Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017 22:39

Ο νεαρός Μπένγιαμιν

Κατηγορία Θεωρία

Michael Löwy

Ο νεαρός Μπένγιαμιν

Η συζήτηση για το έργο του Βάλτερ Μπένγιαμιν επικεντρώθηκε παραδοσιακά στην πολιτιστική του κριτική, παρακάμπτοντας τις μαρξιστικές πολιτικές του δεσμεύσεις. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε ένα σημαντικό σώμα μαρξιστικής συζήτησης για τα γραπτά του Μπένγιαμιν, εστιάζοντας κυρίως στο πιο «υλιστικό» έργο του από τη δεκαετία του 1930. Ωστόσο, τα πρώιμα μαρξιστικά γραπτά του Μπένιαμιν - τα οποία αντιπροσωπεύουν μια αρκετά ετερόδοξη, ασυνήθιστη και επίκαιρη προσπάθεια να συνδυάσει τον αναρχισμό με τον κομμουνισμό - αξίζουν μεγαλύτερη προσοχή.

Πριν από το 1924, ο αναρχισμός φαίνεται ότι αποτελούσε την κύρια πολιτική έμπνευση του νεαρού Μπένγιαμιν. Στη διάλεξή του Η ζωή των φοιτητών (1915), αποδίδει φόρο τιμής στο «Τολστοϊκό Πνεύμα» για τους φτωχούς, το οποίο έχει αναπτυχθεί «αναπτύχθηκε στη σκέψη των πιο βαθιά αφοσιωµένων αναρχικών ή στα Χριστιανικά µοναστικά τάγµατα»1. Στο δοκίμιο του 1921, Για μια Κριτική της Βίας2, μπορούμε να βρούμε αντανακλάσεις άμεσα προερχόμενες από τον Ζορζ Σορέλ και το αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα.

Ο Μπένγιαμιν δεν κρύβει την απόλυτη περιφρόνησή του για τους κρατικούς θεσμούς, όπως την αστυνομία («μαρτυρά το μέγιστο εκφυλισμό βίας που μπορεί να συλλάβει κανείς») ή το κοινοβούλιο («αξιολύπητοι θεατρινισμοί»3) και εγκρίνει χωρίς επιφυλάξεις την αντικοινοβουλευτική κριτική των μπολσεβίκων και των αναρχοσυνδικαλιστών - δύο ρεύματα που θεωρεί ότι ανήκουν στο ίδιο στρατόπεδο.

Εγκωμιάζει επίσης την σορελική προτροπή για μια γενική απεργία ως συλλογική δράση, η οποία «θεωρεί ως μοναδικό της έργο την καταστροφή της κρατικής εξουσίας». Η στρατηγική του Σορέλ, την οποία ο Μπένγιαμιν προσδιορίζει με τη λέξη «αναρχική», του φαίνεται πιο ενδεδειγμένη, είναι «βαθιά, ηθική και πραγματικά επαναστατική»4.

Σε ένα κείμενο της ίδιας περιόδου (το οποίο παρέμεινε αδημοσίευτο κατά τη διάρκεια της ζωής του), «Το δικαίωμα στη χρήση της βίας. Σελίδες για έναν θρησκευτικό σοσιαλισμό» (1920-21), ο Μπένγιαμιν περιγράφει ρητά τη δική του σκέψη ως αναρχική: «Η παρουσίαση αυτής της οπτικής είναι ένα από τα καθήκοντα της ηθικής μου φιλοσοφίας, για τα οποία ο όρος Αναρχισμός μπορεί ασφαλώς να χρησιμοποιηθεί. Είναι μια θεωρία που δεν απορρίπτει το ηθικό δικαίωμα στη βία ως τέτοια, αλλά μάλλον την αρνείται σε οποιοδήποτε θεσμικό όργανο, κοινότητα ή άτομο που αποδίδει στον εαυτό του το μονοπώλιο της βίας».

Είναι επομένως προφανές, από τα πρώτα αυτά κείμενα, ότι η πρώτη ηθικοπολιτική επιλογή του Μπένγιαμιν ήταν ο αναρχισμός - η ριζοσπαστική και κατηγορηματική απόρριψη όλων των καθιερωμένων θεσμών και, ειδικότερα, του κράτους. Μόνο μερικά χρόνια αργότερα - παραδόξως, μετά το τέλος της μεγάλης ευρωπαϊκής επαναστατικής έκρηξης του 1917-1923 - ο Μπένγιαμιν ανακάλυψε τον μαρξισμό.

Το επαναστατικό κύμα πιθανότατα τον έκανε πιο δεκτικό στις κομμουνιστικές ιδέες, αλλά μόνο αργότερα, το 1924, διαβάζοντας το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση του Γκέοργκ Λούκατς5 και συναντώντας την μπολσεβίκα δασκάλα και αγωνίστρια Άσια Λάτσις - την οποία ερωτεύτηκε - έλκεται από τον Μαρξισμό, έναν τρόπο σκέψη που σύντομα θα αποτελέσει βασικό στοιχείο των πολιτικών και θεωρητικών του προβληματισμών.

Σε μια επιστολή του προς τον Γκέρσομ Σόλεμ τον Σεπτέμβριο του 1924, ο Μπένγιαμιν αναγνωρίζει τις εντάσεις ανάμεσα σε αυτό που ονομάζει «τα θεμέλια του μηδενισμού μου» και τη διαλεκτική του Λούκατς. Αυτό που θαύμαζε περισσότερο στην Ιστορία και Ταξική Συνείδηση ήταν η άρθρωση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής που αποτελεί τον «σκληρό φιλοσοφικό πυρήνα» του βιβλίου και δίνει στον Λούκατς τέτοια υπεροχή που «κάθε άλλη προσέγγιση δεν είναι παρά αστική και δημαγωγική ρητορεία».

Δύο χρόνια αργότερα, σε μια άλλη επιστολή προς τον Σόλεμ, ο Μπένγιαμιν γράφει ότι σκέφτεται να γίνει μέλος του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά επιμένει ότι αυτό δεν σημαίνει ότι σκόπευε να «αποκηρύξει» («abzuschwören») τον «αρχαίο αναρχισμό» του.

Τελικά, μετά από πολύ δισταγμό, ο Μπένγιαμιν αποφάσισε να μην ενταχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Έμεινε ένας κοντινός συμπαθών, αλλά όχι χωρίς κριτική απόσταση. Ένα παράδειγμα αυτής της υποστήριξης μπορεί να βρεθεί στα Ημερολόγιο της Μόσχας (1926-27)6, όπου εκφράζει μια αρνητική άποψη για την προσπάθεια της σοβιετικής κυβέρνησης να «ανακόψει τη δυναμική της επαναστατικής διαδικασίας» - ένα επιχείρημα που έχει εμφανείς συγγένειες με τις κριτικές απόψεις που αναπτύχθηκαν εκείνη τη στιγμή από την αριστερή αντιπολίτευση του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος (Τρότσκι, Ζινοβίφ, Κάμενεφ).

Μη εγκαταλείποντας ο Μπένγιαμιν τον «αρχαίο αναρχισμό του», όπως εξήγησε στον Σόλεμ, πώς προχώρησε στη δέσμευση του στο κομμουνιστικό σχέδιο; Το πιο σημαντικό του αναρχο-μαρξιστικό κείμενο είναι, χωρίς αμφιβολία, το δοκίμιο τού 1929 «Ο σουρεαλισμός, το τελευταίο στιγμιότυπο της ευρωπαϊκής διανόησης»7.

Στις πρώτες παραγράφους του άρθρου, ο Μπένγιαμιν περιγράφει τον εαυτό του ως «Γερμανό παρατηρητή» που βρίσκεται σε «ολότελα παρακινδυνευμένη θέση της ανάμεσα στον αναρχικό Σύνδεσμο και στην επαναστατική πειθαρχία». Είναι αυτά τα δύο συμβατά; Το 1927, στους δρόμους του Παρισιού, οι κομμουνιστές και οι αναρχικοί κατέβηκαν μαζί σε διαδηλώσεις και ταραχές, ενάντια στην καταδίκη των Αμερικανών αναρχικών Σάκο και Βαντσέτι. Οι σουρεαλιστές συμμετείχαν και ο Μπένγιαμιν εξυμνούσε το «εξαιρετικό απόσπασμα» στο μυθιστόρημα του Αντρέ Μπρετόν, Nadja (1928)8, που αναφέρεται στις «συναρπαστικές μέρες λεηλασίας στο Παρίσι στο όνομα των Sacco και Vanzetti».

Ο Μπένγιαμιν αποδίδει στους μέτριους και τους φιλισταίους «ειδικούς» την άποψη ότι ο σουρεαλισμός δεν είναι τίποτα άλλο από το έργο μιας ακόμα «κλίκας λογοτεχνών»9. Ο σουρεαλισμός είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα «καλλιτεχνικό κίνημα»: είναι μια προσπάθεια να εκραγεί από μέσα η σφαίρα της ποίησης, χάρη σε μια σειρά μαγικών πειραμάτων με επαναστατικές επιπτώσεις. Πιο συγκεκριμένα, είναι ένα «οραματικό» κίνημα που είναι βαθιά ελευθεριακό (αντιαυταρχικό) και ταυτόχρονα σε αναζήτηση δυνατότητας σύγκλισης με τον κομμουνισμό .

Πώς ορίζει ο Μπένγιαμιν την αναρχική διάσταση του σουρεαλισμού; Προσπαθώντας να καταλάβει το Βόρειο Πόλο του υπερρεαλιστικού μαγνητικού πεδίου, γράφει: «Από τον Bakunin δεν εμφανίστηκε πια στην Ευρώπη καμιά ριζοσπαστική αντίληψη για την ελευθερία, οι σουρρεαλιστές την έχουν»10.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια καλύτερη διατύπωση - με λίγα απλά και καυστικά λόγια - του απροσπέλαστου πυρήνα του σκότους του κινήματος που ίδρυσε ο Αντρέ Μπρετόν. Σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν, ήταν «η εχθρότητα της αστικής τάξης απέναντι σε οποιαδήποτε εκδήλωση ριζοσπαστικής πνευματικής ελευθερίας [που] ώθησε το σουρρεαλισμό προς τα αριστερά. Πολιτικά γεγονότα, προπαντός ο πόλεμος στο Μαρόκο, επιτάχυναν την εξέλιξη». Πράγματι, αμέσως μετά τον αποικιακό γαλλικό πόλεμο στη Βόρεια Αφρική, ο Μπρετόν και άλλοι σουρεαλιστές εντάχθηκαν το 1927 στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα.

Για τον Μπένγιαμιν, αυτός που προετοίμασε και προκάλεσε την «κίνηση προς τα αριστερά» του σουρεαλισμού ήταν ο Πιερ Ναβίλ, πρώην συντάκτης του περιοδικού La Revolution Surrealiste και συγγραφέας του The Revolution and the Intellectuals (1926) - ένα κείμενο στο οποίο ο Ναβίλ πρότεινε να ενταχθούν οι σουρεαλιστές φίλοι στο κομμουνιστικό κίνημα. Από τον Ναβίλ ο Μπένγιαμιν δανείστηκε τον ορισμό της πραγματικά επαναστατικής στάσης ως «η οργάνωση της απαισιοδοξίας».

Αυτή η τάση προς την πολιτικοποίηση και την αυξανόμενη δέσμευση δεν σήμαινε, σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν, ότι ο σουρεαλισμός έπρεπε να εγκαταλείψει τα μαγικά και ελευθεριακά του χαρακτηριστικά. Αντίθετα, ο Μπένγιαμιν πίστευε ότι αυτά τα χαρακτηριστικά του επέτρεψαν να διαδραματίσει έναν μοναδικό και αναντικατάστατο ρόλο στο επαναστατικό κίνημα: «Ο προσεταιρισμός των δυνάμεων της μέθης για την επανάσταση, να ο λόγος της περιφοράς του σουρρεαλισμού σ’ όλα τα βιβλία και τις προσπάθειες. Το θεωρεί αυτό σαν το ιδιαίτερό του καθήκον.»11 Αν θέλει να εκπληρώσει αυτό το καθήκον, ο σουρεαλισμός πρέπει να εγκαταλείψει τη μοναχική στάση του και να δεχθεί μια συμμαχία με τον κομμουνισμό.

Ποιο είδος κομμουνισμού είχε τη συμπάθεια του Μπένγαμιν; Προφανώς δεν ήταν ο επίσημος: στο δοκίμιο για τον σουρεαλισμό, ο Μπουχάριν - ο οποίος ήταν τότε, όταν γράφτηκε το άρθρο, ο βασικός ιδεολόγος του Σοβιετικού Μαρξισμού μετά τον Στάλιν - απορρίπτεται (μαζί με τον χυδαίο υλιστή του 19ου αιώνα Carl Vogt) ως μεταφυσικός υλιστής και αναφέρεται ευνοϊκά στον Τρότσκι που είχε ήδη εκδιωχθεί από το κόμμα και εξοριστεί.

Σε μια επιστολή του το 1973 προς τον Σόμα Μόργκενστερν, ο Γκέρσομ Σόλεμ γράφει τα εξής για την πολιτική του Βάλτερ Μπένγιαμιν: παρά την απόφασή του να μην ενταχθεί στο κόμμα το 1926, «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συνέχισε να έχει σχέση συμπάθειας με τον κομμουνισμό... Ήταν, αν μπορούμε να το πούμε, αυτό που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει σήμερα Τροτσκιστής.»

Αυτό μου φαίνεται κάπως υπερβολικό. Είναι αλήθεια ότι ο κύριος εκπρόσωπος της σύγκλισης του σουρεαλισμού και του κομμουνισμού στο δοκίμιο του Μπένγιαμιν, ο Πιερ Ναβίλ, είχε μόλις εκδιωχθεί, τον Φεβρουάριο του 1928, από το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα για την υποστήριξή του στην τροτσκιστική αντιπολίτευση. Αλλά σε αντίθεση με τον Ναβίλ, ο Μπένγιαμιν δεν πίστευε ότι οι σουρεαλιστές πρέπει να εγκαταλείψουν τις αναρχικές τάσεις τους. Απλώς επέμεινε στην ανάγκη ανάμιξης της αναρχικής «μέθης» με την οργάνωση και την πειθαρχία:

«Για τους σουρρεαλιστές όμως δεν είναι αρκετό, γιατί ένας συντελεστής έκστασης είναι, όπως ξέρουμε, παρών σε κάθε επαναστατική πράξη, όντας ταυτόσημος με τον αναρχικό. Το να δοθεί όμως έμφαση αποκλειστικά σ’ αυτόν, θα σήμαινε να παραμεληθεί εντελώς η μεθοδική και πειθαρχημένη προετοιμασία της επανάστασης προς όφελος μιας μεταξύ άσκησης και προεορτίων ταλαντευόμενης πρακτικής.»12

Ποια είναι αυτή η «μέθη», αυτή η Rausch τις δυνάμεις της οποίας ο Μπένγιαμιν επιθυμεί τόσο πολύ να κερδιθούν για την επανάσταση; Στον Μονόδρομο, ο Μπένγιαμιν αναφέρεται στη μέθη ως έκφραση της μαγικής σχέσης μεταξύ των αρχαίων και του σύμπαντος, αλλά συμπαιρένει ότι η εμπειρία (Erfahrung) και η Rausch που κάποτε χαρακτήριζαν αυτή την τελετουργική σχέση με το σύμπαν έχουν εξαφανιστεί στη σύγχρονη κοινωνία13. Στο άρθρο στο Die literarische Welt, φαίνεται να ξαναβρίσκει τη σχέση αυτή, σε μια νέα μορφή, στον σουρεαλισμό.

Το άρθρο του Μπένγιαμιν περιέχει αρκετές κριτικές για τους σουρεαλιστές, αλλά το συμπέρασμα είναι ένας αρκετά ανεπιφύλακτος εγκωμιασμός του Μπρετόν και των φίλων του: «Οι σουρρεαλιστές είναι για την ώρα οι μοναδικοί, που έχουν αντιληφθεί τις σημερινές επιταγές του [του Κομουνιστικού Μανιφέστου]. Ανταλλάσουν, ένας προς έναν, την παντομίμα τους με την πλάκα ενός ξυπνητηριού, που κτυπά κάθε λεπτό εξήντα δευτερόλεπτα.»14

Ποια είναι η σημασία αυτής της αινιγματικής αλληγορίας; Ίσως ο Μπένγιαμιν προτείνει ότι η μοναδική αξία του σουρεαλισμού έγκειται στην ικανότητά του να βλέπει κάθε δευτερόλεπτο ως τη στενή πύλη που επιτρέπει στην επανάσταση να εισέλθει – για να παραφράσουμε μια εικόνα που θα χρησιμοποιήσει πολύ αργότερα (στο τελευταίο δοκίμιό του Πάνω στην έννοια της Ιστορία15).

Σχεδόν δεν υπάρχουν ρητές αναφορές στον αναρχισμό στα τελευταία γραπτά του Μπένγιαμιν. Ωστόσο, για έναν οξυδερκή παρατηρητή όπως ο Ρολφ Τίντεμαν - επιμελητή της πρώτης γερμανικής έκδοσης των ολόκληρου του έργου του - οι Θέσεις Πάνω στην έννοια της Ιστορίας (1940) του Μπένγιαμιν «μπορούν να διαβαστούν ως παλίμψηστο: κάτω τον ρητό μαρξισμό γίνεται ορατός ο παλαιός μηδενισμός, που διακινδυνεύει να οδηγήσει στην αφαίρεση της αναρχικής πρακτικής.»

Το σχόλιο είναι ενδιαφέρον, αλλά η λέξη «παλίμψηστο» δεν είναι η καταλληλότερη: η σχέση μεταξύ των δύο συστατικών, για τον Μπένγιαμιν, δεν είναι μηχανική υπέρθεση, αλλά μάλλον ένας αλχημικός συνδυασμός ουσιών που έχουν προηγουμένως αποσταχθεί.

Αναπτύσσοντας την επιχειρηματολογία του, ο Τίντεμαν αναφέρει, και πάλι σε σχέση με τις Θέσεις του 1940, ότι «η αναπαράσταση της πολιτικής πράξης [praxis] στον Μπένγιαμιν είναι περισσότερο ο ενθουσιασμός ενός αναρχισμού από ό, τι ο πιο νηφάλιος του μαρξισμού.» Το πρόβλημα με αυτό το σχόλιο είναι ότι αντιπαραθέτει ως αμοιβαία αποκλειόμενες τις αντιλήψεις που ο Μπένγιαμιν προσπάθησε ακριβώς να συσχετίσει, διότι του φαίνεται συμπληρωματικές και εξίσου απαραίτητες για την επαναστατική δράση: ελευθεριακός «ενθουσιασμός» και μαρξιστική «νηφαλιότητα».

Με πιο συστηματικό τρόπο από τον Τίντεμαν, ο Γιούργκεν Χάμπερμας ανέλυσε την αναρχική διάσταση των τελευταίων προβληματισμών του Μπένγιαμιν, προκειμένου να τους υποβάλει σε μια ριζική κριτική από τη δική του εξελικτικιστική και «μοντερνιστική» ιστορική προοπτική. Σε ένα πολύ γνωστό άρθρο για τον Μπένγιαμιν από τη δεκαετία του 1970, ο Χάμπερμας απορρίπτει την προσπάθεια του Μπένγιαμιν να ριζοσπαστικοποιήσει τον ιστορικό υλισμό με τη βοήθεια των μεσσιανικών και ελευθεριακών στοιχείων:

«Αυτή η απόπειρα θα αποτύχει επειδή η υλιστική θεωρία της κοινωνικής ανάπτυξης δεν μπορεί να προσαρμοστεί απλώς στον αναρχικής σύλληψης Jetztzeiten [χρόνος του τώρα16] που είναι σαν να επιβάλλεται διακεκομμένα από τη μοίρα από πάνω. Μια αντίεξελικτική αντίληψη της ιστορίας δεν μπορεί να φορεθεί (σαν την κουκούλα ενός μοναχού) στον ιστορικό υλισμό, ο οποίος αντιλαμβάνεται την πρόοδο όχι μόνο στη διάσταση των παραγωγικών δυνάμεων αλλά και της κυριαρχίας.»17

Αυτό που ο Χάμπερμας θεωρεί λάθος είναι, κατά την άποψή μου, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του μαρξισμού του Μπένγιαμιν και της υπεροχής του απέναντι σε όλες τις μορφές «προοδευτικού εξελικτισμού»: η ικανότητά του να κατανοεί έναν αιώνα που χαρακτηρίζεται από την άμεση διασύνδεση μεταξύ βαρβαρότητας και νεωτερικότητας - μια διασύνδεση που θα πάρει, λίγα χρόνια μετά το θάνατό του, την καταστροφική μορφή του Άουσβιτς και της Χιροσίμα.

Μια εξελικτική αντίληψη της ιστορίας, η οποία πιστεύει στην απαραίτητη πρόοδο στις μορφές κυριαρχίας, δύσκολα μπορεί να δώσει μια ερμηνεία του φασισμού - εκτός από μια ανεξήγητη παρένθεση, μια ακατανόητη παλινδρόμηση «στα μέσα του 20ού αιώνα». Τώρα, όπως έγραψε ο Μπένγιαμιν στις Θέσεις του, δεν μπορεί κανείς να κατανοήσει την έννοια του φασισμού θεωρώντας ότι αποτελεί απλώς εξαίρεση στον ιστορικό κανόνα που είναι η πρόοδος.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1985, ο Χάμπερμας ανανέωσε την πολεμική στον Μπένγιαμιν στο βιβλίο του Ο φιλοσοφικός λόγος της νεωτερικότητας18. Τώρα αντέτασσε σε όσους έχουν μια ασυνεχή άποψη της ιστορίας, όπως ο Καρλ Κορς, ο Μπένγιαμιν «και οι ακραίοι αριστεριστές», τους διανοούμενους, όπως ο Καρλ Κάουτσκι και οι πρωταγωνιστές της Δεύτερης Διεθνούς, «που είδαν ότι το ξεδίπλωμα των παραγωγικών δυνάμεων αποτελεί εγγύηση για την εξελικτική μετάβαση από την αστική κοινωνία στο σοσιαλισμό».

Ο Μπένγιαμιν και οι «ακραίοι αριστεριστές», σύμφωνα με τον Χάμπερμας, «φανταζόντουσαν την επανάσταση ως ένα άλμα από την αιωνίως επαναλαμβανόμενη βαρβαρότητα της προϊστορίας, ως μια έκρηξη της συνέχειας ολόκληρης της ιστορίας». Αυτή η στάση, υποστηρίζει ο Χάμπερμας, «εμπνέεται από την σουρεαλιστική συναίσθηση του χρόνου, έχει κάτι κοινό με τον Αναρχισμό των οπαδών του Νίτσε, που αντιτάσσονται στον παγκόσμιο πλέγμα εξουσίας και ψευδαίσθησης, επικαλούμενοι την εκστατική κυριαρχία... την τοπική αντίσταση και τις ακούσιες εξεγέρσεις μιας στερημένης υποκειμενικής φύσης».

Η ερμηνεία του Χάμπερμας έχει πολλά προβλήματα. Πρώτα απ’ όλα, η αντίληψή του για την «προϊστορική βαρβαρότητα» είναι εντελώς ανεπαρκής: όλη η προσπάθεια του Μπένγιαμιν είχε ακριβώς ως στόχο να αποδείξει ότι η σύγχρονη βαρβαρότητα δεν ήταν η «επαναλαμβανόμενη» «προϊστορική» αγριότητα, αλλά ένα ιδιαίτερα σύγχρονο φαινόμενο - μια άποψη η οποία δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτή από έναν τόσο ένθερμο υπερασπιστή της νεωτερικότητας όπως ο Χάμπερμας.

Εντούτοις, κατανόησε με μεγάλη έκπληξη ότι όλες οι τελικές σκέψεις του Μπένγιαμιν για την ιστορία οφείλονται στο σουρεαλισμό και τον αναρχισμό: η επανάσταση δεν είναι η κορύφωση της ιστορικής εξέλιξης – της «προόδου» - αλλά η ριζική διακοπή της ιστορικής συνέχειας της κυριαρχίας.

Μετάφραση: e la libertà

Michael Löwy, «The Young Benjamin», Jacobin, 8 Ιανουαρίου 2016. 

Ο Μικαέλ Λεβί είναι Βραζιλιάνος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, μέλος του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος στη Γαλλία και της Τέταρτης Διεθνούς. Πολλά από τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν έχει ασχοληθεί σε πολλά βιβλία του και άρθρα. Η μελέτη του για τις «Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας» του Μπένγιαμιν έχει επίσης μεταφραστεί στα ελληνικά: Michael Löwy, Walter Benjamin: Προμήνυμα κινδύνου. Μια ανάγνωση των θέσεων για τη φιλοσοφία της ιστορίας, Πλέθρον, Αθήνα 2004.

Σημειώσεις

1 Walter Benjamin, «Η ζωή των φοιτητών», Διαρρήκτες Φοιτητικής Κουλτούρας, 23 Δεκεμβρίου 2015. 

2 Walter Benjamin, «Για μια Κριτική της Βίας», Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2002. Αναδημοσίευση: e la libertà, 18 Αυγούστου 2017. 

3 W. Benjamin, «Για μια Κριτική...», ό.π.

5 Γκέοργκ Λούκατς, Ιστορία και Ταξική Συνείδηση, Οδυσσέας, Αθήνα 1975.

6 Walter Benjamin, Moscow Diary, Harvard University Press, 1986.

7 Walter Benjamin, «Ο σουρρεαλισμός. Το τελευταίο στιγμιότυπο της ευρωπαϊκής διανόησης» στο Βάλτερ Μπένγιαμιν, Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας / Ο σουρρεαλισμός / Για την εικόνα του Προυστ, Ουτοπία, Αθήνα 1983, σσ. 57-74. Μετάφραση: Μηνάς Παράσχης. Αναδημοσίευση: e la libertà, 6 Ιουλίου 2017. 

8 Αντρέ Μπρετόν, Νάντια, Ύψιλον, Αθήνα 1981, σελ. 142.

9 «[Μ]ια κλίκα λογοτεχνών εξαπατά πάλι τη σεβαστή κοινή γνώμη», W. Benjamin, ό.π.

10 W. Benjamin, ό.π. 

11 W. Benjamin, ό.π.

12 W. Benjamin, ό.π.

13 Walter Benjamin, Μονόδρομος, Άγρα, Αθήνα 2004, σσ. 136, 137.

14 W. Benjamin, «Ο σουρρεαλισμός...». ό.π.

15 Walter Benjamin, «Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας», Sarajevo, 2004, αναδημοσίευση e la libertà, 16 Μαΐου 2017 (και στο Βάλτερ Μπένγιαμιν, Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας / Ο σουρρεαλισμός / Για την εικόνα του Προυστ, Ουτοπία, Αθήνα 1983), Προσθήκη, Θέση Β. 

16 Βλ. Βάλτερ Μπένγιαμιν, «Θέσεις...», ό.π., Θέσεις XVI και XVIII. 

17 Jürgen Habermas, «Conscioysnes-Raising or Redemtive Criticism – The Contemporaneity of Walter Benjamin», New German Critique, τ. 17, Άνοιξη 1979. 

18 Jürgen Habermas, Ο φιλοσοφικός λόγος της νεωτερικότητας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1993.

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 01 Σεπτεμβρίου 2017 10:42
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Η «λαϊκιστική στιγμή» Για τον εργατικό έλεγχο »
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.