Τρίτη, 02 Σεπτεμβρίου 2025 09:45

Τσεχοσλοβακία 1948

Τσεχοσλοβακική λαϊκή πολιτοφυλακή, Φεβρουάριος 1948. Αρχείο Τσεχικής Ραδιοφωνίας

 

 

Joseph Grim Feinberg

 

Τσεχοσλοβακία 1948

 

 

Στις 21 Φεβρουαρίου 1948, δεκάδες χιλιάδες εργάτες και φοιτητές ξεχύθηκαν στην πλατεία της Παλιάς Πόλης της Πράγας. Μέχρι το βράδυ, λαϊκές πολιτοφυλακές και επαναστατικές «επιτροπές δράσης» είχαν αρχίσει να σχηματίζονται σε όλη την Τσεχοσλοβακία, και τα συνδικάτα έστειλαν αντιπροσωπεία στον πρόεδρο Έντβαρτ Μπένες απαιτώντας να σεβαστεί τη λαϊκή βούληση και να διορίσει μια νέα, εξ ολοκλήρου σοσιαλιστική κυβέρνηση.

Δύο ημέρες αργότερα, περίπου 2,5 εκατομμύρια εργάτες κατέβηκαν σε απεργία (σε συνολικό πληθυσμό περίπου 11 εκατομμυρίων) και επιτροπές δράσης κατέλαβαν γραφεία σε όλη τη χώρα. Στις 25 Φεβρουαρίου, οι διαδηλωτές γέμισαν την τεράστια πλατεία Βέντσεσλας και απείλησαν να διαδηλώσουν στο Κάστρο της Πράγας, την έδρα της κυβέρνησης, αν ο πρόεδρος αρνιόταν να υποχωρήσει. Αργά το απόγευμα ο Μπένες αποδέχθηκε την πρόταση των επαναστατών για νέα κυβέρνηση και ο κομμουνιστής ηγέτης Κλέμεντ Γκότβαλντ επέστρεψε στην πλατεία Βέντσεσλας για να ανακοινώσει τη νίκη στο πλήθος που ζητωκραύγαζε.

Ο Μίλαν Κούντερα, στο μυθιστόρημά του Η ζωή είναι αλλού του 1969, περιγράφει την κατάληψη της εξουσίας από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακίας το 1948 ως μια στιγμή μαζικής ευφορίας. Η πρώτη επέτειος αυτού που έμεινε γνωστό ως «νικηφόρος Φεβρουάριος» γιορτάστηκε με γνήσιο πανηγυρισμό. Όμως η καταστολή είχε ήδη αρχίσει, και μόνο τα όμορφα ιδανικά της επανάστασης επέτρεπαν σε κάποιους (όπως ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο ποιητής) να παραβλέπουν την ολοένα και πιο άσχημη πραγματικότητά της. Ο ίδιος ο Κούντερα, πρώην σοσιαλιστής ρεαλιστής ποιητής, θα αφιέρωνε το υπόλοιπο της ζωής του στην κυνική πεζογραφία.

Παρόλα αυτά, πολλοί άνθρωποι είχαν αρκετά πεζούς λόγους για να υποστηρίξουν τη νέα τάξη πραγμάτων, ακόμη και όταν οι πιο μεγαλόπνοες εκκλήσεις της ξεθώριαζαν. Η αναδιανομή του πλούτου απέφερε σαφή οφέλη σε πολλούς, και η ταχεία εκβιομηχάνιση έβγαλε τα φτωχότερα μέρη της χώρας από την απόλυτη φτώχεια. Αλλά αυτή η βελτίωση της υλικής ασφάλειας δεν συνοδεύτηκε από ανάπτυξη της λαϊκής εξουσίας. Τα συνδικάτα, τα εργοστασιακά συμβούλια, οι επιτροπές δράσης και οι πολιτοφυλακές τέθηκαν υπό τον έλεγχο του Κομμουνιστικού Κόμματος, και το ίδιο το κόμμα ελεγχόταν από τους ηγέτες του –και από τους ηγέτες των ηγετών του στη Μόσχα– και όχι από τα μέλη του.

Σχεδόν αμέσως μετά τον Νικηφόρο Φεβρουάριο, η αντιπολίτευση από τη Δεξιά και την Αριστερά καταπνίγηκε από έναν ισχυρό αστυνομικό μηχανισμό, και το 1950 μια στημένη δίκη θα οδηγούσε στην εκτέλεση ορισμένων από τους πιο εξέχοντες επικριτές του κόμματος. Μέχρι το 1952, ορισμένα από τα ηγετικά στελέχη του κόμματος, όπως ο Γενικός Γραμματέας Ρούντολφ Σλάνσκι και ο υπουργός Εξωτερικών Βλαντιμίρ Κλέμεντις, θα έπεφταν θύματα μιας σοβιετικά ενορχηστρωμένης δίκης.

Αλλά στις αρχές του 1948 δεν ήταν καθόλου ξεκάθαρο ότι αυτή ήταν η κατεύθυνση που θα μπορούσε να πάρει μια κομμουνιστική νίκη. Ακόμα και για εκείνους που κατανοούσαν την πραγματικότητα του σταλινισμού στη Σοβιετική Ένωση, υπήρχαν σοβαροί λόγοι να πιστεύουν ότι μια τσεχοσλοβακική επανάσταση θα μπορούσε να ακολουθήσει διαφορετική πορεία. Το ίδιο το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε δηλώσει την υποστήριξή του σε μια «τσεχοσλοβακική πορεία προς το σοσιαλισμό» που θα σεβόταν και θα εκπλήρωνε τις δημοκρατικές παραδόσεις της μεσοπολεμικής Τσεχοσλοβακικής Δημοκρατίας. Και σε αντίθεση με τα παρόμοια κόμματα στις περισσότερες χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακίας αναδείχθηκε σε μεγάλο βαθμό από μόνο του.

Ήδη από τη στιγμή της ίδρυσής του ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κόμματα της Κομιντέρν, και το 1928 ξεπέρασε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας και έγινε το μεγαλύτερο Κομμουνιστικό Κόμμα εκτός Σοβιετικής Ένωσης – όχι αναλογικά, αλλά σε απόλυτους αριθμούς[1] (με 138.000 μέλη, είχε υπερδιπλάσια μέλη από το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και σχεδόν πενταπλάσια μέλη από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας). Ταυτόχρονα, η πολιτική δραστηριότητα του κόμματος συμπληρωνόταν από ένα ισχυρό εργατικό κίνημα και μια ακμάζουσα αριστερή πνευματική σκηνή – πολλοί από τους κορυφαίους συγγραφείς και καλλιτέχνες της χώρας ήταν επίσης κομμουνιστές ή συνοδοιπόροι.

Η Τσεχοσλοβακία διέθετε επίσης μια ιδιαίτερα βιομηχανοποιημένη οικονομική βάση. Αν και αυτή η εκβιομηχάνιση ήταν περιφερειακά ανισόμετρη, οι Τσεχοσλοβάκοι κομμουνιστές δεν αντιμετώπισαν ποτέ το δίλημμα των Μπολσεβίκων να οικοδομήσουν τον σοσιαλισμό μέσα σε συνθήκες που μόλις είχαν αρχίσει να δημιουργούν τον καπιταλισμό[2]. Στη βιομηχανοποιημένη Δύση (το τσεχικό τμήμα της Τσεχοσλοβακίας), ο κομμουνισμός ήταν πραγματικά ένα μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης. Στη Σλοβακία το κίνημα αναπτύχθηκε πιο αργά, αλλά αφού οι κομμουνιστές πρωτοστάτησαν σε έναν δυναμικό αντιφασιστικό αντιστασιακό αγώνα, καθιερώθηκαν και εκεί ως μια πραγματικά λαϊκή δύναμη.

Από πολλές απόψεις, η Τσεχοσλοβακία αποτελούσε ένα εγχειρίδιο σοσιαλιστικής επανάστασης. Δεν έλειπε κανένα από τα κριτήρια που απαιτεί ο ορθόδοξος μαρξισμός. Όμως υπήρχε ένας παράγοντας που δυσκόλευε την κατάσταση: ένα Κομμουνιστικό Κόμμα που είχε ταυτόχρονα την ικανότητα να προβάλει εικόνες λαϊκής εξουσίας και να επιτυγχάνει την υποταγή των δημοκρατικών δομών στις δικές του θεσμικές ανάγκες.

Όταν το τέλος του πολέμου έφερε μια έξαρση των σοσιαλιστικών ιδεών σε όλη την Ευρώπη, οι κομμουνιστές της Τσεχοσλοβακίας ήταν σε θέση να διεκδικήσουν ηγετικό ρόλο στη μετατροπή των ιδεών σε πράξη. Μέχρι τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές του 1946, τα μέλη τους είχαν ήδη φτάσει το 1 εκατομμύριο. Και μετά την απαγόρευση των φασιστικών κομμάτων και των συνεργατών τους, τα εναπομείναντα κόμματα ενώθηκαν γύρω από ένα πρόγραμμα που ενσωμάτωσε πολλά πάγια κομμουνιστικά αιτήματα: τη βελτίωση της κοινωνικής πρόνοιας, την εθνικοποίηση της μεγάλης και ακόμη και της μεσαίας βιομηχανίας και τη σταδιακή ενίσχυση του εργατικού ελέγχου.

Στις εκλογές του 1946, οι κομμουνιστές κέρδισαν το 38% των ψήφων, ένα από τα καλύτερα αποτελέσματα που έχει επιτύχει ποτέ κομμουνιστικό κόμμα σε εκλογική αναμέτρηση. Συγκριτικά, το ισχυρό Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα κέρδισε το 28% στις εκλογές του ίδιου έτους[3], το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα κέρδισε το 19%,[4] πριν πάρει το 30% το 1948, ενώ το 1945 το Ουγγρικό Κομμουνιστικό Κόμμα είχε κερδίσει μόνο το 17%. Μαζί με τους κομμουνιστές της Τσεχοσλοβακίας υπήρχε και ένα Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα που βγήκε από τον πόλεμο ριζοσπαστικοποιημένο και με τάση συνεργασίας με τους κομμουνιστές, το οποίο πήρε άλλο ένα 12% των ψήφων. Το υπόλοιπο των ψήφων πήγε σε μια σειρά από παραδοσιακά κεντρώα κόμματα, τα οποία προσαρμόστηκαν στην επικρατούσα διάθεση εθνικής αποκατάστασης και κοινωνικής προόδου.

Σε αντίθεση με την Ουγγαρία και την Πολωνία, όπου οι μεταπολεμικές εκλογές διεξήχθησαν υπό σοβιετική στρατιωτική κατοχή, ο Κόκκινος Στρατός είχε αποσυρθεί από την Τσεχοσλοβακία στα τέλη του 1945. Εντός του πλαισίου της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, οι κομμουνιστές εισήλθαν σε μια κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού στην οποία συμμετείχαν όλα τα νόμιμα πολιτικά κόμματα, γνωστά από κοινού ως Εθνικό Μέτωπο. Ο κομμουνιστής ηγέτης Γκότβαλντ έγινε πρωθυπουργός.

Η περίοδος μεταξύ της ήττας των Ναζί τον Μάιο του 1945 και της νίκης των Κομμουνιστών τον Φεβρουάριο του 1948 ήταν γεμάτη αντιφάσεις. Στα τσεχικά εδάφη, το τέλος της ναζιστικής κατοχής έφερε μαζί του την ελπίδα ότι το έθνος θα μπορούσε επιτέλους να επιτύχει τα κοινωνικά ιδεώδη που προωθούσε ο πρώτος πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας, ο αριστερός φιλόσοφος Τόμας Γκάριγκ Μάζαρικ. Και στη Σλοβακία, όπου την περίοδο του πολέμου η δικτατορία ήταν εγχώρια, οι αντάρτες είχαν προσδώσει στην αντίσταση ένα εναλλακτικό αφήγημα για την εθνική απελευθέρωση ως βήμα προς την κοινωνική επανάσταση. Σε μια ατμόσφαιρα ευρείας πνευματικής και πολιτικής ελευθερίας, τα οράματα για το μέλλον συζητήθηκαν έντονα και οι αριστερές πολιτιστικές τάσεις του μεσοπολέμου επέστρεψαν με δυναμισμό.

Ήταν όμως και μια περίοδος απογοήτευσης. Αν και το πρόγραμμα εθνικοποίησης εφαρμόστηκε, ήρθε πολύ αργά για πολλούς που πίστευαν ότι είχε επιτέλους φτάσει η στιγμή για ριζική αλλαγή. Το ίδιο το Κομμουνιστικό Κόμμα, που είχε την πρόθεση να παρουσιαστεί ως ο ηγέτης μιας «δημοκρατικής» επανάστασης, αρχικά δίσταζε να θέσει το ζήτημα της εθνικοποίησης, επιμένοντας ότι ο χρόνος δεν ήταν ακόμη ώριμος για το σοσιαλισμό, παρά τις πιέσεις των συνδικάτων και των Σοσιαλδημοκρατών. Επιπλέον, αν και η νέα νομοθεσία επέτρεπε ένα βαθμό εργατικού ελέγχου της βιομηχανίας, οι κομμουνιστές ηγέτες ζήτησαν επίσης από τους εργάτες να αποδεχτούν «προσωρινά» μέτρα λιτότητας και να απέχουν από απεργίες προς το συμφέρον της οικοδόμησης της νέας μεταπολεμικής κοινωνίας. Και το περιβάλλον της ελεύθερης πολιτικής αντιπαράθεσης, το οποίο θυμόμαστε σήμερα με τόση αγάπη, έλαβε χώρα σε μια εποχή που 2-3 εκατομμύρια εθνοτικών Γερμανών στερήθηκαν δικαιωμάτων και εκδιώχθηκαν από τη χώρα, ενώ μια παρόμοια μοίρα προτάθηκε, αλλά πραγματοποιήθηκε μόνο εν μέρει, για το μισό εκατομμύριο της εθνότητας των Ούγγρων.

Τα κυβερνητικά κόμματα δεν ήταν ενωμένα μόνο στη ρητορική τους δέσμευση για την ανθρώπινη πρόοδο και την κοινωνική ισότητα, αλλά και στην επιθυμία τους να οικοδομήσουν ένα κράτος δύο εθνοτήτων υπό τον εθνικό έλεγχο των Τσέχων και των Σλοβάκων, απαλλαγμένο από τους Γερμανούς. Παρόλα αυτά, οι διακηρύξεις των αγωνιστών της βάσης δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι έβλεπαν τα αιτήματά τους για κοινωνική αλλαγή ως μέρος των διεθνών αγώνων για χειραφέτηση.

 

Διαδήλωση στην Πράγα στην πλατεία Βεντσέσλαου στις 28 Φεβρουαρίου 1948

Διαδήλωση στην Πράγα, στην πλατεία Βεντσέσλαου, στις 28 Φεβρουαρίου 1948. Αρχείο TASR

 

Όταν το Κομμουνιστικό Κόμμα κάλεσε σε επαναστατική αντικρατική δράση τον Φεβρουάριο του 1948, το έκανε από τη διφορούμενη θέση ενός κόμματος που ήδη κυβερνούσε. Αυτό που εμφανιζόταν από μια οπτική γωνία ως επανάσταση από τα κάτω θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί παλατιανό πραξικόπημα. Μετά τις εκλογές του 1946, το κόμμα απέκτησε τον έλεγχο εννέα υπουργείων, συμπεριλαμβανομένου του υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο άρχισε να χρησιμοποιεί για να παρενοχλεί πολιτικούς αντιπάλους.

Η προσπάθεια του υπουργού Εσωτερικών να εκκαθαρίσει αρκετούς μη κομμουνιστές αξιωματικούς από την εθνική αστυνομία ήταν τελικά αυτό που πυροδότησε την πολιτική κρίση. Στις 13 Φεβρουαρίου, οι υπουργοί των κεντρώων κομμάτων απαίτησαν επίσημα τη διεξαγωγή έρευνας για την εκκαθάριση της αστυνομίας, απειλώντας να παραιτηθούν από την κυβέρνηση αν δεν ικανοποιούνταν το αίτημά τους. Στοιχημάτισαν στην ικανότητά τους να οδηγήσουν την κυβέρνηση σε πτώση, γεγονός που θα οδηγούσε σε περαιτέρω διαπραγματεύσεις ή σε νέες εκλογές. Αντ’ αυτού, το Κομμουνιστικό Κόμμα μετέτρεψε την κυβερνητική κρίση σε κρίση του πολιτικού συστήματος ως τέτοιο.

Ακόμα και αν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακίας χρησιμοποίησε τον στρατηγικό του έλεγχο του κρατικού μηχανισμού για να προκαλέσει την κρίση του Φεβρουαρίου, πιθανώς δεν θα μπορούσε να βγει από την κρίση ως το καλύτερο κόμμα χωρίς υποστήριξη που επεκτεινόταν πολύ πέρα από τη θέση του στις κρατικές δομές. Οι κομμουνιστές απολάμβαναν σημαντική υποστήριξη μεταξύ των αξιωματικών του τσεχοσλοβακικού στρατού, ο ηγέτης του οποίου Λούντβικ Σβόμποντα είχε περάσει μεγάλο μέρος του πολέμου πολεμώντας στο πλευρό των σοβιετικών στρατευμάτων. Αλλά ακόμη πιο σημαντικές ήταν οι μαζικές οργανώσεις που μπορούσαν να ασκήσουν πίεση πέρα από τις επίσημες δομές του κράτους.

Το συνδικαλιστικό κίνημα αναπτύχθηκε ραγδαία μετά τον πόλεμο και, παρόλο που η κομμουνιστική ηγεσία διαμαρτυρόταν για τις επαναστατικές-συνδικαλιστικές και ακροαριστερές τάσεις των συνδικαλιστών, οι κομμουνιστές ακτιβιστές κέρδισαν την πλειοψηφία των θέσεων στις εσωτερικές εκλογές των συνδικάτων. Τα εργοστασιακά συμβούλια εξαπλώθηκαν επίσης γρήγορα σε όλη τη χώρα, σχηματιζόμενα σε 12.000 χώρους εργασίας μέχρι τα μέσα του 1946. Και αυτά ήταν επίσημα αυτόνομες οργανώσεις, των οποίων τα μέλη συχνά απαιτούσαν πιο ριζοσπαστικές αλλαγές από ό,τι ήταν διατεθειμένη να εφαρμόσει η κομμουνιστική κυβέρνηση, αλλά οι κομμουνιστές αποτελούσαν μεγάλο μέρος της εκλεγμένης ηγεσίας των συμβουλίων. Καθώς δεν υπήρχε καμία δύναμη που να τοποθετείται σταθερά αριστερά του Κομμουνιστικού Κόμματος, δεν προέκυψε καμία ορατή οργανωτική βάση για τους ριζοσπάστες που ήταν απογοητευμένοι από τις κομμουνιστικές πολιτικές.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν επίσης υπεύθυνο για τη διάλυση των «επαναστατικών φρουρών» των οπλισμένων εργατών που σχηματίστηκαν στο τέλος του πολέμου, τα μέλη των οποίων είχαν εκφράσει το αίτημα να αναγνωριστούν επίσημα ως μέρος του νέου στρατού – ενός σκέλους των ενόπλων δυνάμεων υπό τον έλεγχο του Κεντρικού Συμβουλίου των Συνδικάτων. Αν η απόφαση του κόμματος απογοήτευσε τους πιο ριζοσπάστες εργάτες της εποχής, μπορεί επίσης να τους έκανε να δεχτούν ευνοϊκά την προφανή αλλαγή στάσης του κόμματος το 1948. Όταν ο ηγέτης του κόμματος ανταποκρίθηκε στην κρίση του Φεβρουαρίου καλώντας για τη δημιουργία λαϊκών πολιτοφυλακών και επαναστατικών επιτροπών δράσης που θα πίεζαν για άμεση μετάβαση από την «εθνική δημοκρατική επανάσταση» στη σοσιαλιστική επανάσταση, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς πόσοι άνθρωποι θα μπορούσαν να θεωρήσουν αυτή την πράξη ως συνέχεια του έργου που είχαν αφήσει ημιτελές οι ανυπόμονοι επαναστάτες τρία χρόνια νωρίτερα. Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση ήταν το καλά οργανωμένο Κομμουνιστικό Κόμμα, και όχι η άμεση βούληση των αυτόνομων εργατών, που μπόρεσε να κατευθύνει τη δράση αυτών των νέων οργάνων εξουσίας.

Σε ομιλία του στις 21 Φεβρουαρίου, ο πρωθυπουργός Γκότβαλντ αντέστρεψε την αφήγηση που παρουσίασαν οι υπουργοί που διαμαρτυρήθηκαν για τις σκληρές τακτικές των κομμουνιστών. Ο Γκότβαλντ διαβεβαίωσε το πλήθος ότι δεν ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα που επιδίωξε τη διάλυση της λαϊκής δημοκρατικής συμμαχίας. Ήταν τα αντιδραστικά κόμματα που απείλησαν να παραιτηθούν για ένα ασήμαντο τεχνικό ζήτημα –την απλή αντικατάσταση οκτώ αστυνομικών– ίσως επειδή ήθελαν να επιστρέψουν στις ημέρες που η Κρατική Ασφάλεια χρησιμοποιούνταν για την καταστολή των εργατών, αντί για την υποστήριξή τους. Αλλά αν τα κεντρώα κόμματα ήλπιζαν να τρομάξουν τους κομμουνιστές ώστε να υποχωρήσουν από το προοδευτικό κυβερνητικό πρόγραμμα, οι κομμουνιστές ήταν έτοιμοι να αποκαλύψουν το μπλόφα τους. Ο Γκότβαλντ κάλεσε τον πρόεδρο να αποδεχτεί την παραίτηση των υπουργών και να τους αντικαταστήσει με νέους υπουργούς πιστούς στο «αρχικό πνεύμα» του Εθνικού Μετώπου. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, ως το ηγετικό κόμμα στην κυβέρνηση και ο κύριος κριτικός της κυβέρνησης στην τρέχουσα μορφή της, μπόρεσε να εκμεταλλευτεί και τις δύο πλευρές κάθε διαμαρτυρίας.

Στις 23 Φεβρουαρίου, με την επανάσταση κατά του εδραιωμένου κράτους σε πλήρη εξέλιξη, μονάδες της Κρατικής Ασφάλειας υπό τον έλεγχο των κομμουνιστών άρχισαν να ερευνούν τα κεντρικά γραφεία των κεντρώων κομμάτων αναζητώντας αποδείξεις για συνωμοσία κατά του κράτους. Στις 24 Φεβρουαρίου, την ημέρα της γενικής απεργίας, επαναστατικές επιτροπές δράσης κατέλαβαν τις εφημερίδες του κεντροδεξιού Λαϊκού Κόμματος και των κεντροαριστερών Εθνικών Σοσιαλιστών. Οι εργαζόμενοι στο τυπογραφείο είχαν ήδη αρνηθεί να τυπώσουν την εφημερίδα του κεντροδεξιού Δημοκρατικού Κόμματος.

Ταυτόχρονα, ακτιβιστές από όλα τα μη κομμουνιστικά κόμματα σχημάτισαν επιτροπές δράσης, πιέζοντας τα κόμματά τους να υιοθετήσουν φιλοκομμουνιστικές θέσεις και εμποδίζοντας τους υπουργούς που διαμαρτύρονταν να μπουν στα γραφεία τους. Μέχρι το βράδυ, οι πολιτοφυλακές είχαν καταλάβει και την έδρα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, και οι Σοσιαλδημοκράτες αναγκάστηκαν τελικά να πάρουν θέση στη διαμάχη. Ωστόσο, το κόμμα ήταν διχασμένο. Δύο από τους τρεις σοσιαλδημοκράτες υπουργούς παραιτήθηκαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας, αλλά πλέον οι παραιτήσεις τους ενίσχυσαν μόνο τη θέση των κομμουνιστών σε ό,τι είχε απομείνει από την κυβέρνηση. Μετά από εσωτερική συζήτηση στο κόμμα, επικράτησε η φιλοκομμουνιστική πτέρυγα του κόμματος, με το σκεπτικό ότι η στιγμή της επανάστασης ήταν κοντά και προτίμησαν να μην παίξουν το ρόλο των αντεπαναστατών. Τάχθηκαν στο πλευρό των πολιτοφυλακών που είχαν καταλάβει τα κεντρικά γραφεία τους και δήλωσαν την πρόθεσή τους να συνεργαστούν ακόμη πιο στενά με το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Στις 25 Φεβρουαρίου, καθώς πάνω από 100.000 διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Βέντσεσλας για να ζητήσουν την επίσπευση της επανάστασης, περίπου 5.000-10.000 φοιτητές πραγματοποίησαν πορεία προς το Κάστρο της Πράγας σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις ενέργειες των κομμουνιστών. Ενώ ο υπουργός Άμυνας Λουντβίκ Σβόμποντα είχε ανακοινώσει ότι ο στρατός δεν θα παρεμβαίνει για να καταστείλει τις φιλοκομμουνιστικές διαδηλώσεις, η αστυνομία επιτέθηκε και συνέλαβε τους επικριτές των κομμουνιστών.

Οι πρωινές εφημερίδες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν πλέον στα χέρια των φιλοκομμουνιστικών επιτροπών δράσης, δημοσίευσαν μια δήλωση υποστήριξης προς τους κομμουνιστές, υπογεγραμμένη από 153 κορυφαίους διανοούμενους. Οι κομμουνιστές ηγέτες επικοινώνησαν με τον πρόεδρο, υπενθυμίζοντάς του, σύμφωνα με φήμες, ότι δεν απολάμβαναν μόνο την υποστήριξη των μαζών, της διανόησης, της αστυνομίας και του στρατού, αλλά και του Κόκκινου Στρατού που βρισκόταν στα σύνορα της χώρας. Ο πρόεδρος Μπένες, προφανώς επιφυλακτικός απέναντι σε περαιτέρω συγκρούσεις, επέλεξε να μην αντιταχθεί στη νέα ισορροπία δυνάμεων. Όταν ο Γκότβαλντ μετέφερε τα νέα στο συγκεντρωμένο πλήθος, δήλωσε: «Τώρα που έχουμε αποκρούσει κάθε επίθεση της αντίδρασης, επιστρέφουμε στη δουλειά, στο εποικοδομητικό έργο της υλοποίησης του διετούς σχεδίου, και η δουλειά μας θα είναι ακόμα πιο ευχάριστη...». Ο καιρός για διαμαρτυρίες –συμπεριλαμβανομένων, ίσως, διαμαρτυριών κατά μελλοντικών κυβερνητικών ενεργειών– είχε τελειώσει.

Τυπικά, η νέα κυβέρνηση εξακολουθούσε να είναι μια ευρεία συμμαχία. Ωστόσο, οι κομμουνιστές κατείχαν πλέον την πλειοψηφία των υπουργικών θέσεων, ενώ οι φιλοκομμουνιστικές παρατάξεις είχαν αποκτήσει τον έλεγχο όλων των σημαντικών πολιτικών οργανισμών της χώρας. Αρχικά, δεν ήταν σαφές εάν οι ηγέτες των νέων οργανώσεων ελέγχονταν πραγματικά από το Κομμουνιστικό Κόμμα ή εάν ήταν –όπως φαινόταν να θεωρούν οι ίδιοι– γνήσιες δημοκρατικές δυνάμεις που προέρχονταν από το εσωτερικό κάθε οργάνωσης και πίεζαν για προοδευτικές αλλαγές. Σε κάθε περίπτωση, η κομμουνιστική ηγεσία ξεκαθάρισε γρήγορα την κατάσταση.

Οι πολιτικοί αντίπαλοι που δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη απομακρύνθηκαν από τα καθήκοντά τους και οι ανοιχτοί επικριτές συνελήφθησαν. Στις 11 Μαρτίου, ο Γιαν Μάζαρικ (γιος του πρώην προέδρου), πολιτικά ανεξάρτητος και ο μόνος υπουργός της κυβέρνησης που δεν είχε την εμπιστοσύνη του Κομμουνιστικού Κόμματος, βρέθηκε νεκρός στο πεζοδρόμιο έξω από το παράθυρο του μπάνιου του στον τρίτο όροφο, σε μια υπόθεση που επίσημα κρίθηκε ως αυτοκτονία, αλλά ποτέ δεν επιλύθηκε οριστικά. Στις 30 Μαΐου, διεξήχθησαν νέες εκλογές και στους ψηφοφόρους παρουσιάστηκε μόνο ένας κατάλογος υποψηφίων που είχε καταρτίσει η κομμουνιστική ηγεσία. Στα τέλη Ιουνίου, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ενσωματώθηκε αναγκαστικά στο Κομμουνιστικό Κόμμα, εξαλείφοντας τη μόνη σημαντική πολιτική οργάνωση που θα μπορούσε να συγκεντρώσει την υποστήριξη των αριστερών που ήταν απογοητευμένοι από το κομμουνιστικό καθεστώς.

Ο Κούντερα, στο βιβλίο του Η ζωή είναι αλλού, μεταπηδά ξαφνικά από την ιστορία των κομμουνιστών ποιητών στην Πράγα μετά το 1948 σε μια σκηνή με επαναστάτες φοιτητές στο Παρίσι το 1968. Το σαφές συμπέρασμα είναι ότι οπουδήποτε ακούγεται ο ύμνος της ασυμβίβαστης επανάστασης, σιωπηλά προετοιμάζεται το έδαφος για την καταστολή όσων αμφισβητούν τα όμορφα ιδανικά. Ο Κούντερα, φυσικά, δεν έκανε καμία προσπάθεια να κατανοήσει την παρισινή αριστερά. Μεταξύ άλλων, οι παρισινές εξεγέρσεις του Μαΐου του ‘68 δεν είχαν τον πιο κρίσιμο παράγοντα που καθόρισε το αποτέλεσμα του Φεβρουαρίου του ‘48: την ενεργό συμμετοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ωστόσο, η ανεπαρκώς αιτιολογημένη λογοτεχνική παρέκβαση του Κούντερα μας υπενθυμίζει ότι δεν είναι μόνο οι ηγεσίες των κομμάτων που μετατρέπουν την εξουσία από κάτω σε εξουσία από πάνω. Οι ηγέτες βοηθούνται από τις μάζες των συμμετεχόντων που, σε κρίσιμες στιγμές, εκχωρούν την εξουσία τους στους ηγέτες τους και συμβάλλουν στη φίμωση των επικριτών τους. Και με τη φίμωση των επικριτών των ηγετών τους, φιμώνουν και τους μελλοντικούς εαυτούς τους.

Συχνά λέγεται ότι οι κομμουνιστές εξαγοράζουν την ικανοποίηση και την απάθεια του λαού με υποσχέσεις για υλική άνεση. Αλλά τον Φεβρουάριο του 1948 δεν υπήρχε τέτοια κοινωνική σύμβαση. Αυτό που πρόσφεραν οι κομμουνιστές, περισσότερο από υλικά οφέλη, ήταν η αναδιανομή της εξουσίας. Η ρήτρα που προέβλεπε την αποστράτευση και την αποδυνάμωση του λαού ήρθε στο φως αργότερα. Οι επαναστάσεις μερικές φορές συγκαλύπτουν τα δικά τους κρυφά πραξικοπήματα.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr/

Joseph Grim Feinberg, “Czechoslovakia 1948”, Jacobin, 13 Μαρτίου 2018, https://jacobin.com/2018/03/czechoslovakia-1948-communist-party-repression/.

 

 

Σημειώσεις 

[1] William Henry Chamberlin, Soviet Russia: A Living Record and a History, Little, Brown, and Company, Βοστώνη 1930, στο κεφάλαιο “The General Staff of the World Revolution”: Στα τέλη της 10ετίας του ‘20 «[ο] συνολικός αριθμός των μελών των Κομμουνιστικών Κομμάτων του κόσμου, εκτός της Σοβιετικής Ένωσης, αναφέρθηκε σε 583.105 σε μια έκθεση που υποβλήθηκε στο τελευταίο Συνέδριο της Διεθνούς. Τα μεγαλύτερα από αυτά τα κόμματα είναι της Γερμανίας, με 125.000 μέλη, και της Τσεχοσλοβακίας, με 138.000 μέλη. Μετά από αυτές τις χώρες ακολουθούν η Γαλλία, με 56.000 κομμουνιστές, η Κίνα, με 30.000, και η Σουηδία, με 17.000. Υπάρχουν περίπου 14.000 κομμουνιστές στην Αμερική και 7.000 στη Μεγάλη Βρετανία.». Διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/chamberlin-william/1929/soviet-russia/ch11.htm.

[2] Bhaskar Sunkara, “Lessons From the First Red Century”, Jacobin, 16 Δεκεμβρίου 2025, https://jacobin.com/2017/12/russian-revolution-bolsheviks-social-democracy.

[3] Julian Mischi, “When the Workers Were Communists”, Jacobin, 29 Οκτωβρίου 2016, https://jacobin.com/2016/10/when-the-workers-were-communists/.

[4] Luciana Castellina, “Italian Communism Remembered”, Jacobin, 31 Μαρτίου 2014. https://jacobin.com/2014/03/italian-communism-remembered.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 02 Σεπτεμβρίου 2025 10:04

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.