Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Σάββατο, 02 Σεπτεμβρίου 2017 22:52

Για τον εργατικό έλεγχο

Κατηγορία Θεωρία

Καρλ Ράντεκ

Για τον εργατικό έλεγχο

Λόγος πάνω στον εργατικό έλεγχο

(3ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας)

Εμείς οι κομμουνιστές δεν έχουμε πάνω στα ζήτημα των συνθημάτων τις ίδιες απόψεις με το 1918. Υπενθυμίζω το προγραμματικό λόγο της Ρόζας Λούξεμπουργκ στο συνέδριο της ίδρυσης του κομμουνιστικού κόμματος. Να τι έλεγε η Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Και τώρα, σύντροφοι, να ποιες είναι οι γενικές αρχές πάνω στις όποιες στηρίζεται το πρόγραμμα μας και που επίσημα αποδεχόμαστε σήμερα· το σχέδια του το γνωρίσατε από τη μπροσούρα: Τι θέλει η Ένωση των Σπαρτακιστών; Αντιτίθεται συνειδητά στην αντίληψη πάνω στην οποία στηριζόταν μέχρι τώρα το πρόγραμμα του Erfurt, δηλαδή του διαχωρισμού των αμέσων διεκδικήσεων που λέγεται μίνιμουμ οικονομικής και πολιτικής πάλης και το τελικό σοσιαλιστικό σκοπό σαν μάξιμουμ πρόγραμμα. Αντιτιθέμενοι συνειδητά σ’ όλα αυτά, περιορίζουμε τα αποτελέσματα των εβδομήντα τελευταίων χρόνων ανάπτυξης, και συγκεκριμένα τις άμεσες συνέπειες του παγκοσμίου πολέμου, λέγοντας: για μας, δεν υπάρχει, τώρα μίνιμουμ και μάξιμουμ πρόγραμμα· ο σοσιαλισμός είναι ένα και το αυτό πράγμα: είναι το μίνιμουμ πρόγραμμα που πάμε να πραγματοποιήσουμε στη σημερινή φάση»,

Και ποιο ήταν το μίνιμουμ που πρότεινε η Ρόζα Λούξεμπουργκ; Όλη η εξουσία στα εργατικά συμβούλια, εξοπλισμός του προλεταριάτου, ακύρωση των κρατικών χρεών, απαλλοτρίωση των εργοστασίων, κ.λ.π.

Μέσα σε ποια κατάσταση γεννήθηκε αυτό το πρόγραμμα; Τα εργατικά συμβούλια αποτελούσαν στη Γερμανία την ανώτατη εξουσία. Η εργατική τάξη είχε τυπικά την εξουσία στα χέρια της. Και το καθήκον της Ένωσης των Σπαρτακιστών ήταν ακριβώς να πούνε σ’ αυτά τα εργατικά συμβούλια σε τι συνίσταται η εξουσία της εργατικής τάξης, και τίποτα περισσότερο. Είναι φανερό ότι δεν βρισκόμαστε σήμερα σ’ αυτή τη κατάσταση. Την εξουσία την έχει η αστική τάξη. Το πρώτο άλμα της εργατικής τάξης την εποχή της αποστράτευσης απέτυχε. Τώρα η προλεταριακή επανάσταση βρίσκεται στο στάδιο της ανάπτυξης. Και δεν μπορούμε να επιταχύνουμε αυτή τη προλεταριακή επανάσταση ούτε να την οργανώσουμε αν δεν χρησιμοποιήσουμε το πρόγραμμα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Δεν μπορούμε, τη στιγμή που απεργούν οι εργάτες γιατί δεν θάχουν αύριο τίποτα να φανέ, να παρουσιαστούμε και να τους πούμε: «Πάρτε τα εργοστάσια». Αν είχαν τη δύναμη, θα είχαν ήδη αρχίσει τη πάλη για την εξουσία. Εμείς φυσικά τους υποδείξαμε ότι δεν έχουν να ελπίζουν σε βελτιώσεις διαρκείας της κατάστασης τους όσο δεν θάχουμε καταλάβει την εξουσία, όσο δεν θάχουμε πάρει στη κατοχή μας τα εργοστάσια. Άλλα πρέπει να ξεκινήσουμε από τις διεκδικήσεις για τις όποιες παλεύουν τη στιγμή αυτή. Απ’ αυτή την άποψη, οφείλουμε να πούμε ότι η Κομμουνιστική Διεθνής δεν είναι σε θέση να φτιάξει ένα πρόγραμμα, κωδικοποιημένο σε παραγράφους, που να καλύπτουν όλες αυτές τις ανάγκες. Η Κομμουνιστική Διεθνής δεν μπορεί να δώσει στα κόμματα της παρά τις ακόλουθες μεθοδικές καθοδηγητικές ιδέες και τα κόμματα οφείλουν να τις μορφοποιήσουν ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες. Να η πρώτη καθοδηγητική ιδέα: ακόμα και όταν δείχνουμε με τη προπαγάνδα μας ότι καμιά βελτίωση διαρκείας δεν μπορεί να γίνει για τη κατάσταση της εργατικής τάξης χωρίς τη κατάληψη της εξουσίας, είναι γελοίο παρ’ όλα αυτά να αντιτάσσουμε αυτή την ιδέα στη πρακτική πάλη του προλεταριάτου. Και όταν το Κ.Α.Ρ.D. γράφει σε απάντηση στο ανοιχτό μας γράμμα: «Αρχίζετε με το να κάθεστε στο ίδιο τραπέζι με απατεώνες σαν τον Sheidemann και στη συνέχεια παρουσιάζετε τις ρεφορμιστικές σας διεκδικήσεις. Δεν ξέρετε λοιπόν ότι, ακόμη και αν οι εργάτες κερδίζουν σήμερα 40 ή 50 μάρκα, αύριο οι τιμές θα αυξηθούν πάλι; Προτείνετε συνειδητά απραγματοποίητες διεκδικήσεις». Όταν οι σύντροφοι μας λένε αυτά, τους απαντούμε: «Μ’ αυτό το τρόπο δεν μπορούμε να κερδίσουμε ούτε μισό εργάτη στο κομμουνισμό. Αν αύριο και μεθαύριο ο εργάτης μπορεί να δώσει ένα κομμάτι κρέας στα παιδιά του εξ αιτίας της αύξησης τού μισθού του κατά 5 μάρκα, έχουμε χρέος, να παλαίψουμε μαζί του γι’ αυτά τα 5 μάρκα, χωρίς να φοβόμαστε μήπως μεταρρυθμίσουμε το καπιταλιστικό Κράτος, αλλά οφείλουμε να σκεφτούμε: ‘‘Βοηθούμε τον εργάτη στη πάλη αυτή και θα τον οδηγήσουμε πέρα από τη πάλη αυτή σε πιο πλατιούς αγώνες, πιο υψηλούς’’».

Κατά δεύτερο λόγο: έχουμε φυσικά μια σειρά από διεκδικήσεις που προσπαθούμε να εκφράσουμε μόλις μας παρουσιαστεί η ευνοϊκή ευκαιρία και που επιδιώκουμε να συνδέσουμε με όλες τις άλλες διεκδικήσεις. Αυτές είναι διεκδικήσεις που βάζει η εργατική τάξη στη πάλη για την οργάνωση της και την αύξηση της μαχητικότητας της.

Πρώτ’ απ’ όλα: πρέπει να προσπαθήσουμε να προσανατολίσουμε όλους τους αγώνες για την αύξηση των μισθών, για την ελάττωση του χρόνου εργασίας, όλους τους αγώνες ενάντια στην ανεργία προς το μεταβατικό στόχο του ελέγχου πάνω στη παραγωγή, όχι το σύστημα ελέγχου της παραγωγής από τη κυβέρνηση η οποία θεσπίζει ένα νόμο σύμφορα με τον όποιο το προλεταριάτο οφείλει στο έξης να προσέχει ώστε να μην κλέβει ο καπιταλιστής, και ο καπιταλιστής να προσέχει ώστε ο εργάτης να δουλεύει. Ο έλεγχος της παραγωγής σημαίνει διαπαιδαγώγηση στη προλεταριακή πάλη και συγκρότηση όλων των οργανώσεων της επιχείρησης πάνω στη βάση των εκλογών, τη τοπική και περιφερειακή τους σύνδεση, σε σχέση με τους βιομηχανικούς κλάδους, στη προλεταριακή πάλη. Αν καταφέρουμε σ’ αυτή τη πάλη να σπρώξουμε την εργατική τάξη να σχηματίσει αρχικά με αυτόνομο τρόπο τις οργανώσεις της ή να μετατρέψει τις δήθεν οργανώσεις που προέρχονται από τη κυβέρνηση, θα επιτύχουμε έτσι τη δυνατότητα μιας οργανωμένης συνένωσης των εργατών με τη προοπτική μεγάλων αγώνων.

Αυτός που θέλει να περιορίσει τις οργανώσεις στους ήδη συνειδητούς εργάτες, στους επαναστάτες εργάτες, κάνει μεγάλο λάθος. Όταν πρόκειται να εμποδίσουμε το σαμποτάζ ενός καπιταλιστή, να κινήσουμε μια βιομηχανία, τότε πλατιές μάζες που δεν ανήκουν στο κόμμα και τις όποιες έχουμε ανάγκη μπορούν να ενωθούν μαζί μας πάνω σ’ αυτά τα συνθήματα. Και θα μπορέσουμε να τις καθοδηγήσουμε χάρη σ’ αυτή την ένωση σε πιο πλατιούς αγώνες.

Το δεύτερο σύνθημα το οποίο πρέπει να σκεφτόμαστε συνεχώς, και που οφείλουμε πάντα, σ’ όλες τις κρίσεις, να προσπαθούμε να πραγματοποιήσουμε, είναι ο εξοπλισμός του προλεταριάτου, ο αφοπλισμός της αστικής τάξης· αυτός ο εξοπλισμός του προλεταριάτου δεν πρέπει να περιοριστεί σε μια μυστική οργάνωση μάχης, που συμπεριλαμβάνει μόνο μια μικρή μειοψηφία. Μέσα σ’ όλους τους χώρους όπου βρισκόμαστε, οφείλουμε να σπρώξουμε τις μάζες να απαιτήσουν τον αφοπλισμό των Λευκών. Πρέπει να δημιουργήσουμε στη μάζα τη θέληση να εξοπλιστεί. Σε κάθε πόλη, οφείλουμε να αντιτάξουμε αυτό το σύνθημα στη κυβέρνηση. Θα μπορούσα να παραθέσω ακόμα πολλά συνθήματα του ίδιου είδους. Δεν θα το κάνω, γιατί αυτά γεννιούνται από τη πρακτική πάλη. Αυτό πού σας λέμε, αυτό που σας δίνουμε σαν γενική κατευθυντήρια γραμμή είναι να μην αντιτάσσεστε με σεχταριστικό τρόπο σ’ όλους τους αγώνες του προλεταριάτου, στις διεκδικήσεις για τις οποίες παλεύουν οι μάζες, άλλα να οξύνετε, να διευρύνετε τους αγώνες που διεξάγονται από τις μάζες για τη κάλυψη των πρακτικών τους αναγκών και να τους μάθετε να έχουν μεγαλύτερες ανάγκες: την ανάγκη της κατάκτησης της εξουσίας.

Σύντροφοι, αναγνωρίσαμε ότι τα κόμματα οφείλουν να συγκρίνουν αυτά που κάνουν σ’ αυτό το χώρο και να ανταλλάξουν τις εμπειρίες. Μέχρι τώρα, δεν το έκαναν. Μέχρι σήμερα, δεν έστειλαν το πρόγραμμα τους στη Κομμουνιστική Διεθνή, μέχρι σήμερα, η ανταλλαγή των υποχρεωτικών και οργανωτικών εμπειριών, παρέμεινε πολύ περιορισμένη μεταξύ μας. Αν πραγματοποιήσουμε αυτή την ανταλλαγή, θα μπορέσουμε να εφαρμόσουμε ένα συγκεκριμένο σύστημα μεταβατικών διεκδικήσεων και ενεργειών. Το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι ότι δεν πρόκειται για διεκδικήσεις που προορίζονται να μεταρρυθμίσουν το καπιταλισμό, άλλα για διεκδικήσεις που θα οξύνουν τη πάλη ενάντια στο καπιταλισμό. Αυτό δεν είναι το μίνιμουμ πρόγραμμα των σοσιαλπατριωτών, ούτε το συγκεκριμένο πρόγραμμα που καθορίζει το τι θα κάνει η δικτατορία μετά τη νίκη. Οι διεκδικήσεις αυτές έχουν σκοπό να κινητοποιήσουν τις πλατιές μάζες στη πάλη για τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Πρόγραμμα οικοδόμησης της σοσιαλιστικής οικονομίας

Η διαδικασία της κοινωνικής επανάστασης συνίσταται συγκεκριμένα στο γεγονός ότι η κατάσταση των εργατικών μαζών γίνεται τέτοια ώστε χάνουν κάθε ελπίδα στον καπιταλισμό και εξ αιτίας αυτού αμφισβητούν τη καπιταλιστική εξουσία στο κεντρικό της σημείο: τα εργαστήρια και τις επιχειρήσεις. Ποια είναι η προέλευση του επαναστατικού κινήματος που αγκαλιάζει σήμερα τους εργάτες σ’ όλες τις χώρες; Ο καπιταλισμός δεν είναι σε θέση να τους εξασφαλίσει μια σταθερή εργασία, δεν είναι σε θέση να τους προσφέρει μια ανθρώπινη επιβίωση την οποία ονειρεύονται εδώ και πενήντα χρόνια, είναι μάλιστα ανίκανος να τους εγγυηθεί ένα κομμάτι ψωμί. Γι’ αυτό το λόγο οι εργατικές μάζες δεν πιστεύουν πια ότι ο καπιταλισμός είναι ικανός να διατηρήσει σταθερό το επίπεδο της παραγωγής. Στην αρχή η πάλη τους σκόπευε στην αύξηση των μισθών και στη μείωση του χρόνου εργασίας. Αλλ’ όταν το καπιταλιστικό σύστημα αντιδρά σε κάθε αύξηση των μισθών με μια αύξηση των τιμών, όταν αυξάνεται η έλλειψη εμπορευμάτων και η αποδιοργάνωση των μεταφορών, τότε μπαίνει στους εργάτες το ζήτημα του ελέγχου της παραγωγής. Η αιτία της πάλης του ελέγχου πάνω στη παραγωγή είναι η δυσπιστία των εργατών απέναντι στη καπιταλιστική τάξη σ’ ο,τι αφορά την οργάνωση της παραγωγής. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου τα εργοστάσια σταματούν τη δουλειά για γενικούς και αντικειμενικούς λόγους, οι εργάτες βλέπουν σ’ αυτό κάποια απόπειρα σαμποτάζ και κακοβουλίας των καπιταλιστών και θέλουν να παρέμβουν στον έλεγχο οι άνθρωποι της εμπιστοσύνης τους. Και όταν ακόμα δεν αμφισβητούν την ίδια τη διεύθυνση του εργοστασίου, και αν ακόμα αντιλαμβάνονται ότι ο λόγος της αθλιότητας τους είναι ο γενικός μαρασμός, δεν θέλουν να πεθάνουν απ’ την πείνα και το κρύο περιμένοντας με σταυρωμένα χέρια και αισθάνονται να μεγαλώνει σ’ αυτούς η βεβαιότητα ότι οι ίδιοι είναι πιο ικανοί από τους καπιταλιστές στην οργάνωση της παραγωγής, Και όσο πια πολύ μεγαλώνει αυτή η βεβαιότητα τόσο και περισσότερο το προλεταριάτο αντιμετωπίζει συνειδητά τη πάλη για τη κατάκτηση της βιομηχανίας. Η πάλη αυτή δεν περιλαμβάνει μόνο τα κύματα απεργιών και τα σαμποτάζ στα εργοστάσια, αλλά τείνει να καταργήσει τη καπιταλιστική διαχείριση των επιχειρήσεων, να την ελέγχει με τις εργοστασιακές επιτροπές, οι όποιες στη συνέχεια της πάλης δεν θέλουν μόνο να ελέγχουν τη παραγωγή, αλλά και να τη διευθύνουν. Αυτός είναι ο τελευταίος λόγος της επαναστατικής πάλης για την Κρατική εξουσία που αποκαλύπτεται αντικειμενικά σα διαδικασία αποσύνθεσης της καπιταλιστικής οικονομίας και καταστρέφει για ένα ορισμένο διάστημα τα οικονομικά θεμέλια μιας χώρας, οξύνοντας το μαρασμό και αυξάνοντας την αθλιότητα. Άλλα, όσο σκληρές και αν είναι οι συνέπειες της διαδικασίας αυτής, δεν μπορούμε να τις αποφύγουμε, το ίδιο όπως δεν μπορούμε να νικήσουμε σ’ ένα πόλεμο αν δεν έχουμε κανόνια, πολυβόλα και ντουφέκια. Αν η ρώσικη εργατική τάξη κρίνει αναδρομικά τη περίοδο Κερένσκυ, η οποία είχε βάλει στην ημερησία διάταξη το σύνθημα του ελέγχου στη βιομηχανία και το σύνθημα των εργοστασιακών επιτροπών, μπορεί να επαληθεύσει τον τυπικό χαρακτήρα της διαδικασίας αυτής στο φως της ανάπτυξης του εργατικού κινήματος στην Ευρώπη και στην Αμερική στο τέλος του πολέμου. Αυτό που περνάνε σήμερα οι αγγλικές και αμερικάνικες βιομηχανίες δεν διαφέρει παρά σε βαθμό απ’ αυτά που πέρασε η ρώσικη βιομηχανία το 1917... Ο βασικός παράγοντας σ’ αυτή τη διαδικασία αποσύνθεσης της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι η δυσπιστία της εργατικής τάξης απέναντι στην ικανότητα οργάνωσης της καπιταλιστικής τάξης. Αλλά μια και η εργατική τάξη δεν έχει μια οργάνωση τέτοια που να μπορούσε να αντικαταστήσει άμεσα τους καπιταλιστές, οφείλει στη διάρκεια της περιόδου αυτής να ασκήσει τον έλεγχο και τη διεύθυνση των εργατικών συλλόγων. Στην αρχή της επαναστατικής περιόδου ρίχνει το ρεφορμιστικό σύνθημα της δημοκρατίας στα εργοστάσια: το σύνθημα του ελέγχου στη παραγωγή από τους εργατικούς αντιπροσώπους. Σ’ αυτή τη φάση βρίσκεται σήμερα η εργατική τάξη της Ρωσίας. Με τη κατάληψη της Κρατικής εξουσίας δυναμώνει, γιατί μέχρι τότε, μέχρι τη πολιτική νίκη ενάντια στο Κεφάλαιο, οι εργάτες δεν μπορούσαν να ασκήσουν τον έλεγχο στη παραγωγή, εκτός από τα κέντρα που ήταν πιο δυνατοί. Σε αλλά μέρη του Ράιχ, οι καπιταλιστές μπορούσαν να το εμποδίσουν αυτό. Τώρα, κάτω από την προστασία της Σοβιετικής δημοκρατίας ακόμα και .αυτό το μικρό και καταπιεσμένο μέρος της εργατικής τάξης εξεγείρεται, και ενώ δεν τολμούσε ίσως ούτε καν να σκεφθεί στη περίοδο της πάλης για την εξουσία, τη κατάληψη της εξουσίας στο εργοστάσιο, συναισθάνεται τώρα τη δύναμη του σαν κομμάτι της τάξης που έχει καταλάβει την εξουσία και ξεσηκώνεται παντού. Σε πολλά μέρη οι εργάτες δημιουργούν εργοστασιακές επιτροπές για να περάσουν από τον έλεγχο των εργοστασίων στη διεύθυνση τους. Παντού προσπαθούν να βγάλουν όσο το δυνατόν περισσότερα κέρδη, για τους ίδιους, σαν ομάδα ή ακόμα και σαν άτομα με την απελευθέρωση τους από το βάρος της κυριαρχίας των καπιταλιστών. Για το λόγο αυτό η πρώτη περίοδος υστέρα από τη κατάληψη της εξουσίας είναι μια περίοδος οξυμένης οικονομικής ερείπωσης. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου υπάρχει επίσης σχηματικά στο κεφάλι των εργατών η ιδέα της συλλογικής διεύθυνσης της βιομηχανίας, από εκλεγμένους αντιπροσώπους των .εργοστασίων. Αυτό επιφέρει πολύ σημαντικές συνέπειες. Κάθε ομάδα της εργατικής τάξης που διευθύνει ένα εργοστάσιο με δικιά της πρωτοβουλία και που οργανώνει τη παραγωγή χωρίς καμιά σύνδεση με τις άλλες δεν οδηγείται παρά από τα συμφέροντα της ομάδας. Πουλάει τα παλιά αποθέματα σ’ αυτόν που προσφέρει τα περισσότερα, δεν παράγει — όταν παράγει — αυτά που χρειάζεται η κοινότητα, αλλά αυτά πού ελπίζει να πουλήσει σε καλή τιμή. Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες επεξηγήσεις για να καταλάβει κανείς ότι αυτό μόνο σοσιαλισμός δεν είναι. Αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι μόνο να καταλάβουμε ότι ή απλή μοιρασιά της βιομηχανίας ή των προϊόντων της ανάμεσα στους εργαζόμενους δεν έχει τίποτα το κοινό με το σοσιαλισμό — αλλά να καταλάβουμε ότι το φαινόμενο αυτό είναι αναπόφευκτο στο επαναστατικό μεταβατικό στάδιο. Πώς μπόρεσαν να παλέψουν ενάντια; Στο πρώτο Συνέδριο των συνδικάτων, το 1918 ο Ζηνόβιεφ πρότεινε τη διεύθυνση της βιομηχανίας από τα συνδικάτα. Είναι φανερό ότι ένας ειδικός του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ευρώπη τόσο κατατοπισμένος όσο ο Ζηνόβιεφ δεν μπορούσε να αγνοεί τις πολεμικές του μαρξισμού ενάντια στο συνδικαλισμό. Στις πολεμικές αυτές, οι μαρξιστές απέδειχναν στους συνδικαλιστές ότι η επαναφορά των διάφορων βιομηχανικών κλάδων στα διεσπαρμένα συνδικάτα δημιουργούσε μια νέα μορφή ανταγωνισμού όπου οι εργάτες που ήταν οργανωμένοι σε συνδικαλιστικές ενώσεις αντικαταστούσαν τους καπιταλιστές που είχαν συνασπιστεί σε τραστ. Εξ άλλου το γεγονός της παράδοσης της βιομηχανίας στα ενωμένα συνδικάτα αποτελεί γενικά έναν πολύ επικίνδυνο τύπο οργάνωσης που προκαλεί ανάμεσα στα διάφορα στρώματα της εργατικής τάξης μια πάλη για τη κυριαρχία και το κέρδος. Αλλά στη περίοδο της πλήρους αναρχίας που κληροδοτεί ο καπιταλισμός, στην περίοδο του ξεσπάσματος των συμφερόντων της ομάδας ή των ατόμων, που αφού απελευθερώθηκαν από το καπιταλιστικό ζυγό, θέλουν φυσικά μια άμεση βελτίωση της κατάστασης τους, η απόπειρα της παράδοσης της παραγωγής στα συνδικάτα για μια μικρή περίοδο ισοδυναμεί με την απόπειρα της αντικατάστασης της αναρχίας με μια ορισμένη οργάνωση, με την αντικατάσταση των μικρών διάχυτων συμφερόντων της ομάδας από τα συμφέροντα μεγαλύτερων μερίδων του προλεταριάτου που είναι πιο εύκολο να εναρμονιστούν και να ελεγχθούν. Πρέπει να είναι κανείς πολύ κοντόφθαλμος για να βλέπει εκεί συνδικαλισμό.

Στη περίοδο που ακολούθησε μετά την κατάληψη της εξουσίας, οι κομμουνιστές δημιούργησαν μια διεύθυνση της βιομηχανίας που την αποτελούσαν οι συνδικαλιστικοί αντιπρόσωποι στους οποίους υπάγονταν οι διευθυντές της βιομηχανίας, οι μηχανολόγοι και οι τεχνικοί που υπηρετούσαν το Κεφάλαιο. Αλλά για το σκοπό του εκσυγχρονισμού της δουλειάς των διαφορετικών βιομηχανικών κλάδων με τη προοπτική της διαμόρφωσης ενός κοινού οικονομικού πλάνου και το διακανονισμό της ανταλλαγής των εμπορευμάτων ανάμεσα στη πόλη και την ύπαιθρο, άρχισαν να δημιουργούνται σοβιέτ για την οικονομία· αυτά αντίθετα με τις εργοστασιακές επιτροπές που υπόκεινταν στην επιρροή και τη πίεση των εργατικών μαζών στα διάφορα εργοστάσια, όφειλαν να παίξουν το ρόλο των οργάνων του Κράτους αντιπροσωπεύοντας τα συμφέροντα του συνόλου. Τα σοβιέτ για την οικονομία σχηματίστηκαν από τους αντιπροσώπους των συνδικάτων και το σοβιέτ των εκπροσώπων των εργατών, σαν ταξικό όργανο. Συμμετείχαν ακόμα και ειδικοί. Αποφάσισαν δε να επεξεργαστούν για κάθε οικονομικό κλάδο ένα γενικό πλάνο, ένα τύπο διαχείρισης και να δημιουργήσουν οικονομικά κέντρα για τον ανεφοδιασμό της οικονομίας σε πρώτες ύλες και ενέργεια και για τη ταυτόχρονη διανομή των προϊόντων. Τόσο τα σοβιέτ για την οικονομία όσο και η διεύθυνση των εργοστασίων είχαν μια συλλογική σύνθεση. Η συλλογικότητα, που τηρείται σταθερά σε όλα τα όργανα που πλαισιώνουν το σύνολο της οικονομίας της Σοβιετικής δημοκρατίας ή την οικονομία μιας περιοχής, και μάλιστα ακόμα και την οικονομία ενός μόνο βιομηχανικού κλάδου, ήταν στα εργοστάσια το αποτέλεσμα μιας αναγκαιότητας της στιγμής. Ήταν αναγκαία πρώτα - πρώτα γιατί η εργατική τάξη δεν διέθετε σε επαρκή αριθμό δικά της οικονομικά στελέχη, ούτε μηχανολόγους και τεχνικούς στους οποίους θα μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη. Οι διανοούμενοι που περίμεναν γρήγορη πτώση της εργατικής εξουσίας σαμποτάριζαν την οικονομική ζωή, και γ’ αυτό το λόγο οι εργάτες αναγκάστηκαν να αναλάβουν οι ίδιοι το έργο της πάταξης των σαμποτάζ της αστικής τάξης.

Αλλά η συλλογικότητα στα εργοστάσια και τα εργαστήρια σήμαινε παράλληλα ότι οι εργάτες, έχοντας έλλειψη από έμπειρες οργανώσεις, εμπιστεύονταν τη διεύθυνση σε άπειρα μέλη με σκοπό να μάθουν να διαχειρίζονται την οικονομία. Η συλλογικότητα δεν σήμαινε ότι τρία ή πέντε άτομα ήταν προτιμότερο να διευθύνουν το εργοστάσιο από ένα μόνο· η συλλογικότητα δεν ήταν άλλο τόσο μια κομμουνιστική αρχή, αλλά το αποτέλεσμα του απλού γεγονότος ότι οι εργάτες ήξεραν ότι ακόμα και οι καλύτεροι από τους εκλεκτούς τους δεν μπορούσαν σαν άτομα να σταθούν στο ύψος της αποστολής τους. Γι’ αυτό εμπιστεύτηκαν την αποστολή σε περισσότερους έτσι ώστε να αλληλοσυμπληρώνονται.

Αυτή η διαδοχική με τη κατάληψη της εξουσίας περίοδος θα είχε ξεπεραστεί πιο γρήγορα αν ο εμφύλιος πόλεμος δεν είχε βάλει σε δεύτερο πλάνο τα οικονομικά προβλήματα. Και τόσο ο Τρότσκι στο λόγο του το Μάρτη του 1918 πάνω στη πειθαρχία της εργασίας όσο και ο Λένιν στο λόγο του πάνω στο πρωταρχικό καθήκον της σοβιετικής κυβέρνησης τον Απρίλη του 1918 επέμειναν πάνω στην αναγκαιότητα μιας ενεργητικής και υπεύθυνης διεύθυνσης και τάχθηκαν ενάντια στην αρχή της συλλογικότητας. Άλλα, δεδομένου ότι στη διάρκεια του εμφύλιου πόλεμου είμαστε αναγκασμένοι να διαιρέσουμε την οικονομία ανάλογα με τις ανάγκες της στρατιωτικής υπαίθρου, η σοβιετική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να επεξεργαστεί ένα γενικό οικονομικό πλάνο, γιατί οι πολεμικές επιχειρήσεις άλλαζαν καθημερινά τα σύνορα της Ρωσίας. Το ίδιο, πάνω στη βάση της συλλογικής διεύθυνσης δεν μπορούσαμε να φτάσουμε συστηματικά στο τύπο της ατομικής διοίκησης του οποίου η αναγκαιότητα γινόταν κάθε μέρα και πιο αισθητή. Το ζήτημα του οικονομικού σχεδίου και των μεθόδων διαχείρισης μπήκε σε πρώτο πλάνο από τη στιγμή που τέλειωσε ο εμφύλιος πόλεμος και που μπορέσαμε να περάσουμε μεθοδικά στην οικονομική ανοικοδόμηση.

Οργάνωση της εργασίας

Η σοβιετική δημοκρατία, για την επεξεργασία ενός οικονομικού σχεδίου, χρειάστηκε να πάρει υπ’ όψη της ότι ο οικονομικός μαρασμός στην Ευρώπη μείωνε από μέρα σε μέρα τις πιθανότητες να φέρει απ’ το εξωτερικό, σε επαρκή αριθμό, τα απαραίτητα μηχανήματα για την ανόρθωση της Ρωσίας. Βέβαια, αφιέρωσε το μάξιμουμ των προσπαθειών της για να καταφέρει να πάρει οτιδήποτε μπορούσε να της δώσει ο ετοιμοθάνατος καπιταλισμός στο χώρο της τεχνικής, αν και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τη στιγμή αυτή είναι υποχρεωμένη να στηριχτεί αποκλειστικά στις δικές της δυνάμεις. Η παγκόσμια επανάσταση δεν θα την απαλλάξει από τις υποχρεώσεις της, γιατί θα καταστρέψει πριν απ’ όλα μια σημαντική μάζα μέσων παραγωγής του καπιταλιστικού κόσμου. Θα επιταχύνει στην αρχή τον οικονομικό μαρασμό της Ευρώπης και από τεχνική άποψη δεν θα μπορέσει να θέσει στη διάθεση της επανάστασης παρά μόνο ειδικευμένες εργατικές δυνάμεις. Πώς τώρα η σοβιετική Ρωσία θα αποκτήσει τα μέσα παραγωγής που της είναι αναγκαία;

Russische Korrespondez, νο 11, Αύγουστος 1920.

Πηγή: Ερνέστ Μαντέλ (επιμέλεια), Εργατικός έλεγχος, εργατικά συμβούλια, αυτοδιαχείριση, Καστανιώτης, Αθήνα 1975, σσ. 153-157 και 176-181.

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 02 Σεπτεμβρίου 2017 22:57
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο