Τρίτη, 17 Μαΐου 2016 13:16

Τι είδους διεθνισμός στο πλαίσιο της ουκρανικής κρίσης; Ορθάνοιχτα μάτια αντί για μονόφθαλμες θέσεις «στρατοπέδων»

Κατηγορία Ουκρανία

Catherine Samary, «What internationalism in the context of the Ukrainian crisis? Wide open eyes against one-eyed “campisms”», Journal of Contemporary Central and Eastern Europe [Εφημερίδα της Σύγχρονης Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης], Τόμος 24, Τεύχος 1, 2016. Σε ηλεκτρονική μορφή υπάρχει στο Taylor & Francis online. Δημοσιεύεται με την άδεια της συγγραφέα.

ΜετάφρασηΠαραναγνώστης

 

 

 

Catherine Samary

 

Τι είδους διεθνισμός στο πλαίσιο της ουκρανικής κρίσης;

Ορθάνοιχτα μάτια αντί για μονόφθαλμες θέσεις «στρατοπέδων»

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως οι ΗΠΑ εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία της γιουγκοσλαβικής κρίσης για να διατηρήσουν και να ανανεώσουν το ΝΑΤΟ, το οποίο άλλωστε θα έπρεπε να είχε διαλυθεί το 1991 μαζί με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ούτε και για το ότι η Ουάσιγκτον προωθούσε μια «ευρωατλαντική» ιμπεριαλιστική διαχείριση των βαλκανικών συγκρούσεων. Ως εκ τούτου, οι διεθνιστές έπρεπε σίγουρα να κινητοποιηθούν ενάντια στους «ανθρωπιστικούς» βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ.

Αλλά δεν ήταν, την ίδια στιγμή, αναγκαίο να καταγγέλλουν τις «μεγαλοσερβικές» πολιτικές, ιδιαίτερα στο συγκεκριμένο ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου, καταπολεμώντας πάλι τον «αντισερβισμό»; Αποτελούσε το αλβανικό εθνικό ζήτημα ένα απλό «ιμπεριαλιστικό δημιούργημα»; Και αντίθετα, το γεγονός ότι το «σοσιαλιστικό κόμμα» του Μιλόσεβιτς είχε συνάψει οργανικές συμμαχίες με ακροδεξιά μεγαλοσερβικά εθνικιστικά κόμματα και πολιτοφυλακές αποτελούσε δευτερεύον ζήτημα;

Το προφίλ του Μιλόσεβιτς κατά τη διάρκεια της δίκης του δεν ήταν καθόλου σοσιαλιστικό ή/και αντιιμπεριαλιστικό: υποστήριξε ότι, επιτιθέμενες εναντίον του οι δυτικές δυνάμεις, ξαστόχησαν από τον «πραγματικό εχθρό τους» - τον Ισλαμισμό, που ήταν υποτίθεται η πραγματική απειλή στη Βοσνία και στο Κοσσυφοπέδιο. Δεν υπήρχε τίποτα το «αντιιμπεριαλιστικό» εν προκειμένω. Και πρακτικά, δεν θα μπορούσαμε να κινητοποιηθούμε (στη Γαλλία, τουλάχιστον) ενάντια στο ΝΑΤΟ χωρίς το τριπλό σύνθημα, βάζοντας δηλαδή πλάι στο «ούτε ΝΑΤΟ, ούτε Μιλόσεβιτς» την υποστήριξη του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών (Κοσοβάρων). Ο τρίτος αυτός άξονας εξέφραζε μια δυνητική αντίσταση στο είδος της «υποστήριξης» του ΝΑΤΟ προς το αλβανικό ζήτημα που δεν θα μπορούσε να είναι παρά μόνο μια μορφή ιμπεριαλιστικού «προτεκτοράτου». Αλλά αυτή η διατύπωση υπεδείκνυε επίσης μια συνολική αντίθεση προς όλες τις μορφές κυριαρχίας (ιμπεριαλιστικές ή άλλες, χωρίς να βάζει κάποια «συμμετρία» μεταξύ τους)1 και ανταποκρινόταν σε μια προγραμματική και πολιτική εκτίμηση: ότι υπήρχε ένα πραγματικό, άλυτο αλβανικό εθνικό ζήτημα. Ο μεθοδολογικός τρόπος αντιμετώπισής του, από διεθνιστική και σοσιαλιστική σκοπιά, θα μπορούσε να είναι μόνο μια δημοκρατική διαδικασία αυτοδιάθεσης γύρω από τις «λύσεις», που δεν θα έπρεπε να ταυτιστούν με «εθνικά καθαρά» έθνη-κράτη. Ούτε η μεγαλοσερβική πολιτική, ούτε το ΝΑΤΟ θα μπορούσαν να επιτρέψουν μια τέτοια διαδικασία. Αυτός είναι και ο λόγος που τίποτα δεν έχει ακόμα σταθεροποιηθεί στο Κοσσυφοπέδιο.

Σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, όπου το καθεστώς του Πούτιν είναι σίγουρα περισσότερο «ιμπεριαλιστική» δύναμη από όσο ήταν ο Μιλόσεβιτς, αυτή η προσέγγιση είναι ακόμη πιο επαρκής, μπροστά στο ουκρανικό εθνικό ζήτημα και μέσα στην νέα παγκόσμια αταξία. Παρότι θεωρώ σωστό να δοθεί έμφαση ενάντια στη «δική μας αστική τάξη» - εδώ των δυτικών δυνάμεων, εκεί τη ρωσική· το επιχείρημά μου είναι ότι αυτό δεν αρκεί: Η Ρωσία (όπως και η Κίνα) είναι πλέον ένας ισχυρός παράγοντας μέσα μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό ανταγωνισμό· δεν αποτελεί εναλλακτική λύση. Οι διαφορετικές εκδοχές της θέσης των στρατοπέδων φωτίζουν κάποιες αλήθειες, για να δώσουν τελικά μια διαστρεβλωμένη παγκόσμια έποψη.

Επιχειρήματα ότι το ΝΑΤΟ είναι ο κύριος εχθρός

Ορισμένα στοιχεία ενός νέου ψυχρού πόλεμου εναντίον του νέου «ισχυρού κράτους» του Πούτιν υπήρχαν λίγο – πολύ από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ο Zbigniew Brzezinski εξέφρασε καλύτερα την αμερικανική ιμπεριαλιστική άποψη και τις ανησυχίες τους ενάντια σε κάθε πολιτική αυτονομία της «Ευρώπης» ή ενάντια στην ανανέωση της ρωσικής ισχύος. Περιέγραψε την Ουκρανία (λόγω του μεγέθους της, των ιστορικών, πολιτιστικών, και υλικών δεσμών της με τη Ρωσία, αλλά και ως του κύριου δρόμου του πετρελαίου προς την ΕΕ) ως «στρατηγικό» ζήτημα ενάντια σε ένα νέο ισχυρό ρωσικό κράτος. Εξ ου και ένας συνδυασμός «σημαντικών γεγονότων» που ήρθε να παγιώσει τις αντιλήψεις του Πούτιν υπέρ μίας πολιτικής «συγκράτησης» και/ή απομόνωσης: η προς ανατολάς διεύρυνση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, οι λεγόμενες «χρωματιστές επαναστάσεις»2 γύρω στο 2004, ιδίως στην Ουκρανία, το σχέδιο της «αντιπυραυλικής άμυνας», η οικονομική στήριξη των ΗΠΑ σε πολλές ΜΚΟ μέχρι την ανοιχτή Δυτική υποστήριξη στις κινητοποιήσεις της Μαϊντάν.

Ωστόσο, όπως και τον «παλιό καιρό» του Στάλιν, χρησιμοποιήθηκε το επιχείρημα της «δυτικής συνωμοσίας» για την επιβολή καταπιεστικών νόμων στη Ρωσία και τις βίαιες επιθέσεις κατά κοινωνικών και πολιτικών αντιπάλων. Δεν χρειάζεται ούτε στο ελάχιστο να υποστηρίξει κανείς το καθεστώς του Πούτιν για να εκφράσει τις αλήθειες της επέκτασης του ΝΑΤΟ και να επικρίνει τις πολιτικές της ΕΕ και των ΗΠΑ. Αλλά η λογική της θέσης των «στρατοπέδων» απομειώνει ή εμποδίζει μια κριτική προσέγγιση προς το «στρατόπεδο» που υποστηρίζεις: ο «πόλεμος του φυσικού αερίου» που διεξάγει ο Πούτιν, γίνεται ένα «νόμιμο» μέσο για να υπαγορεύσει τις ουκρανικές επιλογές, εναντίον του «άλλου στρατοπέδου». Η εσωτερική κατασταλτική λογική του καθεστώτος Πούτιν στέκεται ως μια «νόμιμη» απάντηση στην ιμπεριαλιστική πίεση, ή ως ένα «μικρότερο κακό». Καμία κριτική δεν διατυπώνεται κατά των μεγαλορρωσικών πολιτικών και ομιλιών του Πούτιν - από την Τσετσενία ως την Ουκρανία, καμιά κριτική για την απεικόνιση των αντιπάλων του και των κοινωνικών κινημάτων ως ιμπεριαλιστικών «πιονιών». Με κριτήριο την μη κριτική απέναντι στο «δικό μας στρατόπεδο», δεν μπορείς να ρίξεις φως στο φόβο του Πούτιν για ένα Μαϊντάν στο σπίτι του, ενάντια στο δικό του καταπιεστικό ολιγαρχικό καθεστώς. Οι «αλήθειες» σου μετατρέπονται σε μια συνωμοσιολογική αντίληψη της παγκόσμιας τάξης και σε έναν «γεωπολιτικό αναγωγισμό».

Δεν είναι χρήσιμο, σύμφωνα με μια τέτοια λογική στρατοπέδων, να αναλύσεις συγκεκριμένα το κατά πόσο ήταν διαφορετικό το Μαϊντάν του 2013/2014 από ανάλογα κινήματα κατά τη διάρκεια της «Πορτοκαλί Επανάστασης»: τι συνέβη στο μεταξύ; Μια βαθιά λαϊκή απογοήτευση για τους λεγόμενους «δημοκρατικούς» φιλοδυτικούς υποψηφίους και κόμματα, τόσο διεφθαρμένους όσο και οι άλλοι. Η θέση των στρατοπέδων λέει ότι στο Κίεβο συνέβη ένα αντιρρωσικό «φασιστικό πραξικόπημα» με δυτική υποστήριξη εναντίον ενός εκλεγμένου προέδρου. Μια τέτοια θέση δεν ενδιαφέρεται για την πραγματικότητα του κοινωνικού κινήματος, καθώς αγνοεί την λαϊκή αντίληψη για τον Γιανούκοβιτς μετά την εκλογή του: την απαξίωση ενός οικογενειακού ολιγαρχικού καθεστώτος και της συγκεντρωτικής και προσωπικής προεδρικής αρχής. Στη Μαϊντάν έγινε μια μαζική λαϊκή έξαρση όχι για το ευρωπαϊκό ζήτημα, αλλά μετά από τις πρώτες δολοφονίες των διαδηλωτών τον Δεκέμβριο, και πάλι μετά από τους κατασταλτικούς νόμους που ψηφίστηκαν τον Ιανουάριο, οι οποίοι και διεύρυναν τη λαϊκή ανησυχία κατά του καθεστώτος σε ολόκληρη τη χώρα. Οι ακροδεξιές πολιτοφυλακές μπόρεσαν να γίνουν δημοφιλείς όχι λόγω του προγράμματός τους, αλλά για την εναντίωσή τους στη βία της Berkut, η οποία μεγάλωσε το έλλειμμα νομιμοποίησης του προέδρου, ακόμα και στις «δικές του περιοχές». Σε σύγκριση με την «Πορτοκαλί Επανάσταση» του 2005, το Μαϊντάν ήταν πιο αντικομματικό: Η Γιούλια Τιμοσένκο και οι υποστηρικτές της υπέστησαν βαριά ήττα στις ουκρανικές εκλογές του 2014, όπως και όλα τα άλλα κόμματα του κοινοβουλίου του Γιανούκοβιτς, είτε φιλο είτε αντί Μαϊντάν, συμπεριλαμβανομένης και της ακροδεξιάς η οποία υποτίθεται ότι έλεγχε το «φασιστικό πραξικόπημα», σύμφωνα με την προπαγάνδα του Πούτιν.

Αλλά ας δούμε και τα επιχειρήματα ότι ο Πούτιν είναι ο κύριος εχθρός

Κι εδώ πάλι, μπορούμε να ξεκινήσουμε με κάποιες αλήθειες. Η συγκεκριμένη και πραγματική = στρατιωτική επέμβαση στην Ουκρανία από την αρχή της κρίσης ήρθε από τη Ρωσία, η οποία παραβίασε όλες τις συμφωνίες που είχε υπογράψει με την Ουκρανία τη δεκαετία του 1990. Η Κριμαία και η Σεβαστούπολη είχαν αυτόνομο καθεστώς, σε αναγνώριση της ιδιαιτερότητάς τους μετά την ανεξαρτησία της Ουκρανίας.

Ο Πούτιν κινητοποίησε δύο ειδών επιχειρήματα για να «νομιμοποιήσει» την προσάρτηση: από τη μια η υποτιθέμενη «απειλή» κατά των ρωσικών ή ρωσόφωνων πληθυσμών – η οποία δεν υπήρχε (ακόμα και ο νόμος για τις επίσημες γλώσσες που χρησιμοποιήθηκε ως ένδειξη της απειλής, αποσύρθηκε) και από την άλλη μια παλιά ιδεολογία για τον παρελθόντα ή το παρόντα Ρωσικό κόσμο που συμπεριλαμβάνει τη «Νοβοροσίγια». Ο Πούτιν παγίωσε τη δημοτικότητά του μετά από μια περίοδο αυξανόμενων κοινωνικών και πολιτικών ανταγωνισμών, με μια επιθετική προπαγάνδα, συντασσόμενος με ακροδεξιά ιδεολογικά μείγματα εξύμνησης του μεγαλορρωσικού τσαρικού ή σταλινικού παρελθόντος. Αλλά ακόμα κι αν η ρωσική πλειοψηφία του πληθυσμού της Κριμαίας θα ήταν ευτυχής να βρεθεί και πάλι στη Ρωσία, το λεγόμενο δημοψήφισμα στην Κριμαία – και ακόμα περισσότερο μεταγενέστερα στο Ντόνετσκ και Λουγκάνσκ – δεν διεξήχθη κατά κανένα τρόπο με δημοκρατική διαδικασία. Οι όποιες φιλοουκρανικές επιλογές και κινήσεις είχαν ταυτιστεί με το «φασισμό», όπως και στην χειρότερη φάση του σταλινισμού. Και συνολικά, οι ομιλίες του Πούτιν αμφισβήτησαν την ιστορική νομιμότητα της ανεξάρτητης Ουκρανίας μέσα στα σύνορά της. Όλο αυτό δεν μπορούσε παρά να εκληφθεί ως «ιμπεριαλιστική απειλή» στην Ουκρανία και σε ορισμένες άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες με ρωσικές μειονότητες, όπως οι χώρες της Βαλτικής.

Όλα αυτά είναι αληθινά και κατακριτέα. Αλλά με τα γυαλιά και πάλι των στρατοπέδων, παραλείπει κανείς άλλα «γεγονότα» και δίνει μια διαστρεβλωμένη παρουσίαση της συνολικής εικόνας: δεν λέει τίποτα σχετικά με τη χρησιμοποίηση αυτής της κρίσης για την επέκταση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην περιοχή, και η πραγματικότητα της Δυτικής ευθύνης για την πρόσφατη κρίση υποβαθμίζεται και μετατρέπεται σε ένα ασαφές κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, τη στιγμή που πρέπει κανείς να καταγγείλει το είδος των «επιλογών» που προτείνονται στον Γιανούκοβιτς από την ΕΕ το Νοέμβριο του 2013: ενώ δηλαδή η χώρα αντιμετωπίζει μια τεράστια κρίση χρέους, του προσφέρθηκε μια «σύνδεση με την ΕΕ» που ήταν στην πράξη μια ριζοσπαστική συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών, χωρίς ένταξη στην ΕΕ και σε αντίφαση προς τις εμπορικές σχέσεις με τη Ρωσία· η «βοήθεια» του ΔΝΤ προσφερόταν υπό τους όρους των γνωστών δραστικών «μεταρρυθμίσεων» για την επιβολή περαιτέρω ιδιωτικοποιήσεων, μείωσης των συντάξεων και των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, αυξήσεων των τιμών της ενέργειας. Όλο αυτό δεν ήταν καθόλου καλύτερο από τον «πόλεμο του φυσικού αερίου» που επέβαλε η Ρωσία.

Αν η «φιλοπουτινική» εκδοχή της θέσης των στρατοπέδων απαξιώνει το Μαϊντάν λόγω των ακροδεξιών υποστηρικτών του, η αντιπουτινική εκδοχή της ελαχιστοποιεί την ακροδεξιά επιρροή, και απεικονίζει το Μαϊντάν ως «φιλοευρωπαϊκή δημοκρατική επανάσταση» – λες και είχαν εκφραστεί σαφείς και δημοκρατικές επιλογές. Μια παρόμοια πολωμένη απάντηση ταυτίζει καθαρά τις συγκρούσεις στη νοτιοανατολική Ουκρανία με μια «ρωσική επιθετικότητα» – ως αντίλογος στη θέση του «εμφυλίου πολέμου», της προπαγάνδας της Μόσχας – όταν ο τοπικός πληθυσμός είναι παγιδευμένος ανάμεσα σε βομβαρδισμούς και από τις δύο πλευρές ενός «υβριδικού πολέμου».3 Για την αντιπουτινική εκδοχή της θέσης των στρατοπέδων, η «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» του Κιέβου και όλα τα «τάγματα» εθελοντών θεωρούνται πατριωτική και «νόμιμη» αντίσταση κατά του σχεδίου του «Ρωσικού ιμπεριαλισμού» για προσάρτηση της χώρας – χωρίς καμία κριτική προσέγγιση προς τις ειδικές ακροδεξιές συνιστώσες τις οποίες το Κίεβο έχει κάποια δυσκολία να ελέγξει. Η θέση ενός αποκλειστικά εξωτερικού πολέμου αρνείται κάθε τοπική λαϊκή υποστήριξη προς την αυτοανακηρυχθείσα «Λαϊκή Δημοκρατία» στη Donbas και αρνείται τις διαπραγματεύσεις με τους αντάρτες· παραλείπει να επικρίνει το Κίεβο για τη χρήση αντιρρωσικής πολεμικής προπαγάνδας (παρόμοια με το μοσχοβίτικο ισοδύναμό της) για να αποτρέψει την κοινωνική αναταραχή· ούτε θα βρούμε παρατηρήσεις για την καταστολή ή την πολιτική λογοκρισία (αν όχι απαγόρευση) των υποστηρικτών της «άλλης πλευράς» του πολέμου.

Παιχνίδια των μεγάλων δυνάμεων μέσα σε ένα πολυπολικό παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό

Το να διαλέξεις πλευρά εναντίον ενός μόνου εχθρού δεν επιτρέπει την ανάλυση των πραγματικών αντικρουόμενων κοινών συμφερόντων και δεσμών μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων. Ο Πούτιν δεν υπήρξε ποτέ κρίσιμη εναλλακτική λύση στους πολέμους των ΗΠΑ ή στο «μοντέλο» της ΕΕ. Πρόσφερε τις υπηρεσίες του κατά της «ισλαμικής τρομοκρατίας» μετά την 11/09/2001, όπως και σήμερα στη Συρία. Και ήθελε η Ρωσία να συμμετάσχει σε ένα συνολικό «ευρωπαϊκό οικοδόμημα»: η λειτουργία της ΕΕ υπήρξε ένα «μοντέλο» για το ευρασιατικό σχέδιο με στόχο τη διαπραγμάτευση με τις βασικές δυνάμεις της ΕΕ για κάποιου είδους «διπολικό» ευρωπαϊκό σχέδιο.

Δυστυχώς για ορισμένες αριστερές ελπίδες, ο Πούτιν είναι πιο κοντά στην Μέρκελ παρά στο ΣΥΡΙΖΑ (τόσο από την κοινωνικοοικονομική όσο και από και γεωπολιτική άποψη). Η Ρωσία παρέχει σχεδόν το ένα τρίτο των αναγκών φυσικού αερίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της – ιδιαίτερα σημαντικός για τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Πράγμα που αποτελεί διττό πρόβλημα: η σημαντική εξάρτηση της Ρωσίας από το εμπόριο και τις οικονομικές σχέσεις με την ΕΕ (πολύ περισσότερο από ό,τι συμβαίνει με τις άλλες χώρες των BRICS) είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της οικονομίας της. Χώρια από το γεγονός ότι οι κυρώσεις δεν είναι ασήμαντες, η προσπάθεια του Πούτιν να μειώσει την εξάρτησή του από τους Ευρωπαϊκούς δεσμούς αυξάνοντας τους δεσμούς του με την Κίνα, δεν μπορεί να έχει βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα.

Η Ρωσία και η Κίνα δεν προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία, θέλουν να ενσωματωθούν στην αυλή των υπερδυνάμεων – και υπάρχουν σίγουρα διαιρέσεις εντός της κυβέρνησης των ΗΠΑ μεταξύ εκείνων που ευνοούν έναν νέο ψυχρό ή «δροσερό πόλεμο», και εκείνων που υποστηρίζουν οργανικές συμμαχίες. Αλλά είναι πολύ αμφίβολη η προθυμία του ΝΑΤΟ να πολεμήσει κατά της Ρωσίας για τα νεότερα μέλη του στην Ανατολική Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, οι στρατιωτικές επεμβάσεις του Πούτιν στην εν λόγω περιοχή, ακόμη και αν είναι πιο απειλητικές, προσκρούουν σε τρία κύρια όρια: πρώτον, θα μπορούσαν να έλθουν σε αντίφαση προς τις κυρίαρχες σχέσεις που θέλει να εδραιώσει με τις δυτικές δυνάμεις. Δεύτερον, η επιθετική πολιτική του Πούτιν στην Ουκρανία δεν εκτιμήθηκε καθόλου από τις νέες ανεξάρτητες πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, με τις οποίες η Μόσχα θα ήθελε να χτίσει το σχέδιο της Ευρασίας. Τρίτον, το πλαίσιο της Κριμαίας είναι πολύ συγκεκριμένο: περαιτέρω προσαρτήσεις χρειάζονται τοπική λαϊκή υποστήριξη που, ακόμη και στην Donbas, δεν είναι προφανής. Επιπλέον, θα κόστιζαν πολύ: ακόμα και στην Κριμαία, εκτός από τις συγκρούσεις με τους Τατάρους και άλλους Ουκρανούς πολίτες που ήθελαν να μείνουν στην Ουκρανία, σημειώθηκαν εντάσεις μεταξύ των υπηρεσιών της Ρωσικής Ομοσπονδίας και των νέων τοπικών αρχών για «κακοδιαχείριση» κεφαλαίων. Ο Πούτιν σίγουρα θα προτιμούσε να χρησιμοποιήσει τις «Λαϊκές δημοκρατίες» στην Donbas ως μοχλό για να επηρεάζει την πολιτική της Ουκρανίας παρά να χρειαστεί να πληρώσει για την εγκόλπωσή τους στη Ρωσία.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, μπορεί κανείς να μαντέψει ότι οι μυστικές διαπραγματεύσεις Πούτιν, Ολάντ και Μέρκελ σχετικά με την εφαρμογή των συμφωνιών του Μινσκ έχουν να κάνουν και με άλλα επίδικα - για παράδειγμα, την τιμή του φυσικού αερίου και τη Συρία. Οι προοδευτικές δυνάμεις στην Ουκρανία (και στην υπόλοιπη Ευρώπη) δεν έχουν καμία επίδραση σε «ειρηνευτικές συμφωνίες» όπως αυτές του Μινσκ. Χρειάζονται όμως πράγματι μια κατάπαυση του πυρός για να σπάσει η από όλες τις πλευρές – από το Κίεβο στη Μόσχα – πολεμική προπαγάνδα, τα ψέματα και τις εκατέρωθεν προσπάθειές για την πρόληψη κοινωνικών και δημοκρατικών κινητοποιήσεων. Χρειάζονται πράγματι, επίσης, να ξεπεράσουν τη θέση των στρατοπέδων που χωρίζει την αντιιμπεριαλιστική αριστερά, η οποία αδυνατεί να δημιουργήσει δεσμούς με τις πραγματικές και παρόμοιες δημοκρατικές και κοινωνικές λαϊκές προσδοκίες των φιλο- ή αντι-Μαϊντάν ρευμάτων ή κινημάτων.

Τα αριστερά διεθνιστικά ρεύματα δεν χρειάζεται να συμφωνήσουν σχετικά με την «αποτίμηση» του τι ήταν το Μαϊντάν, ή για το τι είναι «ιμπεριαλισμός» προκειμένου να εναντιώνονται σε όλες τις εσωτερικές και εξωτερικές σχέσεις της κυριαρχίας – από τη Ρωσία ή τις δυτικές δυνάμεις – και σε όλες τις δεξιές και αντιδραστικές θέσεις.

Οι επιθετικοί λόγοι και η πολιτική του Πούτιν είναι εκείνα που έχουν παγιώσει τις φιλονατοϊκές προσδοκίες μέσα στον ουκρανικό πληθυσμό: δεν μπορείς να καταπολεμήσεις αποτελεσματικά τους δυτικούς ιμπεριαλιστές (και την «αντιτρομοκρατική επιχείρηση» του Κιέβου / ATO) χωρίς συγκεκριμένη κριτική της «μεγαλορρωσικής» πολιτικής και χωρίς να απαιτείς κατάπαυση του πυρός και απόσυρση των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Ομοίως, δεν μπορείς να κινητοποιήσεις αποτελεσματικά κατά του μεγαλορρωσικού μιλιταρισμού, χωρίς να επικρίνεις την ίδια την ύπαρξη και την επέκταση του ΝΑΤΟ· και δεν μπορείς να νικήσεις τους αυτοανακηρυγμένους ηγέτες και πολιτοφυλακές των «Λαϊκών Δημοκρατιών» του Ντόνετσκ και Λουγκάνσκ χωρίς κατάπαυση του πυρός για να μπει τέλος στην ATO και τη στάση του Κιέβου προς τους πληθυσμούς των περιοχών αυτών.

Δεν θα υπάρξει ειρηνική σταθεροποίηση χωρίς μια πραγματική δημοκρατική διαδικασία αυτοπροσδιορισμού για όλα τα μέρη της Ουκρανίας: κάθε είδους «σύνταγμα Ντέιτον» εκπονημένο χωρίς μια δημοκρατική διαδικασία όπου θα συμμετέχει ο ίδιος ο ουκρανικός λαός, θα παραμείνει πολύ εύθραυστο.

 

 

Σημειώσεις

1 Η χρήση της ίδιας έννοιας - «ιμπεριαλιστική» - για διάφορες μορφές και περιεχόμενα κυριαρχίας δεν είναι χρήσιμη. Υπάρχουν συνέχειες αλλά και απότομες ασυνέχειες μεταξύ του «ιμπεριαλιστικού» τσαρισμού, του μεγαλορρωσικού σταλινισμού και, από την καπιταλιστική παλινόρθωση και μετά, των αναδυόμενων νέου είδους ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στη Ρωσία και στην Κίνα, που πρέπει να αναλυθούν με ακρίβεια. Δεν είναι ανάγκη να προκριθεί μια σχέση κυριαρχίας ως «ιμπεριαλιστική» (ή «καπιταλιστική») για να απορριφθεί. Όποια και αν ήταν η ακριβής «φάση» της σερβικής μετατροπής σε καπιταλιστική κοινωνία στα χρόνια του Μιλόσεβιτς, θα ήταν ανόητο να θεωρείται «ιμπεριαλιστική»: στα «ούτε, ούτε» κριτήρια δεν εξυπακούεται κάποια «συμμετρία»: για την καταστροφή και απαξίωση του γιουγκοσλαβικού σοσιαλιστικού προτάγματος, η πολιτική του Μιλόσεβιτς ήταν πολύ πιο καταστροφική από εκείνη του ΝΑΤΟ.

2 Βλ Vicken Cheterian (επιμ.), From Perestroika to Painbow Revolutions, (Hurst paublications, 2013).

3 Η διατύπωση αυτή χρησιμοποιείται γενικά για να περιγράψει τις διάφορες μορφές ακήρυκτου πολέμου, όπως χρησιμοποιείται από τον Πούτιν. Αλλά μπορεί επίσης να απεικονίσει εδώ το συνδυασμό του εμφυλίου πολέμου και της πραγματικής ρωσικής εξωτερικής επέμβασης. Οι μητέρες των Ρώσων στρατιωτών κατήγγειλαν τη δολοφονία των γιων τους στην Ουκρανία˙ η Ρωσία δεν θα μπορούσε, πολιτικά, να επιτρέψει την ήττα των «φιλορρώσων» ανταρτών: τον Αύγουστο του 2014 υπήρχε αύξηση της εξωτερικής στρατιωτικής βοήθειας σε συνδυασμό με πολιτικές αλλαγές που αποσκοπούσαν και τα δύο στη βελτίωση του ελέγχου πάνω στους αυτοανακηρυγμένους ηγέτες, αλλά και για να τους δώσει πιο «ουκρανικό» προφίλ ενόψει των διεθνών διαπραγματεύσεων.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016 21:33
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.