Παρασκευή, 01 Απριλίου 2016 12:56

Τα συνδικάτα στην εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής

Κατηγορία Θεωρία

Λέον Τρότσκι

 

Υπάρχει ένα κοινό γνώρισμα στην εξέλιξη, ή πιο σωστά, στον εκφυλισμό, των σύγχρονων συνδικαλιστικών οργανώσεων όλου του κόσμου: η προσέγγιση και η συγχώνευση τους με την κρατική εξουσία. Το προτσές αυτό είναι εξίσου χαρακτηριστικό για τα ουδέτερα, τα σοσιαλδημοκρατικά, τα σταλινικά και τα «αναρχικά» συνδικάτα. Αυτό και μόνο το γεγονός δείχνει ότι η τάση για «συγχώνευση» με το κράτος δεν είναι συνυφασμένη με τούτη ή την άλλη θεωρία, αλλά απορρέει από κοινωνικές συνθήκες κοινές για όλα τα συνδικάτα.

Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός δεν βασίζεται στο συναγωνισμό και την ατομική πρωτοβουλία, αλλά σε μια συγκεντρωτική διοίκηση. Οι καπιταλιστικές κλίκες που είναι επικεφαλής των ισχυρών τραστ, των συνδικάτων, των τραπεζικών κονσόρτσιουμ, κ.λ.π. ελέγχουν την οικονομική ζωή από το ίδιο ύψος που την ελέγχει το κράτος, και σε κάθε στιγμή καταφεύγουν στην συνεργασία του. Τα συνδικάτα, με την σειρά τους, στους κλάδους τους πιο σπουδαίους της βιομηχανίας, δεν έχουν την δυνατότητα να επωφεληθούν από το συναγωνισμό ανάμεσα στις διάφορες επιχειρήσεις. Έχουν να αντιμετωπίσουν έναν αντίπαλο καπιταλιστή, συγκεντρωτικό και στενά συνδεδεμένο με την κρατική εξουσία. Από κει προέρχεται η ανάγκη για τα συνδικάτα -όσο παραμένουν σε ρεφορμιστικές θέσεις, δηλαδή σε θέσεις που βασίζονται σε μία προσαρμογή στην ατομική ιδιοκτησία, να προσαρμοστούν στο καπιταλιστικό κράτος και να αγωνιστούν για μια συνεργασία μαζί του. Στα μάτια της γραφειοκρατίας του συνδικαλιστικού κινήματος, το κύριο καθήκον είναι να απελευθερώσει το κράτος από την αγκαλιά του καπιταλισμού, αδυνατίζοντας την εξάρτηση του από τα τραστ, και να το τραβήξει προς το μέρος της. Αυτή η θέση βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την κοινωνική θέση της εργατικής αριστοκρατίας και της γραφειοκρατίας, που παλεύουν για να πάρουν μερικά ψίχουλα από το μοίρασμα του υπερκέρδους του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού. Στους λόγους τους οι γραφειοκράτες των συνδικάτων κάνουν ότι μπορούν για να αποδείξουν στο «δημοκρατικό» κράτος πόσο κατάλληλοι και απαραίτητοι είναι σε καιρό ειρήνης και, ιδιαίτερα, σε καιρό πολέμου. Μεταβάλλοντας τα συνδικάτα σε όργανα του κράτους ο φασισμός δεν ανακαλύπτει τίποτα το καινούργιο, σπρώχνει μόνο μέχρι την τελευταία τους συνέπεια όλες τις τάσεις τις σύμφυτες με τον ιμπεριαλισμό.

Οι αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες δεν βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του ντόπιου καπιταλισμού, αλλά του ξένου ιμπεριαλισμού. Ωστόσο, αυτό δεν αδυνατίζει αλλά, αντίθετα δυναμώνει την ανάγκη για άμεσους, καθημερινούς και πρακτικούς δεσμούς ανάμεσα στους μεγιστάνες του καπιταλισμού και τις κυβερνήσεις που στην ουσία είναι υποταγμένες σ' αυτούς - οι κυβερνήσεις των αποικιακών ή μισό αποικιακών χωρών. Δεδομένου ότι ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός δημιουργεί στις αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες ένα στρώμα εργατικής αριστοκρατίας και γραφειοκρατίας, αυτό απαιτεί την υποστήριξη των αποικιακών ή μισοαποικιακών κυβερνήσεων, που τις θέλει προστάτες, κηδεμόνες και καμιά φορά διαιτητές. Αυτό το στρώμα αποτελεί την πιο σπουδαία κοινωνική βάση του βοναπαρτιστικού και μισοβοναπαρτιοτικού χαρακτήρα των κυβερνήσεων στις αποικίες και γενικά στις καθυστερημένες χώρες. Αυτό αποτελεί επίσης την βάση της εξάρτησης των ρεφορμιστικών συνδικάτων από το κράτος.

Στο Μεξικό τα συνδικάτα έχουν με νόμο μεταβληθεί σε μισοκρατικό θεσμό και κατά συνέπεια έχουν πάρει χαρακτήρα μισοολοκληρωτικό. Η κρατικοποίηση των συνδικάτων, έγινε, σύμφωνα με την αντίληψη των νομοθετών, για το συμφέρον των εργατών και με στόχο να τους εξασφαλίσει την επιρροή στην κυβερνητική και οικονομική ζωή. Στο μέτρο, όμως, που ο ξένος ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός κυριαρχεί στο εθνικό κράτος, στο μέτρο που είναι ικανός, με την βοήθεια των αντιδραστικών δυνάμεων του εσωτερικού, να ανατρέψει την ασταθή δημοκρατία και να την αντικαταστήσει αμέσως με ανοικτή φασιστική δικτατορία, σ' αυτό το μέτρο η νομοθεσία η σχετική με τα συνδικάτα μπορεί εύκολα να γίνει ένα όπλο στα χέρια της ιμπεριαλιστικής δικτατορίας.

Συνθήματα

για την ανεξαρτησία των συνδικάτων

Από τα προηγούμεναθα μπορούσε κανείς εύκολα να βγάλει το συμπέρασμα ότι τα συνδικάτα παύουν να είναι συνδικάτα στην ιμπεριαλιστική εποχή. Δεν αφήνουν σχεδόν πια τόπο στην εργατική δημοκρατία που, τον παλιό καλό καιρό, όταν το ελεύθερο εμπόριο κυριαρχούσε στον οικονομικό στίβο, αποτελούσε το περιεχόμενο αυτό καθεαυτό της εσωτερικής ζωής των εργατικών οργανώσεων. Όταν λείπει η εργατική δημοκρατία, δεν μπορεί να υπάρξει ελεύθερος αγώνας για επιρροή πάνω στα μέλη του συνδικάτου. Και από αυτή την άποψη, ο κύριος στίβος για επαναστατική δουλειά μέσα στα συνδικάτα εξαφανίζεται. Μια τέτοια, ωστόσο, θέση θα ήταν βασικά λαθεμένη. Δεν μπορούμε να διαλέξουμε το πεδίο και τους όρους της δραστηριότητας μας ακολουθώντας τις επιθυμίες και τις αντιπάθειες μας. Είναι άπειρα πιο δύσκολο να αγωνίζεται κανείς για να επιδράσει πάνω στις εργαζόμενες μάζες μέσα σ' ένα ολοκληρωτικό και μισοολοκληρωτικό κράτος παρά σε μια δημοκρατία. Το ίδιο επίσης ισχύει και για τα συνδικάτα που η όλη τους ύπαρξη αντανακλά την εξέλιξη των καπιταλιστικών κρατών.

Δεν μπορούμε όμως να παραιτηθούμε από την πάλη να επιδράσουμε πάνω στους εργάτες της Γερμανίας μόνο και μόνο γιατί το ολοκληρωτικό καθεστώς κάνει μια τέτοια δουλειά εξαιρετικά δύσκολη. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, δεν μπορούμε να παραιτηθούμε από την πάλη μέσα στις οργανώσεις υποχρεωτικής δουλείας που δημιούργησε ο φασισμός. Για ένα λόγο παραπάνω δεν μπορούμε να παραιτηθούμε από την συστηματική δουλειά μέσα στα συνδικάτα ολοκληρωτικού ή μισοολοκληρωτικού τύπου, μόνο και μόνο γιατί αυτά εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από το εργατικό κράτος ή γιατί η γραφειοκρατία στερεί από τους επαναστάτες την δυνατότητα να δουλέψουν ελεύθερα μέσα σ' αυτά τα συνδικάτα. Είναι ανάγκη να αγωνιστεί κανείς κάτω απ' όλες αυτές τις συγκεκριμένες συνθήκες που δημιουργήθηκαν από την προηγούμενη εξέλιξη, που σε αυτήν περιλαμβάνονται τα λάθη της εργατικής τάξης και τα εγκλήματα των αρχηγών της.

Στις φασιστικές και μισοφασιστικές χώρες, είναι αδύνατον να γίνει επαναστατική δουλειά που να μην είναι κρυφή, παράνομη και συνωμοτική. Στα ολοκληρωτικά και μισοολοκληρωτικά συνδικάτα, είναι αδύνατο ή σχεδόν αδύνατο να γίνει οποιαδήποτε άλλη δουλειά έξω από την συνωμοτική δουλειά. Είναι ανάγκη να προσαρμοστούμε εμείς οι ίδιοι στις συγκεκριμένες συνθήκες που υπάρχουν στα συνδικάτα κάθε χώρας για να κινητοποιήσουμε τις μάζες,όχι μόνο ενάντια στην μπουρζουαζία, μα και ενάντια στο ολοκληρωτικό καθεστώς που βασιλεύει στα ίδια τα συνδικάτα και ενάντια στους ηγέτες που ενισχύουν αυτό το καθεστώς.

Το πρώτο σύνθημα σε αυτόν τον αγώνα είναι: πλήρης και χωρίς όρους ανεξαρτησία των συνδικάτων από το καπιταλιστικό κράτος. Αυτό σημαίνει αγώνα για να μεταβάλουμε τα συνδικάτα σε όργανα των εκμεταλλευομένων μαζών και όχι σε όργανα της εργατικής αριστοκρατίας.

Το δεύτερο σύνθημα είναι: δημοκρατία στα συνδικάτα. Το δεύτερο αυτό σύνθημα βγαίνει άμεσα από το πρώτο και προϋποθέτει, για την πραγματοποίηση του, πλήρη ελευθερία των συνδικάτων από το ιμπεριαλιστικό ή αποικιακό κράτος.

Μ' άλλα λόγια, στην σημερινή εποχή, τα συνδικάτα δεν μπορούν να είναι απλά όργανα της δημοκρατίας όπως ήταν την εποχή του φιλελεύθερου καπιταλισμού, και δεν μπορούν να μείνουν άλλο πολιτικά ουδέτερα, δηλαδή, να περιοριστούν στην υπεράσπιση των καθημερινών αναγκών της εργατικής τάξης. Δεν μπορούν να είναι πια αναρχικά, δηλαδή να αγνοούν την αποφασιστική επίδραση του κράτους στην ζωή των λαών και των τάξεων. Δεν μπορούν να είναι πια ρεφορμιστικά, γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες δεν επιτρέπουν πια σοβαρές και διαρκείς μεταρρυθμίσεις. Τα συνδικάτα της εποχής μας μπορούν είτε να χρησιμεύσουν σαν δευτερεύοντα όργανα του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού για να υποτάξουν και να πειθαρχήσουν τους εργάτες και να εμποδίσουν την επανάσταση είτε, αντίθετα, να γίνουν όργανα του επαναστατικού κινήματος του προλεταριάτου.

Η ουδετερότητα των συνδικάτων ανήκει οριστικά και αμετάκλητα στο παρελθόν, είναι νεκρή μαζί με την ελεύθερη αστική «δημοκρατία».

Από τα παραπάνω βγαίνει καθαρά ότι παρά το συνεχή εκφυλισμό των συνδικάτων και την προοδευτική συγχώνευση τους με το ιμπεριαλιστικό κράτος, η δουλειά μέσα στα συνδικάτα, όχι μόνο δεν έχασε τίποτα από τη σπουδαιότητα της, αλλά παραμένει όπως και πριν και γίνεται μάλιστα, με μια ορισμένη έννοια, ακόμα πιο σημαντική για κάθε επαναστατικό κόμμα. Στόχος αυτής της δουλειάς είναι ουσιαστικά, ο αγώνας για την επιρροή πάνω στην εργατική τάξη. Κάθε οργάνωση, κάθε φράξια που επιτρέπει στον εαυτό της μια θέση τελεσιγραφική απέναντι στα συνδικάτα, που στην ουσία δηλαδή γυρίζει την πλάτη της στην εργατική τάξη μόνο και μόνο γιατί οι οργανώσεις της δεν της αρέσουν, κάθε τέτοια οργάνωση είναι καταδικασμένη σε θάνατο. Και πρέπει να το πούμε είναι άξια της τύχης της.

Στο μέτρο που τον κύριο ρόλο στις καθυστερημένες χώρες τον παίζει όχι ο εθνικός καπιταλισμός αλλά ο ξένος ιμπεριαλισμός, η εθνική μπουρζουαζία κατέχει, με την έννοια της κοινωνικής της θέσης, μια θέση πολύ κατώτερη από εκείνη που ανταποκρίνεται στην ανάπτυξη της βιομηχανίας. Στο μέτρο που το ξένο κεφάλαιο δεν κάνει εισαγωγή εργατών, αλλά προλεταριοποιεί τον ντόπιο πληθυσμό, το εθνικό προλεταριάτο αρχίζει να παίζει έναν πολύ σπουδαίο ρόλο στην ζωή της χώρας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η εθνική κυβέρνηση, στο βαθμό που προσπαθεί να αντισταθεί στο ξένο κεφάλαιο, είναι υποχρεωμένη σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό να στηριχθεί στο προλεταριάτο.

Από την άλλη μεριά, οι κυβερνήσεις των καθυστερημένων αυτών χωρών, που θεωρούν σαν αναπόφευκτο ή πιο επικερδές για τον εαυτό τους να βαδίζουν χέρι χέρι με το ξένο κεφάλαιο, διαλύουν τις εργατικές οργανώσεις και επιβάλουν ένα, λιγότερο ή περισσότερο, ολοκληρωτικό καθεστώς. Έτσι η αδυναμία της εθνικής μπουρζουαζίας, η έλλειψη παραδόσεων αυτο-κυβέρνησης, η πίεση του ξένου καπιταλισμού και η σχετικά γρήγορη ανάπτυξη του προλεταριάτου, κλονίζουν τα θεμέλια κάθε σταθερού δημοκρατικού καθεστώτος.

Οι κυβερνήσεις των καθυστερημένων χωρών, δηλαδή των αποικιακών και μισοαποικιακών χωρών, παίρνουν χαρακτήρα βοναπαρτιστικό ή μισοβοναπαρτιστικό, και διαφέρουν η μια από την άλλη στο ότι μερικές προσπαθούν να προσανατολιστούν προς μια δημοκρατική κατεύθυνση, ζητώντας στηρίγματα στους εργάτες και τους αγρότες, ενώ οι άλλες επιβάλλουν μια μορφή στρατιωτικής και αστυνομικής δικτατορίας. Αυτό προσδιορίζει επίσης την τύχη των συνδικάτων. Τα συνδικάτα είτε βρίσκονται κάτω από την ιδιαίτερη κηδεμονία του κράτους, είτε καταδιώκονται σκληρά. Η κηδεμονία του κράτους υπαγορεύεται από δύο σκοπούς που είναι αντιμέτωποι: πρώτο, να πλησιάσει ολόκληρη την εργατική τάξη και να κερδίσει έτσι ένα στήριγμα για να μπορεί να αντιστέκεται στις υπερβολικές αξιώσεις του ιμπεριαλισμού, και δεύτερο, να πειθαρχήσει τους ίδιους τους εργάτες βάζοντας τους κάτω από τον έλεγχο μιας γραφειοκρατίας.

Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός

και τα συνδικάτα

Ο μονοπωλιακός καπιταλισμός είναι μέρα με την μέρα λιγότερο πρόθυμος να συμφιλιωθεί με την ανεξαρτησία των συνδικάτων. Αξιώνει από την ρεφορμιστική γραφειοκρατία και την εργατική αριστοκρατία, που μαζεύουν ψίχουλα από το τραπέζι του, να μεταβληθούν και οι δύο τους σε πολιτική αστυνομία του απέναντι στην εργατική τάξη. Αν αυτό δεν γίνεται, παραμερίζει την εργατική γραφειοκρατία και την αντικαθιστά με τους φασίστες. Τότε, όλες οι προσπάθειες της εργατικής αριστοκρατίας, που είναι στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού, δεν μπορούν να την γλιτώσουν για πολύ καιρό από την καταστροφή.

Η ένταση των ταξικών αντιθέσεων σε κάθε χώρα και των ανταγωνισμών ανάμεσα στα έθνη, δημιουργεί μια κατάσταση όπου ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός μπορεί να ανεχτεί (δηλαδή για μια ορισμένη στιγμή) την ρεφορμιστική γραφειοκρατία μόνο αν αυτή ενεργεί άμεσα σαν ένας μικρός αλλά δραστήριος μέτοχος στις ιμπεριαλιστικές επιχειρήσεις του, στα σχέδια και στα προγράμματα τους τόσο μέσα στην ίδια την χώρα όσο και στον παγκόσμιο στίβο. Ο σοσιαλρεφορμισμός οφείλει να μεταμορφωθεί σε σοσιαλιμπεριαλισμό για να κρατηθεί στην ζωή, αλλά μόνο για να κρατηθεί στην ζωή και τίποτα άλλο. Γιατί ακολουθώντας αυτόν τον δρόμο δεν υπάρχει, γενικά, καμία διέξοδος.

Αυτό σημαίνει πως στην εποχή του ιμπεριαλισμού είναι γενικά αδύνατη η ύπαρξη ανεξάρτητων συνδικάτων; Θα ήταν, βασικά, λάθος να βάλουμε έτσι το ζήτημα. Αδύνατη είναι η ύπαρξη ανεξάρτητων ή μισοανεξάρτητων ρεφορμιστικών συνδικάτων. Είναι όμως απόλυτα δυνατή η ύπαρξη επαναστατικών συνδικάτων που, όχι μόνο δεν είναι φερέφωνα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής, αλλά θεωρούν καθήκον τους την άμεση ανατροπή της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Την εποχή της ιμπεριαλιστικής παρακμής τα συνδικάτα δεν μπορούν να είναι πραγματικά ανεξάρτητα παρά μόνο στον βαθμό που, στην πράξη, είναι συνειδητά όργανα της προλεταριακής επανάστασης.

Από αυτή την άποψη, το Μεταβατικό Πρόγραμμα που υιοθέτησε το περασμένο συνέδριο της 4ης Διεθνούς δεν είναι μόνο το πρόγραμμα δράσης του κόμματος, αλλά, στις ουσιώδεις του γραμμές, και το πρόγραμμα της συνδικαλιστικής δράσης του.

Η ανάπτυξη των καθυστερημένων χωρών διακρίνεται από έναν συνδυασμένο χαρακτήρα. Μ' άλλα λόγια, η τελευταία λέξη της τεχνολογίας, της οικονομίας και της πολιτικής του ιμπεριαλισμού, συνδυάζεται σε αυτές τις χώρες με την καθυστερημένη και από παράδοση πρωτόγονη κατάσταση τους. Αυτό τον νόμο μπορούμε να τον παρατηρήσουμε στους πιο διάφορους τομείς της ανάπτυξης των αποικιακών ή μισοαποικιακών χωρών, και εδώ περιλαμβάνεται και ο τομέας του συνδικαλιστικού κινήματος. Ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός ενεργεί εδώ με την πιο κυνική, με την πιο φανερή μορφή του. Μεταφέρει σε παρθένο έδαφος τις πιο τέλειες μεθόδους της τυραννικής κυριαρχίας του.

Σ' ολόκληρο το παγκόσμιο συνδικαλιστικό κίνημα παρατηρήθηκε, την τελευταία περίοδο, ένα γλίστρημα προς τα δεξιά και η κατάργηση της εσωτερικής δημοκρατίας.

Στην Αγγλία,το κίνημα της μειοψηφίας στα συνδικάτα τσακίστηκε (με την βοήθεια της Μόσχας). Οι ηγέτες του συνδικαλιστικού κινήματος είναι σήμερα, ιδιαίτερα στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, οι πιο πιστοί υπηρέτες, οι πράκτορες του Συντηρητικού κόμματος.

Στη Γαλλία δεν υπήρχε θέση για την ανεξάρτητη ύπαρξη των σταλινικών συνδικάτων. Ενώθηκαν με τα λεγόμενα αναρχοσυνδικαλιστικά συνδικάτα κάτω από την ηγεσία του Ζουό, και το αποτέλεσμα αυτής της ένωσης ήταν μια γενική μετατόπιση του συνδικαλιστικού κινήματος όχι προς τ' αριστερά αλλά προς τα δεξιά. Η ηγεσία της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (Ο.Ο.Τ) είναι το πιο άμεσο και το πιο ανοικτό πρακτορείο του γαλλικού ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το συνδικαλιστικό κίνημα πέρασε τα τελευταία αυτά χρόνια την πιο θυελλώδη ιστορία του. Η άνοδος του Συνεδρίου Βιομηχανικών Οργανώσεων (Ο.Ι.Ο.) είναι μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη για τις επαναστατικές τάσεις που εκδηλώνονται ανάμεσα στις εργατικές μάζες. Ωστόσο, αξιοσημείωτο και ενδεικτικό, στον υψηλότερο βαθμό του, είναι το γεγονός ότι η νέα αυτή «αριστερίστικη» συνδικαλιστική οργάνωση δεν πρόφτασε να ιδρυθεί και έπεφτε κιόλας κάτω από την επίδραση του ιμπεριαλιστικού κράτους. Η πάλη ανάμεσα στις διοικήσεις της παλιάς και της καινούργιας συνομοσπονδίας περιορίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, στην πάλη για το κέρδισμα της συμπάθειας και της υποστήριξης του Ρούσβελτ και της κυβέρνησης του.

Δεν είναι λιγότερο χαρακτηριστική, αν και με διαφορετική έννοια, η εξέλιξη και ο εκφυλισμός των συνδικάτων στην Ισπανία. Στα σοσιαλιστικά συνδικάτα όλα τα ηγετικά στοιχεία, που ως ένα βαθμό αντιπροσώπευαν την ανεξαρτησία του συνδικαλιστικού κινήματος, παραμερίστηκαν. Όσο για τις αναρχοσυνδικαλιστικές ενώσεις, αυτές μεταβλήθηκαν σε όργανα της δημοκρατικής μπουρζουαζίας. Οι αναρχοσυνδικαλιστές ηγέτες έγιναν συντηρητικοί αστοί υπουργοί. Το γεγονός ότι αυτή η μεταμόρφωση έγινε μέσα σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου δεν μειώνει τη σημασία της. Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της ίδιας ακριβώς πολιτικής. Επιταχύνει τις εξελίξεις, φανερώνει τα βασικά τους γνωρίσματα, καταστρέφει καθετί που είναι σάπιο, ψεύτικο, αμφίβολο και εμφανίζει γυμνό καθετί που είναι ουσιώδες.

Το γλίστρημα των συνδικάτων προς τα δεξιά οφείλεται στον παροξυσμό των ταξικών και διεθνών αντιθέσεων. Οι ηγέτες του συνδικαλιστικού κινήματος αισθάνοντανή καταλάβαιναν, ότι τώρα δεν είναι καιρός να παίζουν το παιχνίδι της αντιπολίτευσης. Κάθε αντιπολιτευτική κίνηση μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, και ιδιαίτερα στις κορυφές του, απειλούσε να προκαλέσει ένα φοβερό κίνημα μαζών και να δημιουργήσει έτσι δυσκολίες στον εθνικό ιμπεριαλισμό. Εδώ έχει την πηγή του το γλίστρημα των συνδικάτων προς τα δεξιά και η κατάργηση της εργατικής δημοκρατίας στα συνδικάτα. Το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού, το γλίστρημα προς το ολοκληρωτικό καθεστώς, προσδιορίζει το εργατικό κίνημα ολόκληρου του κόσμου.

Θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω την Ολλανδία, όπου όχι μόνο ο ρεφορμισμός και το συνδικαλιστικό κίνημα έχουν γίνει στήριγμα του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού, αλλά και οι λεγόμενες αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις που έχουν περάσει τελευταία κάτω από τον έλεγχο της ιμπεριαλιστικής κυβέρνησης. Ο γραμματέας αυτής της οργάνωσης, ο Σνέβλιτ, παρ' όλες τις πλατωνικές συμπάθειες του για την 4η Διεθνή, σαν βουλευτής στην ολλανδική βουλή ενδιαφερόταν πρώτα από όλα, να μην πέσουν οι κεραυνοί της κυβέρνησης πάνω στην συνδικαλιστική οργάνωση του.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το υπουργείο εργασίας με την «αριστερή» γραφειοκρατία του έθεσε σαν καθήκον του να υποτάξει το συνδικαλιστικό κίνημα στο δημοκρατικό κράτος και, πρέπει να πούμε πως μέχρι τώρα το καθήκον αυτό εκπληρώθηκε με κάποια επιτυχία.

Η εθνικοποίηση των σιδηροδρόμων και των πετρελαιοπηγών στο Μεξικό δεν έχει, βέβαια, τίποτα το κοινό με τον σοσιαλισμό. Είναι ένα μέτρο κρατικού καπιταλισμού σε μια καθυστερημένη χώρα που με αυτό τον τρόπο προσπαθεί να υπερασπισθεί τον εαυτό της από τη μια, ενάντια στον ξένο ιμπεριαλισμό και, από την άλλη, ενάντια στο ίδιο της το προλεταριάτο. Η διαχείριση των σιδηροδρόμων, των πετρελαιοπηγών, κ.λ.π. διαμέσου των εργατικών οργανώσεων, δεν έχει τίποτα το κοινό με τον εργατικό έλεγχο στην βιομηχανία, γιατί, ουσιαστικά, η διαχείριση είναι στα χέρια της εργατικής γραφειοκρατίας, που ενώ είναι ανεξάρτητη από τους εργάτες, βρίσκεται κάτω από την απόλυτη εξάρτηση του αστικού κράτους. Αυτό το μέτρο από μέρους της κυρίαρχης τάξης έχει σκοπό να πειθαρχήσει την εργατική τάξη, να την κάνει να δουλέψει περισσότερο στην υπηρεσία των «κοινών» συμφερόντων του κράτους, που φαίνεται να μπερδεύονται με τα συμφέροντα της ίδιας της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα, ο μόνος στόχος της μπουρζουαζίας είναι να διαλύσει τα συνδικάτα σαν όργανα της πάλης των τάξεων και να τα αντικαταστήσει με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία που είναι όργανο του αστικού κράτους για τη διοίκηση των εργατών. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, το καθήκον της επαναστατικής πρωτοπορίας είναι να αγωνιστεί για την πλήρη ανεξαρτησία των συνδικάτων, και για την επιβολή του πραγματικού εργατικού ελέγχου πάνω στην σημερινή συνδικαλιστική γραφειοκρατία, που έχει μεταβληθεί σε διοίκηση των σιδηροδρόμων, των επιχειρήσεων πετρελαίου κ.λ.π.

Τα γεγονότα της τελευταίας (πριν από τον πόλεμο) περιόδου αποκαλύψανε, ιδιαίτερα καθαρά, πως ο αναρχισμός, που από θεωρητική άποψη είναι πάντα φιλελευθερισμός σπρωγμένος στα άκρα του και τίποτα άλλο, ήταν στην πράξη μια ειρηνιστική προπαγάνδα μέσα στα πλαίσια της δημοκρατικής πολιτείας της οποίας απαιτεί την προστασία. Αν αφήσουμε στην άκρη τις ατομικές τρομοκρατικές πράξεις κ.λ.π., ο αναρχισμός, σαν ένα σύστημα κινήματος και πολιτικής δράσης των μαζών, δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα προπαγανδιστικό υλικό κάτω από την ειρηνική προστασία των νόμων. Σε συνθήκες κρίσης, οι αναρχικοί κάνουν πάντα το αντίθετο από εκείνο που διδάσκουν σε καιρό ειρήνης. Αυτό το σημείωσε ο ίδιος ο Μαρξ μιλώντας για την Κομμούνα του Παρισιού. Και επαναλήφθηκε πολύ αργότερα σε μια κολοσσιαία κλίμακα στην εμπειρία της ισπανικής επανάστασης.

Συνδικάτα δημοκρατικά με την παλιά έννοια του όρου, δηλαδή οργανώσεις, όπου στα πλαίσια τους συγκρούονται διάφορες τάσεις, λιγότερο ή περισσότερο ελεύθερα, στους κόλπους μιας και της ίδιας μαζικής οργάνωσης δε μπορούν να υπάρχουν πια. Ακριβώς όπως είναι αδύνατο να ξαναγυρίσουμε στο αστικό δημοκρατικό κράτος είναι και αδύνατο να ξαναγυρίσουμε στην παλιά εργατική δημοκρατία. Η μοίρα του ενός αντανακλάει την μοίρα του άλλου. Είναι γεγονός αποδειγμένο ότι η ανεξαρτησία των συνδικάτων από ταξική άποψη, στις σχέσεις τους με το αστικό κράτος, δεν μπορεί να εξασφαλιστεί στις σημερινές συνθήκες, παρά μόνο κάτω από μια ηγεσία απόλυτα επαναστατική, όπως είναι η ηγεσία της 4ης διεθνούς.

Αυτή η ηγεσία, φυσικά, μπορεί και πρέπει να είναι λογική και να εξασφαλίζει στα συνδικάτα το μάξιμουμ της δυνατής δημοκρατίας κάτω από τις συγκεκριμένες σημερινές συνθήκες. Αλλά χωρίς την πολιτική ηγεσία της 4ης Διεθνούς, η ανεξαρτησία των συνδικάτων είναι αδύνατη.

Αύγουστος 1940

Το άρθρο αυτό βρέθηκε με τη μορφή χειρογράφου πάνω στο γραφείο του Τρότσκι.

Περιλαμβάνεται στο: Λεόν Τρότσκι, Μαρξισμός και συνδικάτα, Αλλαγή, Αθήνα 1983, σσ. 3-11.

Γράφτηκε από 
Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 01 Απριλίου 2016 12:59
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.