Δευτέρα, 01 Ιουλίου 2019 10:43

Η πτώση του Αλ-Μπασίρ: Χαρτογραφώντας τις Δυνάμεις Αμφισβήτησης στο Σουδάν

Κατηγορία Μέση Ανατολή

Κολλάζ του Mahammed Mahdi: «Αύριο θα μιλήσουμε για ελευθερία και θα γίνουμε οι πιο όμορφοι επαναστάτες»

Magdi El-Gizouli

Η πτώση του Αλ-Μπασίρ: Χαρτογραφώντας τις Δυνάμεις Αμφισβήτησης στο Σουδάν

Η απομάκρυνση του προέδρου Αλ-Μπασίρ και η ανάληψη της εξουσίας από τον στρατό δεν αρκούσαν για να πειστούν οι διαδηλωτές να επιστρέψουν στα σπίτια τους ή να περιορίσουν την απαίτησή τους για αλλαγή καθεστώτος. Πλήθη διαδηλωτών συνεχίζουν να διαδηλώνουν, απορρίπτοντας την κίνηση του στρατού ως πραξικόπημα του καθεστώτος και απαιτούν την παράδοση της εξουσίας σε μια πολιτική μεταβατική κυβέρνηση. Τώρα που η μελλοντική μετάβαση του Σουδάν παραμένει ασαφής ενώ αναζητάται μια βιώσιμη δημοκρατική εναλλακτική λύση, είναι σημαντικό να εξεταστεί η προέλευση των δυνάμεων αμφισβήτησης που συγκλόνισαν τη χώρα τους τελευταίους τέσσερις μήνες και οι διάφορες φάσεις της διαμόρφωσής τους.

Έτσι κι αλλιώς, οι αμήχανοι σχολιαστές και οι κεντρικοί παρουσιαστές ειδήσεων των τηλεοπτικών καναλιών που είναι ευθυγραμμισμένα με την κυβέρνηση του Σουδάν αναρρωτιούνται επανειλημμένα σαν υπνωτισμένοι, ποια είναι η Ένωση των Σουδανών Επαγγελματιών (SPA / Sudanese Professionals Association). Ένας κεντρικός παρουσιαστής στο αραβικό κανάλι του BBC περιέγραψε το SPA ως «μυστήριο» και «αλλοπρόσαλο». Οι περισσότεροι αναρρωτιούνταν για τον φαινομενικά ακατανόητο φορέα που αιφνιδίασε το σουδανικό πολιτικό σκηνικό μετά τον Δεκέμβριο του 2018, όταν ξεκίνησε το συνεχιζόμενο κύμα λαϊκών διαμαρτυριών εναντίον της 30χρονης αυταρχικής κυριαρχίας του Προέδρου Ομάρ αλ-Μπασίρ.

Η αρχική σπίθα των διαμαρτυριών ήρθε από την Άτμπαρα, μια πόλη πνιγμένη στη σκόνη που είναι χωμένη ανάμεσα στον Νείλο και την έρημο, 350 χλμ περίπου βόρεια της πρωτεύουσας, του Χαρτούμ. Ένα πλήθος μαθητών, εργαζομένων στο εμπόριο και φοιτητών πανεπιστημίων ξέσπασε ενάντια στην κυβέρνηση, ως απάντηση σε έναν απότομο τριπλασιασμό της τιμής του ψωμιού ως αποτέλεσμα της κατάργησης των επιδοτήσεων από το κράτος. Οι διαδηλωτές σε αρκετές πόλεις της χώρας έβαλαν φωτιά στα γραφεία του κυβερνώντος Κόμματος του Εθνικού Κογκρέσου (NCP) και εισέβαλαν στα γραφεία της τοπικής αυτοδιοίκησης και στις αποθήκες του Ζακάτ, παίρνοντας τα τρόφιμα σε μια επίδειξη λαϊκής κυριαρχίας1.

Η απόσχιση εδαφών και η ελεύθερη πτώση της οικονομίας

Μετά την ανεξαρτησία του Νοτίου Σουδάν το 2011, η οικονομία του Σουδάν βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου και των δημόσιων εσόδων εξαφανίστηκαν σχεδόν σε μια νύχτα. Η υποτίμηση του νομίσματος, ο υπερπληθωρισμός και η συρρίκνωση των συναλλαγματικών αποθεμάτων σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών των αγαθών και μια τραπεζική κρίση που προκάλεσε σοβαρές ελλείψεις σε προσφορά μετρητών, συνέβαλαν στην οικονομική κρίση. Η κυβέρνηση απάντησε με νέο γύρο μέτρων λιτότητας, μειώνοντας τις δαπάνες για τις κοινωνικές υπηρεσίες και τις επιδοτήσεις για τα καύσιμα, την ηλεκτρική ενέργεια και τα σιτηρά.

Όταν οι λαϊκές διαμαρτυρίες και οι εξεγέρσεις εναντίον των παγιωμένων αυταρχικών καθεστώτων χτύπησαν τον αραβικό κόσμο το 2011, το Σουδάν εξουθενώθηκε από το διαχωρισμό του Νοτίου Σουδάν υπό διεθνή εποπτεία2. Οι πολιτικές του διαζυγίου ήταν αναμενόμενα πολύπλοκες και κορυφώθηκαν με την ανανέωση του πολέμου στα σύνορα του Σουδάν με το Νότιο Σουδάν. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν στο Νότιο Κορντοφάν του Σουδάν και στον Γαλάζιο Νείλο μετά από ένα σύντομο μεσοδιάστημα ειρήνης και έναν εμφύλιο πόλεμο που έπληξε το πρόσφατα ανεξάρτητο Νότιο Σουδάν, καθώς οι δύο πρωτεύουσες, το Χαρτούμ και η Τζούμπα, ανταγωνίζονταν για επιρροή.

Ο πρώτος προϋπολογισμός μετά το διαχωρισμό του Σουδάν περιλάμβανε ένα σύνολο μέτρων λιτότητας. Τον Σεπτέμβριο του 2013, η κυβέρνηση ήρθε αντιμέτωπη και συνέτριψε βίαια μια σειρά ταραχών στο Χαρτούμ που διαμαρτύρονταν για τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και του ψωμιού. Τουλάχιστον 185 διαδηλωτές σκοτώθηκαν μέσα σ’ αυτό το χάος, σύμφωνα με μια κοινή έκθεση του 2014 της Διεθνούς Αμνηστίας και του Αφρικανικού Κέντρου Δικαιοσύνης και Ειρήνης.

Εκ των υστέρων φαίνεται ότι τα γεγονότα του Σεπτέμβρη του 2013 ήταν ο πρόδρομος του συνεχιζόμενου κύματος λαϊκών διαμαρτυριών εναντίον του Αλ-Μπασίρ και της κυβέρνησής του. Η νέα γενιά διαδηλωτών, κυρίως φοιτητές και νέοι επαγγελματίες, απέφυγε τις ιεραρχικές δομές των καθιερωμένων πολιτικών κομμάτων και σφυρηλάτησε τα δικά της οριζόντια δίκτυα που υποστηρίζονταν από την ευρεία χρήση του διαδικτύου. Αντί για αναγνωρίσιμους ηγέτες, ομάδες όπως η Γκιρίφνα (Έχουμε Αγανακτήσει), η Σιαράρα (Σπίθα) και η Αλλαγή Τώρα, έδωσαν τις χωρίς επικεφαλής διαδηλώσεις του Σεπτέμβρη του 2013 με δυνατές φωνές και ισχυρές εικόνες, ενισχυμένες από την παγκόσμια εμβέλεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Οι ισλαμιστές μεταξύ δύο δικτατόρων

Εκείνη την εποχή, ο πρόεδρος Μπασίρ απέρριψε τους ισχυρισμούς ότι ο πυρετός της Αραβικής Άνοιξης είχε μολύνει τη χώρα, υποστηρίζοντας ότι το Σουδάν είχε ήδη παρακάμψει το στάδιο αυτό. Κατά κάποιο τρόπο, είχε δίκιο. Η Αραβική Άνοιξη του Σουδάν ήταν αναμφισβήτητα η ιντιφάντα του Απρίλη του 1985 η οποία οδήγησε στο στρατιωτικό πραξικόπημα που τερμάτισε την 16χρονη δικτατορία του προέδρου Γκααφάρ Νιμέιρι και εισήγαγε μια σύντομη περίοδο κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μεταξύ του 1986 και του 1989.

Ο Νιμέιρι, αυτοκράτορας τύπου Νάσερ, αντικατέστησε την αφοσίωση στο κομμουνιστικό μπλοκ με την αφοσίωση στις ΗΠΑ και έγινε ο άνθρωπος της Ουάσιγκτον στο Κέρας της Αφρικής. Μετά τη συσσώρευση τεράστιων χρεών ως αποτέλεσμα των αποτυχημένων μεγάλων κρατικών σχεδίων ανάπτυξης, η κυβέρνησή του αναγκάστηκε να προβεί σε μια σειρά οικονομικών «μεταρρυθμίσεων» που σχεδίασε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) για την απελευθέρωση της οικονομίας και τη δραστική μείωση των κρατικών δαπανών. Αυτές οι «μεταρρυθμίσεις» ενσωμάτωσαν όλες τις γνωστές συνταγές του νεοφιλελεύθερου μοντέλου: υποτίμηση του νομίσματος, περικοπές επιδοτήσεων, ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων και μείωση των κοινωνικών δαπανών (Gurdon, 1991).

Ο Νιμέιρι δεν κατάφερε να επιβιώσει με τις μεταρρυθμίσεις του ΔΝΤ. Η λαϊκή οργή εναντίον της λιτότητας στο Χαρτούμ, μια πόλη καταπονημένη από τα ρεύματα των αγροτών μεταναστών που φεύγουν από τον πόλεμο στο νότο3 και από την πείνα στη δύση4, έφερε το τέλος της κυριαρχίας του μετά από δύο εβδομάδες μαζικών διαδηλώσεων τον Απρίλιο του 1985. Ενώ ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Ανουάρ Σαντάτ, ο σημαντικότερος περιφερειακός σύμμαχος του Νιμέιρι, είχε καταφέρει να συντρίψει τις εξεγέρσεις εναντίον της λιτότητας του 1977 στην Αίγυπτο και να κερδίσει την εύνοια των ισλαμιστών, δολοφονήθηκε αργότερα από τα χέρια των ίδιων των ισλαμιστών τους οποίους προσπάθησε να αξιοποιήσει για να δαμάσει τις μάζες που αντιτίθονταν στο οικονομικό του μοντέλο. Στο Σουδάν, ο Νιμέιρι σφυρηλάτησε μια παρόμοια συμμαχία με το Σουδανανικό Ισλαμικό Κίνημα που ήταν υπό την ηγεσία του Χασάν Ατ-Τουράμπι.

Οι ισλαμιστές του Σουδάν εκμεταλλεύτηκαν τη συμμαχία τους με τον Νιμέιρι για να τοποθετήσουν ένα νέο σώμα ανερχόμενων μορφωμένων στελεχών, κυρίως από επαρχιακές πόλεις του Σουδάν, σε κρατικούς θεσμούς ενόψει μιας απόπειρας για την εξουσία. Η υπόσχεση μιας ισλαμικής αναγέννησης πρόσφερε σ’ αυτή τη φιλόδοξη μεσαία τάξη μια νέα πολιτική γραμματική αντιπολίτευσης προς τις κυρίαρχες τάξεις του Σουδάν. Τελικά, το Ισλαμικό Κίνημα κέρδισε το κράτος με τη βοήθεια του στρατού το 1989, δημιουργώντας μια μονοκρατορία με ένα ισλαμικό μείγμα.

Ενώ τα ισλαμικά κινήματα στις χώρες της Αραβικής Άνοιξης ήταν, τρεις δεκαετίες αργότερα, οι φορείς της αντιπολίτευσης απέναντι την απολυταρχική διακυβέρνηση και το σύμπτωμα της οργής στις πόλεις ενάντια στον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό (Joya, 2011), οι ισλαμιστές στη σουδανική κυβέρνηση εφάρμοσαν τις ίδιες «μεταρρυθμίσεις», τις οποίες ο Νιμέιρι δεν ήταν σε θέση, πολιτικά, να φέρει σε πέρας. Οι αντιλήψεις τους για το κράτος ήταν εντελώς σύμφωνες με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο (Marchal & Ahmed, 2010). Το κράτος που ανασυγκροτούσαν λειτουργούσε ως οδηγός των ιδιωτικοποιήσεων και της οικονομικής φιλελευθεροποίησης που ρύθμιζε την οικονομική δραστηριότητα σύμφωνα με τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων, εκλαϊκεύοντας την κουλτούρα της κατανάλωσης και του ανταγωνισμού, επιβραβεύοντας τους λίγους νικητές και ελέγχοντας τους πολλούς χαμένους μέσα από ένα συνδυασμό νομοθεσίας πειθάρχησης5 και ωμής βίας6.

Τα τελευταία 30 χρόνια, η αντιπολίτευση στην κυριαρχία των ισλαμιστών του Σουδάν προήλθε από δύο αναμενόμενους κύκλους: την παλιά κυρίαρχη τάξη7, που εκτοπίσθηκε μετά την ανάληψη του ελέγχου από τους Ισλαμιστές και από τα ένοπλα κινήματα στις περιφέρειες του Σουδάν – το Νότιο Κορντοφάν, το Γαλάζιο Νείλο και το Νταρφούρ. Η πρώτη έχει ακολουθήσει μια αυτοκαταστροφική πολιτική επιστροφής στο παλαιό καθεστώς της κυριαρχίας των πατρικίων, τα κοινωνικοοικονομικά θεμέλια του οποίου έχουν διαβρωθεί από καιρό. Τα δεύτερα επιχείρησαν επανειλημμένα και απέτυχαν να δημιουργήσουν μια ευρεία συμμαχία περιθωριοποιημένων μη αραβόφωνων λαών του Σουδάν, με σκοπό να τερματίσουν το σύστημα φυλετικών και κοινωνικών προνομίων που διατηρεί την κυριαρχία της ελίτ στην παραποτάμια κεντρική περιοχή της χώρας.

Η απάντηση των ισλαμιστών σε αυτή τη διπλή πρόκληση ήταν μια σε μεγάλο βαθμό επιτυχημένη πολιτική χειραγώγησης με την ενσωμάτωση των ελίτ από τα μέλη των παλαιών συστημικών κομμάτων8 και των περιφερειών στην άρχουσα τάξη9. Οι απαιτήσεις της διακυβέρνησης και η πραγματιστική πολιτική [realpolitik] επιβίωσης ενάντια στις περιφερειακές και διεθνείς αντιθέσεις ήταν καθοριστικής σημασίας για την απομάκρυνση του Αλ-Μπασίρ από τον ιδεολογικό ζήλο της ισλαμικής αναγέννησης προς ένα πιο ρεαλιστικό τρόπο λειτουργίας [modus operandi] της χειραγώγησης και των πελατειακών σχέσεων. Για να εξασφαλίσει αυτή την κίνηση, απαλλάχτηκε από τον Χασάν ατ-Τουράμπι10, τον παλαίμαχο ηγέτη του Ισλαμικού Κινήματος, και στη συνέχεια από τους περισσότερους επιφανείς πολιτικούς του κινήματος11.

«Ελευθερία, Ειρήνη και Δικαιοσύνη»: μια κραυγή συστράτευσης

Για τις νέες γυναίκες και τους νέους άνδρες που διαδηλώνουν σήμερα στους δρόμους του Σουδάν, οι περισσότεροι/ες από τους/τις οποίους/ες προέρχονται από τους/τις επαγγελματίες, τους/τις φοιτητές/τριες και τη μεσαία τάξη, το πολιτικό Ισλάμ παραμένει η ιδεολογία του εχθρού στην εξουσία. Είναι το κοζ (που σημαίνει κουτάλα στα αραβικά), ένας σουδανικός όρος που συμβολίζει την απληστία των ισλαμιστών, την οποία οι διαδηλωτές θέλουν να εξαλείψουν. Έχοντας απομακρυνθεί από την ηθική και ιδεολογική έλξη του «Ισλάμ» ως αντιπολιτευτικό ιδίωμα λόγω της χρεωκοπίας του ισλαμικού σχεδίου στην κυβέρνηση, οι διαδηλωτές/τριες του Σουδάν αντιμετωπίζουν την πρόκληση να εφεύρουν μια εναλλακτική πολιτική γραμματική για να διατυπώσουν τα αιτήματά τους. Μέχρι στιγμής, η κραυγή τους για συστράτευση βασίστηκε σε αόριστες αντιλήψεις για «ελευθερία, ειρήνη και δικαιοσύνη». Οι επικριτές τους στα κυβερνητικά μέσα ενημέρωσης συχνά επισημαίνουν αυτό το πολιτικό τυφλό σημείο, απαιτώντας τη διαμόρφωση ενός κυβερνητικού προγράμματος πέρα από τα γοητευτικά συνθήματα.

Πράγματι, ένας λόγος για την επιτυχία της SPA ως μέσου πολιτικής κινητοποίησης εναντίον του Αλ-Μπασίρ και της κυβέρνησής του είναι η αισθητή πολιτική αθωότητά της. Οι νέες γυναίκες και οι νέοι άνδρες που απαντούν στα τακτικά καλέσματα της SPA για διαμαρτυρία το κάνουν επειδή αντανακλά την οργή τους ενάντια στην εδραιωμένη διαφθορά, την ευνοιοκρατία και την αναποτελεσματικότητα της κυβέρνησης, αλλά και επειδή αντικατοπτρίζει την απογοήτευσή τους για τις αποτυχίες της πολιτικής τάξης σε ολόκληρο το φάσμα. Ως οργάνωση, η SPA δεν υποστηρίζει κανένα πολιτικό προσανατολισμό και μιλάει μια καθολική λειτουργική γλώσσα των ελευθεριών και των δικαιωμάτων που δικαιούται κάθε πολίτης και υπόσχεται μια διέξοδο από τα νύχια της απολυταρχίας. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η ρητορική των κινητοποιήσεων προέρχεται κατά κύριο λόγο από την κληρονομιά του εθνικισμού των εφεντίγια του Σουδάν, της βασικής ιδεολογίας της μικρής τάξης των μορφωμένων Σουδανών12. Οι τελευταίοι ήταν κυρίως Μουσουλμάνοι αραβόφωνοι από την παραποτάμια κεντρική περιοχή της χώρας, οι οποίοι υπηρετούσαν ως κατώτεροι υπάλληλοι και διαχειριστές υπό αγγλο-αιγυπτιακή αποικιακή κυριαρχία και κληρονόμησαν το αποικιακό κράτος (Sharkey, 2007).

Αυτή η εκμετάλλευση της εθνικιστικής γλώσσας του Γενικού Συνεδρίου των Πτυχιούχων θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένας ρητορικός ελιγμός που αποσκοπεί στην αναβίωση μιας φαντασίωσης εθνικής συνοχής από ένα φανταστικό παρελθόν13. Ωστόσο, είναι ακριβώς αυτός ο ποιητικός αλλά στενός εθνικισμός της τάξης των εφεντίγια που απέτυχε να φανταστεί μια πολιτική πατρίδα για τους πολλούς λαούς του Σουδάν και κατηγορήθηκε για την ταχεία πτώση του μετα-αποικιακού Σουδάν στους σκληρούς εμφύλιους πολέμους (Harir & Tvedt, 1994). Σε αντίθεση με αυτή την ιδέα της οργανικής εθνικής ενότητας, πολλοί από τους Σουδανούς που έχουν στερηθεί τα πολιτικά δικαιώματά τους έχουν προβάλει εναλλακτικούς εθνικισμούς, της εργατικής τάξης (Sikainga, 2010), του γυναικείου κινήματος (Ibrahim, 2010) και των καταπιεσμένων εθνικοτήτων (Garang, 1987).

Ένας ανοικτός δρόμος για τις δυνάμεις της πολιτικής αντιπολίτευσης

Πέρα από την κινητοποίηση, η συσκότιση των πολιτικών συγκρούσεων με την εξύμνηση του έθνους εξυπηρετεί μια πολύ συγκεκριμένη λειτουργία, που επιτρέπει στις διαρκώς διαπληκτιζόμενες δυνάμεις της αντιπολίτευσης να ανέβουν στο κύμα μαζικής πολιτικής δέσμευσης που παράγει η SPA ως εταίροι της συμμαχίας. Οι αντίπαλοι συνασπισμοί της αντιπολίτευσης του Σουδάν, η Πρόσκληση του Σουδάν και οι Δυνάμεις Εθνικής Συναίνεσης [National Consensus Forces / NCF], καθώς και μια ομάδα του Δημοκρατικού Ενωτικού Κόμματος που αντιτάχθηκε στη συμμαχία της πλειοψηφίας του κόμματος με το κυβερνών NCP, συνυπέγραψαν τη Δήλωση για την Ελευθερία και την Αλλαγή της SPA.

Η συμμαχία της Πρόσκλησης του Σουδάν ξεκίνησε το 2014 στην Αντίς Αμπέμπα ως πλατφόρμα αντιπολίτευσης, επιτρέποντας στο Κόμμα της Ούμμα του Σαντίκ αλ-Μαχντί* και σε άλλους μη ένοπλους πολιτικούς παράγοντες να συνεργαστούν με τις ένοπλες κινήσεις του Επαναστατικού Μετώπου του Σουδάν (SRF). Ο πρωταρχικός σκοπός της Πρόσκλησης του Σουδάν ήταν να αποδείξει μια ενότητα στόχου στη διαδικασία διαμεσολάβησης που διεξήχθη από την Ομάδα Υλοποίησης Υψηλού Επιπέδου της Αφρικανικής Ένωσης για το Σουδάν και το Νότιο Σουδάν μεταξύ της σουδανικής κυβέρνησης και των πολλών αντιπάλων της. Το SRF που ιδρύθηκε το 2011, εντάχθηκε στα κύρια ένοπλα κινήματα του Νταρφούρ, στον Απελευθερωτικό Στρατό του Σουδάν/Κίνημα [Sudan Liberation Army/Movement] με επικεφαλής τον Αμπντ αλ-Ουάχιντ Μοχάμμεντ Νουρ, τον Απελευθερωτικό Στρατό του Σουδάν/Κίνημα [Sudan Liberation Army/Movement] με επικεφαλής τον Μίννι Μινάουι, το Κίνημα Δικαιοσύνης και Ισότητας [Justice and Equality Movement] και τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό του Σουδάν / Κίνημα στο Βόρειο Σουδάν (SPLA / MN).

Λόγω της αντιπαλότητας για την προεδρία του συνασπισμού, μέχρι το 2014, το SRF διασπάστηκε μεταξύ των ένοπλων κινημάτων του Νταρφούρ, από τη μια πλευρά, και του SPLA / MN και των συμμάχων του, από την άλλη. Το ίδιο το SPLA / MN υπέφερε από μια σύγκρουση σε επίπεδο ηγεσίας που οδήγησε στη διάσπασή του το 2017 μεταξύ της πλειοψηφίας στην Ορεινή Νουβία / Βόρειο Κορντοφάν με επικεφαλής τον Αμπντ αλ-Αζίζ αλ-Χίλου με διακηρυγμένο στόχο την αυτοδιάθεση για την περιοχή και μια μειοψηφία στο Γαλάζιο Νείλο με επικεφαλής τον Μαλίκ Άγκαρ, η οποία διατηρεί μια ατζέντα σε εθνικό επίπεδο.

Οι διαιρέσεις σχετικά με τη στρατηγική και ο ανταγωνισμός για την ηγεσία έστρεψαν και τους παράγοντες της μη ένοπλης αντιπολίτευσης τον έναν ενάντια στον άλλο. Ο Σαντίκ αλ-Μαχντί, ηγέτης του Κόμματος Ούμμα, διαχώρησε την πορεία του από τις Δυνάμεις Εθνικής Συναίνεσης (NCF), τον συνασπισμό της αντιπολίτευσης που ξεκίνησε το 2010, στον οποίο εκτός από το κόμμα του εντάχθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα, το Κόμμα Λαϊκού Κογκρέσου [PCP] του Χασάν α-Τουράμπι, το αντιπολιτευόμενο Κόμμα του Σουδανικού Κογκρέσου και ένας κατάλογος μικρότερων ομάδων Μπααθιστών και Νασερικών. Ο Αλ-Μαχντί δεν ήταν ευχαριστημένος με μια υποδεέστερη θέση στο NCF υπό την προεδρία του Φαρούκ Αμπού Ισσά, ενός παλαίμαχου πολιτικού με αριστερές κλίσεις, και σύντομα επεδίωξε μια έξοδο. Χάνοντας το ενδιαφέρον του για το NCF, το PCP του α-Τουράμπι προσχώρησε στην διαδικασία του «εθνικού διαλόγου» του προέδρου Αλ-Μπασίρ που ανακοινώθηκε το 2014 για να γίνει τελικά εταίρος στην κυβέρνηση.

Με τα ένοπλα κινήματα ως συμμάχους του, ο Σαντίκ αλ-Μαχντί έγινε τελικά πρόεδρος μιας ομπρέλας της αντιπολίτευσης, το Μάρτιο του 2018. Αν και υπέγραψε την Πρόσκληση του Σουδάν, το NCF κατηγόρησε τους συμμάχους του για υποταγή σε μια διεθνώς υποστηριζόμενη ατζέντα «ομαλής προσγείωσης» για τη συμφιλίωση με την κυβέρνηση ως μέρος μιας ελεγχόμενης μετάβασης και απομακρύνθηκε από τον συνασπισμό θέτοντας ως «μοναδικό στόχο» την «αλλαγή καθεστώτος». Όσον αφορά το αντιπολιτευόμενο Κόμμα του Σουδανικού Κογκρέσου, προτίμησε την ομάδα των συνεργατών της Πρόσκλησης του Σουδάν στο NCF, που τώρα περιορίστηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα και στους φίλους του Μπααθιστές και Νασερικούς. Στη δίνη μιας κρίσης ηγεσίας μετά το θάνατο του παλαίμαχου γενικού γραμματέα του, του Μοχάμμεντ Ιμπραχίμ Νουγκούντ το 2012, το Κομμουνιστικό Κόμμα υπό τον νέο ηγέτη του, Μοχάμεντ Μουχτάρ αλ-Χατίμπ, εκκαθάρισε τα στοιχεία που κατηγορούσε ότι φλέρταραν με την ιδέα μιας «ομαλής προσγείωσης» πριν από το έκτο συνέδριο του κόμματος το 2016 κατευθεινόμενο στην ευγενή απομόνωση στο πηδάλιο του NCF.

Μια ενωτική ομπρέλα και ένας πολιτικός εκπρόσωπος: η φόρμουλα της επιτυχίας της SPA. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που η εμφάνιση της μάλλον άγνωστης SPA έγινε δεκτή με λαϊκή αναγνώριση σε ένα πολιτικό θέατρο γεμάτο από συνεχείς αντιπαραθέσεις. Η SPA ιδρύθηκε το 2016 ως συμμαχία τριών επαγγελματικών οργανώσεων: της Κεντρική Επιτροπή των Γιατρών του Σουδάν, του Δίκτυο Δημοσιογράφων του Σουδάν και της Συμμαχίας Δημοκρατικών Δικηγόρων. Η πρώτη είναι μια επιτροπή συντονισμού των απεργιών που προέκυψε από την επιτυχημένη απεργιακή δράση των γιατρών το 2016. Η δεύτερη ιδρύθηκε το 2012 ως αντιπροσωπευτικό όργανο των Σουδανών δημοσιογράφων που αντιτάχθηκαν στην ευθυγραμμισμένη με την κυβέρνητική Δημοσιογραφική Ένωση του Σουδάν. Η τρίτη εξελίχθηκε από μια εκλογική λίστα δικηγόρων της αντιπολίτευσης που ανταγτωνίζονται συστηματικά την ηγεσία του ευθυγραμμισμένου με την κυβέρνηση Δικηγορικού Συλλόγου του Σουδάν.

Τον Αύγουστο του 2018, η SPA πραγματοποίησε μια μικρή συνέντευξη Τύπου στο Χαρτούμ για να παρουσιάσει μια μελέτη για τον ελάχιστο μισθό στο πλαίσιο της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος και του ραγδαίου υπερπληθωρισμού. Μεταξύ των ομιλητών στη συνέντευξη Τύπου ήταν ο Μοχάμμεντ Γιούσεφ Άχμεντ αλ-Μουσταφά, ένας από τους λίγους βετεράνους βορειοσουδανούς ανώτερο στέλεχος του προγόνου του SPLA / M. Μετά την ανεξαρτησία του Νοτίου Σουδάν, παρέμεινε απομακρυσμένος από το SPLA / MN, αλλά έκανε την απροσδόκητη κίνηση να ταχθεί με τον Αμπντ αλ-Αζίζ αλ-Χίλου στη διάσπαση του SPLA / MN το 2017. Ένας άλλος ομιλητής ήταν ο Μοχάμμεντ Νατζί αλ-Άσσαμ, ένας νέος γιατρός γνωστός για την συμμετοχή του σε απεργιακές δράσεις και τη συμμετοχή σε μια ομάδα του Δημοκρατικού Ενωτικού Κόμματος που αντιτίθεται στη συμμαχία με το κυβερνών κόμμα. Ο Αλ-Άσσαμ και ο Αλ-Μουσταφά εμφανίστηκαν αργότερα και πάλι για να μιλήσουν για τν SPA και είναι σήμερα υπό κράτηση.

Η SPA ανακοίνωσε ένα σχέδιο για την υποβολή της πρότασής της για τον ελάχιστο μισθό στην Εθνοσυνέλευση σε μαζική διαδήλωση, αλλά το ξέσπασμα των διαδηλώσεων στην Ατμπάρα, το Γκεντάρεφ και σε άλλες επαρχιακές πόλεις του Σουδάν ανέβασε τον πήχη της πολιτικής δράσης. Η SPA ανταποκρίθηκε με την ανακοίνωση της «Διακήρυξης για την Ελευθερία και την Αλλαγή» την παραμονή της επετείου της ανεξαρτησίας του Σουδάν την 1η Ιανουαρίου 2019, ζητώντας την άνευ όρων αποχώρηση του καθεστώτος του προέδρου Αλ-Μπασίρ και τη δημιουργία μιας «Εθνικής Μεταβατικής Κυβέρνησης».

Η SPA αιχμαλώτησε την πολιτική φαντασία των υπερδραστήριων μέσων κοινωνικής δικτύωσης του Σουδάν. Η επιτυχία της μεταξύ της σουδανικής διασποράς είναι ένα παράδειγμα. Πρόσφερε στήριγμα και δυνατότητες σε πλατιά τμήματα νέων γυναικών και ανδρών που επιθυμούν να ασκήσουν ενεργά την πολιτική τους ταυτότητα ως Σουδανοί πολίτες. Ομάδες ακτιβιστών από διαφορετικά επαγγέλματα –καθηγητές πανεπιστημίων, κτηνίατροι, μηχανικοί, επιθεωρητές υγείας, καλλιτέχνες πλαστικών τεχνών και άλλοι– σχημάτισαν τις δικές τους ενώσεις σύμφωνα με το μοντέλο της SPA για να ενταχθούν στη Δήλωση για την Ελευθερία και την Αλλαγή.

Η διπλή φόρμουλα της SPA, ως επίδοξης ομοσπονδίας συνδικαλιστικών οργανώσεων και ως πολιτικού παράγοντα, απέδειξε την επιτυχία της. Από αυτή την άποψη, μοιάζει με παλαιότερες πολιτικές οργανώσεις στο Σουδάν, δηλαδή με το Συνδικαλιστικό Μέτωπο, το οποίο πρωτοστάτησε στην επανάσταση του 1964 που τερμάτισε την κυριαρχία του στρατιωτικού κυβερνήτη του Σουδάν, του στρατηγού Αμπμπούντ, και με την Ένωση Συνδικάτων, η οποία διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην ιντιφάντα του Απριλίου του 1985 η οποία ανέτρεψε το καθεστώς του Προέδρου Νιμέιρι. Υπάρχουν, ωστόσο, κρίσιμες διαφορές στο περιεχόμενο που υπερισχύουν της ομοιότητας στη μορφή. Το Συνδικαλιστικό Μέτωπο του 1964 και η Ένωση Συνδικάτων του 1985 λειτουργούσαν σε έναν κοινωνικοοικονομικό τομέα όπου η κυβέρνηση ήταν ο κύριος εργοδότης των μορφωμένων επαγγελματιών που προσπάθησαν να την αμφισβητήσουν μέσω της απεργιακής δράσης και της λαϊκής κινητοποίησης. Και οι δύο οργανώσεις μπορούσαν να αντλήσουν υποστήριξη από μαχητικές εργατικές οργανώσεις, όπως η Ένωση Εργαζομένων των Σιδηροδρόμων του Σουδάν, σε στρατηγική θέση για να παραλύσουν μια οικονομία εμπορευματικών καλλιεργειών. Μπορούσαν επίσης να στηρίξουν τις αξιώσεις τους για εκπροσώπηση μέσω των εκλογικών διαδικασιών στα συνδικαλιστικά τους σωματεία και στις επαγγελματικές ενώσεις τους.

Οι πρωταγωνιστές του SPA, αντιθέτως, προέρχονται κυρίως από τα ελεύθερα επαγγέλματα. Η καπιταλιστική διείσδυση υπό την αιγίδα των ισλαμιστών του Σουδάν μετασχημάτισε την αγορά εργασίας του Σουδάν υπέρ των εμπορικών επιχειρήσεων. Λόγω της εμπορευματοποίησης της υγείας και της εκπαίδευσης και της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων πόρων, οι εργοδότες σε αυτούς τους τομείς πολλαπλασιάστηκαν και ιδιωτικά συμφέροντα αναδύθηκαν που είναι σε σύγκρουση με τις κλαδικές απεργιακές δράσεις. Οι κυβερνητικοί υπάλληλοι καθώς και οι εργαζόμενοι στον τομέα των τραπεζών, της βιομηχανίας ή των επικοινωνιών, οι οποίοι θα μπορούσαν αναμφισβήτητα να ανατρέψουν αυτή τη δυσμενή ισορροπία, πρέπει να αναπτύξουν τις συνδικαλιστικές τους πλατφόρμες και να συμμετάσχουν στα επαναλαμβανόμενα καλέσματα της SPA για γενική απεργία. Από την ίδια τη σύνθεση της η SPA βρίσκεται κάπως μακρυά από τις ανησυχίες και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν πολλοί αυτοσυντηρούμενοι γεωργοί του Σουδάν, η μικρή αγροτιά, οι εργάτες στον αγροτικό τομέα, πολλοί βιοτέχνες που ασχολούνται με τη συλλογή χρυσού σε έρημους και κοιλάδες σε μεγάλη έκταση, οι μικροί παραγωγοί της πόλης και οι μάζες των φτωχών της πόλης.

Δυνάμεις που εμποδίζουν την αλλαγή;

Αυτή τη στιγμή της επαναστατικής κρίσης στο Σουδάν, μια σειρά από δυνάμεις εμποδίζουν την αλλαγή στη χώρα. Αυτές δημιουργούνται από τους άνδρες των δυνάμεων ασφαλείας και τους αξιωματικούς του στρατού, τις ιδιωτικές πολιτοφυλακές, τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους εισαγωγείς τροφίμων, τους τραπεζίτες και χρηματοοικονομικούς συμβούλους, τους μεγάλους γαιοκτήμονες, τους ιεροκήρυκες και τους γραφειοκράτες. Όλοι έχουν κοινά συμφέροντα στη διατήρηση του σημερινού status quo. Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη το γεγονός ότι η απάντηση του προέδρου Αλ-Μπασίρ ύστερα από μήνες διαδηλώσεων ήταν η κήρυξη κατάστασης εθνικής έκτακτης ανάγκης στις 22 Φεβρουαρίου. Επίσης, διέλυσε την κυβέρνηση, αντικατέστησε 10 πολιτειακούς κυβερνήτες με στρατιωτικούς και άντρες των δυνάμεων ασφαλείας και διόρισε έναν άνθρωπο της σκληρής πειθαρχίας ως αναπληρωτή πρόεδρο του κυβερνώντος κόμματος με εξουσίες συγκυβερνήτη. Αυτά τα βήματα ισοδυναμούσαν με μια αναπροσαρμογή της ισορροπίας δυνάμεων στο κυρίαρχο σύστημα υπέρ των μηχανισμών του στρατού και των δυνάμεων ασφαλείας, με σκοπό να κερδιθούν νέοι συνεταίροι από τις ίδιες τις βαθμίδες των θιγόμενων επαγγελματιών για την υποστήριξη ενός νέου «μεταβατικού» υπουργικού συμβουλίου.

Οι συνεχιζόμενες διαδηλώσεις του Σουδάν δικαίως αναζωπύρωσαν το πνεύμα της Αραβικής Άνοιξης, αλλά ώθησαν επίσης τις ισχυρές αντεπαναστατικές δυνάμεις της περιοχής σε δράση. Στις πολυάριθμες ομιλίες του από την έναρξη των διαδηλώσεων, ο πρόεδρος αλ-Μπασίρ απηύθυνε ευχαριστίες προς την Αίγυπτο, το Κατάρ, τη Ρωσία και την Κίνα για την υποστήριξή τους. Ο συνδυασμός αυτών των χωρών φαίνεται εξωπραγματικός, αλλά δείχνει τον σύνθετο χαρακτήρα του καθεστώτος του Σουδάν, μιας στρατιωτικής απολυταρχίας που γεννήθηκε από τη κατάληψη του κράτους από ένα σύγχρονο ισλαμικό κίνημα που εφαρμόζει τον νεοφιλελευθερισμό και χρησιμοποιεί μια σοβινιστική ιδεολογία βασισμένη στην υποτιθέμενη υπεροχή των αραβόφωνων Μουσουλμάνων του Σουδάν πάνω στους πολλούς λαούς του. Η μεγαλύτερη έκπληξη του προέδρου Αλ-Μπασίρ είναι το γεγονός ότι η αντίσταση στην κυριαρχία του προέρχεται σήμερα από την δική του περιφέρεια, από τον ίδιο τον λαό που ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται ενάντια στις μηχανοραφίες ανταρτών και διεθνών συνωμοτών.

Οι διαδηλώσεις εντάθηκαν στις 6 Απριλίου, την επέτειο των ειρηνικών διαδηλώσεων που έδιωξαν τον Νιμέιρι, με χιλιάδες συγκεντρώσεις κοντά στο αρχηγείο του στρατού στο Χαρτούμ. Υπηρεσίες ασφαλείας πιστές στο Αλ-Μπασίρ πυροβόλησαν με πραγματικά πυρά, δακρυγόνα και σφαίρες από καουτσούκ ενάντια στους διαδηλωτές, σκοτώνοντας δεκάδες διαδηλωτές καθώς και αξιωματικούς του στρατού που προσπαθούσαν να τους προστατεύσουν. Οι διαδηλώσεις συνέχισαν να ζητούν από την στρατιωτική ηγεσία να μην υποστηρίξει τον Αλ-Μπασίρ και να δημιουργήσει μια πολιτική μεταβατική κυβέρνηση. Ωστόσο, ο στρατός ανταποκρίθηκε μόνο με ημίμετρα. Αν και εκθρόνισε τον Αλ-Μπασίρ στις 11 Απριλίου, ανακοίνωσε επίσης ότι ένα στρατιωτικό συμβούλιο, με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο και υπουργό Άμυνας, τον στρατηγό Άχμεντ Αουάντ Ιμπν Αούφ, θα κυβερνήσει τη χώρα για τα επόμενα δύο χρόνια, αλλά δεν έδωσε λεπτομέρειες. Οι διαδηλωτές απέρριψαν την κίνηση ως κυβερνητικό πραξικόπημα και ορκίστηκαν να «προστατέψουν την επανάστασή τους» και να συνεχίσουν να διεκδικούν. Προς το παρόν, η μετάβαση του Σουδάν καλύπτεται από αβεβαιότητα.

Μετάφραση: e la libertà

Magdi El-Gizouli, «The Fall of al-Bashir: Mapping Contestation Forces in Sudan», Arab Reform Initiative, 12 Απριλίου 2019· International Viewpoint, 2 Μαΐου 2019.

Ο Μαγκντί Ελ-Γκιζούλι είναι Σουδανός ακαδημαϊκός και συνεργάτης στο Rift Valley Institute. Γράφει σχετικά με το Σουδάν στο StillSudan .

Βιβλιογραφία

Amnesty International and African Centre for Justice and Peace Studies, Sudan: Excessive and Deadly: The Use of Force, Arbitrary Detention and Torture Against Protesters in Sudan, Amnesty International, Λονδίνο 2014.

Garang John, John Garang Speaks. s.l. : KPI, 1987.

Gurdon Charles G., “The economy of Sudan and recent strains”, στο Peter Woodward [επιμ.], Sudan After Nimeiri, Routledge, Οξφόρδη 1991.

Harir Sharif and Tvedt Terje, Short-Cut to Decay: the Case of the Sudan, The Scandinavian Institute of African Studies, Ουψάλα 1994.

Ibrahim Abdullahi Ali, “The House That Matriarchy Built: The Sudanese Women’s Union”, South Atlantic Quarterly, τόμος 109, τεύχος 1, 2010.

Joya Angela, “The Egyptian revolution: crisis of neoliberalism and the potential for democratic politics”, Review of African Political Economy, τόμος 38, τεύχος 129, 2011.

Marchal Roland and Ahmed Einas, “Multiple Uses of Neoliberalism: War, New Boundaries, and Reorganisation of the Government in Sudan”, στο Francisco Gutiérrez, Sanín Francisco Gutiérrez and Gerd Schönwälder [επιμ.], Economic Liberalisation and Political Violence, Pluto Press, Λονδίνο 2010.

Sharkey Heather, “Arab Identity and Ideology in Sudan: The Politics of Language, Ethnicity, and Race”, African Affairs, τόμος 107, τεύχος 426, 2007.

Sikainga Ahmad A., “Organized Labor in Contemporary Sudan: The Story of the Railway Workers of Atbara”, South Atlantic Quarterly, τόμος 109, τεύχος 1, 2010.

Sudanese Professionals Association, “Declaration of Freedom and Change”, Sudanese Professionals Association, Online 1 Ιανουαρίου 2019. ["Declaration of Freedom and Change – تجمع المهنيين السودانيين", Sudanese Professionals Association - تجمع المهنيين السودانيين

Σημειώσεις

1 Το Ζακάτ είναι μουσουλμανική θρησκευτική υποχρέωση και αποτελεί ετήσιο φόρο περίπου 2,5% επί του πλούτου. Ένα κρατικό ταμείο Ζακάτ ιδρύθηκε στο Σουδάν το 1980 σε εθελοντική βάση. Το Ζακάτ έγινε υποχρεωτικό το 1984 με την ίδρυση του τμήματος Ζακάτ και επισημοποιήθηκε περαιτέρω με τον Νόμο Ζακάτ του 1990.

2 Μια ειρηνευτική συμφωνία του 2005 μεταξύ της κυβέρνησης του Σουδάν και των ανταρτών του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού του Σουδάν / Κινήματος (SPLA / M) τερμάτισε τον πιο μακροχρόνιο πόλεμο της Αφρικής. Η συμφωνία παραχώρησε στο νότιο Σουδάν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης μέσω δημοψηφίσματος και η συντριπτική πλειοψηφία ψήφισε να χωριστεί από το Σουδάν και να αποτελέσει ξεχωριστή χώρα.

3 Ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος του Σουδάν ξεκίνησε το 1983 με την εξέγερση της φρουράς Bor στο νότιο Σουδάν.

4 Σοβαρή ξηρασία έπληξε τις δυτικές περιοχές του Σουδάν, το Κορντοφάν και το Νταρφούρ κατά τα έτη 1980-1984.

5 Ο Νόμος Περί Δημόσιας Τάξης (1992) αποτελεί πειθαρχική ερμηνεία της ισλαμικής σαρία που σχεδιάστηκε κατά κύριο λόγο για τον έλεγχο των φτωχών των αστικών περιοχών μέσω της επιβολής ενδυμασίας και κώδικα συμπεριφοράς.

6 Η σουδανική κυβέρνηση εξαπέλυσε πόλεμο για να διαλύσει τα γεωργικά συστήματα διαβίωσης στις μακρινές περιφέρειες του Σουδάν –στο Νταρφούρ, το Νότιο Κορντοφάν και τον Γαλάζιο Νείλο– και να καταστείλει τις ένοπλες εξεγέρσεις.

7 Το Κόμμα της Ούμμα και το Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα, είναι δύο πολιτικά οχήματα των οικογενειών πατρικίων που καθοδηγούν δύο από τους σημαντικότερους θρησκευτικούς σχηματισμούς του Σουδάν, το Άνσαρ και τη Χατιμίγια, αντίστοιχα.

8 Το Κόμμα Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα (DUP) με επικεφαλής τον Μοχάμμεντ Οσμάν αλ-Μιργάνι, εκπρόσωπο της Χατιμίγια, υπέγραψε συμφωνία συμβιβασμού με την κυβέρνηση το 2003 και έγινε εταίρος του συνασπισμού του κυβερνώντος Κόμματος του Εθνικού Κογκρέσου (NCP) το 2012. Το Κόμμα της Ούμμα με επικεφαλής τον Σαντίκ αλ-Μαχντί, ιμάμη του Άνσαρ, παρέμεινε επισήμως στην αντιπολίτευση. Ο μεγαλύτερος γιος και άμεσος διάδοχος του Σαντίκ αλ-Μαχντί ο Αμπντ αρ-Ραχμάν κατέχει τη θέση του βοηθού του προέδρου Μπασίρ από το 2011. Ένας άλλος από τους γιους του Σαντίκ, ο Μπούσρα, είναι αξιωματικός της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και Ασφάλειας (NISS)

9 Η κυβέρνηση υπέγραψε αρκετές ειρηνευτικές συμφωνίες με ομάδες ανταρτών και φατρίες που έχουν αποσχιστεί από ομάδες ανταρτών από το Νταρφούρ, όπως είναι η Ειρηνευτική Συμφωνία του Νταρφούρ του 2006 και η Συμφωνία της Ντόχα για Ειρήνη στο Νταρφούρ του 2011 και πρόσφερε κυβερνητικές θέσεις σε πολιτικούς και κοινοτηκούς ηγέτες από περιθωριοποιημένες πληθυσμιακές ομάδες.

10 Η ρήξη μεταξύ των δύο πραγματοποιήθηκε το 1998-1999 οδηγώντας στη διάσπαση του Ισλαμικού Κινήματος. Ο Πρόεδρος Μπασίρ συνέχισε να ηγείται του κυβερνώντος Κόμματος του Εθνικού Κογκρέσου (NCP). Ο Τουράμπι, ο οποίος εκδιώχθηκε από την εξουσία, δημιούργησε το δικό του Κόμμα Λαϊκού Κογκρέσου (PCP) και κατηγορήθηκε για υποκίνηση ένοπλης εξέγερσης στο Νταρφούρ. Ο Πρόεδρος Μπασίρ και ο Τουράμπι συμφώνησαν τελικά το 2014 να ξεκινήσουν μια διαδικασία «εθνικού διαλόγου» που επέτρεψε στο PCP να ενταχθεί στον κυβερνητικό συνασπισμό υπό την ηγεσία του NCP.

11 Ανώτεροι ισλαμιστές, όπως ο πρώην αντιπρόεδρος Αλί Οσμάν Μοχάμμεντ Τάχα, ο πρώην ισχυρός ηγέτης του NCP και ο αναπληρωτής πρόεδρος Ναφί Αλί Ναφί, ο πρώην υπουργός πετρελαίου Άουαντ α-Τζάζ, ο πρώην υπουργός εξωτερικών Μουσταφά Οσμάν Ισμαΐλ, απολύθηκαν από τις εκτελεστικές τους αρμοδιότητες τα γραφεία και η εξουσία τους στο κυβερνών κόμμα περιορίστηκαν. Το NCP λειτουργεί σήμερα ως συλλογικός φορέας που διαχειρίζεται τα συμφέροντα πολλών εμπλεκομένων στο καθεστώς (επιχειρηματιών, γαιοκτημόνων, εμπόρων αγροτικών προϊόντων, ηγετών παραδοσιακών φυλών και ιθαγενών διοικήσεων) και είναι υποταγμένοι στην πολιτική βούληση του προέδρου και της γενικής εξουσίας του στρατού / συστήματος ασφάλειας.

12 (Στα τουρκικά) Μορφωμένοι γραφειοκράτες. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε από βρετανούς αξιωματούχους κατά τη διάρκεια της αγγλο-αιγυπτιακής συγκυριαρχίας για να αναφερθεί στη νέα τάξη των μορφωμένων Σουδανών δημοσίων υπαλλήλων. [Σ.τ.Μ.: Με τον όρο εφεντίγια ή αφαντίγια («أفندية»), χαρακτηρίζονταν στην Άιγυπτο και το Σουδάν της αποικιοκρατικής περιόδου, τα μορφωμένα στρώματα της μικροαστικής τάξης (απόφοιτοι πανεπιστημίων κτλ), τα οποία ήταν και οι κύριοι φορείς του αραβικού εθνικισμού (βλ.: Πάνος Κουργιώτης, Μορφές «Επανίδρυσης του Ισλάμ» στη νεότερη και σύγχρονη εποχή – η εμφάνιση των Ισλαμικών Οργανώσεων. Η περίπτωση των Αδελφών Μουσουλμάνων, Διδακτορική Δαιτριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 228). Από το οθωμανικό «efendi» / «افندی», τιμητική προσφώνηση που αντιστοιχεί στο ελληνικό «κύριε» ή στα αγγλικά «sir» και «mister» και προέρχεται από τη λέξη «αὐθέντης» της μεσαιωνικής ελληνικής. Βλ.: «أفندي», Wiktionary]

13 Το Γενικό Συνέδριο Πτυχιούχων ιδρύθηκε το 1938 ως σύλλογος αποφοίτων του Gordon Memorial College (το οποίο έγινε το Πανεπιστήμιο του Χαρτούμ μετά την ανεξαρτησία του Σουδάν). Αρχικά συμμετείχε σε εκπαιδευτικές και κοινωνικές δραστηριότητες, αλλά σύντομα εξελίχθηκε σε μια εθνικιστική πλατφόρμα και απαιτούσε να αναγνωριστεί από τις βρετανικές αρχές ως εκπρόσωπος του σουδανικού λαού. Η αφοσίωση των μελών του Συνεδρίου μοιράστηκε μεταξύ των δύο πατρικίων, του Σαγίντ Αμπντ αρ-Ραχμάν αλ-Μαχντί του Άνσάρ και του Σαγίντ Αλί αλ-Μιργάνι της Χατιμίγια. [Σ.τ.Μ.: Από το 1940 ως το 1943 πρόεδρός του ήταν ο Ισμα’ίλ Αλ-Αζχάρι, ο μετέπειτα πρωθυπουργός (1954-1956) και πρόεδρος (1965-1969) του ανεξάρτητου Σουδάν. Όταν η βρετανική κυβέρνηση αρνήθηκε να αναγνωρίσει το Συνέδριο Πτυχιούχων ως εκπρόσωπο του σουδανικού λαού, η ομάδα του Αλ-Αζχάρι, η οποία ήταν η πιο αδιάλακτη ίδρυσε το κόμμα Ασίκκα (Αδερφοί), το οποίο κατάφερε να κερδίσει τον έλεγχο του Γενικού Συνεδρίου των Πτυχιούχων. Η πιο μετριοπαθής πτέρυγα, η οποία ήταν διατεθειμένη να συνδιαλαγελί με τη βρετανική διοίκηση ίδρυσε το Κόμμα της Ούμμα (Έθνος), υπό την ηγεσία του Σαγίντ Αμπντ αρ-Ραχμάν αλ-Μαχντί. («Sudan: The growth of national consciousness», Encyclopedia Britannica).

* [Σ.τ.Μ.:] Ο Σαντίκ αλ-Μαχντί είναι ο αρχηγός του Εθνικού Κόμματος της Ούμμα [Χιζμπ αλ-Ούμμα αλ-Κάουμμι], υπήρξε προωθυπουργός του Σουδάν από το 1966 ως το 1967 και από το 1986 ως το 1987 (και τις δυο φορές ανατράπηκε από στρατιωτικά πραξικοπήματα). Είναι εγγονός του Σαγίντ Αμπντ αρ-Ραχμάν αλ-Μαχντί, ο οποίος ίδρυσε το Εθνικού Κόμμα της Ούμμα και δυσέγγονος του Μουχάμμαντ Άχμαντ, ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε Μαχντί (Μεσίας) και με αυτή την ιδιότητα ηγήθηκε ενός αντιαποικακού κινήματος που έδιωξε τους Βρετανούς αποικιοκράτες από το Σουδάν από το 1881 ως το 1899.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 01 Ιουλίου 2019 12:52
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.