Max Ernst, Δάσος και περιστέρι. 1927
Todd Gordon
Jeffery R. Webber
Πρελούδιο για μια νέα αυτοκρατορική τάξη;
Η αμεσότητα της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, παράλληλα με την ανάδυση της Κίνας ως εν δυνάμει παγκόσμιας δύναμης, άλλαξε τη συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό. Οι θεωρίες που βασίζονται στην εμβάθυνση της ολοκλήρωσης του παγκόσμιου καπιταλισμού υπό την ασυναγώνιστη κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν γίνει όλο και πιο αστήρικτες. Αυτή η προοπτική, η οποία παρουσιάζεται στο βραβευμένο με Βραβείο Ντόιτσερ Η Δημιουργία του Παγκόσμιου Καπιταλισμού των Λέο Πάνιτς και Σαμ Γκίντιν, απολαμβάνει μεγάλης εκτίμησης σε ολόκληρη την ευρύτερη αριστερά τις τελευταίες δεκαετίες.[1] Εν τω μεταξύ, το πιο πρόσφατο κύρος των καμπιστικών πανηγυρισμών υπέρ της πολυπολικότητας αντιπροσωπεύει ένα είδος παραμορφωμένου καθρέφτη των ίδιων προϋποθέσεων ενός μοναδικού αμερικανικού imperium. Η διαφορά των τελευταίων είναι ότι το imperium κινδυνεύει πλέον, όχι εξαιτίας της ενδοϊμπεριαλιστικής αντιπαλότητας, αλλά μάλλον εξαιτίας της ανάδυσης ενός μπλοκ κρατών που βρίσκονται σε σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και, από το γεγονός αυτό, πρέπει να εκλαμβάνονται ως αντιιμπεριαλιστικές οντότητες, ανεξάρτητα από την κοινωνική-δομική ή πολιτική τους σύνθεση. Παρά τις αντίθετες εκτιμήσεις τους για τη διαρκή ισχύ της αμερικανικής υπεροχής, οι δύο προοπτικές συγκλίνουν όλο και περισσότερο πολιτικά, όπως στην κοινή απολογία τους για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, την οποία και τα δύο ρεύματα τείνουν να θεωρούν απλώς ως απάντηση στην αμερικανική υπερβολή.
Αν και τώρα είναι περισσότερο φανερό ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός είναι κατακερματισμένος από ανταγωνιστικές γεωπολιτικές δυνάμεις, η ιδέα της αμερικανικής υπεροχής –ακόμη και στο απόγειο της δύναμής της μετά τον Ψυχρό Πόλεμο– ως μιας καλά λαδωμένης μηχανής απαλλαγμένης από σοβαρές αντιφάσεις, ποτέ δεν αποτύπωσε πραγματικά την πολυπλοκότητα, τον δυναμισμό ή την ανομοιομορφία της παγκόσμιας τάξης και των ιμπεριαλιστικών διαμορφώσεών της. Η κυριαρχία των ΗΠΑ συχνά παρερμηνεύτηκε ως παντοδυναμία. Οι προσδοκίες για την απεριόριστη μακροζωία της αμερικανικής αυτοκρατορίας αναπτύχθηκαν φυσικά μέσα από τα θεμέλια αυτής της κοσμοθεωρίας. Εν ολίγοις, μια εξαιρετική στιγμή υπεροχής εκλήφθηκε λανθασμένα ως νέα κανονικότητα, συσκοτίζοντας το μακρύ τόξο του πολυπολικού ιμπεριαλισμού στην ιστορία του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Για να τονίσουμε ότι η θέση περί μονοπολικότητας πάντα συγκάλυπτε περισσότερα από όσα αποκάλυπτε, δεν απαιτείται ούτε να πιστεύουμε ότι υπάρχει ένας επικείμενος διάδοχος της ισχύος των ΗΠΑ, ούτε να επιστρέψουμε σε θεωρίες ιμπεριαλισμού πριν από έναν αιώνα, όταν ο διαυτοκρατορικός ανταγωνισμός ήταν ωμά αδιαμφισβήτητος, όσο κι αν συνεχίζουμε να αντλούμε στοιχεία από τις συζητήσεις που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Διεθνούς. Η πρόκληση για τους αντιιμπεριαλιστές στον εικοστό πρώτο αιώνα είναι να εντοπίσουν τις θεμελιώδεις δυνάμεις που κινούν τον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό διαχρονικά, παραμένοντας ταυτόχρονα προσεκτικοί στις διάφορες μορφές που παίρνει σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Η καπιταλιστική παγκόσμια τάξη πραγμάτων έχει εγγενώς ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα, ακόμη και αν οι ιεραρχίες της και τα πρότυπα ανταγωνισμού και συνεργασίας μεταξύ των κρατών υπόκεινται σε αλλαγές. Ο ιμπεριαλισμός δεν μπορεί να εξαλειφθεί με ειρηνευτικές συνθήκες, ούτε να ξεπεραστεί από την ολοκλήρωση των παγκόσμιων αγορών. Η παγκόσμια σταθερότητα, η ειρήνη και η δικαιοσύνη θα παραμείνουν αναγκαστικά ασύλληπτες όσο ο καπιταλισμός επιβιώνει.
Στα όσα ακολουθούν, προσφέρουμε ορισμένα προκαταρκτικά σημεία εκκίνησης για μια ανάλυση της βαθύτερης ιμπεριαλιστικής λογικής του καπιταλισμού και των φαινομενικών μορφών του στον εικοστό πρώτο αιώνα.
Η παγκόσμια αγορά
Η ιστορία του καπιταλισμού καθιστά σαφές ότι έχει μια ιμπεριαλιστική δυναμική που διαφέρει από την οικοδόμηση μη καπιταλιστικών αυτοκρατοριών. Η Έλεν Μέικσινς Γουντ το εξέφρασε αυτό με τον πιο εύγλωττο τρόπο στην Αυτοκρατορία του Κεφαλαίου.[2] Όπως οι φεουδάρχες στις σχέσεις τους με τους αγρότες, οι μη καπιταλιστικές αποικιακές αυτοκρατορίες του παρελθόντος –όπως η φεουδαρχική Πορτογαλική και η Ισπανική Αυτοκρατορία στη Λατινική Αμερική μεταξύ του τέλους του 15ου και των αρχών του 19ου αιώνα– κυριαρχούσαν σε εδάφη και υπηκόους μέσω της στρατιωτικής κατάκτησης και της άμεσης πολιτικής διακυβέρνησης∙ ήταν, με άλλα λόγια, μια εκτός αγοράς μορφή εξαναγκασμού που εξαρτιόταν κυρίως από την άσκηση πολιτικής εξουσίας. Αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε συνήθως ως δύο θεσμικά ξεχωριστά πεδία οικονομικής και πολιτικής εξουσίας συγχωνεύονταν συνήθως στις μη καπιταλιστικές ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες. Η πολιτική εξουσία ανήκε στον ηγεμόνα, στην ελίτ των γαιοκτημόνων και στην εκκλησιαστική ιεραρχία. Η άμεση και προσωποποιημένη εξουσία που απέκτησαν μέσω της πολιτικοθρησκευτικής τους ιδιότητας χρησιμοποιήθηκε για να αποσπάσουν με τη βία πλούτο από τους αγρότες στο εσωτερικό και τους αποικιοκρατούμενους στο εξωτερικό.
Αντίθετα, ο ώριμος καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός καθοδηγείται από τις καθολικές και απρόσωπες επιταγές της αγοράς που διέπουν την καπιταλιστική κοινωνία. Ο παραγωγικός πλούτος –δηλαδή το κεφάλαιο– αναπτύσσεται αποκλειστικά και μόνο για την επίτευξη κέρδους μέσα στα πειθαρχημένα όρια του ανταγωνισμού της αγοράς. Η επιβίωση στην αγορά εξαρτάται από την ικανότητα των καπιταλιστών, ως κεφάλαιο, να αυξάνουν αποτελεσματικά την παραγωγικότητα συσσωρεύοντας και αναπτύσσοντας τις πιο προηγμένες τεχνολογίες, αποσπώντας όλο και περισσότερη αξία από την εργασία και αναζητώντας νέες αγορές με φυσικούς πόρους για εμπορευματοποίηση, φθηνότερη εργασία για εκμετάλλευση και περισσότερους καταναλωτές για την πώληση των εμπορευμάτων τους. Η εξουσία να αποσπάσουν πλούτο από την εργασία και τη γη των άλλων δεν είναι, αυστηρά μιλώντας, μια άμεσα πολιτική πράξη, αλλά το προϊόν της κυριαρχίας στην αγορά. Το ότι οι καπιταλιστές είναι υποχρεωμένοι να λεηλατούν τον φυσικό πλούτο και να εκμεταλλεύονται την εργασία είναι το ίδιο προϊόν του καταναγκασμού της αγοράς, του μαστιγίου του ανταγωνισμού.
Παρά τους ισχυρισμούς των ορθόδοξων μαρξιστικών θεωριών των αρχών του εικοστού αιώνα, ο ιμπεριαλισμός είναι συνυφασμένος με τον καπιταλισμό καθεαυτό, και όχι ένα προσωρινό υποπροϊόν ενός ιδιότυπου «μονοπωλιακού σταδίου» στο οποίο η διεθνής επέκταση οδηγείται φαινομενικά από ένα πλεόνασμα κεφαλαίου που αναζητά διέξοδο. Η αύξηση του μεγέθους των επιχειρήσεων που συνοδεύει τον κλασικό φιλελευθερισμό στα τέλη του 19ου αιώνα ή τον νεοφιλελευθερισμό στα τέλη του 20ού αιώνα, για παράδειγμα, δεν είναι συνώνυμη με τον μονοπωλιακό έλεγχο ή την καταστολή του ανταγωνισμού. Οι θεωρίες του μονοπωλιακού κεφαλαίου είχαν πάντα περιορισμένη αναλυτική αξία. Ο καπιταλισμός αναδημιουργεί συστηματικά τον ανταγωνισμό και το ολιγοπώλιο σε συμπληρωματικές μορφές. Σε ορισμένες στιγμές έντονου ενδοεπιχειρησιακού ανταγωνισμού, συγκεκριμένες επιχειρήσεις εισάγουν μεταβατικές μορφές υπεροχής. Αλλά αυτές πάντα υποκύπτουν στις νέες ανταγωνιστικές μάχες που οδηγούν οι καθοδικές πιέσεις στο ποσοστό κέρδους και η συναφής ανταγωνιστική επιδίωξη βελτίωσης της παραγωγικότητας.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι υπάρχει μια γεωγραφικά επεκτατική λογική στην καρδιά της καπιταλιστικής κοινωνικής τάξης που εδράζεται στις επιταγές της αγοράς. «Η τάση να δημιουργεί την παγκόσμια αγορά», υποστηρίζει ο Μαρξ, «βρίσκεται άμεσα στην ίδια την έννοια του κεφαλαίου. Κάθε όριο εμφανίζεται σαν φραγμός που πρέπει να ξεπεραστεί».[3] Με άλλα λόγια, η ώθηση του κεφαλαίου να υπερβεί τα εθνικά σύνορα είναι σύμφυτη με μια κοινωνική τάξη που βασίζεται στην ανταγωνιστική επιδίωξη του κέρδους. Η καθημερινή υποχρέωση επέκτασης εξαρτάται περαιτέρω από την συνήθη χαμηλή αστάθεια της καπιταλιστικής κυριαρχίας, όπως ακριβώς οι υποχρεωτικές εκρήξεις επέκτασης παράγονται συχνά από τις επαναλαμβανόμενες συστημικές κρίσεις του καπιταλισμού. Τα περιγράμματα της επέκτασης στην παγκόσμια αγορά εξαρτώνται από τα χωροχρονικά, υλικοτεχνικά και πολιτικά όρια που συναντά το κεφάλαιο σε δεδομένο χρόνο και τόπο.
Η άμεση αποικιοκρατική κατοχή κατοικημένων ξένων εδαφών, για παράδειγμα, ήταν ένα σημαντικό αρχικό χαρακτηριστικό των μεταβατικών καπιταλιστικών δυνάμεων που αναδύθηκαν από την ευρωπαϊκή φεουδαρχία απέναντι στον μη καπιταλιστικό κόσμο πέρα από την Ευρώπη. Η άμεση αποικιοκρατία ήταν ένα ρεπερτόριο κατάκτησης κατάλληλο για τον πρώιμο επεκτατικό καπιταλισμό, δεδομένου του έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των αναδυόμενων ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών δυνάμεων και των αμοιβαίων προσπαθειών τους να δημιουργήσουν αγορές πέραν των εθνικών τους συνόρων, στις οποίες θα μπορούσαν να έχουν προνομιακή πρόσβαση. Αλλά ο άμεσος εδαφικός και πολιτικός έλεγχος των αποικιών δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός. Αντίθετα, το κεφάλαιο ωθήθηκε να μετασχηματίσει αυτές τις κοινωνίες, τις μορφές εργασίας τους και τις οικολογίες τους υποτάσσοντάς τες στην απρόσωπη λογική της καπιταλιστικής αγοράς· η επιβίωση των κυρίαρχων ευρωπαϊκών καπιταλιστικών επιχειρήσεων εξαρτιόταν από την ικανότητά τους να αναπαράγονται μέσω των παγκόσμιων σχέσεων της αγοράς που διέπονταν από τις δυνατότητες των ανταγωνιστικών αποικιακών δυνάμεων.
Αν η εδαφική κατοχή ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα των φεουδαρχικών αυτοκρατοριών, στο πλαίσιο του μεταβατικού καπιταλισμού έγινε πολιτική έκφραση της βαθύτερης κίνησης της επέκτασης και της κυριαρχίας της αγοράς – το αποτέλεσμα, όχι η αιτία, του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού. Έτσι, η διάλυση της τυπικής αποικιοκρατίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως επακόλουθο της αντιαποικιακής εξέγερσης δεν σήμανε το τέλος του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού. Αντίθετα, αντιπροσώπευε, μεταξύ άλλων, μια αλλαγή μορφής που επέτρεψαν οι πιο πλήρως ανεπτυγμένες καπιταλιστικές σχέσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό συνεπαγόταν μια μετατόπιση προς μηχανισμούς αυτοκρατορικής εξουσίας, υποταγής και ανταγωνισμού που διαθλούνταν σε μεγαλύτερο βαθμό μέσα από τις σχέσεις της αγοράς, οι οποίες τώρα περιέπλεκαν ολόκληρο τον κόσμο. Η αποικιοκρατία, η οποία συνεπάγεται άμεσο εδαφικό έλεγχο και κυριαρχία, δεν εξαφανίστηκε εντελώς στο πλαίσιο του νέου σεναρίου, αλλά περιορίστηκε κυρίως στην εσωτερική δυναμική των αποικιοκρατικών κοινωνιών εποίκων στα πλαίσια τυπικά κυρίαρχων και ανεξάρτητων εθνών-κρατών.
Έτσι, ακόμη και αν κάθε ιμπεριαλιστική μεθόδευση δύσκολα ανάγεται σε άμεσους οικονομικούς υπολογισμούς, οι μηχανισμοί του ιμπεριαλισμού στον εικοστό πρώτο αιώνα λειτουργούν μέσω των απρόσωπων δυνάμεων της παγκόσμιας αγοράς. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στον σημερινό κόσμο η υλική αναπαραγωγή όλων των εθνών, και συνεπώς οι πολιτικές τους εκφράσεις, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις δυνάμεις της διεθνούς αγοράς. Όλα τα έθνη-κράτη –ακόμη και τα πιο ισχυρά– υποτάσσονται με διαφοροποιημένους τρόπους στο νόμο της αξίας και στις επιταγές του. Τα ρυθμιστικά καθεστώτα που θεσπίζουν και τα διασυνοριακά εμπορικά και επενδυτικά πρότυπα που διευκολύνουν, χρησιμεύουν στην αναπαραγωγή αυτών των επιταγών. Οι διαδοχικές ιστορικές φάσεις στην ανάπτυξη του καπιταλισμού ως ενιαίου συνόλου είναι διάσπαρτες με τις συνέπειες αυτής της γενικής λογικής.
Η κατανόηση της παγκόσμιας αγοράς ως ένα σύστημα διαφοροποιημένης παγκόσμιας αλληλεξάρτησης και όχι εθνικής ανεξαρτησίας αποτελεί, επομένως, απαραίτητο σημείο εκκίνησης για την κατανόηση των ειδικών διαδρομών των διαφόρων κοινωνιών. Από αυτή την άποψη, η παγκόσμια καπιταλιστική τάξη πρέπει να γίνει κατανοητή ως μια ολότητα που δημιουργείται, στην καρδιά της οποίας βρίσκεται η παγκόσμια αγορά, της οποίας τα εσωτερικά συνδεδεμένα μέρη δεν μπορούν να κατανοηθούν σωστά το ένα χωριστά από το άλλο ή από το ευρύτερο σύνολο που αποτελούν. Κατανοητές με αυτόν τον τρόπο, δεν έχει νόημα να αντιλαμβανόμαστε τις ιμπεριαλιστικές ενέργειες που αναλαμβάνουν τα κυρίαρχα κράτη για να αναπαράγουν τη θέση τους στην ιεραρχία των κρατών ως ανταπόκριση σε κάποια υπολογισμένη εξισορρόπηση μιας οικονομικής λογικής του κεφαλαίου και μιας γεωπολιτικής λογικής κρατικής διαχείρισης. Ο εδαφικός χώρος του σύγχρονου κόσμου είναι αυτός του παγκόσμιου χρήματος. Η λογική του λειτουργεί από το εσωτερικό του ίδιου του κράτους και δεν επιδρά σε αυτό απλώς από το εξωτερικό. Το κράτος και το κεφάλαιο, με αυτή την έννοια, δεν ακολουθούν ξεχωριστές και εξωτερικές λογικές που επιλύονται μόνο μέσω της σύγκρουσης, αλλά μάλλον ενσωματώνονται εσωτερικά και διαλεκτικά σε μια ενιαία ενοποιημένη διαδικασία γεμάτη ανταγωνισμό και αντιφάσεις.
Αυτοί οι πολύπλοκοι ανταγωνισμοί σημαίνουν ότι ο καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός δεν παραιτείται ποτέ από την ανάγκη βίας καταναγκασμού, όπως αποδεικνύει μια απλή ματιά στις σύγχρονες εφημερίδες. Ακριβώς όπως η κυριαρχία της αγοράς πρέπει να επιβάλλεται σε τοπικό επίπεδο στους φτωχούς και τους στερημένους, τα καπιταλιστικά κράτη και οι διεθνείς θεσμοί ασκούν την εξουσία τους σε παγκόσμιο επίπεδο για τον ίδιο σκοπό. Η εξουσία πάνω σε άλλα έθνη και τους πληθυσμούς τους προωθείται μέσω της εξάρτησης από την αγορά. Οι χώρες που δεν διαθέτουν –συχνά ως κληρονομιά της ιστορικής υποταγής τους μέσω της αποικιοκρατίας– τις ικανότητες να ανταγωνιστούν στην παγκόσμια αγορά το πιο προηγμένο κεφάλαιο των πλουσιότερων χωρών, παραμένουν εγκλωβισμένες σε έναν κύκλο χαμηλής παραγωγικότητας μαζί με υψηλά επίπεδα φτώχειας και χρέους. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι σχέσεις της παγκόσμιας αγοράς είναι εγγενώς ασταθείς και απαιτείται βία για να διασφαλιστούν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας του κεφαλαίου που επενδύεται διεθνώς. Οι ανυπότακτοι πληθυσμοί, και μερικές φορές οι κυβερνήσεις τους, πρέπει να συμμορφωθούν. Εν τω μεταξύ, ο γενικευμένος ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών στο πλαίσιο της παγκόσμιας αγοράς ωθεί επίσης τα κράτη να προωθήσουν τα συμφέροντα ενός συνόλου καπιταλιστών έναντι ενός άλλου.
Πολλαπλότητα
Η έμφαση στην παγκόσμια αλληλεξάρτηση δεν συνεπάγεται έναν επίπεδο κόσμο στο παρόν, ούτε ομογενοποιεί την ιστορική ιδιαιτερότητα των εθνικών και περιφερειακών διαδρομών της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η χρονική στιγμή και η φύση της μετάβασης μιας περιοχής στον καπιταλισμό και η ένταξή της σε μια διαρκώς εξελισσόμενη παγκόσμια αγορά έχουν τεράστια σημασία. Έχει σημασία αν η ανάπτυξη είναι «πρώιμη» ή «όψιμη», αν η ενσωμάτωση στην παγκόσμια αγορά γίνεται στην κορυφή ή στον πάτο της παγκόσμιας ιεραρχίας των κρατών. Υπάρχει μια διαλεκτική του καθολικού (η παγκόσμια αγορά) και του ιδιαίτερου (τα εθνικά και περιφερειακά μέρη), του αφηρημένου (η γενική λογική του παγκόσμιου καπιταλισμού) και του συγκεκριμένου (οι συγκεκριμένες τοπικές συνθήκες), που διαμορφώνει την ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού και τις ξεχωριστές εμπειρίες συγκεκριμένων κοινωνικών σχηματισμών.
Η ανισόμετρη συσσώρευση ενισχύει και συντηρεί ένα πλουραλιστικό σύστημα κρατών και, ως εκ τούτου, στέκεται εμπόδιο στο είδος της διεθνούς αρχιτεκτονικής της κρατικής εξουσίας που ορισμένοι φιλελεύθεροι και μαρξιστές φαντάζονταν ότι θα αναπτυσσόταν στην κορύφωση της παγκοσμιοποίησης. Οι διαδικασίες της παγκόσμιας συσσώρευσης κεφαλαίου οδηγούν σε γεωγραφικές συγκεντρώσεις επενδύσεων, αγορών και εργασίας σε συγκεκριμένες τοποθεσίες της παγκόσμιας οικονομίας – ομάδες κεφαλαίου που ευνοούν ορισμένες περιοχές εις βάρος άλλων και που τείνουν να ενισχύονται με την πάροδο του χρόνου. Οι ιεραρχίες αναπαράγονται κυρίως μέσω αυτών των εξαρτώμενων από την πορεία ιδιαιτεροτήτων της συσσώρευσης. Ενώ όλες οι χώρες δεσμεύονται από τις καθολικές επιταγές της αγοράς, η κάθε μία υποτάσσεται με τρόπο ιδιόμορφο ανάλογα με το μέγεθος και τη δύναμή της. Όπως υποστηρίζουν οι μαρξιστές με διάφορους τρόπους εδώ και πάνω από έναν αιώνα, η παγκόσμια αγορά συγκροτείται και ανασυγκροτείται, εν μέρει, μέσω της διοχέτευσης πλούτου από τα φτωχότερα έθνη προς τα πλουσιότερα έθνη, ιδίως σε περιόδους βαθιάς και διαρκούς καπιταλιστικής κρίσης. Σύμφωνα με τη διαλεκτική ενότητα κράτους και κεφαλαίου που περιγράφηκε παραπάνω, η συνεχιζόμενη υποταγή των φτωχότερων και ασθενέστερων κρατών δεν είναι ποτέ αυστηρά μια «οικονομική» διαδικασία, αλλά η συνέπεια της ιμπεριαλιστικής κρατικής ισχύος σε όλες τις διαστάσεις της.
Ανισότητα
Η παγκόσμια ανομοιομορφία αποτελεί επίσης βασική πηγή έντασης μεταξύ διαφορετικών αυτοκρατορικών κρατών, καθώς και μεταξύ αυτοκρατορικών κρατών και καθυστερημένων αναπτυσσόμενων χωρών που επιδιώκουν μεγαλύτερη ισχύ. Η διάχυτη επιταγή για καπιταλιστική επέκταση οδηγεί σε εντεινόμενο ανταγωνισμό για αγορές που συχνά συνοδεύεται από προσπάθειες για τη δημιουργία αυξανόμενων γεωπολιτικών σφαιρών επιρροής. Η όψιμη ανάπτυξη επηρεάζει ιδιαίτερα τα πρότυπα της ταξικής πάλης και την έκφρασή τους στην πολιτική της «προϊούσας» ανάπτυξης, που συχνά αποτελεί παράδειγμα της επιβολής της καπιταλιστικής ανάπτυξης από τα πάνω μέσω της αυταρχικής εξουσίας ενός κράτους επί των εργαζομένων και των παρεμβατικών πολιτικών για την προστασία, την προώθηση ή τον έλεγχο συγκεκριμένων βιομηχανιών. Η καπιταλιστική ανάπτυξη σε μια γεωγραφική ζώνη του παγκόσμιου συστήματος –συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής και γεωπολιτικής πλευράς της ανάπτυξης– συνδέεται αναγκαστικά με την ανάπτυξη άλλων ζωνών, είναι η αιτία ή το αποτέλεσμα αυτής.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι θεωρίες του παγκόσμιου καπιταλισμού που αδιαφορούν για τον πόλεμο και τις μικρότερες εκδηλώσεις αντιπαλότητας –είτε πρόκειται για την έμφαση του Γουίλιαμ Ρόμπινσον στον υπερεθνικό ταξικό και κρατικό σχηματισμό, είτε για τους Πάνιτς και Γκίντιν στην αμερικανική παντοδυναμία, είτε για τους Μάικλ Χαρντ και Αντόνιο Νέγκρι στην αυτοκρατορία– έρχονται σε εντυπωσιακή αντίθεση με τα καθοριστικά χαρακτηριστικά της σημερινής διεθνούς συγκυρίας.
Η ανομοιομορφία, η ένταση και η σύγκρουση δεν συνεπάγονται το αναπόφευκτο του δια-αυτοκρατορικού πολέμου ή την απλοϊκή σύγχρονη δικαίωση των κλασικών μαρξιστικών θεωριών για τον ιμπεριαλισμό στις αρχές του εικοστού αιώνα. Οι πρωτοφανείς μορφές σύγκρουσης δεν είναι ποτέ απλώς επιφαινόμενα που εκφράζουν μηχανικά τη σφοδρή διαμάχη του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Σε τελική ανάλυση, όταν πρόκειται για τους ρυθμούς του γεωπολιτικού ανταγωνισμού σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα, τα κρεσέντα και τα ναδίρ του εξαρτώνται από μια σειρά συγκυριακών παραγόντων, όπως η ένταση του ανταγωνισμού, οι μετατοπίσεις στον συσχετισμό δυνάμεων, το διακύβευμα μιας δεδομένης σύγκρουσης και η ικανότητα των διεθνών θεσμών να διοχετεύουν τις εντάσεις μακριά από την άμεση, στρατιωτική αντιπαράθεση. Ενώ οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί έχουν λάβει διαφορετικές μορφές και εντάσεις κατά τη μακρά ιστορία της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, παρέμειναν πάντοτε ένα εξέχον χαρακτηριστικό του τοπίου και σαφώς ενισχύουν σοβαρά ρήγματα στο παγκόσμιο σύστημα του 21ου αιώνα. Για να παρακολουθήσουμε τις αναδυόμενες ιδιότητες των συγκρούσεων που δημιουργούνται σήμερα, πρέπει να αποφύγουμε να υποθέσουμε την ισορροπία ή να υπερεκτιμήσουμε τις διαρκείς δυνάμεις μιας φαινομενικά ολοκληρωμένης φιλελεύθερης τάξης. Οι διασυνοριακές επενδύσεις και το εμπόριο, παράλληλα με την πολυεθνική ιδιοκτησία του κεφαλαίου, αναμφίβολα εμβαθύνθηκαν και επεκτάθηκαν κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Ωστόσο, μετά την κρίση του 2008, η παγκόσμια ολοκλήρωση μειώθηκε ελαφρά σε όλες αυτές τις μετρήσεις. Είναι πολύ νωρίς για να πούμε το βάθος και την ταχύτητα αυτής της πορείας, αλλά η κατεύθυνση είναι αρκετά σαφής, και μπορεί κάλλιστα να επιταχύνει το ρυθμό και να αποκτήσει βαθύτερη σημασία καθώς διογκώνεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας και της Ρωσίας.
Όσο συνεπής και αν είναι εννοιολογικά η ολοκλήρωση της παγκόσμιας αγοράς και η υπερεθνικοποίηση του κεφαλαίου και των κρατικών δομών στο επίπεδο της καπιταλιστικής λογικής, η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός γεννήθηκε σε έναν κόσμο εθνικών εδαφών και κρατών, και τέσσερις αιώνες καπιταλισμού απλώς πολλαπλασίασαν τον αριθμό τους. Τα επίμονα εδαφικά σύνορα, η ανισόμετρη οικονομική ανάπτυξη, ο ανταγωνισμός, η αστάθεια και η κρίση έχουν στην πραγματικότητα ενισχύσει τις διαδικασίες σχηματισμού εθνικών κρατών. Οι περιφερειακοί και διεθνείς θεσμοί που προέκυψαν σπάνια αποτελούν κάτι περισσότερο από το άθροισμα των εθνικών κρατών που τους παρήγαγαν. Τα εθνικά κράτη εξακολουθούν να διαδραματίζουν θεμελιώδη ρόλο στη ρύθμιση της εγχώριας και διεθνούς καπιταλιστικής συσσώρευσης. Όσο το έθνος-κράτος παραμένει ένα κεντρικό μέσο δια του οποίου οργανώνεται η παγκόσμια καπιταλιστική συσσώρευση, μπορούμε να περιμένουμε συγκρούσεις, αντιπαλότητες και πολέμους. Η ύπαρξη του έθνους-κράτους προϋποθέτει ότι, ακόμη και με τις διεθνείς επενδύσεις και το διεθνές εμπόριο, το κεφάλαιο θα διατηρήσει κάποιες ρίζες μέσα σε συγκεκριμένες εθνικά καθορισμένες περιοχές· το κεφάλαιο, και συνεπώς οι καπιταλιστές, θα διατηρήσουν κάποιο βαθμό εθνικής ταυτότητας με βάση το πού εμφανίστηκε, πού έχει την έδρα του και πώς συνδέεται με τους εθνικούς θεσμούς.
Μια αλυσίδα
Το παγκόσμιο σύστημα σήμερα είναι οργανωμένο σε αυτό που ο Λένιν ανέφερε ως ιμπεριαλιστική αλυσίδα – ένα συνεχές σύστημα εξουσίας που εκτείνεται από την ιμπεριαλιστική υπερδύναμη, σε κράτη που επιδιώκουν να αμφισβητήσουν την κυρίαρχη δύναμη, σε δευτερεύοντα ιμπεριαλιστικά κράτη, σε περιφερειακά κράτη. Καθένα από αυτά αποτελεί έναν κρίκο σε μια αλυσίδα που είναι μια ιεραρχική ενότητα οικονομικής και πολιτικής αλληλεξάρτησης, συντονισμού και σύγκρουσης.
Το ωμό στοιχείο καταναγκασμού στην αναπαραγωγή της αμερικανικής κυριαρχίας συνυπάρχει με ένα πιο άυλο στοιχείο που πηγάζει από τη σταθερότητα και τις επιλεκτικές ευκαιρίες που αντιπροσωπεύει η ηγετική της θέση για τα μέλη που είναι τοποθετημένα σε όλη την ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Και όμως, η έννοια της αμερικανικής υπεροχής χωρίς τριβές είναι μια φαντασίωση· ο κομψός μινιμαλισμός της έχει ως κόστος την άρνηση των πραγματικών περιπλοκών του ανταγωνισμού, της συνεργασίας, του ανταγωνισμού και της αμοιβαίας εξάρτησης – όλα αυτά διατρέχουν το επικίνδυνο πεδίο της διεθνούς πολιτικής. Το πολίτευμα των ΗΠΑ είναι γεμάτο από συμπτώματα εσωτερικής αποσύνθεσης που διαχέονται στην προβολή ισχύος στο εξωτερικό. Εν τω μεταξύ, οι ενέργειες των κρατών που βρίσκονται πιο μακριά στην αλυσίδα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των δευτερευουσών δυνάμεων που συμμαχούν με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν ήταν ποτέ εξηγήσιμες μόνο μέσω της αναφοράς σε ντιρεκτίβες που προέρχονται από την Ουάσινγκτον. Πρέπει να ληφθεί υπόψη η περιορισμένη δράση των μη ηγεμονικών δυνάμεων και οι ανταγωνισμοί που μπορεί να δημιουργήσει αυτό το περιθώριο ελιγμών μεταξύ διαφορετικών δυνάμεων, μέχρι και τις κρίσεις ηγεμονικής κυριαρχίας.
Όπως έχουν δείξει αρκετοί αναλυτές, πολλές χώρες εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν σημαντική ικανότητα να προβάλλουν την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική τους ισχύ πέρα από τα σύνορά τους. Ενώ ορισμένες από αυτές τις χώρες είναι συμμαχικές με τις Ηνωμένες Πολιτείες, άλλες δεν είναι. Στο βιβλίο του, Το Σίτι: Το Λονδίνο και η παγκόσμια δύναμη της οικονομίας, ο Τόνι Νόρφιλντ αναπτύσσει ένα από τα μόνα σοβαρά πλαίσια για τη συστηματική μέτρηση του σχετικού βάρους και της επιρροής των διαφόρων καπιταλιστικών δυνάμεων στον κόσμο σήμερα. Ο Νόρφιλντ προσφέρει εμπειρικά στοιχεία για να αμφισβητηθεί «η παραδοχή ότι οι άλλες καπιταλιστικές δυνάμεις είναι, το πολύ-πολύ, μόνο μικροί συνεργάτες στα σχέδια της Αμερικής, αγνοώντας πώς τα δικά τους συμφέροντα προωθούνται επίσης από τις ενέργειές τους».[4] Αλλά όπως και να αξιολογήσει κανείς τις διαβαθμίσεις της ισχύος μεταξύ των κρίκων της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, τα συμφέροντα και οι ενέργειες πολλών χωρών σαφώς δεν μπορούν εύκολα να αναχθούν σε ιδιοτροπίες των ΗΠΑ. Η πρωτοβουλία Μια Ζώνη και Ένας Δρόμος της Κίνας, η στρατιωτικοποίηση της Θάλασσας της Νότιας Κίνας, οι συνολικές αμυντικές δαπάνες και η υπολογισμένη ανάπτυξη ως έθνος-πιστωτής προς τις φτωχότερες χώρες είναι από τις πιο προφανείς ενδείξεις των ορίων της ισχύος των ΗΠΑ.
Παρομοίως, οι παρεμβάσεις της Ρωσίας στη Γεωργία, τη Συρία, το Καζακστάν και την Ουκρανία αποτελούν τολμηρές προσπάθειες για την προώθηση της περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης και τη διεκδίκηση ισχύος πέραν της κυριαρχίας των ΗΠΑ. Αλλά δεν εμφανίζονται όλες οι ενδείξεις ανεξάρτητου ενδιαφέροντος και ικανότητας ως τολμηρή προσβολή της ισχύος των ΗΠΑ. Ακόμη και η εχθρική επιβολή αυτοκρατορικής ισχύος επί των ασθενέστερων κρατών του Παγκόσμιου Νότου από στενά ενσωματωμένους συμμάχους των ΗΠΑ, όπως ο Καναδάς ή η Αυστραλία, είναι συχνά αναπόσπαστη από τη στρατηγική κατεύθυνση των ΗΠΑ.
Φυλή και έθνος
Ο εθνικισμός και ο ρατσισμός διαπερνούν και ενισχύουν τις άλλες διαστάσεις του ιμπεριαλισμού που συζητήθηκαν στις προηγούμενες ενότητες. Ο αυτοεπεκτατικός χαρακτήρας του κεφαλαίου –η ανάγκη και η ικανότητά του να υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα στην επιδίωξη της κερδοφορίας– δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση ότι οι συγκεκριμένες ιστορικές διαδικασίες που επιτρέπουν την κινητικότητά του είναι καθαρά οικονομικές. Η αντίληψή μας για τη διαλεκτική ενότητα κράτους και κεφαλαίου αποκλείει τη δυνατότητα οποιασδήποτε διπλής λογικής, δηλαδή την ιδέα της καπιταλιστικής επέκτασης απομονωμένης από μια δήθεν αυτόνομη κρατική διαχείριση των εδαφικών συμφερόντων. Η πολιτική εξουσία και η αστική ηγεμονία είναι απαραίτητες για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στο επίπεδο του έθνους-κράτους. Παρομοίως, η διεθνοποίηση του κεφαλαίου απαιτεί πολιτική εξουσία και παρέμβαση. Η επαναλαμβανόμενη κρατική παρέμβαση και η αναπαραγωγή της αστικής κυριαρχίας σε αυτές τις κλίμακες καθιστούν αναγκαία κάποια μορφή ιδεολογικής νομιμοποίησης. Η προσφυγή στον ρατσισμό έχει αποδειχθεί σημαντικό ιδεολογικό μέσο για τη δικαιολόγηση της αυτοκρατορικής κυριαρχίας. «Πολλές από τις καίριες στιγμές που περιγράφονται από τους μαρξιστές ως καθοδηγούμενες από την καπιταλιστική επέκταση», παρατηρεί ο Ρόμπερτ Νοξ, «ήταν επίσης διαποτισμένες από τον ρατσισμό»[5].
Ο εθνικισμός στα κυρίαρχα κράτη του παγκόσμιου συστήματος έχει συχνά συνδεθεί με τον ρατσισμό. Μέρος του προβλήματος με ένα μεγάλο μέρος της υπάρχουσας μαρξιστικής εργασίας για τον ιμπεριαλισμό, όπως επισημαίνει ο Νοξ, είναι ο άκαμπτος διαχωρισμός της φυλής και της καπιταλιστικής αξίας, αντί να τα βλέπει ως συν-συνθετικά στοιχεία της καπιταλιστικής επέκτασης τόσο ιστορικά όσο και στο παρόν. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι «ο ιμπεριαλισμός χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από λευκά, ευρωπαϊκά κράτη που επεκτείνονται και υποτάσσουν μη λευκές, μη ευρωπαϊκές κοινωνίες» και «ο σύγχρονος καταμερισμός εργασίας αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό αυτά τα ιστορικά πρότυπα». Βασιζόμενος στον Φραντς Φανόν, ο Νοξ επισημαίνει τους τρόπους με τους οποίους η φυλή και η αξία διαπλέκονται στις συστατικές ιστορικές στιγμές του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού.
«... σε κάθε στιγμή της διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου, η φυλή έχει κεντρικό ρόλο. Η φυλή εμφανίζεται αρχικά στο προσκήνιο για να δικαιολογήσει την απαλλοτρίωση των αυτοχθόνων κατοίκων και να νομιμοποιήσει τη μεταφορά αξίας από την περιφέρεια. Οι βαθύτατοι κοινωνικοί μετασχηματισμοί που απαιτούνται για τη διευρυμένη καπιταλιστική συσσώρευση αρθρώνονται με όρους φυλετικών κατηγοριοποιήσεων. Τέλος, αυτές οι ρατσιστικές κατηγορίες παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διακυβέρνηση των περιφερειακών περιοχών και στην ανάσχεση της αντίστασης στις διαδικασίες της καπιταλιστικής συσσώρευσης.»[6]
Η φυλή δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο μιας αρχικής περιόδου της αποικιακής ιστορίας, η οποία στη συνέχεια ξεπερνιέται από την τυφλή ως προς το χρώμα καπιταλιστική συσσώρευση. Αντίθετα, η φυλή διαδραματίζεται συνεχώς μέσα από τους πρωταρχικούς άξονες του σύγχρονου ιμπεριαλισμού – ενός ιμπεριαλισμού που διεξάγεται σε μεγάλο βαθμό χωρίς αποικίες. «Το γεγονός ότι η ναυαρχίδα της σύγχρονης αμερικανικής αυτοκρατορίας, το Foreign Affairs, εξελίχθηκε από το χαρακτηριστικό τίτλο Journal of Race Development υποδηλώνει», επισημαίνουν οι Ελίζαμπεθ Ες και Ντέιβιντ Ρούντιγκερ, «ότι λίγοι αρχιτέκτονες της αμερικανικής αυτοκρατορίας έκαναν τη δουλειά τους έξω από ένα φυλετικό πλαίσιο».[7] Όπως υποστηρίζει ο Νοξ, ο ρατσισμός συνεχίζει να εμφανίζεται στη ρητορική της καλής διακυβέρνησης των διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στο βαθμό που η γλώσσα τους βασίζεται σε ρατσιστικά στερεότυπα για τους τεμπέληδες και διεφθαρμένους πληθυσμούς των περιφερειακών κοινωνιών. Καθώς η υπό όρους βοήθεια μοιράζεται, παρακρατείται και αστυνομεύεται, η φυλή παρέχει χρήσιμα γλωσσικά εργαλεία μέσω των οποίων κατασκευάζονται ιστορίες για τους άξιους και τους ανάξιους φτωχούς. Το ίδιο ισχύει και για την ένοπλη πτέρυγα της αυτοκρατορικής εξουσίας.
Οι στρατιωτικές επεμβάσεις στη σύγχρονη περίοδο βασίζονται σε ανανεωμένες αναπαραγωγές των τυποποιημένων αποικιακών τροπών σχετικά με τη φαινομενική αγριότητα των μη ευρωπαϊκών κοινωνιών. Οι ανανεώσεις δεν χρειάζεται να είναι πάντοτε διεξοδικές – η λέξη «βάρβαρος» είναι ένα σταθερό ρεφρέν, για παράδειγμα, στις φιλελεύθερες απολογίες του Μάικλ Ιγκνάτιεφ για τον πόλεμο του Ιράκ το 2003. Παρόμοιο ιδεολογικό έργο επιτελείται υπό τη σημαία του ανθρωπισμού, όπου κυριαρχούν οι φυλετικοί κώδικες, όπως δείχνει το παράδειγμα της αποκλειστικής στοχοποίησης των αφρικανικών χωρών από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
Ορίζοντες
Η ιμπεριαλιστική οργάνωση του κόσμου είναι δυναμική, ένα ασταθές μείγμα συνεργασίας και ανταγωνισμού, τριβών και αντιθέσεων. Ορισμένες δυνάμεις ανέρχονται, οι νέες απειλούν με άνοδο και οι παλαιότερες αντιμετωπίζουν πιθανή παρακμή. Ορισμένες ιστορικές στιγμές μπορούν να επιταχύνουν αυτές τις διαδικασίες και να εμβαθύνουν τις υπάρχουσες διαχωριστικές γραμμές, ανοίγοντας δυνατότητες για μείζονες μετασχηματισμούς.
Οι μελλοντικοί μελετητές της παγκόσμιας πολιτικής θα θεωρήσουν πιθανότατα την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 2008 και την επακόλουθη παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας ως μια από αυτές τις στιγμές. Όλες οι προηγούμενες περίοδοι βαθιάς και παρατεταμένης καπιταλιστικής κρίσης έχουν μετασχηματίσει τη γεωπολιτική τάξη. Η Μεγάλη Ύφεση των δεκαετιών 1870-1890 ενέτεινε την πάλη για αποικιακές κτήσεις και κατέληξε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930 οδήγησε τελικά –μετά την ήττα της Γερμανίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο– στην εδραίωση της αμερικανικής ηγεμονίας στη μεταπολεμική περίοδο, στο κύμα επιτυχημένων αντιαποικιακών αγώνων και στην παρακμή των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η κρίση της δεκαετίας του 1970 έθεσε τις βάσεις για τη νεοφιλελεύθερη εποχή, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη βιομηχανική άνοδο της Κίνας, την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Ακριβώς όπως ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων προϋπήρχε της πρώτης Μεγάλης Ύφεσης και οι ρίζες της αμερικανικής ανόδου εντοπίζονται πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα βασικά χαρακτηριστικά της σημερινής αυτοκρατορικής συγκυρίας –η σχετική πτώση της κυριαρχίας των ΗΠΑ, η ανάδυση της Κίνας ως περιφερειακής και εν δυνάμει παγκόσμιας δύναμης και η αυξανόμενη διεκδικητικότητα της Ρωσίας εντός της σφαίρας επιρροής της– είναι όλα φαινόμενα που ξεκίνησαν πριν από το 2008. Όμως η αστάθεια που δημιούργησε το 2008 –η καταστροφή του κεφαλαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και τη Ρωσία· η σχεδόν κατάρρευση των τραπεζικών συστημάτων· οι χρεοκοπίες κρατικών χρεών στην Ελλάδα και αλλού· μιάμιση δεκαετία αναιμικών επενδύσεων και ανάπτυξης· και η ικανότητα της Κίνας να μετριάσει ορισμένες από τις χειρότερες επιπτώσεις της κρίσης και της επακόλουθης στασιμότητας– δεν θα μπορούσε παρά να μεταμορφώσει το παγκόσμιο τοπίο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν το κυρίαρχο ιμπεριαλιστικό κράτος στον κόσμο, αλλά η παγκόσμια τάξη πραγμάτων βρίσκεται σε διαδικασία αναδιαμόρφωσης. Η διεθνής ανταγωνιστικότητα του αμερικανικού μεταποιητικού κεφαλαίου φθίνει. Ο ρόλος του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος βρίσκεται στα πρώτα στάδια της παρακμής. Η ισχύς των ΗΠΑ δεν μπόρεσε να ενσωματώσει την Κίνα στο παγκόσμιο σύστημα αυστηρά με τους δικούς της όρους. Τα όρια της πολεμικής δράσης των ΗΠΑ ως τρόπου άσκησης ηγετικού ρόλου κατέστησαν σαφή στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Η Κίνα εκμεταλλεύτηκε αυτή τη στιγμή για να ζυμώσει την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική της επιρροή σε περιφερειακό και ευρύτερο επίπεδο. Έχει αναπτύξει πολυεθνικές εταιρείες πρωταθλήτριες για να ανταγωνιστεί τις αντίστοιχες των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Εξασφάλισε πρόσβαση στις πρώτες ύλες των ασθενέστερων χωρών για να τροφοδοτήσει τη βιομηχανική της ανάπτυξη και την ανάπτυξη της υψηλής τεχνολογίας, ενώ παγίδευσε τις χώρες αυτές σε νέες σχέσεις χρέους. Διατηρεί την παγκόσμια κυριαρχία της στη βιομηχανία κρίσιμων ορυκτών. Ο αμυντικός προϋπολογισμός της Κίνας έχει επεκταθεί με ταχείς ρυθμούς και μπορεί να υπερβεί τις συνήθεις αμερικανικές εκτιμήσεις για το μέγεθός του. Είναι πλέον σε θέση να διεκδικήσει στρατιωτική κυριαρχία στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Αν και, πέρα από τις πυρηνικές της δυνατότητες, η Ρωσία δεν είναι ούτε μεγάλη δύναμη ούτε αναδυόμενη, εκμεταλλεύτηκε και αυτή το άνοιγμα που της παρείχαν οι αστάθειες της αμερικανικής ηγεμονίας και τα εξαγωγικά έσοδα από την εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της, για να επιβεβαιώσει τη διεκδίκησή της σε μια σφαίρα επιρροής που εκτείνεται μέχρι την προ-σοβιετική ρωσική αυτοκρατορία.
Αν θέλουμε να αρχίσουμε να κατανοούμε τους σημερινούς μετασχηματισμούς στον ιμπεριαλισμό, δεν μπορούμε να προσκολληθούμε στις παραδεδομένες αντιλήψεις. Χρειαζόμαστε ένα ανοιχτό και διαλεκτικό θεωρητικό πλαίσιο. Θα χρειαστεί να είμαστε ζωντανοί στις νέες εξελίξεις που υποδηλώνουν πολυπολικότητα. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να προσποιούμαστε ότι η άνοδος μιας ή περισσότερων δυνάμεων συνεπάγεται αναγκαστικά την ατέρμονη παρακμή μιας άλλης. Αν η δυναμική σημερινή παγκόσμια κατάσταση συμπυκνωθεί σε μια συγκριτικά σταθερή, αναδιαμορφωμένη διεθνή τάξη, είναι εξαιρετικά απίθανο να πρόκειται για μια απλή επανάληψη είτε της αμφισβητούμενης ηγεμονίας των ΗΠΑ της εποχής μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είτε της εποχής των αρχών του εικοστού αιώνα της κλασικής δια-αυτοκρατορικής αντιπαλότητας. Αν ελπίζουμε να διατηρήσουμε τον προσανατολισμό μας, θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι περισσότερο από το να δώσουμε προσοχή στην αδυσώπητη επέκταση του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, στις ανθεκτικές ικανότητες της μορφής του έθνους-κράτους σε όλη του την πολλαπλότητα, στις αντιφάσεις της άνισης συσσώρευσης, στην ενίσχυση και αποδυνάμωση των κρίκων της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, και στις αγριότητες του εθνικισμού και του ρατσισμού που τα στηρίζουν όλα αυτά.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Todd Gordon and Jeffery R. Webber, “Prelude to a New Imperial Order?”, Spectre, 26 Απριλίου 2024, https://spectrejournal.com/prelude-to-a-new-imperial-order/.
Ο Todd Gordon είναι συντάκτης του Midnight Sun Magazine και διδάσκει στο Τμήμα Δικαίου και Κοινωνίας του Πανεπιστημίου Γουίλφριντ Λώριερ στο Μπράντφορντ. Είναι συγγραφέας του Imperialist Canada και συν-συγγραφέας του Blood of Extraction: Canadian Imperialism in Latin America.
Ο Jeffery R. Webber διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Γιορκ του Τορόντο. Είναι συν-συγγραφέας των βιβλίων The Impasse of the Latin American Left και Blood of Extraction: Canadian Imperialism in Latin America.
Σημειώσεις
[1] Leo Panitch and Sam Gindin, The Making of Global Capitalism: The Political Economy of American Empire (Νέα Υόρκη: Verso, 2012).
[2] Ellen Meiksins Wood, Empire of Capital (Νέα Υόρκη: Verso, 2005) [Ellen Meiksins Wood, Η Αυτοκρατορία του Κεφαλαίου, ΚΨΜ, Αθήνα 2008, μετάφαρση Βάσιλα Αγγελική].
[3] Karl Marx, Grundrisse: Foundations of the Critique of Political Economy (Νέα Υόρκη: Penguin, 1993) [Καλρ Μαρξ, Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Στοχαστής, τόμος Β, σε. 307, μετάφραση Διονύσης Διβάρης].
[4] Tony Norfield, The City: London and the Global Power of Finance (Λονδίνο: Verso, 2017).
[5] Robert Knox, “Valuing Race? Stretched Marxism and the Logic of Imperialism”, London Review of International Law, 4, τεύχος 1 (2016): 28.
[6] Knox, “Valuing Race?” 28.
[7] Elizabeth Esch and David Roediger, “‘One Symptom of Originality’: Race and the Management of Labor in US History” στο David Roediger, Class, Race and Marxism, (Λονδίνο: Verso, 2017), 143.
