Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017 12:15

Η στάση του Μαρξ στην Ευρωπαϊκή Επανάσταση του 1848

Κατηγορία Θεωρία

Horace Vernet, «Οδόφραγμα στην οδό Σουφλό 25 Ιουνίου 1848»

Karl Korsch

Η στάση του Μαρξ στην Ευρωπαϊκή Επανάσταση του 1848

Πρέπει να το πούμε: μόνον η αντεπανάσταση αποκάλυψε την ιστορική ύπαρξη της επανάστασης στη Γερμανία.

Βάιτ Βάλεντιν: «Ιστορία της γερμανικής επανάστασης του 1848-1849» (1931).

Όπως και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, έτσι και στο Δεύτερο και μέχρι σήμερα, οι Γερμανοί κατηγορούνται ότι δεν είναι δημοκράτες. Όχι μόνον οι Γερμανοί του Χίτλερ, αλλά όλοι οι Γερμανοί. Όχι μόνον οι σημερινοί, αλλά όλων των εποχών. Όχι επιφανειακά απλώς, αλλά από την ίδια τους τη φύση. Μονάχα, καθώς λένε, μια μακρόχρονη κι αυστηρή αναμόρφωση με τις σκληρότερες μεθόδους καταναγκασμού ίσως καταφέρει κάποτε ν’ αλλάξει ριζικά αυτή την α-δημοκρατική φύση του γερμανικού λαού. Και μόνο μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορέσουν επιτέλους αυτοί οι καθυστερημένοι βάρβαροι ν’ ανυψωθούν στο ιστορικό επίπεδο των δυτικών εθνών και να μη ξαναπειλήσουν το δημοκρατικό πολιτισμό.

Αν το δούμε ιστορικά, όλοι οι καλοί Ευρωπαίοι εδώ κι εκατό χρόνια δεν έπαψαν να λένε και να επαναλαμβάνουν, με διάφορες μορφές, αυτές τις κατηγορίες. Πρώτοι πρώτοι, οι μεγάλοι ιδεαλιστές κήρυκες μιας προοδευτικής διαπαιδαγώγησης του ανθρώπινου γένους και μιας καινούργιας αντίληψης της ιστορίας, κατά την οποία αυτή η τελευταία δεν είναι παρά μια εξέλιξη προς την ελευθερία και την ομορφιά, τη λογική, την πανανθρώπινη συμπολιτεία και τη διαρκή ειρήνη. Αυτή την πρώτη γενιά των Λέσινγκ, Καντ, Κλόπστοκ, Σίλλερ –που συνδέονταν ενμέρει με τους Άγγλους και τους Γάλλους του αιώνα του Διαφωτισμού και που η έμπνευση κι οι ιδέες τους γνώρισαν στη συνέχεια μια αυτόνομη και μεγαλειώδη ανάπτυξη– διαδέχτηκε η γενιά των στοχαστών που είχαν άμεσα επηρεαστεί από τα θαυμαστά γεγονότα της μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης και που μέσα στο δικό τους σύστημα «η επανάσταση ήρθε να εγγραφεί και να διαρθρωθεί στη μορφή της σκέψης», όπως έλεγε ο Χέγγελ. αυτή η φιλοσοφική εξέλιξη, που συνεχίστηκε αδιάκοπα μέχρι το 1840, ήταν στην πραγματικότητα μια εκδήλωση, στο γερμανικό πνευματικό πεδίο, του παγκόσμιου εκείνου ιστορικού προτσές που διαιωνίστηκε πέρα απ’ το Βατερλώ και τις Βερσαλλίες και μέσα στο οποίο οι tribuns1, πολιτικοί και στρατηγοί της Γαλλικής Επανάστασης, οι Μπρισό κι οι Δαντόν, οι Ροβεσπιέροι κι οι Ναπολέοντες, εγκαθίδρυσαν τη σύγχρονη αστική δημοκρατία όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και σ’ ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Αυτή η γενιά στοχαστών και ποιητών, που είχαν ολοφάνερα επηρεαστεί από το πνεύμα της Γαλλικής Επανάστασης, δεν κατηγορήθηκε ποτέ κι από κανένα Ανατολικό η Δυτικό κριτικό ότι πρόδωσε αισχρά το σύγχρονο δημοκρατικό πολίτευμα, επειδή μερικοί από τους καλύτερους εκπροσώπους της μετά τον ενθουσιασμό συμμερίστηκαν την κατάπτωση που, σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και στην ίδια τη Γαλλία, ακολούθησε το θρίαμβο αυτής της επανάστασης. Μέσα στην πικρή πραγματικότητά της, η αστική κοινωνία που γεννήθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση ερχόταν σ’ αντίφαση τόσο με την τέλεια ιδέα που είχαν σχηματίσει για τ’ αποτελέσματά της όσοι πάλεψαν γι’ αυτήν ή την είχαν επικροτήσει, όσο και με τον άφταστο ηρωισμό, την αυταπάρνηση, τις πίκρες, τον εμφύλιο πόλεμο και τις αιματοχυσίες που χρειάστηκε να πληρώσει για τη γέννησή της! Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο που και στη Γερμανία, χώρα που η Γαλλική Επανάσταση επηρέαζε αμεσότερα από κάθε άλλη, η γεμάτη πάθος αφοσίωση στα «ιδεώδη του 1789 και 1793» γρήγορα υποχώρησε, και μαζί με τον πολιτικό ρομαντισμό, τη νομιμοφροσύνη, τη λατρεία των μεσαιωνικών θεσμών και ιδεών, τον ιρρασιοναλισμό, την «οργανική θεωρία του Κράτους» και την «κριτική σχολή», έκανε την εμφάνισή της μια ολέθρια μεταστροφή, η συστηματική περιφρόνηση εκείνων των ιδεών στις οποίες πριν λίγο καιρό είχαν τόσο ένθερμα προσχωρήσει ορισμένα από τα κεφάλια αυτού του καινούργιου κινήματος.

Αν θέλουμε να εκτιμήσουμε σωστά τις έννοιες εκείνης της εποχής –έννοιες που ευθύς εξαρχής αντιμετωπίστηκαν με μιαν ιδιαίτερη αγάπη, επειδή αποδείκνυαν τη ριζικά αντιδημοκρατική φύση του γερμανικού πνεύματος– δε θα πρέπει να ξεχάσουμε ότι εκείνη την εποχή η Γαλλία ζούσε την Παλινόρθωση και ότι στην Αγγλία κυριαρχούσε μια τάση που, από το 1789 που γεννήθηκε, ήταν πέρα για πέρα εχθρική προς τα ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης (και μόνο κατά την περίοδο των μεταρρυθμίσεων του 1830-1840 θ’ αποδυναμωνόταν). Ακόμα, δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι την ίδια εποχή, όλες οι ευρωπαϊκές δυνάμεις –με μοναδική εξαίρεση την Τουρκία– είχαν συγκροτήσει με τη βοήθεια της Αγγλίας μια «Ιερή Συμμαχία», αποφασισμένη να καταστείλει δυναμικά κάθε καινούργια διάδοση των ιδεωδών και των κινημάτων που εμπνέονταν από τη Γαλλική ’Επανάσταση. Πάνω σ’ αυτή την ιστορική βάση θα πρέπει εξάλλου ν’ αναρωτηθούμε ποιες δυνάμεις στήριξαν την ανανέωση των δημοκρατικών αρχών που εκδηλώθηκε στην ευρωπαϊκή ήπειρο το 1830, ποιες ιδιαίτερες δυσκολίες χρειάστηκε να ξεπεράσουν και ποιες αλλοιώσεις έπαθε η δημοκρατική πρόοδος εξαιτίας αυτού του γεγονότος. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε πώς μέχρι τα μέσα του αιώνα, η δημοκρατία δε μπόρεσε στη Γερμανία να νικήσει ολοκληρωτικά και τελεσίδικα. Αν δούμε ότι στη Γαλλία η Παλινόρθωση διαδέχτηκε την Επανάσταση, η βοναπαρτιστική δικτατορία την επαναστατική ανάκαμψη του 1830 και του 1840 και τέλος, μια μιλιταριστική, εκκλησιαστική και μοναρχική αντίδραση, πολύ πιο ισχυρή και πιο σκληρή από το φασισμό, διαδέχτηκε το φαινομενικό θρίαμβο των δημοκρατικών δυνάμεων στην υπόθεση Ντρέυφους, τότε θα καταλάβουμε ότι η περιορισμένη και τελικά ανεπαρκής ανάπτυξη των δημοκρατικών δυνάμεων στη Γερμανία δεν αποτελεί ένα ειδικά γερμανικό φαινόμενο, αλλά μια ιδιαίτερη μορφή μιας εξέλιξης ολόκληρης της Ευρώπης.

Οι επαναστάσεις του 19ου και του 20ού αιώνα, δεν είναι παρά μια ισχνή και διαστρεβλωμένη μορφή «της» επανάστασης αν τις συγκρίνουμε με τις μεγάλες ευρωπαϊκές επαναστάσεις, που στην Αγγλία και τη Γαλλία του 17ου και του 18ου αιώνα μετασχημάτισαν ριζικά το Κράτος και την κοινωνία έπειτα από σκληρούς αγώνες δεκάδων χρόνων. Ο ίδιος ο Καρλ Μαρξ, που μερικά χρόνια αργότερα θ’ ασκούσε αδιάλλαχτη κριτική σ’ αυτή την ιδεολογική υποταγή των επαναστατών του 19ου αιώνα στις ένδοξες παραδόσεις του παρελθόντος, υποτάχτηκε με τη σειρά του στις ίδιες παραδοσιακές ιδέες, παρόλο που συμμετείχε στη γερμανική επανάσταση του 1848. Στη διάρκεια αυτής της μόνης και μοναδικής δημοκρατικής επανάστασης που γνώρισε ο 19ος αιώνας, και ενώ φαινόταν πως οι σκληροί αγώνες της πολιτικής του διαπαιδαγώγησης τον είχαν κάνει να εγκαταλείψει την αστική επαναστατική οπτική, ο Μαρξ δεν υπερασπίστηκε ένα πρόγραμμα κοινωνικής ή σοσιαλιστικής επανάστασης που να υπερέβαινε τους στόχους της αστικής τάξης. Αντίθετα, σε κάθε ευκαιρία παρότρυνε αυτή την αστική επανάσταση να πάρει για μοντέλο τη Γαλλική Επανάσταση κι ιδιαίτερα τη γιακωβίνικη φάση της του 1793-1794.

Ως ένα παράδειγμα ανάμεσα σε πάμπολλα παρόμοια, παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα από το άρθρο που έγραψε ο Μαρξ στις 11 Δεκέμβρη του 1848 στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου2, όπου φαίνεται σαφέστατα αυτός ο χαρακτήρας των κριτικών που άσκησε στη γερμανική επανάσταση. Ο Μαρξ αρχίζει το άρθρο διαγράφοντας αδρά το ιστορικό μεγαλείο των επαναστάσεων του 1648 και του 1789, λέγοντας ότι δεν ήταν «αγγλικές η γαλλικές επαναστάσεις, αλλά ευρωπαϊκές επαναστάσεις. Δεν ήταν η νίκη μιας συγκεκριμένης τάξης της κοινωνίας πάνω στο παλιό πολιτικό σύστημα, αλλά η διακήρυξη ενός πολιτικού συστήματος κατάλληλου για την καινούργια ευρωπαϊκή κοινωνία». Και συνεχίζει: «Κάτι τέτοιο δε συνέβη στην επανάσταση του Μάρτη στην Πρωσσία. (...) δεν ήταν μια ευρωπαϊκή επανάσταση. Δεν ήταν καν εθνική, γερμανική. Από την αρχή κιόλας ήταν επαρχιακή, πρωσσική. Το ξεσήκωμα της Βιέννης, του Κάσσελ, του Μονάχου, οι κάθε είδους επαρχιακές εξεγέρσεις τη συνόδευαν και της αμφισβητούσαν τα πρωτεία (...) Η πρωσσική αστική τάξη δεν ήταν η γαλλική αστική τάξη του 1789, η τάξη που απέναντι στους εκπροσώπους της παλιάς κοινωνίας, τη βασιλεία και την αριστοκρατία, ενσάρκωνε μόνη της ολόκληρη την κοινωνία. Η πρωσσική αστική τάξη, έχοντας ξεπέσει στο επίπεδο ενός είδους κάστας, (...) δεν αποτελούσε μια κοινωνική κατηγορία του παλιού κράτους, που έχει καταφέρει να διεισδύσει σ’ αυτό. Απλώς, χάρη σ’ ένα σεισμό, ξεπετάχτηκε στην επιφάνεια του καινούργιου Κράτους, δείχνοντας τα δόντια της και στους από πάνω της και στους από κάτω της, εγωίστρια και στα δυο μέτωπα και με συνείδηση αυτού του εγωισμού, επαναστατική απέναντι στους συντηρητικούς, συντηρητική απέναντι στους επαναστάτες, τρέμοντας ακόμα και τα δικά της συνθήματα, φτιάχνοντας φράσεις αντί να δημιουργεί ιδέες, φοβισμένη από την παγκόσμια θύελλα, θέλοντας όμως και να την εκμεταλλευτεί, (...) χωρίς πρωτοβουλία, χωρίς πίστη ούτε στον εαυτό της ούτε στο λαό, χωρίς ιστορικό προορισμό. Με λίγα λόγια, η πρωσσική αστική τάξη όταν μετά την επανάσταση του Μάρτη βρέθηκε στο πηδάλιο του πρωσσικού Κράτους, δεν ήταν παρά ένα γραΐδιο, χωρίς μάτια, χωρίς αυτιά, χωρίς δόντια, χωρίς τίποτα, προορισμένο να οδηγεί και να παραπλανεί, με γνώμονα τα ξεφτισμένα συμφέροντά της, τους πρώτους και νεανικούς ενθουσιασμούς ενός ρωμαλέου λαού».

Παρόλη αυτή την εξουθενωτική κριτική των αδυναμιών και των ανεπαρκειών των αγώνων που εξελίσσονταν μπροστά στα μάτια του, ο Μαρξ περιορίστηκε σε συνθήματα που δε ξέφευγαν από τα πλαίσια μιας μεγάλης δημοκρατικής επανάστασης σαν τη Γαλλική Επανάσταση του 18ου αιώνα. Πράγματι, στις πράξεις τού υπάρχοντος κινήματος που πισωπατούσε μπροστά στους ίδιους του τους στόχους, θεωρούσε καθήκον του ν’ αντιπαραθέτει θαρραλέα συνθήματα του παρελθόντος, όπως διεκδίκηση ενιαίας κι αδιαίρετης δημοκρατίας, εξοπλισμό του λαού, επαναστατική δικτατορία και «Τρομοκρατία». Σ’ αυτό το επίπεδο γρήγορα σκόνταψε σε αξεπέραστα εμπόδια. Αυτές οι διεκδικήσεις ανήκαν στο οπλοστάσιο της Γαλλικής Επανάστασης. Ήταν σύμβολα ενός κινήματος που κατέληξε στην εγκαθίδρυση της αστικής κοινωνίας. Αλλά τώρα πια, εξαιτίας της βαθμιαίας αστικοποίησης της ευρωπαϊκής κοινωνίας, ελάχιστα τραβούσαν τη μεγάλη αστική τάξη κι ένα μέρος της μικρής. Ο Μαρξ αναγκαζόταν λοιπόν να τα προπαγανδίζει με μια μορφή είτε πολύ γενική, είτε πολύ πλαδαρή. Έτσι, στις 6 Ιούνη του 1848, άρχιζε από τη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου3 την εκστρατεία του υπέρ αυτών των λιγότερο αποκρουστικών γιακωβίνικων συνθημάτων, με την ακόλουθη διακήρυξη: «Δε ζητάμε, πράμα που θα ’ταν ουτοπία, την a priori ανακήρυξη μιας ενιαίας κι αδιαίρετης γερμανικής δημοκρατίας». Και προσθέτοντας ότι «η ενότητα και το Σύνταγμα της Γερμανίας θα προκύψουν μόνον από ένα κίνημα», μετατόπιζε το όλο ζήτημα από την άμεση δράση στη μελλοντική ανάπτυξη. Ακόμα περισσότερο, το «όργανο της δημοκρατίας»4 που διεύθυνε ο Μαρξ, χωρίς να πάψει να υψώνει τον τόνο, χρησιμοποιούσε με μια υπερβολική επιφυλακτικότητα αυτά τα πιο προχωρημένα συνθήματα του αγώνα για τη δημοκρατία.

Ο Μαρξ απόφυγε να εκθέσει ανοιχτά όλο το πρόγραμμα της δημοκρατικής επανάστασης, επειδή είχε από τα πριν μια συγκεκριμένη ταχτική. Ωστόσο, αν τη δούμε από την ιστορική σκοπιά, αυτή η ταχτική εμπεριείχε τη θεμελιακή αντίφαση που χαρακτήριζε τη στάση του κατά την επανάσταση του 1848. Ο Μαρξ δεν ήθελε ν’ αντιπαραθέσει μια σοσιαλιστική ουτοπία στην πραγματικότητα της αστικής επανάστασης. Ωστόσο επέμενε να θέλει να επιβάλει σ’ αυτό το σύγχρονο επαναστατικό κίνημα μορφές δράσης του παρελθόντος, που ελάχιστα του ταίριαζαν. Προσπάθησε ν’ ανυψώσει τη δημοκρατική επανάσταση του 1848 στο ψηλότερο επίπεδο, εκείνο που η αστική επανάσταση είχε φτάσει σε μια προηγούμενη και μεταβατική φάση της ανάπτυξής της. Αλλά, αν πάρουμε υπόψη μας την αλλαγή των ιστορικών συνθηκών που συνέβη στο μεταξύ, αυτή η προσπάθειά του φαίνεται το ίδιο ουτοπική με την άμεσα σοσιαλιστική προπαγάνδα εκείνη την εποχή.

Η αντίφαση ανάμεσα στις συνθήκες που ο Μαρξ φαντάστηκε και τις συνθήκες που πραγματικά επικρατούσαν κατά την επανάσταση του 1848, την οποία έζησε και στην οποία συμμετείχε, γίνεται εντονότερη στα σημεία ακριβώς όπου η κριτική, που άσκησε στις αδυναμίες αυτής της επανάστασης, φαίνεται –αν τη δούμε από μια ανιστορική σκοπιά– πιο γερά θεμελιωμένη και όπου το πραγματικό περιεχόμενό της απέχει περισσότερο από τις διεκδικήσεις της. Πάνω σ’ αυτό, ας θυμίσουμε την επαρχιώτικη, τη σωβινιστική πολιτική που ακολουθούσαν και διακήρυσσαν όλοι οι εθνικοί και τοπικοί ηγέτες και, αντίστροφα, τη μεγαλόπρεπη διεθνικότητα που ούτε για μια στιγμή δεν εγκατέλειψε ο Μαρξ όταν στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου ανέλυε τη σχέση της πρωσσικής και γερμανικής επανάστασης με το κίνημα που την ίδια στιγμή ξεσπούσε σ’ ολόκληρη την Ευρώπη.

Και μόνο ποσοτικά αν κρίνουμε, θα παρατηρήσουμε αμέσως ότι η εφημερίδα του Μαρξ αφιέρωσε στη Γαλλική, την Αυστριακή, την Πολωνική, τη Βοημική, την Ιταλική και την Ουγγαρέζικη επανάσταση μελέτες τόσο λεπτομερειακές όσο καμιά άλλης εφημερίδας. Η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου δεν έλεγε μόνο: «Η Γερμανία στους Γερμανούς». Εξίσου απαιτούσε την Πολωνία στους Πολωνούς, τη Βοημία στους Τσέχους, την Ουγγαρία στους Ούγγρους, την Ιταλία στους Ιταλούς. Η επαίσχυντη κατάπνιξη της πολωνικής επανάστασης από την πρωσσική Κυβέρνηση· η μικροψυχία που έδειξε αυτή η Κυβέρνηση απέναντι στις βρετανικές και ρωσικές πιέσεις στο θέμα του Σλέσβιγκ-Χολστάιν· η συντριβή της παρισινής εργατικής εξέγερσης του Ιούνη από την ίδια την επαναστατική αστική τάξη, γεγονός που είχε αποφασιστική επίδραση στην τύχη όλης της ευρωπαϊκής επανάστασης· η εξίσου αποφασιστικής σημασίας συντριβή της επανάστασης της Βιέννης· η αποτυχία του χαρτισμού στην Αγγλία και οι συνέπειές της όλες αυτές τις αποτυχημένες απόπειρες, όλες αυτές τις ήττες, η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου τις μελέτησε και τις ανέλυσε ως ήττες της γερμανικής και πανευρωπαϊκής επανάστασης. Κι εκτός απ’ αυτό, έφερνε στο φως την τραγική αντιπαράθεση των δήθεν εθνικών συμφερόντων, με την οποία τα διάφορα τμήματα της ενιαίας κι αδιαίρετης ευρωπαϊκής επανάστασης, λες από κάποια μανία αυτοκαταστροφής, βάλθηκαν να τσακίσουν όχι μόνο το κοινό συμφέρον τους, αλλά ακόμα κι αυτό το πραγματικό εθνικό συμφέρον τους: Αυστριακοί ενάντια στους Τσέχους. Τσέχοι, Γερμανοί, Αυστριακοί και Ούγγροι ενάντια στους Ιταλούς· Τσέχοι ενάντια στους Βιεννέζους· και για επιστέγασμα αυτής της αλληλοσφαγής, Τσέχοι, Αυστριακοί και Ρώσοι, ενάντια στο κίνημα στο οποίο όλη η Ευρώπη είχε ακουμπήσει τις ύστατες και μεγαλύτερες ελπίδες της, το κίνημα της επαναστατικής Ουγγαρίας. Η αιματηρή τανάλια συνέχισε να σφίγγεται έτσι, μέχρι που ο γενικευμένος θρίαμβος της αντεπανάστασης τερμάτισε με η βία τους αδελφοκτόνους αυτούς πολέμους. Ωστόσο, η αυστηρή και βαθιά ανάλυση όλων αυτών των γεγονότων από η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου παρουσίαζε ένα εξαιρετικά αφηρημένο και ανιστορικό χαρακτήρα, που και εδώ ενυπήρχε στην πολιτική του Μάρξ. Ο έξοχος διεθνισμός με τον οποίον ο Μαρξ προσπαθούσε να συγκαλύψει αυτή την εθνικής φύσης «καθυστέρηση», δε λογάριαζε καθόλου το γεγονός ότι η ενίσχυση των εθνικών συνειδήσεων κι ανταγωνισμών, που τώρα ήταν τόσο μοιραία για την ενοποιημένη δράση των επαναστατικών δυνάμεων, προερχόταν εξίσου από τη μερική, μεταβατική νίκη της αστικής αρχής. Καθώς αυτοί οι ανταγωνισμοί πηγάζουν από, την ιστορική ανάπτυξη της αστικής τάξης –κι όχι έξω από την ιστορία (λ.χ. το «αίμα», τη φυλή ή το «χώμα», την πατρίδα)– η διεθνής εξάπλωση της επανάστασης του 19ου αιώνα δε μπορούσε πια να προσαρμοστεί στο γιακωβίνικο και ναπολεόντειο μοντέλο και να περιοριστεί σε μια σκέτη αναπαραγωγή τους.

Μέσα στις αλλαγμένες ιστορικές συνθήκες του 19ου αιώνα, ο Μαρξ εξακολουθούσε να θεωρεί τον επαναστατικό πόλεμο ως πανάκεια, που θα επέτρεπε στην πανευρωπαϊκή επανάσταση να επιλύσει όλες. τις εσωτερικές κι εξωτερικές δυσκολίες της, όπως είχε γίνει και με τη Γαλλική Επανάσταση. Ο πόλεμος που οι τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές συμμαχίες είχαν εξαπολύσει ενάντια στη Γαλλική Επανάσταση, είχε ως αποτέλεσμα να ενισχυθεί σημαντικά η ρωσική επιρροή στον κόσμο. Συνεπώς, τώρα που το κέντρο του επαναστατικού κινήματος είχε σε, μεγάλο βαθμό μετατοπιστεί προς την Ανατολή, θεωρούνταν αυτονόητο ο φυσικός εχθρός της πανευρωπαϊκής επανάστασης να είναι η τσαρική Ρωσία. Αυτή ακριβώς η πεποίθηση χρησίμεψε ως βάση της δημοκρατικής εξωτερικής πολιτικής, που για πολλές δεκαετίες ο Μαρξ διακήρυσσε σε κάθε σύγκρουση που γινόταν στην Ευρώπη. Ακόμα και μετά το πραξικόπημα, του Ναπολέοντα του Γ΄, και ενώ όλα έδειχναν ότι στο εξής ο τσάρος θα μοιραζόταν την ιδιότητα του κυριότερου εχθρού της δημοκρατίας με το Γάλλο δικτάτορα, ο Μαρξ δε θεωρούσε ως κυριότερο εχθρό, τον τυχοδιώκτη αυτοκράτορα, αυτό το «βρωμερό άτομο» το οποίο η γαλλική αστική τάξη επιφόρτισε με το έργο της συντριβής της εξέγερσης των Γάλλων εργατών τον Ιούνη του 1848, ενάντια στους ίδιους τους δημοκρατικούς θεσμούς της. Ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός ήταν για το Μαρξ «αυτή η βάρβαρη εξουσία, που το κεφάλι της βρίσκεται στην Αγία Πετρούπολη και τα χέρια της σ’ όλες τις ευρωπαϊκές Κυβερνήσεις». Σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψή του, ο ρόλος του «Βουστραπά»5 ήταν το πολύ-πολύ ο ρόλος του συμμάχου ή του πράκτορα της μεγάλης αντιδραστικής δύναμης που κρυβόταν πίσω του.

Αυτή η θέση, σύμφωνα με την οποία το 19ο αιώνα ο πόλεμος δεν είχε διόλου χάσει τη σπουδαιότητά του. για την επανάσταση, δεν ήταν καθόλου απατηλή. Πράγματι, οι εθνικοί πόλεμοι έπαιξαν και αυτοί κάποιο ρόλο στην επανάσταση του 1848. Παρόλο που και στην Πρωσσία –όπως και την Ιταλία, την Αυστρία και την Ουγγαρία– οι εξωτερικοί πόλεμοι δεν αποτελούσαν μια πραγματική ενότητα με τους εμφύλιους, ωστόσο η απότομη διακοπή (εξαιτίας του συμφώνου του Μάλμε) του πολέμου που έδινε η Πρωσσία στη Δανία για ν’ «απελευθερώσει» το Σλέσβιγκ και το Χολστάιν, αποκαρδίωσε κι έκοψε τον ενθουσιασμό όλων των τάσεων του γερμανικού επαναστατικού κινήματος πολύ περισσότερο από την προβλεπτέα αστυνομική καταστολή στο εσωτερικό της χώρας. Αν αυτός ο πρώτος επαναστατικός πόλεμος κατάφερνε να φτάσει μέχρι το τέλος, θα είχε σίγουρα ευνοϊκότατες συνέπειες για την εξέλιξη του κινήματος. Αυτό επιβεβαιώνεται, έμμεσα αυτή τη φορά, από το γεγονός ότι αυτό το έργο, που άφησε «ανεπίλυτο» η γερμανική επανάσταση, το πραγματοποίησε κατά την επόμενη περίοδο η βισμαρκική αντεπανάσταση για λογαριασμό της και από το γεγονός ότι η δεύτερη εκστρατεία στη Δανία (1864), μαζί με τον αυστρο-πρωσσικό (1866) και το γαλλο-γερμανικό (1870) πόλεμο, γέννησε στην Ευρώπη μια ανάπτυξη που, ως προς ορισμένα τουλάχιστο σημεία της, ήταν προοδευτική.

Ούτε ο επαναστατικός πόλεμος ενάντια στη Ρωσία ήταν μια λύση επινοημένη αυθαίρετα, έξω από τη συγκυρία του 1848, όπως ευκολότατα θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος που δε γνωρίζει καλά την πολιτική και διπλωματική συγκυρία εκείνης της στιγμής. Σήμερα είναι πραγματικά αξιοσημείωτο το γεγονός ότι την ίδια εποχή που η Νέα Εφημερίδα του Ρήνου προπαγάνδιζε αυτό τον πόλεμο, ο τσάρος είχε κιόλας προσφέρει στον πρίγκιπα της Πρωσσίας τα στρατεύματά του για τη βίαιη αποκατάσταση του δεσποτισμού στο Βερολίνο κι αλλού. Ένα χρόνο αργότερα, τα ρωσικά στρατεύματα και πάλι έσωσαν την αυστριακή αντίδραση συντρίβοντας το στρατό του Κόσουθ στις πεδιάδες της Ουγγαρίας. Αν η Γαλλική Δημοκρατία, η Γερμανία (που κυριαρχούνταν από την Πρωσσία), η Ιταλία (που κυριαρχούνταν από το Πιεμόντε) και η εξεγερμένη Πολωνία επιχειρούσαν από κοινού έναν αμυντικό πόλεμο ενάντια στο τσαρικό καθεστώς, σίγουρα τ’ αποτελέσματά του θα ήταν ευνοϊκά για την εξέλιξη του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος – όπως το έδειξε στο διδακτικό βιβλίο του «Δημοκρατία και Σοσιαλισμός» (Verlag Albert de Lange, Άμστερνταμ, 1938), ο Γερμανός μαρξιστής Άρθουρ Ρόζενμπεργκ, που πέθανε πρόσφατα. Ένας τέτοιος πόλεμος θα είχε ως αποτέλεσμα να εισβάλει η επανάσταση μέσα στο δυτικό τμήμα της Ρωσίας και να εξαρθρωθεί η Αυτοκρατορία των Αψβούργων, ανοίγοντας έτσι το δρόμο της ανεξαρτησίας στις καταπιεσμένες εθνότητες της Αυστρίας. Ακόμα, θα είχε πιθανότατα επιτρέψει στη Γαλλία ν’ αποφύγει τη βοναπαρτιστική δικτατορία και στη Γερμανία ν’ αποφύγει την πανπρωσσική λύση Βίσμαρκ. Έτσι η ήπειρος θα ’χε εξασφαλίσει δεκάδες χρόνων δημοκρατικής προόδου τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό επίπεδο, μιας προόδου που θα μπορούσε κάποτε να οδηγήσει στη γέννηση μιας συνομοσπονδίας όλων των ευρωπαϊκών Κρατών.

Αλλά όλες αυτές οι διαπιστώσεις δε σημαίνουν ότι η στάση του Μαρξ στην επανάσταση του 1848 ήταν ρεαλιστική. Αντίθετα, ήταν βαθύτατα εξωπραγματική. Ένα ερώτημα μπαίνει: για ποιο λόγο ο Μαρξ δε χρησιμοποίησε τα καινούργια συμπεράσματα, στα οποία είχε καταλήξει κατά την προηγούμενη δεκαετία και τα οποία του επέτρεψαν να βάλει τις θεωρητικές βάσεις του νεαρού σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος λίγες μόνο βδομάδες πριν ξεσπάσει η επανάσταση του Φλεβάρη και του Μάρτη του 1848; για ποιο λόγο αρνήθηκε να υπερασπίσει τις εργατικές ιδέες και συμφέροντα που ξεπερνούσαν τα δημοκρατικά ιδεώδη, και ήθελε ν’ αντικαταστήσει το πρόγραμμα μιας εργατικής κοινωνικής επανάστασης –που αναμφίβολα ήταν ουτοπικό εκείνη την εποχή– με μια εξίσου εξωπραγματική επαναστατική μυθολογία;

Βέβαια, πριν από το Φλεβάρη κιόλας, το «Μανιφέστο» του 1848 δεν πρόβλεπε επέμβαση των «κομμουνιστών» σε καμιά ευρωπαϊκή χώρα, ούτε καν την προοδευτικότερη, τη Γαλλία. Ωστόσο, οι Μαρξ και Ενγκελς δεν έφτασαν ούτε αυτά έστω τα όρια που είχαν χαράξει στην ταξική δράση, μια και παραμέλησαν εντελώς, τόσο στο πρακτικό όσο και το ιδεολογικό επίπεδο, το καθήκον της διαρκούς θεωρητικής διαπαιδαγώγησης των εργατών, όπως πρότεινε το «Μανιφέστο» «ώστε, μόλις οι αντιδραστικές τάξεις ηττηθούν ολοκληρωτικά, ν’ αρχίσει αμέσως στη Γερμανία ο αγώνας ενάντια στην αστική τάξη». Η στάση τους αυτή δεν οφειλόταν στον καταποντισμό της οργάνωσής τους. Δεν τους δυσαρεστούσε καθόλου το γεγονός ότι η Ένωσή των Κομμουνιστών «αποδείχτηκε εξαιρετικά αδύναμο όργανο από τη στιγμή πού ξέσπασε το κίνημα των λαϊκών μαζών», όπως είπε αργότερα ο Ενγκελς. Μάλιστα, όπως αποδείχτηκε από πρόσφατες μελέτες, είχαν κι οι ίδιοι εργαστεί γι’ αυτό το σκοπό.

Όταν τελικά κατά τα μέσα του Απρίλη του 1849, ο Μαρξ βάλθηκε για πρώτη φορά να θίξει καθαρά εργατικά ζητήματα στη Νέα Εφημερίδα του Ρήνου, δικαιολόγησε το ότι ως τότε δεν είχε ασχοληθεί μ’ αυτά λέγοντάς ότι «πριν απόλα» αγωνίστηκε «ν’ ακολουθήσει βήμα προς βήμα την ταξική πάλη και, με τη βοήθεια του καθημερινά ανανεωνόμενου ιστορικού υλικού, ν’ αποδείξει εμπειρικά στην εργατική τάξη που είχε κάνει το Φλεβάρη και το Μάρτη, ότι η καθυπόταξή της είχε ως άμεση συνέπεια την ήττα των αντιπάλων της». Αλλά ο Μαρξ δεν εκπλήρωσε ούτε αυτό το έργο. Αντίθετα, αρκέστηκε ν’ αποδείξει ότι η αστική τάξη απότυχε μόνο και μόνο επειδή δεν πάλεψε ενεργητικά για τα συμφέροντά της κι έτσι δε στάθηκε ικανή να εξασφαλίσει στην κοινωνία συνολικά μια προοδευτική ανάπτυξη. Αλλά απ’ αυτό, το μόνο που θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς είναι ότι αν ποτέ πραγματοποιούνταν μια πολιτική και κοινωνική πρόοδος, αυτή θα πετυχαινόταν με άλλες μορφές, όχι από την αστική τάξη, αλλά εναντίον της. Αυτός ήταν ο ρόλος που ισχυρίστηκαν ότι έπαιξαν η βοναπαρτιστική δικτατορία και η «από τα πάνω επανάσταση» στη Γερμανία.

Δε μπορούμε στα πλαίσια αυτού του κειμένου ν’ αναλύσουμε λεπτομερειακά τη στάση που κατά την αντεπαναστατική περίοδο κράτησαν οι Μαρξ και Ενγκελς απέναντι σ’ αυτές τις αλλαγμένες μορφές της πολιτικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Θα περιοριστούμε λοιπόν να υπενθυμίσουμε ότι την αντίληψη κατά την οποία η βοναπαρτιστική και βισμαρκική αντεπανάσταση θα ’πρεπε να θεωρούνται ως αυθεντική προέκταση της προηγούμενης ιστορικής φάσης, την υιοθέτησαν. όχι μόνο οι αστοί ιστορικοί, αλλά και οι μαρξιστές και άλλοι θεωρητικοί του σοσιαλισμού – και φυσικά όχι οι χειρότεροι απ’ αυτούς. Από το 1852 κιόλας, ο Προυντόν στο «Η Επανάσταση που αποδείχτηκε χάρη στο πραξικόπημα» και ο Μαρξ στις αναλύσεις που την ίδια εποχή έκανε πάνω στη γαλλική και τη γερμανική επανάσταση, έκλιναν προς αυτή την άποψη. Από τότε, όπως και σε πολλές άλλες ευκαιρίες, τους είδαμε να παρουσιάζουν κατά τον ίδιο τρόπο διάφορες αντεπαναστατικές ενέργειες και εξελίξεις ως επαναστατικές κατακτήσεις.

Οι κίνδυνοι που ενυπάρχουν σ’ αυτή τη διφορούμενη αντίληψη για την επανάσταση, ήρθαν στο φως από τη σύγκρουση του Μαρξ με το Λασσάλ πάνω σ’ αυτό το θέμα, κατά τη δεκαετία του 1860. Πράγματι, ο Λασσάλ κι ο Σβάιτσερ επαινούσαν το «επαναστατικό» δυναμικό που δήθεν υπήρχε μέσα στην αντεπανάσταση και έτσι συμπέραιναν ότι οι επαναστάτες μπορούσαν να συνεργαστούν με την αντεπαναστατική εξουσία αν τους δινόταν η ευκαιρία. Ο Μαρξ όμως, υποστήριζε ότι, ενώ βέβαια σε μια τέτοια συγκυρία το εργατικό κόμμα θα ’πρεπε ν’ αναγνωρίσει απερίφραστα τον προοδευτικό χαραχτήρα των παραχωρήσεων που θα ’κανε ή αντίδραση προς τους εργαζόμενους στον αγώνα της ενάντια στην αστική τάξη, δε θα ’πρεπε ωστόσο και να βοηθήσει σε μια αλλοίωση της ανεξαρτησίας του κινήματος προχωρώντας σε μια οποιαδήποτε συμφωνία με την αντίδραση. Ή, για να χρησιμοποιήσουμε την όμορφη και ποιητική φράση με την οποία ο Ένγκελς εξέφρασε την ίδια άποψη στο άρθρο που αφιέρωσε το 1865 στο «Πρωσσικό στρατιωτικό ζήτημα και το γερμανικό Εργατικό Κόμμα»: Mit gêru scal man geba infâhan, ort widar ort. (Αυτούς πρέπει να τους υποδεχόμαστε με τη λόγχη, στο ξίφος τους ν’ αντιπαρατάσσουμε το δικό μας ξίφος).

Πηγαίνοντας πιο μακριά, πιστεύουμε ότι είναι απαραίτητο, κυρίως έπειτα από τις πρόσφατες εμπειρίες, να εγκαταλείψουμε οριστικά αυτή τη διφορούμενη αντίληψη που τελικά σβήνει τις σχέσεις ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση. Πρέπει να χαράξουμε τα όρια ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη με βάση εκείνη τη φράση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» του 1848 σχετικά με τον «αντιδραστικό σοσιαλισμό», σύμφωνα με την οποία δεν είναι επαναστάτες εκείνοι που «κατηγορούν την αστική τάξη ότι δημιούργησε ένα επαναστατικό προλεταριάτο και όχι ένα προλεταριάτο γενικά».

Βοστώνη, Μασαχουσέτη

(ολοκληρώθηκε στις 18 Μάρτη του 1948)

Καρλ Κορς, «Η στάση του Μαρξ στην Ευρωπαϊκή Επανάσταση του 1848» στο Καρλ Κορς, Γιατί είμαι Μαρξιστής, Ύψιλον, Αθήνα 1980, σσ. 73-88, μετάφραση Γιάννης Δ. Ιωαννίδης

Die Schule, III, 5 Μαΐου 1948, επανέκδοση στο Karl Korsch- Revolutionarer Klassenkampf, Βερολίνο 1972, σσ. 7-26

Σημειώσεις

1 Μέλη του Tribunat, Νομοθετικού Συλλόγου στη Γαλλική Επανάσταση (σ.τ.μετ.).

2 Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 15 Δεκέμβρη, βλ. «Μαρξ-Ένγrελς: «Διαλεχτά Εργα», εκδόσεις ΚΚΕ, τ. Ι, σελ. 62-63 (σ.τ.μετ.)

3 Το άρθρο δημοσιεύτηκε την επόμενη (σ.τ.μετ.)

4 Υπότιτλος της Νέας Εφημερίδας του Ρήνου.

5 Παρατσούκλι του Ναπολέοντα του Γ. Προέρχεται από τη πρώτη συλλαβή των Βουλώνη, Στρασβούργο, Παρίσι, πόλεις όπου ο δήθεν βοναπαρτιστής επιχείρησε πραξικόπημα, όπου τις δυο πρώτες φορές απότυχε, αλλά πέτυχε την τρίτη και του άνοιξε το δρόμο προς την εξουσία μ’ ένα τρόπο που, ακόμα και ως προς την εξωτερική μορφή του, θυμίζει την καριέρα του Χίτλερ.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017 12:26
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.