Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017 11:31

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους [μέρος 1ο]

Κατηγορία Θεωρία

Η καταστολή της εργατικής επανάστασης στο Παρίσι το 1848:

Το οδόφραγμα της οδού Σαιν-Μορ-Ποπινκούρ μετά την επίθεση των στρατευμάτων του στρατηγού Λαμορισιέρ, τη Δευτέρα 26 Ιουνίου 1848.

(Δαγγεροτυπία του Εζέν Τιμπό)

Εισαγωγή: βιογραφικά στοιχεία για τον Νταβίντ Ριαζάνοφ

Ο Ριαζάνοφ υπήρξε ένας από τους πρώτους και σημαντικότερους ερευνητές και μελετητές του έργου του Μαρξ και του Ένγκελς και, κυρίως, ο πρώτος ο οποίος προσπάθησε να εφαρμόσει στη μελέτη του έργου των δύο θεωρητικών την μαρξιστική ανάλυση.

Ο Νταβίντ Μπορίσοβιτς Γκολντεντάχ, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα (το όνομα Ριαζάνοφ το υιοθέτησε όταν εντάχθηκε στο επαναστατικό κίνημα) γεννήθηκε το 1870 στην Οδησσό από Εβραίους γονείς. Από πολύ νεαρή ηλικία εντάχθηκε στο κίνημα των Ναρόντνικων (στάδιο από το οποίο πέρασαν οι περισσότεροι Ρώσοι επαναστάτες) και μετά τη διάλυση της ομάδας του από την αστυνομία ταξίδεψε στο εξωτερικό και ήρθε σε επαφή με τη σοσιαλιστική θεωρία. Το 1890 εντάχθηκε στην ομάδα Απελευθέρωση της Εργασίας του Πλεχάνοφ (μια από τις οργανώσεις απ’ τις οποίες συγκροτήθηκε το 1898 το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα Ρωσίας) και μετά την επιστροφή του στη Ρωσία συνελήφθη από την αστυνομία για την πολιτική του δράση και εξορίστηκε για τέσσερα χρόνια. Μέχρι το 1900 έζησε υπό αστυνομική επιτήρηση στη μικρή πόλη Κίσινεφ. Το 1901 έφυγε από τη Ρωσία και εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο. Πήρε μέρος στο συνέδριο του ΣΔΕΚΡ το 1901 και παρακολούθησε το συνέδριο του 1903, όπου και διαφώνησε με το μοντέλο κομματικής οργάνωσης που προωθούσε η ομάδα της Ίσκρα (ο Λένιν και ο Πλεχάνοφ), αλλά στη διάσπαση του κόμματος σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους δεν εντάχθηκε σε καμιά από τις δύο ομάδες. Αυτό το διάστημα έγραψε διάφορα άρθρα και μπροσούρες σχετικά με τα οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας και τις προοπτικές του εργατικού κινήματος, διαφωνώντας με τις θέσεις του Λένιν.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1905 ο Ριαζάνοφ επέστρεψε στη Ρωσία και πήρε ενεργά μέρος στις προσπάθειες συγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος. Η δραστηριότητά του στο συνδικαλιστικό κίνημα και η συντριβή της επανάστασης τον ώθησαν να αρχίσει να μελετά πιο συστηματικά τα ζητήματα τα οποία είχαν προκύψει: τη σχέση του κόμματος με τα συνδικάτα και το οργανωμένο εργατικό κίνημα, το ρόλο της αγροτιάς, το ρόλο της σύγχρονής του αστικής τάξης απέναντι στον απολυταρχισμό. Ξεκινώντας να μελετά τα ντοκουμέντα της Πρώτης Διεθνούς, διαπίστωσε ότι υπήρχε ένας τεράστιος όγκος αδημοσίευτων κειμένων του Μαρξ και του Ένγκελς (είτε άρθρα που δεν είχαν αναδημοσιευτεί, είτε χειρόγραφα και προσχέδια, είτε η αλληλογραφία τους), τη μελέτη των οποίων θεώρησε απαραίτητη για τη συγκρότηση μιας επικαιροποιημένης μαρξιστικής ανάλυσης. Διαπίστωσε ότι όχι μόνο οι οικονομικές αναλύσεις, αλλά και τα πολιτικά κείμενα του Μαρξ και του Ένγκελς εμπεριείχαν όλα εκείνα τα στοιχεία ανάλυσης με τα οποία θα μπορούσαν να κατανοηθούν οι μετασχηματισμοί του καπιταλιστικού κόσμου στις αρχές του 20ου αιώνα.

Η διαχείριση του μεγαλύτερου μέρους αυτού του υλικού, το οποίο βρισκόταν στα αρχεία του γερμανικού SPD, είχε ανατεθεί σε κάποια από τα πιο προβεβλημένα στελέχη του, τον Μπερστάιν, τον Μέρινγκ, τον Κάουτσκι (ο τελευταίος είχε αναλάβει τα οικονομικά κείμενα), αλλά η δημοσίευσή του προχωρούσε με πολύ αργό ρυθμό κι αυτό δεν ήταν άσχετο με τις διαμάχες που είχαν ξεσπάσει μέσα στο SPD για τον στρατηγικό του προσανατολισμό. Ο βασικός διαχειριστής του αρχείου, ο Μπερνστάιν, ήταν και ο βασικός εκπρόσωπος της τάσης μέσα στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, η οποία υποστήριζε ότι το SPD θα έπρεπε να εγκαταλείψει ως ξεπερασμένο τον στόχο της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού και να αφοσιωθεί στην εκμετάλλευση των δυνατοτήτων ειρηνικής ανόδου στην εξουσία που της παρείχε το αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα. Η έκδοση των πολιτικών κειμένων του Μαρξ και του Ένγκελς υπό την επίβλεψη του Μπερνστάιν ακολουθούσε λοιπόν τους κανόνες λογοκρισίας που επιβάλλονταν από αυτές τις πολιτικές σκοπιμότητες (δημοσίευση μόνο των κειμένων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «ακίνδυνα», δημοσίευση κειμένων απ’ τα οποία είχαν περικοπεί ουσιώδη μέρη κτλ).

Ο Ραζιάνοφ ξεκίνησε, σε συνεργασία με άλλα μάλη του SPD, μια συστηματική μελέτη αυτού του πλούσιου υλικού και μέχρι το 1913 είχε καταφέρει να εκδώσει την αλληλογραφία του Μαρξ και του Ένγκελς (δυστυχώς με περικοπές που επέβαλε ο Μπερστάιν). Οι έρευνές του δεν περιορίστηκαν μόνο στα αρχεία του SPD, αλλά και σε βιβλιοθήκες και σε ιδιωτικές συλλογές σε ολόκληρη της Γερμανία και στο Λονδίνο. Με τη διαμεσολάβησή του τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας (το οποίο είχε κι αυτό υλικό) ήρθαν σε συμφωνία συνεργασίας για την έκδοση των Απάντων του Μαρξ και του Ένγκελς.

Οι δραστηριότητες αυτές διακόπηκαν από τον πόλεμο, κατά την έναρξη του οποίου ο Ραζιάνοφ τάχθηκε με την επαναστατική, διεθνιστική πτέρυγα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας η οποία το 1917 εντάχθηκε στο μπολσεβίκικο κόμμα (Τρότσκι, Λουνατσάρσκι κ.α.).

Μετά τον Οκτώβρη του 1917 ο Ραζιάνοφ συνέχισε τις μελέτες του για το έργο του Μαρξ και του Ένγκελς και το 1921, ύστερα από αίτημα του Λένιν ανέλαβε τη διεύθυνση του Μουσείου Μαρξ-Ένγκελς, το οποίο μετατράπηκε σε Ινστιτούτο Μαρξ-Ένγκελς και το οποίο ανέλαβε την έκδοση των Απάντων τους.

Ολόκληρη τη δεκαετία του ‘20 το Ινστιτούτο που διηύθυνε ο Ριαζάνοφ επιδόθηκε σε μία συστηματική έρευνα και μελέτη του μαρξιστικού αρχειακού υλικού που υπήρχε στην Ευρώπη. Συνέχισε τις επαφές με τα στελέχη της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας που διαχειρίζονταν ή είχαν στην κατοχή τους τον μεγαλύτερο όγκο του αρχείου κειμένων και χειρογράφων του Μαρξ και του Ένγκελς και είτε με αγορά είτε με φωτογραφική ανατύπωση κατάφερε να ξεκινήσει η μελέτη αυτού του υλικού για την έκδοση των Απάντων του Μαρξ και του Ένγκελς, από μία διεθνή ομάδα συνεργατών, η οποία δεν απαρτίστηκε με κριτήριο σε ποια αριστερή οργάνωση ανήκαν τα μέλη της, αλλά με κριτήριο τις επιστημονικές τους ικανότητες και γνώσεις όσον αφορά στο έργο των δύο θεωρητικών του μαρξισμού. Έτσι, το Ινστιτούτο, έχοντας τη στήριξη του μπολσεβίκικου κόμματος και τους κρατικούς οικονομικούς πόρους που χρειαζόταν, κατάφερε μέχρι το 1930 να εκδώσει ένα πολύ σημαντικό μέρος των γραπτών του Μαρξ και του Ένγκελς και να προετοιμάσει την έκδοση ενός ακόμα μεγαλύτερου μέρους.

Ταυτόχρονα ο Ριαζάνοφ μετέτρεψε το Ινστιτούτο στην μεγαλύτερη μέχρι τότε βιβλιοθήκη για την ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος (βιβλία, περιοδικά, χειρόγραφα και επιστολές στο πρωτότυπο ή σε φωτοαντίγραφα), αρχικά με βιβλία από τις βιβλιοθήκες των καπιταλιστών που είχαν απαλλοτριωθεί και στη συνέχεια με αγορές από ολόκληρο τον κόσμο και με φωτογραφικές αναπαραγωγές.

Ο ίδιος όμως δεν περιορίστηκε μόνο στις μελέτες και την έκδοση του αρχειακού υλικού. Έγραφε συνεχώς άρθρα για τον μαρξισμό και έδινε διαλέξεις σε ολόκληρη τη χώρα, όχι μόνο στα πανεπιστήμια, αλλά και απευθείας στους εργάτες. Το κείμενο που αναδημοσιεύουμε, βασίστηκε σε διαλέξεις για τη διαμόρφωση της μαρξιστικής θεωρίας, τις οποίες έκανε ο Ριαζάνοφ σε εργάτες στη Μόσχα το 1922.

Ο Ριαζάνοφ υπήρξε όμως και δραστήριο μέλος του μπολσεβίκικου κόμματος, αν και συνήθως ασκούσε ανοιχτή κριτική στην πολιτική που ακολουθούσε το κόμμα. Η πιο σημαντική του διαφωνία υπήρξε μάλλον η άποψή του για την ανάγκη ανεξαρτησίας των συνδικάτων από το κράτος και το κόμμα, έτσι ώστε να έχουν τη δυνατότητα να οργανώνουν την άμυνα της εργατικής τάξης απέναντι σε ένα κρατικό-οικονομικό σύστημα το οποίο δεν μπορούσε άμεσα να γίνει σοσιαλιστικό. Η ανάγκη ανεξάρτητων συνδικάτων γινόταν ακόμα πιο επιτακτική μετά τη στροφή προς τη ΝΕΠ. Ανέπτυξε πολύ έντονη πολιτική δραστηριότητα και ασχολήθηκε επίσης με τη θεωρητική τεκμηρίωση της ανάγκης για ανεξαρτησία των συνδικάτων (ομιλίες σε συνέδρια των σοβιέτ και των συνδικάτων, άρθρα, μπροσούρες κτλ), ερχόμενος σε αντιπαράθεση με την ηγεσία του μπολσεβίκικου κόμματος.

Παρά το γεγονός ότι υπήρξε πάντοτε ένας διαφωνών στο εσωτερικό του κόμματος, δεν συνδέθηκε με καμιά από τις ομάδες της εσωτερικής αντιπολίτευσης που σχηματίζονταν τη δεκαετία του 20. Παρ’ όλ’ αυτά, εναντιώθηκε στο κλίμα λογοκρισίας, διώξεων και τρομοκρατίας των διαφωνούντων στο εσωτερικό του κόμματος και εκτός κόμματος που άρχισε να διαμορφώνεται από τις αρχές της δεκαετίας του ‘20. Το 1922 αντιτάχθηκε δημόσια στην θανατική ποινή που επιβλήθηκε σε σοσιαλεπαναστάτες ηγέτες. Το 1924 είχε χλευάσει τις αξιώσεις του Στάλιν να αντιπαρατεθεί σε επίπεδο θεωρίας με τον Τρότσκι λέγοντάς του: «Παράτα τα Κόμπα [άλλο ψευδώνυμο του Στάλιν], μη γίνεσαι γελοίος. Όλος ο κόσμος ξέρει πολύ καλά ότι η θεωρία δεν είναι η δυνατή σου πλευρά». Την ίδια χρονιά πάλι, σχολίασε σαρκαστικά τη σταλινική θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα» λέγοντας: «θέλω να ζήσω για να δω πώς θα οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός σε μια μόνο συνοικία, σε μια μόνο πόλη, σε μια μόνο επαρχία». Δεν το είδε, όχι μόνο επειδή αυτός ο σοσιαλισμός δεν μπορούσε να οικοδομηθεί, αλλά και επειδή ο ίδιος δεν έζησε αρκετά. Η αντιπολιτευτική του στάση τού είχε κοστίσει πολλές φορές. Το 1922 του επιβλήθηκαν πειθαρχικά μέτρα επειδή μίλησε δημόσια επικριτικά για την πολιτική του κόμματος και σε άλλες περιπτώσεις του απαγορεύτηκε να δώσει διαλέξεις. Η εξαιρετική δουλειά του στο Ινστιτούτο Μαρξ – Ένγκελς που τον είχε καταστήσει παγκοσμίως γνωστό, τον είχε προστατέψει για ένα μικρό χρονικό διάστημα από την καταστολή άρχισε να πλήττει τους άλλους αντιπολιτευόμενους από τα τέλη της δεκαετίας του ‘20. Όχι όμως για πολύ. Το σταλινικό καθεστώς που εδραιωνόταν συντρίβοντας κάθε πολιτική και κοινωνική αντιπολίτευση, δεν μπορούσε να ανεχτεί την ανεξάρτητη μαρξιστική θεωρητική διερεύνηση. Αντιθέτως, χρειαζόταν να μετατρέψει τον μαρξισμό σε ένα εκκλησιαστικό και πρωτόγονο δόγμα υπεράσπισης των συμφερόντων της νέας άρχουσας τάξης. Το Ινστιτούτο που διηύθυνε ο Ριαζάνοφ, και ο ίδιος ο Ριαζάνοφ, ως μελετητής του μαρξιστικού έργου, αλλά και ως συνεχώς διαφωνών, αποτελούσαν κίνδυνο για το καθεστώς.

Το 1931 ο Στάλιν τον στοχοποίησε ονομαστικά ως χαρακτηριστικό εκπρόσωπο εκείνων των διανοούμενων τους οποίους το κόμμα έπρεπε να καταπολεμήσει (τους «αρουραίους των αρχείων» που ασχολούνται με τα «υπάρχοντα χάρτινα ντοκουμέντα»). Το 1931 συνελήφθη με κατηγορίες γελοίες και παράλογες (όπως για παράδειγμα ότι είχε αποκρύψει επιστολή του Κάουτσκι, ή ότι είχε συλλέξει ντοκουμέντα για τον εξώγαμο γιο του Μαρξ – αν και η κατηγορία αυτή τελικά αποσύρθηκε, μάλλον από σεμνοτυφία) και εξορίστηκε στο Σαράτοφ. Το 1938 καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε.

Το κείμενο που αναδημοσιεύουμε σε τέσσερα μέρη, μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα ελληνικά στις αρχές μάλλον της δεκαετίας του ’80, από τις εκδόσεις Γράμματα. Αναδημοσιεύτηκε ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα Εργατική Δημοκρατία (Κύπρος) το 2013.

e la libertà

Πηγές:

«David Riazanov», Marxists Internet Archive

LB, «The Marx-Engels Institute», Marxists Internet Archive  [αγγλική μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο στο La Critique sociale, τεύχος 2, Ιούλιος 1931].

Μηλιός Γιάννης, «Τα έργα των Μαρξ και Ένγκελς και ο Νταβίντ Ριαζάνοφ», Θέσεις, τεύχος, 62, Ιανουάριος - Μάρτιος 1998. 

Ραμπέλ Μπερντ, «Για το μαρξιστή και ερευνητή του μαρξισμού Ριαζάνωφ», Πρόλογος στο Νταβίντ Ριαζάνοφ, Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους, Γράμματα, Αθήνα, χ.χ.έ. Αναδημοσίευση: Εργατική Δημοκρατία, 9 Μαρτίου 2013 έως 5 Απριλίου 2013. 

Souvarine Boris, «DB Riazonov», Marxists Internet Archive [αγγλική μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο στο La Critique sociale, τεύχος 2, Ιούλιος 1931]

Νταβίντ Ριαζάνοφ

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους

(Πρώτο Μάθημα)

Εισαγωγή

Η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία - Η μεγάλη γαλλική επανάσταση και η επίδραση της στη Γερμανία

Μόλο που το θέμα μου είναι καθαρά ιστορικό, για μένα υπάρχει κι ένα θεωρητικό καθήκον. Σύντροφοι, ο Μαρξ κι ο Ένγκελς σας ενδιαφέρουν σαν δημιουργοί αυτού που ονομάζουμε υλιστική αντίληψη της ιστορίας, σαν δημιουργοί του επιστημονικού σοσιαλισμού. Θέλω λοιπόν να σας διηγηθώ την ιστορία του Μαρξ και του Ένγκελς χρησιμοποιώντας τη δική τους μέθοδο, εφαρμόζοντας δηλαδή την υλιστική αντίληψη της ιστορίας. Πριν απ’ όλα, επιτρέψτε μου να σας πω μερικά εισαγωγικά.

Παρά το γεγονός ότι έχουμε ένα πρόγραμμα, που υπογραμμίζει κυρίως τη σημασία της συλλογικότητας, έχουμε συνηθίσει ν’ αποδίδουμε μερικές φορές υπερβολικά μεγάλη σημασία στο ρόλο της προσωπικότητας μέσα στην ιστορία. Έτσι υποτιμάμε κάπως το ρόλο της μάζας, και καμιά φορά ξεχνάμε όλες τις γενικές ιστορικές και οικονομικές συνθήκες, που με τη σειρά τους καθορίζουν το ρόλο αυτών των προσωπικοτήτων. Αυτό γίνεται συχνά ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό. Ας πάρουμε δυο προσωπικότητες - τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Η προσωπικότητα του Ένγκελς επισκιάζεται λίγο σε σύγκριση με τον Μαρξ. Αργότερα θα δούμε ποια ακριβώς ήταν η σχέση τους. Όσο αφορά τώρα τον Μαρξ, δεν υπάρχει στην ιστορία του δέκατου ένατου αιώνα άνθρωπος, που με τη δραστηριότητα και το επιστημονικό του έργο να έχει καθορίσει έτσι και τις σκέψεις και τις πράξεις μιας ολόκληρης σειράς γενεών, σε πολλές χώρες. Ο άνθρωπος αυτός έχει πεθάνει από καιρό. Στα 1933 κλείνουν 50 χρόνια από το θάνατο του. Κι όμως η σκέψη του εξακολουθεί να επηρεάζει και να καθοδηγεί την πνευματική ανάπτυξη ακόμα και των πιο μακρινών χωρών - χωρών που, όσο ζούσε, δεν είχαν ακούσει τίποτα γι’ αυτόν. Ας πάρουμε τη δική μας χώρα. Το όνομα του Μαρξ είναι πολύ γνωστό στη Ρωσία. Έχουν περάσει κιόλας 50 χρόνια από την έκδοση της ρώσικης μετάφρασης του Κεφαλαίου κι η επίδραση του μαρξισμού, αυτού του συστήματος ιδεών, μεγαλώνει χρόνο με το χρόνο. Για πολλούς αιώνες ακόμα κανένας ιστορικός δε θα είναι σε θέση να ερευνήσει τη ρώσικη ιστορία της δεκαετίας του 1880, αν πιο μπροστά δε μελετήσει τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς. Τόσο ολοκληρωτικά έχουν εισχωρήσει ο Μαρξ κι ο Ένγκελς μέσα στην ιστορία της ρώσικης κοινωνικής και σοσιαλιστικής σκέψης, και μέσα στην ιστορία του ρώσικου επαναστατικού εργατικού κινήματος.

Έχουμε λοιπόν μπροστά μας ανθρώπους εξαιρετικής σπουδαιότητας, που επηρέασαν πολύ σημαντικά την κατεύθυνση της ανθρώπινης σκέψης.

Ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε κάτω από ποιες συνθήκες και μέσα σε ποιο περιβάλλον αναπτύχθηκαν αυτοί οι άνθρωποι. Κάθε άνθρωπος είναι προϊόν μιας ορισμένης ιστορικής εποχής. Κάθε μεγαλοφυΐα, που έχει να προσφέρει κάτι καινούργιο, βασίζεται στο παλιό που είχε δημιουργηθεί πριν απ’ αυτήν. Η μεγαλοφυΐα δεν αναπτύσσεται από το μηδέν. Ακόμα περισσότερο: αν θέλετε να διαπιστώσετε το πραγματικό μέτρο της ιδιοφυΐας και της πρωτοτυπίας ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, μπορείτε να το πετύχετε μόνο αν έχετε μια εικόνα, έστω και κατά προσέγγιση, για το τι είχε επιτευχθεί μέχρι την εμφάνιση αυτού του ανθρώπου, για τη βαθμίδα ανάπτυξης που είχε φτάσει η ανθρώπινη σκέψη και η ανθρώπινη κοινωνία, τη στιγμή που ο άνθρωπος αυτός άρχιζε να δέχεται την επίδραση του περιβάλλοντος του.

Για να καταλάβουμε τον Μαρξ - και τούτο θα ‘ταν η πρακτική εφαρμογή της μεθόδου του Μαρξ πάνω στον ίδιο - πρέπει ν’ ασχοληθούμε με το παρακάτω πρόβλημα: Πρέπει να εξετάσουμε την επίδραση της ιστορικής κατάστασης εκείνης της εποχής πάνω στον Μαρξ και τον Ένγκελς.

Ο Μαρξ γεννήθηκε στις 5 Μάη του 1818 στο Τριρ, ο Ένγκελς στις 28 Νοέμβρη του 1820 στο Μπαρμεν. Θα προσθέσω πως οι δυο πόλεις, Τριρ και Μπάρμεν, βρίσκονται στη Γερμανία. Βρίσκονται μάλιστα στην ίδια επαρχία, που ονομάζεται Ρηνανία. Μέσα απ’ αυτήν περνάει ο Ρήνος, που αποτελεί τη μεθόριο ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς γεννήθηκαν λοιπόν στην ίδια επικράτεια, για να χρησιμοποιήσω μια δική μας έκφραση. Γνωρίζετε απ’ την πείρα σας, πως ένα παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του βρίσκεται κυρίως κάτω απ’ την επίδραση της οικογένειας, που αποτελεί το άμεσο περιβάλλον του. Στα 10 ή 12 χρόνια του αρχίζει η επίδραση ενός πλατύτερου περιβάλλοντος, που ξεκινάει από το σχολείο. Αρχίζει τότε να συναντάει μπροστά του μια σειρά από φαινόμενα και γεγονότα, που δεν υπάρχουν στο στενό κύκλο της οικογενειακής ζωής. Αν δηλαδή στα χρόνια 1818-1820, προσθέσουμε δέκα με δώδεκα χρόνια, φτάνουμε περίπου στα χρόνια 1830-31. Μπορούμε λοιπόν να πούμε απ’ τα πριν, ότι ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, γεννημένοι το 1818 και το 1820, αντίστοιχα, δέχτηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1830 την επίδραση μιας ορισμένης κοινωνικοϊστορικής κατάστασης. Συγκρατείστε αυτές τις ημερομηνίες. Παρακάτω θα σας διευκολύνουν να παρακολουθήσετε τους συλλογισμούς μου.

Ας προσπαθήσουμε τώρα να προσδιορίσουμε με συντομία τη μορφή που είχε αυτή η κοινωνικοϊστορική κατάσταση. Το 1830 και το 1831 είναι για την Ευρώπη χρονιές επανάστασης. Το 1830 έγινε στη Γαλλία η λεγόμενη Ιουλιανή επανάσταση, που ξαπλώθηκε σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, απ’ τη Δύση μέχρι την Ανατολή, έφτασε και στη Ρωσία και προκάλεσε στο βασίλειο της Πολωνίας την εξέγερση του 1831. Τούτο σημαίνει λοιπόν, ότι ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, ήδη στα 11 και τα 12 χρόνια τους, έζησαν μια επαναστατική θύελλα, και δέχτηκαν τις εντυπώσεις μιας επαναστατικής περιόδου. Όμως η Ιουλιανή επανάσταση του 1830 δεν ήταν παρά το τέλος μιας άλλης, ακόμα πιο σημαντικής επαναστατικής θύελλας, που πρέπει να γνωρίσουμε τις συνέπειες και την επίδραση της, για να καταλάβουμε την ιστορική κατάσταση, μέσα στην οποία μεγάλωσαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς.

Η ιστορία του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα πριν απ’ το 1830 που άρχισε η «συνειδητή» ζωή του Μαρξ και του Ένγκελς, καθορίζεται από δύο θεμελιώδη γεγονότα: τη βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία και τη μεγάλη επανάσταση στη Γαλλία. Η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία αρχίζει περίπου το 1760 και πιάνει μια πολύ μεγάλη περίοδο. Φτάνει στο αποκορύφωμα της γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα, και τελειώνει στην Αγγλία μόλις κατά το 1830 περίπου. Τι σημαίνει όμως «βιομηχανική επανάσταση»; Αυτή η ονομασία, που προέρχεται απ’ τον Ένγκελς, χαρακτηρίζει τα ακόλουθα: Η Αγγλία, περίπου στις αρχές του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα, ήταν ήδη μια καπιταλιστική χώρα. Υπήρχε εκεί ήδη μια τάξη μισθωτών εργατών, μια τάξη προλετάριων, δηλαδή μια τάξη ανθρώπων χωρίς καμιά ιδιοκτησία, χωρίς κανένα μέσο παραγωγής στην κατοχή τους. Για να ζήσουν αυτοί οι άνθρωποι, ήταν υποχρεωμένοι να πουλάνε τον εαυτό τους ή, καθώς λέμε: να πουλάνε την εργατική τους δύναμη σαν εμπόρευμα. Υπήρχε ήδη η τάξη των καπιταλιστών που εκμεταλλευόταν την εργατική τάξη, και υπήρχε η τάξη των γαιοκτημόνων.

Αυτός ο καπιταλισμός στην Αγγλία των μέσων του 18ου αιώνα, ήταν ωστόσο ακόμα ένας καπιταλισμός, που τεχνολογικά βασιζόταν στην παλιά χειρωνακτική παραγωγή, στη χειροτεχνία. Μ’ αυτό δεν εννοούμε την παλιά χειροτεχνική παραγωγή, όπου σε κάθε μικρή επιχείρηση υπήρχε ένας μάστορας, δύο ή τρεις καλφάδες και μερικοί μαθητευόμενοι. Ακριβώς αυτός ο παλιός χειροτεχνικός τρόπος παραγωγής είχε παραχωρήσει τη θέση του στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα αναπτύχθηκε στην Αγγλία η μορφή της καπιταλιστικής παραγωγής που ονομάζεται μανουφακτούρα. Το στάδιο της μανουφακτούρας στην καπιταλιστική ανάπτυξη της παραγωγής, χαρακτηρίζεται απ’ το ότι - ενώ ήδη υπάρχει η εκμεταλλευτική σχέση ανάμεσα στους καπιταλιστές και στους εργάτες - δεν ξεπερνάει το όριο της χειροτεχνικής παραγωγής. Όμως από τεχνική άποψη και σ’ ό,τι αφορά την οργάνωση της εργασίας, διαφέρει από τον παλιό χειροτεχνικό τρόπο παραγωγής, απ’ το ότι τώρα ο καπιταλιστής συγκεντρώνει σ’ ένα μεγάλο κτίριο 100 με 200 χειροτέχνες. Στο παλιό χειροτεχνικό εργαστήριο εργάζονται πέντε, έξι, εφτά άνθρωποι, μέσα σ’ ένα χώρο. Τώρα αναπτύσσεται σε μεγάλη έκταση ένας καταμερισμός της εργασίας μ’ όλες του τις συνέπειες. Υπάρχει ένα καπιταλιστικό εργοστάσιο, χωρίς μηχανές, χωρίς αυτόματους μηχανισμούς, στο οποίο όμως ο καταμερισμός της εργασίας, η διάρθρωση του τρόπου παραγωγής ακόμα και στα διάφορα ανεξάρτητα στάδια, έχει προχωρήσει ήδη πάρα πολύ. Στα μέσα του 18ου αιώνα αυτή η περίοδος της μανουφακτούρας φτάνει στην Αγγλία στην πιο μεγάλη της άνθηση.

Μόλις στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, περίπου απ’ τη δεκαετία του 1760, αρχίζουν ν’ αλλάζουν και οι τεχνολογικές βάσεις της παραγωγής. Τα εργαλεία των χειροτεχνών αντικαθίστανται από τις μηχανές. Η αρχή γίνεται στο σημαντικότερο κλάδο της αγγλικής παραγωγής, στην υφαντουργία. Μια σειρά από εφευρέσεις επαναστατικοποιούν, η μια μετά την άλλη, την τεχνική της χειρωνακτικής κλωστοϋφαντουργίας. Αναφέρω μόνο, ότι περίπου μέχρι τα τέλη του 1780 είχαν εφευρεθεί ήδη υφαντικές και κλωστικές μηχανές. Το 1785 ο Βαττ εφεύρε την τελειοποιημένη ατμομηχανή, που άνοιξε τη δυνατότητα της δημιουργίας εργοστασίων μέσα στις πόλεις, κι όχι μόνο στις όχθες των ποταμών, που παρείχαν την απαραίτητη ενέργεια. Αυτό πάλι, με τη σειρά του δημιούργησε ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη σύμπτυξη και τη συγκέντρωση της παραγωγής. Απ’ το 1785, δηλαδή απ’ τη στιγμή που εφευρέθηκε η ατμομηχανή, αρχίζουν προσπάθειες να χρησιμοποιηθεί ο ατμός σε μια ολόκληρη σειρά βιομηχανικών κλάδων. Αυτό όμως δεν προχώρησε τόσο γρήγορα, όσο λένε μερικές φορές τα βιβλία μας. Γι αυτό ολόκληρη την περίοδο από το 1760 μέχρι το 1830, τη χαρακτήρισα σαν περίοδο αυτής της μεγάλης βιομηχανικής επανάστασης. Έτσι λ.χ. η αυτόματη κλωστική μηχανή, που τη γνωρίζετε από τα εργοστάσια μας, πήρε την οριστική τελειοποιημένη μορφή της μόλις το 1825. Ο αργαλειός πήρε τη σημερινή μορφή του μόλις το 1813, μόλο που οι πρώτοι αργαλειοί είχαν ήδη εφευρεθεί πριν απ’ το 1766, και ένας αρκετά ικανοποιητικός αργαλειός είχε κατασκευαστεί το 1785 από τον Αρκράιτ.

Φανταστείτε τώρα μια χωρά, όπου σ’ αυτά τα 70 χρόνια οι εφευρέσεις διαδέχονται η μια την άλλη, όπου η παραγωγή συγκεντρώνεται ολοένα περισσότερο και συντελείται αδιάκοπα μια διαδικασία μαρασμού, εξαφάνισης και καταστροφής της μικρής χειρονακτικής παραγωγής, μια διαδικασία εξαφάνισης των μικρών κλωστοϋφαντουργικών εργαστηρίων. Στη θέση των χειροτεχνών διαμορφώνεται μια μάζα προλετάριων, που μεγαλώνει σταθερά. Βλέπετε λοιπόν πως στην Αγγλία, γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα και ιδιαίτερα στις αρχές του 19ου - στη θέση της παλιάς εργατικής τάξης που άρχισε ν’ αναπτύσσεται το 16ο και 17ο αιώνα και που στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα δεν περιλάμβανε παρά ένα ασήμαντο κομμάτι του πληθυσμού - αναπτύσσεται μια σημαντική κοινωνική τάξη, που βάζει τη σφραγίδα της σ’ όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Ταυτόχρονα μ’ αυτή τη βιομηχανική επανάσταση, ολοκληρώνεται και μια σοβαρότατη συγκέντρωση μέσα στην ίδια την εργατική τάξη. Γίνεται μια αδιάκοπη μεταβολή όλων των οικονομικών σχέσεων, το ξερίζωμα της παλιάς γενιάς των υφαντών και των κλωστών, που βγαίνουν έξω απ’ τις παραδοσιακές, συνηθισμένες συνθήκες διαβίωσης. Ενώ παλιά ο εργάτης της μανουφακτούρας ήξερε ακόμα ότι ο πατέρας του και ο παππούς του είχαν ζήσει κάτω απ’ τις ίδιες συνθήκες, ότι δε διέφερε διόλου απ’ το χειροτέχνη και το γεωργό, εμφανίστηκαν τώρα στη θέση αυτών των σχέσεων συνθήκες διαβίωσης, κάτω απ’ τις οποίες ο καθένας καταλάβαινε πως χτες τα πράγματα ήταν ακόμα έτσι, αλλά σήμερα όλα είχαν αλλάξει. Χτες υπήρχαν ακόμα παραδοσιακές, στενές, δυνατές σχέσεις ανάμεσα στους επιχειρηματίες και τους εργάτες. Τώρα όλα ήταν αλλιώτικα. Οι επιχειρηματίες ρίχνουν ανελέητα δεκάδες εκατοντάδες εργάτες στο δρόμο. Σαν απάντηση σ’ αυτή τη ριζική αλλαγή των όρων διαβίωσης των εργατών, αναπτύσσεται μια αντίδραση - όχι όμως με την έννοια που την καταλαβαίνουμε συνήθως: οι εργάτες στρέφονται ενάντια σ’ αυτές τις συγκλονιστικές αλλαγές, ενάντια σ’ αυτό το είδος της επανάστασης. Απελπίζονται, προσπαθούν να πετάξουν από πάνω τους αυτές τις καινούργιες συνθήκες ζωής. Είναι λοιπόν αυτονόητο, πως όλο τους το μίσος, όλη τους τη δυσαρέσκεια, τη στρέφουν αρχικά ενάντια στις χειροπιαστές μορφές αυτής της καινούργιας κι αβάσταχτης γι’ αυτούς επανάστασης, δηλαδή ενάντια στις μηχανές, στις οποίες νομίζουν πώς προσωποποιούνται όλα τα κακά. Έτσι, στις αρχές του 19ου αιώνα, αρχίζει μια σειρά από εξεγέρσεις των εργατών ενάντια στις μηχανές και ενάντια στις καινούργιες τεχνικές συνθήκες της παραγωγής. Οι εξεγέρσεις αυτές παίρνουν τη μεγαλύτερη έκταση τους στην Αγγλία το 1815. Είπα παραπάνω πως ο αργαλειός πήρε την πιο τελειοποιημένη μορφή του το 1813. Τη χρονιά αυτή το κίνημα αγκαλιάζει όλα τα βιομηχανικά κέντρα, και από καθαρά αυθόρμητο μετατρέπεται σε οργανωμένο, δημιουργεί τα δικά του συνθήματα κι αποκτά τους δικούς του ηγέτες. Το κίνημα αυτό, που στρεφόταν ενάντια στις μηχανές, είναι γνωστό σαν «κίνημα των λουδιστών».

Άλλοι λένε πως η λέξη προέρχεται απ’ το όνομα ενός εργάτη, άλλοι πάλι πως προέρχεται απ’ το όνομα του μυθικού στρατηγού Λουντ, που μ’ αυτό οι εργάτες υπέγραφαν τις προκηρύξεις τους.

Ενάντια σ’ αυτό το κίνημα των λουδιστών, οι κυρίαρχες τάξεις, η τότε άρχουσα ολιγαρχία, παίρνουν τα πιο ωμά καταπιεστικά μέτρα. Κάθε καταστροφή και κάθε απόπειρα καταστροφής των μηχανών τιμωρείται με θάνατο, και πολλοί εργάτες σέρνονται στην κρεμάλα.

Χρειαζόταν ένα πιο αναπτυγμένο στάδιο του εργατικού κινήματος, απαιτούνταν η προπαγάνδα των επαναστατών, για να εξηγήσει στους εργάτες πως δε φταίνε οι μηχανές αλλά οι όροι κάτω απ’ τους οποίους χρησιμοποιούνται. Αυτό το επαναστατικό κίνημα, που έταξε σκοπό του να κάνει τους εργάτες μια συνειδητή μάζα, ικανή να παλέψει ενάντια σε ορισμένες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, αρχίζει να παίρνει τεράστιες διαστάσεις στην Αγγλία από το 1815. Δε θα μιλήσω περισσότερο γι’ αυτό το κίνημα. Ωστόσο θα ’θελα να σας πω, σύντροφοι, ότι κι αυτό το επαναστατικό κίνημα πού άρχισε το 1815-1817, είχε τους πρόδρομους του λίγο νωρίτερα, δηλαδή στα τέλη του 18ου αιώνα.

Για να νιώσουμε τη σημασία αυτών των προδρόμων πρέπει τώρα να στραφούμε στη Γαλλία, γιατί αν δε γνωρίζουμε το ρόλο που έπαιξε η γαλλική επανάσταση, θα ’ναι δύσκολο να καταλάβουμε τα πρώτα βήματα του αγγλικού εργατικού κινήματος.

Η γαλλική επανάσταση ξέσπασε, καθώς ξέρετε, το 1789. Φτάνει στο αποκορύφωμα της το 1793. Απ’ το 1794 αρχίζει η παρακμή της, πού οδηγεί μέσα σε λίγα χρόνια στην εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας του Ναπολέοντα. Το 1799 ο Ναπολέοντας πραγματοποιεί το πραξικόπημα του, γίνεται για 5 χρόνια ύπατος, μετά αυτοανακηρύσσεται αυτοκράτορας, και κυβερνάει τη Γαλλία μέχρι το 1815.

Η Γαλλία, μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα, ήταν μια χώρα που στην κορυφή της βρισκόταν ένας απόλυτος άρχοντας. Στην πραγματικότητα η εξουσία άνηκε στους ευγενείς - που είχαν πουλήσει με κάποιο αντάλλαγμα ένα μέρος της επιρροής τους στη νεοδημιουργημένη χρηματιστική και εμπορική αστική τάξη - και στον κλήρο. Ένα ισχυρότατο κίνημα που αρχίζει στη Γαλλία μέσα στις λαϊκές μάζες - τους μικροπαραγωγούς, τους γεωργούς, τους μικρομεσαίους εργοστασιάρχες που δεν είχαν κανένα προνόμιο - εξελίσσεται σε επαναστατικό κίνημα. Στους αγώνες που ακολούθησαν ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες, την τάξη των φτωχών των πόλεων και τις προνομιούχες τάξεις, η εξουσία πέφτει στις 10 Αυγούστου του 1792 στα χέρια της επαναστατικής μικροαστικής τάξης και της εργατιάς του Παρισιού. Η εξωτερική έκφραση αυτής της κυριαρχίας είναι η κυριαρχία των γιακωβίνων, πού καθοδηγούνται από τον Ροβεσπιέρο και τον Μαρά. Θα προσθέσω κι ένα τρίτο όνομα, που σας είναι γνωστό, το όνομα του Νταντόν. Για δυο χρόνια η Γαλλία βρίσκεται στα χέρια του ξεσηκωμένου λαού, που η πρωτοπορία του είναι το επαναστατικό Παρίσι.

Οι γιακωβίνοι ήταν εκπρόσωποι της αστικής τάξης, εκπρόσωποι όμως που κράτησαν τις διεκδικήσεις της αστικής τάξης μέσα σε λογικά όρια. Δεν ήταν κομμουνιστές ούτε σοσιαλιστές. Ούτε ο Ροβεσπιέρος ούτε ο Μαρά ήταν κομμουνιστές και σοσιαλιστές. Απεναντίας, τόσο ο Ροβεσπιέρος όσο κι ο Μαρά κι ο Νταντόν, δεν ήταν παρά μικροαστοί δημοκράτες, που είχαν αναλάβει ένα ρόλο, ένα ιστορικό καθήκον που έπρεπε να εκπληρώσει ολόκληρη η αστική τάξη: να καθαρίσουν τη Γαλλία απ’ όλα τα κατάλοιπα του φεουδαρχικού καθεστώτος, να δημιουργήσουν πολιτικές συνθήκες τέτοιες, που να μπορεί ν’ αναπτυχθεί ελεύθερα η δραστηριότητα των ιδιωτών ιδιοκτητών, τέτοιες που τίποτα να μην εμποδίζει τον κάθε μικροϊδιοκτήτη να έχει κάποια μέτρια κέρδη από ένα τίμιο εισόδημα ή από την έντιμη εκμετάλλευση άλλων ανθρώπων. Στον αγώνα όμως ενάντια στη φεουδαρχία, ενάντια στην αριστοκρατία, στον αγώνα βασικά ενάντια σ’ ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη που είχε συνασπιστεί κατά της Γαλλίας, οι γιακωβίνοι Ροβεσπιέρος και Μαρά έπαιξαν το ρόλο επαναστατών ηγετών. Σ’ αυτό τον αγώνα ενάντια σ’ ολόκληρη την Ευρώπη αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν τη μέθοδο της επαναστατικής προπαγάνδας. Για ν’ αντιπαρατάξουν τη δύναμη των λαϊκών μαζών στη δύναμη της φεουδαρχίας και των βασιλιάδων, ρίξανε το σύνθημα: «Πόλεμος στα παλάτια, ειρήνη στα καλύβια!» Στα λάβαρα τους είχαν γράψει το σύνθημα «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη».

Οι πρώτες επιτυχίες της γαλλικής επανάστασης επέδρασαν άμεσα και στη Ρηνανία, όπου οργανώθηκαν σύλλογοι γιακωβίνων. Πολλοί γερμανοί είχαν καταταχτεί σαν εθελοντές στο γαλλικό στρατό. Μερικοί απ’ αυτούς, στο Παρίσι, συμμετείχαν σε διάφορες επαναστατικές οργανώσεις. Στη Ρηνανία και στο Πφαλτς διατηρήθηκε για πολύ καιρό μια ισχυρή επιρροή της γαλλικής επανάστασης - οι ηρωικές της παραδόσεις επιδρούσαν πάνω στη νέα γενιά μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Ακόμα κι ο σφετεριστής Ναπολέοντας, ένας κατακτητής, στον αγώνα του κατά της γηραιάς μοναρχικής και φεουδαρχικής Ευρώπης, αναγκάστηκε να στηριχτεί στα βασικά επιτεύγματα της γαλλικής επανάστασης, απλά και μόνο επειδή σαν κατακτητής εμφανιζόταν ταυτόχρονα και σαν εχθρός του φεουδαρχικού καθεστώτος. Είχε αρχίσει τη στρατιωτική του σταδιοδρομία στον επαναστατικό στρατό. (Ο δικός μας Κόκκινος Στρατός εξάλλου, αφομοίωσε θαυμάσια την πείρα απ’ τους μεγάλους επαναστατικούς αγώνες.) Μια τεράστια μάζα γάλλων στρατιωτών, που στην αρχή ήταν ξυπόλυτοι, κουρελήδες, οπλισμένοι μερικές φορές μόνο με ραβδιά, πολέμησε με τα πανίσχυρα πρωσικά στρατεύματα, και τα νίκησε με τον ενθουσιασμό και την αριθμητική υπεροχή της, τα νίκησε επειδή έσπαζε το ηθικό και διέλυσε τον εχθρικό στρατό, στέλνοντας του προκηρύξεις προτού του στείλει βόλια. Αυτή την επαναστατική προπαγάνδα τη χρησιμοποίησε στους πολέμους του ακόμα κι ο Ναπολέοντας. Ήξερε καλά ότι τα κανόνια είναι πολύ ισχυρό όπλο, μέχρι την τελευταία μέρα όμως, δεν περιφρόνησε ποτέ το όπλο της επαναστατικής προπαγάνδας — αυτό το όπλο που αποσυνθέτει τόσο τέλεια τα αντίπαλα στρατεύματα.

Η επίδραση της γαλλικής επανάστασης απλώθηκε και προς την Ανατολή, έφτασε μάλιστα μέχρι τη γηραιά Πετρούπολη. Στα παλιά μας βιβλία μπορείτε να διαβάσετε πως, όταν έφτασε γ είδηση για την κατάληψη της Βαστίλης, οι άνθρωποι αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν ακόμα και στην Πετρούπολη.

Στη Ρωσία υπήρχε ήδη μια μικρή ομάδα - το πιο σημαντικό πρόσωπο σ’ αυτήν ήταν ο Ραντίστσεφ - που καταλάβαινε πολύ καλά τη σημασία των γεγονότων της γαλλικής επανάστασης. Η επίδραση της γαλλικής επανάστασης εκδηλώνεται σε μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση σ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης. Ακόμα και στην Αγγλία, που βρισκόταν επικεφαλής όλων σχεδόν των εναντίον της Γαλλίας συνασπισμένων κρατών, απλώθηκε όχι μόνο στα μικροαστικά στοιχεία, αλλά και στον πολυάριθμο εργατικό πληθυσμό που είχε δημιουργηθεί από τη βιομηχανική επανάσταση. Ακριβώς το 1791 και το 1792 δημιουργείται στην Αγγλία η πρώτη επαναστατική εργατική οργάνωση. Η εργατική αυτή οργάνωση έχει το όνομα «Σύλλογος Αλληλογραφίας»· είναι ένας σύλλογος που πήρε αυτό το όνομα για να ξεγλιστρήσει απ’ τους αγγλικούς νόμους. Γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα η Αγγλία ήταν μια συνταγματική χώρα. Είχε περάσει ήδη από δυο επαναστάσεις - η μια στα μέσα και η άλλη στα τέλη περίπου του 18ου αιώνα. Θεωρούνταν πολύ ελεύθερη χώρα, στην οποία επιτρέπονταν οι σύλλογοι και οι εταιρίες, χωρίς όμως κανένας απ’ αυτούς τους συλλόγους και τις εταιρίες να επιτρέπεται να έρθει σε οργανωτική επαφή με άλλες εταιρίες. Για να παρακάμψουν λοιπόν αυτή την απαγόρευση, οι εργατικές ενώσεις σκέφτηκαν να δημιουργούν, όπου μπορούσαν, τους «Συλλόγους Αλληλογραφίας». Αυτοί ήταν σύλλογοι που αλληλογραφούσαν μεταξύ τους και βρίσκονταν σε συνεχή επικοινωνία. Ο σύλλογος του Λονδίνου διευθύνονταν από τον παπουτσή Τόμας Χάρντυ, ένα σκοτσέζο με γαλλική καταγωγή. Το επώνυμο του σημαίνει «ο γενναίος». Ο Χάρντυ έπεισε πολλούς εργάτες να γραφτούν στο σύλλογο. Η εισφορά των μελών ήταν πολύ μικρή. Η ένωση διοργάνωνε συναντήσεις και συγκεντρώσεις. Η μεγάλη πλειοψηφία των μελών της ήταν χειροτέχνες - παπουτσήδες και ραφτάδες. Ο λόγος είναι ότι η βιομηχανική επανάσταση, όπως είπα, είχε αρχίσει να ασκεί τη διαλυτική της επίδραση στην παλιά παραγωγή της μανουφακτούρας και στην παλιά χειροτεχνία. Θα αναφέρω ένα ακόμα όνομα που συνδέεται με τη μεταγενέστερη ιστορία του εργατικού κινήματος στην Αγγλία, τον Φράνσις Πλες. Είναι ένας ράφτης, που τ’ όνομα του θα το συναντήσουμε στην ιστορία του αγγλικού τρεϊντ-γιουνιονισμού. Θα μπορούσα ν’ αναφέρω τα ονόματα μιας σειράς εργατών. Οι περισσότεροι τους είναι χειροτέχνες. Θ’ αναφέρω ακόμα τον παπουτσή Χόλκαφτ, προικισμένο ποιητή, δημοσιογράφο και ρήτορα, που έπαιξε μεγάλο ρόλο στα τέλη του 18ου αιώνα.

Αυτός ο «Σύλλογος Αλληλογραφίας» λοιπόν, το 1792, δυο τρεις βδομάδες μετά την ανακήρυξη της δημοκρατίας στη Γαλλία (10 Αυγούστου 1792), έστειλε κρυφά με το γάλλο πρεσβευτή στο Λονδίνο, ένα μήνυμα συμπάθειας και συμπαράστασης στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση. Αυτό το χαιρετιστήριο μήνυμα, μια απ’ τις πρώτες εκδηλώσεις της διεθνούς αλληλεγγύης και συμπάθειας, έκανε βαθιά εντύπωση στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση γιατί ήταν χαιρετιστήριο μήνυμα του αγγλικού λαού, ενώ οι κυρίαρχες τάξεις της Αγγλίας συμπεριφέρονταν τότε πολύ εχθρικά απέναντι στη Γαλλία. Η Εθνοσυνέλευση απάντησε στο χαιρετισμό με μια ιδιαίτερη απόφαση. Οι σχέσεις των αγγλικών εργατικών συλλόγων, με τους γάλλους γιακωβίνους έδωσαν στην αγγλική ολιγαρχία την αφορμή ν’ αρχίσει τη δίωξη αυτού του συλλόγου. Εναντίον του Χάρντυ και άλλων απαγγέλθηκαν διάφορες κατηγορίες. Αν διαβάσετε τις αγορεύσεις των εισαγγελέων στις δίκες πού ακολούθησαν, θα δείτε με ποιο τρόπο οι αγγλικές καπιταλιστικές ομάδες επωφελήθηκαν από την επανάσταση για ν’ αποσπάσουν από την επαναστατική Γαλλία αποικίες στην Ασία και στην Αμερική.

Ο κίνδυνος που απειλούσε την κυριαρχία της, ανάγκασε την αγγλική ολιγαρχία να πάρει μια σειρά από μέτρα κατά του ανερχόμενου εργατικού κινήματος. Γύρω στο 1800 απαγορεύονται και οι ενώσεις και οι σύλλογοι που μέχρι τότε είχαν το δικαίωμα να ιδρύουν τα εύπορα αστικά στοιχεία, και που συνεπώς δε μπορούσαν ν’ απαγορευτούν στους χειροτέχνες. Ειδικά όμως απαγορεύονται όλοι οι σύλλογοι που αλληλογραφούν μεταξύ τους και βρίσκονται σε μια επικοινωνία. Το 1799 ένας νόμος απαγορεύει ειδικά κάθε νόμιμη ένωση εργατών στην Αγγλία. Από το 1799 μέχρι το 1824, αφαιρείται από την αγγλική εργατική τάξη κάθε δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι.

Ας ξαναγυρίσουμε τώρα πίσω στο 1815. Το κίνημα των «λουδιστών», που είχε σαν αποκλειστικό σκοπό την καταστροφή των μηχανών, παραχώρησε τη θέση του σε μία πιο συνειδητή πάλη. Οι καινούργιες οργανώσεις ανέλαβαν το καθήκον ν’ αλλάξουν τις πολιτικές συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης. Απαιτήσανε κατά πρώτο λόγο το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, και την ελευθερία του τύπου. Το 1817 αρχίζει με ένα σκληρό αγώνα, που προκάλεσε το 1819 στο μεγάλο κέντρο της αγγλικής βαμβακοβιομηχανίας, στο Μάντσεστερ, μια περίφημη μάχη. Η μάχη έγινε στο Πήτερσφηλντ, οι άγγλοι εργάτες όμως ονόμασαν αυτή τη σφαγή μάχη του «Πήτερλω».

Σύντροφοι, σίγουρα έχετε ακούσει το όνομα «Βατερλώ»: έτσι ονομαζόταν ο τόπος όπου οι σύμμαχοι νίκησαν το 1815 τον Ναπολέοντα. Εναντίον των εργατών στάλθηκαν τεράστιες δυνάμεις ιππικού. Η μάχη τέλειωσε με τη δολοφονία πολλών ανθρώπων. Όπως ο δικός μας ο Νικόλαος συγχάρηκε κάποτε τους γενναίους δραγόνους, που είχαν πυροβολήσει μέσα στην ανυπεράσπιστη μάζα των εργατών του Γιάροσλαβ, όμοια κι ο άγγλος βασιλιάς συγχάρηκε τους θαρραλέους ιππείς, που νίκησαν τους άοπλους εργάτες. Πέρα απ’ αυτό, πάρθηκαν βάρβαρα μέτρα ενάντια στην εργατική τάξη, γνωστά με τ’ όνομα «έξι διατάγματα». Ωστόσο το αποτέλεσμα αυτών των διώξεων ήταν να δυναμώσει ο επαναστατικός αγώνας, και το 1824 οι άγγλοι εργάτες κατέκτησαν τον περίφημο νόμο του συνεταιρισμού, που ήταν μια παραδοχή του επαναστατικού κινήματος. Σ’ αυτό συνετέλεσε ο Πλες, που ανέφερα παραπάνω, και που την εποχή εκείνη είχε πάψει να ’ναι επαναστάτης σύντροφός κι είχε γίνει αυτόνομος επιχειρηματίας, χωρίς όμως να διακόψει τις σχέσεις του με τους ριζοσπάστες στη Βουλή των Κοινοτήτων.

Αυτό το κίνημα που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στους εργάτες, με στόχο του την ίδρυση εργατικών οργανώσεων και εργατικών ενώσεων, για ν’ αμυνθεί ενάντια στην καταπίεση των επιχειρηματιών, για να πετύχει καλύτερους όρους εργασίας και μεγαλύτερο μισθό, απέκτησε τώρα μια νομική βάση. Απ’ την εποχή αυτή αρχίζει ν’ αναπτύσσεται το αγγλικό τρεϊντ-γιουνιονιστικό κίνημα. Μέσα σ’ αυτό οργανώνονται τώρα και πολιτικοί σύλλογοι, που τάζουν σκοπό τους την απόκτηση του γενικού εκλογικού δικαιώματος. Όλα αυτά διαδραματίζονται μέσα στη δεκαετία του 1820.

Στο μεταξύ στη Γαλλία, όπως είπα, ο Ναπολέοντας συντρίφτηκε οριστικά το 1815 για να παλινορθωθεί κατόπι η παλιά μοναρχία των Βουρβόνων με τον Λουδοβίκο ΙΗ’. Αρχίζει τότε η εποχή της παλινόρθωσης, που διαρκεί κάπου 15 χρόνια. Αφού ξαναπήρε το θρόνο με τη βοήθεια της ξένης επέμβασης, με τη βοήθεια του τσάρου Αλέξανδρου Α’, ο Λουδοβίκος κάνει μια σειρά από παραχωρήσεις στους γαιοκτήμονες που πλήγηκαν κατά την επανάσταση. Δε μπορούσε βέβαια να τους επιστρέψει τη γη τους - αυτή έμεινε στους γεωργούς - τους παρηγόρησε όμως με αποζημιώσεις ύψους πολλών δισεκατομμυρίων φράγκων. Ο Λουδοβίκος πάσχισε μ’ όλες τις δυνάμεις του να αναχαιτίσει την παραπέρα εξέλιξη των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών. Προσπάθησε ν’ αναστείλει όσο το δυνατό περισσότερες απ’ τις παραχωρήσεις που είχε αναγκαστεί να κάνει. Ο αγώνας ανάμεσα στους φιλελεύθερους και τους συντηρητικούς, που φθείρει τη δυναστεία των Βουρβόνων, συνεχίζεται μέχρι τον Ιούλη του 1830, οπότε ξεσπάει μια νέα επανάσταση.

Η Αγγλία, που στα τέλη του 18ου αιώνα είχε απαντήσει στη γαλλική επανάσταση με το δυνάμωμα του εργατικού κινήματος, γνωρίζει τώρα, κάτω απ’ την επίδραση της Ιουλιανής επανάστασης, ένα νέο επαναστατικό αναβρασμό. Αρχίζει μια μεγάλη κίνηση για την επέκταση του εκλογικού δικαιώματος. Σύμφωνα με τους αγγλικούς νόμους, δικαίωμα ψήφου είχε μόνο ένα ελάχιστο τμήμα του πληθυσμού, κυρίως οι μεγαλογαιοκτήμονες. Αυτοί συνέβαινε πολλές φορές να κατέχουν αγροκτήματα με δυο-τρεις ψηφοφόρους (οι λεγόμενοι σάπιοι οικισμοί), και στέλναν στη Βουλή των Κοινοτήτων όποιο βουλευτή τους έκανε κέφι. Τα κυβερνώντα κόμματα, οι Τόρυς και οι Ουίγοι, εκπροσωπούν ουσιαστικά τις διάφορες φράξιες της αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων. Απ’ αυτά τα αλληλομισούμενα κόμματα, το φιλελεύθερο, οι Ουίγοι, παίρνει την πρωτοβουλία. Θεωρεί απαραίτητο να κάνει μια παραχώρηση στο λαό και να πραγματοποιήσει μια εκλογική μεταρρύθμιση. Το αποτέλεσμα ήταν ν’ αποκτήσει τώρα δικαίωμα ψήφου ο πιο εύπορος πληθυσμός, δηλαδή η βιομηχανική αστική τάξη. Οι εξαπατημένοι ήταν πάλι οι εργάτες. Σαν αντίδραση σ’ αυτή την προδοσία της φιλελεύθερης αστικής τάξης - στην οποία είχε συμμετάσχει κι ο Πλες, το πρώην μέλος του συλλόγου αλληλογραφίας - μετά από λίγα χρόνια και μετά από διάφορες αποτυχημένες προσπάθειες, οργανώνεται το 1836 η Ένωση των Εργατών του Λονδίνου. Αυτή, αντίθετα απ’ τον παλιό σύλλογο αλληλογραφίας, φέρει ήδη το κλασικό όνομα του εργατικού συλλόγου. Επικεφαλής αυτού του συλλόγου ήταν κάμποσοι ικανοί εργάτες. Οι πιο αξιόλογοι ήταν ο Ουίλιαμ Λόβετ και ο Χένρυ Χέζρινγκτον. Το 1837 ο Λόβετ και οι σύντροφοι του διατύπωσαν για πρώτη φορά τις θεμελιώδεις πολιτικές διεκδικήσεις της εργατικής τάξης. Βάζουν ήδη καθήκον τους να οργανώσουν τους εργάτες σ’ ένα ξέχωρο πολιτικό κόμμα, με ιδιαίτερο πολιτικό πρόγραμμα. Ωστόσο σκοπός τους δεν ήταν να σχηματίσουν ένα κόμμα της εργατικής τάξης, που θα αντιπαρέθετε το ιδιαίτερο πρόγραμμα του απέναντι σ’ όλα τα άλλα αστικά κόμματα, αλλά ένα εργατικό κόμμα, που διεκδικεί την ίδια εξουσία με όλα τ’ άλλα κόμματα. Θέλει επίσης να συμμετέχει στην πολιτική ζωή. Θέλει μέσα σ’ αυτό το αστικό πολιτικό περιβάλλον ν’ αποτελεί το κόμμα της εργατικής τάξης. Δε βάζει κανέναν απολύτως ιδιαίτερο στόχο και δε φτιάχνει απολύτως κανένα ιδιαίτερο οικονομικό πρόγραμμα απέναντι σ’ ολόκληρη την αστική κοινωνία. Τούτο μπορείτε να το καταλάβετε, αν θυμηθείτε πως στην Αυστραλία και στη Νέα Ζηλανδία υπάρχουν τέτοια εργατικά κόμματα, που δεν έχουν τάξει σκοπό τους τη ριζική αλλαγή των κοινωνικών όρων καθαυτών. Μερικές φορές συμμαχούν στενά με τα αστικά κόμματα, για να εξασφαλίσουν στους εργάτες ένα ορισμένο μερίδιο επιρροής στον κυβερνητικό μηχανισμό.

Το έγγραφο, στο οποίο ο Λόβετ και οι σύντροφοι του διατύπωσαν τις διεκδικήσεις των εργατών, πήρε τ’ όνομα «Χάρτα», και το κίνημα ονομάστηκε «χαρτιστικό». Χαρτιστές αποκαλούνταν οι εργάτες που είχαν φτιάξει αυτή τη χάρτα. Πρόβαλαν έξι διεκδικήσεις: καθολικό δικαίωμα ψήφου, κοινοβούλιο που να εκλέγεται κάθε χρόνο, μυστική ψηφοφορία, αμοιβή των βουλευτών, διαίρεση της χώρας σε ίσες εκλογικές περιφέρειες και δικαίωμα του εκλέγεσθαι για όλους, ανεξάρτητα απ’ τα περιουσιακά τους στοιχεία. Έτσι ξεκίνησε το χαρτιστικό κίνημα.

Όπως βλέπετε, το κίνημα αυτό άρχισε το 1837, όταν ο Μαρξ ήταν 19 χρονών και ο Ένγκελς 17. Αποτελεί το πιο ψηλό σημείο που έφτασε το εργατικό κίνημα, μέχρι τη στιγμή που ο Μαρξ κι ο Ένγκελς άρχισαν να παρατηρούν συνειδητά το περιβάλλον τους.

Στη Γαλλία, όπου η επανάσταση του Ιούλη του 1830 προκάλεσε την πτώση των Βουρβόνων, δεν εγκαθιδρύθηκε η δημοκρατία που επιδίωκαν οι επαναστατικές οργανώσεις της δεκαετίας του 1820, αλλά μια συνταγματική μοναρχία με επικεφαλής τώρα μια νέα δυναστεία, τη λεγόμενη δυναστεία της Ορλεάνης, που κατά τη διάρκεια της μεγάλης γαλλικής επανάστασης κι αργότερα, την εποχή της παλινόρθωσης, αντιπολιτευόταν τους συγγενείς της τους Βουρβόνους.

Αυτή η ιουλιανή μοναρχία αφήνει ελεύθερη τη βιομηχανική, εμπορική και χρηματιστική αστική τάξη, να επιταχύνει τη διαδικασία του πλουτισμού της, και κατευθύνει τα χτυπήματα της ενάντια στην εργατική τάξη, στην οποία ήδη εκδηλώνεται, αδύναμα όμως ακόμα, η ανάγκη για μια οργάνωση.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1830 οι επαναστατικοί σύλλογοι αποτελούνται κυρίως από φοιτητές και διανοούμενους, οι εργάτες είναι ελάχιστοι ανάμεσα τους. Ωστόσο, σαν απάντηση για την αλλαγή μέσα στην αστική τάξη, ξεσπά το 1831 στη Λυών, το κέντρο της βιομηχανίας μεταξωτών, μια εργατική εξέγερση. Για μερικές μέρες οι εργάτες παίρνουν την πόλη στα χέρια τους. Δεν προβάλλουν καμιά απολύτως πολιτική αξίωση. Στις σημαίες τους γράφουν το σύνθημα «Να ζήσουμε δουλεύοντας ή να πεθάνουμε παλεύοντας!» Τελικά νικήθηκαν και γνώρισαν όλα τα συνηθισμένα επακόλουθα μιας τέτοιας ήττας.

Αυτή η εξέγερση επαναλήφθηκε γι’ άλλη μια φορά το 1834, στην ίδια πόλη. Ο ρόλος της ήταν τεράστιος, πολύ μεγαλύτερος απ’ το ρόλο της Ιουλιανής επανάστασης. Η Ιουλιανή επανάσταση επέδρασε κυρίως στα μικροαστικά, τα λεγόμενα δημοκρατικά στοιχεία. Η εξέγερση στη Λυών και η επανάληψη της, φανέρωσε για πρώτη φορά την επαναστατική σημασία των εργατικών στοιχείων που - έστω και αρχικά σε μια μόνο πόλη - σηκώνουν το λάβαρο της εξέγερσης ενάντια σ’ ολόκληρη την αστική τάξη και θίγουν σοβαρά το πρόβλημα των εργατών. Οι αξιώσεις που πρόβαλε το προλεταριάτο της Λυών, δε στρέφονταν ακόμα ενάντια στα θεμέλια της αστικής τάξης πραγμάτων καθαυτής, αλλά ενάντια στους καπιταλιστές και στην εκμετάλλευση.

Έτσι, στα μέσα της δεκαετίας του 1830, τόσο στη Γαλλία όσο και στην Αγγλία, εμφανίζεται στο προσκήνιο η νέα επαναστατική τάξη - το προλεταριάτο. Στην Αγγλία βλέπετε την προσπάθεια που καταβάλλει αυτό το προλεταριάτο για να οργανωθεί. Και στη Γαλλία βλέπετε, μετά την εξέγερση στη Λυών, τις πρώτες απόπειρες της επαναστατικής του οργάνωσης. Ο λαμπρότερος εκπρόσωπος αυτού του κινήματος είναι ο Ωγκύστ Μπλανκί, ένας απ’ τους πιο μεγάλους γάλλους επαναστάτες. Πήρε μέρος στην επανάσταση του Ιούλη. Κι ακριβώς κάτω απ’ την επίδραση των εξεγέρσεων της Λυών, που έδειξαν πως το πιο επαναστατικό στοιχείο στη Γαλλία είναι οι εργάτες, ο Μπλανκί αρχίζει μαζί με τους συντρόφους του να οργανώνει επαναστατικές ενώσεις ανάμεσα στους εργάτες του Παρισιού. Σ’ αυτές τις επαναστατικές ενώσεις συμμετέχουν, όπως κάποτε στην εποχή της μεγάλης γαλλικής επανάστασης στο Παρίσι, και στοιχεία ξένων εθνοτήτων - γερμανοί, βέλγοι κι ελβετοί. Ο Μπλανκί και οι σύντροφοι του, που βάζουν σκοπό τους να καταλάβουν επαναστατικά την πολιτική εξουσία και να πετύχουν μια σειρά από μετρά προς όφελος της εργατικής τάξης, επιχειρούν το Μάη του 1839 μια τολμηρή απόπειρα, μια εξέγερση που καταλήγει σε αποτυχία. Αυτή η εξέγερση του Μάη στο Παρίσι που, το επαναλαμβάνω, κατέληξε σε ήττα, και για τον Μπλανκί σε ισόβια κάθειρξη αντί για θάνατο, προκάλεσε και τη φυλάκιση μιας σειράς γερμανών που είχαν πάρει μέρος σ’ αυτήν. Θα αναφέρω έναν απ’ αυτούς τους γερμανούς, που τ’ όνομα του θα το συναντήσουμε και παρακάτω - είναι ο Σάπερ, που μαζί με τους συντρόφους του εξαναγκάστηκε μετά από λίγους μήνες να εγκαταλείψει τη Γαλλία. Φεύγουν για το Λονδίνο κι οργανώνουν εκεί το Φλεβάρη του 1840 την Εργατική Μορφωτική Ένωση.

Θυμηθείτε τώρα, ότι την εποχή αυτή ο Μαρξ είναι κιόλας 22 χρονών και ο Ένγκελς 20. Φτάνουμε στο αποκορύφωμα του προλεταριακού επαναστατικού εργατικού κινήματος, την εποχή που ο Μαρξ κι ο Ένγκελς γίνονται συνειδητοί άνθρωποι. Τώρα λοιπόν θα πρέπει, πριν απ’ όλα, να δούμε διεξοδικότερα ολόκληρη την ιστορική κατάσταση γενικά, και την κατάσταση στη Γερμανία ειδικά, όπως είχε διαμορφωθεί στη Ρηνανία, όπου έζησαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς τα νεανικά τους χρόνια. Μετά θα σκιαγραφήσω και την εξέλιξη του γερμανικού κινήματος.

(Δεύτερο Μάθημα)

Το επαναστατικό κίνημα στη Γερμανία του 1830 - Η Ρηνανία -Τα νεανικά χρόνια του Μαρξ και του Ένγκελς - Οι φιλολογικές εργασίες του Ένγκελς - O Μαρξ συντάκτης της Εφημερίδας του Ρήνου

Οι πόλεμοι με τον Ναπολέοντα είχαν τελείωση. Στους πολέμους αυτούς, όπως ξέρετε, εκτός απ’ την Αγγλία, που ήταν η ψυχή του συνασπισμού, είχε πάρει μέρος και η θεοφοβούμενη πατρίδα μας, μαζί με τους γερμανούς και τους αυστριακούς. Η πατρίδα μας συμμετείχε τόσο ενεργά, που ο ευλογημένος Αλέξανδρος έπαιξε τον πρώτο ρόλο στο συνέδριο της Βιέννης (αυτό, μετά από κείνο το μεγάλο πόλεμο, αποφάσισε για την τύχη της Ευρώπης, και ονομάστηκε έτσι επειδή έγινε στη Βιέννη, την πρωτεύουσα της Αυστρίας). Η ειρήνη της Βιέννης δεν ταχτοποιησε καλύτερα τα πράγματα της Ευρώπης απ’ ό,τι η ειρήνη των Βερσαλλιών που τερμάτισε τον τελευταίο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αλυσόδεσε τη Γαλλία και της αφαίρεσε όλες τις εδαφικές κατακτήσεις της επαναστατικής περιόδου. Οι γαλλικές αποικίες δόθηκαν στην Αγγλία, ενώ η Γερμανία, που περίμενε την ένωση της μετά απ’ αυτό τον απελευθερωτικό πόλεμο, διχοτομήθηκε οριστικά στη Βόρεια Γερμανία και την Αυστρία.

Λίγο μετά το 1815 στη Γερμανία, ανάμεσα στους διανοούμενους και τους φοιτητές, αρχίζει μια κίνηση που κύριος στόχος της είναι η αποκατάσταση της ενότητας της Γερμανίας - αρχικά, όχι ακόμα η δημοκρατία, αλλά μόνο μια ενιαία Γερμανία. Ο κυριότερος εχθρός ήταν τότε η Ρωσία, που λίγο πριν, αμέσως μετά το συνέδριο της Βιέννης, είχε συνάψει με τη Γερμανία και την Αυστρία την «Ιερή Συμμαχία» που στρεφόταν ενάντια σ’ όλα τα επαναστατικά κινήματα. Ιδρυτές της θεωρούνταν ο Αλέξανδρος ο Α΄ και ο αυτοκράτορας της Αυστρίας, στην πραγματικότητα όμως ψυχή ολόκληρης αυτής της πολιτικής ήταν ο Μέτερνιχ, ο ρυθμιστής της αυστριακής πολιτικής. Ωστόσο κύριος εκπρόσωπος της αντίδρασης θεωρούνταν η Ρωσία, κι όταν άρχισε ν’ αναπτύσσεται ανάμεσα στη διανόηση και τους φοιτητές το φιλελεύθερο κίνημα, που σκοπό του είχε να διαδώσει την κουλτούρα και τη διαφώτιση μέσα στο γερμανικό λαό για να προετοιμάσει την ενοποίηση, το μίσος στράφηκε κυρίως προς τη Ρωσία, γιατί την είδαν σαν εκπρόσωπο του συντηρητισμού και της αντίδρασης. Aπ’ αυτό το κίνημα αναπτύχθηκαν διάφοροι κύκλοι στα πανεπιστήμια της Ιένας, του Γκίσενερ κ.ά. Το 1819 ένας φοιτητής, ο Καρλ Σαντ, δολοφόνησε το γερμανό συγγραφέα Κοτσέμπουε που θεωρούνταν, όχι άδικα, κατάσκοπος των ρώσων. Αυτή η τρομοκρατική ενέργεια έκανε μεγάλη αίσθηση στη Ρωσία, όπου ο Κάρλ Σάντ έγινε το ίνδαλμα πολλών απ’ τους κατοπινούς μας δεκεμβριστές, κι έδωσε στον Μέτερνιχ και στις γερμανικές αρχές την αφορμή να πέσουν πάνω στους γερμανούς διανοούμενους. Παρόλα αυτά οι φοιτητικοι σύλλογοι δε διαλύθηκαν, αλλά έγιναν ακόμα πιο επαναστατικοί, και μέσα απ’ αυτούς αναπτύχθηκαν σιγά σιγά στα μέσα της δεκαετίας του 1820 επαναστατικές οργανώσεις.

Σύντροφοι, πριν από λίγο ανέφερα το δικό μας κίνημα των δεκεμβριστών, που στις 14 Δεκέμβρη του 1825 έκανε μια απόπειρα ένοπλης εξέγερσης, που κατέληξε σε ήττα. Πρέπει να προσθέσω πως αυτό το κίνημα δεν είναι ένα απομονωμένο, καθαρά ρώσικο κίνημα. Αυτό το κίνημα αναπτύχθηκε κάτω απ’ την επίδραση του επαναστατικού κινήματος των διανοούμενων στην Πολωνία, την Αυστρία, τη Γαλλία και τη μακρινή Ισπανία. Είναι ένα διανοουμενίστικο επαναστατικό κίνημα στο όποιο αντιστοιχούσε ένα ειδικό ρεύμα στη λογοτεχνία, με σημαντικότερο και λαμπρότερο εκπρόσωπο το γνωστό δημοσιολόγο και πρώτο γερμανό πολιτικό συγγραφέα Λούντβιχ Μπέρνε (που είχε εβραϊκή καταγωγή και άσκησε μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη της γερμανικής πολιτικής σκέψης). Ηταν ένας γνήσιος δημοκράτης πολιτικός, που την εποχή εκείνη ενδιαφερόταν ελάχιστα για το κοινωνικό πρόβλημα, όντας πεισμένος, ότι όλα μπορούσαν να διορθωθούν προς το καλύτερο, φτάνει ο λαός ν’ αποκτούσε απόλυτη πολιτική ελευθερία.

Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι το 1830 όταν, όπως ξέρετε, ξέσπασε στη Γαλλία η Ιουλιανή επανάσταση. Σας είπα ήδη πώς είχε τεράστιο αντίχτυπο σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, απ’ τη Γαλλία μέχρι την Ανατολή, ξέχωρα μεγάλη όμως ήταν η επίδραση που άσκησε στη Γερμανία. Σε μερικά μέρη προκάλεσε στάσεις και εξεγέρσεις που κατέληξαν σε μερικές συνταγματικές παραχωρήσεις στα γερμανικά κρατίδια. Η κυβέρνηση αντιμετώπισε γρήγορα αυτό το κίνημα, γιατί δεν ήταν πραγματικά ριζωμένο στις λαϊκές μάζες.

Ένα δεύτερο κύμα αναταραχής απλώθηκε σ’ ολόκληρη τη Γερμανία μετά την πολωνική εξέγερση του 1831. Άλλη μια άμεση συνέπεια της Ιουλιανής επανάστασης κατέληξε σε ήττα, που οδήγησε ένα πλήθος καταδιωγμένων πολωνών επαναστατών, να ζητήσουν καταφύγιο στη Γερμανία. Έτσι, ανάμεσα στους γερμανούς διανοούμενους, ενισχύεται πάλι το παλιό ρεύμα: μίσος για τη Ρωσία και συμπαράσταση στην καταπιεσμένη Πολωνία, που τρομοκρατείται από τη Ρωσία.

Κάτω απ’ την επίδραση των δύο αυτών γεγονότων μετά το 1831, παρά την ήττα της Ιουλιανής επανάστασης, δημιουργούνται μερικά επαναστατικά κινήματα, με τα οποία πρέπει ν’ ασχοληθούμε με συντομία. Θέλω να επισημάνω τα γεγονότα εκείνα, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ίσως επέδρασαν πάνω στο νεαρό Μαρξ και το νεαρό Ένγκελς. Το 1832 το επαναστατικό κίνημα στη Νότια Γερμανία συγκεντρώνεται στο Πφαλτς, κι όχι στη Ρηνανία. Όπως ακριβώς η Ρηνανία, το Πφάλτς βρισκόταν για πολύ καιρό στα χέρια των γάλλων, και μόλις μετά το 1815 αποδόθηκε πάλι στη Γερμανία. Η Ρηνανία παραχωρήθηκε στην Πρωσία και το Πφαλτς στη Βαβαρία, όπου η αντίδραση κυριαρχούσε όπως και στην Πρωσία. Εύκολα θα καταλάβετε ότι οι κάτοικοι της Ρηνανίας, που ήταν συνηθισμένοι στις πιο ελεύθερες γαλλικές συνθήκες, καθώς κι οι κάτοικοι του Πφαλτς, ήταν φυσικό ν’ αντιδράσουν σφοδρά. Κάθε επαναστατική ενέργεια στη Γαλλία, ήταν φυσικό να ενισχύει την αντιπολιτευτική τους διάθεση. Το 1831 το κίνημα αυτό παίρνει μεγάλη έκταση ανάμεσα στους φιλελεύθερους διανοούμενους, τους δικηγόρους και τους συγγραφείς. Το 1832 οι δικηγόροι Βιρθ και Ζίμπενπφάϊφερ οργάνωσαν στο Χάμπαχ μια μεγάλη γιορτή, όπου εμφανίστηκαν πολλοι ομιλητές - ανάμεσα τους κι ο Μπέρνε. Όλοι διακήρυξαν την ανάγκη για μια ελεύθερη, ενωμένη Γερμανία. Ανάμεσα στους ακροατές ήταν κι ένας που έφτιαχνε βούρτσες, ο Γιόχαν-Φίλιπ Μπέκερ, που τότε ήταν κάπου 23 χρονών. Το όνομα του Μπέκερ θα το συναντήσουμε πολλές φορές στην ιστορία του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος. Βρισκόταν σε στενή επαφή με αρκετές γενιές ρώσων επαναστατών, απ’ τον Μπακούνιν μέχρι τον Πλεχάνωφ. Ο Μπέκερ πάσχιζε τότε να πείσει τους διανοούμενους, πως δεν έπρεπε να περιορίζονται στην αγκιτάτσια, αλλά πώς ήταν απαραίτητο να προετοιμάζονται για την ένοπλη επανάσταση. Ο Μπέκερ ήταν ένας τυπικός επαναστάτης παλιού τύπου. Ήταν ένας προικισμένος άνθρωπος, έγινε αργότερα συγγραφέας, μολονότι δεν ήταν ποτέ εξαιρετικός θεωρητικός, αλλά μάλλον ο τύπος του επαναστάτη πρακτικιστή. Μετά τη γιορτή στο Χάμπαχ, μένει ακόμα μερικά χρόνια στη Γερμανία και ασχολείται με το θέμα που απασχολούσε τους δικούς μας επαναστάτες στη δεκαετία του 1870: κάνει διάφορες κινήσεις και προπαγάνδα, οργανώνει αποδράσεις συντρόφων και αιφνιδιαστικές επιθέσεις για την απελευθέρωση συντρόφων απ’ τη φυλακή. Μ’ αυτό τον τρόπο καταφέρνει να βοηθήσει μερικούς επαναστάτες. Το 1833 η ομάδα με την όποια συνδεόταν ο Μπέκερ στενά - ο ίδιος βρισκόταν τότε στη φυλακή - επιχειρεί μια ένοπλη επίθεση κατά της φρουράς στη Φραγκφούρτη για να πάρει όπλα. Στη Φραγκφούρτη συνεδρίαζε τότε η γερουσία. Οι φοιτητές και οι εργάτες, μέλη αυτής της ομάδας, ήταν πεισμένοι πως αν κατάφερναν να πραγματοποιήσουν μια ένοπλη εξέγερση σ’ αυτή την πόλη θ’ ασκούσαν μεγάλη επίδραση σ’ ολόκληρη τη Γερμανία απέτυχαν όμως. Ένα απ’ τα πιο σημαντικά πρόσωπα αυτής της εξέγερσης ήταν ο Καρλ Σάπερ. Τον είδαμε στο Παρίσι. Τώρα τον συναντάμε πάνω σε γερμανικό έδαφος. Ο Σάπερ κατάφερε να διαφεύγει στη Γαλλία. Ολόκληρο το κίνημα συγκεντρώνεται, όπως θα καταλάβατε σύντροφοι, ακριβώς στα μέρη που βρίσκονταν για πολλά χρόνια κάτω από γαλλική επικυριαρχία.

Πρέπει ακόμα ν’ αναφερθεί το επαναστατικό κίνημα στο δουκάτο της Έσσης. Σ’ αυτό το δουκάτο επικεφαλής του κινήματος είναι ο Βάιντιγκ, πάστορας και θρησκευόμενος, αλλά συνάμα συνειδητός οπαδός της πολιτικής ελευθερίας και φανατικός υποστηριχτής της ενοποίησης της Γερμανίας. Φτιάχνει ένα μυστικό τυπογραφείο όπου τυπώνει επαναστατικές προκηρύξεις. Προσπαθεί να συνασπίσει γύρω του τους διανοούμενους. Ένας απ’ αυτούς τους διανοούμενους, που είχαν τεράστια συμμετοχή στο κίνημα, ήταν ο Γκέοργκ Μπύχνερ, που μερικοί σύντροφοι σίγουρα τον γνωρίζουν σαν θεατρικό συγγραφέα του έργου ο Θάνατος τον Νταντόν. Ο Γκέοργκ Μπύχνερ διαφέρει απ’ τον Βάιντιγκ στο ότι, με την πολιτική του δραστηριότητα, απέδειξε ότι ήταν απαραίτητο να επιτευχθεί η αλληλεγγύη των γεωργών της Έσσης. Γ’ αυτούς τους γεωργούς ίδρυσε μια ειδική προπαγανδιστική εφημερίδα είναι η πρώτη προσπάθεια στο είδος της. Ο Βάιντιγκ τύπωνε αυτή την εφημερίδα στο μυστικό τυπογραφείο του. Το 1835 ο Βάιντιγκ συλλαμβάνεται. Ο Μπύχνερ ξέφυγε την τελευταία στιγμή. Διέφυγε στην Ελβετία, όπου πέθανε μετά από λίγο καιρό. Ο Βάιντιγκ κλείστηκε στη φυλακή και μαστιγώθηκε. Πρέπει να προσθέσω ότι ο Βάιντιγκ ήταν στενός συγγενής του Βίλχελμ Λήμπκνεχτ, κι ότι ο τελευταίος μεγάλωσε κάτω απ’ την επήρεια αυτών των εντυπώσεων, που χαράχτηκαν βαθιά στο παιδικό του μυαλό.

Μερικοι απ’ τους επαναστάτες που είχε απελευθερώσει απ’ τη φυλακή ο Μπέκερ - ο Σάπερ, που ξέφυγε μετά την εξέγερση της Φραγκφούρτης, μετά ο Σούστερ - εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι και ίδρυσαν εκεί μια μυστική ένωση - την «Ένωση των Προγραμμένων». Κάτω απ’ την επίδραση του Σούστερ και μερικών γερμανών εργατών, απ’ το μεγάλο πλήθος αυτών που είχαν εγκατασταθεί στο Παρίσι, οι σοσιαλιστικές τάσεις ενισχύονται ολοένα και περισσότερο, πράγμα που τελικά προκαλεί τη διάσπαση της ένωσης. Ένα τμήμα της, κάτω απ’ την ηγεσία του Σούστερ, ιδρύει την «Ένωση των Δίκαιων» που διατηρείται στο Παρίσι τρία χρόνια. Τα μέλη της πήραν μέρος στην εξέγερση του Μπλανκί και μοιράστηκαν την τύχη των μπλανκιστών, μαζί με τους όποιους κλείστηκαν στη φυλακή. Μετά την απελευθέρωση τους ο Σάπερ και οι σύντροφοι του πήγαν στο Λονδίνο. Εκεί ίδρυσαν την Εργατική Μορφωτική Ένωση, που αργότερα έγινε κομμουνιστική.

Στη δεκαετία του 1830 οι γερμανοί διανοούμενοι βρίσκονταν κάτω απ’ την ισχυρή επίδραση που ασκούσε ο Μπέρνε και μερικοί άλλοι συγγραφείς, με σπουδαιότερο ανάμεσα τους τον Χάινριχ Χάινε, ποιητή και δημοσιογράφο, που η αλληλογραφία του απ’ το Παρίσι μαζί με την αλληλογραφία του Λούντβιχ Μπέρνε, βοήθησε σημαντικά στη διάπλαση της γερμανικής νεολαίας.

Σύντροφοι, θα περάσω τώρα στον Μαρξ και τον Ένγκελς. Σας ανέφερα δύο ονόματα: Μπέρνε και Χάινε - κι οι δυο ήταν εβραίοι. Ο Μπέρνε ήταν γέννημα του Πφάλτς και ο Χάινε της Ρηνανίας. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς κατάγονται επίσης από τη Ρηνανία. Ο Μαρξ ήταν επίσης εβραίος.

Ένα απ’ τα ερωτήματα που μπαίνουν είναι, σε ποιο βαθμό το γεγονός ότι ο Μαρξ ήταν εβραίος, επηρέασε την παραπέρα εξέλιξη του;

Είναι γεγονός, ότι στην ιστορία της γερμανικής διανόησης, στην ιστορία της γερμανικής σκέψης, του γερμανικού σοσιαλισμού, οι τέσσερις εβραίοι: ο Μαρξ, ο Λασάλ, ο Χάινε και ο Μπέρνε, έπαιξαν ένα πολύ μεγάλο ρόλο. Θα μπορούσα εδώ ν’ αναφέρω κι άλλα ονόματα, παίρνω όμως μόνο τα πιο διάσημα. Αναμφίβολα, το γεγονός ότι ο Μαρξ - όπως και ο Χάινε - ήταν εβραίος, είχε μια ορισμένη επίδραση στην κατεύθυνση της πολιτικής του σκέψης. Όταν η φοιτητική διανόηση διαμαρτυρόταν ενάντια στην κοινωνική και πολιτική τάξη πραγμάτων που κυριαρχούσε τότε στη Γερμανία, η εβραϊκή διανόηση αισθανόταν αυτό το ζυγό ακόμα περισσότερο. Πρέπει να διαβάσει κανείς στα κείμενα του Μπέρνε τη λογοκρισία που ίσχυε τότε στη Γερμανία, πρέπει να διαβάσει τα άρθρα του, στα οποια στιγματίζει ολόκληρο το φιλισταϊσμό της τοτινής Γερμανίας, και την κυριαρχία της αστυνομικής νοοτροπίας, για να δει πως κάθε άνθρωπος, έστω και λίγο συνειδητοποιημένος και με λίγη μόνο μόρφωση, ήταν υποχρεωμένος να διαμαρτυρηθεί ενάντια σ’ αυτές τις συνθήκες ζωής, που ήταν πιο βαριές για τους εβραίους. Ο Μπέρνε πέρασε όλη τη νεανική του ζωή στην εβρέικη συνοικία της Φραγκφούρτης, κάτω απ’ τις ίδιες συνθήκες που ζούσαν οι εβραίοι στο σκοτεινό μεσαίωνα. Αυτή η κατάσταση πίεζε εξίσου βαριά και τον Χάινε.

Για τον Μαρξ οι συνθήκες ήταν κάπως διαφορετικές, πράγμα που κάνει μερικούς βιογράφους του ν’ αρνούνται σχεδόν ολότελα αυτή την επίδραση. Θα μιλήσω εδώ κάπως διεξοδικότερα, για να σας εξηγήσω τις συνθήκες κάτω απ’ τις οποιες μεγάλωσε ο νεαρός Μαρξ.

Ο Μαρξ ήταν γιος του δικηγόρου και κατοπινού δικαστικού σύμβουλου Χάινριχ Μαρξ, που ήταν πολύ καλλιεργημένος και μορφωμένος άνθρωπος, απαλλαγμένος απόλυτα από την επίδραση της τελετουργικής θρησκείας. Για τον πατέρα του Μαρξ. γνωρίζουμε πως ήταν ένθερμος θαυμαστής της γαλλικής λογοτεχνίας του διαφωτισμού του 18ου αιώνα, και ότι γενικά η γαλλική επιρροή ήταν ισχυρότατη μέσα στην οικογένεια Μαρξ. Ο πατέρας του Μαρξ διάβαζε με απόλαυση - κι έμαθε και το γιο του να κάνει το ίδιο - έργα συγγραφέων, όπως ο άγγλος φιλόσοφος Λόκ, οι γάλλοι διαφωτιστές Βολταίρος και Ντιντερό. Ο Λοκ, ένας απ’ τους ιδεολόγους της δεύτερης, της λεγόμενης ένδοξης επανάστασης (1688), καταπολέμησε σε φιλοσοφικό επίπεδο τον ισχυρισμό πως οι ιδέες είναι έμφυτες. Απέδειξε ότι ο άνθρωπος δεν έχει έμφυτες ιδέες, που υπάρχουν ανεξάρτητα απ’ την πείρα, ότι απεναντίας κάθε ιδέα, κάθε καινούργια σκέψη, δεν είναι παρά προϊόν της πείρας και της παιδείας, δεν υπάρχουν έμφυτες ιδέες, επαναλάμβανε συνέχεια. Οι γάλλοι υλιστές βάδιζαν προς την ίδια κατεύθυνση. Ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχει τίποτα στο ανθρώπινο πνεύμα, που να μην υπήρξε σαν αίσθηση, που να μη διαπέρασε προηγούμενα τις αισθήσεις. Κι αυτοί επίσης δεν αναγνώριζαν καμιά απολύτως έμφυτη ιδέα. Το πόσο μακριά έφτανε αυτή η ατμόσφαιρα του γαλλικού υλισμού, θα το δείτε σ’ ένα παράδειγμα που θ’ αναφέρω αμέσως.

Ο πατέρας του Μαρξ, αν και από παλιά είχε διακόψει τις σχέσεις του με τη θρησκεία, εξακολουθούσε να συνδέεται με τον ιουδαϊσμό, και μόλις το 1824 πέρασε στο χριστιανισμό, όταν ο Μαρξ ήταν έξι χρονών. Ο Μέρινγκ, στη βιογραφία του Μαρξ, προσπάθησε ν’ αποδείξει πώς αυτό αποτελούσε πράξη ενός ανθρώπου που ήθελε ν’ αποκτήσει το δικαίωμα να μπει στην πολιτισμένη αστική κοινωνία. Μέχρι έναν ορισμένο βαθμό έπαιξε και το στοιχείο αυτό κάποιο ρόλο, όμως εδώ συνεπέδρασε και η επιθυμία να γλιτώσει από όλα τα καινούργια καταπιεστικά μέτρα, στα οποία ήταν εκτεθειμένοι οι εβραίοι μετά το 1815, όταν η Ρηνανία παραχωρήθηκε πάλι, στους πρώσους. Ο ίδιος ο Μαρξ - κι αυτό πρέπει να τονιστεί - ενδιαφερόταν πολύ στα νεανικά του χρόνια για το εβραϊκό πρόβλημα, μόλο που ο ίδιος πνευματικά δε συνδεόταν καθόλου με τον ιουδαϊσμό. Διατηρούσε πάντως σχέσεις με την ιουδαϊκή κοινότητα του Τριρ. Οι ιουδαίοι προσπαθούσαν, με μια σειρά από προσφυγές, ν’ απαλλαγούν απ’ τα διάφορα καταπιεστικά μέτρα. Σε μια περίπτωση γνωρίζουμε, πως κοντινοί συγγενείς του Μαρξ κι ολόκληρη η κοινότητα στράφηκε σ’ αυτόν με την παράκληση να τους συντάξει ένα τέτοιο κείμενο. Την εποχή εκείνη ο Μαρξ ήταν ήδη 24 χρονών.

Αυτό αποδείχνει, ότι ο Μαρξ δεν περιφρονούσε καθόλου τους συγγενείς του, ότι ενδιαφερόταν για το εβραϊκό πρόβλημα και ότι συμμετείχε στον αγώνα για τη λεγόμενη χειραφέτηση των εβραίων. Αυτό δεν τον εμπόδιζε να κάνει αυστηρή διάκριση ανάμεσα στο φτωχό ιουδαϊκό πληθυσμό, που του συμπαραστεκόταν, και στους εκπρόσωπους του πλούσιου χρηματιστικού ιουδαϊσμού, αν και πρέπει να προσθέσουμε ότι, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, στα μέρη που ζούσε ο Μαρξ δεν υπήρχαν πλούσιοι εβραίοι. Ο πλούσιος ιουδαϊσμός ήταν συγκεντρωμένος τότε στο Αμβούργο και στη Φραγκφούρτη.

Η πόλη Τριρ, όπου γεννήθηκε ο Μαρξ κι όπου μερικοί απ’ τους προγόνους του ήταν ραββίνοι, βρισκόταν, καθώς είπα, στη Ρηνανία, μια απ’ τις πρωσικές επαρχίες, που έσφυζε από βιομηχανική και πολιτική ζωή. Σ’ αυτή την πόλη που ζούσε ο Μαρξ, ήταν αναπτυγμένη η δερματοβιομηχανία και η υφαντουργία. Ήταν μια παλιά μεσαιωνική πόλη, που το 10ο αιώνα είχε παίξει σπουδαίο ρόλο, μια δεύτερη Ρώμη, η έδρα του καθολικού επισκόπου, ήταν όμως και μια βιομηχανική πόλη, που την εποχή της γαλλικής επανάστασης συγκλονίστηκε από ένα ισχυρό επαναστατικό κίνημα. Οπωσδήποτε η μανουφακτούρα αναπτύχθηκε εδώ πολύ λιγότερο σε σύγκριση με τα βόρεια τμήματα της Ρηνανίας, όπου βρίσκονταν τα κέντρα της μεταλλουργίας και της βαμβακουργίας. Το Τριρ είναι χτισμένο σ’ ένα παραπόταμο του Ρήνου, τον Μόζελ, στο κέντρο της αμπελουργίας, όπου είχαν διατηρηθεί κατάλοιπα της κοινοτικής ιδιοκτησίας, όπου η αγροτιά αποτελούνταν από μικροϊδιοκτήτες κι όπου δεν υπήρχαν ακόμα πολλοί μεγαλογαιοκτήμονες. Το Τριρ είχε διατηρήσει το χαρακτήρα μιας μεσαιωνικής πόλης. Από μερικές πηγές γνωρίζουμε πως ο Μαρξ, σ’ αυτά τα χρόνια, ενδιαφερόταν πολύ για την κατάσταση των αγροτών. Από τότε κιόλας έκανε εκδρομές στα χωριά της περιοχής και μάζευε λεπτομερείς πληροφορίες για τη ζωή των αγροτών. Μερικά χρόνια αργότερα απέδειξε στα άρθρα του μέχρι ποιο βαθμό γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες και τις συνθήκες της αγροτικής ζωής.

Στο γυμνάσιο ο Μαρξ είναι ένας απ’ τους πιο προικισμένους μαθητές. Αυτό το παρατηρούν κι οι δάσκαλοι. Τυχαίνει να έχουμε στα χέρια μας ένα έγγραφο, έναν έπαινο για τον Μαρξ, από έναν απ’ τους δασκάλους του, ένα πολύ επαινετικό ενδεικτικό για την τελευταία του εργασία, την έκθεση των απολυτήριων εξετάσεων. Ο δάσκαλος επαινεί τόσο το περιεχόμενο όσο και τη μορφή, και θεωρεί απαραίτητο να ξεχωρίσει ένα συλλογισμό, που προφανώς σάστισε κι αυτόν τον ίδιο. Ο Μαρξ έπρεπε να γράψει μια έκθεση για το πώς διαλέγουν το επάγγελμα τους οι νέοι άνθρωποι, στην όποια αυτός ωστόσο τοποθέτησε το πρόβλημα διαφορετικά.

Απέδειξε πως δε μπορεί να υπάρξει ελεύθερη εκλογή επαγγέλματος. Πως ο άνθρωπος γεννιέται κάτω από συνθήκες που καθορίζουν ήδη από τα πριν το επάγγελμα του και δημιουργούν την κοσμοθεωρία του. Σ’ αυτό μπορεί κανείς να δει το σπέρμα της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Όμως, μετά απ’ αυτά που είπα για τον πατέρα του, δε βλέπετε εδώ παρά την απόδειξη, ότι κάτω απ’ την επίδραση του πατέρα του, ο Μαρξ ήδη απ’ τα νεανικά του χρόνια είχε αφομοιώσει μερικές απ’ τις ιδέες του γαλλικού υλισμού.

Όταν τέλειωσε ο Μαρξ το γυμνάσιο ήταν 16 χρονών. Στο πανεπιστήμιο μπήκε το 1836, δηλαδή σε μια εποχή που είχε ήδη τελειώσει μια σειρά από επαναστατικές εξεγέρσεις, και που στα πανεπιστήμια και στην κοινωνική ζωή είχε επέλθει μια κάποια ηρεμία.

Για να καταλάβετε καλύτερα τι θέλω να πω, σύντροφοι, θα καταφύγω στο δικό μας ρώσικο επαναστατικό κίνημα. Η δικιά μου γενιά θυμάται ακόμα πολύ καλά τη δεκαετία του 1880. Η άνοδος του επαναστατικού κινήματος, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1870 και στις αρχές της δεκαετίας του 1880, κράτησε περίπου μέχρι το 1883/84, που έγινε φανερό ότι η παλιά ομάδα «Λαϊκή Ελευθερία»1 (Ναρόντναγια Βόλγια) είχε ηττηθεί. Το διάστημα 1887-1889, ιδιαίτερα μετά την απόπειρα κατά του Αλεξάνδρου Γ’ στις 1 του Μάρτη 1887, έφεραν στα πανεπιστήμια μια περίοδο απόλυτης αντίδρασης και ολικού τερματισμού του επαναστατικού κινήματος. Οι συνομήλικοι μου - εκείνοι που παρόλα αυτά δεν έχασαν την επαναστατική τους ορμή - άρχισαν τότε να μελετούν τα αίτια της αποτυχίας αυτού του πολιτικο-επαναστατικού κινήματος και ασχολούνται για ένα χρονικό διάστημα με την επιστήμη.

Ένα παρόμοιο ρεύμα συναντάμε και στη Γερμανία, την εποχή που ο Μαρξ μπήκε στο πανεπιστήμιο. Τα πανεπιστημιακά του χρόνια τα περνάει ο Μαρξ με επίπονες μελέτες. Απ’ την περίοδο αυτή υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκουμέντο, ένα γράμμα του δεκαεννιάχρονου Μαρξ προς τον πατέρα του.

Ο πατέρας είχε μετρήσει πολύ σωστά το γιο του και τον καταλάβαινε. Φτάνει να διαβάσει κανείς την απάντηση του, για να δει πόσο καλλιεργημένος άνθρωπος ήταν. Στην ιστορία των επαναστατών σπάνια υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις, ο πατέρας να καταλαβαίνει απόλυτα το γιο του, και κείνος να μπορεί ν’ αντιμετωπίζει τον πατέρα του όπως ένα στενό του φίλο. Αυτή την εποχή ο Μαρξ αναζητάει μια κοσμοθεωρία, μια θεωρία που να του επιτρέπει να θεμελιώσει θεωρητικά το μίσος που ήδη έτρεφε τότε κατά της κυρίαρχης πολιτικής και κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Παρακάτω θα εξετάσω το θέμα αυτό πιο διεξοδικά. Τώρα θα σας πω μόνο, ότι σ’ αυτή την αναζήτηση ο Μαρξ έγινε οπαδός της φιλοσοφίας του Χέγκελ, και μάλιστα κάτω απ’ τη μορφή που της έδωσαν οι νεοχεγκελιανοι, όταν έσπασαν ριζικά κάθε δεσμό με όλες τις προκαταλήψεις, όταν απ’ τη φιλοσοφία του Χέγκελ άντλησαν τα πιο ριζοσπαστικά συμπεράσματα στο πεδίο της πολιτικής, των αστικών σχέσεων και των θρησκευτικών σχέσεων. Το 1841 ο Μαρξ τελειώνει τις σπουδές του και παίρνει τον τίτλο του διδάκτορα.

Ακριβώς αυτή την εποχή καταλήγει κι ο νεαρός Ένγκελς στο χώρο των νεοχεγκελιανών. Παρακάτω θα ξαναγυρίσω στο θέμα αυτό.

Ο Ένγκελς γεννήθηκε στην πόλη Μπάρμεν, στη βόρεια Ρηνανία, στο κέντρο της βαμβακουργίας και της εριουργίας, κοντά στην Έσση, το μελλοντικό τεράστιο κέντρο της μεταλλουργίας. Ο Ένγκελς είχε γερμανική καταγωγή και άνηκε σε μια πολύ εύπορη οικογένεια.

Έχω στα χέρια μου ένα βιβλίο με τα γενεαλογικά δέντρα των εμπόρων και των εργοστασιαρχών της Ρηνανίας. Η οικογένεια του Ένγκελς κατέχει πολύ τιμητική θέση. Βρίσκει κανείς εδώ το οικόσημο της οικογένειας Ένγκελς, βλέπει κανείς, πως αυτοί οι έμποροι άνηκαν στο παλιό γένος των ευγενών και πως, όπως κι οι ευγενείς, είχαν το οικόσημο τους. Σα να ‘θελαν να δείξουν τη μελλοντική ειρηνική πορεία της ζωής του Ένγκελς και τις φιλειρηνικές του τάσεις, οι πρόγονοι του τοποθέτησαν στο κέντρο του εμβλήματος τους έναν άγγελο μ’ ένα κλωνάρι ελιάς. Κάτω από ένα τέτοιο έμβλημα γεννήθηκε ο Ένγκελς. Η οικογένεια των Ένγκελς φτάνει ως το 16ο αιώνα. Αντίθετα, στον Μαρξ δύσκολα μπορούμε να διαπιστωθούμε ποιος ήταν ο παππούς του. Γνωστό είναι μόνο ότι η οικογένεια του Μαρξ ήταν μια οικογένεια ραββίνων. Το ενδιαφέρον όμως γι’ αυτήν ήταν τόσο μικρό, που δεν έφτασε πιο μακριά απ’ τον παππού. Για την καταγωγή του Ένγκελς υπάρχουν δυο εκδοχές. Σύμφωνα με μερικές ενδείξεις, ο Ένγκελς είναι μακρινός απόγονος του γάλλου Ντ’ Ανζ, ενός προτεστάντη και ουγενότου, που για να ξεφύγει απ’ τους διώκτες του αναγκάστηκε να καταφύγει στη Γερμανία. Οι τωρινοί συγγενείς του Ένγκελς, που επιθυμούν ν’ αποδείξουν την καθαρά γερμανική καταγωγή του το αμφισβητούν. Οπωσδήποτε, ήδη απ’ την αρχή του 17ου αιώνα φαίνεται ότι η οικογένεια Ένγκελς είναι μια παλιά οικογένεια βιομηχάνων μάλλινων υφασμάτων, που γίνονται αργότερα βιομήχανοι βαμβακερών υφασμάτων. Είναι εξαιρετικά εύπορη και κάνει μεγάλες προσπάθειες να επεκταθεί σε διεθνή κλίμακα. Ο πατέρας του Ένγκελς ιδρύει μαζί με το φίλο του Ερμεν ένα υφαντουργείο στην πατρίδα του, κι άλλο ένα στο Μάντσεστερ, και γίνεται έτσι αγγλογερμανικός βιομήχανος.

Ο πατέρας του Ένγκελς ήταν διαμαρτυρόμενος, θυμίζει καταπληκτικά τους παλιούς καλβινιστές, που συνδύαζαν βαθιά πίστη με την όχι λιγότερο βαθιά πεποίθηση, ότι προορισμός του ανθρώπου είναι να πλουτίζει με την παραγωγή και το εμπόριο, και να συσσωρεύει κεφάλαιο. Ήταν ένας φανατικός θρησκόληπτος άνθρωπος, που το κάθε λεπτό που του περίσσευε απ’ το κυνήγι του χρήματος, δεν ήθελε να το ξοδέψει πουθενά αλλού, παρά μόνο σε θρησκευτικές ασχολίες. Έτσι ανάμεσα στον Ένγκελς και στον πατέρα του διαμορφώθηκαν σχέσεις διαμετρικά αντίθετες απ’ τις σχέσεις του Μαρξ προς τον δικό του. Πολύ γρήγορα διάφορα κοσμοθεωρητικά ζητήματα έφεραν τον Ένγκελς σε σύγκρουση με τον πατέρα του. Ο πατέρας, θέλοντας να κάνει το γιο του έμπορο, τον ανατρέφει με εμπορικό πνεύμα. Όταν ο γιος έγινε 17 χρονών, τον στέλνει στη Βρέμη, μια απ’ τις σημαντικότερες εμπορικές πόλεις της Γερμανίας. Εκεί ο Ένγκελς αναγκάζεται να δουλέψει τρία χρόνια σ’ ένα εμπορικό γραφείο. Απ’ τα γράμματα του Ένγκελς στους συμμαθητές του, μπορεί κανείς να διακρίνει την προσπάθεια που καταβάλλει, μιας και βρέθηκε μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, να αποφύγει την επίδραση του.

Πολύ σύντομα επηρεάζεται από τον Μπέρνε και τον Χάινε. Στα 14 του χρόνια γίνεται συγγραφέας, κι αμέσως με τις πρώτες εργασίες του καταλαμβάνει μια θέση ανάμεσα στους φιλελεύθερους δημοκράτες της Γερμανίας. Τα πρώτα άρθρα του (υπογραμμένα με το ψευδώνυμο Όσβαλντ), με τα οποία τράβηξε αμέσως την προσοχή, μαστιγώνουν αλύπητα ολόκληρο το περιβάλλον μέσα στο οποίο πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Τα άρθρα αυτά προξένησαν βαθιά εντύπωση. Ένιωθε κανείς πως εδώ γράφει ένας άνθρωπος, που μεγάλωσε σ’ αυτό τον τόπο και γνωρίζει καλά όλους τους ήρωες του. Ήδη στη Βρέμη απελευθερώνεται εντελώς απ’ όλες τις θρησκευτικές προκαταλήψεις και μεταβάλλεται σε γάλλο γιακωβίνο.

Γύρω στο 1841, που ήταν 20 χρονών, σαν γιος πλούσιου βιομηχάνου κατατάσσεται εθελοντικά στο πυροβολικό της φρουράς του Βερολίνου. Εκεί πέφτει στον ίδιο κύκλο των νεοχεγκελιανών, στον οποίο ανήκε κι ο Μαρξ. Μαζί τους ο Ένγκελς συμμετέχει στον αγώνα ενάντια σ’ όλες τις προκαταλήψεις, και προσχωρεί κι αυτός - ακριβώς όπως ο Μαρξ - στην πιο ριζοσπαστική πτέρυγα της χεγκελιανής φιλοσοφίας. Την ίδια εποχή - που όπως λέγεται ο Μαρξ μένει κλεισμένος στο σπίτι του και προετοιμάζεται για την πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία - ο Ένγκελς, που έχει αρχίσει να γράφει απ’ το 1839 αποκτά ήδη ξεχωριστή θέση στους φιλολογικούς κύκλους, και συμμετέχει πολύ ενεργά στην πάλη των ιδεών που διεξάγεται ανάμεσα στους οπαδούς των παλιών και των νέων φιλοσοφικών συστημάτων. Τελικά το 1842 ο Μαρξ κι ο Ένγκελς συνεργάζονται σε μια κοινή εργασία.

Ο Μαρξ τέλειωσε τις πανεπιστημιακές του σπουδές και πήρε το δίπλωμα του διδάκτορα τον Απρίλη του 1841. Αρχικά σκόπευε να αναπτύξει φιλοσοφική και επιστημονική δραστηριότητα, παραιτήθηκε όμως απ’ αυτή τη σκέψη, όταν στο φίλο και δάσκαλο του Μπρούνο Μπάουερ, που ήταν ένας απ’ τους αρχηγούς των νεοχεγκελιανών και ασκούσε αυστηρή κριτική στην επίσημη θεολογία, αφαιρέθηκε το δικαίωμα να διδάσκει στο πανεπιστήμιο της Βόνης. Τότε ακριβώς, στην κατάλληλη στιγμή, προσκλήθηκε να συνεργαστεί με μια καινούργια εφημερίδα. Οι εκπρόσωποι της πιο ριζοσπαστικής πτέρυγας της εμπορικής και βιομηχανικής αστικής τάξης στη Ρηνανία, ο Καμπχάουζεν και άλλοι, είχαν αποφασίσει να ιδρύσουν το δικό τους πολιτικό όργανο. Η πιο σημαντική εφημερίδα στη Ρηνανία ήταν η Εφημερίδα της Κολωνίας, και η Κολωνία ήταν τότε το πιο εξελιγμένο βιομηχανικό κέντρο της επαρχίας. Η ριζοσπαστική αστική τάξη της Ρηνανίας ήθελε σ’ αυτή τη δουλική κυβερνητική εφημερίδα ν’ αντιτάξει το δικό της όργανο, για να υπερασπίσει απέναντι στη φεουδαρχία τα δικά της οικονομικά συμφέροντα. Σημαντικό ρόλο έπαιζε, εκτός απ’ τον Καμπχάουζεν, ο γνωστός επιχειρηματίας-κατασκευαστής σιδηροδρομικών γραμμών Μέβισεν. Είχαν μαζέψει χρήματα, έλειπαν όμως οι συντάκτες. Είχε γίνει το ίδιο που γνωρίζουμε απ’ τη ρώσικη ιστορία. Τα χρήματα συγκεντρώθηκαν από εύπορους βιομηχάνους, και δόθηκαν σε μια ορισμένη ομάδα συγγραφέων. Έτσι έγινε κι εδώ: Επικεφαλής της εφημερίδας βρισκόταν μια ομάδα από νεαρούς φιλόσοφους, νεαρούς λογοτέχνες της εποχής αυτής. Ανάμεσα τους τον κυριότερο ρόλο έπαιζε ο Μόζες Χες. Ο Μόζες Χες ήταν πιο μεγάλος απ’ τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Πολύ νωρίς είχε προσχωρήσει στο απελευθερωτικό κίνημα, κι απέδειξε ήδη κατά τη δεκαετία του 1830 την ανάγκη να υπάρξει μια συμμαχία ανάμεσα στα προηγμένα έθνη, για να κατακτηθεί η πολιτική και πολιτιστική ελευθερία. Αυτός ο Μόζες Χες, κάτω απ’ την επίδραση του γαλλικού κομμουνιστικού κινήματος, έγινε κομμουνιστής ήδη το 1842, πιο νωρίς απ’ τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Μαζί με άλλους συντρόφους γίνεται ένας απ’ τους σημαντικότερους συντάκτες της Εφημερίδας του Ρήνου.

Ο Μαρξ ζούσε τότε στη Βόνη. Για πολύ καιρό ήταν μόνο συνεργάτης κι έστελνε άρθρα στην εφημερίδα σαν ένας απ’ τους σημαντικότερους δημοσιολόγους της εποχής. Σιγά σιγά όμως, πήρε μέσα στην εφημερίδα μια διευθυντική θέση. Μέχρι τότε διευθυντής της εφημερίδας ήταν ο Χες, μαζί με δυο νεαρούς συντρόφους. Έτσι η εφημερίδα αυτή, αν και εκδιδόταν με έξοδα της βιομηχανικής αστικής τάξης της επαρχίας, ήταν ταυτόχρονα και όργανο μιας ομάδας των πιο νέων και πιο ριζοσπαστικών συγγραφέων του Βερολίνου, στην όποια άνηκαν κι ο Μαρξ κι ο Ένγκελς. Το φθινόπωρο του 1842, ο Μαρξ εγκαθίσταται στην Κολωνία κι αμέσως δίνει στην εφημερίδα μια νέα κατεύθυνση. Αντίθετα απ’ τους φίλους του Βερολίνου και τον Ένγκελς, επιμένει ότι ο πιο θεμελιώδης και ριζοσπαστικός αγώνας πρέπει να δοθεί με τις υπάρχουσες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, όχι όμως μόνο φραστικά-ριζοσπαστικά. Εδώ φαίνονται κιόλας οι διαφορετικοί όροι, κάτω απ’ τους οποίους αναπτύχθηκαν αυτός και ο Ένγκελς, και το γεγονός ότι ο Μαρξ δεν είχε υποστεί τον ίδιο θρησκευτικό και διανοητικό ζυγό που είχε υποχρεωθεί να υποστεί ο νεαρός Ένγκελς. Γιαυτό στον αγώνα κατά της θρησκείας είναι πιο ψύχραιμος και δεν το θεωρεί αναγκαίο να ρίξει όλες του τις δυνάμεις στην κριτική της θρησκείας. Από μια απλή επιφανειακή πολεμική, προτιμάει μια πολύ θεμελιακή κριτική, θεωρώντας αυτή τη μορφή της σύγκρουσης αναγκαία για να διατηρήσει την εφημερίδα.

Οι βιογράφοι του Μαρξ αναφέρουν, ότι η συνάντηση του Μαρξ και του Ένγκελς στη σύνταξη της Εφημερίδας του Ρήνου ήταν πολύ ψυχρή. Ο Ένγκελς. που ήταν ένας απ’ τους ανταποκριτές της εφημερίδας στο Βερολίνο, προτού φύγει για την Αγγλία, πέρασε από την Κολωνία. Είναι πιθανά, να είχε κάνει από τότε μια αποφασιστική συζήτηση με τον Μαρξ, στην οποία αυτός υπερασπίστηκε την τακτική του, και παράλληλα έθεσε αποφασιστικά το εργατικό πρόβλημα. Επέκρινε καυστικά τους νόμους κατά της αυτοδίκαιης υλοτομίας («νόμοι για την κλοπή της ξυλείας»). Απέδειξε, ότι οι νόμοι αυτοί διαπνέονταν απ’ το πνεύμα των ιδιοκτητών, των γαιοκτημόνων, που πάσχιζαν μ’ όλες τους τις δυνάμεις να εκμεταλλευτούν τους μικροαγρότες κατασκευάζοντας σκόπιμα διατάγματα, που μετέτρεπαν τους αγρότες θέλοντας και μη σε ληστές. Τώρα δημοσιεύει, πάλι στην Εφημερίδα του Ρήνου, μια σειρά από άρθρα για την κατάσταση των παλιών γνώριμων του, των αγροτών του Μόζελ. Τα άρθρα αυτά προκαλούν μια άγρια διαμάχη με τον ανώτατο πρόεδρο της Ρηνανίας.

Στην εφημερίδα επιβάλλεται διπλή λογοκρισία. Αφού, σύμφωνα με την κυβερνητική άποψη, ο Μαρξ ήταν η ψυχή της εφημερίδας, επιζητείται η απομάκρυνση του. Ο καινούργιος λογοκριτής τρέφει βέβαια μεγάλη εκτίμηση γι’ αυτόν το λαμπρό κι έξυπνο δημοσιογράφο, που παρακάμπτει επιδέξια πολλά εμπόδια της λογοκρισίας, συνεχίζει όμως να τον καταγγέλλει, τώρα όχι πια στη σύνταξη, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, στην ομάδα των μετόχων που βρίσκονται πίσω απ’ την εφημερίδα. Αυτοί αρχίζουν ν’ ανησυχούν και ζητούν απ’ τον Μαρξ να ‘ναι λίγο πιο προσεχτικός για ν’ αποφύγει ενδεχόμενες δυσχέρειες. Ο Μαρξ αρνιέται να συμμορφωθεί. Υποστηρίζει πως, κάθε προσπάθεια να γίνει πιο μετριοπαθής, θα είναι έτσι κι αλλιώς καταδικασμένη, και πως η κυβέρνηση δε θα ησύχαζε με κάτι τέτοιο. Τελικά παραιτείται απ’ τη σύνταξη και εγκαταλείπει την εφημερίδα. Αυτό όμως δεν κατάφερε να σώσει την εφημερίδα. Πολύ σύντομα η έκδοση της σταματάει οριστικά.

Όταν ο Μαρξ εγκατέλειψε την εφημερίδα ήταν εντελώς άλλος άνθρωπος απ’ ότι όταν μπήκε. Δε μπήκε σαν κομμουνιστής, αλλά μόνο σαν ριζοσπάστης δημοκράτης, ένας δημοκράτης όμως που ενδιαφερόταν για την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των χωρικών, και που αργότερα άρχισε να ενδιαφέρεται για όλα τα βασικά οικονομικά προβλήματα που σχετίζονταν με την κατάσταση τους. Αυτό ανάγκασε τον Μαρξ, που μέχρι την εποχή εκείνη είχε ασχοληθεί σχεδόν αποκλειστικά με τη φιλοσοφία και τη νομολογία, ν’ ασχοληθεί ολοένα και περισσότερο με τα οικονομικά και άλλα ειδικά προβλήματα.

Όταν ο Μαρξ έφυγε απ’ την Εφημερίδα του Ρήνου δεν ήταν κομμουνιστής, αντιμετώπιζε όμως τον κομμουνισμό σαν ένα ξέχωρο κίνημα, σαν μια ξέχωρη κοσμοθεώρηση. Μαζί με τον Α. Ρούγκε, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στη Γερμανία δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα να ασκηθεί πολιτική και κοινωνική προπαγάνδα. Γιαυτό αποφασίζουν να πάνε στο Παρίσι κι εκεί να εκδώσουν το περιοδικό Γερμανογαλλικά Χρονικά. Μ’ αυτό τον τίτλο ήθελαν να υπογραμμίσουν, αντίθετα απ’ τους γάλλους και τους γερμανούς εθνικιστές, ότι μια απ’ τις προϋποθέσεις για να πετύχει ο αγώνας ενάντια στην αντίδραση, είναι η στενή πολιτική συμμαχία ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γαλλία. Στα Γερμανογαλλικά Χρονικά ο Μαρξ διατυπώνει για πρώτη φορά τα βασικά σημεία της μελλοντικής κοσμοθεώρησής του: από ριζοσπάστης δημοκράτης μετατρέπεται σε κομμουνιστή.

Την επόμενη φορά θα σας μιλήσω για την πνευματική προετοιμασία αυτής της νέας μαρξιστικής κοσμοθεωρίας, και θα σας δείξω τα καινούργια και πρωτότυπα πράγματα που έδωσε απ’ το 1844 ο Μαρξ στην ιστορία αυτής της σκέψης.

(Τρίτο Μάθημα)

Η σύνδεση του επιστημονικού σοσιαλισμού με τη φιλοσοφία - Ο υλισμός - Καντ - Φίχτε - Χέγκελ - Φόυερμπαχ - Ο διαλεκτικός υλισμός του Μαρξ - Η ιστορική αποστολή του προλεταριάτου.

Για να κατανοήσουμε τι πραγματικά νέο δημιούργησε ο 25χρονος Μαρξ, θα προσπαθήσω να εξετάσω μαζί σας με συντομία, τι βρήκε ο Μαρξ στο πεδίο της φιλοσοφίας.

Επιτρέψτε μου να σας θυμίσω καταρχή τα γνωστά λόγια του Ένγκελς στον πρόλογο του βιβλίου Η Εξέλιξη του Σοσιαλισμου από την Ουτοπία στην Επιστήμη, γράφει εκεί: «Εμείς οι γερμανοί σοσιαλιστές, είμαστε περήφανοι που καταγόμαστε όχι μόνο απ’ τον Σαίν-Σιμόν, τον Φουριέ και τον Όουεν, αλλά κι από τον Καντ, τον Φίχτε και τον Χέγκελ».2

Ο Ενγκελς δεν αναφέρει ακόμα εδώ ένα τέταρτο γερμανό φιλόσοφο, τον Φόϋερμπαχ, στον οποίο αφιέρωσε αργότερα ένα ιδιαίτερο έργο, θα εξετάσω τώρα τη φιλοσοφική προέλευση του επιστημονικού σοσιαλισμού. Δεν είμαι ειδικός στη φιλοσοφία. Προσπάθησα μόνο κάποτε ν’ αποκτήσω μια ιδέα για τα βασικά φιλοσοφικά προβλήματα, όπως έχουν προσπαθήσει όλοι να ξεκαθαρίσουν από που αρχίζει η εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Το βασικό πρόβλημα - έτσι το έθεσε κι ο Ενγκελς - είναι αν πριν απ’ τον κόσμο υπήρξε μια κάποια δημιουργός αρχή, δηλαδή αν, όπως μας συνήθισαν από παιδιά, υπάρχει θεός. Αυτός ο δημιουργός, το παντοδύναμο ον, μπορεί να παίρνει διάφορες μορφές σε διάφορες θρησκείες, μπορεί να έχει και τη μορφή του απεριόριστου ουράνιου μονάρχη, που έχει στη διάθεση του αμέτρητους αγγέλους. Μπορεί να μεταβιβάζει τις απόλυτες εξουσίες του σε παπάδες, επισκόπους και πάπες. Μπορεί τέλος, σαν καλός και φωτισμένος μονάρχης, να εκδώσει μια για πάντα ένα σύνταγμα, θεμελιώδεις νόμους, που να διέπουν όλη την ανθρωπότητα και το φυσικό κόσμο, και στην άπειρη σοφία του ν’ απολαμβάνει την αγάπη και το σεβασμό των παιδιών του, που δεν ανακατεύονται στις δικές του υποθέσεις. Κοντολογής, μπορεί να παρουσιάζεται με τις πιο διαφορετικές μορφές, όμως απ’ τη στιγμή που αναγνωρίζετε την κυριαρχία αυτού του θεού κι αυτών των υποθεών, αναγνωρίζετε ταυτόχρονα, πως υπάρχει κάποιο προαιώνιο ον, που μια ωραία μέρα είπε: Ας γίνει ο κόσμος! Κι έγινε ο κόσμος.

Έτσι λοιπόν, υποτίθεται η σκέψη, η επιθυμία, η πρόθεση να δημιουργηθεί αυτός ο κόσμος, υπήρχε κάπου έξω απ’ αυτό τον κόσμο - πού ακριβώς, είναι άγνωστο. Το μυστικό δεν έχει φωτιστεί μέχρι σήμερα από κανένα φιλόσοφο.

Το προαιώνιο αυτό ον δημιουργεί ολόκληρο το Είναι. Μ’ αυτό τον τρόπο η συνείδηση, το πνεύμα, καθορίζει ό,τι υπάρχει. Η ιδέα δημιουργεί την ύλη, η συνείδηση καθορίζει το Είναι. Στην πραγματικότητα, αυτή η νέα μορφή που παρουσιάζεται, η «πρώτη αρχή», παρά τη φιλοσοφική της μεταμφίεση, δεν είναι παρά η παλιά θεολογική, θρησκευτική κοσμοθεώρηση.

Το ερώτημα είναι τούτο: μπορεί μέσα σ’ αυτό το Είναι όπου βρισκόμαστε - σ’ ό,τι υπάρχει - είναι δυνατό να συμβεί κάτι λες κι επηρεάζεται από κάποιο άγνωστο υπεργήινο ον - όποιο όνομα και να ‘χει αυτό το ον: Θεός, Πατέρας, Υιός, Άγιο Πνεύμα, ή ακόμα και Λογική; Μπορεί να ονομάζεται, όπως στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, «Λόγος». «Εν αρχή ην ο Λόγος». Αυτός ο Λόγος δημιούργησε το Είναι. Ο Λόγος δημιούργησε τον κόσμο.

Ενάντια σ’ αυτή την αντίληψη, το «Εν αρχή ην ο Λόγος», αγωνίστηκαν ήδη το 18ο αιώνα οι υλιστές, εκπρόσωποι της καινούργιας κοσμοθεώρησης, της νέας τάξης των επαναστατών αστών, έχοντας ξεκινήσει πόλεμο ενάντια σ’ όλες τις παραδοσιακές κοινωνικές καταστάσεις, ενάντια στη φεουδαρχική κοινωνική τάξη πραγμάτων. Η παλιά κοσμοθεώρηση δε μπορούσε ν’ απαντήσει στο πώς γεννήθηκε το καινούργιο, που αναμφίβολα έκανε την εποχή τους να διαφέρει απ’ την παλιά κι απ’ όλες τις προγενέστερες.

Η συνείδηση, η ιδέα, το λογικό είχαν ένα μεγάλο μειονέκτημα, αφού ήταν μοναδικά και αμετάβλητα. Η παρατήρηση όμως έδειχνε, πως καθετί το γήινο μεταβάλλεται. Το Είναι, αυτό που υπάρχει, έπαιρνε τις πιο διαφορετικές μορφές. Στο βαθμό που το ‘χετε παρατηρήσει στην ιστορία ή στη ζωή σας - και τα ταξίδια κι οι ανακαλύψεις πρόσφεραν καθημερινά καινούργιο υλικό - φάνηκε ότι υπάρχουν διαφορετικοί άνθρωποι, διαφορετικά κράτη, διαφορετικές ιδέες.

Πρέπει να δοθεί μια απάντηση στο ερώτημα, από πού προέρχεται όλη αυτή η ποικιλία, πώς δημιουργούνται οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους κι ανάμεσα στα πράγματα.

Όσο περισσότερο στρέφονταν οι φιλόσοφοι στο παρελθόν, στην ιστορία της ανθρωπότητας, ανακάλυπταν διαφορετικούς λαούς. Άλλοι εξαφανίζονταν, άλλοι συνέχιζαν να υπάρχουν. Οι άγγλοι επέζησαν περνώντας από διάφορες εποχές, το ίδιο και οι γάλλοι. Από που προέρχεται αυτή η διαφορά στο χώρο και στο χρόνο, από που γεννήθηκαν όλα αυτά, αν η αίτια για τα πάντα είναι μια και η αυτή αρχή, λ.χ. ο θεός; Δε μας μένει παρά να υποθέσουμε, ότι ο θεός, χωρίς να υπάρχει πάντα μια συγκεκριμένη αιτία, έτσι γι’ αστείο, αποφασίζει σήμερα να γίνει η Αγγλία, αύριο η Γερμανία, μεθαύριο η Γαλλία. Έτσι του ‘ρχεται στο κεφάλι -και σήμερα βασιλεύουν στην Αγγλία οι Στιούαρτ, αύριο αποκεφαλίζεται ο ελαφρόμυαλος Κάρολος και κυβερνάει ο σεμνός πουριτανός Κρόμβελ.

Από το 18ο αιώνα - αλλά ήδη κι απ’ το 17ο αιώνα γίνεται φανερό, ότι στο βαθμό που αυτό το Είναι, αυτή η ζωή, ολόκληρος αυτός ο ανθρώπινος κόσμος, όλες αυτές οι ανθρώπινες σχέσεις μεταβάλλονται τόσο απότομα κάτω απ’ την επίδραση των πράξεων των ίδιων των ανθρώπων - η αντίληψη ότι η πηγή των πάντων είναι κάποια θεότητα, προκαλούσε ολοένα και μεγαλύτερη δυσπιστία. Γιατί αυτό που εξηγεί τα πάντα στην ποικιλομορφία τους στο χρόνο και στο χώρο, δεν εξηγεί ακόμα τίποτα απολύτως. Το γεγονός ότι τα πράγματα δημιουργούνται κάτω από διαφορετικές προϋποθέσεις, κάτω απ’ την επίδραση διαφορετικών αίτιων, μπορεί να εξηγηθεί από τη διαφορά και όχι απ’ την ταυτότητα των πραγμάτων. Καθεμιά απ’ αυτές τις διαφορές πρέπει να ερμηνευτεί με τις ιδιαίτερες, τις εντελώς ειδικές αιτίες και τις ιδιαίτερες επιδράσεις που τη δημιούργησαν.

Ήδη οι άγγλοι φιλόσοφοι, που ζούσαν κάτω απ’ τις συνθήκες ενός ταχύτατα αναπτυσσόμενου καπιταλισμού, και που είχαν την πείρα δυο επαναστάσεων, είχαν θέσει αποφασιστικά το πρόβλημα: Υπάρχει λοιπόν πραγματικά μια τέτοια δύναμη, που τα δημιουργεί όλα αυτά ανεξάρτητα απ’ τη βούληση των ανθρώπων; Όλες αυτές τις διάφορες ιδέες, που εκδηλώθηκαν και αλληλοπολεμήθηκαν την εποχή της αγγλικής επανάστασης, τις είχαν γεννήσει αρχικά με τον ίδιο τρόπο οι άνθρωποι. Παρόλες τις προσπάθειες να τις συνδέσουν με τη Βίβλο, αυτές έφερναν με σαφή και φανερό τρόπο τη σφραγίδα του νεωτερισμού.

Οι γάλλοι υλιστές, για τους όποιους σας έχω μιλήσει, έθεσαν αυτό το πρόβλημα με ακόμα μεγαλύτερη οξύτητα: αυτή η δύναμη, που υποτίθεται πως βρίσκεται κάπου έξω απ’ το δικό μας κόσμο, μια θεϊκή δύναμη, που ασχολείται συνέχεια με τη νέα Ευρώπη και σκέφτεται και διευθύνει τα πάντα, είναι ανύπαρκτη. Απεναντίας, όλα αυτά που αποτελούν για μας αυτό το Είναι, αυτή την ιστορία, είναι το αποτέλεσμα της δραστηριότητας των ανθρώπων.

Οι γάλλοι υλιστές δε μπορούσαν να καταδείξουν και να εξηγήσουν, τι καθορίζει τις ενέργειες των ανθρώπων, αλλά είχαν ήδη σαν δοσμένο, ότι την ιστορία δεν την κάνει ούτε ο θεός, ούτε μια κάποια εξωτερική δύναμη, αλλά ότι όλα αυτά τα γεγονότα τα δημιουργούν οι ίδιοι οι άνθρωποι. Εδώ όμως έπεφταν σε μια αντίφαση: ήξεραν, ότι οι άνθρωποι ενεργούν διαφορετικά γιατί έχουν διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετικές απόψεις. Ωστόσο αυτοί οι φιλόσοφοι δε γνώριζαν ακόμα τι ακριβώς είναι αυτό που καθορίζει τα διάφορα συμφέροντα των ανθρώπων, τι τα προκαλεί, κάτω από ποιες διαφορετικές συνθήκες αναπτύσσονται. Αντίθετα. κατά την άποψη τους η ανατροφή των ίδιων των ανθρώπων καθορίζεται απ’ αυτόν ή τον άλλο «νομοθέτη» που εξουσιάζει τους ανθρώπους και καθορίζει τις πράξεις τους σαν ένας άλλος θεός.

Μερικοί απ’ αυτούς τους γάλλους υλιστές, έθεταν κιόλας ξεκάθαρα ένα άλλο πρόβλημα. Φυσικά, τους έλεγαν οι αντίπαλοι τους, ο θεός δε μπορεί να μοιάζει ούτε με το φοβερό ιουδαϊκό θεό, ούτε με τη χριστιανική Αγία Τριάδα: Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα. υπάρχει όμως μια πνευματική απαρχή, που έθεσε μέσα στην ίδια την ύλη τη δυνατότητα του σκέπτεσθαι, ένα πνεύμα, που μ’ αυτό τον τρόπο προηγήθηκε της φύσης. Οι γάλλοι υλιστές απαντούσαν ότι γι’ αυτό δεν απαιτείται κάποια εξωτερική δύναμη, και ότι η ικανότητα της αίσθησης υπάρχει μέσα στην ίδια την ύλη.

Η επιστήμη γενικά, ιδιαίτερα η φυσική επιστήμη, την εποχή που οι γάλλοι υλιστές επεξεργάζονταν την άποψη τους, δεν ήταν ακόμα αρκετά αναπτυγμένη. Ωστόσο ήδη από τότε διατύπωσαν αυτή τη θεμελιώδη θέση.

Ο καθένας, που αυτοχαρακτηρίζεται υλιστής, αρνιέται ότι η συνείδηση, το πνεύμα - με την έννοια που κατανοούμε τις λέξεις αυτές - προηγήθηκε απ’ την ύλη, τη φύση. Εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια χρόνια δεν υπήρχε πάνω στη γη ούτε ίχνος ζωντανής οργανικής ύπαρξης, κατά συνέπεια δεν υπήρχε ούτε αυτό που ονομάζεται σκέψη. Αυτό που ονομάζεται συνείδηση δεν υπήρχε. Το Είναι, η φύση, η ύλη, προηγήθηκαν της συνείδησης, του πνεύματος, της σκέψης.

Θα ‘ταν όμως λαθεμένο να σκεφτεί κανείς, ότι η ύλη είναι οπωσδήποτε κάτι τραχύ, βαρύ, άσκημο, και η ιδέα είναι οπωσδήποτε κάτι λεπτό, ανάλαφρο και καθαρό. Μερικοί, ιδιαίτερα οι χυδαίοι υλιστές και ανάμεσα τους και απλά οι νέοι άνθρωποι, μερικές φορές στην έξαψη της συζήτησης ισχυρίζονται σκόπιμα, ότι η ύλη είναι κάτι βαρύ και τραχύ, για να εξοργίσουν έτσι τους φαρισαίους του ιδεαλισμού, που μιλούν για «το ωραίο και το υψηλό», και ταυτόχρονα ικανοποιούνται θαυμάσια μ’ ολόκληρη τη βρωμιά και την αχρειότητα του αστικού κόσμου.

Απεναντίας, αν γνωρίσετε τη φυσική επιστήμη, θα δείτε, ότι στη διάρκεια των τελευταίων 150 χρόνων η ύλη απέκτησε μια αφάνταστα λεπτή και ευκίνητη υπόσταση. Απ’ την εποχή, που η βιομηχανική επανάσταση ανέτρεψε ολόκληρη την παλιά, σχεδόν ακίνητη φυσική οικονομία, όλα μπήκαν σε κίνηση. Ό,τι κοιμόταν αφυπνίστηκε, ο,τι ήταν ακίνητο μπήκε σε κίνηση. Μέσα στη στερεή και, καθώς φαινόταν, απολιθωμένη ύλη, ανακαλύφθηκαν ανυποψίαστες δυνάμεις και νέες μορφές κίνησης.

Το πόσο ανεπαρκείς ήταν οι γνώσεις των γάλλων υλιστών, μπορείτε να το συμπεράνετε από τα παρακάτω γεγονότα: όταν ο Χόλμπαχ, ένας απ’ τους συνεπέστερους γάλλους υλιστές, έγραφε το βιβλίο του Σύστημα της Φύσης, δεν ήξερε ακόμα αυτά που ξέρουν σήμερα όλοι, όσοι έχουν τελειώσει το δικό μας δημοτικό σχολείο. Γ’ αυτόν ο αέρας ήταν κάτι το αδιαίρετο, ήταν ένα απ’ τα σημαντικότερα βασικά στοιχεία της φύσης, δηλαδή δεν ήξερε για τον αέρα περισσότερα πράγματα απ’ όσα γνώριζαν οι έλληνες 2000 χρόνια πριν απ’ αυτόν. Μερικά χρόνια μετά τη δημοσίευση του κυριότερου έργου του Χόλμπαχ, η χημεία απέδειξε - κατά πρώτο λόγο ο Λαβουαζιέ - ότι ο αέρας αποτελείται από διάφορα στοιχεία, από άζωτο και οξυγόνο, με τα οποία είναι ανακατεμένα σε ελάχιστες ποσότητες κι άλλα στοιχεία. Και μετά από άλλα 100 χρόνια, ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα, η χημεία ανακάλυψε μέσα σ αυτό το ελάχιστο μείγμα τα λεγόμενα ευγενή αέρια - αργόν και ήλιον - που είναι επίσης ύλη, αλλά ας πούμε μια ύλη εξαιρετικά λεπτεπίλεπτης κατασκευής.

Κι άλλο ένα παράδειγμα, σύντροφοι: Στη Σοβιετική Ρωσία χρησιμοποιούμε εντατικά την τηλεγραφία. Μας πρόσφερε τεράστιες υπηρεσίες σ’ όλο το διάστημα του αποκλεισμού και σ’ όλο το διάστημα του εμφύλιου πολέμου. Χωρίς αυτήν θα πλανιόμασταν κυριολεκτικά στο σκοτάδι. Και η τηλεγραφία, αν κανείς παρακολουθήσει την εξέλιξη της, υπάρχει μόνο 26 χρόνια. Μόλις το 1897 ανακαλύφθηκαν στη νεκρή και τραχιά ύλη, πράγματα τόσο άυλα, που για να τα ξεχωρίσουμε υποχρεωθήκαμε να χρησιμοποιήσουμε ονομασίες, που υπάρχουν ήδη στην αρχαία ινδική θρησκεία. Το ραδιόφωνο μεταδίδει ήχους. Μπορούμε εδώ, στη Μόσχα, ν’ ακούσουμε μια συναυλία που εκτελείται κάμποσες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Κι όλα αυτά γίνονται όχι με τη βοήθεια του «πνεύματος», αλλά με τη βοήθεια μιας - φυσικά εξαιρετικά λεπτής και ανάλαφρης - ύλης, που ερευνάται και διευθύνεται από μας τους ίδιους.

Σας ανέφερα αυτά τα παραδείγματα για να δείξω, πόσο οπισθοδρομικές είναι οι συνηθισμένες αντιλήψεις για το υλικό και το άυλο. Ακόμα πιο οπισθοδρομικές ήταν το 18ο αιώνα. Αν οι υλιστές εκείνης της εποχής είχαν στη διάθεση τους όλες αυτές τις καινούργιες γνώσεις, θα ήταν λιγότερο «τραχιοί», και δε θα απωθούσαν τόσο πολύ όλους τους «ευαίσθητους» ανθρώπους.

Οι σύγχρονοι του Καντ γερμανοί φιλόσοφοι, υποστήριξαν την ορθόδοξη άποψη. Τη θεωρία των υλιστών την απέκρουαν σαν άθεη και ανήθικη. Ο Καντ δεν αρκούνταν σε μια τόσο απλή απόφαση. Αναγνώριζε πολύ καλά ολόκληρη την αστάθεια των παραδοσιακών θρησκευτικών αντιλήψεων. Του έλειπε όμως η τόλμη και η συνέπεια για να σπάσει οριστικά κάθε δεσμό με το παλιό.

Το 1781 δημοσίευσε το κυριότερο έργο του, την Κριτική του Καθαρού Λόγου. Εκεί αναπτύσσεται με πολλή εμβρίθεια, ότι δεν υπάρχει καμιά απολύτως απόδειξη για την ύπαρξη θεού, για την αθανασία της ψυχής και για τις αιώνιες ιδέες, ότι η γνώση μας στηρίζεται στην πείρα. Εμείς βέβαια δε μπορούμε ν’ αναγνωρίσουμε τα ίδια τα πράγματα, την ουσία τους, αλλά μόνο τις μορφές που εκδηλώνονται, επιδρώντας στις αισθήσεις μας. Η ουσία όλων των πραγμάτων, που κρύβεται πίσω απ’ τα φαινόμενα, παραμένει για μας άγνωστη για πάντα. Μ’ αυτό τον τρόπο χαράχτηκε μια γέφυρα ανάμεσα στον υλισμό και στον ιδεαλισμό, ανάμεσα στην επιστήμη και στη θρησκεία. Ο Κάντ αρνιόταν τις κατακτήσεις της επιστήμης στη διερεύνηση της φύσης, ταυτόχρονα όμως άφηνε μια πορτούλα ανοιχτή για τη θρησκεία, δίνοντας της τη δυνατότητα να βαφτίζει την ουσία των πραγμάτων με τ’ όνομα του θεού.

Την επαμφοτερίζουσα στάση του, την επιθυμία του να μη θίξει ούτε την επιστήμη ούτε την πίστη, ο Καντ την προχώρησε ακόμα πιο πέρα. Έγραψε ένα δεύτερο βιβλίο, την Κριτική του Πρακτικού Λόγου. Σ’ αυτό πάσχιζε με πολλή εμβρίθεια ν’ αποδείξει, ότι αν στη θεωρία μπορεί κανείς να τα βγάλει πέρα χωρίς θεό, χωρίς την αθανασία της ψυχής, ωστόσο στην πράξη είναι υποχρεωμένος να τ’ αναγνωρίζει όλα αυτά. Γιατί η παραίτηση απ’ αυτά θ’ αφαιρούσε από την ανθρώπινη δραστηριότητα κάθε ηθικό υπόβαθρο.

Ο γερμανός ποιητής Χάινε, που ήταν ένας μεγάλος φίλος του Μαρξ και που σε μια ορισμένη εποχή είχε μεγάλη επιρροή πάνω του, περιγράφει πολύ παραστατικά τα ελατήρια αυτής της στάσης του Καντ. Ο Καντ είχε ένα γέρο, θεοσεβούμενο υπηρέτη, τον Λάμπε, που έμενε μαζί με τον κύριο του 40 χρόνια και τον φρόντιζε, όπως φροντίζει ο δούλος παιδαγωγός τον αφέντη του, το νεαρό ευγενή. Για τον Καντ ο Λάμπε ήταν η προσωποποίηση του κοσμάκη, που δε μπορεί να ζήσει χωρίς πίστη. Και ο Χάινε, αφού εκθέτει με λαμπρό τρόπο όλη την επαναστατική σημασία που έχει η Κριτική του Καθαρού Λόγου στην πάλη με τη θρησκεία κι ακόμα στην πάλη με την πίστη σε μια καθαρά θεϊκή προέλευση, εξηγεί τώρα γιατί ο Καντ χρειαζόταν την Κριτική του Πρακτικού Λόγου, στην οποία ξαναχτίζει πάλι όλα αυτά που είχε ο ίδιος γκρεμίσει. Γράφει λοιπόν ο Χάινε:

«Μετά την τραγωδία έρχεται η φάρσα. Ο Ιμμάνουελ Καντ έπαιξε ίσαμε τώρα το ρόλο του αδιάλλακτου φιλοσόφου, όρμησε στον ουρανό, αφόπλισε τη φρουρά του, ο ανώτατος άρχοντας του κόσμου κολυμπάει ανήμπορος μέσα στο αίμα του, δεν υπάρχει τώρα πια καμιά ευσπλαχνία, καμιά πατρική στοργή, καμιά ανταμοιβή στον άλλο κόσμο, η αθανασία της ψυχής πνέει τα λοίσθια - ρόγχοι, αγκομαχητά - κι ο γέρο Λάμπε στέκει κειδά με την ομπρέλα παραμάσχαλα, σα θλιμμένος θεατής, και κρύος ίδρωτας και δάκρυα του λούζουν το πρόσωπο. Τότε τον Καντ τον πιάνει η συμπόνοια, και δείχνει πως δεν είναι μόνο ένας μεγάλος φιλόσοφος, μα κι ένας καλός άνθρωπος, και στοχάζεται και μισοκαλόβολα-μισοειρωνικά λέει: ‘‘Ό γέρο Λάμπε πρέπει να χει ένα Θεό, αλλιώς ο φτωχός άνθρωπος δε μπορεί να ναι ευτυχισμένος - ο άνθρωπος όμως πρέπει να ‘ναι ευτυχισμένος πάνω στον κόσμο - αυτό λέει η πρακτική λογική - ας είναι - ας εγγυηθεί κι η πρακτική λογική την ύπαρξη του θεού’’»3.

Μεγάλη σημασία είχε ο Καντ και για την ιστορία της επιστήμης. Μαζί με το γάλλο αστρονόμο Λαπλάς απέδειξε, ότι η γη μας δε δημιουργήθηκε μέσα σε μια μέρα απ’ το θεό, όπως λέει η Βίβλος, αλλά ότι είναι προϊόν μιας μακρόχρονης εξέλιξης, ότι μαζί με όλα τ’ άλλα ουράνια σώματα διαμορφώθηκε απ’ τη συμπύκνωση της άμορφης, αραιωμένης ύλης των αρχέγονων νεφών.

Ο Καντ ουσιαστικά ήταν ο συμφιλιωτής της παλιάς και της καινούργιας φιλοσοφίας, ένας συμφιλιωτής και σ’ όλα τα πεδία της πρακτικής ζωής. Μόλο που δεν κατόρθωσε να σπάσει αποφασιστικά τους δεσμούς του με το παρελθόν, ωστόσο έκανε ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός. Οι συνεπέστεροι απ’ τους μαθητές του, που κατάλαβαν εξίσου καλά με τον Χάινε την πραγματική αίτια της διπροσωπίας του, απέρριψαν την Κριτική τον Πρακτικού Λόγου και ταυτόχρονα άντλησαν ριζοσπαστικά συμπεράσματα από την Κριτική του Καθαρού Λόγου.

Δε θα μιλήσω διεξοδικά για το φιλόσοφο Φίχτε, που τον αναφέρει ο Ενγκελς. Αυτός άσκησε ασύγκριτα μεγαλύτερη επίδραση στον Λασάλ παρά στον Μαρξ και τον Ενγκελς. Στη φιλοσοφία του όμως υπάρχει ένα στοιχείο που δεν αναπτύχθηκε καθόλου στο σύστημα του Καντ, και που άσκησε μεγάλη επιρροή πάνω στη γερμανική επαναστατική διανόηση. Ενώ ο Καντ ήταν ειρηνικός καθηγητής, που για δεκαετίες ολόκληρες δεν απομακρύνθηκε απ’ το αγαπημένο του Καίνιγκσμπεργκ, ο Φίχτε ήταν όχι μόνο ένας φιλόσοφος, αλλά κι ένας πρακτικός άνθρωπος της δράσης. Κι ακριβώς αυτό το στοιχείο της δράσης, της ενεργητικότητας, το εισήγαγε μέσα στη φιλοσοφία του. Στην παλιά αντίληψη για μια ειδική εξουσία που διευθύνει και καθοδηγεί τους ανθρώπους, αντιπαράθεσε την καινούργια αντίληψη, που κάνει την ανθρώπινη προσωπικότητα και τη δράση της κύρια πηγή κάθε θεωρίας και πράξης.

Περισσότερο απ’ όλους επηρέασε τον Μαρξ και τον Ένγκελς ο γερμανός φιλόσοφος Χέγκελ, που έχτισε το φιλοσοφικό του σύστημα πάνω στη βάση μιας κριτικής των συστημάτων του Κάντ και του Φίχτε.

Στα νεανικά του χρόνια ο Χέγκελ ήταν ένθερμος οπαδός της γαλλικής επανάστασης, όμως το 1831 που πέθανε, ήταν καθηγητής και υπάλληλος της Πρωσίας και η φιλοσοφία του απολάμβανε την επιδοκιμασία της φωτισμένης ανώτερης τάξης.

Ασυναίσθητα μπαίνει τώρα το ερώτημα, πώς μπόρεσε η φιλοσοφία του Χέγκελ να γίνει η πηγή, απ’ την οποία έσβησαν τη δίψα τους για γνώση ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λασάλ; Τι υπήρχε μέσα στη φιλοσοφία του Χέγκελ που τραβούσε ακαταμάχητα τους λαμπρότερους εκπρόσωπους της επαναστατικής και κοινωνικής σκέψης;

Η φιλοσοφία του Καντ, στις βασικές της γραμμές, είχε δημιουργηθεί ήδη πριν απ’ τη μεγάλη γαλλική επανάσταση. Όταν ξέσπασε η επανάσταση, ο Καντ ήταν κιόλας 65 χρονών. Επηρεάστηκε βέβαια απ’ αυτήν, κι εδώ όμως δεν ξέφυγε απ’ τους συνηθισμένους συμβιβασμούς του ούτε απ’ τα συμφιλιωτικά του συμπεράσματα. Εκείνο που πρέπει να θυμόσαστε είναι ότι, όπως είδαμε, στο βαθμό που αφορά την ιστορία του πλανήτη μας, στο χώρο της φύσης αφομοίωσε τη θεωρία της εξέλιξης· ωστόσο, ολόκληρο το σύστημα του περιοριζόταν στην εξήγηση του κόσμου, όπως είναι.

Αντίθετα ο Χέγκελ, που είχε περάσει μέσα απ’ τις εμπειρίες του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα - μιας εποχής τεράστιων αναστατώσεων της οικονομικής και της πολιτικής ζωής - συγκέντρωσε την προσοχή του στην ερμηνεία του κόσμου, έτσι όπως αναπτύσσεται. Δεν υπάρχει τίποτα που να μη βρίσκεται σε κίνηση. Η απόλυτη ιδέα του, η λογική, ζει και εμφανίζεται μόνο μέσα στη διαδικασία μιας αδιάκοπης κίνησης, της εξέλιξη. Τα πάντα κυλάνε, μεταβάλλονται, καταστρέφονται. Η αδιάκοπη κίνηση, η αδιάκοπη εξέλιξη της απόλυτης ιδέας, καθορίζει την εξέλιξη ολόκληρου του κόσμου μας σ’ όλα τα επίπεδα. Για να κατανοήσουμε τα φαινόμενα που μας περιβάλλουν, δεν αρκεί να τα μελετήσουμε, όπως υπάρχουν τώρα, πρέπει να κατανοήσουμε πώς εξελίχθηκαν, γιατί καθετί που μας περιβάλλει είναι το αποτέλεσμα μιας προηγούμενης εξέλιξης. Ακόμα περισσότερο. Ακόμα κι αν με την πρώτη ματιά έχουμε την εντύπωση, ότι ένα δοσμένο πράγμα βρίσκεται σε κατάσταση ακινησίας, αν το εξετάσουμε προσεχτικά και συνηθίσουμε το μάτι μας πάνω του, θα δούμε ότι μέσα του συντελείται μια κίνηση, μια πάλη, ότι μέσα του ενεργούν απ’ τη μια μεριά ορισμένες επιδράσεις και δυνάμεις που το διατηρούν στην κατάσταση που το γνωρίζουμε, κι απ’ την άλλη μεριά επιδράσεις και δυνάμεις που επιδιώκουν να το αλλάξουν.

Σε κάθε φαινόμενο, σε κάθε πράγμα, διαδραματίζεται μια πάλη αυτών των δυο αρχών, της θέσης και της αντίθεσης. Απ’ αυτές τις δυο αρχές η μία είναι η διατηρούσα κι η άλλη η καταστρέφουσα. Η διαδικασία της πάλης αυτών των δυο αρχών, που υπάρχουν σε κάθε φαινόμενο, καταλήγει σε κάτι ενδιάμεσο, στην ένωση των συγκρουόμενων αρχών.

Στη γλώσσα του Χέγκελ τούτο εκφράστηκε έτσι: Η λογική, η σκέψη, η ιδέα δεν παραμένουν ακίνητα, δεν απολιθώνονται σε μια κατάσταση, δεν εφησυχάζουν σε μια θέση. Απεναντίας, αυτή η θέση, αυτή η σκέψη, έρχεται σε αντίφαση με τον εαυτό της, χωρίζεται σε δυο σκέψεις αντίθετες, στην κατάφαση και στην άρνηση, στο Ναι και στο Όχι. Η πάλη αυτών των δυο αντιμαχόμενων στοιχείων, που καταλήγουν στην αντίθεση, δημιουργεί την κίνηση, που ο Χέγκελ την ονομάζει διαλεκτική, για να υπογραμμίσει το στοιχείο της πάλης που υπάρχει μέσα της. Στην πάλη αυτή, σ’ αυτή τη διαλεκτική, οι δυο αντιθέσεις εξισώνονται αμοιβαία και συνενώνονται. Η συγχώνευση αυτών των δυο αντιφατικών σκέψεων διαμορφώνει μια νέα σκέψη - τη σύνθεση τους. Αυτή η καινούργια σκέψη, αυτή η καινούργια ιδέα, χωρίζεται πάλι με τη σειρά της σε δυο αντίθετες σκέψεις - η θέση παράγει μια αντίθεση κι οι δυο συνενώνονται πάλι σε μια καινούργια σύνθεση.

Έτσι ο Χέγκελ θεωρούσε κάθε φαινόμενο, κάθε πράγμα, σαν μια διαδικασία, σαν κάτι που βρίσκεται σε αδιάκοπη κίνηση και σε αδιάκοπη εξέλιξη. Κάθε φαινόμενο δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα μιας προγενέστερης αλλαγής, αλλά φέρει μέσα του και το σπέρμα μιας καινούργιας αλλαγής. Ποτέ δεν εφησυχάζει σε μια κατακτημένη βαθμίδα - σύμφωνα με το μότο: έτσι ήταν πάντα, έτσι θα ναι για πάντα. Απεναντίας, μόλις κατακτήσει μια καινούργια βαθμίδα, αρχίζει μέσα του η πάλη των καινούργιων αντιφάσεων. Όπως τόσο ωραία λέει ο Χέγκελ, ακριβώς η πάλη των αντιθέσεων είναι η πηγή της εξέλιξης.

Αυτό αποτελούσε και το επαναστατικό στοιχείο στη φιλοσοφία του Χέγκελ. Μόλο που ο Χέγκελ ήταν ιδεαλιστής, μόλο που γι αυτόν η βάση ήταν το πνεύμα κι όχι η φύση, η ιδέα κι όχι η ύλη, άσκησε μια τεράστια επίδραση σ’ όλες τις ιστορικές και κοινωνικές επιστήμες, ακόμα και στις φυσικές επιστήμες. Προώθησε τη διερεύνηση της πραγματικότητας, πίεσε να αναζητηθούν όλες οι μορφές εξέλιξης της απόλυτης ιδέας. Όσο πιο ποικιλόμορφες ήταν οι εκδηλώσεις αυτής της ιδέας, τόσο πιο ποικιλόμορφες ήταν οι εκδηλώσεις, οι διαδικασίες των οποίων έπρεπε να μελετηθεί η εξέλιξη.

Για να καταλάβετε ακόμα καλύτερα, τι ακριβώς ήταν τόσο ελκυστικό σ’ αυτή τη φαινομενικά στεγνή φιλοσοφία με τη νεφελώδη γλώσσα της, τι τραβούσε σ’ αυτήν τον Μαρξ, τον Ένγκελς και τον Λασάλ, τι τράβηξε σ’ αυτήν και τους δικούς μας ρώσους επαναστάτες - τον Μπιελίνσκι, τον Χέρτσεν, τον Μπακούνιν, τον Τσερνιτσέφσκι - θα σας διαβάσω τι γράφει γι’ αυτήν ο τελευταίος:

«Η αιώνια αλλαγή της μορφής, η αιώνια απώθηση της μορφής, που γεννιέται από κάποιο ορισμένο περιεχόμενο η κάποια ορισμένη τάση, εξαιτίας της ενίσχυσης αυτής της τάσης, της ανώτατης εξέλιξης αυτού του περιεχομένου - όποιος κατάλαβε αυτό τον παντοδύναμο, αιώνιο, πανταχού παρόντα νόμο, όποιος συνήθισε να τον εφαρμόζει, σε κάθε φαινόμενο - πόσο ήρεμα αντιμετωπίζει, τις δυνατότητες, που τόσο συγκλονίζουν τους άλλους. Και με τα λόγια του ποιητή:

Ποντάρησα τα πάντα μου στο μηδέν, κι ο κόσμος ολόκληρος μου ανήκει.

Δεν πενθεί για τίποτα απ αυτά που επέζησαν, και λέει: Ας γίνει ό,τι να ‘ναι, θα ‘ρθουν και καλύτερες μέρες.»

Δε θα σταθώ στις άλλες πλευρές της χεγκελιανής φιλοσοφίας, που εξηγούν γιατί έδωσε μια τόσο ισχυρή ώθηση για μια πιο προσεχτική μελέτη της πραγματικότητας. Όσο περισσότερο οι μαθητές του Χέγκελ μελετούσαν την πραγματικότητα στο φως, και κάτω απ’ την καθοδήγηση, της διαλεκτικής μεθόδου που δημιούργησε ο δάσκαλος τους, τόσο πιο φανερό γινόταν ένα αποφασιστικό μειονέκτημα αυτής της φιλοσοφίας: ήταν μια ιδεαλιστική φιλοσοφία, δηλαδή βασική κινητήρια δύναμη και γενεσιουργό αιτία θεωρούσε την απόλυτη ιδέα, τη συνείδηση που καθορίζει το Είναι.

Αυτό το αδύνατο σημείο του χεγκελιανού συστήματος προκαλούσε την κριτική. Μπορούσε κανείς να πει, ότι ουσιαστικά αυτή η απόλυτη ιδέα δεν ήταν παρά μια νέα παραλλαγή της παλιάς γνωστής μας τριάδας, Θεός-Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα, αυτού του άυλου θεού που φιλόσοφοι όπως ο Βολταίρος τον δημιούργησαν για τον εαυτό τους και προπάντων για το λαό.

Κι ακριβώς κάτω απ’ αυτή τη σκοπιά εξετάζει τη φιλοσοφία του Χέγκελ ένας απ’ τους πιο προικισμένους μαθητές του, ο Λούντβιχ Φόυερμπαχ. Αυτός κατανοούσε πολύ καλά την επαναστατική πλευρά της φιλοσοφίας του Χέγκελ και την αφομοίωσε, κατόπι όμως έθεσε το παρακάτω ερώτημα: Μπορεί πραγματικά αυτή η απόλυτη ιδέα, στην εξέλιξη της, να καθορίσει όλο το Είναι; Ο Φόυερμπαχ απάντησε αρνητικά σ’ αυτό το ερώτημα. Αντέστρεψε τη βασική θέση του Χέγκελ και έδειξε ότι, απεναντίας, το Είναι καθορίζει τη συνείδηση, ότι υπήρξε μια εποχή που το «Είναι» υπήρχε χωρίς συνείδηση, έδειξε ότι η σκέψη, η ίδια η ιδέα, είναι ένα προϊόν του Είναι. Απ’ τη σκοπιά του η χεγκελιανή φιλοσοφία ήταν το τελευταίο θεολογικό σύστημα, γιατί αντικαθιστούσε το θεό μ’ ένα εξίσου αρχέγονο ον, την απόλυτη ιδέα. Ο Φόυερμπαχ απέδειξε, ότι όλες οι αντιλήψεις μας για το θεό, τα διάφορα θρησκευτικά συστήματα, ανάμεσα τους κι ο χριστιανισμός, είναι προϊόντα του ίδιου του ανθρώπου, ότι σύμφωνα μ’ αυτά δε δημιουργεί ο θεός τον άνθρωπο, αλλά αντίστροφα, ο άνθρωπος δημιουργεί το θεό κατ’ εικόνα του. Φτάνει να ξεκαθαρίσει κανείς όλο αυτό τον κόσμο απ’ τα φαντάσματα, απ’ τα εξωγήινα πλάσματα, απ’ τους αγγέλους, τις μάγισσες και τα παρόμοια φαινόμενα, που έχουν όλα το ίδιο υπόβαθρο, μια θεϊκή οντότητα, και θα μείνει ο ανθρώπινος κόσμος. Έτσι βασική αρχή ολόκληρης της φιλοσοφίας του Φόυερμπαχ είναι ο άνθρωπος. Ανώτατος νόμος για τον ανθρώπινο κόσμο δεν είναι ο νόμος του θεού, αλλά το καλό του ίδιου του ανθρώπου. Για να το εκφράσουμε στην επιστημονική γλώσσα: ο Φόυερμπαχ στην παλιά θεολογική αρχή αντέταξε μια νέα αρχή, την ανθρωπολογική ή ανθρώπινη.

Αν διαβάσετε τους παλιούς κριτικούς και δημοσιολόγους μας, τον Τσερνιτσέφσκι και τον Ντομπρολιούμπωφ, θα δείτε σύντροφοι, ότι η κοσμοθεώρησή τους βασίζεται ακριβώς σ’ αυτή την ανθρωπολογική μορφή, ότι γι’ αυτούς αφετηριακό σημείο είναι ο άνθρωπος κι οι ανάγκες του. Για να οικοδομηθεί μια πραγματική ανθρώπινη κοινότητα, πρέπει να ενδιαφερθεί κανείς όχι μόνο για το πνεύμα, αλλά και για το σώμα, πρέπει να ενδιαφερθεί για την ικανοποίηση όλων των αναγκών του ανθρώπου.

Πρέπει να δημιουργηθούν προϋποθέσεις, κάτω απ’ τις όποιες ο άνθρωπος να μπορεί ν αναπτύξει όλες του τις ικανότητες. Σ’ αυτά τα συμπεράσματα κατέληξαν με τη βοήθεια του Φόυερμπαχ. Κι όλα αυτά τα αφομοίωσαν κι ο Μαρξ κι ο Ενγκελς καθώς κι όλοι οι προοδευτικοί διανοούμενοι της εποχής εκείνης. Αν μελετήσετε την ιστορία της ρώσικης κοινωνικής σκέψης, θα συναντήσετε αυτό το ενδιαφέρον φαινόμενο. Φτάνει να συγκρίνετε τα έργα του Μαρξ και του Ενγκελς, που τα ‘γραψαν μέχρι το 1845, με τα έργα του Χέρτσεν, του Μπιελίνσκι, του Ντομπρολιούμπωφ και του Τσερνιτσέφσκι, κι αμέσως θα διαπιστώσετε την ομοιότητα των ιδεών και των απόψεων, που είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο οι ρώσοι συγγραφείς μας πέρασαν απ’ την ίδια εξέλιξη απ’ τον Χέγκελ στον Φουερμπαχ. Και γνωρίζετε, ότι ούτε ο Τσερνιτσέφσκι ουτε ο Ντομπρολιούμπωφ, κι ακόμα λιγότερο ούτε ο Χέρτσεν, ήταν μαρξιστές η κομμουνιστές, μόλο που ήταν σοσιαλιστές. Όλοι τους σταμάτησαν σε ένα ορισμένο στάδιο - ακόμα κι ο Τσερνιτσέφσκι, που προχώρησε μακρύτερα απ’ όλους πάνω στο δρόμο που τον είχε ωθήσει η μελέτη του Φόυερμπαχ.

Πρώτος ο Μαρξ εισήγαγε κάτι εντελώς καινούργιο στη φιλοσοφία του Φόυερμπαχ, αντλώντας απ’ αυτήν τα πιο μακρόπνοα συμπεράσματα. Αλλά για να καταλάβουμε τι ακριβώς ήταν το Νέο που εισήγαγε στη γερμανική φιλοσοφία ο Μαρξ, πρέπει να γυρίσουμε γι’ άλλη μια φορά πίσω.

Όταν σας μίλησα για τα νεανικά χρόνια του Μαρξ, επισήμανα μια χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Θυμόσαστε ότι ο Μαρξ, στη σχολική του έκθεση, είχε ισχυριστεί πώς ήδη πριν απ’ τη γέννηση του ανθρώπου, λειτουργούν μια σειρά από προϋποθέσεις που του καθορίζουν από τα πριν το μελλοντικό του επάγγελμα. Δηλαδή ο Μαρξ γνώριζε ήδη από γυμνασιόπαιδο την ιδέα που αποτελεί το λογικό επακόλουθο της υλιστικής φιλοσοφίας του 18ου αιώνα. Ο άνθρωπος είναι ένα προϊόν του περιβάλλοντος του, των περιστάσεων, και γιαυτό δε μπορεί να ‘ναι απόλυτα ελεύθερος στην εκλογή του επαγγέλματος του, δε μπορεί να ‘ναι ο ίδιος δημιουργός της ευτυχίας του. Από τότε κιόλας είχα επισημάνει πώς σ’ αυτή τη θέση δεν υπάρχει τίποτα το καινούργιο, που να το χει δημιουργήσει ο Μαρξ. Αυτός απλά και μόνο διατύπωσε - έστω και με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο - ό,τι είχε διαβάσει επανειλημμένα στα έργα που τόσο πολύ αγαπούσε ο πατέρας του. Όταν μπήκε στο πανεπιστήμιο και βρέθηκε σ’ ένα καινούργιο πνευματικό περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχούσε η γερμανική κλασική-φιλοσοφία, απαρχής κιόλας αντέταξε στον ιδεαλισμό της μια πιο έντονα υλιστική κοσμοθεώρηση. Γιαυτό άντλησε γρήγορα όλα τα ριζοσπαστικά συμπεράσματα απ’ τη χεγκελιανή φιλοσοφία και χαιρέτησε μ’ ενθουσιασμό την Ουσία τον Χριστιανισμού του Φόυερμπαχ. Αυτός, στην κριτική του κατά του χριστιανισμού, κατέληξε στα ίδια συμπεράσματα με τους ριζοσπάστες υλιστές του 18ου αιώνα, με μόνη τη διαφορά, πώς εκεί που αυτοί είχαν δει μόνο απάτη και δεισιδαιμονία, ο Φόυερμπαχ, που είχε περάσει απ’ τη σχολή του Χέγκελ, διαπίστωσε μια αναπόφευκτη φάση του ανθρώπινου πολιτισμού. Ωστόσο και στον Φόυερμπαχ, ο άνθρωπος ήταν μια εξίσου αφηρημένη φυσιογνωμία, όπως και στους γάλλους υλιστές του 18ου αιώνα.

Αρκούσε να προχωρήσουν ακόμα παραπέρα στην κριτική, στην ανάλυση τόσο του ανθρώπου όσο και του περιβάλλοντος του, για να δουν ότι αυτός ο άνθρωπος παρουσιάζεται με ποικίλες μορφές, ότι είναι κλεισμένος στις πιο διαφορετικές επιδερμίδες, ότι φέρει τα πιο διαφορετικά δέρματα. Ο βασιλιάς της Πρωσίας κι ο ανώτατος πρόεδρος της Ρηνανίας ήταν εξίσου άνθρωποι όπως κι ο χωριάτης του Μόζελ κι ο εργάτης των εργοστασίων. Μ’ αυτούς είχε να κάνει ο Μαρξ στην επαρχία του Ρήνου. Όλοι αυτοί είχαν τα ίδια όργανα: ένα κεφάλι, πόδια και χέρια. Φυσιολογικά και ανατομικά δεν υπήρχε καμιά ιδιαίτερη διαφορά ανάμεσα σ’ ένα χωριάτη του Μόζελ και σ’ ένα πρώσο κτηματία, και όμως ταυτόχρονα επικρατούσε τεράστια διαφορά απ’ την άποψη της κοινωνικής τους θέσης.

Οι άνθρωποι όμως διέφεραν ο ένας απ’ τον άλλο, όχι μόνο τοπικά αλλά και χρονικά. Οι άνθρωποι του 18ου αιώνα διέφεραν απ’ τους ανθρώπους του 12ου και του 19ου. Από που προέρχονταν αυτές οι διαφορές, αν ο άνθρωπος καθαυτός δεν άλλαζε και δεν ήταν παρά μόνο ένα προϊόν της φύσης;

Σ’ αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε κι η σκέψη του Μαρξ. Δεν αρκεί να πει κανείς, ότι ο άνθρωπος είναι το προϊόν του περιβάλλοντος και ότι το περιβάλλον διαμορφώνει τον άνθρωπο. Για να διαμορφωθούν τόσο διαφορετικοί άνθρωποι, πρέπει και αυτό το ίδιο το περιβάλλον να ‘ναι διαφορετικό, πρέπει να εμπεριέχει διαφορές αντιθέσεις.

Αποδείχνεται έτσι, ότι αυτό το περιβάλλον δεν είναι απλά ένα άθροισμα ανθρώπων, αλλά ένα κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο οι άνθρωποι συνδέονται με ορισμένες σχέσεις, και ανήκουν σε διάφορες κοινωνικές ομάδες.

Γιαυτό ο Μαρξ δε μπορούσε να ικανοποιηθεί ούτε και με την κριτική του Φόυερμπαχ για τη θρησκεία. Ο Φόυερμπαχ ερμήνευε την ουσία της θρησκείας με την ουσία του ανθρώπου· όμως η ουσία του ανθρώπου δεν είναι κάτι αφηρημένο, που είναι έμφυτο στον άνθρωπο σαν μεμονωμένο άτομο. Ο ίδιος ο άνθρωπος αποτελεί ήδη το άθροισμα, το σύνολο καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων. Δεν υπάρχει απομονωμένος άνθρωπος που ζει για τον εαυτό του. Άλλα και οι φυσικοί δεσμοί ανάμεσα στους ανθρώπους, ανάλογα με το περιεχόμενο τους, δίνουν τη θέση τους στους κοινωνικούς δεσμούς, που διαμορφώθηκαν ανάμεσα τους στη διαδικασία της ιστορικής εξέλιξης. Γιαυτό το θρησκευτικό αίσθημα δεν είναι κάτι το φυσικό, δοσμένο απ’ τη φύση - είναι κι αυτό το ίδιο ένα κοινωνικό προϊόν.

Δεν αρκεί λοιπόν να λέμε ότι ο άνθρωπος είναι η αφετηρία της νέας κοσμοθεώρησης. Είμαστε υποχρεωμένοι να προσθέτουμε, ότι πρόκειται για τον κοινωνικό άνθρωπο, δηλαδή τον άνθρωπο που είναι το προϊόν μιας ορισμένης κοινωνικής εξέλιξης, που διαμορφώνεται και αναπτύσσεται στο έδαφος μιας κοινωνίας, στρωματοποιημένης και διαφοροποιημένης κατά τρόπο καθορισμένο. Αν εξετάσουμε από πιο κοντά αυτή την εξέλιξη, θα δούμε ότι αυτή η στρωματοποίηση, η διαφοροποίηση του περιβάλλοντος σε διάφορες τάξεις, δεν είναι κάτι το αρχέγονο, αλλά αντίθετα είναι κι αυτή πάλι προϊόν μιας μακριάς ιστορικής εξέλιξης. Αν ερευνήσουμε με ποιο τρόπο πραγματοποιήθηκε αυτή η εξέλιξη, θα διαπιστώσουμε, πώς ήταν πάντα μια πάλη αντιφάσεων, αντιθέσεων, που γεννήθηκαν στο κάθε φορά ορισμένο στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης.

Ο Μαρξ δεν αρκέστηκε σ’ αυτό, υπέβαλε και τις άλλες φιλοσοφικές θέσεις του Φόυερμπαχ σε μια κριτική. Στην καθαρά θεωρητική, εγκεφαλική φιλοσοφία, εισάγει ένα καινούργιο στοιχείο - την επαναστατική, πρακτική δράση που βασίζεται στην κριτική της πραγματικότητας.

Όπως οι γάλλοι υλιστές, ο Φόυερμπαχ δίδασκε, πως οι άνθρωποι είναι ένα προϊόν των περιστάσεων και της παιδείας, ένα προϊόν της επίδρασης του Είναι πάνω στη συνείδηση. Αυτό γεννούσε την αντίληψη ότι ο άνθρωπος, έτσι όπως είναι, με κεφάλι, χέρια, πόδια, ξεκομμένος απ’ τον υπόλοιπο ζωικό κόσμο, δεν αποτελεί παρά μόνο ένα καθορισμένο μηχανισμό επαίσθησης, που είναι υποταγμένος στην επίδραση της φύσης. Όλες οι σκέψεις του, οι ιδέες του, είναι ένα αντικαθρέφτισμα αυτής της φύσης. Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τον Φόυερμπαχ, ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα παθητικό στοιχείο, που δέχεται υπάκουα όλα τα φυσικά ερεθίσματα.

Σ’ αυτό τον ισχυρισμό ο Μαρξ αντέταξε έναν άλλο: όλα όσα συμβαίνουν μέσα στον άνθρωπο, ακόμα κι οι αλλαγές του ανθρώπου, είναι αποτελέσματα όχι μόνο της επίδρασης που ασκεί πάνω του η φύση, αλλά και σε μεγαλύτερο ακόμα βαθμό είναι αποτέλεσμα της επίδρασης που ασκεί ο άνθρωπος πάνω στη φύση. Η εξέλιξη της ανθρωπότητας συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι το ανθρωπόμορφο ον της αρχέγονης κοινωνίας, στον αδιάκοπο αγώνα για την επιβίωση του, δεν είναι υποταγμένο παθητικά στη φύση, αλλά επιδρά κι αυτό πάνω της, και μεταβάλλοντας τη φύση, μεταβάλλει τους όρους της δικής του ζωής, και ταυτόχρονα μεταβάλλει και τον ίδιο τον εαυτό του.

Έτσι ο Μαρξ, στην παθητική φιλοσοφία του Φόυερμπαχ εισήγαγε ένα επαναστατικό, ενεργητικό στοιχείο. Καθήκον της φιλοσοφίας - λέει ο Μαρξ, σ’ αντίθεση με τον Φόυερμπαχ - δεν είναι μόνο να ερμηνεύει τον κόσμο, αλλά και να τον μεταβάλλει. Η θεωρία συμπληρώνεται από την πράξη, η κριτική της πραγματικότητας του κόσμου που μας περιβάλλει, η άρνηση της, με την πραγματική δουλιά, με την πρακτική δράση. Έτσι ο Μαρξ εισήγαγε στη φιλοσοφία του υλισμού την επαναστατική αρχή, μετέβαλε την ενατενιστική φιλοσοφία του Φόυερμπαχ σε μια ενεργή φιλοσοφία. Με την πράξη του, μ’ ολόκληρη τη δράση του, ο άνθρωπος πρέπει ν’ αποδείχνει την αλήθεια της σκέψης του και του προγράμματος του. Όσο καλύτερα το επιτελεί στην πράξη, όσο πιο γρήγορα το μετατρέπει σε πράξη, τόσο πιο τεκμηριωμένα αποδείχνει, ότι μέσα στην ίδια την πραγματικότητα περιέχονταν ήδη όλα τα στοιχεία για τη λύση των προβλημάτων που έθεσε στον εαυτό του, για την πραγματοποίηση του προγράμματος που επεξεργάστηκε.

Αυτή την κριτική του Φόυερμπαχ τη διατύπωσε ο Μαρξ σε γενικές γραμμές από πολύ νωρίς. Αν παρακολουθήσετε προσεχτικά την πορεία της σκέψης του, εύκολα θα καταλάβετε με ποιο τρόπο έφτασε στη βασική του ιδέα, που η επεξεργασία της τον οδήγησε στον επιστημονικό κομμουνισμό.

Ο Μαρξ ξεπήδησε μέσα απ’ τη γερμανική διανόηση. Και μ’ αυτήν κάνει μια συζήτηση, για να την πείσει για την αστάθεια των παλιών της απόψεων. Είμαστε όλοι σύμφωνοι, έλεγε, ότι η γερμανική πραγματικότητα που μας περιβάλλει, ότι η Πρωσία, μέσα στην όποια ασφυκτιά ολόκληρη η κοινωνική ζωή, στην όποια δεν υπάρχει ελευθερία στη σκέψη μήτε στην παιδεία, ότι ολόκληρος αυτός ο κόσμος είναι πολύ απωθητικός. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι αυτός ο κόσμος πρέπει να μεταβληθεί, αν δε θέλουμε, ο γερμανικός λαός να βυθιστεί ολοκληρωτικά μέσα σ’ αυτό το φριχτό βούρκο.

Με ποιο τρόπο όμως μπορεί ν’ αλλάξει: ρωτάει ο Μαρξ. Μπορεί ν’ αλλάξει μόνο, αν μέσα σ’ αυτή τη γερμανική κοινωνία βρεθεί μια ομάδα, μια τάξη ανθρώπων, που εξαιτίας όλων των συνθηκών της ζωής τους ενδιαφέρονται ν’ αλλάξουν αυτό τον κόσμο.

Ο Μαρξ εξετάζει διαδοχικά τις διάφορες ομάδες που υπάρχουν μέσα στη γερμανική κοινωνία: τους ευγενείς, τους υπάλληλους, την αστική τάξη. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η τελευταία - αντίθετα απ τη γαλλική αστική τάξη, που έπαιξε τεράστιο επαναστατικό ρόλο- δεν είναι σε θέση ν’ αναλάβει το ρόλο της απελευθεριότριας τάξης, που θ’ αλλάξει ολόκληρη την κοινωνία.

Όμως αν όχι η αστική τάξη, ποια άλλη τάξη μπορεί ν’ αναλάβει αυτό το ρόλο: Κι ο Μαρξ, που την εποχή αυτή μελετάει μ’ εξαιρετική προσοχή την ιστορία και τις συνθήκες που επικρατούν στην Αγγλία και στη Γαλλία, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι αυτή η τάξη μπορεί να ναι μόνο το προλεταριάτο.

Έτσι ο Μαρξ, ήδη το 1844, εκφράζει την παρακάτω βασική θέση: η τάξη που μπορεί και πρέπει ν’ αναλάβει την αποστολή ν’ απελευθερώσει το γερμανικό λαό, και να μεταβάλει ολόκληρη την κοινωνική τάξη πραγμάτων, δε μπορεί να ναι παρά μόνο το προλεταριάτο. Γιατί; Επειδή αυτή ήταν η τάξη, που στις συνθήκες ζωής της ενσωμάτωνε όλα τα κακά της σύγχρονης αστικής κοινωνίας. Δεν υπήρχε καμιά άλλη τάξη που να βρίσκεται πιο χαμηλά στην κλίμακα των κοινωνικών τάξεων και που πάνω της να βαραίνει ολόκληρη η υπόλοιπη κοινωνία.

Ενώ η υπόσταση όλων των υπόλοιπων βασίζεται πάνω στην ατομική ιδιοκτησία, το προλεταριάτο είναι αποστερημένο απ’ αυτή την ιδιοκτησία και δεν έχει κανένα συμφέρον να διατηρήσει με κάθε τρόπο την υπάρχουσα κοινωνία. Στο προλεταριάτο λείπει μόνο η συνείδηση της αποστολής του, οι γνώσεις και η φιλοσοφία. Και θα γίνει άξονας όλου του απελευθερωτικού κινήματος, φτάνει μόνο να διαποτιστεί απ’ αυτή τη συνείδηση, απ’ αυτή τη φιλοσοφία, φτάνει να καταλάβει όλους τους ορούς της απελευθέρωσης του και φτάνει να καταλάβει την τεράστια αποστολή που έχει να εκπληρώσει.

Αυτή είναι η βασική ιδέα του Μαρξ, που του ανήκει αποκλειστικά. Μόλο που οι μεγάλοι ουτοπιστές - ο Σαιν-Σιμόν, ο Φουριέ, ο Όουεν, ιδιαίτερα ο τελευταίος - έστρεψαν ήδη την προσοχή τους στην «πολυαριθμότερη και αθλιότερη» τάξη, στους προλετάριους, ωστόσο ξεκινούσαν όλοι από την πεποίθηση, ότι το προλεταριάτο δεν είναι παρά η πιο μαρτυρική και πιο φτωχή τάξη, ότι έπρεπε να φροντίσουν γι αυτήν, κι ότι αυτό θα ‘πρεπε να το κάνουν οι ανώτερες, μορφωμένες τάξεις. Στην αθλιότητα του προλεταριάτου έβλεπαν μόνο την αθλιότητα, και δεν αντιλαμβάνονταν την επαναστατική πλευρά που έκρυβε μέσα της αυτή η αθλιότητα, σαν προϊόν της αποσύνθεσης της αστικής κοινωνίας.

Πρώτος ο Μαρξ κατέδειξε, ότι το προλεταριάτο δεν είναι μόνο μια μαρτυρική τάξη, αλλά κι ένας ενεργητικός αγωνιστής ενάντια στην αστική κοινωνία, ότι αυτή η τάξη, εξαιτίας των όρων της ζωής της, θα μετατραπεί στη μοναδική επαναστατική τάξη της αστικής κοινωνίας.

Αυτή την ιδέα, που ο Μαρξ τη διατύπωσε ήδη στις αρχές του 1844, την ανέπτυξε σ’ ένα έργο που έγραψε μαζί με τον Ένγκελς. Ονομάζεται Η Αγία οικογένεια και στρέφεται ενάντια στους πρώην συμμαθητές, τους αδερφούς Μπάουερ. Σ’ αυτό το βιβλίο ο Μαρξ σαρκάζει με τον πιο φαρμακερό τρόπο όλες τις προσπάθειες των γερμανών διανοούμενοι ν’ αποτραβηχτούν από το προλεταριάτο, η να αρκεστούν σε αγαθοεργές ενώσεις, που οφείλουν να ευεργετούν το προλεταριάτο. Ο Μαρξ εξηγεί γι’ άλλη μια φορά στη γερμανική διανόηση την επαναστατική σημασία του προλεταριάτου, που λίγους μήνες πιο πριν, στην εξέγερση των υφαντών της Σιλεσίας, είχε δείξει ότι, όταν πρόκειται για την προάσπιση των ζωτικών συμφερόντων του, δε σταματά ούτε μπροστά στην εξέγερση.

Ήδη σ’ αυτό το βιβλίο, ο Μαρξ βάζει τις βάσεις και για την παραπέρα ανάπτυξη της καινούργιας κοσμοθεωρίας του. Το προλεταριάτο είναι μια ιδιαίτερη τάξη, γιατί η ίδια η κοινωνία μέσα στην οποία ζει, είναι μια ταξική κοινωνία. Αντίπαλος του προλεταριάτου είναι η αστική τάξη. Τον εργάτη τον εκμεταλλεύεται ο καπιταλιστής. Κι εδώ γεννιέται ένα καινούργιο πρόβλημα. Από πού προέρχονται οι καπιταλιστές: Ποιοι λόγοι δημιούργησαν την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας απ’ το κεφάλαιο;

Ήταν αναγκαίο να ερευνηθεί αυτή η κοινωνία, οι βασικοί νόμοι της ανάπτυξης και της ύπαρξης της. Κι ο Μαρξ πάλι αφήνει μακριά πίσω του τον Φόυερμπαχ, που εντελώς γενικά και λίγο ενδιαφέρθηκε για το πρόβλημα της ανάπτυξης των κοινωνικών σχέσεων, και που στο ζήτημα αυτό βρισκόταν σημαντικά πιο πίσω από το δάσκαλο του τον Χέγκελ, ο οποίος - με τον ιδεαλιστικό τρόπο του - είχε ερευνήσει προσεχτικά τους νόμους της εξέλιξης της αστικής κοινωνίας.

Ο Μαρξ τονίζει ήδη σ’ αυτό το βιβλίο, ότι δε μπορούμε να καταλάβουμε τίποτα απ’ την ιστορία μιας ορισμένης περιόδου, αν δε γνωρίζουμε την κατάσταση της βιομηχανίας κι αν μας είναι άγνωστοι διάμεσοι όροι της παραγωγής, οι υλικοί όροι της ανθρώπινης ζωής, οι σχέσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους, μέσα στη διαδικασία της ικανοποίησης των υλικών τους αναγκών.

Απ’ την εποχή αυτή ο Μαρξ αρχίζει να εργάζεται εντατικά πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα. Παρακάτω θα δούμε σε ποιο συμπέρασμα έφτασε στη διάρκεια των επόμενων 2 χρόνων, πριν ακόμα από την επανάσταση του 1848. Ρίχνεται στη μελέτη της πολιτικής οικονομίας, για να καταλάβει καλύτερα ολόκληρο το μηχανισμό των οικονομικών σχέσεων της σύγχρονης κοινωνίας.

Ο Μαρξ όμως δεν ήταν μόνο ένας φιλόσοφος, που ήθελε να εξηγήσει τον κόσμο, ήταν ένας επαναστάτης που προσπαθούσε να τον αλλάξει. Η θεωρητική του δουλιά συμβάδιζε με την πρακτική.

Την επόμενη φορά θα μάθετε, πώς μέσα σε δυόμισι χρόνια, μέσα σ’ έναν ανελέητο αγώνα ανάμεσα σε διάφορες ομάδες, δημιούργησε μαζί με τον Ενγκελς την οργάνωση, που μ’ εντολή της συνέταξαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο: την Ένωση των Κομμουνιστών.

Πηγή: Νταβίντ Ριαζάνοφ, Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους, Γράμματα, Αθήνα, χ.χ.έ. Αναδημοσίευση: Εργατική Δημοκρατία, 9 Μαρτίου 2013 έως 5 Απριλίου 2013. 

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους [2ο Μέρος]

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους [3ο Μέρος]

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όχι μόνο για αρχάριους [4ο Μέρος]

Σημειώσεις

1. «Ναρόντναγια Βόλια»: μπορεί να μεταφραστεί σαν «Λαϊκή Βούληση» η «Λαϊκή Ελευθερία». Κατά το παράδειγμα αυτής της ομάδας, πολλοι ρώσοι διανοούμενοι πήγαν στη δεκαετία του 1870 «στο λαό», δηλαδή στους αγρότες, για να τους διαφωτιςουν, να τους έπαναστατικοποιήσουν και να τους κερδίσουν για έναν αγρότικό σοσιαλισμό (πρβ. το κείμενο για τον Ριαζάνωφ).

2. ΜΕW, τόμ. 19, σελ, 188.

3. Η. Heine, Απαντα σε XIV τόμους, τόμ. IX, Μόναχο 1964, σελ. 250 κ.έ.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017 10:26
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.