Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2026 16:30

Ο Μαρξ για τα κοινοτικά χωριά ως τόπους επανάστασης στη Ρωσία και πέρα από αυτήν

Γκριγκόρι Γκριγκόριεβιτς Μιασοέντοφ, Η ώρα του θερισμού (Οι θεριστές) [Григо́рий Григо́рьевич Мясое́дов, Страдная пора (Косцы)], 1887. Κρατικό Ρωσικό Μουσείο, Πετρούπολη. Η έμφυλη και ηλικιακή ιεράρχηση στην τοποθέτηση των μορφών αντανακλά τις πατριαρχικές σχέσεις της ρωσικής αγροτικής κοινότητας. Η ειρωνεία είναι ότι ο πίνακας αυτός αγοράστηκε από τον τσάρο Αλέξανδρο Γ΄.

 

 

Kevin B. Anderson

 

Ο Μαρξ για τα κοινοτικά χωριά ως τόπους επανάστασης στη Ρωσία και πέρα από αυτήν

 

 

Δύο χρόνια πριν από τα σημειωματάρια του 1879-82 σχετικά με τις κοινοτικές κοινωνικές μορφές σε όλο τον κόσμο, ο Μαρξ αρχίζει να βλέπει μια εξέγερση στη Ρωσία ως το πιο πιθανό σημείο εκκίνησης για μια ευρύτερη ευρωπαϊκή επανάσταση. Για παράδειγμα, σε σχόλια σχετικά με τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (την «ανατολική κρίση») σε μια επιστολή της 27ης Σεπτεμβρίου 1877 προς τον κομμουνιστή του Νιου Τζέρσεϋ Φρίντριχ Σόργκε, ο Μαρξ θεωρεί τη Ρωσία ως ένα καζάνι επανάστασης:

«Η κρίση αυτή σηματοδοτεί μια νέα καμπή στην ευρωπαϊκή ιστορία. Η Ρωσία –και έχω μελετήσει τις συνθήκες εκεί από τις πρωτότυπες ρωσικές πηγές, ανεπίσημες και επίσημες (οι τελευταίες είναι διαθέσιμες μόνο σε λίγα άτομα, αλλά τις απέκτησα μέσω φίλων μου στην Πετρούπολη)– βρίσκεται εδώ και καιρό στο χείλος μιας αναταραχής. Οι γενναίοι Τούρκοι επιτάχυναν την έκρηξη κατά χρόνια με την ήττα που επέφεραν, όχι μόνο στον ρωσικό στρατό και τη ρωσική οικονομία, αλλά και με έναν εξαιρετικά προσωπικό και ατομικό τρόπο στη δυναστεία που διοικούσε τον στρατό (τον τσάρο, τον διάδοχο του θρόνου και έξι άλλους Ρομανόφ). Η αναταραχή θα ξεκινήσει secundum artem [σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης] με μερικούς να παίζουν με τον συνταγματισμό και στη συνέχεια θα υπάρξει μια μεγάλη διαμάχη. Αν η Μητέρα Φύση δεν είναι ιδιαίτερα εχθρική προς εμάς, θα ζήσουμε για να δούμε το πανηγύρι! Οι ηλίθιες ανοησίες που διαπράττουν οι Ρώσοι φοιτητές είναι μόνο ένα σύμπτωμα, άχρηστο από μόνο του. Αλλά είναι ένα σύμπτωμα. Όλα τα τμήματα της ρωσικής κοινωνίας βρίσκονται σε πλήρη αποσύνθεση οικονομικά, ηθικά και διανοητικά. Αυτή τη φορά η επανάσταση θα ξεκινήσει στην Ανατολή, που μέχρι τώρα ήταν το ακλόνητο φρούριο και η εφεδρική στρατιά της αντεπανάστασης.» (Marx-Engels Collected Works [εφεξής MECW], 45: 278)

Σε αυτή την περίοδο, τα τελευταία χρόνια της ζωής του Μαρξ, δεν γνωρίζω καμία άλλη αναφορά σε επαναστατικές δυνατότητες σε οποιαδήποτε άλλη χώρα που να είναι ισοδύναμη με αυτή που εκφράζει εδώ σχετικά με τη Ρωσία. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, στην ίδια επιστολή, ο Μαρξ απορρίπτει τις προοπτικές επανάστασης στη Γαλλία, η οποία εξακολουθούσε να υποφέρει από το κύμα της αντίδρασης που ξεκίνησε μετά την ήττα της Παρισινής Κομμούνας και όπου οι δημοκρατικοί αντιμετώπιζαν την απειλή μιας στρατιωτικής δικτατορίας: «Η γαλλική κρίση είναι μια εντελώς δευτερεύουσα υπόθεση σε σύγκριση με την ανατολική. Ωστόσο, μπορεί κανείς μόνο να ελπίζει ότι η αστική δημοκρατία θα νικήσει» (MECW 45: 278). Τελικά, η Ρωσία νίκησε την Τουρκία τον επόμενο χρόνο, μετριάζοντας έτσι προς στιγμήν την εγχώρια κρίση που ο Μαρξ προέβλεψε το 1877. Ωστόσο, δεν άλλαξε τη θέση του σχετικά με τα θεμελιώδη ζητήματα που διάβρωναν την ρωσική κοινωνική τάξη. Αυτό φαίνεται σε μια επιστολή προς τον Βίλχελμ Λίμπκνεχτ τέσσερις μήνες αργότερα, στην οποία σημείωσε ότι, ενώ η ήττα της Τουρκίας είχε προς το παρόν αποτρέψει μια επαναστατική έκρηξη, συνέχιζε να πιστεύει ότι «όλα τα στοιχεία υπάρχουν σε επάρκεια» για μια «κοινωνική επανάσταση» στη Ρωσία «και, ως εκ τούτου, για ριζικές αλλαγές σε όλη την Ευρώπη» (Επιστολή της 4ης Φεβρουαρίου 1878, MECW 45: 296).

Δεκαπέντε μήνες αργότερα, σε μια επιστολή προς τον Γάλλο σοσιαλιστή Ζιλ Γκεσντ, με ημερομηνία 10 Μαΐου 1879, η οποία ήρθε στο φως μόλις πρόσφατα, ο Μαρξ γράφει σε παρόμοιο ύφος σχετικά με την παγκόσμια επανάσταση που ξεκινά στην Ρωσία. Εδώ, όμως, περιγράφει λεπτομερώς πώς θα μπορούσε να φτάσει στη Δυτική Ευρώπη και τα εμπόδια που θα αντιμετώπιζε εκεί:

«Είμαι πεπεισμένος ότι η έκρηξη της επανάστασης θα ξεκινήσει αυτή τη φορά όχι στη Δύση αλλά στην Ανατολή, στη Ρωσία. Θα επηρεάσει πρώτα τις δύο άλλες σκληρές δεσποτικές χώρες [δυσανάγνωστη λέξη], την Αυστρία και τη Γερμανία, όπου μια βίαιη αναταραχή [bouleversement] έχει καταστεί ιστορική αναγκαιότητα. Είναι υψίστης σημασίας ότι, τη στιγμή αυτής της γενικής κρίσης στην Ευρώπη, το γαλλικό προλεταριάτο να έχει ήδη οργανωθεί σε [constitué] ένα εργατικό κόμμα και να είναι έτοιμο να διαδραματίσει τον ρόλο του. Όσον αφορά την Αγγλία, τα υλικά στοιχεία για την κοινωνική της μεταμόρφωση είναι υπερβολικά άφθονα, αλλά λείπει η κινητήρια δύναμη [l’esprit moteur]. Δεν θα σχηματιστεί, εκτός αν υποστεί την επίδραση της έκρηξης των γεγονότων στην ηπειρωτική Ευρώπη. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι, όσο φτωχή [misérable] και αν είναι η κατάσταση του μεγαλύτερου μέρους της αγγλικής εργατικής τάξης, αυτή συμμετέχει, σε κάποιο βαθμό, στην κυριαρχία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στην παγκόσμια αγορά ή, το χειρότερο, φαντάζεται ότι συμμετέχει σε αυτήν.»[1]

Όπως στην επιστολή του 1877 προς τον Σόργκε και σε εκείνη του 1878 προς τον Λίμπκνεχτ, ο Μαρξ βλέπει την επανάσταση να ξεσπάει πρώτα στη Ρωσία.

Ωστόσο, εδώ, με τόνους παρόμοιους με αυτούς της «Εμπιστευτικής Αναφοράς» για την Ιρλανδία του 1870, εκφράζει έντονες, ίσως ακόμη πιο έντονες, επιφυλάξεις σχετικά με το επίπεδο ταξικής συνείδησης των Άγγλων εργατών, τονίζοντας εδώ τους συναισθηματικούς δεσμούς τους με την Αυτοκρατορία. Αυτό δεν πρέπει, ωστόσο, να ερμηνευτεί ως ότι ο Μαρξ έχει εγκαταλείψει την αγγλική εργατική τάξη, όπως και στην Εμπιστευτική Αναφορά εννέα χρόνια νωρίτερα. Επίσης, όπως και το 1870, θεωρεί ότι η Γαλλία θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο, αλλά παρέχει περισσότερες λεπτομέρειες. Το γεγονός ότι δεν αναφέρει την Κομμούνα του Παρισιού σε μια επιστολή που πιθανότατα θα διαβάσει η γαλλική αστυνομία μπορεί να οφείλεται στην συνεχιζόμενη πολιτική καταστολή όσων συνδέονται με αυτήν. Και, κατά κάποιον τρόπο, η Ρωσία αντικαθιστά τώρα την Ιρλανδία, ως η χώρα όπου είναι πιο πιθανό να ξεσπάσει πρώτα η επανάσταση. Φυσικά, η διαφορά συνίσταται στην απουσία εργατικής μετανάστευσης από τη Ρωσία, σε οτιδήποτε παρόμοιο με το ιρλανδικό υποπρολεταριάτο στη Βρετανία, και στο γεγονός ότι η Ρωσία δεν βρίσκεται υπό αποικιακή κυριαρχία. Η επιστολή αποτελεί ένα πολύπλευρο σκίτσο για το πώς θα ξεσπάσει και θα εξελιχθεί η επόμενη ευρωπαϊκή επανάσταση, γραμμένο από μια αμιγώς διεθνοκεντρική προοπτική που λαμβάνει επίσης υπόψη τις πολύ συγκεκριμένες τοπικές και εθνικές συνθήκες. Ο συντάκτης Ζαν-Νυμά Ντυκάνζ έχει απόλυτο δίκιο να κάνει αναφορά στη «Γαλλία», την «Ανατολή» και τη «Δύση» στον τίτλο του άρθρου που περιέχει την επιστολή. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, στην απάντησή του, ο Γκεσντ δείχνει μια στενή εστίαση στη Γαλλία, απαντώντας μόνο στις παρατηρήσεις του Μαρξ σχετικά με διάφορες σοσιαλιστικές τάσεις στη χώρα του, χωρίς να αναφέρει καν το βασικό σημείο του Μαρξ σχετικά με την ευρωπαϊκή επανάσταση που θα ξεσπάσει πρώτα στη Ρωσία. Εδώ, όχι μόνο διακρίνουμε την αδιαφορία της Δύσης για τα επαναστατικά κινήματα που προέρχονται από τις μη βιομηχανοποιημένες κοινωνίες της Ανατολής, αλλά βρισκόμαστε επίσης στο δρόμο προς την επικέντρωση της Δεύτερης Διεθνούς στα σοσιαλιστικά κόμματα κάθε χώρας, τα οποία λειτουργούν εντελώς ξεχωριστά το ένα από το άλλο, ενώνονται μόνο σε μια χαλαρή ομοσπονδία.

Σε αυτή την αλληλογραφία του 1878-79, ο Μαρξ δεν αναφέρεται στα κοινοτικά χωριά της Ρωσίας. Μόνο στην τελευταία του δημοσίευση ο Μαρξ συνδυάζει τελικά αυτά τα δύο στοιχεία, τη Ρωσία ως αφετηρία για έναν νέο γύρο επανάστασης στην Ευρώπη και την ρωσική κοινότητα των χωριών ως πηγή αντίστασης στο κεφάλαιο, της επανάστασης και του κομμουνισμού. Το κάνει αυτό σε ένα νέο πρόλογο, που συνυπογράφει με τον Ένγκελς, στην ρωσική έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου του 1882. Αυτός ο σύντομος πρόλογος, που συντάχθηκε τον Δεκέμβριο του 1881, προσθέτει μια συζήτηση τόσο για τις ΗΠΑ όσο και για τη Ρωσία, οι οποίες δεν αναφέρονται σχεδόν καθόλου το 1848, αλλά από τότε έχουν αποκτήσει μεγάλη σημασία, οι ΗΠΑ για την αναπτυσσόμενη βιομηχανική τους οικονομία και η Ρωσία για την πληθώρα των επαναστατικών κινημάτων της.

Αν δεν γνώριζε κανείς την επιστολή προς τη Ζασούλιτς[2] και άλλες συζητήσεις του Μαρξ σχετικά με τις ρωσικές αγροτικές κοινότητες, οι οποίες δεν είχαν δημοσιευτεί το 1882, η αναφορά σε αυτές τις κοινότητες ως τόπους επανάστασης θα μπορούσε εύκολα να περάσει απαρατήρητη, ειδικά λόγω της συντομίας της:

«Μπορεί η ρωσική ομπτσίνα, μια μορφή, αν και σε μεγάλο βαθμό διαβρωμένη, της αρχέγονης κοινοτικής ιδιοκτησίας της γης, να μεταβεί απευθείας στην ανώτερη, κομμουνιστική μορφή κοινοτικής ιδιοκτησίας; Ή πρέπει πρώτα να περάσει από την ίδια διαδικασία διάλυσης που σηματοδοτεί την ιστορική εξέλιξη της Δύσης; Η μόνη απάντηση που είναι δυνατή σήμερα είναι: Αν [wird] η ρωσική επανάσταση γίνει το σήμα για μια προλεταριακή επανάσταση στη Δύση [im Westen], έτσι ώστε οι δύο να αλληλοσυμπληρώνονται [ergänzen][3], τότε η σημερινή ρωσική κοινοτική ιδιοκτησία της γης μπορεί να χρησιμεύσει ως σημείο εκκίνησης [zum Ausgangspunkt] για μια κομμουνιστική ανάπτυξη.» (Late Marx and the Russian Road, επιμέλεια Teodor Shanin, Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1983: 139· MEGA [Marx-Engels-Gesamtausgabe]2 I/25: 296)

Ούτε στις παραπάνω γραμμές του προλόγου του Μανιφέστου του 1882 ούτε στην αλληλογραφία του με Ρώσους κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Μαρξ αναγνωρίζει αλλαγή στη θέση του. Ωστόσο, οι αλλαγές από τη δεκαετία του 1840 και τις αρχές της δεκαετίας του 1850 είναι σαφείς. Γιατί, στην προηγούμενη περίοδο, θεωρούσε τη Ρωσία ως μια εντελώς αντιδραστική δύναμη, αλλά, μέχρι τώρα, η Ρωσία είχε γίνει για αυτόν το πιθανό σημείο εκκίνησης μιας ευρύτερης επανάστασης.

Είναι ενδιαφέρον ότι η τελευταία πρόταση του παραπάνω κειμένου τροποποιήθηκε στο χειρόγραφο πρωτότυπο, με μια διαφορετική διατύπωση να διαγράφεται, πιθανώς στο τέλος της διαδικασίας συγγραφής του προλόγου. Με το διαγραμμένο κείμενο ανέπαφο, ο πρόλογος θα τελείωνε με τη φράση «η καταστροφή της κοινοτικής ιδιοκτησίας της γης μπορεί να αποφευχθεί» (MEGA2 I/25: 974). Εάν, όπως είναι πιθανό, η φράση που αντικατέστησε την προηγούμενη σχετικά με την κοινότητα «ως σημείο εκκίνησης για μια κομμουνιστική ανάπτυξη» προστέθηκε την τελευταία στιγμή, αυτό αυξάνει την πιθανότητα η τελική διατύπωση να αποτελεί μια θεωρητική καινοτομία εκ μέρους του Μαρξ.

Οι παραπάνω προτάσεις –στην τελευταία δημοσίευση του Μαρξ– παρουσιάζουν μια πολύπλοκη και περίπλοκη διαλεκτική που πρέπει να αναλυθεί. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αναζήτηση της ελεύθερης ανάπτυξης της ρωσικής κοινότητας δεν είναι άνευ όρων, ένα σημείο που γίνεται σαφές εδώ, σε αντίθεση με το να παραμένει μόνο υπονοούμενο στα σχέδια της επιστολής προς τη Ζασούλιτς του 1881. Η Ρωσία μπορεί να αποφύγει τη διάλυση των αγροτικών κοινοτήτων της και την καταστροφική διαδικασία της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου, εάν η προσπάθεια αυτή συνοδεύεται από μια «προλεταριακή επανάσταση στη Δύση».

Υπάρχουν δύο ενδεχόμενα εδώ, τα οποία αποτελούν μέρος ενός συνόλου γεμάτου αντιφάσεις και διάφορες πιθανότητες. Αν ξεσπούσε μια ρωσική επανάσταση πριν από μια επανάσταση στη Δύση –πιθανότατα με βάση μια επανάσταση που θα είχε τις ρίζες της στις αγροτικές κοινότητες και την αντίστασή τους τόσο στο κράτος όσο και στην καπιταλιστική εισβολή– τότε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή επανάσταση θα ξεκινούσε όχι στη Δυτική Ευρώπη αλλά στη Ρωσία. Σε αυτή την περίπτωση, η αυτόχθονη μορφή αγροτικού κομμουνισμού της Ρωσίας θα γινόταν η σπίθα, «το σημείο εκκίνησης» για μια ευρύτερη επανάσταση και μετάβαση σε μια σύγχρονη, θετική μορφή κομμουνισμού. Έτσι, δεν θα μπορούσε να υπάρξει επιτυχής μετατροπή των ρωσικών κοινοτήτων σε σύγχρονο κομμουνισμό χωρίς μια προλεταριακή επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη, αλλά υπήρχε επίσης η ισχυρή πιθανότητα μια επανάσταση στη Ρωσία να πυροδοτήσει ένα τέτοιο γεγονός στη Δύση.

Παρά το γεγονός ότι δημοσιεύθηκε στα ρωσικά και αμέσως μετά στα γερμανικά, ο πρόλογος του 1882 ξεχάστηκε σχεδόν εντελώς. Αυτή η λήθη –από τους «μετα-Μαρξιστές, με αφετηρία τον Φρίντριχ Ένγκελς»,[4] σύμφωνα με την αιχμηρή διατύπωση της Ντουναγιέφσκαγια– είναι εμφανής στην επιστολή του Ένγκελς προς τον Καρλ Κάουτσκι δύο χρόνια αργότερα, στις 16 Φεβρουαρίου 1884:

«Σήμερα [στην Ιάβα], ο πρωτόγονος κομμουνισμός (εφ’ όσον δεν έχει επηρεαστεί από κάποιο στοιχείο του σύγχρονου κομμουνισμού) παρέχει την καλύτερη και ευρύτερη βάση για εκμετάλλευση και δεσποτισμό, όπως και στην Ινδία και τη Ρωσία, και επιβιώνει στη σύγχρονη κοινωνία ως αναχρονισμός (που πρέπει να εξαλειφθεί ή, θα μπορούσε σχεδόν να πει κανείς, να ανατραπεί) όπως και οι κοινοτικές μαρκ των παλαιών καντονιών.» (MECW 47:103)

Στο παραπάνω απόσπασμα, ο Ένγκελς δίνει τόσο μεγάλη έμφαση στην ανάγκη, αυτές οι προκαπιταλιστικές κοινότητες, είτε πρόκειται για τις αγροτικές κοινότητες της Ιάβας είτε για τις παραδοσιακές γερμανικές/ελβετικές «κοινότητες μαρκ» ή αγροτικές κοινότητες, να «αναστατωθούν από τον σύγχρονο κομμουνισμό», που o πρόλογος του 1882 σχεδόν εξαφανίζεται. Ενώ, σε αντίθεση με τον Μαρξ, φαίνεται να διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τις ευρωκεντρικές θέσεις της δεκαετίας του 1850, σύμφωνα με τις οποίες αυτές οι κοινοτικές μορφές αποτελούσαν το θεμέλιο του «ανατολικού δεσποτισμού». Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Ένγκελς δεν άλλαξε ποτέ ιδιαίτερα τη θέση του σχετικά με τις ρωσικές αγροτικές κοινότητες.

Η καινοτομία της διατύπωσης του Μαρξ το 1882 είναι επίσης εμφανής όταν τη συγκρίνουμε με τα προσχέδια της επιστολής προς τη Βέρα Ζασούλιτς που γράφτηκαν εννέα μήνες νωρίτερα, τον Μάρτιο του 1881. Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενα κεφάλαια, σε αυτά τα προσχέδια ο Μαρξ έβλεπε την ρωσική αγροτική κοινότητα ως κάτι διαφορετικό από τα χωριά της Δυτικής Ευρώπης. Στη Δύση, άτομα και οικογένειες, ή εργάτες της γης που εργάζονταν με μισθό, δούλευαν συγκεκριμένα κομμάτια γης, τα οποία ήταν ιδιωτική ιδιοκτησία ή τουλάχιστον ανήκαν στις οικογένειες με δικαιώματα κατοχής. Στα ρωσικά χωριά, τόσο οι ομάδες εργασίας όσο και οι σχέσεις ιδιοκτησίας ήταν οργανωμένες κοινοτικά, με τις μεμονωμένες οικογένειες να έχουν μερίδιο στην κοινότητα ως σύνολο, αλλά χωρίς να έχουν ιδιοκτησία ή ακόμη και μακροχρόνια κατοχή συγκεκριμένου κομματιού γεωργικής γης.

Ωστόσο, τα κείμενα της Ζασούλιτς περιλάμβαναν επιστολές και προσχέδια, και όχι προγραμματικά κείμενα, σε αντίθεση με τον πρόλογο του Μανιφέστου του 1882. Εδώ, αν και εν συντομία, ο Μαρξ εξετάζει το θέμα από μια ευρύτερη οπτική γωνία, εντάσσοντας το ρωσικό χωριό στο σύστημα του παγκόσμιου καπιταλισμού και το διαλεκτικό του αντίθετο, τα κινήματα της επανάστασης και της αντίστασης από μια μεγάλη ποικιλία κοινωνικών ομάδων σε όλο το σύστημα, από το Λονδίνο και το Παρίσι έως την Αγία Πετρούπολη. Με αυτόν τον τρόπο, καθιστά τη θεωρία του για την επανάσταση στη Ρωσία και τη Δυτική Ευρώπη σαφέστερη από οπουδήποτε αλλού, παρά τη συντομία του κειμένου.

Περίπου σαράντα χρόνια πριν, όταν ο νεκρός Μαρξ προτάθηκε για πρώτη φορά σε διεθνές επίπεδο ως θέμα έρευνας από ανθρώπους όπως η Ντουναγιέφσκαγια και ο Σάνιν, μπορούσαν ήδη να διακριθούν τρεις διαφορετικές γραμμές ερμηνείας. Πρώτον, στο βιβλίο του Σάνιν του 1983, Ο ύστερος Μαρξ και ο ρωσικός δρόμος,[5] ένα δοκίμιο των Βρετανών Μαρξιστών Ντέρεκ Σέιερ και Φίλιπ Κόριγκαν υποστήριζε ότι δεν υπήρχε τίποτα πραγματικά καινούργιο εδώ, «ότι τα τελευταία κείμενα του Μαρξ δεν αντιπροσωπεύουν τόσο μια ριζική ρήξη όσο μια αποσαφήνιση του τρόπου με τον οποίο θα έπρεπε να είχαν διαβαστεί εξαρχής τα “ώριμα” κείμενά του»[6]. Αυτή η προσέγγιση συνεχίζεται μέχρι σήμερα μεταξύ εκείνων που αναγνωρίζουν την πρωτοτυπία του ύστερου Μαρξ, αλλά την θεωρούν απλώς συνέχεια του νεαρού Μαρξ και του ώριμου Μαρξ των Grundrisse και του Κεφαλαίου. Με άλλα λόγια, ο Μαρξ παραμένει λαμπρός, αλλά δεν υπάρχουν θεμελιώδεις αλλαγές στην περίοδο 1869-82.

Μια δεύτερη και φαινομενικά πιο αποδοτική προσέγγιση, που επίσης βρίσκεται στη συλλογή του Σάνιν, αναγνωρίζει σημαντικές αλλαγές στην οπτική του Μαρξ μετά το 1869, σε τέτοιο βαθμό που συνιστούν μια ρήξη στη σκέψη του. Αυτή είναι η θέση του ίδιου του Σάνιν το 1983. Αυτή η προσέγγιση βρίσκεται επίσης στο δοκίμιο Χαρούκι Ουάντα, του Ιάπωνα μελετητή του Μαρξ, ο οποίος πραγματοποιεί μια βαθιά ανάλυση του κειμένου. Σχεδόν μια δεκαετία πριν από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και ακόμη και πριν από την άνοδο του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο Ουάντα είχε καταφέρει να αποκτήσει πρόσβαση σε μερικά από τα έγγραφα του Μαρξ στη Μόσχα, κάτι που σχεδόν πάντα απαγορευόταν στους ερευνητές από χώρες εκτός του σοβιετικού μπλοκ. Ο Ουάντα ξεκινά συζητώντας ορισμένες από τις αναφορές του Μαρξ στα προσχέδια της επιστολής προς τη Ζασούλιτς σχετικά με την πιθανότητα μιας επανάστασης που θα ξεκινούσε από τις ρωσικές αγροτικές κοινότητες –«απαιτείται μια ρωσική επανάσταση, αν θέλουμε να σωθεί η ρωσική κοινότητα»– και τις αντιπαραβάλλει με τις προηγούμενες εκτιμήσεις του Μαρξ από τη δεκαετία του 1850, σύμφωνα με τις οποίες οι κοινότητες ήταν συντηρητικές και η ριζική αλλαγή θα έπρεπε να προέλθει από έξω, από τη δυτική προλεταριακή επανάσταση[7]. Ο Ουάντα σημειώνει επίσης ότι ο Μαρξ έχει πλέον γίνει υποστηρικτής των Ρώσων λαϊκιστών και των ιδεών τους για μια αγροτική επανάσταση και την άμεση επίθεσή τους κατά του απολυταρχικού κράτους. Ο Ουάντα γράφει ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με τους οπαδούς της Ζασούλιτς, οι οποίοι περίμεναν την ανάπτυξη ενός βιομηχανικού προλεταριάτου για να ξεκινήσει η επανάσταση. Τέλος, ο Ουάντα παρατηρεί ότι ο Ένγκελς δεν άλλαξε ποτέ πραγματικά την παλιά του άποψη για τη Ρωσία από τη δεκαετία του 1850 και σημειώνει την επιδείνωση της υγείας του Μαρξ στα τέλη του 1881, όταν έφτασε το αίτημα για ένα νέο πρόλογο.

Ο Ουάντα σημειώνει επίσης ότι το σωζόμενο προσχέδιο της εισαγωγής τους στο Μανιφέστο ήταν γραμμένο με το χέρι του Ένγκελς. Από όλα αυτά, ο Ουάντα συμπεραίνει ότι ο Μαρξ πρέπει να «ζήτησε από τον Ένγκελς να συντάξει ένα προσχέδιο και να το υπογράψει»[8]. Αυτό το φαινομενικά σαφές επιχείρημα είναι λιγότερο πειστικό από ό,τι φαίνεται. Δεν γνωρίζω καμία περίπτωση –όπως φαίνεται ξεκάθαρα από την αρχή της συνεργασίας τους το 1847-48 στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, για το οποίο έχει διασωθεί το πρώιμο προσχέδιο του Ένγκελς– στην οποία ο Μαρξ δεν ήταν σαφώς ο κύριος συγγραφέας σε κανένα από τα κοινά τους κείμενα. Πιο ουσιαστικά, ο Ένγκελς δεν έγραψε ποτέ κάτι παρόμοιο με τον πρόλογο του 1882 μετά το θάνατο του Μαρξ, παρόλο που τον ανέφερε σε μια περίπτωση, καθώς συνέχιζε να θεωρεί την ρωσική κοινότητα ως κάτι οπισθοδρομικό και χωρίς επαναστατικό δυναμικό. Επομένως, ο Μαρξ είναι σχεδόν σίγουρα ο συγγραφέας του προλόγου του 1882.

Σε ένα πιο γενικό επίπεδο, το επιχείρημα του Ουάντα οδηγεί στην ιδέα ότι ο Μαρξ έβλεπε την ρωσική κοινότητα ως μια αυτόνομη επαναστατική δύναμη που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια κοινωνία ικανή να απομακρυνθεί από τον παγκόσμιο καπιταλισμό και να οικοδομήσει έναν βιώσιμο σοσιαλισμό με τους δικούς της πόρους, όχι μόνο χωρίς την ηγεσία του «δυτικού» προλεταριάτου, αλλά και χωρίς τη συμμετοχή του ή των ήδη βιομηχανοποιημένων κοινωνιών. Εν ολίγοις, δεν χρειαζόμαστε την εργατική τάξη για μια ριζοσπαστική, αντικαπιταλιστική επανάσταση. Και εδώ, διάφοροι στοχαστές, από τους μαοϊκούς της δεκαετίας του 1960 και του 1970 (όπως ο ίδιος ο Ουάντα εκείνη την εποχή) έως τους ριζοσπάστες οικολόγους τα τελευταία χρόνια, έχουν υιοθετήσει αυτό το επιχείρημα, όχι πάντα με θετικά αποτελέσματα.

Η Ντουναγιέφσκα διατυπώνει ένα τρίτο τύπο επιχειρημάτων σχετικά με τον ύστερο Μαρξ. Ως σχετικά ξένη προς το Μαρξιστικό πνευματικό κατεστημένο της εποχής, δεν κλήθηκε να συνεισφέρει στη συλλογή Σάνιν, αλλά, σε αυτή την περίοδο, ασχολείται όχι μόνο με τον ύστερο Μαρξ σχετικά με τη Ρωσία, αλλά και με τα Εθνολογικά Σημειωματάρια. Συνολικά, βλέπει τόσο «νέες στιγμές» όσο και συνέχειες στα τελευταία γραπτά του Μαρξ, γράφοντας ότι, στα Εθνολογικά Σημειωματάρια, «ολοκλήρωνε τον κύκλο που είχε ξεκινήσει το 1844» και «βυθιζόταν στη μελέτη της ανθρώπινης ανάπτυξης, τόσο σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους όσο και στη βασικότερη σχέση Άνδρα/Γυναίκας».[9] Όλα αυτά διατυπώθηκαν με βάση την έννοια του Μαρξ για την «επανάσταση σε διαρκή εξέλιξη», όπως διατυπώθηκε στην «Ομιλία προς την Κομμουνιστική Λίγκα» του 1850, η οποία θεωρείται ότι σημάδεψε όλο το έργο του από τότε και μετά.[10]

Η αναφορά του 1844 αφορά την εκπληκτικά ριζοσπαστική παράγραφο από τα Χειρόγραφα του 1844 σχετικά με το φύλο, με την οποία η ντε Μποβουάρ έκλεισε το έργο της Το δεύτερο φύλο, όπως συζητήθηκε στο κεφάλαιο 2. Είτε στις σημειώσεις του Μαρξ για τον Μόργκαν, όπως συζητήθηκε στο κεφάλαιο 1, είτε στον ύστερο Μαρξ για το ρωσικό κοινοτικό χωριό, η Ντουναγιέφσκαγια τονίζει όχι μόνο τους τρόπους με τους οποίους οι φυλές των Ιροκουά ή οι ρωσικές κοινότητες των χωριών προσφέρανε μια εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, αλλά και το πώς ακόμη και αυτές οι προκαπιταλιστικές μορφές κομμουνισμού παρουσίαζαν κοινωνικές αντιφάσεις, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούσαν το φύλο. Επιπλέον, για εκείνη, αυτά δεν ήταν μόνο ιστορικά αλλά και σύγχρονα ζητήματα:

«Αυτές οι μελέτες επέτρεψαν στον Μαρξ (τον Μαρξ, όχι τον Ένγκελς) να δει τη δυνατότητα νέων ανθρώπινων σχέσεων, όχι ως αποτέλεσμα μιας απλής “επικαιροποίησης» της ισότητας των φύλων του πρωτόγονου κομμουνισμού, όπως μεταξύ των Ιροκουά, αλλά ως αποτέλεσμα μιας νέας μορφής επανάστασης, όπως διαισθάνθηκε ο Μαρξ.»[11]

Με αυτή την έννοια, η διερεύνηση του φύλου από τον Μαρξ στα Εθνολογικά Σημειωματάρια[12] συνδέεται με εκείνη που αφορά τη ρωσική αγροτική κοινότητα, καθώς και με το φύλο σε άλλες φυλετικές και κοινοτικές κοινωνίες που μελετά ο Μαρξ στα τελευταία του χρόνια, με όλα αυτά να συνδέονται με «ένα νέο είδος επανάστασης».

Η Ντουναγιέφσκαγια εντοπίζει επίσης βαθιές συνδέσεις μεταξύ των εξελίξεων στη Ρωσία και των καπιταλιστικών κοινωνιών της Δυτικής Ευρώπης. Έτσι, όσον αφορά τη Ρωσία, τονίζει ότι θα ήταν

«ένας καπιταλιστικός κόσμος σε κρίση... που δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για τη μετατροπή του πρωτόγονου κομμουνισμού σε μια σύγχρονη συνεταιρική κοινωνία: “Για να σωθεί η ρωσική κοινότητα, πρέπει να γίνει μια ρωσική επανάσταση”. Με λίγα λόγια, η επανάσταση είναι απαραίτητη, είτε πρέπει να περάσει κανείς από τον καπιταλισμό, είτε μπορεί να φτάσει στη νέα κοινωνία “απευθείας” από την κοινότητα.»[13]

Σχολιάζοντας τον πρόλογο του 1882, γράφει ότι «προέβαλε την ιδέα ότι η Ρωσία θα μπορούσε να είναι η πρώτη που θα πραγματοποιούσε μια προλεταριακή επανάσταση πριν από τη Δύση».[14] Δηλαδή, μια ρωσική επανάσταση θα μπορούσε να προηγηθεί μιας επανάστασης στη Δύση, αποτελώντας ένα σημείο εκκίνησης, αλλά δεν θα μπορούσε να παραμείνει μόνη της αν ήθελε να είναι επιτυχής. Δεν θα μπορούσε να νικήσει σε μακροπρόθεσμη απομόνωση από το δυτικό προλεταριάτο.

Υιοθέτησα μια θέση παρόμοια με εκείνη της μέντορά μου Ντουναγιέφσκαγια σχετικά με τον πρόλογο του 1882 στο βιβλίο μου Ο Μαρξ στα περιθώρια, σημειώνοντας ότι «μια ρωσική επανάσταση βασισμένη στις αγροτικές κοινοτικές μορφές της θα ήταν απαραίτητη, αλλά όχι επαρκής προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός σύγχρονου κομμουνισμού».[15] Θα ήταν όμως απαραίτητο να βγει το δυτικό προλεταριάτο από την ύφεση στην οποία είχε περιπέσει με την ήττα της Παρισινής Κομμούνας και, λίγο αργότερα, της Ανασυγκρότησης στις ΗΠΑ. Οι εξελίξεις αυτές σηματοδότησαν την έναρξη μιας παγκόσμιας εποχής αντίδρασης στη Δύση, μετά την επαναστατική περίοδο από τη δεκαετία του 1860 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1870. Γι’ αυτό ξεκίνησα το παρόν κεφάλαιο με το δοκίμιο του Μαρξ για την Ιρλανδία σχετικά με την αλληλεξάρτηση των επαναστατικών αγώνων της αγροτικής περιφέρειας με εκείνους της εργατικής τάξης στη μητρόπολη. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αναφέρθηκα στον Μαρξ σχετικά με την «δυτική» Παρισινή Κομμούνα, επίσης σε αυτό το κεφάλαιο, λίγο πριν εξετάσω τον Μαρξ σχετικά με τη ρωσική κοινότητα. Ωστόσο, η ρωσική κοινότητα και παρόμοιες κοινωνικές μορφές σε όλο τον κόσμο ήταν, στα μάτια του Μαρξ, κρίσιμα «σημεία εκκίνησης» για την παγκόσμια επανάσταση και επίσης σημεία για την εννοιολόγηση μιας εναλλακτικής λύσης στον καπιταλισμό. Το ενδιαφέρον του για τη Ρωσία εντάθηκε καθώς αυτή έγινε η πρώτη χώρα όπου μεταφράστηκε το Κεφάλαιο (το 1872) και όπου, σε αντίθεση με τη Γερμανία, το βιβλίο συζητήθηκε εκτενώς από τους διανοούμενους και όπου ένα ζωντανό, νεανικό επαναστατικό κίνημα –αποτελούμενο από φοιτητές και νέους διανοούμενους που επιδίωκαν να ξεσηκώσουν μια αγροτική επανάσταση με βάση την αγροτική κοινότητα– αναπτύσσονταν με αλματώδεις ρυθμούς.

Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο Μαρξ, ενώ απορρίπτει τις μονογραμμικές αντιλήψεις για την πρόοδο και την ανάπτυξη, δεν ζητούσε ούτε τη διατήρηση αυτών των αγροτικών κοινοτήτων ούτε την επιστροφή τους σε μια «πιο αγνή» κατάσταση από αυτή που επικρατεί σήμερα υπό την καπιταλιστική επέκταση. Ούτε ζητούσε μια επανάσταση βασισμένη αποκλειστικά στην αγροτική Ρωσία. Αντίθετα, όλα αυτά ήταν μέρος μιας ευρύτερης, παγκόσμιας στρατηγικής άποψης για την επανάσταση, γύρω από το «αγροτικό ζήτημα», κάτι που βασανίζει την αριστερά μέχρι σήμερα. Το πρόβλημα αυτό εξετάζεται από τη Γαλλίδα Μαρξίστρια διανοούμενη Ιζαμπέλ Γκαρό:

«Έτσι, η παραδοσιακή κοινότητα δεν πρέπει να θεωρείται ως ένα μοντέλο που μπορεί να γενικευτεί, αλλά ως ο πιθανός κοινωνικός και, πάνω απ’ όλα, πολιτικός μοχλός μιας συμμαχίας μεταξύ της εργατικής τάξης και της εκμεταλλευόμενης αγροτικής τάξης, ένας μοχλός που είναι ταυτόχρονα απαραίτητος και εξαιρετικά δύσκολος να δημιουργηθεί.»[16]

Ο νεαρός Βραζιλιάνος οικονομολόγος Γκιγιέρμε Νούνες Πίρες προειδοποιεί ότι για τον Μαρξ, «μόνο με τη δυτική προλεταριακή επανάσταση και την ενσωμάτωση των πιο προηγμένων τεχνικών παραγωγής στην αγροτική κοινότητα» θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια «μετάβαση με μη καπιταλιστικό δρόμο... προς μια αταξική κοινωνία».[17] Αυτά είναι σωστά επιχειρήματα, αλλά, ταυτόχρονα, πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μαρξ αντιστρέφει την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής επανάστασης στις επιστολές του 1877-78 και στον πρόλογο του 1882 στο Μανιφέστο, όταν γράφει για την επανάσταση στη Ρωσία με βάση την κοινότητα ως «αφετηρία» της επανάστασης.

Εξετάζοντας το πρόβλημα σε αυτή την πιο γενική, παγκόσμια έννοια, θα υποστήριζα ότι τα γραπτά του Μαρξ για την ρωσική αγροτική κοινότητα και την επανάσταση, ειδικά ο πρόλογος του 1882 στο Μανιφέστο, είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Αποτελούν μέρος ενός τεράστιου έργου στο οποίο, όπως είδαμε, συνέταξε εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις σημειώσεων σχετικά με ανθρωπολογικές και κοινωνικές ιστορικές μελέτες για την Ινδία, την Ινδονησία, τη Βόρεια Αφρική, την προαποικιακή και αποικιακή Λατινική Αμερική, τη Ρωσία, την αρχαία Ρώμη, την προαποικιακή Ιρλανδία και μια σειρά κοινωνιών που δεν γνώριζαν τη γραφή, από τις αυτόχθονες φυλές της Αμερικής έως τους ομηρικούς Έλληνες. Αυτές οι σημειώσεις ασχολούνται επίσης εκτενώς με το φύλο, ειδικά στην Ελλάδα, τη Ρώμη, την Ιρλανδία και την Αμερική.

Αυτές οι ογκώδεις σημειώσεις συνδέονται στενά με τις νέες ιδέες του Μαρξ για την επανάσταση. Βεβαίως, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι θα είχε κάνει με αυτό το υλικό, ούτε πώς θα το είχε ενσωματώσει στους επόμενους τόμους του Κεφαλαίου. Ωστόσο, ίσως αξίζει να σκιαγραφήσουμε τον τύπο της παγκοσμιοποιημένης θεωρίας της επανάστασης και της εναλλακτικής λύσης στον καπιταλισμό που θα μπορούσε να είχε προκύψει από αυτές τις μελέτες κατά τα τελευταία χρόνια της εργασίας του, 1879-1882.

1. Όπως δηλώνει ρητά ο Μαρξ, η αντίσταση των κοινοτικών χωριών της Ρωσίας στην καπιταλιστική επέκταση θα μπορούσε να αποτελέσει το «σημείο εκκίνησης» για μια ευρωπαϊκή επανάσταση, αν αναπτύξει δεσμούς με το δυτικό προλεταριάτο. Αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι, στα τέλη της δεκαετίας του 1870, ο Μαρξ θεωρούσε τη Ρωσία ως τη χώρα με το μεγαλύτερο επίπεδο επαναστατικής αναταραχής, με το πιο αποφασιστικό επαναστατικό κίνημα, με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το Κεφάλαιο και, ως εκ τούτου, ως το πιο πιθανό σημείο εκκίνησης για μια ευρύτερη ευρωπαϊκή επανάσταση. Θεωρεί τα χωριά της ως πιο κομμουνιστικά στις εσωτερικές τους σχέσεις από τα χωριά της Δυτικής Ευρώπης υπό το φεουδαρχικό ή το καπιταλιστικό καθεστώς.

2. Στις σημειώσεις του για τις φυλές της Αλγερίας, τα κοινοτικά χωριά και την αντίστασή τους στον γαλλικό ιμπεριαλισμό, ο Μαρξ συνδέει τον φόβο των γαλλικών κυρίαρχων τάξεων για αυτή την αντικαπιταλιστική αντίσταση με τον φόβο τους για τον σύγχρονο κομμουνισμό της Παρισινής Κομμούνας που ξέσπασε μπροστά στα μάτια τους το 1871. Εδώ, είναι εμφανές κάτι παρόμοιο με το πρόλογό του του 1882, η σχέση των αλγερινών αντικαπιταλιστικών και αυτόχθονων αγώνων ενάντια στην γαλλική αποικιοκρατία με εκείνους της μητρόπολης, η οποία, κατά την περίοδο αυτή, βίωσε την Παρισινή Κομμούνα, μια μοναδική κοινωνική επανάσταση που κινήθηκε προς μια μη κρατική μορφή κομμουνισμού στην μεγαλύτερη κλίμακα που είχε επιχειρηθεί μέχρι τότε. Επιπλέον, ο Μαρξ επισημαίνει τον ηρωισμό των γυναικών της Κομμούνας, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους ο γαλλικός αποικιοκρατισμός ενίσχυσε την πατριαρχική κυριαρχία στην Αλγερία, στοιχεία που δίνουν μια ένδειξη της σημασίας των αγώνων των γυναικών για τα επαναστατικά και αντι-αποικιακά κινήματα.

3. Στις σημειώσεις του για την προαποικιακή και αποικιακή Λατινική Αμερική, ο Μαρξ επισημαίνει την επιμονή των αυτόχθονων κοινοτικών κοινωνικών δομών ακόμη και μετά την εγκαθίδρυση της ισπανικής αποικιοκρατίας, σημειώνοντας επίσης ότι ο σχετικά υποανάπτυκτος καπιταλισμός της Ισπανίας δεν υπονόμευσε αυτές τις δομές τόσο ριζικά όσο έκανε η βρετανική αποικιοκρατία στην Ινδία. Σημειώνει επίσης ότι αυτές οι κοινοτικές κοινωνίες ήταν πολύ πιο ανθεκτικές από τον σύγχρονο καπιταλισμό όσον αφορά τη βιώσιμη γεωργία και τη διασφάλιση του εφοδιασμού με τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης σε περίπτωση φυσικών καταστροφών και κρίσεων άλλου είδους. Επισημαίνει επίσης την εξέχουσα θέση των γυναικών σε αυτά τα δίκτυα βιωσιμότητας.

4. Στις σημειώσεις του για την ινδική υποήπειρο, την περιοχή του κόσμου που κάλυψε πιο εκτενώς στα ερευνητικά σημειωματάρια του 1879-82 που βρίσκονται στο επίκεντρο της παρούσας μελέτης, ο Μαρξ γράφει για την επιμονή, αν και με σημαντικές εξελικτικές αλλαγές, των κοινοτικών κοινωνικών δομών που διήρκεσαν για χιλιετίες. Σημαντικά κοινοτικά στοιχεία παρέμειναν ακόμη και μετά την σοβαρή υπονόμευση, και σε ορισμένες περιπτώσεις την καταστροφή, αυτών των δομών από τις καπιταλιστικές πολιτικές «εκσυγχρονισμού» που επιβλήθηκαν τη δεκαετία του 1790 υπό την βρετανική αποικιοκρατία. Έτσι, αυτές οι φυλετικές και κοινοτικές δομές αποτέλεσαν τη βάση της εξέγερσης του τέλους του 17ου αιώνα υπό την ηγεσία του Μαράτα επαναστάτη Σιβάτζι εναντίον της αυτοκρατορίας των Μουγάλ, και συνέχισαν να υφίστανται καθώς οι Μαράτα πολεμούσαν τους Μουγάλ και στη συνέχεια τους Βρετανούς, μέχρι την εποχή του ίδιου του Μαρξ. Επιπλέον, ο Μαρξ επισημαίνει τις «αγροτικές κοινότητες» ως πηγές αντίστασης στην βρετανική αποικιοκρατία και στην επιβολή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Επιπλέον, παρά την μακροχρόνια καταπίεση των δικαιωμάτων των γυναικών από τις ινδουιστικές θρησκευτικές αρχές κατά την προαποικιακή και αποικιακή περίοδο, ο Μαρξ σημειώνει επίσης ότι οι γυναίκες αναδείχθηκαν σε ηγέτιδες του στρατού κατά τη διάρκεια της μαζικής αντικαπιταλιστικής εξέγερσης των Σεπόι το 1857-59.

5. Στις σημειώσεις του του 1881 σχετικά με τις κοινοτικές και φυλετικές δομές στην προαποικιακή Ιρλανδία, ο Μαρξ τονίζει την επιμονή αυτών των κοινωνικών μορφών μέχρι την εποχή του. Υπογραμμίζει επίσης πώς, ακόμη και πριν από την άφιξη των Βρετανών κυρίαρχων, οι οποίοι επέβαλαν φεουδαρχικές κοινωνικές σχέσεις, οι αρχαίες κοινοτικές μορφές υπονομεύονταν από τις αρχικές ταξικές δομές μεταξύ των ίδιων των Κελτών. Επισημαίνει επίσης την κοινωνική εξουσία που κατείχαν οι γυναίκες πριν από την βρετανική κατάκτηση και πώς αυτή εκφραζόταν στον αρχαίο ιρλανδικό νόμο των φατριών [clan]. Αν είχε ασχοληθεί με την Ιρλανδία και την επανάσταση στη δεκαετία του 1880, πιθανότατα θα είχε ενσωματώσει αυτή την έρευνα για τις κοινοτικές μορφές και το φύλο στη θεωρία του για την αγροτική αντίσταση στην αποικιοκρατία και την ταξική κυριαρχία των αριστοκρατών γαιοκτημόνων.

Με οποιονδήποτε ή όλους αυτούς τους τρόπους, ο Μαρξ ίσως είχε την πρόθεση να συνδέσει την έρευνά του για τις κοινοτικές και φυλετικές κοινωνίες με συγκεκριμένες περιοχές του κόσμου όπου υπήρχαν αγώνες ενάντια στην αποικιοκρατία και την ταξική κυριαρχία, όπως έκανε στο πρόλογο της ρωσικής έκδοσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου το 1882.

Μπορούν οι εκτενείς σημειώσεις για τις κοινωνίες των Αυτοχθόνων Αμερικανών, ειδικά στις σημειώσεις για τον Μόργκαν, να ενταχθούν επίσης στο πλαίσιο που περιγράφεται στον πρόλογο του 1882; Εδώ, οποιαδήποτε σχέση θα πρέπει να εξεταστεί σε ένα υψηλότερο επίπεδο γενίκευσης. Και στις δύο σειρές σημειώσεων, το φύλο αναδεικνύεται ως κεντρική κοινωνική κατηγορία. Στην περίπτωση του Μόργκαν και των κοινωνιών των Αυτοχθόνων Αμερικανών της Βόρειας Αμερικής, αυτό συνεπάγεται τη μελέτη του τρόπου με τον οποίο η έμφυλη υποταγή ήταν η ρίζα πολλών άλλων μορφών κοινωνικής ιεραρχίας. Ταυτόχρονα, ο Μαρξ διερευνά τη σχετική ισότητα των φύλων στην ιθαγενική Αμερική, χωρίς να προσκολλάται στις ειδυλλιακές απεικονίσεις αυτών των κοινωνιών που βρίσκονται στον Μόργκαν ή, για την ακρίβεια, στον Ένγκελς. Μπορούμε να πούμε, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, ότι είναι πιθανό, αφού ασχολήθηκε με τον Μόργκαν και αφομοίωσε κριτικά τα δεδομένα του, ο Μαρξ να είχε επικεντρωθεί στο φύλο με νέους τρόπους, αν έκανε μια πιο αναλυτική σύνθεση των αποτελεσμάτων των σημειώσεων του από το 1879-82.

Οι σημειώσεις για τον Μόργκαν ειδικά, αλλά και εκείνες για την αρχαία ελληνορωμαϊκή κοινωνία, καθώς και για την Ιρλανδία, διερευνούν τις ρίζες όχι μόνο της πατριαρχίας, αλλά και της δουλείας και της ταξικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα, αυτές οι σημειώσεις, ειδικά εκείνες για τον Μόργκαν, παρουσιάζουν εναλλακτικές λύσεις στις μορφές πατριαρχίας και ταξικής κυριαρχίας που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια της ζωής του Μαρξ. Υπό αυτή την έννοια, συμβάλλουν στη θεωρητικοποίηση των εναλλακτικών λύσεων απέναντι στον καπιταλισμό. Ο Λέβι αναφέρθηκε σε αυτό το πρόβλημα πριν από σχεδόν τρεις δεκαετίες: «Η ιδέα ότι ο σύγχρονος κομμουνισμός θα βρει μέρος της ανθρώπινης διάστασής του στον “πρωτόγονο κομμουνισμό” που καταστράφηκε από τον πολιτισμό που βασίστηκε στην ιδιωτική ιδιοκτησία και το κράτος» ήταν ένα σημαντικό θέμα για τον Μαρξ στα τελευταία χρόνια της ζωής του.[18]

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, σε αρκετές από τις περιπτώσεις που εξετάζει ο Μαρξ –την Ινδία μετά την υπονόμευση των κοινοτικών χωριών από τη Βρετανία, τη Λατινική Αμερική μετά την άφιξη της ισπανικής αποικιοκρατίας, την Ιρλανδία υπό βρετανική κυριαρχία, την Αλγερία υπό γαλλική κυριαρχία ή τις ρωσικές αγροτικές κοινότητες υπό την πίεση του καπιταλισμού– θεωρεί ότι οι κοινοτικές μορφές μέσα σε αυτές τις κοινωνίες αποκτούν ιδιαίτερα επαναστατικές διαστάσεις σε περιόδους κοινωνικής έντασης και κρίσης. Επομένως, δεν είναι τόσο η διατήρηση αυτών των κοινοτικών μορφών όσο ο ρόλος τους σε ένα παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα– των Άγγλων εργοστασιακών εργατών, των Ιρλανδών αγροτών, των φτωχών Ιρλανδών εργατών στη Βρετανία, των Αλγερινών που αγωνίζονται ενάντια στη γαλλική κυριαρχία, των Ρώσων χωρικών που προσπαθούν να υπερασπιστούν τον τρόπο ζωής τους ενάντια στην καπιταλιστική διείσδυση, των Ινδών χωρικών και φατριών που χρησιμοποιούν τα απομεινάρια παλαιότερων κοινοτικών σχηματισμών για να αγωνιστούν ενάντια στη δυναστική ή αποικιακή καταπίεση– που, όσο ετερογενές και αν ήταν, προσέφερε πραγματικές δυνατότητες για ένα μετασχηματισμό το ίδιο παγκόσμιο όσο και ο ίδιος ο καπιταλισμός. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι αναταραχές και οι εξεγέρσεις, όπως στη Ρωσία, συχνά ξέσπαγαν μόνο αφού οι κοινοτικές μορφές είχαν, σε μεγάλο βαθμό, εξαφανιστεί, τουλάχιστον επιφανειακά, και οι αγώνες που βασίζονταν ή επηρεάζονταν από αυτές τις κοινωνικές μορφές διασταυρώνονταν με πιο σύγχρονες μορφές. Έτσι, δεν ήταν τόσο η υπεράσπιση αυτών των μορφών όπως ήταν, όσο το να τις βλέπει κανείς ως στοιχεία επαναστατικής ενέργειας και ανανέωσης της κοινωνίας σε μια εντελώς νέα βάση.

Όπως είδαμε σε αυτό το κεφάλαιο, στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Μαρξ ανέπτυξε τρεις νέες έννοιες της επανάστασης παράλληλα με εκείνη της ενιαίας εξέγερσης της εργατικής τάξης. Πρώτον, το 1869-70, συνέλαβε την ιδέα μιας βρετανικής εργατικής επανάστασης που θα πυροδοτούταν από μια εξέγερση στη Γαλλία και ειδικά από μια αγροτική εθνική επανάσταση στην Ιρλανδία, η οποία θα ταρακουνούσε την σχεδόν ρατσιστική ψευδαίσθηση των Άγγλων εργατών και θα τους ένωνε με τους Ιρλανδούς μετανάστες συναδέλφους τους. Δεύτερον, στα γραπτά του για την Κομμούνα του Παρισιού και στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, ο Μαρξ θεωρητικοποιεί μορφές εργατικής επανάστασης ενάντια στο κεφάλαιο, οι οποίες στοχεύουν και καταργούν το σύγχρονο κεντρικό κράτος, προχωρώντας παράλληλα προς μια εναλλακτική λύση χειραφέτησης. Τρίτον, ο Μαρξ γράφει για επαναστάσεις που ξεκινούν σε μη καπιταλιστικές αγροτικές κοινωνίες όπως η Ρωσία, οι οποίες ήταν διαποτισμένες με κοινοτικά αγροτικά συστήματα, τα οποία, αντιστεκόμενα στις καπιταλιστικές επιδρομές, μπορούσαν να γίνουν η βάση για μια μεγάλη κοινωνική επανάσταση. Αυτά τα κινήματα θα μπορούσαν επίσης να συνδεθούν με το επαναστατικό εργατικό κίνημα της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής και, αν νικούσαν, θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τις αρχαϊκές μορφές κομμουνισμού ως μέρος του αγώνα για μια σύγχρονη, δημοκρατική μορφή κομμουνισμού. Σε κάθε έναν από αυτούς τους αγώνες, ομάδες που υφίστανται υπερβολική καταπίεση, είτε πρόκειται για γυναίκες είτε για καταπιεσμένες μειονότητες, θα διαδραμάτιζαν πιθανώς ηγετικό ρόλο.

Αυτοί οι τρεις τύποι επαναστάσεων αποτελούν την πιο σημαντική κληρονομιά του ύστερου Μαρξ, με εξίσου σημαντικές επισημάνσεις για το σήμερα. Αυτό ισχύει τόσο για την ανάλυση των δομών της καταπίεσης και της κυριαρχίας, όσο και για την εννοιολόγηση όλων των ποικίλων δυνάμεων απελευθέρωσης που είναι σε θέση να τις αμφισβητήσουν, συμπεριλαμβανομένων όλων των αντιφάσεων μεταξύ τους, και για τη θεωρητική διατύπωση του πώς θα μοιάζει μια πραγματική εναλλακτική λύση απέναντι στον εκμεταλλευτικό, ρατσιστικό, σεξιστικό, ετεροφυλοφιλικό κόσμο του καπιταλισμού και της ταξικής κυριαρχίας του.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Kevin B. Anderson, “Marx on Communal Villages as Loci of Revolution, in 19th C. Russia & Beyond”, New Politics, καλοκαίρι 2025, https://newpol.org/issue_post/communal-villages-as-loci-of-revolution-in-russia-and-beyond/· αναδημοσίευση: Kevin B. Anderson, “Marx on communal villages as loci of revolution in Russia and beyond”, LINKS – International Journal of Socialist Renewal, 12 Δεκεμβρίου 2025, https://links.org.au/marx-communal-villages-loci-revolution-russia-and-beyond. Απόσπασμα από το κεφάλαιο 6 του βιβλίου του Kevin B. Anderson, The Late Marx’s Revolutionary Roads: Colonialism, Gender, and Indigenous Communism.

 

Σημειώσεις

[1] Jean-Numa Ducange, “Une lettre inédite de Karl Marx à Jules Guesde sur la France, l’‘Orient’ et l’ ‘Occident’ (1879)”, ActuelMarx, 73 (2023), σελ. 112 [Σ.τ.μ.: η επιστολή στα γαλλικά, διαθέσιμή στο: lafauteadiderot.net, https://www.lafauteadiderot.net/Une-lettre-de-Marx-a-Jules-Guesde].

[2] [Σ.τ.Μ.] Καρλ Μαρξ, «Απάντηση στη Βέρα Ζασούλιτς», e la libertà, 15 Αυγούστου 2026, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/11036-%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%B6%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%82.

[3] Θα μπορούσε επίσης να μεταφραστεί ως «complement» [«συμπληρώνω»] ή «complete» [«ολοκληρώνω»], με τον τελευταίο όρο να είναι πιο έντονος, τον οποίο έχω αποδώσει εδώ με έναν πιο συνηθισμένο όρο, το «fulfill» [«εκπληρώνω»] [Σ.τ.μ.: στα ελληνικά αποδόθηκε με το ρήμα «ολοκληρώνω»].

[4] Raya Dunayevskaya, Rosa Luxemburg, Women’s Liberation, and Marx’s Philosophy of Revolution, δεύτερη έκδοση (Ουρμπάνα: University of Illinois Press [1982] 1991), σελ. 175. Αυτό είναι ιδιαίτερα εύστοχο, δεδομένου ότι το πρωτότυπο χειρόγραφο του προλόγου του 1882 είναι γραμμένο από τον Ένγκελς (MEGA2 I/25: 297). Ο Ένγκελς παραθέτει ολόκληρο τον πρόλογο του 1882 στον πρόλογό του για μια νέα γερμανική έκδοση του 1890, αλλά δεν συζητά τις επιπτώσεις του, ενώ το υπόλοιπο του προλόγου του περιορίζεται στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική (MECW 27: 53–60).

[5] Teodor Shanin (επιμ.), Late Marx and the Russian Road, Νέα Υόρκη: Monthly Review Press 1983.

[6] Derek Sayer and Philip, “Corrigan, Late Marx: continuity, contradiction and learning”, στο T. Shanin (επιμ.), Late Marx and the Russian Road, σελ. 80.

[7] Haruki Wada, “Marx and revolutionary” στο T. Shanin (επιμ.), ό.π, σελ. 67.

[8] Haruki Wada, ό.π, σελ. 70.

[9] Dunayevskaya, Rosa Luxemburg, σσ. 188, 190.

[10] Ό.π., σελ. 186.

[11] Ό.π., σελ. 190.

[12] The Ethnological Notebooks of Karl Marx, (επιμέλεια Lawrence Krader), Van Gorcum, 1972.

[13] Ό.π., σελ. 183.

[14] Ό.π., σελ. 187.

[15] Kevin B. Anderson, Marx at the Margins: On Nationalism, Ethnicity, and Non-Western Societies (Σικάγο: University of Chicago Press, [2010] 2016), σελ. 235.

[16] Isabelle Garo, Communism and Strategy: Rethinking Political Mediation (Λονδίνο: Verso, [2019] 2023), σελ. 214.

[17] Guilherme Nunes Pires, “Marx and Russia: The Russian Road and the Myth of Historical Determinism”, Ciencias Humanas e Socais, τόμος 1 (2023), σελ. 74.

[18] Michael Löwy, “La dialectique du progrès et l’enjeu actuel des mouvements sociaux”, Congrès Marx International. Centans de marxisme. Bilan critique et perspectives (Παρίσι: Presses Universitaires de France, 1996), σελ. 200.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2026 16:38

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.