στο καθεστώς και όχι ανατροπής του. Αυτό μπορεί να αλλάξει στο μέλλον, αλλά δεν συμβαίνει τώρα.

Το καθεστώς, από την πλευρά του, δεν μπορεί να κάνει τα πάντα. Από τις 22 Φεβρουαρίου έως τις 2 Απριλίου, ημερομηνία παραίτησης του Μπουτεφλίκα, ήταν σε άμυνα. Αλλά δεν είναι εντελώς ανήμπορο και προσπαθεί να επανακτήσει την πολιτική πρωτοβουλία μέσω της εφαρμογής του άρθρου 102 για να επαναφέρει τον ποταμό της λαϊκής διαμαρτυρίας στην κοίτη του. Έχει επίσης δυνάμεις (στρατό, χωροφυλακή, αστυνομία) τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιήσει όταν χρειαστεί. Η αστυνομία, οι χωροφύλακες και οι στρατιώτες δεν έχουν αδελφοποιηθεί με τον λαό. Εάν δεν κατέστειλαν τους διαδηλωτές, ήταν επειδή δεν είχαν λάβει εντολές και όχι επειδή είχαν ήδη περάσει από την πλευρά του λαϊκού κινήματος.

Όλα αυτά τα αντικειμενικά στοιχεία μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι παραμένουμε σε μια προ-επαναστατική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι οι από κάτω δεν επιθυμούν πλέον, αλλά ότι οι από πάνω, αν και αποδυναμωμένοι, εξακολουθούν να μπορούν. Ως εκ τούτου, το λαϊκό κίνημα μπορεί να οριστεί ως κίνηση ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων. Μεταρρύθμιση, στο μέτρο που θέλει να αλλάξει το καθεστώς ασκώντας πίεση πάνω του χωρίς να προσπαθήσει να το ανατρέψει μέσω μιας άμεσης αντιπαράθεσης. Ριζοσπαστική, επειδή δεν είναι ικανοποιημένο με τις διακοσμητικές τροποποιήσεις και ενεργεί χωρίς αδυναμία και με εξω-θεσμικούς τρόπους για να επιτύχει τον στόχο του.

Η πολιτική πρόκληση της στιγμής

Σε τέτοιες συνθήκες, ποιο είναι το κύριο πολιτικό ζήτημα της στιγμής; Το ζήτημα αυτό έγκειται στην ικανότητα ή όχι της εξουσίας να επιβάλλει τη λύση της με μια επιφανειακή επιδιόρθωση του καθεστώτος. Το κίνημα πρέπει, αντίθετα, να αποτρέψει την επίτευξη αυτού του στόχου.

Κανείς δεν θα εκπλαγεί από το γεγονός ότι ο ισχυρός άντρας του καθεστώτος δεν είναι ο εν ενεργεία πρόεδρος, αλλά ο αρχηγός του στρατού και υφυπουργός άμυνας. Είναι ο μόνος που μιλάει δημόσια κάθε εβδομάδα και καθοδηγεί το καθεστώς. Ο Πρόεδρος Μπενσαλά απέτυχε να δημιουργήσει μια πολιτική δυναμική για τις προεδρικές εκλογές που θα διεξαχθούν στις 4 Ιουλίου, σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα. Ο πρωθυπουργός του, ο Νουρεντίν Μπεντουί, δεν εκφράζεται πλέον δημόσια και έχει γίνει αόρατος. Οι υπουργοί του κυνηγιούνται από τον κόσμο όταν πηγαίνουν σε επισκέψεις εργασίας (συναντήσεις, εγκαίνια κ.ο.κ.). Αναγκάστηκε να απολύσει τον ουαλί του Αλγερίου μετά την κατάρρευση ενός σπιτιού στην ιστορική πόλη Κάσμπα που σκότωσε πέντε άτομα και αφού ο ηγέτης κυνηγήθηκε από τον κόσμο. Όλο και περισσότεροι τοπικοί εκλεγμένοι αξιωματούχοι (δημάρχοι) και δικαστές ανακοινώνουν την άρνησή τους να οργανώσουν τις προεδρικές εκλογές στις 4 Ιουλίου. Μια διαδικασία πολιτικής ανυπακοής βρίσκεται στον ορίζοντα.

Η πλειοψηφία των πολιτικών κομμάτων (συμπεριλαμβανομένου του TAJ και του MPA), τα συνδικάτα, οι ενώσεις και προσωπικότητες μποϊκοτάρουν την πρόσκληση του Μπενσαλά σε μια συνάντηση εθνικού διαλόγου για την προετοιμασία των προεδρικών εκλογών. Αυτή η συνάντηση ήταν ένα φιάσκο και ο προσωρινός πρόεδρος δεν συμμετείχε. Ωστόσο, το καθεστώς δεν τα παράτησε και επαναλαμβάνει σταθερά και ομόφωνα ( Μπενσαλά / Γκαΐντ Σάλεχ) τη βούλησή του να διεξαγάγει την ψηφοφορία στις 4 Ιουλίου.

Το στρατόπεδο του καθεστώτος εξακολουθεί να εξασθενεί. Έχει χάσει τον έλεγχό του στον τομέα της δικαιοσύνης, καθώς οι δικαστές και οι δικηγόροι συμμετέχουν στο κίνημα. Τα δύο κόμματα στα οποία βασίστηκε η δημοκρατική του πρόσοψη (το RND και το FLN) βρίσκονται σε πλήρη αποδιοργάνωση. Οι ηγέτες τους αμφισβητούνται, μεταξύ άλλων φυσικά, από ένα καλό μέρος των μελών της βάσης τους και των στελεχών τους. Και οι αντίστοιχοι γενικοί γραμματείς τους έχουν πρόβλημα με το νόμο. Ο Άχμεντ Ουγιαχία βρίσκεται υπό έρευνα μαζί με τον σημερινό Υπουργό Οικονομίας, όπως θα γίνει και με τον Τζαμέλ Ουλντ Αμπμπίς μόλις αρθεί η ασυλία του ως γερουσιαστή.

Σε μια προσπάθεια να ηρεμήσει τους ανθρώπους, αλλά και να τακτοποιήσει τους λογαριασμούς του με άλλες αντίπαλες φατρίες, ο Γκαΐντ Σάλεχ προέτρεψε το νομικό σύστημα να ανοίξει εκ νέου όλες τις περιπτώσεις διαφθοράς. Οι βασικοί ολιγάρχες της χώρας (Αλί Χαντντάντ, Ισαάντ Ρεμπράμπ, οι αδελφοί Κουνίνεφ) ρίχτηκαν στη φυλακή. Άλλοι έχουν κληθεί από τα δικαστήρια και θα πρέπει να πάνε μαζί με αρκετούς συνεργάτες τους. Έχοντας τον ίδιο στόχο, να κερδίσει τον πληθυσμό, ο Γκαΐντ Σάλεχ έχει δανείσει την υποστήριξή του στο λαϊκό κίνημα και προειδοποίησε όσους θα προσπαθούσαν να τον καταστείλουν. Η προειδοποίηση αυτή απευθυνόταν άμεσα στις αστυνομικές δυνάμεις που έκαναν χρήση δακρυγόνων και χτύπησαν διαδηλωτές κατά τη διάρκεια μιας πορείας της Παρασκευής στο Αλγέρι και οι οποίες προσπάθησαν να εμποδίσουν τους σπουδαστές και τους συνδικαλιστές της πρωτεύουσας να διαδηλώσουν τις καθημερινές.

Αλλά μέχρι στιγμής είναι ανένδοτος για τις προεδρικές εκλογές της 4ης Ιουλίου και ξεκίνησε για άλλη μια φορά κατηγορίες εναντίον δυνάμεων που θέλουν να βλάψουν τη χώρα χωρίς να προσδιορίσει την ταυτότητά τους.

Υπάρχει λοιπόν μια δευτερεύουσα μάχη, εσωτερική στο καθεστώς, και μια βασική μάχη, η οποία αντιπαραθέτει το τελευταίο στον πληθυσμό.

Υπό ποιες συνθήκες μπορεί να νικήσει το σημερινό λαίκό κίνημα; Αυτή είναι το ερώτημα που αντιμετωπίζουμε. Αυτό το κίνημα έχει ισχυρά σημεία. Είναι μαζικό, πανεθνικό, ενωτικό (μεταξύ τάξεων, διαγενεακό, διαφυλετικό, όλων των ρευμάτων της αντιπολίτευσης). Έδειξε την αποφασιστικότητά του για έξι εβδομάδες και πέτυχε σημαντικά πολιτικά αποτελέσματα, μεταξύ των οποίων και την παραίτηση του Μπουτεφλίκα. Πέταξε το βάρος που πίεζε την πολιτική ζωή της χώρας και άνοιξε έτσι το δρόμο σε μια δυναμική έκφρασης (διαδηλώσεις, απεργίες) και μαζικής αυτοοργάνωσης. Έχει αναξιοποίητες δυνατότητες μέσα στην εργατική τάξη και την αγροτιά.

Αλλά διαπερνάται από δευτερεύουσες αντιφάσεις (κοινωνικές, πολιτικές, ιδεολογικές) που μπορούν ανά πάσα στιγμή να γίνουν σημαντικές και να δημιουργήσουν διαιρέσεις ή ακόμα και να εκραγούν. Μπορούμε να υπολογίσουμε αυτόν τον κίνδυνο βλέποντας το περιεχόμενο των αντιδράσεων στις επιθέσεις εναντίον των φεμινιστικών ομάδων κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης της 29ης Μαρτίου στο Αλγέρι. Επειδή, αν και το κίνημα είναι ενωμένο για να καταργήσει το καθεστώς, δεν συμφωνεί στην τακτική για τα μέσα με τα οποία θα το επιτύχει. Ούτε είναι ενωμένο στην προοπτική: ποια είναι η εναλλακτική λύση; Τι πρέπει να αντικαταστήσει το υπάρχον καθεστώς;

Αυτές οι ερωτήσεις δεν έχουν διευθετηθεί. Η απουσία εσωτερικής οργάνωσης και η αρχικά κατανοητή απόρριψη της παρουσίας πολιτικών δυνάμεων μέσα στο κίνημα είναι πιθανό να εμποδίσουν την ανάπτυξη αποτελεσματικών τακτικών. Για όλους αυτούς τους λόγους, το κίνημα χρειάζεται χρόνο.

Ένα στρατηγικό ζήτημα

Για το λόγο αυτό, παίρνοντας υπόψη τα δυνατά σημεία και τις αδυναμίες του κινήματος, είναι σκόπιμο να τοποθετηθεί σε μια μακροπρόθεσμη βάση και να μην αναζητηθεί άμεσο πολιτικό αποτέλεσμα. Η λαϊκή κινητοποίηση χρειάζεται χρόνο για να επεκταθεί περαιτέρω, να οργανωθεί στη βάση, να έχει μια ηγεσία που να κατανοείται πρωτίστως ως ένας συνεπής προσανατολισμός και όχι μια απίθανη δομή διοίκησης. Δεν θα αυτό συμβεί σε μια μέρα.

Από την άλλη πλευρά, μια στρατηγική που συνδυάζει τον «πόλεμο κινήσεων» και τον «πόλεμο θέσεων» πρέπει να επιδιώκεται με σωφροσύνη και ενεργητικό τρόπο και όχι ασυνείδητα και παθητικά. Ο «πόλεμος κινήσεων» παίρνει κυρίως τη μορφή σημαντικών διαδηλώσεων της Παρασκευής που πρέπει να ενισχυθούν ή, τουλάχιστον, να παραμείνουν στο σημερινό επίπεδο κινητοποίησης και να παραμείνουν όσο το δυνατόν ενωμένες. Θα πρέπει επίσης να πάρει τη μορφή κλαδικών ή / και γενικών ad hoc απεργιών, όπως αυτή που κάλεσε στις 10 Απριλίου η Συνομοσπονδίας Αυτόνομων Συνδικάτων (CSA). Αυτός ο «πόλεμος κινήσεων» στοχεύει να ασκήσει αυξανόμενη πίεση στο σημερινό καθεστώς για να επιτείνει τις αντιφάσεις του, να απομονώσει τους πιο κατασταλτικούς υποστηρικτές του και να το αναγκάσει τελικά να υποχωρήσει και να δεχτεί τα αιτήματα του κινήματος.

Ο «πόλεμος θέσεων» στοχεύει στην κατάληψη των οχυρών. Η πρόσβαση στα δημόσια μέσα μαζικής ενημέρωσης και η αποτελεσματική άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης, της διαδήλωσης, του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, της συνδικαλιστικής και πολιτικής οργάνωσης και του δικαιώματος απεργίας... αποτελούν οχυρά για κατάκτηση ή επανάκτηση, επέκταση και υπεράσπιση. Αυτό άρχισε να γίνεται μέσω τοπικών διαδηλώσεων και απεργιών.

Η επανάκτηση της UGTA από τους εργαζόμενους και τους συνδικαλιστές αντιπροσωπεύει μια άλλη στρατηγική θέση. Η διαδικασία έχει αρχίσει, αλλά δεν έχει ακόμη φτάσει σε επαρκή έκταση για να περιορίσει τη γραφειοκρατική ηγεσία της ομοσπονδίας. Ο Γενικός Γραμματέας της UGTA, ωστόσο, αναγκάστηκε να ανακοινώσει ότι δεν θα είναι υποψήφιος για τη διαδοχή του στο 13ο συνέδριο της ομοσπονδίας που συγκαλέστηκε για τις 21 και 22 Ιουνίου, ένα συνέδριο που είχε ανακοινωθεί για τον Ιανουάριο του 2020. Σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει ο συντονισμός των Συνδικαλιστικών Ενώσεων των Βελαγιών (Unions de Wilayas - UW / των συνδικαλιστικών τμημάτων της UGTA σε κάθε επαρχία) των Τλέμσεν, Τιζί Ουζού, Μπεζάια, Σαΐντα και Ουάργκλα, με τις οποίες συνδέονται τα τοπικά σωματεία του Χασσί Μεσσαούντ (σημαντικό κοίτασμα πετρελαίου) και της Ρουίμπα (της κύρια βιομηχανικής περιοχής της πρωτεύουσας), καθώς επίσης και η Εθνική Ομοσπονδία Εργαζομένων Μηχανολόγων, Μεταλλουργών, Ηλεκτρικών και Ηλεκτρονικών (FNTMMEE) και τα μέλη της Εθνικής Εκτελεστικής Επιτροπής (CEN) η οποία είναι η ηγεσία των περισσότερων από 21 βελαγιών, που συγκεντρώθηκαν στις 15 Απριλίου στη Μπεζάια και διοργάνωσαν μεγάλη συγκέντρωση μπροστά από την έδρα της UGTA στο Αλγέρι στις 17 Απριλίου για να απαιτήσουν, μεταξύ άλλων, την αποχώρηση του Αμπντελματζίντ Σίντι Σαΐντ. Αυτός ο συντονισμός, ο οποίος εξακολούθησε να αναπτύσσεται από τότε, ενθαρρύνει τους εργαζομένους να ανανεώνουν παντού τα σωματεία τους.

Τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα γιατί, παράλληλα με τους ειλικρινείς συνδικαλιστές, υπάρχουν πολλοί γραφειοκράτες που βάζουν τώρα τα ρούχα τους αλλιώς και που αναγκαστικά θα είναι μέρος της διαδικασίας επανάκτησης της UGTA. Για να αποφευχθεί η υποβάθμισή της σε μια απλή αντικατάσταση των πλέον δυσφημισμένων επικεφαλής της ομοσπονδίας, είναι απαραίτητο να διασαφηνιστούν οι βασικές αρχές της ανανέωσης της ένωσης (δημοκρατική, μαζική, αντιιμπεριαλιστική και ταξική) και των μεθόδων οργάνωσης και λειτουργίας (να προσδιοριστούν οι όροι και η εναλλαγή). Είναι επίσης απαραίτητο οι «επαναστάτες» να αναπτύξουν έναν συνδικαλιστικό προσανατολισμό και μια πλατφόρμα.

Η επανάκτηση της UGTA πρέπει να συνδυαστεί με την οικοδόμηση ενός ενιαίου μετώπου με τα αυτόνομα συνδικάτα για μια δουλειάς για την ανοικοδόμηση της ενότητας του στρατοπέδου των εργατών. Αυτό συνεπάγεται τη βοήθεια των αυτοδιοικούμενων συνδικάτων, που έχουν το πλεονέκτημα ότι έχουν προβάλει τα αιτήματά τους με συνέπεια και έχουν υποστηρίξει το λαϊκό κίνημα από την αρχή, να ξεπεράσουν τις διαιρέσεις τους, τον κατακερματισμό τους και έναν ορισμένο σωματειακό χαρακτήρα για ένα συνδικάτο που υπερασπίζει τους εργαζόμενους ως τάξη. Η CSA κάλεσε πανεθνική εργατική διαδήλωση στο Αλγέρι την 1η Μάη 2019. Είναι η ευκαιρία να συγκεντρωθούν μέλη της UGTA, της CSA και της Γενικής Αυτόνομης Συνομοσπονδίας Εργαζομένων στην Αλγερία (CGATA) δίνοντας έτσι σε όλους τους ενεργούς, συνταξιούχους και ανέργους την ευκαιρία να γιορτάσουν στο δρόμο την διεθνή ημέρα του αγώνα του προλεταριάτου.

Θα πρέπει, όπως ήδη γίνεται, να ανοικοδομήσουμε ένα αυτόνομο και δημοκρατικό φοιτητικό κίνημα και ένα γυναικείο κίνημα, καθώς περιμένουμε να υπάρξει κάποια σημαντική πρόοδος στον αγροτικό κόσμο. Ένας από τους στόχους θα μπορούσε να είναι να λειτουργήσει για να επανενταχθεί στο πλαίσιο της UGTA η πρώην Εθνική Ομοσπονδία Εργατών της Γης (FNTT - Fédération nationale des travailleurs de la terre), τα μέλη της οποίας είχαν μεταφερθεί αυθαίρετα και με αυταρχικό τρόπο στην Εθνική Ένωση των Αλγερινών Αγροτών (UNPA - Union nationale des paysans algériens), την οργάνωση των ιδιοκτητών γης. Ένα άλλο καθήκον είναι η υποστήριξη, η ενίσχυση και η διεύρυνση του στρατοπέδου των ενώσεων, των συνδικάτων και των κινημάτων που ορίζονται ως «κοινωνία των πολιτών» και να κερδιθούν στην προοπτική της Συντακτικής Συνέλευσης.

Είναι επίσης πιθανό ότι ξεκινά μια διαδικασία αυτο-οργάνωσης στις γειτονιές της πόλης και του χωριού και εμφανίζονται λαϊκές επιτροπές. Αλλά κανείς δεν μπορεί να το διατάξει. Παρόλα αυτά, είναι σημαντικό να παραμείνουμε προσεκτικοί σε αυτή τη δυνατότητα, η οποία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε ένα ορισμένο βαθμό ανάπτυξης του κινήματος.

Δημιουργώντας συνεπή πολιτική ηγεσία

Απέναντι στο καθεστώς και τις αναπόφευκτες αντιφάσεις και προδοσίες των υπερ-νεοφιλελεύθερων δυνάμεων της αντιπολίτευσης, πρέπει να οικοδομήσουμε μια πολιτική ηγεσία, δηλαδή έναν πολιτικό προσανατολισμό ικανό να προσφέρει στο κίνημα τα μέσα για να πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες του και να βιώσει μια ποιοτική εξέλιξη.

Αυτή η ηγεσία μπορεί να δημιουργηθεί μόνο από έναν πόλο των υποστηρικτών της Συντακτικής Συνέλευσης. Ο πολιτικός αγώνας, ξεχωριστός από τον ιδεολογικό αγώνα, έχει κυρίως ως στόχο να προσθέσει δύναμη στη δύναμη και να επηρεάσει την ισορροπία δυνάμεων και να κερδίσει το παιχνίδι, εν όλω ή εν μέρει. Δεν απαιτείται συνεπώς το άθροισμα των δυνάμεων να έχουν την ίδια ιδεολογία, να υπερασπίζονται το ίδιο ιστορικό πρόγραμμα ή ακόμα και να συμφωνούν στην κάθε λεπτομέρεια στον ορισμό της Συντακτικής Συνέλευσης. Απλώς απαιτείται από αυτές τις δυνάμεις να συμφωνήσουν, σε κάποιο σημείο, για να χτυπήσουν μαζί.

Η δημιουργία ενός τέτοιου πόλου απέναντι στο καθεστώς και τις υπερ-νεοφιλελεύθερες δυνάμεις, είναι ένα επείγον καθήκον. Το κίνημα μπορεί να προχωρήσει και να κάνει ένα ποιοτικό άλμα μόνο αν μετακινηθεί από μια νόμιμη θέση απόρριψης σε μια θέση πρότασης και εφαρμογής μιας σταθερής και αξιόπιστης πολιτικής εναλλακτικής λύσης. Τώρα, το μόνο σύνθημα που επιτρέπει στους ανθρώπους να ανακτήσουν την πλήρη και ολοκληρωμένη κυριαρχία είναι αυτό της Κυρίαρχης Συντακτικής Συνέλευσης. Ο σχηματισμός αυτού του πόλου είναι δυνατός επειδή τα κόμματα υπερασπίζοντας αυτό το σύνθημα βρίσκουν δρόμο προς τη λαϊκή συνείδηση. Το PT, το FFS και το PST βρίσκονται έτσι απέναντι σε μια ιστορική ευθύνη. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει το έργο της οικοδόμησης / ανασυγκρότησης του λαϊκού κινήματος να είναι σε αντίθεση στην κοινή δράση των πολιτικών δυνάμεων στην κορυφή.

Συλλογικές ομάδες για μια κυρίαρχη Συντακτική Συνέλευση θα μπορούσαν έτσι να οικοδομηθούν από κοινού στις γειτονιές από τους μαχητές αυτών των διαφορετικών κομμάτων και από όλους εκείνους που συμμερίζονται αυτήν την ιδέα χωρίς να είναι μέλη κόμματος. Είναι πιο σημαντικό από ποτέ να χτυπήσουμε μαζί, ακόμα κι αν ο καθένας βαδίζει ξεχωριστά.

Αλγέρι, 24 Απριλίου 2019

Μετάφραση: e la libertà

Hocine Belalloufi, «Les mobilisations populaires imposent les premiers reculs au régime», Inprecor, τεύχος 662, 663, Απρίλιος, Μάιος 2019.

Hocine Belalloufi, «Algeria: Popular mobilizations impose first setbacks to regime», International Viewpoint, 12 Ιουνίου 2019.

Σημείωση

* [Σ.τ.Μ:] Η Αλγερία αποτελείται από 48 επαρχίες ή διαμερίσματα- στα αραβικά ουιλαγιά (πλ. ουιλαγιάτ / «ولاية» και «ولايات»). Ο όρος έχει καθιερωθεί να αποδίδεται στα ελληνικά ως βελαγιά και βελαγιές (ακολουθώντας την τουρκική και γαλλική απόδοση), βλ. π.χ., Δημήτρης Λιβιεράτος, Η Αλγερινή Επανάσταση, Κουκίδα, Αθήνα 2006 [α΄ έκδοση, Δίφρος 1965], σελ. 40.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 01 Ιουλίου 2019 22:35
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.