Κυριακή, 24 Μαρτίου 2019 22:31

Η μάχη του φοιτητικού κινήματος στην Αλβανία

Κατηγορία Διεθνή

Η μάχη του φοιτητικού κινήματος στην Αλβανία

του Παναγιώτη Ξοπλίδη

Από τον Νοέμβρη του 2018 στα αλβανικά πανεπιστήμια επικρατεί αναβρασμός. Σε μια χώρα με ανύπαρκτες συνδικαλιστικές δομές η εκδήλωση ενός μαζικού, μαχητικού, ανεξάρτητου και χειραφετημένου φοιτητικού κινήματος έχει ιστορική σημασία, καθώς λειτουργεί παράλληλα και ως πυροκροτητής ευρύτερων κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών.

Στην Ελλάδα πολύ μεγαλύτερη προβολή από τα καθεστωτικά ΜΜΕ είχαν οι διαδηλώσεις της δεξιάς αντιπολίτευσης ενάντια στην διεφθαρμένη κυβέρνηση του Έντι Ράμα και οι εθνικιστικές κραυγές περί αλλαγής συνόρων στα Βαλκάνια. Την ίδια στιγμή η υπόθεση Κατσίφα και η δολοφονία Αλβανού μετανάστη στην Κέρκυρα από χρυσαυγίτη ενίσχυσαν και πάλι το ρατσιστικό μίσος που τροφοδοτεί τόσο το νέο δόγμα της “ισχυρής Ελλάδας” του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και το ακροδεξιό μπλοκ των μακεδονικών συλλαλητηρίων. Οι μεγάλες φοιτητικές κινητοποιήσεις έμειναν στο σκοτάδι, καθώς ανατρέπουν μεταξύ άλλων και τη “βολική” εικόνα που έχει δημιουργηθεί στην Ελλάδα για την γειτονική χώρα ως ενός ακόμα απειλητικού “εχθρού”.

Η αλήθεια είναι ότι στην Αλβανία δεν υπήρξε ποτέ ο διαχωρισμός αριστεράς-δεξιάς, όπως τον γνωρίζουμε με βάση τα πρότυπα της δυτικοευρωπαϊκής αστικής δημοκρατίας. Τα δύο μεγάλα κόμματα, το Σοσιαλιστικό και το Δημοκρατικό, εναλλάσσονται στην εξουσία μετά την πτώση του καθεστώτος Χότζα και δεν έχουν σχεδόν καμιά ιδεολογική διαφορά. Μαζί με προσωποπαγή μικρότερα κόμματα συγκροτούν εκλογικούς συνασπισμούς που αμφότεροι συνδυάζουν τη φιλοδυτική-φιλελεύθερη πολιτική με την εθνικιστική ρητορική. Και οι δύο ταυτίζονται απόλυτα στο ζήτημα της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής εφαρμόζοντας όλες τις ακραίες νεοφιλελεύθερες επιταγές.

Στον τομέα της εκπαίδευσης η Αλβανία έγινε το υπόδειγμα των συνθηκών της Μπολόνια και της Λισαβόνας. Μεταρρυθμίσεις που σε χώρες της ΕΕ συνάντησαν ισχυρές αντιδράσεις εφαρμόζονται στην Αλβανία εδώ και δεκαετίες. Υπάρχουν δύο κύκλοι σπουδών και, επομένως, πτυχία δύο διαφορετικών επιπέδων, οι φοιτητές πληρώνουν δίδακτρα, δεν υπάρχουν δωρεάν παροχές, έχουν θεσπιστεί συμβούλια ιδρύματος, οι σύλλογοι έχουν καταργηθεί εδώ και καιρό, τα πανεπιστήμια καλούνται να αυτοχρηματοδοτούνται. Η κατάσταση είναι ίδια τόσο στα κρατικά, όσο και στα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Παρόμοια είναι η εικόνα και στις άλλες χώρες της Βαλκανικής, καθώς η ηγεμονία του ευρωπαϊσμού και του νεοφιλελευθερισμού μοιάζει ακλόνητη.

Το «ευρωπαϊκό όνειρο» έχει γίνει, όμως, μια εφιαλτική πραγματικότητα για την καθημερινότητα των Αλβανών φοιτητών. Τα συγγράμματα είναι επί πληρωμή ακόμα και στην ηλεκτρονική τους μορφή. Στις εστίες υπάρχει ενοίκιο αν και οι συνθήκες είναι άθλιες, με δωμάτια που φιλοξενούν έως και 8 άτομα, πολλές φορές χωρίς θέρμανση και ζεστό νερό. Οι φοιτητές πληρώνουν και για τη σίτισή τους, ενώ δεν είναι καθόλου σπάνια τα φαινόμενα δωροδοκίας καθηγητών για να τους περάσουν σ’ ένα μάθημα. Το καθηγητικό κατεστημένο είναι ανεξέλεγκτο και δεν λείπουν περιπτώσεις σεξουαλικού εκβιασμού καθηγητών προς φοιτήτριες. Η άθλια αυτή κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο τα τελευταία χρόνια μετά από νόμο που ψήφισε η κυβέρνηση σύμφωνα με τον οποίο το σύνολο των πανεπιστημίων της χώρας, ιδιωτικών και κρατικών, ορίστηκαν ως «δημόσια» και υπό αυτόν τον ψευδεπίγραφο τίτλο μοιράζονται την κρατική χρηματοδότηση. Αυτή η σκανδαλώδης μεταρρύθμιση έγινε για να ενισχυθούν οι ιδιοκτήτες των ιδιωτικών πανεπιστημίων, που συνήθως είναι επιχειρηματίες φιλικά προσκείμενοι ή και συγγενικά πρόσωπα βουλευτών των κυβερνώντων κομμάτων.

Ζοφερό είναι και το μέλλον των φοιτητών καθώς στην Αλβανία, παρά τους μεγάλους αναπτυξιακούς ρυθμούς των τελευταίων χρόνων, οι μισθοί παραμένουν στο όριο της εξαθλίωσης, η κοινωνική ασφάλιση είναι ανύπαρκτη, η υγεία και άλλες κοινωνικές παροχές είναι απλησίαστες για την μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Παράλληλα, στην Αλβανία η μαφία και το οργανωμένο έγκλημα είναι συνυφασμένα με τις κυβερνητικές δομές, την αστυνομία, τον στρατό. Η διαφθορά είναι προφανώς υπαρκτή αλλά χρησιμοποιείται από τα κόμματα για να στραφεί κάθε φορά η λαϊκή οργή μόνο απέναντι σε συγκεκριμένα πρόσωπα, ώστε να μένει στο απυρόβλητο ο σκληρός πυρήνας του συστήματος.

Τα στάσιμα νερά αυτής της πραγματικότητας ήρθαν να ταράξουν με ορμή οι φοιτητές. Αφορμή για να βγουν στους δρόμους ήταν η απόφαση των πανεπιστημίων και του υπουργείου παιδείας, η οποία πέρασε στα κρυφά με πράξη νομοθετικού περιεχομένου στις 21 Μαΐου 2018, για την επιβολή χαρατσιού για κάθε μάθημα που ο φοιτητής αποτυγχάνει να περάσει με την πρώτη και ξαναδίνει τον Σεπτέμβρη. Αυτό το πρόστιμο των 500 ευρώ στις εξετάσεις της δεύτερης εξεταστικής περιόδου που πλήττει κυρίως τους φτωχούς και (αναγκαστικά) εργαζόμενους φοιτητές και ισχύει ήδη σε πολλά ιδιωτικά πανεπιστήμια, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Από τον Οκτώβρη του 2018 θα έπρεπε κανονικά να εφαρμοστεί η πρώτη επιβολή προστίμων και ήδη από τις 3 του Οκτώβρη ξεκίνησαν οι πρώτες διαμαρτυρίες στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών στα Τίρανα. Ακολούθησαν εβδομάδες διαμαρτυριών σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Αλβανίας: στα Τίρανα, αλλά και στην Κορυτσά στον νότο, στο Ελμπασάν στο κέντρο και στο Δυρράχιο στα δυτικά. Ειδικότερα, στα Τίρανα οι διαδηλώσεις ήταν πρωτοφανείς σε μαζικότητα και στις 5 Δεκέμβρη μια συγκλονιστική διαδήλωση 25.000-30.000 φοιτητών κατέληξε στον αποκλεισμό του κτιρίου του υπουργείου Παιδείας στο κέντρο της πρωτεύουσας. Ακολούθησαν και άλλες διαδηλώσεις και μαχητικές μορφές αγώνα, όπως οι αποκλεισμοί σε κεντρικές οδικές αρτηρίες των Τιράνων. Για πρώτη φορά στη χώρα ξέσπασε ένα μαζικό κίνημα χωρίς κανέναν έλεγχο από τα μεγάλα κυβερνώντα κόμματα, παρά την προσπάθεια των κομματικών νεολαιών της αντιπολίτευσης (Δημοκρατικό Κόμμα και Σοσιαλιστικό Κίνημα για Ενσωμάτωση -διάσπαση του Σοσιαλιστικού Κόμματος) να το ελέγξουν και να το προσαρμόσουν στα όρια ενός ευρύτερου αντικυβερνητικού κινήματος που όμως έχει πολύ στενότερα πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά.

Αντίθετα, το φοιτητικό κίνημα δεν έμεινε στη διεκδίκηση της άμεσης απόσυρσης του «χαρατσιού των κομμένων». Διαμόρφωσε πολύ ευρύτερα αιτήματα, τα οποία αποκρυσταλλώθηκαν σε «Οχτώ Σημεία»: Αύξηση στο 5% του ΑΕΠ των δαπανών για την παιδεία (σήμερα είναι στο 3,3% του ΑΕΠ) με στόχο τη μείωση στο μισό των διδάκτρων σε κάθε βαθμίδα που σήμερα φθάνουν τα 2.560 ευρώ. Αναβάθμιση των υποδομών και των φοιτητικών εστιών. Διαφάνεια στον προϋπολογισμό και στην κατανομή του. Αύξηση της βαρύτητας της φοιτητικής ψήφου στις εκλογές των διοικητικών οργάνων/θέσεων από το 10%, που είναι σήμερα, στο 50%. Παροχή δωρεάν συγγραμμάτων και δωρεάν πρόσβαση σε επιστημονική βιβλιογραφία. Φοιτητικό πάσο με τις παροχές που αυτό θα έπρεπε να συνεπάγεται. Όλα τα παραπάνω ενοποιούνται μέσα από το γενικότερο αίτημα για την κατάργηση του νόμου για την ανώτατη εκπαίδευση.

Η κυβέρνηση του Έντι Ράμα αιφνιδιάστηκε από τη μαζικότητα, τη διάρκεια και την αντοχή του φοιτητικού κινήματος. Μετά από μερικές εβδομάδες αναγκάστηκε να πάρει πίσω το “χαράτσι των κομμένων” και στη συνέχεια δήλωσε πως αποδέχεται επί της αρχής και τα οχτώ αιτήματα των φοιτητών, όχι όμως και την κατάργηση του υπάρχοντος νόμου. Λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων στο πλαίσιο ενός ανασχηματισμού καρατομήθηκε και η μισητή υπουργός Παιδείας Lindita Nikolla. Πανικόβλητη πλέον η κυβέρνηση κάλεσε τους φοιτητές σε διάλογο. Το κίνημα απάντησε υιοθετώντας τη γραμμή «Καμία διαπραγμάτευση» και διευρύνοντας ακόμα περισσότερο τους στόχους του, καθώς μαθητές των λυκείων άρχισαν και εκείνοι να ενώνονται με τους φοιτητές, ενώ η κοινωνική αποδοχή του κινήματος είναι τεράστια. Βασικά συνθήματα των φοιτητών και των φοιτητριών έγιναν: «Μια νεολαία που δεν διαμαρτύρεται είναι μια νεκρή νεολαία», «Είμαστε φοιτητές, όχι πελάτες!».

Η κυβέρνηση εναπόθεσε όλες τις ελπίδες της στις διακοπές των Χριστουγέννων και στο αναμενόμενο ξεφούσκωμα των κινητοποιήσεων. Όμως ακόμα και η περίοδος των γιορτών αξιοποιήθηκε από τους φοιτητές για να οργανώσουν την επόμενη φάση του κινήματος που πήρε από τις 9 Γενάρη του 2019 τη μορφή του οργανωμένου μποϊκοτάζ με μαζικές αποχές από τα μαθήματα, ολιγόωρες καταλήψεις, οργάνωση αντιμαθημάτων, εκδηλώσεων και συναυλιών. Σε κάποιες σχολές, όπως η Νομική και το Οικονομικό στα Τίρανα, αποφασίστηκε για πρώτη φορά και ολοκληρωτική κατάληψη του κτιρίου με παραμονή των φοιτητών στις σχολές και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στις 11 Γενάρη η κυβέρνηση διέταξε την αστυνομική επέμβαση σε όλες τις σχολές που βρίσκονταν υπό κατάληψη με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν και συγκρούσεις, καθώς οι φοιτητές προσπάθησαν να υπερασπιστούν τον αγώνα τους. Το μαζικό μποϊκοτάζ συνεχίστηκε σε όλη την διάρκεια του Γενάρη με συμμετοχή και μερίδας του διδακτικού προσωπικού από τις κατώτερες βαθμίδες. Ο έλεγχος των πανεπιστημίων πέρασε στα χέρια των φοιτητών, καθώς μετατράπηκαν σε κέντρα διεκδίκησης ενός άλλου εκπαιδευτικού μοντέλου χωρίς το ασφυκτικό πλαίσιο των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Οι εκκλήσεις της κυβέρνησης για διάλογο παρέμειναν χωρίς αντίκρισμα, ενώ οι υποχωρήσεις της συνεχίστηκαν με την υπόσχεση για μείωση των διδάκτρων από την επόμενη ακαδημαϊκή χρονιά και στήριξη των φτωχών φοιτητών με μηνιαίο επίδομα.

Οι φοιτητές έχουν ήδη πετύχει σημαντικές νίκες αν και δεν είναι ακόμα ορατή μια επικράτηση για το βασικό αίτημα της ολοκληρωτικής κατάργησης του νόμου για την εκπαίδευση. Άλλωστε τα πραγματικά αίτια που οδήγησαν στην αναπάντεχη έξαρση του φοιτητικού κινήματος είναι σαφώς βαθύτερα και δεν αφορούν μόνο την κατάσταση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Μια φοιτητική άνοιξη ποτέ δεν μένει εγκλωβισμένη εντός των ορίων των πανεπιστημίων και καθορίζει πολύ ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Για πρώτη φορά στην Αλβανία διαμορφώνονται δομές που αλλάζουν το πολιτικό τοπίο της χώρας. Το φοιτητικό κίνημα δεν στηρίχθηκε στο «αυθόρμητο» ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως πολλές φορές προβάλλεται. Καθοριστική ήταν η συμβολή της «Κίνησης για το Πανεπιστήμιο». Το 2013 είχε ξεσπάσει ένας πολύ μικρότερης έκτασης και έντασης αγώνας ενάντια στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και τότε δημιουργήθηκε η «Κίνηση για το Πανεπιστήμιο», που ήταν αρχικά μια σχετικά μικρή ομάδα αγωνιστών. Από τότε μέχρι και σήμερα η Κίνηση κατάφερε να δημιουργήσει μια αρκετά μαζική μετωπική συλλογικότητα, που δεν μοιάζει σε τίποτα με τις νεολαίες των αλβανικών καθεστωτικών κομμάτων. Προσπάθησε να φέρει στο προσκήνιο τα πραγματικά προβλήματα της φοιτητικής νεολαίας και τα αποτελέσματα φάνηκαν κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων τον φετινό χειμώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι στις σχολές που πρωταγωνίστησαν στο κίνημα υπάρχουν μαζικοί πυρήνες της Κίνησης που λειτουργούν με πείσμα και επιμονή σε δύσκολες συνθήκες. Παράλληλα με τις φετινές κινητοποιήσεις συγκροτήθηκαν και νέοι πυρήνες της Κίνησης με συνεχή δουλειά και συντονισμό που οδήγησε στην πρώτη μαζική έκφραση του φοιτητικού κινήματος.

Παράλληλα, η ορμή του κινήματος έχει ήδη επιπτώσεις και στο συνδικαλιστικό, εργατικό κίνημα. Στην Αλβανία τα υπάρχοντα σωματεία είναι ανυπόληπτα, καθώς λειτουργούν απλά ως εξαρτήματα των δύο μεγάλων κομμάτων. Η «κοινωνική ειρήνη» είναι έτσι εξασφαλισμένη, ώστε η χώρα να εξακολουθεί να είναι «παράδεισος» επενδύσεων για το πολυεθνικό και ντόπιο κεφάλαιο. Τα τελευταία χρόνια η αλβανική οικονομία γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη λόγω του τουριστικού και κατασκευαστικού τομέα. Οι ακτές μετατρέπονται σε «Ριβιέρα» ενώ κατασκευάζονται ξενοδοχεία, νέοι δρόμοι και άλλα έργα. Όλα αυτά με τις γνωστές συνθήκες ζούγκλας που εφαρμόστηκαν σε όλες τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, λεηλασία, δηλαδή, της εργασίας και της φύσης. Ένας ακόμα τομέας που γνωρίζει εξαιρετική άνθηση στην Αλβανία είναι αυτός της εγκατάστασης τηλεφωνικών κέντρων πωλήσεων από εταιρίες χωρών της Ε.Ε., της Γερμανίας αλλά και πολλών ιταλικών και ελληνικών επιχειρήσεων. Σε αυτές τις εταιρίες μεγάλο μέρος των εργαζομένων είναι φοιτητές, καθώς απαραίτητα προσόντα είναι η γνώση πληροφορικής και ξένων γλωσσών. Η πλειοψηφία των φοιτητών αναγκάζεται να εργαστεί με εξευτελιστικούς μισθούς σε αυτές τις εταιρίες για να καλύψει τα δίδακτρα και το υπόλοιπο κόστος των σπουδών τους. Τον Φλεβάρη του 2019 δημιουργήθηκε, επίσης, για πρώτη φορά ένα νέο σωματείο στη χώρα, ακηδεμόνευτο από τα μεγάλα κόμματα εξουσίας. Ονομάστηκε «Αλληλεγγύη» και στόχος του είναι να καλύψει το σύνολο των εργαζομένων στα τηλεφωνικά κέντρα σε αγωνιστική κατεύθυνση διεκδίκησης.

Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται και με την εμφάνιση μιας νέας αριστερής οργάνωσης στην Αλβανία. Σε μια χώρα όπου τα μεγάλα κόμματα και οι δορυφόροι τους στους εκλογικούς συνασπισμούς ταυτίζονται απόλυτα στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής, η δημιουργία της Organizata Politike πριν μερικά χρόνια (σε στενή επαφή με τις αντίστοιχες διεργασίες στο φοιτητικό κίνημα) έχει επίσης τεράστια σημασία. Το κίνημα στην Αλβανία παραμένει σε αρχικό στάδιο και τους τελευταίους μήνες αναγκάστηκε να «τρέξει» πριν μάθει ίσως ακόμα να «μπουσουλάει». Οι όποιες μετωπικές δομές είναι υπό διαμόρφωση, ενώ η πολιτικοποίηση παραμένει εξαιρετικά χαμηλή. Επιπλέον η ιστορική παράδοση της Αλβανίας δεν ευνοεί καθόλου την ανάπτυξη της αριστεράς ακόμα και σε σχέση με άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης όπου παρατηρείται έστω το φαινόμενο της νοσταλγίας για τις κατακτήσεις της σοσιαλιστικής περιόδου.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η δημιουργία μιας σχετικά μαζικής αριστερής οργάνωσης, της Organizata Politike, είναι ένα σημαντικό βήμα και δεν χωρούν αναλύσεις με βάση τα ελληνικά δεδομένα με χαρακτηρισμούς όπως «ρεφορμιστική» κτλ. Η αλβανική κοινωνία δεν θα είναι η ίδια μετά από τη φοιτητική έκρηξη. Μια ολόκληρη κοινωνία έμαθε έναν τρόπο να αγωνίζεται και να διεκδικεί. Το κίνημα έδειξε πως καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αντισταθεί σε ένα μαχητικό, μαζικό και ανυποχώρητο κίνημα και αναπτέρωσε το ηθικό ενός λαού. Με βάση αυτά τα κεκτημένα η δημιουργία αριστεράς και μετωπικών πολιτικοσυνδικαλιστικών δομών είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρα.

Το ελληνικό εκπαιδευτικό κίνημα με τη συσσωρευμένη εμπειρία του δεν μπορεί να μείνει απλός παρατηρητής. Δεν είναι απλά ζήτημα διεθνιστικής αλληλεγγύης. Αν και η Αλβανία βρίσκεται τόσο κοντά, δεν φαίνεται προς το παρόν να υπάρχει προσπάθεια επαφής και συγκρότησης σταθερών δεσμών. Όμως η εικόνα από το παρόν της Αλβανίας όσον αφορά το τοπίο της εκπαίδευσης είναι το κοντινό μέλλον για την Ελλάδα των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων στη δημόσια εκπαίδευση στο πλαίσιο των πολιτικών του κεφαλαίου και της Ε.Ε. Στα μεγάλα εκπαιδευτικά κινήματα με παρόμοιες αιτίες στις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα πολλοί Αλβανοί μαθητές και φοιτητές συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις στην Ελλάδα και οι εμπειρίες μας είναι κοινές. Είναι εμφανείς οι ομοιότητες ακόμα και σε κάποιες από τις πρακτικές που εφάρμοσε το φοιτητικό κίνημα στην Αλβανία και το έδαφος είναι πρόσφορο για ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών αγώνα. Άλλωστε τα προβλήματα των νέων και των εκπαιδευτικών στα Βαλκάνια είναι κοινά: υποχρηματοδότηση της παιδείας, δίδακτρα, ταξικοί φραγμοί, πέταγμα των φτωχών έξω από την εκπαίδευση, ελαστική εργασία με χαμηλούς μισθούς. Γι’ αυτό πρέπει και η πάλη μας να είναι κοινή, αλλά αυτό δεν πρέπει να μείνει απλά ως ευχή. Το επόμενο διάστημα είναι αναγκαία η δημιουργία σταθερών δρόμων επικοινωνίας και συντονισμού, ώστε σε επόμενη φάση έκρηξης κινημάτων η αλληλεγγύη να μην είναι ζητούμενο αλλά πράξη σε κάθε χώρα.

 

ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.