Τρίτη, 07 Δεκεμβρίου 2021 22:05

Ο «γερμανικός Οκτώβρης» του 1923: Η αποτυχημένη προσπάθεια για την εργατική εξουσία

Κομμουνιστές στο Αμβούργο κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Οκτωβρίου 1923

 

 

Το κείμενο που ακολουθεί θα συμπεριληφθεί σε μια νέα συλλογή με τίτλο Η αναθεώρηση της Κομιντέρν του Λένιν [Lenin’s Comintern Revisited], η οποία έχει προγραμματιστεί να εκδοθεί το 2022.

 

 

John Riddell

 

Ο «γερμανικός Οκτώβρης» του 1923: Η αποτυχημένη προσπάθεια για την εργατική εξουσία

 

 

Στις 11 Ιανουαρίου 1923, η Γαλλία και το Βέλγιο έστειλαν τους στρατούς τους να καταλάβουν την περιοχή του Ρουρ, τη βιομηχανική καρδιά της Γερμανίας. Ο διακηρυγμένος στόχος των εισβολέων ήταν να αποσπάσουν τις αποζημιώσεις που επιβλήθηκαν στη Γερμανία με τη συνθήκη των Βερσαλλιών του 1919, με την οποία τερματίστηκε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.

Η γαλλοβελγική κατοχή οδήγησε τη Γερμανία σε μια πολιτική και οικονομική κρίση που βάθυνε όσο προχωρούσε ο χρόνος, ωθώντας τη γερμανική εργατική τάξη σε επαναστατική δράση.

Τον Οκτώβριο του 1923, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας (KPD) ξεκίνησε μια εξεγερτική προσπάθεια για την κατάληψη της εξουσίας· μια προσπάθεια να επαναληφθεί η νίκη των Μπολσεβίκων τον Οκτώβριο του 1917 που έγινε γνωστή στους ιστορικούς ως «Γερμανικός Οκτώβρης». Η αποτυχία αυτής της προσπάθειας οδήγησε σε ευρεία απογοήτευση στο KPD, ένα αποτέλεσμα που βοήθησε να οδηγηθεί η Κομιντέρν στο σύνολό της σε μια διαδικασία υποχώρησης και παρακμής1.

 

Ξένη κατοχή του Ρουρ

Η γερμανική κυβέρνηση κατήγγειλε τη γαλλοβελγική κατοχή του Ιανουαρίου 1923 ως εξωτερική επίθεση. Κάλεσε τον γερμανικό πληθυσμό να αντιταχθεί στους εισβολείς με παθητική αντίσταση και μη συνεργασία. Τα επεισόδια πολλαπλασιάστηκαν στην περιοχή του Ρουρ και σε κοντινές περιοχές, συμπεριλαμβανομένων πολλών διαδηλώσεων και απεργιών κατά της κατοχής. Οι γαλλικές και βελγικές δυνάμεις απάντησαν με συλλήψεις και πυροβολισμούς, οι οποίοι τελικά προκάλεσαν τον θάνατο περίπου 130 κατοίκων. Η βαρβαρότητα των εισβολέων προκάλεσε μαζική αγανάκτηση, στην οποία η γερμανική εθνικιστική ακροδεξιά προσπάθησε να δώσει έκφραση συγκεντρώνοντας όπλα και προετοιμάζοντας την ένοπλη αντίσταση. Ο γερμανικός φασισμός άρχισε να αναδεικνύεται ως ένα βίαιο και απειλητικό κίνημα με σημαντική μαζική υποστήριξη.

 Graph

Το εργατικό κίνημα διχάστηκε στην αντίδρασή του με τρόπο που θύμιζε την αντίδρασή του στο ξέσπασμα του Παγκόσμιου Πολέμου το 1914. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) υποστήριξε την πολιτική παθητικής αντίστασης της κυβέρνησης. Το Κομμουνιστικό Κόμμα (KPD), αντίθετα, αρνήθηκε να συρθεί σε αυτό που θεωρούσε ως μια ακόμη συνθηκολόγηση με τη γερμανική αστική τάξη, παρόμοια με την υποστήριξη του SPD για τις πολεμικές πιστώσεις τον Αύγουστο του 1914. Εφαρμόζοντας τις ενιαιομετωπικές αποφάσεις του Τέταρτου Συνεδρίου της Κομιντέρν2 (βλ. Κεφάλαιο 16), το KPD απέρριψε κάθε υποστήριξη στις αστικές δυνάμεις και κάλεσε την εργατική τάξη σε ενότητα στον αγώνα για μια εργατική κυβέρνηση.

Μια αριστερή φράξια εντός του KPD, με επικεφαλής τη Ρουθ Φίσερ και τον Αρκάντι Μάσλοβ, αντιστάθηκε στην εφαρμογή των πολιτικών του Τέταρτου Συνεδρίου. Σε απάντηση, ο Καρλ Ράντεκ, αρμόδιος στο κέντρο της Κομιντέρν στη Μόσχα για τις σχέσεις με το γερμανικό κόμμα, το προέτρεψε να παραμείνει πιστό στις αποφάσεις του Τέταρτου Συνεδρίου:

«Θα πρέπει να αντιταχθείτε με όλη σας τη δύναμη στην κατάργηση των μεταβατικών αιτημάτων και της πολιτικής του ενιαίου μετώπου. Είμαι βέβαιος ότι όλοι μας εδώ συμφωνούμε σε αυτό το σημείο.»3

Μια ευκαιρία να εφαρμοστεί αυτή η πολιτική προέκυψε στο κρατίδιο της Σαξονίας, ένα σημαντικό κέντρο βιομηχανίας και εργατικού ριζοσπαστισμού στη νοτιοανατολική Γερμανία. Από τις αρχές του 1923, η αριστερόστροφη πτέρυγα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) της Σαξονίας κυβερνούσε το κρατίδιο χάρη στην υποστήριξη των κομμουνιστών βουλευτών στη βουλή του κρατιδίου. Στη στάση του KPD στη Σαξονία αντιτάχθηκαν, ωστόσο, οι δυνάμεις των Φίσερ - Μάσλοβ. Η παράταξή τους, ισχυρά εδραιωμένη στις βιομηχανικές εστίες του Βερολίνου και της ακτής της Βόρειας Θάλασσας, είχε απομακρυνθεί από την ηγεσία του KPD και την πολιτική του ενιαίου μετώπου, σε σημείο που το κόμμα βρισκόταν κοντά στη διάσπαση.

Αυτός ο κίνδυνος αποσοβήθηκε από μια διάσκεψη στη Μόσχα στις αρχές Μαΐου, στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι και των δύο παρατάξεων του KPD και οι Ζινόβιεφ, Ράντεκ, Μπουχάριν και Τρότσκι για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσίας. Η συνάντηση της Μόσχας πέτυχε ομοφωνία γύρω από μια συμβιβαστική συμφωνία που κέρδισε την αποδοχή και των δύο πτερύγων του KPD. Η ηγεσία της Κομιντέρν της Μόσχας και οι δύο πτέρυγες του γερμανικού κόμματος συμφώνησαν ότι η χώρα οδεύει προς την επανάσταση. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο ιστορικός Pierre Broué, «κανείς δεν έθεσε ως άμεσο καθήκον την κατάκτηση της εξουσίας στη Γερμανία».4

 

Κοινωνική καταστροφή στη Γερμανία

Όταν η διευρυμένη Εκτελεστική Επιτροπή της Κομιντέρν συνήλθε σε διάσκεψη στις 12-23 Ιουνίου, η προϊούσα κοινωνική κατάρρευση στη Γερμανία και η κρίση του γερμανικού κόμματος δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ωστόσο, η ολομέλεια της ΕΕΚΔ (Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς) πραγματοποίησε την πρώτη πλήρη συζήτηση της Κομιντέρν για τον φασισμό, την οποία προλόγισε με μια αριστοτεχνική έκθεση η Κλάρα Τσέτκιν5. Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με μια έκκληση του Ράντεκ προς τους ριζοσπάστες εθνικιστές στη Γερμανία να κάνουν κοινή προσπάθεια με «τον μεγάλο εργαζόμενο γερμανικό λαό» ως «μέλος της οικογένειας των λαών που αγωνίζονται για τη χειραφέτηση».6 Μετά την ολομέλεια, το KPD διοργάνωσε για ένα διάστημα συναντήσεις και συζητήσεις στο πνεύμα της έκθεσης του Ράντεκ, συμπεριλαμβανομένων αντιπαραθέσεων με εκπροσώπους των φασιστών, χωρίς όμως να επιτύχει αποφασιστικά αποτελέσματα.

Ο ιστορικός της Κομιντέρν Mike Taber σημειώνει ότι οι πρωτοβουλίες αυτές «δεν περιείχαν καμία παραβίαση των κομμουνιστικών αρχών και ικανοποιούσαν μια πολιτική ανάγκη». Ωστόσο, «ο πραγματικός και σημαντικός κίνδυνος της πολιτικής προσαρμογής στις δεξιές και φασιστικές δυνάμεις δεν μπορεί να αγνοηθεί», και ορισμένοι κομμουνιστές πήραν αυτόν τον δρόμο. Επιπλέον, αναφέρει ο Taber, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να κερδίσει η εργατική τάξη αυτούς που έλκονται από τον φασισμό «δεν είναι πρωτίστως μέσω πολιτικών εκκλήσεων ... αλλά δείχνοντας την απόλυτη αποφασιστικότητα του προλεταριάτου να πάρει την εξουσία ... και να επιλύσει την κοινωνική κρίση του καπιταλισμού.»7

Καθώς η ΕΕΚΔ συζητούσε στη Μόσχα, η Γερμανία βυθιζόταν όλο και πιο βαθιά σε μια κοινωνική καταστροφή που ο ιστορικός Pierre Broué ονόμασε «τη βαθύτερη που είχε βιώσει ποτέ οποιαδήποτε προηγμένη καπιταλιστική χώρα». Ο εργαζόμενος πληθυσμός είχε εξαθλιωθεί, η μικροαστική τάξη είχε καταστραφεί εντελώς. Κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 1923, το γερμανικό μάρκο έχασε το 99,99% της αξίας του. «Τα μόνα προνόμια που επιβίωσαν ήταν αυτά των ιδιοκτητών του κεφαλαίου και των μέσων παραγωγής», σημειώνει ο Broué8.

Καθώς οι συνδικαλιστικές δομές κατέρρεαν, οι εργάτες οργάνωσαν νέα μέσα αγώνα: εργοστασιακές επιτροπές, αντιπληθωριστικές «επιτροπές ελέγχου» και μονάδες αυτοάμυνας - τις «προλεταριακές εκατονταρχίες». Ένα κύμα απεργιών σάρωσε τη χώρα, οργανωμένο περισσότερο μέσω εργοστασιακών επιτροπών παρά μέσω συνδικάτων. Καθώς η αντίσταση αυξανόταν, οι ακτιβιστές της εργατικής τάξης επηρεάστηκαν από ένα πνευματικό κύμα επαναστατικής ελπίδας. Εν τω μεταξύ, η υποστήριξη προς το KPD άρχισε να πλησιάζει, μέσα σε ορισμένα πλαίσια, την πλειοψηφία των πολιτικά ενεργών εργατών9.

Τρεις εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της ολομέλειας της ΕΕΚΔ, η εφημερίδα του KPD (Die rote Fahne) κάλεσε σε μια ημέρα αντιφασιστικών διαδηλώσεων στις 29 Ιουλίου. Οι επικείμενες δράσεις απαγορεύτηκαν γρήγορα από τις κυβερνητικές αρχές. Θα έπρεπε το KPD να αψηφήσει την απαγόρευση; Αβέβαιη, η κεντρική ηγεσία του κόμματος απευθύνθηκε στην ΕΕΚΔ στη Μόσχα για συμβουλές. Έτυχε, οι περισσότεροι Ρώσοι κομμουνιστές ηγέτες να λείπουν σε διακοπές. Μια διαβούλευση με τα μέλη του σοβιετικού πολιτικού γραφείου μέσω ταχυδρομείου έδειξε ότι ο Ζινόβιεφ και ο Μπουχάριν τάχθηκαν υπέρ της συνέχισης της δράσης, ο Τρότσκι αρνήθηκε να εκφράσει άποψη και ο Στάλιν –κάνοντας το ντεμπούτο του ως ενεργός ηγέτης της Κομιντέρν– τάχθηκε σθεναρά υπέρ μιας προσωρινής υποχώρησης10.

Ο Στάλιν περιέγραψε τις σκέψεις του σε ένα ιδιωτικό υπόμνημα, με ημερομηνία 7 Αυγούστου. Τόνισε την απουσία στη Γερμανία των ζητημάτων που κατέστησαν δυνατή την κατάκτηση της σοβιετικής εξουσίας στη Ρωσία τον Οκτώβριο του 1917:

«(α) Ειρήνη, (β) γη στους αγρότες, (γ) υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και (δ) υποστήριξη της αγροτιάς. Οι Γερμανοί κομμουνιστές δεν έχουν τίποτα από αυτά σήμερα..... Κατά τη γνώμη μου πρέπει να κρατήσουμε τους Γερμανούς πίσω και όχι να τους παροτρύνουμε». (Bayerlein κ.ά., Deutscher Oktober, σελ. 99-100).

Ο Ράντεκ μετέφερε τηλεγραφικά το αποτέλεσμα αυτής της διαβούλευσης: «Το προεδρείο της Κομιντέρν συμβουλεύει την εγκατάλειψη των διαδηλώσεων στους δρόμους στις 29 Ιουλίου.... Φοβόμαστε μια παγίδα». Το KPD αποδέχτηκε τη συμβουλή της Μόσχας. Την καθορισμένη ημέρα, πραγματοποιήθηκαν ευμεγέθη συλλαλητήρια σε όλη τη Γερμανία με τρόπο που αποφεύχθηκαν οι συγκρούσεις στους δρόμους.11 Παρόλο που το αποτέλεσμα ήταν θετικό, η παραπομπή αυτής της κατεξοχήν τακτικής απόφασης στη Μόσχα αντανακλούσε την έλλειψη αυτοπεποίθησης της γερμανικής ηγεσίας και μια ανησυχητική τάση προς την παραπομπή σημαντικών τακτικών ζητημάτων για απόφαση στη σοβιετική πρωτεύουσα.

Η καμπύλη των αγώνων των εργαζομένων συνέχισε να αυξάνεται τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο. Τα μέλη και οι υποστηρικτές του KPD αυξάνονταν ραγδαία, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων. Η μόνη εκλογική δοκιμασία της υποστήριξης του KPD κατά τη διάρκεια της κρίσης έγινε στη συντηρητική περιοχή του Μέκλενμπουργκ-Στρέλιτς, όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είχε καμία βάση. Το KPD έλαβε περίπου το ένα πέμπτο των συνολικών ψήφων· ένα σημαντικό κέρδος12.

Στις αρχές Αυγούστου, ένα διογκούμενο κύμα απεργιακών κινητοποιήσεων στα όρια της γενικής απεργίας ανάγκασε την παραίτηση της γερμανικής κυβέρνησης του Βίλχελμ Κούνο. Την αντικατέστησε ένας νέος συνασπισμός, με επικεφαλής τον Γκούσταβ Στρέσεμαν, στον οποίο συμμετείχε πλέον και το SPD. Η αλλαγή του καθεστώτος θεωρήθηκε από πολλούς αριστερούς ως ένα είδος νίκης, αλλά έφερε στους εργάτες μόνο περισσότερες θυσίες και πείνα, ενώ η συμμετοχή του SPD αύξησε την εξουσία του καθεστώτος του Βερολίνου13.

Καθώς η κοινωνική και πολιτική κρίση βάθαινε, ο πρόεδρος και κεντρικός ηγέτης του KPD, Χάινριχ Μπράντλερ, έφυγε για διαβουλεύσεις στη Μόσχα, φτάνοντας στα μέσα Αυγούστου. Ο τόπος λήψης αποφάσεων μετατοπίστηκε πλέον αποφασιστικά στο ηγετικό όργανο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Όπως σημείωσε ο Ρώσος ιστορικός F.I. Firsov, «τα πιο σημαντικά ζητήματα συζητούνταν στο πολιτικό γραφείο του VKP [Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσίας] και στις επιτροπές του, και στη συνέχεια η αντιπροσωπεία του VKP ενημέρωνε την ΕΕΚΔ για τις αποφάσεις που ελήφθησαν και η τελευταία τις ενέκρινε.»14

Στις 15 Αυγούστου, ο Ζινόβιεφ παρουσίασε στο Πολιτικό Γραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας (VKP) θέσεις που προειδοποιούσαν ότι η κατάσταση στη Γερμανία πλησίαζε γρήγορα σε επαναστατική κορύφωση. Το Πολιτικό Γραφείο συνεδρίασε οκτώ ημέρες αργότερα. Ο Ράντεκ, ο Ζινόβιεφ και ο Τρότσκι πίεσαν για τολμηρή δράση από το KPD· ο Στάλιν εξέφρασε μια νότα σκεπτικισμού σχετικά με το επαναστατικό δυναμικό στη Γερμανία. Στις 22 Αυγούστου, συγκροτήθηκε μια επιτροπή για το συντονισμό των προετοιμασιών του ρωσικού κόμματος, αποτελούμενη από τους Ζινόβιεφ, Τρότσκι, Στάλιν, Ράντεκ, Τσιτσέριν και Γκεόργκι Πιατάκοφ. Οι ηγέτες και των δύο παρατάξεων του KPD κλήθηκαν στη Μόσχα- έφτασαν στα τέλη Αυγούστου15.

 

Το KPD συμμετέχει στην κυβέρνηση της Σαξονίας

Η κοινή σύσκεψη της Μόσχας ανέπτυξε ένα καινοτόμο σχέδιο για τη διεκδίκηση της εξουσίας, βασιζόμενη στις πολιτικές του Τέταρτου Συνεδρίου της Κομιντέρν σχετικά με το ενιαίο μέτωπο. Το ψήφισμα του συνεδρίου σχετικά με την τακτική διευκρίνισε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια εργατική κυβέρνηση που υποστηρίζεται από ένα κινητοποιημένο εργατικό κίνημα θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως μεταβατικό βήμα προς την εργατική εξουσία. Το σχέδιο της Μόσχας εφάρμοσε αυτή την προσέγγιση στην κατάσταση στη Σαξονία, της οποίας η κυβέρνηση του SPD εξαρτιόταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα KPD για τη βουλευτική της πλειοψηφία. Η σύσκεψη πρότεινε στο KPD να αποδεχτεί μια μόνιμη πρόσκληση να συμμετάσχει στην κρατική κυβέρνηση υπό την ηγεσία του SPD. Το KPD επρόκειτο στη συνέχεια να χρησιμοποιήσει αυτή τη θέση στην κυβέρνηση για να προετοιμάσει την πανεθνική αντίσταση στην επίθεση από την εθνική κυβέρνηση της Γερμανίας που θα ακολουθούσε αναπόφευκτα.

Η αξία του σχεδίου έγκειται στην προσπάθεια να κερδηθεί μια ικανοποιητικά ευρεία κοινωνική βάση για μια προσπάθεια εργατικής διακυβέρνησης, η οποία θα αξιοποιούσε τις συνταγματικές δομές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ακόμη και όταν ετοιμαζόταν να τις υπερβεί. Το σχέδιο επέτρεψε στις επαναστατικές δυνάμεις να πάρουν αμυντική στάση, αναγκάζοντας την εθνική κυβέρνηση, αν ήθελε να ανατρέψει το σοσιαλιστικό συνασπισμό, να παραβιάσει τη συνταγματικότητα της Βαϊμάρης και να χρησιμοποιήσει το στρατό16.

Περίπου στις 10 Οκτωβρίου, παράλληλα με αυτές τις προσπάθειες, το KPD ξεκίνησε διαπραγματεύσεις στο Βερολίνο με εκπροσώπους του SPD και των συνδικάτων με στόχο τη συγκρότηση μιας κοινής εθνικής επιτροπής δράσης17.

Την ίδια ημέρα, το KPD έθεσε σε εφαρμογή την πρόταση της σύσκεψης της Μόσχας, που είχε διαβιβαστεί εννέα ημέρες νωρίτερα από τον Ζινόβιεφ, να αποσπαστούν τρεις ηγέτες για να υπηρετήσουν στην κυβέρνηση υπό την ηγεσία του SPD στη Σαξονία. Εννέα ημέρες αργότερα, η εθνική κυβέρνηση επικαλέστηκε τις έκτακτες εξουσίες της για να καθαιρέσει την κυβέρνηση SPD-KPD στη Σαξονία. Έστειλε την Reichswehr –τον γερμανικό στρατό– για να επιβάλει την απόφασή της στη Σαξονία, να καθαιρέσει την κυβέρνηση του κρατιδίου και να διαλύσει τις τοπικές «προλεταριακές εκατονταρχίες».

Κανένα κύμα μαζικών διαδηλώσεων δεν ξεσηκώθηκε για να διαμαρτυρηθεί για αυτές τις ενέργειες. Ούτε οι διαπραγματεύσεις του Βερολίνου άνοιξαν ένα δρόμο για συντονισμένη δράση. Όσον αφορά τις εργατικές πολιτοφυλακές, ήταν ισχυρές σε αριθμό αλλά ως επί το πλείστον ανεκπαίδευτες και άοπλες.

Στις 21 Οκτωβρίου, αντιπρόσωποι εργοστασιακών επιτροπών από όλο το κρατίδιο της Σαξονίας συγκεντρώθηκαν σε μια εσπευσμένα συγκληθείσα διάσκεψη στο Κέμνιτς για να αποφασίσουν για μια απάντηση. Ο ιστορικός E.H. Carr καταγράφει το αποτέλεσμα:

«Οι σοσιαλδημοκράτες της Σαξονίας δεν είχαν τα κότσια για έναν εμφύλιο πόλεμο εναντίον της Ράιχσβερ και οι κομμουνιστές της Σαξονίας δεν πίστευαν στην ικανότητά τους να δράσουν μόνοι τους. Η πρόταση για γενική απεργία θάφτηκε ευγενικά με ένα ψήφισμα για τη σύσταση μιας επιτροπής που θα εξέταζε την πρόταση.»18

Οι αντιπρόσωποι των εργοστασίων απέρριψαν την πρόταση του KPD για γενική απεργία ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την κατοχή από το στρατό· δεν έγινε καμία άλλη πρόταση. Η κυβέρνηση SPD-KPD της Σαξονίας έπεσε χωρίς μαζική αντίσταση.

 

Η εξέγερση στο Αμβούργο

Ένοπλη αντίσταση ξέσπασε στην πόλη-λιμάνι του Αμβούργου, αλλά ως αποτέλεσμα μιας παρεξήγησης, με τραγικά αποτελέσματα. Το επεισόδιο συνοψίζεται καλά σε μια έκθεση προς τον πρόεδρο της Κομιντέρν Γκριγκόρι Ζινόβιεφ από τον Ρώσο κομμουνιστή Γκριγκόρι Ροζέ-Σκομπλέφσκι (Σκλόφσκι) στις 27 Οκτωβρίου.

Η εντολή για την έναρξη ένοπλης εξέγερσης μεταφέρθηκε στους κομμουνιστές του Αμβούργου στις 22 Οκτωβρίου από έναν ηγέτη του κόμματος, τον Χέρμαν Ρέμελε, ο οποίος ήταν παρών στο κρατίδιο της Σαξονίας όταν το εργατικό κίνημα έμαθε για επικείμενη επίθεση από μονάδες του γερμανικού στρατού. Ο Ρέμελε ανέφερε ότι οργανώνονταν εξεγέρσεις σε όλη τη χώρα για την υποστήριξη των εργατών της Σαξονίας και έδωσε εντολή στους κομματικούς ηγέτες του Αμβούργου να στείλουν αμέσως τις κομματικές πολιτοφυλακές στη μάχη. (πηγή στο Bayerlein)19

Το μήνυμα του Ρέμελε ήταν στην πραγματικότητα αναληθές. Το Κομμουνιστικό Κόμμα όντως έκανε μια τέτοια πρόταση σε ένα συνέδριο εργατών στη Σαξονία, αλλά δεν παρουσιάστηκε παρά μόνο μετά την αναχώρηση του Ρέμελε· και τότε απορρίφθηκε. Καμία είδηση δεν έφτασε στους συντρόφους του Αμβούργου για αυτή την αλλαγή σχεδίων. Οι κομμουνιστές ηγέτες στο Αμβούργο διατύπωσαν αντιρρήσεις για τις οδηγίες του Ρεμμέλε, αλλά ο Ρεμμέλε τους παρέκαμψε, επικαλούμενος την εξουσία του ως εκπροσώπου της κεντρικής ηγεσίας του κόμματος.

Το τεράστιο λιμάνι του Αμβούργου βρισκόταν τότε στη δίνη ενός απεργιακού κύματος. Το τοπικό KPD προσπαθούσε να επιβραδύνει το ρυθμό αυτού του κινήματος για να αποφύγει την απομόνωσή του. Για να εκτελέσουν τις οδηγίες του Ρέμελε, οι κομμουνιστές έπρεπε να αντιστρέψουν την πορεία τους και να μετατρέψουν αυτές τις στάσεις εργασίας σε μια γενικευμένη απεργία και εξέγερση σε όλη την πόλη. Η Δευτέρα 23 Οκτωβρίου αναλώθηκε σε πυρετώδεις προετοιμασίες.

Την Τρίτη αρκετές εκατοντάδες ακτιβιστές του κόμματος βγήκαν στους δρόμους χωρίς όπλα ή έστω φυλλάδια. Κατέλαβαν περισσότερα από δώδεκα αστυνομικά τμήματα, κατέσχεσαν όπλα, προστάτευσαν τα κτίρια αυτά από επιθέσεις και έστησαν οδοφράγματα σε πολλά σημεία της πόλης. Η τοπική αστυνομία και ορισμένα κοντινά στρατιωτικά αποσπάσματα συσπειρώθηκαν γρήγορα και κατέστειλαν την εξέγερση. Στο τέλος της ημέρας οι κομμουνιστικές δυνάμεις υποχώρησαν και διαλύθηκαν. Κατά τη διάρκεια των μαχών της ημέρας σκοτώθηκαν περίπου 100 άτομα, στην πλειονότητά τους άμαχοι.

Μόνο σε μια συνοικία της πόλης, το Μπάρμπεκ, οι κάτοικοι προσπάθησαν να βοηθήσουν τους εξεγερμένους, παρέχοντας τρόφιμα ή βοηθώντας στην κατασκευή των οδοφραγμάτων. Οργανωτικά, η κομμουνιστική στρατιωτική δομή απέδωσε καλά, επιδεικνύοντας, σύμφωνα με τα λόγια του Σκλόφσκι, θαύματα γενναιότητας, σταθερότητας, πειθαρχίας και ανιδιοτέλειας. Αλλά οι κομμουνιστικές πολιτοφυλακές πολέμησαν μόνες τους, συγκεντρώνοντας μόνο ένα μικρό μέρος των 14.000 μελών τους στην πόλη. Η εξέγερση δεν επεκτάθηκε πέρα από την πόλη του Αμβούργου και τα περίχωρά της.

Η εκκαθάριση των εγκαταλελειμμένων πλέον οδοφραγμάτων του Αμβούργου σηματοδότησε το τέλος της προσπάθειας του KPD για την εξουσία τον Οκτώβριο του 1923. Λίγες μέρες αργότερα, στις 9 Νοεμβρίου, οι Γερμανοί φασίστες επιχείρησαν πραξικόπημα στο Μόναχο, το οποίο κατεστάλη γρήγορα. Το καθεστώς Στρέσεμαν προχώρησε στην επανασταθεροποίηση του νομίσματος και η κοινωνική κρίση υποχώρησε.

Για τις κομμουνιστικές δυνάμεις, «το «γερμανικό φιάσκο» αποτέλεσε μια αποφασιστική υποχώρηση ιστορικής σημασίας», σχολιάζει ο Broué, «αλλά στην αρχή πέρασε απαρατήρητο.»20 Παρ’ όλα αυτά, το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό: καμία αντίσταση στην κατάληψη της Σαξονίας από το στρατό, η εξέγερση του Αμβούργου υποτάχθηκε γρήγορα από τις τοπικές δυνάμεις καταστολής.

Μια εύστοχη περίληψη αυτών των γεγονότων, που δημοσιεύθηκε αργότερα από την ΕΕΚΔ, περιλαμβάνεται στην περιγραφή του E.H. Carr:

«Η τεχνική προετοιμασία, η κινητοποίηση του κομματικού μηχανισμού για τον αγώνα για την εξουσία, ο εξοπλισμός και η ηθική πειθαρχία των [προλεταριακών] εκατονταρχιών ήταν σε χαμηλό επίπεδο. Οι πολύ σύντομες και υπερβολικά βιαστικές τεχνικές προετοιμασίες δεν απέδωσαν στην πράξη τίποτα· με την τεχνική έννοια κινητοποίησαν τα μέλη του κόμματος για δράση, αλλά απέτυχαν να φτάσουν στις μεγάλες προλεταριακές μάζες.»21

Ο Carr προσθέτει τη δική του ετυμηγορία: «Καμία ρωσική σχολή δεν θα μπορούσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να κάνει τα στρατιωτικά αποσπάσματα του KPD να είναι αντάξια των πειθαρχημένων δυνάμεων της Reichswehr».22

 

Κομμουνιστικές Απαντήσεις στο Οπισθοδρόμηση του Οκτώβρη

Ο Ζινόβιεφ, ο κύριος αρχιτέκτονας της προσπάθειας κατάληψης της εξουσίας στη Γερμανία, υποβάθμισε την ήττα, χαρακτηρίζοντάς την απλώς ένα επεισόδιο. Αρχικά, αποδέχτηκε ότι η υποχώρηση του KPD τον Οκτώβριο ήταν αναγκαία. Η γερμανική εργατική τάξη, δήλωσε ο Ζινόβιεφ, αντιμετώπιζε τώρα «μια περίοδο οδυνηρής λευκής τρομοκρατίας, γεμάτη θυσίες για το προλεταριάτο». Μια ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του KPD, που πραγματοποιήθηκε στις 3-4 Νοεμβρίου, τόνισε τη σοβαρότητα της ήττας, επιρρίπτοντας την ευθύνη στην αριστερή πτέρυγα του SPD στη Σαξονία και υποστηρίζοντας ότι τα γεγονότα σηματοδοτούσαν τη νίκη του φασισμού με τη μορφή αυτού που αποκαλούσαν στρατιωτική δικτατορία.

Στην πραγματικότητα οι Γερμανοί καπιταλιστές είχαν αντιδράσει αποκλειστικά μέσω του μηχανισμού της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η οποία ξεπέρασε την κρίση του 1923 χωρίς πολιτική κατάρρευση. Η αστική δημοκρατία της Γερμανίας, που δημιουργήθηκε από επανάσταση μόλις πέντε χρόνια νωρίτερα, αποδείχθηκε ότι είχε μεγαλύτερη νομιμοποίηση και αντοχή απ’ ό,τι είχαν φανταστεί οι κομμουνιστές ηγέτες είτε στη Μόσχα είτε στο Βερολίνο.

Ακόμη και πριν από τα γεγονότα του Οκτωβρίου, το καθεστώς Στρέσεμαν είχε αρχίσει να λαμβάνει αυστηρά μέτρα για τη σταθεροποίηση του νομίσματος και της οικονομίας της Γερμανίας, ενώ παράλληλα είχε θέσει εκτός νόμου το κομμουνιστικό κόμμα και τον Τύπο. Οι καπιταλιστές ηγέτες βγήκαν με αυξημένη αυτοπεποίθηση, ενώ το εργατικό κίνημα είχε επωμιστεί τον αντίκτυπο της ήττας και των κατεστραμμένων ελπίδων.

Οι κεντρικοί ηγέτες του KPD, Μπράντλερ και Ταλχάιμερ, απέδωσαν την ευθύνη για την ήττα στις δυσμενείς αντικειμενικές συνθήκες, υποστηρίζοντας ότι οι μάζες δεν ήταν πλέον πρόθυμες να αγωνιστούν. Η Κλάρα Τσέτκιν επισήμανε τους περιορισμούς της τακτικής πολιτικής του ενιαίου μετώπου που εφαρμόστηκε στη Σαξονία, χαρακτηρίζοντάς την «αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού μεταξύ των κομματικών ηγετών δύο αντίθετων τάσεων και όχι το επιστέγασμα ενός ενιαίου μαζικού κινήματος».23

Η Ρουθ Φίσερ της αριστερίστικης παράταξης του KPD δήλωσε ότι το γερμανικό κόμμα θα έπρεπε να δώσει τη μάχη ακόμη και με τον κίνδυνο της ήττας. Η φράξια Φίσερ-Μάσλοβ, που υποστηριζόταν πλέον από τον Ζινόβιεφ, κατηγόρησε την ηγεσία του κόμματος υπό τον Μπράντλερ και τη συμμαχία με την αριστερά του SPD της Σαξονίας24. Με αυτόν τον τρόπο η πολιτική του ενιαίου μετώπου της Κομιντέρν, που είχε αναπτυχθεί στη διάρκεια δύο χρόνων εντατικής συζήτησης και εμπειρίας, έπεσε σε ανυποληψία. Οι κοινές πρωτοβουλίες με σχηματισμούς υπό ρεφορμιστική ηγεσία απορρίφθηκαν πλέον· η φόρμουλα «ενιαίο μέτωπο από τα κάτω και όχι από τα πάνω», που εγκρίθηκε στο πέμπτο συνέδριο της Κομιντέρν το 1924, σήμαινε στην πραγματικότητα κανένα ενιαίο μέτωπο.

Ο Λέον Τρότσκι υποστήριξε ότι η ευθύνη για την οπισθοδρόμηση του Οκτωβρίου βρισκόταν όχι μόνο στην ηγεσία του KPD αλλά και στην ηγεσία της Κομιντέρν, η οποία είχε ανταποκριθεί στη γερμανική κρίση μόνο μετά από αρκετούς μήνες κατά τους οποίους την αντιμετώπισε σαν συνηθισμένη κατάσταση. Ο Τρότσκι ανέλυσε αργότερα την ήττα ως «κλασικό παράδειγμα μιας χαμένης επαναστατικής κατάστασης», ταυτιζόμενος με μια δήλωση ενός ανώνυμου Γερμανού αντιπροσώπου στο παγκόσμιο συνέδριο της Κομιντέρν το 1924:

Δεν υπάρχει ούτε ένας εργαζόμενος με ταξική συνείδηση στη Γερμανία που να μην γνωρίζει ότι το κόμμα έπρεπε να είχε εμπλακεί σε μια μάχη και όχι να την αποφύγει. Οι ηγέτες του [KPD] ξέχασαν τον ανεξάρτητο ρόλο του κόμματος25.

Η πορεία αυτής της συζήτησης σύντομα μπλέχτηκε με μια διαμάχη στο εσωτερικό της ηγεσίας του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Στις 8 Νοεμβρίου, ο Τρότσκι είχε δημοσιεύσει ένα κάλεσμα για αγώνα ενάντια στον γραφειοκρατισμό μέσα στο κόμμα και το κράτος. Η πρόκληση του Τρότσκι βρήκε υποστήριξη σε μια κοινή δήλωση του Ράντεκ, του Πιατάκοφ και άλλων ηγετών του ρωσικού κομμουνιστικού κόμματος που δημοσιεύτηκε στην Πράβντα στις 25 Νοεμβρίου. («Διακήρυξη των 46»26) Μια ευρεία συζήτηση για τον γραφειοκρατισμό και την ανανέωση του κόμματος άνοιξε στον τύπο του ρωσικού κόμματος και μεταξύ των μελών του.

Περίπου τρεις εβδομάδες αργότερα, ο Ράντεκ είπε σε μια συνάντηση κομμουνιστών ακτιβιστών στη Μόσχα ότι οι απόψεις του Τρότσκι είχαν υποστήριξη μεταξύ των ηγετών των σημαντικότερων τμημάτων της Κομιντέρν εκτός Σοβιετικής Ένωσης, συγκεκριμένα στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Πολωνία. Οι κορυφαίοι αντίπαλοι του Τρότσκι, ο Ζινόβιεφ και ο Στάλιν, εξέλαβαν το σχόλιο του Ράντεκ ως προειδοποίηση ότι η συζήτηση στη Γερμανία σχετικά με την οπισθοδρόμηση του Οκτωβρίου θα μπορούσε να ασκήσει επιρροή στο ρωσικό κόμμα. Ο Pierre Broué σχολιάζει: «Αυτό ήταν το σημείο όπου το «γερμανικό ζήτημα» μετακινήθηκε στο κέντρο της μάχης μέσα στο ρωσικό κόμμα».27

Στις 12 Ιανουαρίου 1924, ο Ζινόβιεφ έγραψε στην ηγεσία του KPD κατηγορώντας την για την ήττα του Οκτώβρη, ιδιαίτερα για την εφαρμογή της πολιτικής του ενιαίου μετώπου. Η είσοδος του KPD στην κυβέρνηση της Σαξονίας προοριζόταν μόνο ως «στρατιωτικοπολιτικός ελιγμός», ανέφερε: «Το μετατρέψατε σε πολιτικό μπλοκ με τους αριστερούς σοσιαλδημοκράτες, που σας έδεσαν τα χέρια ... σε έναν κοινότοπο κοινοβουλευτικό συνασπισμό».

Αντίθετα, ο Τρότσκι, γράφοντας στην Πράβδα 28-29 Δεκεμβρίου, επέκρινε ολόκληρη την πορεία του KPD από τον Μάιο του 1923 και μετά, μια περίοδο κατά την οποία «δεν μπόρεσε να απελευθερωθεί .... από τον αυτοματισμό της προηγούμενης πολιτικής ... και να θέσει ευθέως στην αγκιτάτσια, τη δράση, την οργάνωση και την τακτική του το πρόβλημα της κατάληψης της εξουσίας».28

Ο Στάλιν δεν διατύπωσε την άποψή του για τα πρακτικά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ωστόσο, σε ένα περιθωριακό σχόλιο σε ένα αδημοσίευτο χειρόγραφο του Ζινόβιεφ, χλεύασε την άποψη, την οποία απέδιδε στον Ράντεκ, ότι η ηγεσία του SPD αντιπροσώπευε κάτι περισσότερο από «απλό καμουφλάζ» για τη στρατιωτική ανώτατη διοίκηση29.

 

Η εγκατάλειψη της πολιτικής του Ενιαίου Μετώπου

Στις 15 Ιανουαρίου, ο Στάλιν εξαπέλυσε μια μακροσκελή και αιχμηρή επίθεση στη στάση του Ράντεκ κατά τη γερμανική κρίση ενώπιον της Κεντρικής Επιτροπής του Ρωσικού ΚΚ. Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με την αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του Ράντεκ, του Τρότσκι και του Πιατάκοφ που υπέβαλαν θέσεις στην ΕΕΚΔ χωρίς την έγκριση του ρωσικού κόμματος, τερματίζοντας έτσι ουσιαστικά το ρόλο του Ράντεκ στην ηγεσία της Κομιντέρν30. Επιπλέον, με αυτή την ευκαιρία έκανε την εμφάνισή της η έννοια του «τροτσκισμού», που ορίστηκε ως «ιδιαίτερα επικίνδυνη απόκλιση από το λενινισμό».31

Ο Μπράντλερ απομακρύνθηκε από τη θέση του στην ηγεσία του KPD εκείνο το μήνα και μετατέθηκε σε διοικητικές αποστολές στη Σοβιετική Ρωσία. Την ηγεσία του KPD ανέλαβαν πλέον η Φίσερ και ο Αρκάντι Μάσλοβ, οι οποίοι είχαν επικρίνει σταθερά την πολιτική της Κομιντέρν για την επιδίωξη ενότητας στη δράση με τις σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις. Πράγματι, η πολιτική του ενιαίου μετώπου στο σύνολό της έπεσε θύμα της ήττας του Οκτώβρη. Ο ιστορικός Franz Borkenau σχολιάζει ότι ο Ζινόβιεφ «ήταν πάντα επιφυλακτικός και διστακτικός ως προς την αξία της τακτικής του ενιαίου μετώπου ... τώρα επέστρεψε στην παλιά του τοποθέτηση.»32 Στην ολομέλεια της ΕΕΚΔ τον Ιανουάριο του 1924, ο Ζινόβιεφ υποστήριξε ότι η πολιτική του ενιαίου μετώπου του KPD, μέσω της υπερβολικής εμπιστοσύνης στο αριστερό SPD, συνέβαλε στην ήττα του Οκτωβρίου.

Ο Γερμανός ιστορικός Bernhard Bayerlein συνοψίζει εύστοχα τον συνολικό αντίκτυπο της ολομέλειας της ΕΕΚΔ τον Ιανουάριο του 1924:

«Ο απολογισμός της ΕΕΚΔ αναβάθμισε την ιδεολογικά καθοδηγούμενη άποψη του Ζινόβιεφ και, ως ένα βαθμό, του Στάλιν, ως την επίσημη ερμηνεία του “Γερμανικού Οκτώβρη”, η οποία έχει διατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό μέχρι σήμερα. Από αυτή την αποτίμηση απουσιάζει οποιαδήποτε κριτική στο ρωσικό πολιτικό γραφείο ή στην Κομιντέρν. Όλες οι ελλείψεις και τα λάθη αποδίδονται αποκλειστικά στην ηγεσία του Μπράντλερ [KPD]. Η συζήτηση μετασχηματίστηκε ριζικά. Από αυτό το σημείο και μετά τα ηγετικά στρώματα της Σοσιαλδημοκρατίας στιγματίστηκαν ως μια φράξια του γερμανικού φασισμού με σοσιαλιστική μεταμφίεση, ενώ οι αριστεροί Σοσιαλδημοκράτες στιγματίστηκαν ως οι πιο επικίνδυνοι εκπρόσωποί της.»33

Τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1924, το πέμπτο παγκόσμιο συνέδριο της Κομιντέρν κωδικοποίησε αυτό το δόγμα με το κάλεσμά του για ένα κομμουνιστικό «ενιαίο μέτωπο από τα κάτω», χωρίς συμφωνίες με άλλα εργατικά ρεύματα, το οποίο στην πραγματικότητα δεν ισοδυναμούσε με κανένα ενιαίο μέτωπο (βλ. Κεφάλαιο 21).

Κατά τη διάρκεια των δύο δεκαετιών που ακολούθησαν, η πολιτική του ενιαίου μετώπου της Κομιντέρν υπέστη πολλές διαλυτικές μεταλλάξεις. Ωστόσο, η ολομέλεια της ΕΕΚΔ τον Ιανουάριο του 1924 ξεχωρίζει ως το σημαντικότερο σημείο καμπής στην ιστορία της Κομιντέρν. Το κεφάλαιο 21 του παρόντος έργου θα εξετάσει την επακόλουθη διαδικασία αποπροσανατολισμού και παρακμής.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

John Riddell, “The ‘German October’ of 1923: A Failed Bid for Workers’ Power”, John Riddell, 1 Δεκεμβρίου 2021, https://johnriddell.com/2021/12/01/the-german-october-of-1923-a-failed-bid-for-workers-power/. Αναδημοσίευση: Europe Solidaire Sans Frontièreshttp://www.europe-solidaire.org/spip.php?article60358

Σημειώσεις

1. Μεταξύ των σημαντικότερων αγγλόφωνων περιγραφών της κομμουνιστικής αντίδρασης στην κρίση του 1923 είναι:

Angress, Werner T., Stillborn Revolution; The Communist Bid for Power in Germany, 1921-1923, Πρίντσεστον, NJ: Princeton University Press, 1963.

Bayerlein, Bermhard, “The Abortive ‘German October’ 1923,” σε Kevin McDermott and John Morison, επιμ., Politics and Society Under the Bolsheviks, Μπεϊσινγκστόουκ: Macmillan, 1999, σσ. 251–62.

Borkenau, Franz, World Communism: A History of the Communist International, Ανν Άρμπορ: University of Michigan Press, 1963.

Broué, Pierre, The German Revolution, Λονδίνο: Merlin, 2006.

Carr, Edward Hallett, A History of Soviet Russia: The Interregnum: 1923–1924. Βαλτιμόρη: Penguin, 1969.

Fischer, Ruth. Stalin and German Communism: A Study in the Origins of the State Party. Μίλτον: Taylor & Francis Group, 1982.

Kevin McDermott and Jeremy Agnew, The Comintern: A History of International Communism from Lenin to Stalin, Νέα Υόρκη: St. Martin’s Press, 1977.

2 John Riddell, “The Comintern’s unknown decision on workers’ governments”, John Riddell, 14 Αυγούστου 2011, https://johnriddell.com/2011/08/14/the-comintern%E2%80%99s-unknown-decision-on-workers%E2%80%99-governments/.

3 Bernhard H. Bayerlein, Leonid G. Babichenko, Fridrich I. Firsov, and Aleksandr Vatlin, επιμ., Deutscher Oktober 1923: Ein Revolutionsplan und sein Scheitern, Βερολίνο: Aufbau-Verlag, 2003, σελ. 102.

4 Pierre Broué, German Revolution, σελ. 731.

5 Clara Zetkin, Fighting Fascism: How to Struggle and How to Win, επιμ. Mike Taber and John Riddell, Chicago: Haymarket Books, 2018, σσ. 23–66 [Η έκθεση της Τσέτκιν στα ελληνικά: Κλάρα Τσέτκιν, «Η πάλη εναντίον του φασισμού», Σπάρτακος, τεύχος 112, Ιούνιος 2013. Τεύχος - αφιέρωμα, «Η μαρξιστική κριτική του φασισμού». Αναδημοσίευση: e la libertà, 23 Σεπτεμβρίου 2016, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/2076-%CE%B7-%CF%80%CE%AC%CE%BB%CE%B7-%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BF%CE%BD-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D].

6 Mike Taber, επιμ., The Communist Movement at a Crossroads: Plenums of the Communist International’s Executive Committee, 1922–1923, Λέιντεν/Σικάγο: Brill/Haymarket Books, 2018, σελ. 618 (παράθεση); pσελ. 24–7, 613–18 (συζήτηση).

7 Taber, Communist Movement, σσ. 26–7.

8 Broué, German Revolution, σελ. 709.

9 Broué, German Revolution, σελ. 734, 719.

10 Για μια αγγλική μετάφραση του υπομνήματος του Στάλιν, βλέπε Broué, German Revolution, σ. 740-1. Για το γερμανικό κείμενο, βλέπε Bayerlein, Deutscher Oktober, σ. 99-100. Το ρωσικό πρωτότυπο δεν έχει εντοπιστεί. Ο Trotsky έκανε το κείμενο ευρέως γνωστό στη βιογραφία του, Stalin, και στην ανάλυσή του το 1927, The Third International after Lenin (https://www.marxists.org/archive/trotsky/1928/3rd/index.htm). Ο Broué ισχυρίζεται ότι το κείμενο που είναι σήμερα διαθέσιμο δεν είναι το πρωτότυπο του Στάλιν αλλά η εκ των υστέρων ανακατασκευή του υπομνήματός του.

11 Broué, German Revolution, σσ. 737–41.

12 Broué, German Revolution, σελ. 715.

13 Borkenau, World Communism, σελ. 245.

14 McDermott and Agnew, The Comintern: A History, σσ. 44–5.

15 Bayerlein, Deutscher Oktober, σ. 131. Η συλλογή του Bayerlein περιέχει λεπτομερή γερμανόφωνα πρακτικά της αποφασιστικής συνεδρίασης του Πολιτικού Γραφείου.

16 Η έννοια της χρήσης μιας αμυντικής στάσης ως εφαλτήριο για επαναστατική δράση εξηγήθηκε αργότερα λεπτομερώς από τον πρωτοπόρο κομμουνιστή ηγέτη των ΗΠΑ James P. Cannon στο άρθρο του με τίτλο “Defensive Formulations and the Organization of Action”, που αναδημοσιεύεται σε αυτό το ιστολόγιο: https://johnriddell.com/2019/07/10/james-p-cannon-on-defensive-formulations-and-the-organization-of-action/.

17 Broué, German Revolution, σελ. 805.

18 E.H. Carr, The Interregnum 1923–1924, Χάρμοντσγουορθ: Pelican, 1969, σσ. 229–30.

19 Bayerlein, Deutscher Oktober.

20 Broué, German Revolution, σελ. 817.

21 Carr, The Interregnum, σελ. 220.

22 Ό.π.

23 Carr, The Interregnum, σελ. 216, παραθέτοντας απόσπασμα από τις παρατηρήσεις της Zetkin σε συνέδριο του KPD το 1924.

24 McDermott and Agnew, The Comintern, σσ. 44–45.

25 Trotsky, The Third International after Lenin, Νέα Υόρκη: Pioneer, 1936, σσ. 92–3.

26 “Documents of the 1923 opposition. 2. The Platform of the 46”, Marxists Internet Archive, 16 Απριλίου 2007, https://www.marxists.org/history/etol/document/ilo/1923-lo/ch02.htm.

27 Broué, German Revolution, σσ. 820–21.

28 Broué, German Revolution, σελ. 822.

29 Bayerlein, Deutscher Oktober, σ. 393. Το χειρόγραφο που περιείχε το σχόλιο του Στάλιν αποτελούσε μέρος ενός προϊόντος της συζήτησης μεταξύ της «τρόικας», Ζινόβιεφ, Κάμενεφ και Στάλιν, που οργάνωσε την αντιπολίτευση στον Τρότσκι στην ηγεσία του ΚΚ Ρωσίας.

30 Bayerlein, Deutscher Oktober, σσ. 443–50.

31 McDermott and Agnew, World Communism, σελ. 45

32 Borkenau, World Communism, σελ. 255.

33 Bayerlein, Deutscher Oktober, σελ. 456.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 08 Δεκεμβρίου 2021 21:56

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.